ΝΙΚΟΣ ΠΑΥΛΟΥ ν. ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ κ.α., Αρ. Αγωγής: 775/2013, 14/10/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2022:A273 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Α.Ε.Δ. Διορθωμένη απόφαση δυνάμει διατάγματος δικαστηρίου ημερομηνίας 18.10.2022 Αρ. Αγωγής: 775/2013 Μεταξύ: ΝΙΚΟΣ ΠΑΥΛΟΥ Ενάγοντας και
- ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ
- ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ
- ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ Εναγόμενων Αίτηση Ενάγοντα/Αιτητή ημερομηνίας 3.5.2022 για Άδεια Τροποποίησης της Έκθεσης Απαίτησης 14 Οκτωβρίου,
- Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα/Αιτητή: κα Παπαγεωργίου δια Κώστας Μελάς & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενη 1/Καθ' ης η Αίτηση: κ. Κόκκινος δια Χρυσαφίνης & Πολυβίου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αίτηση ο Ενάγοντας/Αιτητής ζητά διάταγμα που να επιτρέπει την τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης. Η αγωγή αφορά αξιώσεις του Ενάγοντα που πηγάζουν από την απόκτηση χρεογράφων της Εναγόμενης 1 περί το
- Αυτή είναι η 3η αίτηση τροποποίησης της Έκθεσης Απαίτησης από την καταχώρηση της αγωγής. Στα πλαίσια της 1ης αίτησης είχε καταχωρηθεί τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησης στις 8.7.
- Η 2η αίτηση τροποποίησης αποσύρθηκε. Η Εναγόμενη 1 έχει εγείρει ένσταση στην έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Να σημειώσω παρενθετικά ότι η αγωγή έχει αποσυρθεί σε ενωρίτερα στάδια της διαδικασίας εναντίον των Εναγόμενων 1 και
- Η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Ενάγοντα. Πολύ συνοπτικά, στην ένορκη του δήλωση, ο Ενάγοντας αναφέρει ότι «πριν από λίγους μήνες είχα ενδιατρίψει ενδελεχώς στα επίδικα ζητήματα και ειδικά στο θέμα των αξιογράφων του 2011 καθώς προέκυπτε από μελέτη που προέβησαν οι δικηγόροι μου του φακέλου της υπόθεσης μεταξύ άλλων και της υπεράσπισης των αντιδίκων αλλά και της αποκάλυψης εγγράφων που είχαν οι αντίδικοι καταχωρήσει, ότι ίσως και να ήμουν κάτοχος και αξιογράφων του 2011 ενώ κάτι τέτοιο προφανώς εκ παραδρομής δεν αναφέρθηκε από εμένα στους δικηγόρους μου, κατά τη σύνταξη της έκθεσης απαίτησης που έχει καταχωρηθεί στο Δικαστήριο. Όντως όμως δεν έχω στην κατοχή μου έγγραφο δηλαδή αίτηση για απόκτηση των αξιογράφων του 2009, αλλά ούτε σε σχέση με τα αξιόγραφα του
- Όταν όμως οι δικηγόροι μου, μου επέστησαν την προσοχή πρόσφατα, έκατσα κάτω τα έβαλα όλα ξανά στο μυαλό μου και θυμήθηκα ότι όντως μετά τα χρεόγραφα του 2008, ακολούθησε πρώτα η μετατροπή σε αξίογραφα το 2009 και ακολούθως η μετατροπή σε αξιόγραφα το 2011 με τις ιδιαίτερες περιστάσεις, ως αυτές επιχειρείται να δικογραφηθούν...» Συνεχίζει λέγοντας ότι η μη συμπερίληψη σχετικών ισχυρισμών στο προηγούμενο δικόγραφο «οφείλεται ξεκάθαρα σε δική μου αμέλεια και καλόπιστο λάθος που δεν ενημέρωσα τους δικηγόρους μου κατά την σύνταξη της δικογραφίας, δεν είναι προϊόν κακής πίστης ούτε δόλου και δεν έγινε εσκεμμένα». Πρόσθεσε ότι η όποια ζημιά υποστεί η Εναγόμενη 1, εάν επιτραπεί η αιτούμενη τροποποίηση, μπορεί να αποζημιωθεί με κατάλληλη διαταγή ως προς τα έξοδα. Καταλήγει ότι η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος ενδείκνυται για σκοπούς ορθής απονομής της δικαιοσύνης. Όπως έχω ήδη αναφέρει, η πλευρά της Εναγόμενης 1/Καθ' ης η Αίτηση ήγειρε ένσταση. Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της κας Αθηνάς Αραούζου, δικηγόρου στο γραφείο που εκπροσωπεί τους Καθ΄ων η Αίτηση. Οι λόγοι ένστασης που προβάλλονται περιλαμβάνουν ότι η Αίτηση συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας ένεκα του ότι προωθείται με αδικαιολόγητη και υπέρμετρη καθυστέρηση αφού οι ισχυρισμοί που επιχειρείται να εισαχθούν μέσω της τροποποίησης αφορούν γεγονότα που χρονολογούνται από το
- Παράλληλα είναι η θέση της Εναγόμενης 1 ότι η επιδιωκόμενη τροποποίηση δεν είναι απαραίτητη προς εκδίκαση των επίδικων θεμάτων της υπόθεσης. Κατά την ακρόαση της Αίτησης, οι συνήγοροι της κάθε πλευράς παρουσίασαν τις θέσεις τους σε γραπτές αγορεύσεις τις οποίες έχω μελετήσει. Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να επιτρέψει την τροποποίηση δικογράφου εδράζεται στην Δ.25, Θ. 1 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών (στη μορφή που εφαρμόζεται σε αγωγές που καταχωρήθηκαν προ της 1.1.2015). Η διάταξη αυτή δεν καθορίζει τις προϋποθέσεις που πρέπει να λαμβάνει το Δικαστήριο υπόψη του κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, όμως σχετική καθοδήγηση παρέχεται από τη νομολογία. Πολύ διαφωτιστική είναι η απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Στέλιου Φοινιώτη ν Greenmar Navigation Ltd κ.ά.
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 33, όπου οι αρχές που προκύπτουν από τη νομολογία συνοψίζονται ως εξής: «
(1)Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
(2)Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στη συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντίδικου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου.
(3)Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο, δηλαδή ζημία άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευτεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του Αιτητή ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνεται και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
(4)Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης της υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου.» Συνοπτικά σημειώνω ότι η κατεύθυνση που δίνει η νομολογία, τόσο η Κυπριακή όσο και η Αγγλική, αναφορικά με αιτήσεις αυτής της φύσεως (στη μορφή που εφαρμόζεται σε αγωγές που καταχωρήθηκαν προ της 1.1.2015), είναι ότι το Δικαστήριο - με κάποιες εξαιρέσεις στις οποίες αναφέρομαι κατωτέρω - τείνει να ασκεί τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ του αιτητή, επιτρέποντας την αιτούμενη τροποποίηση[1]. Η νομολογία εισηγείται ότι η τροποποίηση επιτρέπεται ακόμα και σε περιπτώσεις όπου ο αιτητής προσπαθεί, μέσω αυτής, να διορθώσει παραλείψεις ή λάθη στο αρχικό δικόγραφο λόγω αμέλειας, ή ακόμα και σε περιπτώσεις όπου υπάρχει μεγάλη καθυστέρηση στην υποβολή του σχετικού αιτήματος[2]. Εξαιρέσεις στη γενική τάση αποτελούν περιπτώσεις όπου, ως αποτέλεσμα της τροποποίησης, θα προκαλείτο αδικία στην άλλη πλευρά η οποία δεν μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα[3]. Περιπτώσεις όπου η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ενδεχομένως να ασκηθεί εναντίον της παραχώρησης άδειας για τροποποίηση περιλαμβάνουν επίσης εκείνες όπου η αιτούμενη τροποποίηση θα επιφέρει ριζική μετατροπή της φύσης της αξίωσης, καθώς και εκείνες όπου ο αιτητής ενεργεί με εμφανή κακοπιστία. Όπου προβάλλεται η κακοπιστία ως λόγος ένστασης τότε το βάρος για την απόδειξή της το φέρει ο διάδικος ο οποίος την επικαλείται[4]. Στη βάση των πιο πάνω νομικών αρχών, και με δεδομένες τις θέσεις της κάθε πλευράς, προχωρώ να εξετάσω εάν στην παρούσα περίπτωση πρέπει να εγκριθεί το αίτημα του Ενάγοντα/Αιτητή. Η πλευρά της Εναγόμενης 1/Καθ' ης η Αίτηση υποστηρίζει ότι η Αίτηση καταχωρήθηκε με υπέρμετρη καθυστέρηση. Επί αυτού σημειώνω ότι υπάρχει όντως μεγάλη καθυστέρηση στην καταχώρηση της Αίτησης. Η αρχική Έκθεση Απαίτησης καταχωρήθηκε στις 31.5.2013 ενώ μεσολάβησε και η καταχώρηση τροποποιημένης Έκθεσης Απαίτησης στις 8.7.2014. Έχω ήδη παραθέσει συνοπτικά πιο πάνω τους λόγους που επικαλείται η πλευρά του Ενάγοντα/Αιτητή δικαιολογώντας την καθυστέρηση αυτή. Το τι συνιστά υπέρμετρη καθυστέρηση στην υποβολή αίτησης τροποποίησης εξετάστηκε και αναλύθηκε σε αριθμό υποθέσεων από το Ανώτατο Δικαστήριο. Στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon v. Νίκου Σιακόλα (ανωτέρω) υιοθετήθηκε το πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση Saba & Co (T.M.P.) v. T.M.P. Agents
(1994)1 Α.Α.Δ. 426: "Μένει το ερώτημα της δικαιολόγησης της καθυστέρησης. Η σημασία του ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης κυρίως σε συσχετισμό προς την γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή τον βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Στην παρούσα υπόθεση δεν έχει γίνει τέτοιος ή ανάλογος συσχετισμός και δεν συμφωνούμε πως καλόπιστη αίτηση για τροποποίηση προς κάλυψη πραγματικής ή σημαντικής ανάγκης θα πρέπει να απορριφθεί επειδή ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο η καθυστέρηση δικαιολογήθηκε με αναφορά σε αβλεψία ή παραδρομή". Αδιαμφισβήτητα, η καθυστέρηση στην καταχώρηση της υπό κρίση Αίτησης είναι μεγάλη. Έχω ήδη αναφερθεί πιο πάνω σε ημερομηνίες. και σημειώνω επίσης ότι η Αίτηση καταχωρήθηκε αφού η υπόθεση είχε οριστεί για ακρόαση πολλές φορές. Όμως, συνυπολογίζοντας όλα τα ενώπιον μου δεδομένα, θεωρώ ότι παρά την καθυστέρηση που έχει επιδείξει ο Ενάγοντας/Αιτητής δεν πρέπει να απορριφθεί η Αίτησή του μόνο ένεκα αυτής. Εξάλλου, και στη Saba & Co (ανωτέρω), το Ανώτατο Δικαστήριο αναφέρει ότι η καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος, δεν μπορεί από μόνη της να οδηγήσει στην απόρριψη του, εκτός εάν διαπιστωθεί ότι συνοδεύεται από κακοπιστία. Στην προκειμένη περίπτωση, έχω υπόψη μου τα όσα αναφέρονται στην ένσταση της Εναγόμενης 1/Καθ' ης η Αίτηση ως προς το θέμα της κακοπιστίας. Όμως, από το φάκελο της υπόθεσης και μελετώντας τις αιτούμενες τροποποιήσεις που επιχειρεί να εισαγάγει ο Ενάγοντας/Αιτητής, δεν μπορώ να καταλήξω σε συμπέρασμα ότι ενεργεί με εμφανή κακή πίστη και με πρόθεση κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας. Ένας άλλος λόγος ένστασης που προβάλλεται από την πλευρά της Εναγόμενης 1/Καθ' ης η Αίτηση είναι ότι η αιτούμενη τροποποίηση δεν είναι απαραίτητη προς επίλυση των επίδικων ζητημάτων. Έχοντας εξετάσει τις αιτούμενες τροποποιήσεις διαπιστώνω ότι δεν επιχειρείται η εισαγωγή νέας βάσης αγωγής. Ούτε επιχειρείται η επέκταση των θεραπειών που ζητά ο Ενάγοντας. Διακρίνω ότι με τις αιτούμενες τροποποιήσεις επιδιώκεται η προσθήκη ισχυρισμών ως προς τα γεγονότα και ενέργειες που αποδίδονται σε λειτουργούς της Εναγόμενης 1 αλλά και ισχυριζόμενες εκ του νόμου υποχρεώσεις της Εναγόμενης
- Επιδιώκεται επίσης η προσθήκη ισχυρισμών για ενέργειες του ίδιου του Ενάγοντα. Έχοντας υπόψη τη φύση της υπόθεσης και το αγώγιμο δικαίωμα που επικαλείται ο Ενάγοντας κρίνω ότι η μη συμπερίληψη αυτών των ισχυρισμών ενδεχομένως να απέκλειε τον Ενάγοντα από τη δυνατότητα να παρουσιάσει μαρτυρία που ο ίδιος θεωρεί σχετική με τις αξιώσεις που εγείρει. Δεν συμφωνώ επομένως με την εισήγηση της Εναγόμενης 1/Καθ' ης η Αίτηση ότι η αιτούμενη τροποποίηση πρέπει να απορριφθεί ως αχρείαστη. Τέλος σημειώνω το εξής. Εάν επιτραπεί η αιτούμενη τροποποίηση, αναπόφευκτα θα προκληθεί κάποια καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης. Κρίνω όμως ότι η καθυστέρηση που θα προκληθεί δεν θα είναι τέτοιας έκτασης ώστε να επιφέρει ανεπανόρθωτη ζημιά στην Εναγόμενη 1/Καθ' ης η Αίτηση. Ανεπανόρθωτη ζημιά θα προκαλείτο, ενδεχομένως, στην περίπτωση που ένεκα της καθυστέρησης υπήρχε κίνδυνος να χαθεί μαρτυρία, να προκληθεί αντικειμενική αδυναμία προώθησης της υπεράσπισης ή άλλη δικονομική ή ουσιαστική αξεπέραστη δυσχέρεια. Δεν έχω τέτοια στοιχεία ενώπιον μου. Αντίθετα, στην παρούσα περίπτωση θεωρώ ότι η όποια ζημιά της Εναγόμενης μπορεί να θεραπευτεί με την κατάλληλη διαταγή αναφορικά με τα έξοδα[5]. Ενόψει όλων των πιο πάνω, καταλήγω ότι εξυπηρετούνται περισσότερο τα συμφέροντα της δικαιοσύνης με την έγκριση παρά με την απόρριψη της Αίτησης και ότι η αιτούμενη τροποποίηση θα συντείνει στην εκδίκαση της πραγματικής διαφοράς μεταξύ των μερών. Καταλήγω επομένως ότι η Αίτηση επιτυγχάνει και εκδίδεται διάταγμα ως οι παράγραφοι Α.1 και Α.2 της Αίτησης. Ως προς τον περαιτέρω χειρισμό της υπόθεσης, θα ισχύσουν τα εξής: Η τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησης να καταχωρηθεί εντός 15 ημερών από σήμερα και αντίγραφο να παραδοθεί στην άλλη πλευρά την ίδια μέρα. Κατά τα λοιπά να ακολουθηθούν οι διατάξεις των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Ως προς το θέμα των εξόδων, θεωρώ ότι δεν πρέπει να επιβαρυνθεί τα έξοδα η Εναγόμενη 1/Καθ' ης η Αίτηση αφού η ανάγκη για καταχώρηση της Αίτησης δεν ήταν αποτέλεσμα της δικής της δικονομικής συμπεριφοράς. Το ίδιο ισχύει και για τα έξοδα που χάνονται συνεπεία της τροποποίησης. Συνεπώς, παρά την επιτυχία της Αίτησης, τόσο τα έξοδα της Αίτησης όσο και τα έξοδα της αγωγής που χάνονται από την τροποποίηση επιδικάζονται εναντίον του Ενάγοντα /Αιτητή και υπέρ της Εναγόμενης 1/Καθ΄ης η Αίτηση. Τα έξοδα θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο και είναι πληρωτέα στο τέλος της αγωγής. Η αγωγή ορίζεται για Οδηγίες στις 29.11.2022, 9πμ. Εάν, συνεπεία της τροποποίησης, προκύψει η ανάγκη αποκάλυψης περαιτέρω εγγράφων, συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις να καταχωρηθούν εκατέρωθεν μέχρι τις 29.11.
- (Υπ.) ..................... Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Ενδεικτικά, Easton v Ford Motor Co Ltd
(1993)4 All E.R. 257, Federal Bank of Lebanon v Νίκου Σιακόλα
(1999)1 Α.Α.Δ. 44 [2] Federal Bank of Lebanon v Νίκου Σιακόλα
(1999)1 Α.Α.Δ. 44 [3] Χριστοδούλου ν Χριστοδούλου
(1991)1 Α.Α.Δ. 934 [4] Σχετικές οι Astor Manufacturing Ltd κ.ά. v. A & G Leventis κ.ά.
(1993)1 Α.Α.Δ. 726 και Saba & Co (T.M.P.) v. T.M.P. Agents
(1994)1 Α.Α.Δ. 426 [5] Σχετική είναι η παράγραφος
(3)του αποσπάσματος από την υπόθεση Στέλιος Φοινιώτης ν Greenmar Navigation Ltd κα (ανωτέρω). cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο