← Κύπρος

ΝΕΑΡΧΟΣ ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ ν. ΑΡΜΑΝΔΟΣ ΜΑΞΟΥΤΛΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής: 5625/2013, 22/12/2022

ΝΕΑΡΧΟΣ ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ ν. ΑΡΜΑΝΔΟΣ ΜΑΞΟΥΤΛΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής: 5625/2013, 22/12/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2022:A296 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 5625/2013 Μεταξύ: ΝΕΑΡΧΟΣ ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ Ενάγοντας Και

  1. ΑΡΜΑΝΔΟΣ ΜΑΞΟΥΤΛΟΥ
  2. ΠΑΓΚΥΠΡΙΑΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΛΤΔ Εναγόμενοι 22 Δεκεμβρίου, 2022 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα: κα Χρ. Ερωτοκρίτου δια Ανδρέας Π. Ερωτοκρίτου Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενους 1 & 2: κ. Τρύφωνος δια Χριστόδουλος Γ. Βασιλειάδης & Σια Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στην αίτηση των Εναγόμενων 1 & 2/Αιτητών ημερομηνίας 14.10.2022 για άδεια τροποποίησης της Υπεράσπισης Με την παρούσα αγωγή, ο Ενάγοντας αξιώνει από τους Εναγόμενους 1 & 2 αποζημιώσεις σε σχέση με τροχαίο ατύχημα συνεπεία του οποίου, είναι η θέση του, ότι υπέστη τραυματισμούς και ειδικές ζημιές. Ο Εναγόμενος 1 ήταν ο οδηγός του οχήματος που συγκρούστηκε με το όχημα στο οποίο επέβαινε ο Ενάγοντας. Η Εναγόμενη 2 παρείχε ασφαλιστική κάλυψη στον Εναγόμενο
  3. Η ευθύνη για το ατύχημα είναι παραδεκτή από την πλευρά των Εναγόμενων 1 &
  4. Η ακρόαση της αγωγής έχει ξεκινήσει και στο εδώλιο βρίσκεται ο Ενάγοντας του οποίου δεν έχει ολοκληρωθεί η κυρίως εξέταση. Η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε μετά που ξεκίνησε η μαρτυρία του Ενάγοντα. Με αυτήν, η πλευρά των Εναγόμενων 1 & 2/Αιτητών ζητά να της επιτραπεί η τροποποίηση της Υπεράσπισης της. Ένας από τους ισχυρισμούς του Ενάγοντα είναι ότι πριν το επίδικο τροχαίο ατύχημα λάμβανε αυξητική ορμονική θεραπεία λόγω καθυστερημένης ανάπτυξης του σώματος του την οποία αναγκάστηκε να διακόψει για κάποιο χρονικό διάστημα ένεκα των τραυματισμών που υπέστη. Αυτή η διακοπή επιβάρυνε την προϋπάρχουσα κατάσταση καθυστερημένης ανάπτυξης. Κατά την κυρίως εξέταση του, αναφορικά με αυτό το ζήτημα κατέθεσε ότι «μετά την ολοκλήρωση της θεραπείας στο πόδι μου οι γιατροί που με παρακολουθούσαν για το πρόβλημα της καθυστερημένης ανάπτυξης του σώματος μου, μου σύστησαν να την επαναρχίσω πράγμα το οποίο έκαμα. Ολοκλήρωσα τη θεραπεία αυτή με επιτυχή από όσα μου είπαν οι γιατροί μου αποτέλεσμα.» Στην υφιστάμενη Υπεράσπιση, οι Εναγόμενοι 1 & 2/Αιτητές «αρνούνται και συνεπώς απορρίπτουν σε ολόκληρη την έκταση τους» τις σωματικές βλάβες που ο Ενάγοντας ισχυρίζεται, περιλαμβανομένων των ισχυρισμών του για διακοπή της ορμονοθεραπείας που λάμβανε και επιβάρυνση της κατάστασης του λόγω της διακοπής. Μέσω της υπό κρίση αίτησης, ζητούν να τους επιτραπεί η τροποποίηση της Υπεράσπισης με την προσθήκη νέας παραγράφου που να αναφέρει τα εξής: «Συγκεκριμένα αναφορικά με την παράγραφο 7 (Ξ-Ο) της Έκθεσης Απαίτησης του Ενάγοντα [που αφορούν τα πιο πάνω] και χωρίς επηρεασμό και/ή άνευ βλάβης των οποιονδήποτε άλλων θέσεων και/ή ισχυρισμών έχουν τεθεί στην παρούσα Έκθεση Υπεράσπισης, οι Εναγόμενοι 1 και 2 αρνούνται ότι το επίδικο ατύχημα σχετίζεται με την κατ' ισχυρισμό ζημιά την οποία υπέστη ο Ενάγοντας ως αποτέλεσμα διακοπής της αυξητικής ορμονικής θεραπείας την οποία λάμβανε πριν το ατύχημα. Η διακοπή της θεραπείας ήταν αποτέλεσμα λανθασμένης ιατρικής συμβουλής από ιατρό της επιλογής του Ενάγοντα.» Υπάλληλος της Εναγόμενης 2 που ορκίζεται την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση αναφέρει τα εξής για να δικαιολογήσει την καταχώρηση της αίτησης σε αυτό το στάδιο: «Κατόπιν συζήτησης που είχα με τους δικηγόρους των Εναγόμενων 1 και 2 που χειρίζονται την ως άνω αναφερόμενη υπόθεση για να με ενημερώσουν για την εξέλιξη της υπόθεσης αλλά και για να συζητήσουμε για τον περαιτέρω χειρισμό της παρούσας υπόθεσης, διαφάνηκε ότι είναι σημαντικό και επί της ουσίας όπως γίνει περαιτέρω και συγκεκριμένη αναφορά στην λανθασμένη διακοπή της θεραπείας με αυξητικές ορμόνες την οποία λάμβανε ο Ενάγοντας και λανθασμένα σταμάτησε να λαμβάνει μετά από λανθασμένες οδηγίες του γιατρού που ο ίδιος επέλεξε. [.] Κατόπιν της προετοιμασίας για τον χειρισμό της εν λόγω υπόθεσης και ως με ενημέρωσε ο αρμόδιος ιατρός της εταιρείας μας η κατ΄ισχυρισμό ζημιά την οποία υπέστη ο Ενάγοντας και την οποία αναφέρουν οι δικηγόροι του Ενάγοντα στην παράγραφο 7 (Ξ-Ο) της Έκθεσης Απαίτησης είναι αποτέλεσμα της λανθασμένης ιατρικής συμβουλής από ιατρό δικής του επιλογής, ο οποίος τον συμβούλεψε να διακόψει την αυξητική ορμόνη θεραπεία την οποία λάμβανε πριν το ατύχημα, κάτι το οποίο κατόπιν λάθους και/ή παράλειψης δεν συμπεριλήφθηκε νωρίτερα στην Έκθεση Υπεράσπισης. Μόλις περιήλθε στην αντίληψη μας και των δικηγόρων μας η εν λόγω παράληψη προχωρήσαμε άμεσα στην παρούσα αίτηση για την τροποποίηση της Έκθεσης Υπεράσπισης.» Καταλήγει ότι η αιτούμενη τροποποίηση είναι αναγκαία για να αποτραπεί πολλαπλότητα νομικών διαδικασιών, για την ορθή απεικόνιση των θέσεων των Εναγόμενων 1 & 2/Αιτητών, δεν επιφέρει αδικία στον Ενάγοντα/Καθ' ου η Αίτηση και είναι προς το συμφέρον την δικαιοσύνης. Η πλευρά του Ενάγοντα/Καθ' ου η Αίτηση ήγειρε ένσταση στην αίτηση. Οι λόγοι ένστασης περιλαμβάνουν ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για να επιτραπεί η τροποποίηση, ότι η άλλη πλευρά επέδειξε αδικαιολόγητη και υπέρμετρη καθυστέρηση, ότι οι ισχυρισμοί που επιδιώκεται να εισαχθούν θα μπορούσαν με εύλογη επιμέλεια να δικογραφηθούν εξ αρχής. Σημειώνει επίσης η πλευρά του Ενάγοντα/Καθ'ου η Αίτηση ότι η ακρόαση έχει ήδη ξεκινήσει και η τροποποίηση θα την εκτροχιάσει. Αναφορικά με την ουσία της τροποποίησης, η θέση του Ενάγοντα/Καθ' ου η Αίτηση είναι ότι επιχειρείται να εισαχθεί ισχυρισμός που αφορά το δόγμα novus actus interveniens για τον οποίο όμως απαιτούνται λεπτομέρειες που δεν παρατίθενται με την αιτούμενη τροποποίηση. Κατά την ακρόαση της αίτησης οι δύο πλευρές παρουσίασαν γραπτές αγορεύσεις το περιεχόμενο των οποίων έχω μελετήσει. Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να επιτρέψει την τροποποίηση δικογράφου εδράζεται στην Δ. 25, Θ. 1 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, στην μορφή που αυτή είχε κατά τον χρόνο καταχώρησης της αγωγής. Στην εν λόγω διάταξη δεν καθορίζονται οι παράγοντες που το Δικαστήριο πρέπει να λαμβάνει υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας. Σχετική καθοδήγηση παρέχεται στη νομολογία και παραπέμπω ενδεικτικά στην υπόθεση Στέλιου Φοινιώτη ν Greenmar Navigation Ltd κ.α.

(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 33 όπου οι αρχές που προκύπτουν από τη νομολογία συνοψίστηκαν από το Εφετείο ως εξής: «
(1)Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
(2)Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στη συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντίδικου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου.
(3)Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο, δηλαδή ζημία άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευτεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του Αιτητή ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνεται και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
(4)Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης της υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου.» Η γενική τάση που διακρίνεται από τη νομολογία είναι να επιτρέπεται η αιτούμενη τροποποίηση ακόμα και αν το αίτημα υποβάλλεται με σκοπό να διορθωθούν λάθη ή παραλείψεις ή όπου υπάρχει μεγάλη καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος[1]. Αυτό όμως συνιστά τη γενική τάση και δεν είναι επιτακτικό. Το ζήτημα παραμένει πάντα στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και η νομολογία αναγνωρίζει περιπτώσεις στις οποίες δεν πρέπει να χορηγείται άδεια[2]. Καθοριστικός παράγοντας για την απόφαση του Δικαστηρίου είναι το κατά πόσο εξυπηρετούνται περισσότερο τα συμφέροντα της δικαιοσύνης με το να επιτραπεί ή όχι η αιτούμενη τροποποίηση. Στην βάση των πιο πάνω αρχών προχωρώ τα εξετάσω εάν τα δεδομένα στην παρούσας υπόθεσης πρέπει να εγκριθεί το αίτημα ή όχι. Όπως έχω ήδη αναφέρει, η ακρόαση της αγωγής έχει ήδη ξεκινήσει. Η έκθεση απαίτησης καταχωρήθηκε στις 14.9.2016 και η υφιστάμενη Υπεράσπιση καταχωρήθηκε στις 26.10.
  1. Έκτοτε, όπως καταγράφεται στα πρακτικά του Δικαστηρίου, έγιναν εκατέρωθεν αποκαλύψεις εγγράφων το 2017, η υπόθεση ορίστηκε πολλές φορές για οδηγίες με σκοπό να γίνουν διαβουλεύσεις προς εξώδικη διευθέτηση, ορίστηκε επίσης περί τις 10 φορές για ακρόαση ενώ έγινε το 2019 εξέταση του Ενάγοντα από ενδοκρινολόγο των Εναγόμενων. Για πρώτη φορά υπάρχει αναφορά στο ενδεχόμενο καταχώρησης αίτησης τροποποίησης της Υπεράσπισης, σε αλληλογραφία που στάλθηκε προς το Δικαστήριο από τους δικηγόρους των Εναγόμενων 1&2/Αιτητών, τον Ιανουάριο
  2. Η αίτηση καταχωρήθηκε τελικά στις 14.10.2022, αφού ξεκίνησε η ακρόαση της αγωγής. Από τα πιο πάνω φαίνεται η έκταση της καθυστέρησης με την οποία έχουν ενεργήσει οι Εναγόμενοι 1 & 2/Αιτητές. Όπως υποδεικνύει η νομολογία, η καθυστέρηση στην υποβολή αιτήματος για τροποποίηση δεν οδηγεί αυτόματα σε απόρριψη της αίτησης. Ο χρόνος στον οποίο υποβάλλεται το αίτημα για τροποποίηση δεν πρέπει να εξετάζεται μεμονωμένα αλλά σε συνάρτηση με όλα τα δεδομένα της υπόθεσης. Είναι όμως αναγκαίο ο αιτητής να δικαιολογεί επαρκώς στον λόγο και χρόνο υποβολής του αιτήματος του. Στην παρούσα περίπτωση, δεν έχω ικανοποιηθεί ότι οι Εναγόμενοι 1 & 2/Αιτητές έχουν δικαιολογήσει επαρκώς την καθυστέρηση που επέδειξαν στην καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης. Όσα αναφέρουν προς αιτιολόγηση του χρόνου υποβολής της αίτησης ήταν σε γνώση της πλευράς τους πολύ ενωρίτερα απ' όταν επέλεξαν να καταχωρήσουν την αίτηση. Ή τουλάχιστον θα μπορούσαν να είχαν διαπιστωθεί σε πολύ προγενέστερα στάδια εάν η πλευρά τους είχε επιδείξει την προσήκουσα εύλογη επιμέλεια[3]. Περαιτέρω, η γενική άρνηση των σωματικών βλαβών του Ενάγοντα/Καθ' ου η Αίτηση στην υφιστάμενη Υπεράσπιση δημιούργησε την υποχρέωση στην πλευρά του να στοιχειοθετήσει τις βλάβες που ισχυρίζεται. Αυτή τη δικογραφημένη θέση γνώριζε η πλευρά του Ενάγοντα/Καθ' ου η Αίτηση ότι είχε να αντιμετωπίσει από το
  3. Υπενθυμίζω ότι η ευθύνη του Εναγόμενου 1 για το ατύχημα έγινε παραδεκτή. Η αιτούμενη τροποποίηση μεταβάλλει ριζικά τη φύση της υπεράσπισης. Εάν επιτραπεί η τροποποίηση, τότε η νέα θέση των Εναγόμενων 1 & 2/Αιτητών θα είναι ότι η διακοπή της ορμονικής θεραπείας αποτέλεσε νέα αιτία (ανεξάρτητη από το ατύχημα) για τις όποιες συνεπακόλουθες βλάβες του Ενάγοντα/Καθ' ου η Αίτηση[4]. Η θέση των Εναγόμενων 1 & 2/Αιτητών θα είναι πλέον ότι η νέα αυτή αιτία είχε διακόψει την ευθύνη του Εναγόμενου 1 (του αρχικού αδικοπραγούντα)[5]. Προχωρώ και στην ουσία της θέσης που οι Εναγόμενοι 1 & 2/Αιτητές επιδιώκουν να προωθήσουν μέσω της τροποποίησης. Αυτό που ουσιαστικά επιδιώκουν οι Εναγόμενοι 1 & 2 /Αιτητές είναι να προβάλλουν τη θέση ότι οι όποιες βλάβες ισχυρίζεται ο Ενάγοντας/Καθ' ου η Αίτηση που ήταν αποτέλεσμα της διακοπής της ορμονικής θεραπείας που λάμβανε, δεν προκλήθηκαν από την αμέλεια του Εναγόμενου 1 γιατί ο σύνδεσμος μεταξύ της αμέλειας του Εναγόμενου 1 και της ισχυριζόμενης βλάβης διακόπηκε επειδή μεσολάβησε η αμέλεια του ιατρού που είχε συστήσει διακοπή της ορμονοθεραπείας. Επιχειρείται δηλαδή από την πλευρά των Εναγόμενων 1 & 2/Αιτητών να εισάξουν στη διαδικασία το δόγμα του novus actus interveniens[6]. Στις περιπτώσεις όπου η πλευρά της υπεράσπισης επικαλείται το δόγμα novus actus intervneniens και η ισχυριζόμενη νέα αιτία ζημιάς (το novus actus) είναι αμέλεια τρίτου προσώπου (σε αυτή την περίπτωση του γιατρού που συμβούλεψε τον Ενάγοντα να διακόψει την ορμονική θεραπεία) τότε απαιτείται να δικογραφούνται λεπτομέρειες της νέας αυτής αμέλειας. Στην Νεάρχου ν. Στεφανίδης
(2003)1 ΑΑΔ 351 όπου αναφέρθηκαν σχετικά τα εξής: "Το άρθρο 56
(1)του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ. 148 στο οποίο γίνεται αναφορά στην Νικηφόρου Σπύρου (ανηλίκου) (ανωτέρω) προνοεί ότι: "Σε αγωγή που εγείρεται για αμέλεια συνιστά υπεράσπιση, ανεξάρτητα από το ότι ο εναγόμενος επέδειξε αμέλεια, το ότι κάποιος τρίτος επέδειξε αμέλεια και η αμέλεια που επιδείχθηκε από τον τρίτο ήταν η αποφασιστική αιτία της ζημιάς." Τόσο από το λεκτικό της πιο πάνω διάταξης αλλά και από τα λεχθέντα στην Νικηφόρου Σπύρου (ανηλίκου) (ανωτέρω), συνάγεται ότι η επίκληση της πιο πάνω αρχής για σκοπούς υπεράσπισης προϋποθέτει προβολή του σχετικού ισχυρισμού στα δικόγραφα με την ίδια λεπτομέρεια που απαιτείται σε κάθε περίπτωση περιγραφής αμέλειας. Ανάλογη ήταν και η διαπίστωση στην Θεοφάνη Γ. Καζάκου ν. Δωρέττας Αβρααμίδου κ.ά
(2000)1 Α.Α.Δ. 1626. Η παράλειψη των εφεσιβλήτων να συμπεριλάβουν στη δικογραφία την υπεράσπιση του novus actus interveniens και τις παρεμφερείς λεπτομέρειες, συνιστά ουσιώδες δικονομικό σφάλμα αναγόμενο σε παράβαση βασικής αρχής του δικονομικού δικαίου ότι τα επίδικα θέματα είναι μόνο εκείνα που προσδιορίζονται από τη δικογραφία και ότι η δίκη δρομολογείται κατά μήκος των γραμμών που οριοθετεί η δικογραφία. Βλ. Παπαγεωργίου ν. Κλάππα
(1991)1 Α.Α.Δ. 24.» (υπογράμμιση δική μου) Συνεπώς, η αιτούμενη τροποποίηση, ακόμα και αν επιτρεπόταν, δεν θα επιτύγχανε αυτό που οι Εναγόμενοι 1 & 2 /Αιτητές επιδιώκουν. Δεν θα τους παρείχε δηλαδή τη δυνατότητα να ισχυριστούν ότι ένεκα της αμέλειας του γιατρού του Ενάγοντα/Καθ' ου η Αίτηση, είχε διακοπεί η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της αμέλειας του Εναγόμενου 1 (οδηγού) και της ζημιάς που υπέστη ο Ενάγοντας/Καθ' ου η Αίτηση. Η παράλειψη τους να εισάξουν και λεπτομέρειες της αμέλειας του ιατρού που συμβούλεψε τον Ενάγοντα/Καθ' ου η Αίτηση, που είναι απαραίτητη δικονομική προϋπόθεση, θα τους στερούσε το δικαίωμα να προωθήσουν αυτή τη θέση κατά την ακρόαση. Ενόψει των πιο πάνω και για τους πιο πάνω λόγους κρίνω ότι δεν θα ήταν προς το συμφέρον της δικαιοσύνης η έγκριση της αίτησης. Αντίθετα, κρίνω όταν εάν η τροποποίηση επιτραπεί αυτό θα συνιστούσε ανεπίτρεπτη εκτροπή στη διαδικασία και θα προκαλούσε αχρείαστη καθυστέρηση χωρίς μάλιστα να επιφέρει κάποιο ουσιαστικό όφελος στην πλευρά των Εναγόμενων 1 & 2/Αιτητών. Συνακόλουθα, η αίτηση απορρίπτεται. Ακολουθώντας το αποτέλεσμα, τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται υπέρ του Ενάγοντα/Καθ' ου η Αίτηση και εναντίον των Εναγόμενων 1 & 2/Αιτητών όπως θα υπολογιστούν και θα εγκριθούν και είναι πληρωτέα στο τέλος της αγωγής. (Υπ.) ........... Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Ενδεικτικά, Easton v Ford Motor Co Ltd
(1993)4 All E.R. 257, Federal Bank of Lebanon v Νίκου Σιακόλα
(1999)1 Α.Α.Δ. 44 [2] Χριστοδούλου ν Χριστοδούλου
(1991)1 Α.Α.Δ. 934 [3] Σχετική η Ιkos CIF Ltd v 1. Martin Coward κ.α., Πολιτικές Εφέσεις 137/2013 και 138/2013, ημερομηνίας 20.3.2014 [4] The Oropesa [1943] 1 All ER 211 [5] Άρθρο 56
(1)περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148 [6] Νεάρχου ν. Στεφανίδη
(2003)1 ΑΑΔ 351 και Θεοφάνη Καζάκου ν. Δωρέττας Αβρααμίδου κ.α.
(2000)1 ΑΑΔ 1626, Σπύρου κ.α. ν. Λανίτου κ.α.
(2001)1 ΑΑΔ 1538 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.