ΑΓΓΕΛΟΣ ΗΛΙΑ ν. MARINA NAZUCHINA SAVVA, Αρ. Αγωγής: 3493/2013, 30/11/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2022:A289 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3493/2013 Μεταξύ: ΑΓΓΕΛΟΣ ΗΛΙΑ Ενάγοντας και MARINA NAZUCHINA SAVVA Εναγόμενη Αίτηση Εναγόμενης/Αιτήτριας ημερομηνίας 28.9.2022 για Άδεια Τροποποίησης της Υπεράσπισης 30 Νοεμβρίου,
- Εμφανίσεις: Για Εναγόμενη/Αιτήτρια: κ. Χ. Ιωάννου δια Χ.Π. Ιωάννου Δ.Ε.Π.Ε. Για Ενάγοντα/Καθ' ου η Αίτηση: κ. Μ. Β. Ιωάννου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό κρίση αίτηση, η Εναγόμενη/Αιτήτρια ζητά άδεια για τροποποίηση της Υπεράσπισης που έχει καταχωρήσει. Η αγωγή αφορά αξιώσεις που εγείρει ο Ενάγοντας για αποζημιώσεις για σωματικές βλάβες και ειδικές ζημιές που ισχυρίζεται ότι υπέστηκε συνεπεία τροχαίου ατυχήματος. Ισχυρίζεται ότι το τροχαίο ατύχημα ήταν αποτέλεσμα αμέλειας που επέδειξε η Εναγόμενη. Η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί την Εναγόμενη/Αιτήτρια. Στην ένορκη του δήλωση αναφέρει ότι μετά την καταχώρηση της υφιστάμενης Υπεράσπισης, εκδικάστηκε ποινική υπόθεση που είχε καταχωρηθεί σε σχέση με το επίδικο τροχαίο ατύχημα εναντίον της Εναγόμενης. Σημειώνει ότι θέση της Εναγόμενης κατά την ακρόαση εκείνης της ποινικής υπόθεσης ήταν ότι ο Ενάγοντας, πριν από την σύγκρουση, είχε προσπεράσει τρίτο όχημα. Αυτό ανέφερε και στην μαρτυρία που είχε δώσει ο σύζυγος της Εναγόμενης σε άλλη ποινική υπόθεση που είχε καταχωρηθεί εναντίον του Ενάγοντα για το ίδιο ατύχημα. Συνεχίζει λέγοντας ότι «παρά το ότι η θέση της Υπεράσπισης της Εναγόμενης είναι ότι ο Ενάγοντας προσπέρασε τρίτο όχημα προ της σύγκρουσης αυτό εκ παραδρομής δεν καταγράφηκε ξεκάθαρα και με σαφήνεια στις λεπτομέρειες αμέλειας που παρατίθενται στην παράγραφο 6 της Υπεράσπισης της Εναγόμενης.» Η ασάφεια αυτή, σύμφωνα με τον ενόρκως δηλούντα, εντοπίστηκε κατά την προετοιμασία για την ακρόαση της αγωγής στις 26.9.
- Αυτό οδήγησε στην καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης με την οποία ζητείται άδεια για να τροποποιηθούν οι λεπτομέρειες αμέλειας που αποδίδονται στον Ενάγοντα με την προσθήκη αναφοράς ότι αυτός προσπερνούσε τρίτο όχημα προ του επίδικου ατυχήματος με αλόγιστο και/ή απερίσκεπτο τρόπο. Περαιτέρω, ο ενόρκως δηλών επισημαίνει ότι δεν έχει ξεκινήσει η ακρόαση της αγωγής και οποιαδήποτε ζημιά τυχόν υποστεί ο Ενάγοντας, εάν επιτραπεί η τροποποίηση, μπορεί να θεραπευτεί με την κατάλληλη διαταγή ως προς τα έξοδα. Ο Ενάγοντας/Καθ' ου η Αίτηση έχει εγείρει ένσταση στην έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Στην ένταση του σημειώνει την καθυστέρηση με την οποία υποβλήθηκε η αίτηση και ότι σε περίπτωση που επιτραπεί η τροποποίηση θα προκληθεί περαιτέρω καθυστέρηση. Σημειώνει επίσης ότι η αίτηση υποστηρίζεται, αντικανονικά, από ένορκη δήλωση δικηγόρου και όχι της Εναγόμενης, χωρίς να δίδεται προς τούτο οποιαδήποτε δικαιολογία. Τέλος, υποστηρίζει ότι οι ποινικές υποθέσεις στις οποίες γίνεται αναφορά είναι άσχετες με την αγωγή. Κατά την ακρόαση της αίτησης, οι συνήγοροι της κάθε πλευράς παρουσίασαν τις θέσεις τους σε γραπτές αγορεύσεις τις οποίες έχω μελετήσει. Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να επιτρέψει την τροποποίηση δικογράφου εδράζεται στην Δ.25, Θ. 1 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών (στη μορφή που εφαρμόζεται σε αγωγές που καταχωρήθηκαν προ της 1.1.2015). Η διάταξη αυτή δεν καθορίζει τις προϋποθέσεις που πρέπει να λαμβάνει το Δικαστήριο υπόψη του κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, όμως σχετική καθοδήγηση παρέχεται από τη νομολογία. Πολύ διαφωτιστική είναι η απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Στέλιου Φοινιώτη ν Greenmar Navigation Ltd κ.ά.
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 33, όπου οι αρχές συνοψίζονται ως εξής: «
(1)Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
(2)Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στη συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντίδικου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου.
(3)Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο, δηλαδή ζημία άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευτεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του Αιτητή ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνεται και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
(4)Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης της υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου.» Συνοπτικά σημειώνω ότι η κατεύθυνση που δίνει η νομολογία, τόσο η Κυπριακή όσο και η Αγγλική, αναφορικά με αιτήσεις αυτής της φύσεως (στη μορφή που εφαρμόζεται σε αγωγές που καταχωρήθηκαν προ της 1.1.2015), είναι ότι το Δικαστήριο - με κάποιες εξαιρέσεις στις οποίες αναφέρομαι κατωτέρω - τείνει να ασκεί τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ του αιτητή, επιτρέποντας την αιτούμενη τροποποίηση[1]. Η νομολογία εισηγείται ότι η τροποποίηση επιτρέπεται ακόμα και σε περιπτώσεις όπου ο αιτητής προσπαθεί, μέσω αυτής, να διορθώσει παραλείψεις ή λάθη στο αρχικό δικόγραφο λόγω αμέλειας, ή ακόμα και σε περιπτώσεις όπου υπάρχει μεγάλη καθυστέρηση στην υποβολή του σχετικού αιτήματος[2]. Εξαιρέσεις στη γενική τάση αποτελούν περιπτώσεις όπου, ως αποτέλεσμα της τροποποίησης, θα προκαλείτο αδικία στην άλλη πλευρά η οποία δεν μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα[3]. Επίσης, περιπτώσεις όπου η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ενδεχομένως να ασκηθεί εναντίον της παραχώρησης άδειας για τροποποίηση περιλαμβάνουν εκείνες όπου η αιτούμενη τροποποίηση θα επιφέρει ριζική μετατροπή της φύσης της αξίωσης ή της υπεράσπισης, καθώς και εκείνες όπου ο αιτητής ενεργεί με εμφανή κακοπιστία. Όπου προβάλλεται η κακοπιστία ως λόγος ένστασης τότε το βάρος για την απόδειξή της το φέρει ο διάδικος ο οποίος την επικαλείται[4]. Στη βάση των πιο πάνω νομικών αρχών, και με δεδομένες τις θέσεις της κάθε πλευράς, προχωρώ να εξετάσω εάν στην παρούσα περίπτωση πρέπει να εγκριθεί το αίτημα της Εναγόμενης/Αιτήτριας. Η πλευρά του Ενάγοντα/Καθ' ου η Αίτηση υποστηρίζει ότι η αίτηση καταχωρήθηκε με υπέρμετρη καθυστέρηση. Επί αυτού σημειώνω ότι υπάρχει όντως μεγάλη καθυστέρηση στην καταχώρηση της αίτησης. Η υφιστάμενη Υπεράσπιση καταχωρήθηκε στις 4.9.2013. Έχω ήδη παραθέσει συνοπτικά πιο πάνω τους λόγους που επικαλείται η πλευρά της Εναγόμενης/Αιτήτριας δικαιολογώντας την καθυστέρηση αυτή. Το τι συνιστά υπέρμετρη καθυστέρηση στην υποβολή αίτησης τροποποίησης εξετάστηκε και αναλύθηκε σε αριθμό υποθέσεων από το Ανώτατο Δικαστήριο. Στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon v. Νίκου Σιακόλα (ανωτέρω) υιοθετήθηκε το πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση Saba & Co (T.M.P.) v. T.M.P. Agents
(1994)1 Α.Α.Δ. 426: "Μένει το ερώτημα της δικαιολόγησης της καθυστέρησης. Η σημασία του ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης κυρίως σε συσχετισμό προς την γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή τον βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Στην παρούσα υπόθεση δεν έχει γίνει τέτοιος ή ανάλογος συσχετισμός και δεν συμφωνούμε πως καλόπιστη αίτηση για τροποποίηση προς κάλυψη πραγματικής ή σημαντικής ανάγκης θα πρέπει να απορριφθεί επειδή ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο η καθυστέρηση δικαιολογήθηκε με αναφορά σε αβλεψία ή παραδρομή". Αδιαμφισβήτητα, η καθυστέρηση στην καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης είναι μεγάλη, ενώ η αίτηση καταχωρήθηκε αφού η υπόθεση είχε οριστεί για ακρόαση πολλές φορές. Όμως, συνυπολογίζοντας όλα τα ενώπιον μου δεδομένα, θεωρώ ότι παρά την καθυστέρηση που έχει επιδείξει η Εναγόμενη/Αιτήτρια, δεν θα ήταν ορθό να απορριφθεί η αίτηση της ένεκα αυτής. Εξάλλου, και στη Saba & Co (ανωτέρω), το Ανώτατο Δικαστήριο αναφέρει ότι η καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος, δεν μπορεί από μόνη της να οδηγήσει στην απόρριψη του, εκτός εάν διαπιστωθεί ότι συνοδεύεται από κακοπιστία. Στην προκειμένη περίπτωση, από το φάκελο της υπόθεσης και μελετώντας την τροποποίηση που επιχειρεί να εισαγάγει Εναγόμενη/Αιτήτρια, δεν διακρίνω ότι ενεργεί με εμφανή κακή πίστη και με πρόθεση κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας. Περαιτέρω, έχοντας εξετάσει την αιτούμενη τροποποίηση σε συνάρτηση με το υφιστάμενο δικόγραφο, δεν διαπιστώνω ότι επιχειρείται η εισαγωγή νέας υπεράσπισης. Αυτό που προκύπτει είναι ότι η Εναγόμενη/Αιτήτρια επιχειρεί να εξειδικεύσει την αμέλεια που αποδίδει στον Ενάγοντα/Καθ' ου η Αίτηση για το επίδικο ατύχημα. Οι αποφάσεις που εκδόθηκαν στις ποινικές υποθέσεις που ακολούθησαν το επίδικο ατύχημα ασφαλώς δεν δεσμεύουν το παρόν Δικαστήριο. Δεν έχω διαπιστώσει να προωθείται τέτοια θέση από την πλευρά της Εναγόμενης/Αιτήτριας. Από το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την αίτηση, διακρίνω ότι η αναφορά στις εν λόγω υποθέσεις αποσκοπεί στο να καταδείξει ότι η πλευρά της έχει στη διάθεση της μαρτυρία για να υποστηρίξει τον ισχυρισμό που επιχειρεί να εισαγάγει μέσω της αιτούμενης τροποποίησης. Αυτό με φέρνει στη θέση του Ενάγοντα/Καθ΄ου η Αίτηση περί αντικανονικότητας της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση επειδή ορκίζεται δικηγόρος και όχι πρόσωπο που έχει άμεση γνώση των γεγονότων. Συμφωνώ ότι ένορκες δηλώσεις είναι ορθό να προέρχονται από πρόσωπα με άμεση γνώση των γεγονότων. Όμως, γενική απαγόρευση σε δικηγόρο που εργάζεται στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί διάδικο να ορκίζεται προς υποστήριξη αίτησης δεν υπάρχει. Στην προκειμένη περίπτωση, ενόψει του περιεχομένου της ένορκης δήλωσης και των ζητημάτων που πραγματεύεται, κρίνω ότι ο ομνύοντας διαθέτει κάποιο υπόβαθρο γνώσεων στα θέματα που αναφέρεται και εξηγεί την πηγή των γνώσεων αυτών. Τέλος σημειώνω το εξής. Εάν επιτραπεί η αιτούμενη τροποποίηση, αναπόφευκτα θα προκληθεί κάποια περαιτέρω καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης. Κρίνω όμως ότι η καθυστέρηση που θα προκληθεί δεν θα είναι τέτοιας έκτασης ώστε να επιφέρει ανεπανόρθωτη ζημιά στον Ενάγοντα/Καθ΄ου η Αίτηση. Δεν έχω στοιχεία ενώπιον μου που να συνηγορούν στο ότι θα υποστεί τέτοιες συνέπειες που να καταστρατηγούν το δικαίωμα του σε δίκαιη εκδίκαση της υπόθεσης του. Αντίθετα, στην παρούσα περίπτωση θεωρώ ότι η όποια ζημιά προκληθεί στον Ενάγοντα/Καθ΄ ου η Αίτηση μπορεί να θεραπευτεί με την κατάλληλη διαταγή αναφορικά με τα έξοδα[5]. Ενόψει όλων των πιο πάνω, καταλήγω ότι εξυπηρετούνται περισσότερο τα συμφέροντα της δικαιοσύνης με την έγκριση παρά με την απόρριψη της αίτησης και ότι η αιτούμενη τροποποίηση θα συντείνει στην εκδίκαση της πραγματικής διαφοράς μεταξύ των μερών. Καταλήγω επομένως ότι η Αίτηση επιτυγχάνει και εκδίδεται διάταγμα ως η παράγραφος Α αυτής. Ως προς τον περαιτέρω χειρισμό της υπόθεσης, η τροποποιημένη Υπεράσπιση να καταχωρηθεί εντός 15 ημερών από σήμερα και αντίγραφο να παραδοθεί στην άλλη πλευρά την ίδια μέρα. Κατά τα λοιπά να ακολουθηθούν οι διατάξεις των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Ως προς το θέμα των εξόδων, θεωρώ ότι δεν πρέπει να επιβαρυνθεί τα έξοδα ο Ενάγοντας/Καθ' ου η Αίτηση αφού η ανάγκη για καταχώρηση της αίτησης δεν ήταν αποτέλεσμα της δικής του δικονομικής συμπεριφοράς. Το ίδιο ισχύει και για τα έξοδα που χάνονται συνεπεία της τροποποίησης. Συνεπώς, παρά την επιτυχία της αίτησης, τόσο τα έξοδα της αίτησης όσο και τα έξοδα της αγωγής που χάνονται από την τροποποίηση επιδικάζονται εναντίον της Εναγόμενης/Αιτήτριας και υπέρ του Ενάγοντα/Καθ΄ ου η Αίτηση. Τα έξοδα θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο και είναι πληρωτέα στο τέλος της αγωγής. (Υπ.) ..................... Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Ενδεικτικά, Easton v Ford Motor Co Ltd
(1993)4 All E.R. 257, Federal Bank of Lebanon v Νίκου Σιακόλα
(1999)1 Α.Α.Δ. 44 [2] Federal Bank of Lebanon v Νίκου Σιακόλα
(1999)1 Α.Α.Δ. 44 [3] Χριστοδούλου ν Χριστοδούλου
(1991)1 Α.Α.Δ. 934 [4] Σχετικές οι Astor Manufacturing Ltd κ.ά. v. A & G Leventis κ.ά.
(1993)1 Α.Α.Δ. 726 και Saba & Co (T.M.P.) v. T.M.P. Agents
(1994)1 Α.Α.Δ. 426 [5] Σχετική είναι η παράγραφος
(3)του αποσπάσματος από την υπόθεση Στέλιος Φοινιώτης ν Greenmar Navigation Ltd κα (ανωτέρω). cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο