← Κύπρος

ΑΝΔΡΕΑ ΚΛΕΟΜΕΝΗ ν. ΧΡΙΣΤΟΥ ΠΑΥΛΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής: 4933/2013, 22/9/2022

ΑΝΔΡΕΑ ΚΛΕΟΜΕΝΗ ν. ΧΡΙΣΤΟΥ ΠΑΥΛΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής: 4933/2013, 22/9/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2022:A271 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4933/2013 Μεταξύ: ΑΝΔΡΕΑ ΚΛΕΟΜΕΝΗ Ενάγοντα και

  1. ΧΡΙΣΤΟΥ ΠΑΥΛΟΥ
  2. ΣΤΕΛΙΟΥ ΛΟΓΚΡΑ
  3. ΑΝΘΙΜΟΥ ΠΑΥΛΟΥ
  4. ΠΕΡΙΚΛΗ ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ
  5. ΡΟΛΑΝΔΟΥ ΔΑΜΙΑΝΟΥ Εναγόμενων 22 Σεπτεμβρίου, 2022 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα: κ. Χ'Κωστής δια Κώστας Π. Χ'Κωστής Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενους 1-5: κ. Αριστείδου δια Δημόκριτος Αριστείδου Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ Με την αγωγή, ο Ενάγοντας αξιώνει ποσό €6.000 που ισχυρίζεται ότι οι Εναγόμενοι 1-5, που συναποτελούν την διαχειριστική επιτροπή του ταμείου προνοίας κοινοτικού συμβουλίου Αγίου Τύχωνα, οφείλουν να του καταβάλουν ως «ποσό οφειλόμενο σαν εισφορές προς όφελος του σε Ταμείο Προνοίας που εκκαθαρίστηκε» ή, διαζευκτικά «σαν αποζημίωση για πραγματική ζημιά ή/και απώλεια, προκληθείσα στον Ενάγοντα από παράνομες πράξεις ή/και παραλείψεις των Εναγόμενων». Στην Υπεράσπιση τους, οι Εναγόμενοι 1-5 αρνούνται τις αξιώσεις του Ενάγοντα. Η δική τους θέση είναι ότι «το ποσό των €6.000 λογιστικά δεν προέκυψε ποτέ ως δικαίωμα και/ή ποσό εις πίστιν του Ενάγοντος και σε κάθε περίπτωση οι Εναγόμενοι δεν έχουν ωφεληθεί προσωπικά το ποσό αυτό εις βάρος του Ενάγοντος και/ή οι Εναγόμενοι δεν έχουν προκαλέσει υπό προσωπική ιδιότητα καμία ζημιά και/ή απώλεια [.] ύψους €6.000 στον Ενάγοντα». Τα ουσιώδη γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση δεν είναι αμφισβητούμενα. Αρκετά έγιναν παραδεκτά ενώ και για τα υπόλοιπα υπάρχει, επί της ουσίας, κοινό έδαφος. Συνοπτικά, τα δεδομένα της υπόθεσης είναι τα εξής: Ο Ενάγοντας ήταν, κατά τον ουσιώδη χρόνο, υπάλληλος του Κοινοτικού Συμβουλίου Αγίου Τύχωνα (στο εξής το «Κοινοτικό Συμβούλιο»), με ακαθάριστο μισθό €2.373,92 μηνιαίως πλέον 13ο μισθό. Οι Εναγόμενοι 1-5 από τον Ιούνιο 2013 απαρτίζουν τη διαχειριστική επιτροπή του Ταμείου Προνοίας Κοινοτικού Συμβουλίου Αγίου Τύχωνα (στο εξής, η «Διαχειριστική Επιτροπή» και το «Ταμείο» αντίστοιχα). Το Ταμείο ουδέποτε ενεγράφη στο μητρώο του Εφόρου Ταμείων Προνοίας και δεν είχε νομική προσωπικότητα. Λειτουργούσε ως Ταμείο στη βάση της Κανονιστικής Διοικητικής Πράξης αρ. 309/
  6. Κάθε μήνα η Διαχειριστική Επιτροπή εισέπραττε από τα μέλη, εισφορές και τις κατέβαλλε προς όφελος των μελών στις μερίδες εκάστου. Ο Ενάγων έγινε μέλος του Ταμείου τον Σεπτέμβριο 1993, με την πρόσληψη του στο Κοινοτικό Συμβούλιο. Ο ΜΕ2, κ. Αντώνης Αντωνίου, κατείχε τη θέση του Προέδρου της Διαχειριστικής Επιτροπής του Ταμείου από το 1996 μέχρι το
  7. Στα καθήκοντα του ΜΕ2 περιλαμβανόταν η τήρηση των οικονομικών καταστάσεων του Ταμείου και οι εισπράξεις και πληρωμές του Ταμείου. Κατά το 2008 το Ταμείο είχε επενδύσει ποσό €1.330.000 σε αξιόγραφα της Λαϊκής Τράπεζας, κατόπιν σχετικής απόφασης της Γενικής Συνέλευσης. Τον Σεπτέμβριο 2010, το Κοινοτικό Συμβούλιο Αγίου Τύχωνα τερμάτισε την απασχόληση του Ενάγοντα και το Ταμείο του κατέβαλε τις εισφορές που ήταν κατατεθειμένες προς όφελος του. Συγκεκριμένα, περί το τέλος του 2010 καταβλήθηκαν στον Ενάγοντα τα ακόλουθα ποσά: (α) ποσό €18.344,99 από τον Λογαριασμό Α, και (β) ποσό €37.691,88 από τον Λογαριασμό Β. Πριν τον τερματισμό της απασχόλησης του, ο Ενάγοντας ήταν επίσης μέλος της Διαχειριστικής Επιτροπής του Ταμείου. Τα πιο πάνω ποσά που καταβλήθηκαν στον Ενάγοντα, είχαν υπολογιστεί από τον ΜΕ
  8. Κατά τον υπολογισμό τους ο ΜΕ2, είχε λάβει υπόψη την ονομαστική αξία των αξιογράφων της Λαϊκής Τράπεζας στα οποία είχε επενδύσει το Ταμείο και όχι την αξία διαπραγμάτευσης τους στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου. Κατά τον τερματισμό της εργοδότησης του Ενάγοντα τον Σεπτέμβριο 2010, αξία διαπραγμάτευσης των αξιογράφων στο χρηματιστήριο ήταν χαμηλότερη από την ονομαστική αξία. Ο Ενάγων προσέφυγε στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών εναντίον του Κοινοτικού Συμβουλίου σε σχέση με τον τερματισμό της εργοδότησης του. Στα πλαίσια εξώδικου συμβιβασμού, εκδόθηκε εκ συμφώνου απόφαση που προέβλεπε την επαναπρόσληψη του στο Κοινοτικό Συμβούλιο περί τον Οκτώβριο
  9. Ως ο εξώδικος συμβιβασμός, ο Ενάγοντας είχε επαναπροσληφθεί χωρίς να επηρεαστεί η προϋπηρεσία του, χωρίς να προκηρυχθεί προηγουμένως η θέση του και το Ταμείο δεν ανέμενε «να περάσει χρονικό διάστημα έξι μηνών όπως γίνεται για τα καινούργια μέλη του ταμείου» πριν ξεκινήσει η καταβολή εισφορών αλλά «ευθύς με την επαναπρόσληψη του στα πλαίσια της απόφασης του Συμβουλίου» έγινε ξανά μέλος του Ταμείου (ως η μαρτυρία του ΜΕ2). Δεν καταβλήθηκαν εισφορές στο Ταμείο για τον κενό χρόνο την εργοδότηση του, από τον Σεπτέμβριο 2010 μέχρι τον Οκτώβριο
  10. Περί τον Ιούνιο 2013, σε έκτακτη γενική συνέλευση των μελών του Ταμείου, αποφασίστηκε η διάλυση και εκκαθάριση του Ταμείου. Ο Ενάγοντας ήταν παρών στην εν λόγω γενική συνέλευση και είχε ψηφίσει υπέρ της διάλυσης και εκκαθάρισης του Ταμείου. Τότε αποφασίστηκε ο διορισμός των Εναγόμενων 1-5 ως μέλη της Διαχειριστικής Επιτροπής. Ο Εναγόμενος 1, Χρίστος Παύλου (ΜΥ1) ανέλαβε τότε τη θέση του Προέδρου της Διαχειριστικής Επιτροπής του Ταμείου. Από την επαναπρόσληψη του Ενάγοντα μέχρι την απόφαση για διάλυση και εκκαθάριση του Ταμείου είχαν καταβληθεί εισφορές για τον Ενάγοντα ύψους €7.551,
  11. Κατά την εκκαθάριση του Ταμείου, δεν καταβλήθηκε οποιοδήποτε ποσό προς τον Ενάγοντα από τα διαθέσιμα υπόλοιπα του Ταμείου. Η Διαχειριστική Επιτροπή του Ταμείου απέστειλε στον Ενάγοντα επιστολή ημερομηνίας 28.8.2013 (Τεκμήριο 2), σύμφωνα με την οποία: «Πληροφορείστε ότι μετά από συνεδρία της διαχειριστικής επιτροπής του Ταμείου έχει αποφασιστεί να μην σας καταβληθεί ποσό το οποίο σας αναλογεί (€1.072,06) από τα διαθέσιμα υπόλοιπα του ταμείου που έχουν κατανεμηθεί στα υπόλοιπα Μέλη μέχρι σήμερα, στα πλαίσια της απόφασης που λήφθηκε για εκκαθάριση του Ταμείου. Ο λόγος που δεν θα σας γίνει οποιαδήποτε πληρωμή είναι γιατί η επιτροπή έχει βάσιμες ενδείξεις μετά από διαβούλευση που έχει κάνει με τους λογιστικούς της συμβούλους ότι σας έχουν γίνει υπερπληρωμές από το ταμείο οι οποίες πιθανότατα υπερβαίνουν το ποσό που βρίσκεται σήμερα στον λογαριασμό σας.» Ακολούθησε απαντητική επιστολή ημερομηνίας 5.9.2013 (Τεκμήριο 4) από το δικηγόρο του Ενάγοντα προς τη Διαχειριστική Επιτροπή με την οποία ο Ενάγοντας: «[Α]πορρίπτει τον ισχυρισμό σας περί υπερπληρωμών που του έγιναν δήθεν σαν αναληθή ή/και αβάσιμο και θεωρεί επίσης τέτοιον ισχυρισμό σαν επιπόλαιο και εξωφρενικό. Κατά συνέπεια καλείσθε με την παρούσα όπως μέσα σε προθεσμία πέντε

(5)ημερών από σήμερα καταβάλετε στον πελάτη μας όλες τις εισφορές που υπάρχουν εις πίστην του στο εν λόγω 'Ταμείο Προνοίας' και οι οποίες ανέρχονται στο ποσό των €6.000= άλλως θα ληφθούν τα δέοντα δικαστικά διαβήματα εναντίον σας για την είσπραξη του εν λόγω ποσού χωρίς άλλη ειδοποίηση.» Στις 20.9.2013, σε συνεδρία της Διαχειριστικής Επιτροπής του Ταμείου (σχετικό το Τεκμήριο 3), συζητήθηκε εισήγηση δύο εκ των μελών της Διαχειριστικής Επιτροπής για να γίνει πληρωμή προς τον Ενάγοντα όμως η πρόταση αυτή απορρίφθηκε με την Διαχειριστική Επιτροπή να εμμένει στην προηγούμενη της απόφαση. Αυτό, όπως καταγράφεται στα πρακτικά της συνεδρίας (Τεκμήριο 3), ένεκα του ότι: «υπάρχουν βάσιμα στοιχεία ότι μετά από τον έλεγχο που θα γίνει στα βιβλία του Ταμείου θα προκύψει ποσό το οποίο θα πρέπει να επιστρέψει στο Ταμείο [ο Ενάγοντας]». Απεστάλη ακολούθως προς τον Ενάγοντα επιστολή ημερομηνίας 3.10.2013 από τη Διαχειριστική Επιτροπή (Τεκμήριο 5) σύμφωνα με την οποία: «[Σ]ας πληροφορούμε ότι στο παρόν στάδιο γίνεται έλεγχος των οικονομικών καταστάσεων του ταμείου και σε ότι αφορά τον πελάτη σας θα προχωρήσουμε σύμφωνα με τις αποφάσεις της γενικής συνέλευσης του ταμείου.» Πριν τη λήψη της απόφασης για εκκαθάριση του Ταμείου, ουδέποτε ετοιμάστηκαν εξελεγμένες οικονομικές καταστάσεις. Μετά την ανάληψη των καθηκόντων της υφιστάμενης Διαχειριστικής Επιτροπής του Ταμείου, η Διαχειριστική Επιτροπή διόρισε ελεγκτές για να ετοιμαστούν εξελεγμένες οικονομικές καταστάσεις. Διορίστηκε ο ελεγκτικός οίκος Σουτζής και Συνεργάτες στους οποίους παραδόθηκαν τα λογιστικά στοιχεία και πληροφορίες που οι Εναγόμενοι 1-5 παρέλαβαν από την επερχόμενη Διαχειριστική Επιτροπή. Σε αυτά περιλαμβάνονταν και οι μερίδες κάθε μέλους του Ταμείου όπου παρουσιάζονταν οι εισφορές εκάστου μέλους στους Λογαριασμούς Α και Β. Μέρος των οικονομικών καταστάσεων που είχαν ετοιμαστεί από τους ελεγκτές ήταν και τα Τεκμήρια 7-11, που αφορούν τα έτη 2010-
  1. Η κατάσταση λογαριασμού που ετοιμάστηκε κατά τον έλεγχο των οικονομικών καταστάσεων του Ταμείου σε σχέση με τον Εναγόμενο 1, κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  2. Στο περιεχόμενο του Τεκμηρίου 6 θα αναφερθώ στη συνέχεια. Σημειώνω όμως ότι, σύμφωνα με το Τεκμήριο 6, ο Ενάγοντας οφείλει προς το Ταμείο ποσό €908,
  3. Μετά την εκκαθάριση των ρευστοποιήσιμών περιουσιακών του στοιχείων του Ταμείου και τη διανομή τους προς τα μέλη, το Ταμείο υφίσταται μέχρι σήμερα και κατέχει ως μοναδικό περιουσιακό στοιχεί τα αξιόγραφα της Λαϊκής Τράπεζας στα οποία είχε επενδύσει. Περί το 2014, ιδρύθηκε νέο ταμείο προνοίας του Κοινοτικού Συμβουλίου. Όπως ανέφερα στην αρχή, τα πιο πάνω γεγονότα είναι κοινώς αποδεκτά και συνιστούν μέρος του πραγματικού υπόβαθρου της υπόθεσης. Κατά την ακρόαση, η πλευρά του Ενάγοντα παρουσίασε ως μάρτυρες τον ίδιο και τον κ. Αντώνη Αντωνίου, πρώην Πρόεδρο της Διαχειριστικής Επιτροπής του Ταμείου (ΜΕ2) ως μάρτυρες γεγονότων. Σε σχέση με τα γεγονότα κατέθεσε για σκοπούς υπεράσπισης και ο Εναγόμενος
  4. Επιπρόσθετα, η κάθε πλευρά παρουσίασε και τη μαρτυρία ενός λογιστή-ελεγκτή προς υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεων. Για σκοπούς πληρότητας, θα αναφερθώ πολύ συνοπτικά στα όσα κατέθεσε ο κάθε μάρτυρας. Πρώτος μάρτυρας ήταν ο ίδιος ο Ενάγοντας (ΜΕ1). Το μεγαλύτερο μέρος της μαρτυρίας του αφορούσε γεγονότα που είναι κοινώς αποδεκτά οπόταν δεν θα τα επαναλάβω. Να προσθέσω μόνο ότι, σύμφωνα με τον Ενάγοντα, ο λόγος που με την αγωγή διεκδικεί ποσό €6.000 ενώ οι εισφορές του ανέρχονται σε €7.551,15 είναι γιατί όταν καταχωρήθηκε η αγωγή, είχε ληφθεί απόφαση όπως κατά την εκκαθάριση του Ταμείου επιστραφούν στα μέλη εισφορές μέχρι τον Δεκέμβριο 2012 και οι εισφορές του 2013 μεταφερθούν στο νέο Ταμείο Προνοίας που υπήρχε η πρόθεση να ιδρυθεί. Όμως, ακολούθως αποφασίστηκε να επιστραφούν εισφορές μέχρι και την ημερομηνία εκκαθάρισης. Σε σχέση με τον τερματισμό της εργοδότησης του το 2010, ο Ενάγοντας ανέφερε ότι είχε εξαναγκαστεί σε παραίτηση και προσέφυγε στο Δικαστήριο. Στα πλαίσια διευθέτησης της υπόθεσης συμφωνήθηκε «Η επαναπρόσληψη μου ήταν στα καθήκοντα μου στον μισθό ως μηδέποτε έφυγα από εκεί.» Συμφώνησε ότι η εργοδότηση του θεωρήθηκε συνεχής και αδιάλειπτη. Δεύτερος μάρτυρας για την πλευρά του Ενάγοντα ήταν ο κ. Αντώνης Αντωνίου που είχε διατελέσει Πρόεδρος της Διαχειριστικής Επιτροπής του Ταμείου μέχρι το 2013 (ΜΕ2). Ο ΜΕ2 ανέφερε ότι ήταν το πρόσωπο που τηρούσε αρχεία στα οποία κατέγραφε τις εισφορές και δικαιώματα κάθε μέλους του Ταμείου. Διευκρίνισε ότι δεν διαθέτει λογιστικές γνώσεις, «οι γνώσεις που έχω ήταν, είναι αυτές τις οποίες εχρειάζετουν να περνώ στη μερίδα του καθενός μέλους τες μηνιαίες του εισφορές και στο τέλος να περνώ τα υπόλοιπα των τραπεζών να τα βάζω σε αναλογία σε κάθε ένα τζαι να κλείω τον χρόνο μου. [.] δεν είμαι λογιστής. Εγώ κάθε μέλος είχε τη δική του εισφορά ξεχωριστά και την καταχωρούσα στο δικό του μητρώο ανά μήνα.» Σύμφωνα με τον ΜΕ2 στην αρχή κάθε ημερολογιακού έτους αποστέλλονταν στον Γενικό Ελεγκτή μαζί με τα οικονομικά στοιχεία του Κοινοτικού Συμβουλίου και τα υπόλοιπα του Ταμείου για σκοπούς ελέγχου. Αναφορικά με την περίπτωση του Ενάγοντα, ο ΜΕ2 ανέφερε ότι μετά τον τερματισμό της απασχόλησης του από το Κοινοτικό Συμβούλιο ο ίδιος είχε υπολογίσει τα ποσά που δικαιούτο ο Ενάγοντας να λάβει από το Ταμείο και προέβη στις σχετικές πληρωμές. Κατόπιν, ο ΜΕ2 είπε ότι, «έκλεισε τον λογαριασμό» του Ενάγοντα. Για την επαναπρόσληψη του Ενάγοντα ο ΜΕ2 ανέφερε τα εξής: «όταν ο κος Κλεομένης επαναπροσλήφθηκε στο Συμβούλιο και έγινε πάλι μέλος του Ταμείου Προνοίας μας, εξακολουθούσα να είμαι Πρόεδρος και του άνοιξα νέο λογαριασμό αφού ο παλιός του λογαριασμός όπως έχω πει είχε κλείσει. Όταν όμως αποφασίστηκε η διάλυση του Ταμείου είχα ήδη παύσει να είμαι Πρόεδρος και δεν είμαι σε θέση να γνωρίζω τι έγινε με τα δικαιώματα του κου Κλεομένη.» Κατά την αντεξέταση του, συμφώνησε ότι κατά τις πληρωμές που είχε διενεργήσει προς τον Ενάγοντα μετά τον τερματισμό της εργοδότησης του το 2010, είχε λάβει υπόψη την ονομαστική αξία των αξιογράφων της Λαϊκής Τράπεζας. Ανέφερε σχετικά ότι «Εγώ έβλεπα τζιαμέ 1.314.000[€] έβαζα τους τόκους μου συμφωνούσαν και έκανα τις πιερωμές μου. [.] Κατά την μέρα που έκλεισα τις μερίδες του κου Κλεομένη και του έκαμα την πληρωμή που έχω αναφέρει, δεν υπήρχε καμία ζημιά ή μείωση των καταθέσεων και κανένα αρνητικό πρόσημο είτε σε σχέση με τις συγκεκριμένες καταθέσεις είτε σε σχέση με το σύνολο του Ταμείου. Δεν υπήρχε καμία απώλεια και ακόμα και αυτά τα αξιόγραφα της Λαϊκής Τράπεζας στα οποία επένδυσε το Ταμείο και τα οποία παρουσίασαν αργότερα προβλήματα, μέχρι την μέρα που τερματίστηκε η απασχόληση του Κλεομένη, δηλαδή τον Σεπτέμβριο του 2010, είχαν θετική απόδοση.» Κατά την αντεξέταση, ο συνήγορος των Εναγόμενων του έθεσε ότι ήταν λανθασμένη η επιλογή του να υπολογίσει τα δικαιώματα του Ενάγοντα με βάση την ονομαστική αξία των αξιογράφων και ότι το ορθό θα ήταν ο υπολογισμός να γίνει με βάση την αξία διαπραγμάτευσης τους στο Χρηματιστήριο. Έγινε η εξής συζήτηση: «Α: Εκ των υστέρων μάθαμε και τι ήταν τα αξιόγραφα. Σας είπα τον τρόπο με τον οποίον λειτουργούσα μέχρι που μάθαμε ότι έγινε το κούρεμα. Αυτός είναι ο τρόπος, με αυτόν τον τρόπο πλήρωνα και τους προηγούμενους που αφυπηρέτησαν. Δεν έπαιρνα ποτέ μου από το Χρηματιστήριο την αξία της συγκεκριμένης στιγμής διότι δεν το γνώριζα. Ε: Εφόσοσν είχατε τα καθήκοντα του Προέδρου για πάρα πολλά χρόνια, αν γνωρίζετε τούτο που μάθετε εκ των υστέρων μετά το κούρεμα των αξιογράφων ότι δηλαδή υπήρξε απώλεια, θα ενεργούσατε με τον ίδιο τρόπο σε σχέση με την πληρωμή του Ενάγοντα; Α: Φυσικά όχι.» Αυτή ήταν η μαρτυρία του ΜΕ
  5. Τελευταίος μάρτυρας για την πλευρά του Ενάγοντα ήταν ο λογιστής, ελεγκτής κ. Σάββας Παπασάββας (ΜΕ3). Πριν όμως αναφερθώ στη μαρτυρία του, θα παραθέσω σε συντομία τα όσα κατέθεσε ο Εναγόμενος 1, κ. Χρίστος Παύλου (ΜΥ1), ώστε να ολοκληρώσω με το μέρος της μαρτυρίας που αφορούσε άτομα με άμεση εμπλοκή με τα γεγονότα. Στα πλαίσια της μαρτυρίας του, ο Εναγόμενος 1 αναφέρθηκε στα όσα προηγήθηκαν της ανάληψης των καθηκόντων του. Ανέφερε ότι «όταν το 2013 έγιναν τα γνωστά γεγονότα του κουρέματος και εκμηδενίστηκε η αξία των αξιογράφων υπήρξε μια μεγάλη αναταραχή στο συμβούλιο και ο τότε πρόεδρος του ταμείου έδωσε παραίτηση μαζί με τον γραμματέα. Τότε με κάλεσε ο πρόεδρος, ο τότε πρόεδρος του κοινοτικού συμβουλίου και μου ζήτησε να αναλάβω την προεδρία της επιτροπής με σκοπό να προσπαθήσουμε να εξακριβώσουμε πόση ακριβώς ήταν η ζημιά που δέχτηκε το ταμείο και να προχωρήσουμε στην ίδρυση ενός νέου ταμείου, το οποίο θα εγγράφαμε αυτήν τη φορά στον Έφορο Ταμείων Προνοίας και ταυτόχρονα να δούμε κατά πόσο θα μεταφέραμε τα υφιστάμενα ποσά του ταμείου προνοίας στο νέο το ταμείο που ιδρυόταν ή κατά πόσο θα διαμοιράζουμε μεταξύ των μελών. Δηλαδή ο σκοπός αυτής της Επιτροπής δεν θα ήταν η διαχείριση του ταμείου αλλά το κλείσιμο του.» Σύμφωνα με τα όσα κατέθεσε ο Εναγόμενος 1, κατά την ανάληψη των καθηκόντων του τον Ιούνιο 2013, παρέλαβε από την επερχόμενη Διαχειριστική Επιτροπή κάποιους φακέλους αλληλογραφίας και κάποια υποτυπώδη, όπως τα χαρακτήρισε, λογιστικά βιβλία σε ηλεκτρονική μορφή. Περιγράφοντας τα στοιχεία που είχε παραλάβει, ο ΜΥ1 ανέφερε ότι «όσον αφορά τις μερίδες των μερών παρέλαβα μόνο αρχεία σε excel, τα οποία παρουσίαζαν τα υπόλοιπα των μελών [.] Στην ουσία ήταν σελίδες της excel, στις οποίες υπήρχε η μερίδα του κάθε μέλους, υπήρχε η μερίδα των τραπεζών με τα υπόλοιπα τους, η κατανομή οποιονδήποτε τόκων. Αυτά.» Σύμφωνα με τον ΜΥ1, όταν είχε τερματιστεί η εργοδότηση του Ενάγοντα το 2010, αυτός είχε πληρωθεί «κάποιο ποσό από το ταμείο στο οποίο δεν υπολογίστηκε καθόλου η μείωση της αξίας της επένδυσης στα αξιόγραφα της Λαϊκής. Με αυτό τον τρόπο ο Ενάγοντας έλαβε μέρος των χρημάτων του κοινού ταμείου που αναλογούσαν σε όλους τους υπόλοιπους ιδιοκτήτες. Αυτό το γνωρίζαμε όλοι από τότε που έγινε δηλαδή όταν ο Ενάγοντας έδωσε την παραίτηση του και έλαβε τα δικαιώματα του, αλλά δεν γνωρίζαμε τους αριθμούς. Σήμερα αυτό που λέω επιβεβαιώθηκε και μετά τον έλεγχο που διενεργήθηκε από τον ελεγκτή που διορίστηκε για το σκοπό αυτό. [.] Κατά την πληρωμή του δεν λήφθηκε υπόψη η πραγματική αξία των αξιογράφων στο Χρηματιστήριο και έλαβε 7.920,75 περισσότερα απ' όσα έπρεπε να πάρει.» Η τότε Διαχειριστική Επιτροπή, είχε ενημερωθεί ότι με την επαναπρόσληψη του Ενάγοντα η εργοδότηση του θα θεωρείτο συνεχής. Σε αυτή τη βάση: «Ενόψει του ότι ο Ενάγοντας επαναπροσλήφθηκε και η εργοδότηση του συνεχίστηκε υπό τους ίδιους όρους και θεωρήθηκε ως μηδέποτε τερματισθείσα, το Ταμείο συνέχισε άμεσα να λαμβάνει τις ανάλογες εισφορές από τον ίδιο τον Ενάγοντα και τον Εργοδότης του χωρίς δηλαδή να αναμένει την πάροδο έξι μηνών όπως γινόταν για τους νέους υπαλλήλους του Συμβουλίου Αγίου Τύχωνα και τα νέα μέλη του Ταμείου.» Κατά τη μαρτυρία του διαφώνησε με τη θέση του συνηγόρου του Ενάγοντα ότι ο λογαριασμός του Ενάγοντα είχε κλείσει κατά το 2010 και άνοιξε νέος λογαριασμός με την επαναπρόσληψη του. Πρόσθεσε ότι τα αρχεία που είχε παραλάβει από την προηγούμενη Διαχειριστική Επιτροπή για τον Ενάγοντα, ήταν μια κατάσταση η οποία «παραδόθηκε σε ηλεκτρονική μορφή από την προηγούμενη διαχειριστική επιτροπή του ταμείου προς εμένα [και] παρουσίαζε μια συνεχή ροή χρεωπιστωτικών πράξεων». Η δική του θέση ήταν ότι ουδέποτε είχαν ετοιμαστεί εξελεγμένοι λογαριασμοί για το Ταμείο και, «κατά συνέπεια ουδέποτε είχε κλείσει οποιαδήποτε χρονιά λογιστικά ούτε και υπήρχαν εξελεγμένοι λογαριασμοί των διαφόρων ετών. Οι δε λογαριασμοί των μελών ήταν όλοι ανοικτοί ως μια κατάσταση χρεωπιστώσεων.» Πρόσθεσε ότι ο ίδιος λογαριασμός συνέχισε και με την επαναπρόσληψη του Ενάγοντα. Σημείωσε ότι ο χειρισμός αυτός είχε γίνει από την Διαχειριστική Επιτροπή με την προηγούμενη της σύνθεση, «Εγώ δεν ήμουν πρόεδρος [τότε]. Αυτό που μπορώ να επιβεβαιώσω είναι ότι όταν ένας λογαριασμός κλείσει, δηλαδή με λίγα λόγια εκμηδενίζεται το υπόλοιπο του και εφόσον ο κύριος Κλεομένης δεν ήταν μέλος του ταμείου, δεν ήταν μέλος του συμβουλίου κατά την 31/12/2010 και είχε κλείσει ο λογαριασμός του, κατά συνέπεια θα έπρεπε να έχει και μηδενικό υπόλοιπο, σωστά; [.] Δεν είχε. Στις καταστάσεις οι οποίες μου δόθηκαν [από την προηγούμενη Διαχειριστική Επιτροπή] είχε υπόλοιπο ο κύριος Κλεομένης [.] Στις καταστάσεις τις οποίες μου παρέδωσε [η προηγούμενη Διαχειριστική Επιτροπή] 31/12/2010 ο κύριος Κλεομένης είχε υπόλοιπο. [Η προηγούμενη Επιτροπή] στις 14.1.2011 προχώρησε σε ακόμα δύο πληρωμές προς τον κύριο Κλεομένη και περαιτέρω στις 3/3/2011 προχώρησε σε ακόμα δύο πληρωμές.» Διαφώνησε ότι το Ταμείο οφείλει οποιοδήποτε ποσό προς τον Ενάγοντα. Ανέφερε ότι με την ανάληψη των καθηκόντων της, η νυν Διαχειριστική Επιτροπή είχε αναθέσει σε ελεγκτικό οίκο την ετοιμασία εξελεγμένων λογαριασμών και στο τέλος του ελέγχου αυτού η Διαχειριστική Επιτροπή διένειμε σε κάθε μέλος το υπόλοιπο του ποσού που παρουσίαζε ο λογαριασμός του, όπως είχε εγκριθεί από τους ελεγκτές. Κατά τον έλεγχο, η κατάσταση λογαριασμού του Ενάγοντα, «όπως υπολογίστηκε και παραδόθηκε από τους λογιστές-ελεγκτές προς τη διαχειριστική επιτροπή δεν παρουσίαζε κανένα υπόλοιπο προς πληρωμή αλλά αντίθετα παρουσίαζε και οφειλές προς το Ταμείο. Το Ταμείο είχε και απαίτηση εναντίον του Ενάγοντα η οποία πρόκυπτε από το υπόλοιπο που παρουσίαζε ο λογαριασμός του με το Ταμείο κατά την ολοκλήρωση του ελέγχου. [.] Έγινε έλεγχος στον λογαριασμό του ταμείου του και διαπιστώθηκε κατά την ολοκλήρωση του ελέγχου ότι είχε αρνητικό υπόλοιπο. Δεν είχε χρήματα να λαμβάνει.» Σημείωσε ότι «το κρίσιμο σημείο είναι η πληρωμή που έγινε στον κύριο Κλεομένη το
  6. Αυτή η πληρωμή, σ' αυτήν την πληρωμή λήφθηκε υπόψη η αξία των αξιογράφων στο 100% ενώ δεν θα έπρεπε. Όσον αφορά την ακρίβεια αυτού του ποσού μέχρι και το τελευταίο σεντ αυτήν την εξακρίβωσε ο ελεγκτής. [.] Έγινε ένας λογιστικός έλεγχος και κατά το τέλους αυτού του λογιστικού ελέγχου προέκυψε αρνητικό υπόλοιπο. Δηλαδή δεν είχε οφειλή το ταμείο προς τον κύριο Κλεομένη και γι' αυτό δεν του καταβλήθηκε οποιοδήποτε ποσό.» Σε σχέση τις αναφορές του ΜΕ2 για έλεγχο του Ταμείου από τον Γενικό Ελεγκτή της Δημοκρατίας, ο ΜΥ1 ανέφερε ότι ο έλεγχος που γινόταν περιοριζόταν στο κατά πόσο ο εργοδότης κατέβαλε εισφορές και ότι το ταμείο τις λάμβανε. Ο ΜΥ1 αρνήθηκε ότι ο ίδιος, οι άλλοι Εναγόμενοι ή άλλο μέλος του Ταμείου επωφελήθηκαν από εισφορές του Ενάγοντα. Αντιθέτως, υποστήριξε ότι ζημιώθηκαν αναλογικά όλοι οι ιδιοκτήτες από υπερπληρωμές που έλαβε ο Ενάγοντας τις οποίες δεν επέστρεψε. Πρόσθεσε ότι διαπιστώθηκε από τον έλεγχο των λογαριασμών του Ταμείου ότι έγιναν υπερπληρωμές και προς κάποια άλλα μέλη που είχαν αποχωρήσει από το Ταμείο πριν το 2013, όμως δεν κινήθηκαν διαδικασίες εναντίον κανενός για ανάκτηση ποσών. Αυτή ήταν, συνοπτικά και η μαρτυρία του Εναγόμενου 1 (ΜΥ1). Όπως φαίνεται από την πιο πάνω σύνοψη της μαρτυρίας του Ενάγοντα, του ΜΕ2 και του Εναγόμενου 1, αυτοί δεν προβάλλουν αντιφατικές ή ασύμφωνες θέσεις. Αυτό που συνέβη είναι ότι έκαστος αναφέρθηκε σε γεγονότα όπως τα αντιλήφθηκε από τη δική του σκοπιά και τα όσα κατέθεσαν συμπληρώνουν τη γενική εικόνα. Με αυτό το δεδομένο αλλά έχοντας υπόψη και ότι δεν διαπιστώνονται αντιφάσεις ή άλλες εγγενείς αδυναμίες στη μαρτυρία που έδωσαν, αποδέχομαι τα γεγονότα για τα οποία κατέθεσαν. Τα σημεία της μαρτυρίας τους που εξέφραζαν απόψεις επί λογιστικών χειρισμών ή θεμάτων, δεν επηρεάζουν το αποτέλεσμα ενόψει του ότι κανένας τους διαθέτει τέτοιες ειδικές γνώσεις. Ειδικά ο ΜΕ2, εξήγησε τον τρόπο με τον οποίο τηρούσε τις καταστάσεις λογαριασμού για το κάθε μέλος και πως υπολόγιζε τα δικαιώματα για να προβεί σε πληρωμές όμως κατέθεσε ρητά ότι δεν διαθέτει λογιστικές γνώσεις. Όπως έχω σημειώσει, η κάθε πλευρά παρουσίασε ως μάρτυρα και ένα λογιστή-ελεγκτή. Η πλευρά του Ενάγοντα προσέφερε τη μαρτυρία του κ. Σάββα Παπασάββα (ΜΥ2), στον οποίο ο Ενάγοντας είχε προσκομίσει την κατάσταση λογαριασμού Τεκμήριο 6 για έλεγχο. Η πλευρά των Εναγόμενων προσέφερε τη μαρτυρία του κ. Αντώνη Σουτζή, διευθυντή του ελεγκτικού οίκου στον οποίο ανατέθηκε από τη νυν Διαχειριστική Επιτροπή η ετοιμασία των εξελεγμένων λογαριασμών του Ταμείου (ΜΥ2). Οι δύο αυτοί μάρτυρες αναφέρθηκαν στα ακαδημαϊκά και επαγγελματικά τους προσόντα τα οποία δεν αμφισβητήθηκαν. Κρίνω ότι διαθέτουν και οι δύο τις απαραίτητες γνώσεις και εμπειρία ώστε να θεωρούνται πραγματογνώμονες. Επιπρόσθετα, δεν διέκρινα οποιαδήποτε πρόθεση παραπλανήσουν το Δικαστήριο οπόταν θεωρώ ότι είναι και οι δύο αξιόπιστοι. Αυτό που πρέπει να εξεταστεί είναι κατά πόσο οι απόψεις που εξέφρασαν μπορούν να γίνουν δεκτές ως βοηθητικές για τη διαμόρφωση του αποτελέσματος ενόψει των ευρημάτων και δεδομένων της υπόθεσης. Παραθέτω μια συνοπτική αναφορά στη μαρτυρία εκάστου. Θα ξεκινήσω από τη μαρτυρία του ΜΥ2 που είχε κάποια εμπλοκή με τα γεγονότα και, ακολούθως, θα προχωρήσω στη μαρτυρία του ΜΕ3 που ουσιαστικά σχολίασε και εξέφρασε απόψεις για τους χειρισμούς που έγιναν κατά την ετοιμασία της κατάστασης λογαριασμού Τεκμήριο 6 και την αποδεικτική αξία του εγγράφου αυτού. Στα πλαίσια της μαρτυρίας του ο ΜΥ2 εξήγησε ότι του ανατέθηκε από τους Εναγόμενους το 2013 να ετοιμάσει εξελεγμένες οικονομικές καταστάσεις για το Ταμείο για τα έτη 1997-2013 ενόψει της απόφασης που είχε ληφθεί για εκκαθάριση των περιουσιακών στοιχείων του Ταμείου και διανομή τους στα μέλη. Σημείωσε ότι έλαβε στοιχεία από τους Εναγόμενους που περιλάμβαναν «προσωρινές καταστάσεις λογαριασμού έκαστου μέλους που ετοιμάζονταν χωρίς λογιστικό πρόγραμμα» καθώς και άλλα στοιχεία σε σχέση με τίτλους και κινήσεις τραπεζικών λογαριασμών. Στη βάση αυτών, το λογιστικό τμήμα του γραφείου του προχώρησε στην ετοιμασία λογιστικών βιβλίων για να γίνει ελεγκτική εργασία. Ο ΜΥ2 ανέφερε ότι τα στοιχεία που είχε παραλάβει για τον λογαριασμό του κάθε μέλους ήταν ουσιαστικά αρχεία σε μορφή excel. Το λογιστικό τμήμα του γραφείου του αποτύπωσε τα στοιχεία αυτά σε τύπο ισολογισμού. Δηλαδή «εγώ μετέτρεψα [τα στοιχεία που παρέλαβα] στην γλώσσα του ελεγκτή για να μπορώ να κάνω έλεγχο. Είναι τα στοιχεία τα δικά τους που χρησιμοποίησα.» Αυτό έγινε «για να βοηθήσει για τον έλεγχο. Δεν κάναμε λογιστική εργασία, να παραδώσουμε λογιστική εργασία. Παραδώσαμε ελεγκτική εργασία.» Πρόσθεσε ότι «από τον έλεγχο που έκανα διαπίστωσα ότι οι προσωρινοί λογαριασμοί που τηρούνταν από την επιτροπή ή άλλο αρμόδιο πρόσωπο ήταν σε μεγάλο μέρους τους ορθοί. Το μεγαλύτερο όμως λάθος που διαπίστωσα ήταν το γεγονός ότι οι τηρούμενοι λογαριασμοί δεν λάμβαναν υπόψη την αυξομείωση της μεγάλης επένδυσης του ταμείου σε διαπραγματεύσιμους τίτλους αξιογράφων. Παρά το γεγονός ότι η τρέχουσα τιμή των τίτλων αυτών ήταν εξαιρετικά εύκολο να τη γνωρίζει κάποιος εφόσον αποτελούσε δημόσια πληροφορία εντούτοις η διαπίστωση μου ήταν ότι οι λογαριασμοί που τηρούνταν δεν λάμβαναν υπόψη τους την πραγματική αξία των τίτλων σε κάθε χρονική στιγμή αλλά την ονομαστική αξία.» Εξήγησε ότι «η πραγματική επίπτωση του λάθους τούτου ήταν όταν έδιναν λεφτά σε μέλη τα εδιούσαν σε πιο μεγάλη αξία γιατί πάντα ήταν μείωση του ταμείου. Μειώνετουν το ταμείο. Η αξία του ταμείου πάντα είχε πτωτική τάση. Όταν έπαιρνε λεφτά το ταμείο δεν είχε αντίκτυπο οικονομικό. Όταν εδίενναν λεφτά από το ταμείο εδιούσαν το σε πιο ψηλή τιμή.» Το γραφείο του ετοίμασε τις τελικές καταστάσεις λογαριασμού έκαστου μέλους του Ταμείου και τις παρέδωσε στον Εναγόμενο
  7. Η κατάσταση που αφορούσε τον Ενάγοντα ήταν το Τεκμήριο
  8. Συνέχισε λέγοντας ότι «έχει τεθεί ενώπιον μου η απαίτηση του Ενάγοντα για ποσό €6.000 έξι χιλιάδων ευρώ. Από τον δικό μου έλεγχο δεν έχω διαπιστώσει ότι ο λογαριασμός του Ενάγοντα παρουσιάζει αυτό το υπόλοιπο αλλά το αντίθετο ο τελικός ελεγμένος λογαριασμός του φαίνεται να παρουσιάζει και οφειλόμενο ποσό προς το ταμείο εκ €908,
  9. Ούτε έχω καταλάβει από που προκύπτει το ποσό των €6.000 το οποίο απαιτεί ο Ενάγοντας.» Αυτή ήταν η ουσία της μαρτυρίας του ΜΥ
  10. Στρέφομαι τώρα στον ΜΕ
  11. Στα πλαίσια της κυρίως εξέτασης του, υποδείχθηκε στον ΜΕ3 αντίγραφο της κατάστασης λογαριασμού Τεκμήριο 6 που είχε ετοιμαστεί από τους ελεγκτές σε σχέση με τον Ενάγοντα. Ο ΜΕ3 ανέφερε ότι μελετώντας την εν λόγω κατάσταση λογαριασμού διαπίστωσε ότι δεν είχε ετοιμαστεί με βάσει τα διεθνή πρότυπα και, ενόψει αυτού, κατά την άποψη του δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις και εχέγγυα ορθής και δίκαιης αποτύπωσης των συναλλαγών που αφορούσε. Σημείωσε ότι μπορεί το Τεκμήριο 6 να αποτελεί μέρος των λογιστικών βιβλίων του Ταμείου όμως παράχθηκε με τρόπο που δεν επιτρέπει να θεωρηθεί ως αποδεικτικό στοιχείο που να δύναται να χρησιμοποιηθεί από κάποιο ελεγκτή γιατί στερείται μεθοδολογίας που έπρεπε να ακολουθηθεί στην παραγωγή του ώστε να θεωρείται αξιόπιστο. Ενόψει αυτών των διαπιστώσεων, ο μάρτυρας εξήγησε ότι δεν είναι σε θέση να διαπιστώσει εάν έγινε σωστή μέτρηση της υποχρέωσης του Ταμείου προς τον Ενάγοντα. Βασικό μειονέκτημα του Τεκμηρίου 6, σύμφωνα με τον ΜΕ3, ήταν ότι ο λογαριασμός δεν έκλεισε όταν το 2010 είχε τερματιστεί η εργοδότηση του Ενάγοντα και ενόψει αυτού δεν είχε σε θέση να καθορίσει «πότε έγινε και αν έγινε σωστή μέτρηση της υποχρέωσης του ταμείου προς τον [Ενάγοντα].» Συνέχισε λέγοντας ότι η μέτρηση της υποχρέωσης του Ταμείου προς τον Ενάγοντα έπρεπε να γίνει με βάση την ημερομηνία τερματισμού της απασχόλησης του το 2010 και δεν έπρεπε να γίνουν εκ των υστέρων αναπροσαρμογές. Δηλαδή ο λογαριασμός του έπρεπε να κλείσει το 2010 και να ανοίξει νέος με την επαναπρόσληψη του. Όμως στην περίπτωση του Ενάγοντα, βλέποντας το Τεκμήριο 6 ο ΜΕ3 εξήγησε ότι αφού του είχαν γίνει οι πληρωμές το 2010 ακολούθησαν διορθώσεις προ-χρονολογημένων καταγραφών. Ως αποτέλεσμα αυτών των διορθώσεων, ο Ενάγοντας βρέθηκε να χρωστά προς το Ταμείο ποσά που προήλθαν από την απομείωση της αξίας των αξιογράφων του Ταμείου. Κατά τον ΜΕ3 εφόσον το 2010 έγινα πληρωμές προς τον Ενάγοντα τις οποίες αυτός αποδέχτηκε, είναι οξύμωρο το Ταμείο να έρθει μεταγενέστερα και να επικαλεστεί γεγονότα που προηγήθηκαν της πληρωμής, δηλαδή απομείωση της αξίας των αξιογράφων, για να αρνηθεί να προβεί σε περαιτέρω πληρωμή υποστηρίζοντας ότι έγιναν υπερπληρωμές το
  12. Κατά την αντεξέταση του, ανέφερε ο ΜΕ3 ότι έλαβε ως δεδομένο ότι ο Ενάγοντας είχε διακόψει τη συμμετοχή του στο Ταμείο Προνοίας τον Σεπτέμβριο
  13. Ερωτήθηκε εάν έλαβε υπόψη ότι η επαναπρόσληψη του Ενάγοντα έγινε στη βάση εκ συμφώνου απόφασης του Δικαστηρίου σύμφωνα με την οποία η εργοδότηση του συνεχίστηκε και θεωρήθηκε ως απρόσκοπτη. Ο ΜΕ3 απάντησε ότι «αυτό που εξέτασα εγώ και αυτό που με ενδιέφερε ήταν καθαρά το ταμείο προνοίας. Το τί έγινε με την πρόσληψη του στην εργασία δεν αποτελεί απαραίτητα συνδεδεμένο γεγονός.» Ζητήθηκε από τον ΜΕ3 κατά την αντεξέταση να τοποθετηθεί ως προς το κατά πόσο στον υπολογισμό της αξίας των αξιογράφων έπρεπε να ληφθεί υπόψη η ονομαστική τους αξία ή η αξία διαπραγμάτευσης τους στο χρηματιστήριο. Ο μάρτυρας απάντησε ότι: «Α: Αν είναι ενταγμένα σε Χρηματιστήριο ο συνήθης τρόπος είναι να εκδοθεί statement από το χρηματιστήριο κατά την ημερομηνία που μας ενδιαφέρει, το οποίο να δείχνει την τιμή που διαπραγματεύετο στο Χρηματιστήριο το συγκεκριμένο χρηματοοικονομικό περιουσιακό στοιχείο τη συγκεκριμένη ημερομηνία. Ε: Για σκοπούς λογιστικούς και υπολογισμού της αξίας του ταμείου ποια τιμή λαμβάνεται υπόψη; Αυτήν που μας εξηγήσατε τώρα που θα μπορούσε να δοθεί από το Χρηματιστήριο; Ή την ονομαστική αξία που αγοράστηκαν τα αξιόγραφα; Α: Τα διεθνή λογιστικά πρότυπα απαιτούν να γίνεται η μέτρηση τους με βάση την τιμή στην αγορά. Άρα όχι στην ονομαστική, αλλά στην τρέχουσα που υπάρχει στην αγορά.» Ανέφερε επίσης σχετικά ότι δεν του ζητήθηκε να εξετάσει τη βάση στην οποία έγινε η επαναπρόσληψη του Ενάγοντα αλλά «Εγώ αυτό που εξετάζω είναι κατά πόσο τα λογιστικά βιβλία του ταμείου προνοίας τηρήθηκαν με βάση τα διεθνή λογιστικά πρότυπα χρηματοοικονομικής πληροφόρησης. Εγώ αυτό που βλέπω είναι ότι αυτό το χαρτί που έχω εδώ το χαρτί το έγγραφο [Τεκμήριο 6] δεν έχει ετοιμαστεί με βάση τις πρόνοιες των διεθνών προτύπων.» Αυτή ήταν η μαρτυρία του ΜΕ
  14. Από τη σύνοψη της μαρτυρίας του ΜΥ2 και του ΜΕ3 διαφαίνεται ότι δεν υπήρξαν συγκρουόμενες θέσεις και απόψεις. Ο ΜΕ3 εντόπισε στοιχεία στην κατάσταση λογαριασμού Τεκμήριο 6 που, κατά την κρίση του δεν συνάδουν με τα διεθνή λογιστικά πρότυπα. Δεν αμφισβητήθηκε ότι οι απόψεις που εξέφρασε σε σχέση με τις πρόνοιες των διεθνών λογιστικών προτύπων είναι ορθές. Ο ΜΥ2 δεν έδωσε αντίθετη μαρτυρία. Αυτό το οποίο εξήγησε ο ΜΥ2 είναι ότι χρησιμοποίησε τα δεδομένα που παρέλαβε από τη Διαχειριστική Επιτροπή του Ταμείου. Τα δεδομένα προέρχονταν από τα αρχεία που του δόθηκαν. Το δικό του γραφείο περιορίστηκε στο να τα αποτυπώσει με τρόπο ώστε να μπορούν να χρησιμοποιηθούν για σκοπούς του ελέγχου που διενήργησε. Τα δεδομένα της κατάστασης λογαριασμού Τεκμήριο 6, οι διάφορες χρεωπιστώσεις που αφορούσαν εισπράξεις εισφορών και πληρωμές, οι ημερομηνίες έκαστης, αυτά δεν προήλθαν από τον ΜΥ
  15. Προήλθαν από τα αρχεία που τηρούσε η Διαχειριστική Επιτροπή. Μάλιστα, καθ΄ όλο τον επίδικο χρόνο, τα αρχεία τηρούνταν από τον ΜΕ2 κατά τον τρόπο που περίγραψε στη μαρτυρία του. Τα πιο πάνω θεωρώ ότι δείχνουν πως δεν υπάρχει αντίφαση ή ασυμφωνία μεταξύ των μαρτυρίας του ΜΕ3 και του ΜΥ
  16. Η μια μαρτυρία δεν αναιρεί την άλλη. Μπορεί το αρχείο, ο λογαριασμός που αφορούσε τον Ενάγοντα να μην είχε τηρηθεί με τον ενδεδειγμένο λογιστικά τρόπο όμως ο ΜΥ2 και το γραφείο του δεν έκαναν λογιστική εργασία. Απλά αναπαρήγαν τα δεδομένα που είχαν παραλάβει από τη Διαχειριστική Επιτροπή για να υποβοηθηθεί η ελεγκτική εργασία. Η αλλαγή που έγινε όπως εξήγησε ο ΜΥ2 αφορούσε τον υπολογισμό της αξίας των αξιογράφων με βάση την τιμή διαπραγμάτευσης τους στο χρηματιστήριο αντί την ονομαστική τους αξία. Επί αυτού του σημείου, οι απόψεις των ΜΕ3 και ΜΥ2 συμπίπτουν. Ο ορθός τρόπος υπολογισμού της αξίας των αξιογράφων είναι σε συνάρτηση με την αξία διαπραγμάτευσης κατά τον ουσιώδη χρόνο και όχι με βάση την ονομαστική αξία. Σε αυτό μάλιστα συμφωνεί, εκ τω υστέρων, και ο ΜΕ
  17. Έχω παραθέσει πιο πάνω τα σχετικά αποσπάσματα της μαρτυρίας τους. Ενόψει αυτών, παρά το ότι η κατάσταση λογαριασμού Τεκμήριο 6 μπορεί να μην συνάδει με τα διεθνή λογιστικά πρότυπα για παραγωγή εγγράφων αυτού του είδους, δεν παύει να συνάδει με τις πιστώσεις και χρεώσεις που κατέγραψε ο ΜΕ2 στα αρχεία του Ταμείου για τον Ενάγοντα με μόνη διαφορά, τον διαφορετικό λογιστικό χειρισμό της αξίας των αξιογράφων. Η αλλαγή στον λογιστικό χειρισμό των αξιογράφων έγινε για να διορθωθεί η προηγούμενη λανθασμένη εικόνα της αξίας τους. Περαιτέρω, είναι δεδομένο ότι η επαναπρόσληψη του Ενάγοντα από το Κοινοτικό Συμβούλιο έγινε ως αν η εργοδότηση του παρέμεινε συνεχής και αδιάλειπτη. Αυτή ήταν η συμφωνία των μερών και η απόφαση που είχε εκδοθεί εκ συμφώνου από το αρμόδιο Δικαστήριο. Εφόσον αυτό ισχύει για την σχέση εργοδότη - εργοδοτούμενου, μεταξύ του Ενάγοντα και του Κοινοτικού Συμβουλίου, κρίνω ότι το ίδιο πρέπει να ισχύει και για τη σχέση του Ενάγοντα με το Ταμείο. Δηλαδή η συμμετοχή του Ενάγοντα στο Ταμείο επίσης πρέπει να θεωρηθεί συνεχής και αδιάλειπτη. Η συμμετοχή του Ενάγοντα στο Ταμείο δεν είναι ανεξάρτητη της εργοδότησης του. Αντίθετα η εργοδότηση στο Κοινοτικό Συμβούλιο είναι απαραίτητη προϋπόθεση για τη συμμετοχή στο Ταμείο. Οι δύο αυτές ιδιότητες του Ενάγοντα, ως εργοδοτούμενου του Κοινοτικού Συμβουλίου και ως μέλους του Ταμείου, είναι αλληλένδετες. Σύμφωνα με τον κανονισμό 8
(1)της ΚΔΠ 309/95: «Μέλη του Ταμείου γίνονται αυτόματα και υποχρεωτικά όλοι οι εργάτες και οι μη συντάξιμοι υπάλληλοι του συμβουλίου ανεξάρτητα από φύλο, που έχουν υπηρεσία έξι μήνες στο Συμβούλιο σαν εργάτες ή υπάλληλοι.» Εφόσον λοιπόν με την επαναπρόσληψη του Ενάγοντα η εργοδότηση θεωρήθηκε συνεχής, κατ΄ αναλογία και η συμμετοχή του στο Ταμείο πρέπει να θεωρηθεί συνεχής. Δεν διακρίνω πως θα μπορούσε να ισχύσει κάτι διαφορετικό. Αντίθετα, κρίνω ότι το συνεχές της συμμετοχής στο Ταμείο ήταν και η αντίληψη τόσο του Ενάγοντα όσο και του Ταμείου. Επιβεβαίωση είναι ότι ο Ενάγοντας δεν χρειάστηκε να περιμένει την πάροδο 6 μηνών από την επαναπρόσληψη του για να ενταχθεί στο Ταμείο αλλά ξεκίνησε αμέσως να καταβάλλει εισφορές. Επανέρχομαι στις απόψεις που εξέφρασε ο ΜΕ
  1. Όπως εξήγησε, είχε λάβει ως δεδομένο ότι η εργοδότηση είχε τερματιστεί το 2010 και ότι ξεκίνησε νέα σχέση εργοδότη - εργοδοτούμενου με την επαναπρόσληψη. Σε αυτή τη βάση υποστήριξε ότι έπρεπε ο λογαριασμός του Ενάγοντα να είχε κλείσει το 2010 και να ανοιχθεί νέος σε μηδενική βάση με την επαναπρόσληψη. Όμως, το δεδομένο αυτό στο οποίο βασίστηκε ο ΜΕ3 δεν ήταν ορθό. Όπως εξήγησα, η συμμετοχή του Ενάγοντα στο Ταμείο ήταν μια, συνεχής και αδιάλειπτη όπως ακριβώς συμφωνήθηκε να ισχύει για την εργοδότηση του. Συνεπώς, και το αρχείο που τηρείτο από το Ταμείο σε σχέση με τις εισφορές και δικαιώματα του ήταν ένα, συνεχόμενο αρχείο. Σημειώνω την αναφορά του ΜΥ1 που δεν αντικρούστηκε με άλλη μαρτυρία ότι παρέλαβε ένα ενιαίο συνεχές αρχείο χρεοπιστώσεων και όχι δύο διαφορετικά αρχεία για τον Ενάγοντα. Το γεγονός ότι δεν είχε ζητηθεί από τον Ενάγοντα, κατά την επαναπρόσληψη, να επιστρέψει στο Ταμείο τα ποσά που είχε πληρωθεί δεν αναιρεί τα πιο πάνω. Ενόψει του ότι η συμμετοχή του στο Ταμείο ήταν συνεχής, και ενόψει του ότι είχε διαπιστωθεί λάθος στον τρόπο υπολογισμού της αξίας των αξιογράφων, δεν διακρίνω κάτι μεμπτό στη διόρθωση του λάθους. Αντίθετα ήταν ορθό να γίνει σωστή αποτίμηση της αξίας των αξιογράφων όταν το λάθος έγινε αντιληπτό. Και ορθά αναθεωρήθηκε η κατάσταση λογαριασμού του Ενάγοντα ώστε να αντικατοπτρίζει την πραγματική αξία των δικαιωμάτων του. Επαναλαμβάνω πως, τόσο ο ΜΕ3 όσο και ο ΜΥ2, συμφωνούν ότι η χρήση της ονομαστικής αξίας των αξιογράφων για σκοπούς αποτίμησης ήταν λανθασμένη. Έπρεπε να είχε χρησιμοποιηθεί η αξία διαπραγμάτευσης. Μετά τη διόρθωση του λάθους, επειδή η αξία διαπραγμάτευσης ήταν χαμηλότερη από την ονομαστική αξία, προέκυψε μείωση στο ποσό των δικαιωμάτων του Ενάγοντα. Τα ποσά που είχαν πληρωθεί στον Ενάγοντα μετά την αποχώρηση του το 2010 είχαν υπολογιστεί σε λανθασμένη βάση με αποτέλεσμα να λάβει μεγαλύτερα ποσά από την πραγματική αξία των δικαιωμάτων του. Όταν έγινε η διόρθωση και αφού λήφθηκαν υπόψη οι εισφορές του μετά την επαναπρόσληψη, διαφάνηκε ότι ο Ενάγοντας δεν είχε να λαμβάνει οποιοδήποτε ποσό το Ταμείο όπως ισχυρίζεται. Αντίθετα, όπως φαίνεται στην κατάσταση λογαριασμού Τεκμήριο 6, ο Ενάγοντας είχε αρνητικό υπόλοιπο €908,
  2. Οι πιο πάνω διαπιστώσεις καθορίζουν και το αποτέλεσμα της αγωγής. Πριν ολοκληρώσω να σημειώσω τα εξής. Στην τελική του αγόρευση ο συνήγορος του Ενάγοντα ανέφερε ότι τα ποσά που ο Ενάγοντας αξιώνει προστατεύονται δυνάμει των προνοιών του περί Προστασίας των Μισθών Νόμου 35(Ι)/
  3. Κρίνω όμως ότι δεν τυγχάνει εφαρμογής ο Ν. 53(Ι)/2007 γιατί μεταξύ του Ταμείου και του Ενάγοντα δεν υπήρχε θέση εργοδότη-εργοδοτούμενου. Το γεγονός ότι το Ταμείο δεν τηρούσε λογιστικά βιβλία με βάση τα διεθνή λογιστικά πρότυπα επίσης δεν διαφοροποιεί την κατάληξη μου. Το αποτέλεσμα της αγωγής βασίστηκε στις χρεοπιστώσεις του λογαριασμού/αρχείου που τηρείτο από τον ΜΕ2 για τον Ενάγοντα. Η ορθότητα αυτών των δεδομένων που μεταφέρθηκαν και καταγράφηκαν στον λογαριασμό Τεκμήριο 6 δεν ανατράπηκε. Ο τρόπος λογιστικού χειρισμού από το Ταμείο των οικονομικών δικαιωμάτων των μελών - έστω και εάν δεν ήταν σύμφωνος με τα διεθνή λογιστικά πρότυπα - δεν στερεί από τα δεδομένα αυτά την αποδεικτική τους αξία για σκοπούς της παρούσας υπόθεσης. Ότι δεν ετοιμάζονταν κάθε χρόνο εξελεγμένοι λογαριασμοί επίσης δεν αποστερεί την αποδεικτική αξία από τα δεδομένα του Τεκμηρίου 6 και τα αρχεία από τα οποία αυτά προήλθαν. Ενόψει όλων των πιο πάνω και για τους λόγους που έχω εξηγήσει καταλήγω ότι η πλευρά του Ενάγοντα δεν έχει αποδείξει ότι οι Εναγόμενοι 1-5 οφείλουν προς αυτόν ποσό €6.000 που αξιώνει. Συνακόλουθα, η αγωγή απορρίπτεται. Αναφορικά με τα έξοδα, ακολουθώντας το αποτέλεσμα, επιδικάζονται υπέρ των Εναγόμενων 1-5 και εναντίον του Ενάγοντα, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. ..................... Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.