B2 KAPITAL CYPRUS LTD ν. ΦΩΣΤΗΡΑ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΚΛΕΑΝΘΟΥΣ, ως διαχειρίστρια της περιουσίας του αποβιώσαντος ΚΥΡΟΥ ΜΙΧΑΗΛ ΚΛΕΑΝΘΟΥΣ κ.α., Αριθμός αγωγής: 2007/2013, 21/10/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2022:A276 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, A.Ε.Δ. Αριθμός αγωγής: 2007/2013 Μεταξύ: ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ Εναγόντων Και
- ΚΥΡΟΣ ΜΙΧΑΗΛ ΚΛΕΑΝΘΟΥΣ
- ΑΝΤΩΝΙΑΣ ΑΝΤΩΝΙΟΥ ΚΥΠΡΟΥ Εναγόμενων και ως τροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος Δικαστηρίου ημερ. 26.10.2017 Μεταξύ: ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ Εναγόντων Και
- ΦΩΣΤΗΡΑ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΚΛΕΑΝΘΟΥΣ, ως διαχειρίστρια της περιουσίας του αποβιώσαντος ΚΥΡΟΥ ΜΙΧΑΗΛ ΚΛΕΑΝΘΟΥΣ
- ΑΝΤΩΝΗΣ ΑΝΤΩΝΙΟΥ ΚΥΠΡΟΥ Εναγόμενων Και ως τροποποιήθηκε δυνάμει ειδοποίησης ημερομηνίας 20.9.2021 με βάση του άρθρο 18 του Ν. 169(Ι)/2015 Μεταξύ: B2 KAPITAL CYPRUS LTD Εναγόντων Και
- ΦΩΣΤΗΡΑ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΚΛΕΑΝΘΟΥΣ, ως διαχειρίστρια της περιουσίας του αποβιώσαντος ΚΥΡΟΥ ΜΙΧΑΗΛ ΚΛΕΑΝΘΟΥΣ
- ΑΝΤΩΝΗΣ ΑΝΤΩΝΙΟΥ ΚΥΠΡΟΥ Εναγόμενων 21 Οκτωβρίου, 2022 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες: κα Δημητρίου με κα Πέτρου δια Ηλίας Νεοκλέους & Σια ΔΕΠΕ Για Εναγόμενη 1: κ. Χατζηστερκώτης και κα Χατζηστερκώτη δια Χριστοφόρος Χατζηστερκώτης & Συνεργάτες ΔΕΠΕ ΑΠΟΦΑΣΗ Εισαγωγή/δικογραφημένες θέσεις. Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης, η Τράπεζα Κύπρου στις 5.12.2008 συνήψε συμφωνία τρεχούμενου λογαριασμού με πιστωτικό όριο €10.000 με τον Κλεάνθους Κύρο Μιχαήλ, πρώην Εναγόμενο
- Ο πρώην Εναγόμενος 1 απεβίωσε μετά την καταχώρηση της αγωγής οπόταν και προέκυψε η ανάγκη υποκατάστασης του ως διάδικου με τη διαχειρίστρια της περιουσίας του. Δυνάμει δεύτερης συμφωνίας ημερομηνίας 26.11.2009 το όριο του προαναφερόμενου λογαριασμού αυξήθηκε προσωρινά από €10.000 σε €10.500 για την περίοδο από 26.11.2009 μέχρι τις 28.3.
- Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης, ένεκα της μη ικανοποιητικής λειτουργίας του τρεχούμενου λογαριασμού η Τράπεζα Κύπρου με επιστολή ημερομηνίας 6.3.2012 κάλεσε τον αποβιώσαντα να συμμορφωθεί με τις συμβατικές του υποχρεώσεις. Ο αποβιώσας δεν συμμορφώθηκε και οι Ενάγοντες τερμάτισαν την λειτουργία του λογαριασμού με επιστολή ημερομηνίας 3.4.2012 με την οποία τον κάλεσαν να εξοφλήσει το υπόλοιπο του λογαριασμού. Ο αποβιώσας δεν ανταποκρίθηκε. Με την αγωγή οι Ενάγοντες αξιώνουν απόφαση για ποσό €11.754,98 που ισχυρίζονται ότι ήταν το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού κατά τον τερματισμό πλέον τόκο προς 12,75%. Στην πορεία της ακρόασης περιόρισαν τις αξιώσεις τους ως εξηγώ πιο κάτω. Η πλευρά της Εναγόμενης 1, στην Υπεράσπιση της αρνείται ότι ο αποβιώσας συνήψε τις συμφωνίες ημερομηνίας 5.12.2008 και 26.11.2009 και αρνείται ότι ανοίχθηκε ο επίδικος τρεχούμενος λογαριασμός. Διαζευκτικά προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι οι συμφωνίες είναι άκυρες και/ή ακυρώσιμες γιατί είχαν συναφθεί υπό συνθήκες ψυχικής πίεσης (undue influence) που η Τράπεζα Κύπρου άσκησε εις βάρος του αποβιώσαντα και ότι περιλαμβάνουν καταχρηστικούς, παράνομους και επαχθείς όρους. Περαιτέρω, αρνείται ότι ο αποβιώσαντας έλαβε οποιαδήποτε επιστολή από την Τράπεζα Κύπρου. Είναι η θέση της Υπεράσπισης ότι το αξιούμενο με την αγωγή ποσό περιλαμβάνει υπερβολικές, καταχρηστικές, αυθαίρετες και παράνομες χρεώσεις. Περαιτέρω, εγείρεται Ανταπαίτηση με την οποία η Εναγόμενη 1 ζητά την έκδοση διατάγματος που να κηρύττει τις συμφωνίες ημερομηνίας 5.12.2008 και 26.11.2009 εξ υπαρχής άκυρες ή που να τες ακυρώνει. Αξιώνει επίσης αποζημιώσεις. Οι Ενάγοντες αρνούνται τις αξιώσεις που εγείρονται ανταπαιτητικά. Στα πλαίσια αυτά η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση για την Εναγόμενη
- Στα πλαίσια της ακρόασης η απαίτηση και η ανταπαίτηση συνεκδικάστηκαν. Πριν προχωρήσω σημειώνω ότι η αγωγή ουδέποτε επιδόθηκε στον Εναγόμενο
- Συνεπώς δικογραφημένοι ισχυρισμοί και αξιώσεις που τον αφορούν, δεν θα απασχολήσουν περαιτέρω. Μαρτυρία. Προς απόδειξη της απαίτησης των Εναγόντων έδωσαν μαρτυρία στο Δικαστήριο τρία πρόσωπα, οι λειτουργοί της Τράπεζας Κύπρου κ. Ετ. Πλέιπελ (ΜΕ1) και κα Ά. Ευαγγέλου (ΜΕ2) και ο λειτουργός της B2Kapital Cyprus Ltd κος Α. Κωνσταντίνου (ΜΕ3). Για την πλευρά της Εναγόμενης 1, έδωσε μαρτυρία ο λογιστής/ελεγκτής κ. Μ. Κυριακίδης (ΜΥ1). Θα παραθέσω μια σύνοψη της μαρτυρίας των προσώπων αυτών. Επικεντρώνομαι στα σημεία της μαρτυρίας που έκρινα σημαντικά για σκοπούς αξιολόγησης και για τη διαμόρφωση του αποτελέσματος. Να προσθέσω ότι κατά τη διάρκεια της ακρόασης παρουσιάστηκαν και κατατέθηκαν ως Τεκμήρια διάφορα έγγραφα. Ειδική αναφορά σε κάποια από αυτά γίνεται κατωτέρω. ΜΕ
- Ξεκινώ από τον κ. Έτ. Πλέιπελ (ΜΕ1), λειτουργό είσπραξης χρεών της Τράπεζας Κύπρου από το
- Η γνώση του για τα γεγονότα προέρχεται από την θέση που κατέχει και τα καθήκοντα του καθώς και από τον σχετικό φάκελο και αρχείο που τηρεί η Τράπεζα. Στην αρχή της μαρτυρίας του, ο ΜΕ1 ανέφερε ότι ο επίδικος λογαριασμός έχει πωληθεί από την Τράπεζα Κύπρου στην εταιρεία B2Kapital Cyprus Limited από την οποία έχει εξουσιοδοτηθεί για να δώσει μαρτυρία. Παρουσίασε σχετικά, αντίγραφα επιστολών ημερομηνίας 24.1.2020, 13.5.2020 και 14.5.2020 που κατατέθηκε ως δέσμη, Τεκμήριο
- Η πρώτη επιστολή είναι από την Τράπεζα Κύπρου προς τον αποβιώσαντα με την οποία ενημερώθεται για την πρόθεση πώλησης της επίδικης χορήγησης. Η δεύτερη και τρίτη επιστολή είναι από την B2Kapital Cyprus Ltd προς τον αποβιώσαντα με την οποία ενημερώνουν για την εξαγορά του επίδικου λογαριασμού. Να προσθέσω ότι στις 20.9.2021 καταχωρήθηκε στον φάκελο της υπόθεσης ειδοποίηση δυνάμει του άρθρου 18
(4)του Ν. 169(Ι)/2015 για την απόκτηση του δικαιώματος προώθησης της αγωγής από την B2Kapital Cyprus Limited. Σε σχέση με τα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση, ο ΜΕ1 ανέφερε ότι στις 5.12.2008 καταρτίστηκε συμφωνία (στο εξής η «Συμφωνία») μεταξύ της Τράπεζας Κύπρου και του αποβιώσαντα πρώην Εναγόμενου
- Δυνάμει αυτής, η Τράπεζα Κύπρου συμφώνησε να παρέχει στον αποβιώσαντα πιστωτικές διευκολύνσεις σε μορφή τρεχούμενου λογαριασμού με όριο που διέπετο από τον περί Καταναλωτικής Πίστης Νόμο. Ακολούθως, η Τράπεζα Κύπρου άνοιξε στο όνομα του αποβιώσαντα τον λογαριασμό με αριθμό [ ], με όριο €10.
- Ο ΜΕ1 παρουσίασε αντίγραφο της Συμφωνίας που κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Παρουσίασε επίσης αντίγραφο καταλόγου επιτοκίων και χρεώσεων, Τεκμήριο 3 (στο εξής ο «Κατάλογος Επιτοκίων και Χρεώσεων») που συνόδευε τη Συμφωνία. Σύμφωνα με τον ΜΕ1, στις 26.11.2009 καταρτίστηκε δεύτερη συμφωνία, Τεκμήριο 4 (στο εξής η «2η Συμφωνία») μεταξύ της Τράπεζας Κύπρου και του αποβιώσαντα δυνάμει της οποίας το όριο στον τρεχούμενο λογαριασμό αυξήθηκε προσωρινά από €10.000 σε €10.500 για την περίοδο 26.11.20-09 μέχρι 28.3.
- Ο ΜΕ1 παρουσίασε στη συνέχεια αντίγραφο επιστολής που είχε σταλεί από την Τράπεζα Κύπρου προς τον αποβιώσαντα ημερομηνίας 6.3.2012 (Τεκμήριο 5) με την οποία τον καλούσαν να εξοφλήσει τις καθυστερήσεις του λογαριασμού του εντός προθεσμίας 21 ημερών. Παρουσίασε περαιτέρω επιστολή ημερομηνίας 3.4.2012 (Τεκμήριο 6) που είχε σταλεί από την Τράπεζα Κύπρου προς τον αποβιώσαντα με την οποία ενημερωνόταν ότι, ένεκα μη συμμόρφωσης του, η λειτουργία του λογαριασμού του τερματιζόταν και καλείτο να εξοφλήσει το χρεωστικό υπόλοιπο. Σύμφωνα με τον ΜΕ1, οι πιο πάνω επιστολές είχαν αποσταλεί με σύνηθες ταχυδρομείο στην τελευταία γνωστή διεύθυνση του αποβιώσαντα και δεν έχουν επιστραφεί από το ταχυδρομείο. Σε σχέση με τη διεύθυνση στην οποία στάλθηκαν οι επιστολές, ο ΜΕ1 παρουσίασε αντίγραφο εντύπου αλλαγής διεύθυνσης υπογραμμένο από τον αποβιώσαντα ημερομηνίας 13.7.2010 (Τεκμήριο 7). Στα πλαίσια της μαρτυρίας του, ο ΜΕ1 παρουσίασε δέσμη που περίγραψε ως τις καταστάσεις του επίδικου λογαριασμού μαζί με πιστοποιητικό σύμφωνα με το άρθρο 35
(2)του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9 (δέσμη, Τεκμήριο 8). Σύμφωνα με τον ΜΕ1, οι καταστάσεις αυτές προήλθαν από το τραπεζικό βιβλίο της Τράπεζας Κύπρου το οποίο τηρείτο ηλεκτρονικά και σε αυτές καταγράφονται αναλυτικά όλες οι πράξεις που αφορούν τις επίδικες πιστωτικές διευκολύνσεις μέχρι 27.5.2020 που ο επίδικος λογαριασμός μεταφέρθηκε στην B2Kapital Cyprus Ltd. Συνέχισε αναφέροντας ότι οι καταστάσεις λογαριασμού που παρουσίασε (Τεκμήριο 8) είχαν εκτυπωθεί από το ηλεκτρονικό αρχείο και ο ίδιος τις σύγκρινε με τις αρχικές καταχωρήσεις και διαπίστωσε ότι ήταν ορθές. Πρόσθεσε ότι στα πλαίσια των καθηκόντων του ετοίμασε αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού για τον επίδικο τρεχούμενο λογαριασμό από την ημερομηνία της τελευταίας πράξης πριν τον τερματισμό της λειτουργίας του, δηλαδή από 18.7.2011 μέχρι 27.5.2020 (Τεκμήριο 9). Αναφορικά με το επιτόκιο με το οποίο χρεωνόταν ο επίδικος λογαριασμός, στην γραπτή του δήλωση ο ΜΕ1 ανέφερε ότι από 28.11.2008 μέχρι 26.11.2009 το χρεωστικό υπόλοιπο χρεωνόταν με βασικό επιτόκιο 5,25% πλέον περιθώριο 4% ήτοι σύνολο 9,255, από 26.11.2009 μέχρι 13.4.2011 με βασικό επιτόκιο 5,25% πλέον περιθώριο 6% ήτοι σύνολο 11,25%, από 13.4.2011 μέχρι 3.4.2012 με βασικό επιτόκιο 5,75% πλέον περιθώριο 4% ήτοι σύνολο 9,75% και από 3.4.2012 μέχρι τερματισμού βασικό επιτόκιο 5,75% πλέον 4% περιθώριο και 2% τόκο υπερημερίας ήτοι σύνολο 11,75%. Αναφορικά με τις μεταβολές του επιτοκίου, ο ΜΕ1 παρουσίασε αντίγραφο δημοσίευσης στον ημερήσιο τύπο ημερομηνίας 12.4.2011 (Τεκμήριο 10). Στο σημείο αυτό να σημειώσω ότι κατά την προφορική του μαρτυρία ο ΜΕ1 υποστήριξε ότι το επιτόκιο προς 11,25% χρεωνόταν στον λογαριασμό μέχρι 28.3.
- Επί αυτού θα επανέλθω. Κατέληξε ο ΜΕ1 στην κυρίως εξέταση του αναφέροντας ότι σύμφωνα με τις αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού που ετοίμασε, μέχρι τις 27.5.2020 (που ο λογαριασμός μεταφέρθηκε στην B2Kapital Cyprus Limited) το χρεωστικό υπόλοιπο του επίδικου λογαριασμού ήταν €27.240,48 πλέον τόκο προς 11,75% επί ποσού €26.004,89 από 28.5.2020 μέχρι εξόφλησης πλέον κεφαλαιοποίηση του τόκου στις 30/6 και 31/12 εκάστου έτους. Δεν έγινε οποιαδήποτε πληρωμή έναντι του υπόλοιπου αυτού από τον τερματισμό της λειτουργίας του λογαριασμού και εντεύθεν. Κατά την αντεξέταση, ο ΜΕ1 ανέφερε ότι δεν είχε εμπλοκή στην κατάρτιση της Συμφωνίας και της 2ης Συμφωνίας. Πρόσθεσε όμως ότι οι Συμφωνίες υπογράφηκαν από τον αποβιώσαντα στην παρουσία δύο μαρτύρων της τράπεζας. Αναφορικά με τις καταστάσεις λογαριασμού που παρουσίασε (Τεκμήριο 8), ο ΜΕ1 ανέφερε ότι η Τράπεζα από το άνοιγμα του επίδικου λογαριασμού μέχρι την πώληση του έχει κρατήσει αντίγραφα όλων εγγράφων που παρέδωσε στην B2Kapital Cyprus Limited. Ο ΜΕ1 ανέφερε επίσης ότι οι χρεώσεις στις καταστάσεις λογαριασμού (Τεκμήριο 8) έγιναν με βάσει όσα προνοούσαν οι δύο Συμφωνίες. Πρόσθεσε ότι στην αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού δεν χρεώθηκε ο τόκος υπερημερίας προς 5,25% που προβλέπει η Συμφωνία, «αντιθέτως η τράπεζα έχει προχωρήσει στον τερματισμό με μόνο 2% τόκο υπερημερίας». Υποβλήθηκε στον ΜΕ1 ότι η Συμφωνία περιείχε καταχρηστικές πρόνοιες και ο μάρτυρας διαφώνησε. Στα πλαίσια της αντεξέτασης του, ο ΜΕ1 διαφώνησε ότι ο λογαριασμός χρεωνόταν με επιτόκιο προς 11,25% μετά τις 28.3.2010 που ήταν η περίοδος της 2ης Συμφωνίας. Παρέπεμψε σχετικά στις καταστάσεις λογαριασμού Τεκμήριο 8 για να δείξει ότι ο λογαριασμός χρεωνόταν με επιτόκιο προς 9.25% ως προνοούσε η Συμφωνία, που ακολούθως (με τη δημοσίευση Τεκμήριο 10) αυξήθηκε σε 9,75%. Τέθηκε στον ΜΕ1 ότι το έντυπο αλλαγής διεύθυνσης που παρουσίασε (Τεκμήριο 7) δεν υπογράφηκε από τον αποβιώσαντα. Ο ΜΕ1 διαφώνησε. Ανέφερε ότι το εν λόγω έντυπο βρίσκεται στον φάκελο της υπόθεσης, είναι συμπληρωμένο χειρόγραφα και υπογραμμένο από πρόσωπο που δηλώνει ο αποβιώσαντας και συνοδεύεται από λογαριασμό της αρχής ηλεκτρισμού και του κοινοτικού συμβουλίου Αγίου Τύχωνα προς επιβεβαίωση της νέας διεύθυνσης. Η βεβαίωση του κοινοτικού συμβουλίου είναι στο όνομα της Εναγόμενης 1 που στα πλαίσια της διαδικασίας τροποποίησης του τίτλου της αγωγής δηλώθηκε ως ήταν σύζυγος του αποβιώσαντα. Αυτή ήταν η μαρτυρία του ΜΕ
- ΜΕ
- Επόμενος μάρτυρας στη διαδικασία ήταν η κα Α. Ευαγγέλου (ΜΕ2). Η μάρτυρας, κατά τα έτη 2008 και 2009 εργαζόταν στο υποκατάστημα της Λεωφόρου Μακαρίου 117 ως business banker και ασχολείτο με αιτήματα και συμβόλαια μικρομεσαίων επιχειρήσεων. Στα πλαίσια της κυρίως εξέτασης της, η ΜΕ2 αναγνώρισε την υπογραφή της ως μάρτυρα στη Συμφωνία (Τεκμήριο 2) καθώς και στον Κατάλογο Προμηθειών και Χρεώσεων (Τεκμήριο 3) και στη 2η Συμφωνία (Τεκμήριο 4). Αναφορικά με τη διαδικασία υπογραφής της Συμφωνίας και της 2ης Συμφωνίας , η ΜΕ2 ανέφερε ότι η πρακτική που ακολουθείτο όταν ετοιμαζόταν μια συμφωνία προς υπογραφή ήταν να δίδεται αντίγραφο στον πελάτη για μελέτη και εάν συμφωνούσε, τότε την υπέγραφε. Σε αυτή την περίπτωση, η ΜΕ2 κατέθεσε ότι ο αποβιώσας είχε υπογράψει, στην παρουσία της, τις Συμφωνίες (Τεκμήρια 2 και 4). Επίσης, η ΜΕ2 ανέφερε ότι ο Κατάλογος Προμηθειών και Χρεώσεων είχε δοθεί στον αποβιώσαντα την ημέρα που υπογράφηκε η Συμφωνία, Τεκμήριο
- ΜΥ
- Τρίτος μάρτυρας για την Ενάγουσα ήταν ο κ. Α. Κωνσταντίνου που εργάζεται από το 2018 στην εταιρεία B2Kapital Cyprus Limited (ΜΕ3). Ο ΜΕ3 κατέθεσε αναφορικά με τη διαδικασία αγοραπωλησίας του επίδικου λογαριασμού από την Τράπεζα Κύπρου και την συνεπακόλουθη υποκατάσταση της ως Ενάγουσα στην αγωγή με την καταχώρηση σχετικών ειδοποιήσεων στο Δικαστήριο. Αναφορικά με την μεταφορά των αρχείων της Τράπεζας Κύπρου στην B2Kapital Cyprus Limited, ο ΜΕ3 ανέφερε τα εξής «το ηλεκτρονικό αρχείο της Τράπεζας μεταφέρθηκε αυτούσιο στο ηλεκτρονικό αρχείο που διατηρεί η Ενάγουσα στο οποίο καταχωρήθηκαν όλες οι πράξεις που αφορούσαν τον επίδικο λογαριασμό από το άνοιγμα του μέχρι και την ημερομηνία μεταβίβασης/υποκατάστασης καθώς και όλες οι πράξεις από την ημερομηνία μεταβίβασης/υποκατάστασης μέχρι και σήμερα. Από τις 8/5/2020 το ηλεκτρονικό αρχείο βρίσκεται υπό τον έλεγχο της Ενάγουσας και εξακολουθεί μέχρι και σήμερα να είναι ένα από τα συνήθη βιβλία της Ενάγουσας. Όλες οι καταχωρήσεις στον εν λόγω ηλεκτρονικό αρχείο συμπεριλαμβανομένων και των καταχωρήσεων για τον επίδικο λογαριασμό έγιναν κατά τη συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών της Τράπεζας και από τις 8/5/2020 της Ενάγουσας. Από τις 8/5/2020 το ηλεκτρονικό αρχείο βρίσκεται φυλαγμένο στις κτηριακές εγκαταστάσεις της Ενάγουσας και υπό τον έλεγχο της και εξακολουθεί μέχρι και σήμερα να είναι ένα από τα συνήθη βιβλία της Ενάγουσας και υπό τον έλεγχο της.» Πρόσθεσε ότι έλεγξε τις καταστάσεις λογαριασμού Τεκμήριο 8 και ότι τα στοιχεία που αναγράφονται στα τεκμήρια συμφωνούν με το αρχείο της Ενάγουσας. Παρουσίασε αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού που ετοίμασε για την περίοδο από 1.1.2020 μέχρι 11.2.2022 (Τεκμήριο 12) στην οποία αφαίρεσε χρεώσεις και έξοδα τα οποία η Ενάγουσα πλέον δεν αξιώνει. Επίσης, σε αυτή την κατάσταση λογαριασμού (Τεκμήριο 12) από 8.5.2020 (ημερομηνία μεταβίβασης του δανείου στην Ενάγουσα) δεν χρεώνεται τόκος υπερημερίας. Το δε συνολικό επιτόκιο μειώνεται από εκείνη την ημερομηνία σε 8%. Η αναδομημένη αυτή κατάσταση λογαριασμού κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Αναφορικά με την χρέωση του τόκου στην αναδομημένη αυτή κατάσταση λογαριασμού, ο ΜΕ3 ανέφερε ότι «ο τόκος, αν και προστίθεται κάθε φορά στη στήλη με την ένδειξη 'υπόλοιπο μετά τόκων' υπολογίζεται επί του κεφαλαίου που φαίνεται στη στήλη 'τοκοφόρο υπόλοιπο' και όχι στη στήλη 'υπόλοιπο και τόκοι' για να μη δημιουργείται ανατοκισμός.» Σύμφωνα με αυτή την κατάσταση το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού του Ενάγοντα ανέρχεται σε €31.082,88 πλέον τόκο προς 8% από 12.2.2022 και αυτό είναι το ποσό που αξιώνει η Ενάγουσα με την αγωγή. Κατά την αντεξέταση του ο ΜΕ3 ερωτήθηκε αναφορικά με τον υπολογισμό του τόκου. Σύμφωνα με τον ΜΕ3 μέχρι το 2014 στην αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού του ΜΕ1 είχε χρησιμοποιηθεί ο διαιρέτης 360 ημερών ενώ από το 2015 και εντεύθεν χρησιμοποιήθηκε διαιρέτης 365 ημερών και 366 ημερών για δίσεκτα έτη. Τέθηκε στον ΜΕ3 ότι στις αρχικές καταστάσεις λογαριασμού (Τεκμήριο 8) χρησιμοποιείτο η χρεολυτική μέθοδος στον υπολογισμό του τόκου ενώ στις αναδομημένες χρησιμοποιήθηκε η τοκοχρεολυτική μέθοδος. Ο ΜΕ3 συμφώνησε ότι η μέθοδος είναι διαφορετική υποστήριξε όμως ότι στην πράξη δεν υπήρχε διαφορά γιατί στις αρχικές καταστάσεις ο τόκος υπολογιζόταν στα ημερήσια υπόλοιπα ενώ στις αναδομημένες η κεφαλαιοποίηση γινόταν την 30/6 και 31/12 εκάστου έτους οπόταν δεν επηρεάζεται το υπόλοιπο του λογαριασμού. Με τη μαρτυρία του ΜΕ3 η πλευρά της Ενάγουσας έκλεισε την υπόθεση της. ΜΥ
- Για την πλευρά της Εναγόμενης 1, μοναδικός μάρτυρας ήταν ο κ. Μ. Κυριακίδης, χρηματοοικονομικός σύμβουλος με σχετικά ακαδημαϊκά προσόντα, που ασχολείται με την ανάλυση τραπεζικών λογαριασμών και υπολογισμό υπερχρεώσεων σε αυτούς και διευθυντής και μέτοχος της εταιρείας Kyriakides & Pareas Ltd (ΜΥ1). Ο ΜΥ1 ανέφερε ότι παρέλαβε από την Εναγόμενη 1 έγγραφα που αφορούν την παρούσα υπόθεση με οδηγίες όπως τα μελετήσει και καταλήξει σε ευρήματα κατά πόσο υπάρχουν λανθασμένες, αυθαίρετες ή υπερβολικές χρεώσεις. Σε περίπτωση που εντόπιζε τέτοιες, είχε οδηγίες να προβεί σε αναδόμηση του επίδικου λογαριασμού αφαιρώντας τις χρεώσεις αυτές ώστε να διαπιστωθεί κατά πόσο ο εν λόγω λογαριασμός παρουσίαζε υπέρβαση του ορίου του κατά τον χρόνο τερματισμού και κατ' επέκταση εάν το υπόλοιπο του λογαριασμού όπως υπολογίστηκε από τους Ενάγοντες είναι λανθασμένο. Στην γραπτή δήλωση που αποτέλεσε μέρος της κυρίως εξέτασης του, ο ΜΥ1 καταλήγει σε κάποια συμπεράσματα. Σε αυτά θα αναφερθώ στην πορεία κατά την ανάλυση και αξιολόγηση της μαρτυρίας του. Ο ΜΥ1 ετοίμασε αναδομημένη κατάσταση για τον επίδικο λογαριασμού την οποία παρουσίασε (Τεκμήριο 13). Εξήγησε ότι η αναδομημένη αυτή κατάσταση αρχίζει από τη χορήγηση του ορίου παρατραβήγματος μέχρι τον τερματισμό. Πρόσθεσε ότι κατά την ετοιμασία της το βασικό επιτόκιο της Τράπεζας Κύπρου διακυμάνθηκε με βάσει το βασικό επιτόκιο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και κράτησε το συμβατικό περιθώριο 4% για όλη τη διάρκεια εκτός από την περίοδο 26.11.2009 μέχρι 28.3.2010 όπου το περιθώριο είχε καθοριστεί σε 6% δυνάμει της 2ης Συμφωνίας. Σημείωσε επίσης ότι στην αναδομημένη του κατάσταση λογαριασμού έχει χρεώσει όλα τα έξοδα που χρέωσε η Τράπεζα Κύπρου βάσει των αρχικών της καταστάσεων λογαριασμού. Καταλήγει στην αναδομημένη του κατάσταση (Τεκμήριο 13) ότι το υπόλοιπο κατά την ημερομηνία τερματισμού της Συμφωνίας, ήτοι στις 3.4.2012, ήταν €9.884,50 αντί €10.4311,94 που αναγράφεται στην κατάσταση λογαριασμού που παρουσίασε η Τράπεζα. Στα πλαίσια της μαρτυρίας του αναφέρθηκε στον τρόπο υπολογισμού του τόκου με βάση τις αρχικές καταστάσεις λογαριασμού της Τράπεζας Κύπρου (Τεκμήριο 8). Ανέφερε ότι «η μέθοδος που χρησιμοποιεί το σύστημα της τράπεζας ονομάζεται χρεολύσια μέθοδος. Αυτή η μέθοδος υπολογίζει τόκους καθημερινά, τους οποίους συσσωρεύει σε ένα τρίτο λογαριασμό και τους κεφαλαιοποιεί κάθε έξι μήνες όπως είναι βάσει του περί Ελευθεροποίησης και Συναφών Θεμάτων Νόμος του 1999.» Συνέχισε αναφέροντας ότι στις αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού (Τεκμήριο 9), η Τράπεζα Κύπρου «χρησιμοποιεί άλλη μέθοδο υπολογισμού του τόκου και ονομάζεται τοκοχρεολυτική μέθοδος. Αυτή η μέθοδος υπολογίζει, μάλλον χρεώνει τόκους στο εκάστοτε υπόλοιπο ανά μήνα και κάθε φορά που μπαίνει οποιαδήποτε κατάθεση στον λογαριασμό πληρώνονται πρώτα όλοι οι τόκοι της περιόδου και ότι απομένει κατατίθεται έναντι του υπολοίπου.» Αναφορικά με την 2η Συμφωνία, ο ΜΥ1 ανέφερε ότι είχε συμφωνηθεί αύξηση το ορίου και αύξηση του επιτοκίου σε 11,25%. Η αύξηση του επιτοκίου έπρεπε να είχε ισχύσει μέχρι 28.3.2010 αλλά φαίνεται ότι ο χρόνος επιμηκύνθηκε με αποτέλεσμα να επηρεαστεί και το υπόλοιπο. Ο ΜΥ1 ανέφερε επίσης ότι η Συμφωνία Τεκμήριο 2 διέπεται από τον περί Καταναλωτικής Πίστης Νόμο επομένως έπρεπε το ποσό του ορίου που είχε χορηγηθεί να είχε διατεθεί για την χρηματοδότηση καθημερινών καταναλωτικών αναγκών του αποβιώσαντα. Διαπίστωσε όμως ότι το ποσό του ορίου είχε διοχετευθεί από τον αποβιώσαντα στον λογαριασμό της εταιρείας του. Ένεκα τούτου, η θέση του ΜΥ1 είναι ότι το όριο παρατραβήγματος δεν είχε χρησιμοποιηθεί για τον σκοπό που δόθηκε. Στα πλαίσια της μαρτυρίας του, ο ΜΥ1 αναφέρθηκε και σε πρόνοιες της Συμφωνίας Τεκμήριο 2 που θεωρεί ότι είναι καταχρηστικές. Περιλαμβάνουν πρόνοιες που αφορούν δικαίωμα της τράπεζας για μεταβολή του επιτοκίου, χρέωση συγκεκριμένου ποσοστού ως τόκου υπερημερίας κτλ. Σε αυτά θα επανέλθω στην πορεία. Υποστήριξε περαιτέρω ο ΜΥ1 ότι η Τράπεζα Κύπρου προέβαινε σε κεφαλαιοποίηση του τόκου 4 φορές κατ΄ έτος. Παρέπεμψε στις καταστάσεις λογαριασμού Τεκμήριο 8 και σημείωσε ότι κάθε τρίμηνο υπάρχει αναφορά σε χρεωστικούς τόκους που ο ίδιος ερμήνευσε ότι παραπέμπουν σε κεφαλαιοποίηση. Υποστήριξε ότι αυτό επιβάρυνε το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού. Ανέφερε επίσης ότι ένεκα της χρήσης του διαιρέτη των 360 ημερών μέχρι το 2015 στον υπολογισμό του τόκου, με βάσει τους δικούς του υπολογισμούς, ο λογαριασμός επιβαρύνθηκε με επιπλέον €39,37 παρά εάν ο υπολογισμός είχε γίνει με βάσει τον πραγματικό αριθμό ημερών του ημερολογιακού έτους. Κατά την αντεξέταση του, ο ΜΥ1 ανέφερε ξανά ότι στην ετοιμασία της αναδομημένης κατάστασης λογαριασμού Τεκμήριο 9 «η τράπεζα χρεώνει τόκους και οποιεσδήποτε καταθέσεις γίνονται στις περιόδους μεταξύ των κεφαλαιοποιήσεων πληρώνονται πρώτα οι συσσωρευμένοι τόκοι και ότι παραμένει πηγαίνει έναντι του κεφαλαίου». Σημείωσε ότι η τράπεζα δεν χρησιμοποιούσε εκείνη τη μέθοδο κατά την ετοιμασία των αρχικών καταστάσεων λογαριασμού αλλά επέλεξε να την χρησιμοποιήσει κατά την ετοιμασία των αναδομημένων. Συμφώνησε ότι την ημερομηνία 18.7.2011 που ξεκινά η αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού (Τεκμήριο 9) το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού ήταν το ίδιο ως αναγράφεται κατά την ίδια ημερομηνία στις αρχικές καταστάσεις λογαριασμού (Τεκμήριο 8). Ανέφερε όμως ότι η εν λόγω ημερομηνία δεν είναι ούτε η ημερομηνία ανοίγματος του λογαριασμού ούτε η ημερομηνία τερματισμού του. Συμφώνησε όμως ότι δεν υπάρχει κάποιος κανόνας που να απαγορεύει την έναρξη της αναδομημένης κατάστασης λογαριασμού κατά την ημερομηνία εκείνη. Η συνήγορος της Ενάγουσας έθεσε στον μάρτυρα ότι δεν γινόταν κεφαλαιοποίησης του τόκου τέσσερεις φορές τον χρόνο στις αρχικές καταστάσεις λογαριασμού (Τεκμήριο 8). Τέθηκε στον μάρτυρα ότι «απλά για ενημερωτικούς σκοπούς των πελατών στις καταστάσεις λογαριασμού αναγράφεται εκεί το ποσό του τόκου όμως δεν χρεώνονται κεφαλαιοποιήσεις δύο και τέσσερις φορές όπως λέτε.» Του υποδείχθηκαν ακολούθως συγκεκριμένα παραδείγματα από τις καταστάσεις λογαριασμού που αφορούσαν καταχωρήσεις στις 30.9.2011 και 31.12.2011 προς υποστήριξη αυτής της θέσης. Η τοποθέτηση του μάρτυρα ήταν ότι «Φαίνεται ξεκάθαρα πλέον ότι κατά την ημερομηνία χρέωσης των τόκων των συγκεκριμένων υπάρχουν δύο ημερομηνίες. Υπάρχει η ημερομηνία συναλλαγής που είναι η 30/9 και υπάρχει και η ημερομηνία αξίας που είναι 31/12/
- Στις προηγούμενες σελίδες όμως δεν αναγράφεται η ημερομηνία αξίας και παράλληλα όπως έχω επεξηγήσει χρεώνεται το υπόλοιπο. Άρα αν η τράπεζα ίσως βλέποντας αυτήν την αδυναμία της να χρεώνει σωστά τους τόκους άλλαξε λογισμικό σύστημα και πλέον το έκανε ξεκάθαρο. Εντάξει, είναι προς όφελος της τράπεζας αυτό, αλλά κατά τις αρχικές συμβάσεις που φαίνεται ξεκάθαρα ότι είναι διαφορετική, είναι διαφορετική σελίδα είναι άλλο σύστημα είναι διαφορετικό λογισμικό σύστημα δεν μπορούσε να το κάνει αυτό η τράπεζα. Δεν φαίνεται ξεκάθαρα διότι στις αρχικές συμβάσεις, στις αρχικές καταστάσεις λογαριασμού υπάρχει μόνο μια ημερομηνία, δεν υπάρχει ημερομηνία αξίας.» Τέθηκε στον μάρτυρα ότι και πριν το 2011 η τράπεζα κεφαλαιοποιούσε μόνο δύο φορές το χρόνο και το μόνο που ήταν διαφορετικό ήταν η αποτύπωση αυτής της πράξης στις καταστάσεις λογαριασμού. Ο ΜΥ1 απάντησε «Από τη στιγμή που η κατάσταση της τράπεζας δεν είναι ξεκάθαρη δεν μπορώ να είμαι σίγουρος 100% ότι η τράπεζα έχει μια κρυμμένη ημερομηνία η οποία δεν είναι ξεκάθαρη στις καταστάσεις λογαριασμού.» Ζητήθηκε τότε από τον μάρτυρα να υπολογίσει ποια θα ήταν η διαφορά στο υπόλοιπο εάν η κεφαλαιοποίηση γινόταν 2 φορές τον χρόνο και όχι 4 φορές, ως ο ίδιος ισχυρίζεται ότι ήταν η πρακτική πριν το
- Ο μάρτυρας απάντησε «πρώτο για να υπολογιστούν οποιοιδήποτε τόκοι ή να γίνουν μαθηματικές πράξεις μπορούν να γίνουν αυτήν τη στιγμή διότι όπως πολύ καλά ξέρετε η χρέωση, ο τόκος χρεώνεται επί ημερήσιας βάσεως και η φόρμουλα υπολογισμού είναι μια δύσκολη και μεγάλη εξίσωση, η οποία δεν μπορεί να υπολογιστεί αυτήν την στιγμή εδώ μπροστά μας. Όπως έχω εξηγήσει έχω προχωρήσει σε δική μου αναδομημένη κατάσταση και μπορώ να σας διαβάσω από αυτήν που έχω κάνει. Τώρα αν προσπαθείτε να με βάλετε να σας υπολογίσω βάσει των καταστάσεων λογαριασμού της τράπεζας αν χρέωνε με δύο φορές τόκους τον χρόνο ή με τέσσερις δεν μπορώ αυτή τη στιγμή να υπολογίσω.» Αντεξεταζόμενος σε σχέση με την αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού που ετοίμασε (Τεκμήριο 13) ο ΜΥ1, ανέφερε ότι είχε χρησιμοποιήσει το εκάστοτε επιτόκιο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας πλέον το συμβατικό περιθώριο. Εξηγώντας τη χρήση του βασικού επιτοκίου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, ο ΜΥ1 ανέφερε ότι «από 1.1.2008 όταν μπήκαμε στην Ευρωζώνη όλες οι τράπεζες έπρεπε να εφαρμόζουν τα επιτόκια της Ευρωζώνης και συγκεκριμένα το βασικό επιτόκιο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Υπάρχει συγκεκριμένη απόφαση της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου ημερομηνίας 27/12/2007 που αναφέρει αυτά που σας λέω. Τώρα, αν η Τράπεζα Κύπρου δεν ακολουθούσε τις οδηγίες της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου και κρατούσε το συμβατικό της επιτόκιο σταθερό ήταν λανθασμένη πρακτική, η οποία προκάλεσε επιπλέον υπερχρεώσεις. Εγώ ορθά χρησιμοποίησα το συμβατικό επιτόκιο, το διακύμανα όμως με βάσει τους δείκτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης που έτσι έπρεπε να έκανε και η τράπεζα.» Αντίγραφο εκείνης της απόφασης της Κεντρικής Τράπεζας κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Σημειώνω ότι σύμφωνα με το κείμενο της απόφασης εκείνης (Τεκμήριο 16) αυτή: «υφιστάμενα δάνεια σε λίρες Κύπρου που φέρουν κυμαινόμενο επιτόκιο [.] με την μετατροπή των δανείων αυτών σε ευρώ, σύμφωνα με τους περί Υιοθέτησης του Ευρώ Νόμους του 2007, θα εφαρμόζεται ως βασικό επιτόκιο το αντίστοιχο επιτόκιο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας.» Ενόψει του ότι το επίδικο δάνειο δεν ήταν σε λίρες Κύπρου αλλά σε ευρώ, τέθηκε στον μάρτυρα ότι δεν εφαρμόζεται η εν λόγω απόφαση και λανθασμένα χρησιμοποίησε στην αναδομημένη κατάσταση το επιτόκιο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Ο ΜΥ1 απάντησε ότι «Συμφωνώ μαζί σας ότι αναφέρεται σε δάνεια τα οποία θα μετατρέπονταν σε ευρώ από την 1/1/2008 [.] Δεν διαφωνούμε. Εγώ απλά λέω και στη δική μου την ανάλυση διακύμανα το επιτόκιο της τράπεζας όπως διακυμάνθηκαν όλοι οι δείκτες της Ευρωζώνης. [.] Επί της ουσίας όποιος χρεώνει επιτόκιο θα πρέπει να μας αντλεί από ποια επιτόκια αναφοράς χρησιμοποιά για να διακυμάνει το επιτόκιο. Εγώ στη δική μου την ανάλυση άντλησα σαν επιτόκιο αναφοράς το βασικό επιτόκιο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, άρα όπως διακυμάνθηκε το βασικό επιτόκιο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας διακύμανα και εγώ με τη σειρά μου το κυμαινόμενο επιτόκιο που διέπεται από τη σύμβαση. Αυτό έχω κάνει.» Τέθηκε στον ΜΥ1 ότι η Τράπεζα Κύπρου είχε αυξήσεια το βασικό επιτόκιο της πό 3.4.2011 με την ανακοίνωση στον τύπο Τεκμήριο 10, ώστε να προκύπτει «αύξηση του βασικού επιτοκίου Τράπεζας Κύπρου των τρεχούμενων λογαριασμών που είναι συνδεδεμένοι με το επιτόκιο αυτό και των δανείων που έχουν χορηγηθεί κατά ή μετά την 1/1/2008 και είναι συνδεδεμένα με το επιτόκιο αυτό, από 5,25% σε 5,75%.» Η θέση του μάρτυρα ήταν ότι «κοιτάξτε, η τράπεζα μας έχει δείξει βάσει των καταχρηστικών όρων που έχει μέσα στη σύμβαση της ότι δικαιούται να αυξάνει ή να μειώνει όποτε θέλει το βασικό επιτόκιο. Εγώ μπορώ να σας φέρω όλα τα ευρωπαϊκά επιτόκια κατά την ίδια περίοδο και να σας υποδείξω ότι τα επιτόκια έχουν μειωθεί, αλλά η Τράπεζα Κύπρου προτίμησε να τα αυξήσει μέσω ανακοίνωσης στον τύπο όπως αυτή δικαιούται να πράττει βάσει της σύμβασης της.» Πρόσθεσε ο μάρτυρας ότι δεν έλαβε υπόψη αυτή τη δημοσίευση (Τεκμήριο 10) γιατί θεωρεί ότι είναι καταχρηστικός ο όρος 11 της παραγράφου 2 της Συμφωνίας, Τεκμήριο 2, βάσει της οποίας εκδόθηκε. Ζητήθηκε από τον μάρτυρα να εξηγήσει πως κατέληξε ότι η Τράπεζα Κύπρου χρησιμοποιούσε ως διαιρέτη τις 360 μέρες για τον υπολογισμό του τόκου. Ο ΜΥ1 ανέφερε ότι δεν προκύπτει από την κατάσταση λογαριασμού ότι χρησιμοποιείται αυτός ο διαιρέτης και διευκρίνισε ότι «εγώ χρησιμοποίησα επαναλαμβάνω εγώ για τη δική μου την αναδομημένη κατάσταση υπολόγιζα με δύο φορές κεφαλαιοποίηση τον χρόνο αντί με τέσσερις που χρέωνε η τράπεζα σας, με 365 μέρες αντί με 360 που χρέωνε η τράπεζα και διακύμανα το επιτόκιο βάσει του δείκτη της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας ως επιτόκιο αναφοράς και έβγαλα μια διαφορά. Μπορώ να εξηγήσω και πως επεξήγησα πως έφτασα εγώ στο δικό μας το υπόλοιπο, στο υπόλοιπο της τράπεζας. Είναι η τράπεζα που πρέπει να επεξηγήσει αν χρέωνε με 360 ή
- Δεν μπορώ να υπολογίσω εγώ αν η τράπεζα χρέωνε με 360 ή
- Είναι δουλειά της τράπεζας να εξηγήσει τι χρέωνε. Η δουλειά μου εμένα είναι να επεξηγήσω τι χρέωνα εγώ.» Συμφώνησε όμως ο μάρτυρας ότι από το 2015 και εντεύθεν η τράπεζα χρέωνε με βάσει τον διαιρέτη των 365 ημερών. Τέθηκε στον ΜΥ1 ότι με την αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού που παρουσίασε ο ΜΕ3 (Τεκμήριο 12), η Ενάγουσα έχει περαιτέρω μειώσει την απαίτηση της αφού αφαίρεσε από τις αξιώσεις της και τις χρεώσεις τόκου υπερημερίας προς 2% που είχαν αρχικά περιορίσει με την αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού Τεκμήριο
- Ο ΜΥ1 απάντησε «Μπράβο στην τράπεζα που μείωσε τα επιτόκια.» Αυτή ήταν η μαρτυρία του ΜΥ
- Τελικές αγορεύσεις. Μετά το πέρας της παρουσίασης της μαρτυρίας, οι συνήγοροι της κάθε πλευράς ανέπτυξαν τις θέσεις και τα επιχειρήματα τους σε γραπτές τελικές αγορεύσεις το περιεχόμενο των οποίων έχω μελετήσει. Έχω επίσης μελετήσει τη νομολογία στην οποία παραπέμπουν. Ειδική αναφορά σε κάποια από τα επιχειρήματα που έχουν εγερθεί γίνεται κατωτέρω. Αξιολόγηση. Κατά τη διάρκεια της ακρόασης παρακολούθησα τους μάρτυρες που κατέθεσαν στο Δικαστήριο και εξέτασα το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους. Έχω επίσης μελετήσει το περιεχόμενο των διαφόρων εγγράφων που κατατέθηκαν ως Τεκμήρια. Έχω υπόψη μου τις αρχές που έχει καθορίσει η νομολογία αναφορικά με την αξιολόγηση της μαρτυρίας, οι οποίες συνιστούν οδηγό στον τρόπο που προσέγγισα τη μαρτυρία στην παρούσα υπόθεση. Σε αυτή τη βάση προχωρώ στην αξιολόγηση της μαρτυρίας που παρουσιάστηκε. ΜΕ
- Ξεκινώ από τον ΜΕ
- Η σημασία της μαρτυρίας του εστιάζεται στην παρουσίαση των διαφόρων εγγράφων από τα οποία προκύπτει και στα οποία βασίζεται η αξίωση των Εναγόντων. Πέραν από την πρόσβαση του στον φάκελο που η Τράπεζα Κύπρου διατηρούσε και διατηρεί για την παρούσα υπόθεση, η άμεση εμπλοκή του ουσιαστικά περιορίζεται στην ετοιμασία της αναδομημένης κατάστασης λογαριασμού Τεκμήριο
- Εξήγησε με σαφήνεια τις δικές του ενέργειες. Παράλληλα εξήγησε την πηγή των πληροφοριών του για τα ζητήματα που δεν είχε άμεση γνώση ενώ ήταν σαφής εξηγώντας πως λειτούργησε στην ετοιμασία της αναδομημένης κατάστασης λογαριασμού Τεκμήριο
- Κατά την αντεξέταση δεν διέκρινα οποιεσδήποτε ουσιαστικές αδυναμίες στις απαντήσεις του. Παράλληλα, είναι λειτουργός της Τράπεζας Κύπρου η οποία έχει πλέον μεταβιβάσει τα δικαιώματα της σε σχέση με τον επίδικο τρεχούμενο λογαριασμό στην B2Kapital Cyprus Limited. Αυτό το δεδομένο ουσιαστικά τον αποστασιοποιεί από τα γεγονότα αφού ο εργοδότης του δεν έχει άμεσο συμφέρον για την έκβαση της υπόθεσης. Ένα σημείο της μαρτυρίας του στο οποίο επικεντρώθηκε μέρος της αντεξέτασης αφορούσε το επιτόκιο με το οποίο χρεωνόταν το υπόλοιπο του λογαριασμού. Συγκεκριμένα, όπως έχω προαναφέρει, στην γραπτή του δήλωση είχε πει μεταξύ άλλων ότι μεταξύ 26.11.2009 (ημερομηνία υπογραφή της 2ης Συμφωνίας) και 13.4.2012 το υπόλοιπο του λογαριασμού χρεωνόταν με επιτόκιο 11,25% ήτοι βασικό επιτόκιο 5,25% πλέον περιθώριο 6%. Η πλευρά της Εναγόμενης 1 στάθηκε στο ότι η 2η Συμφωνία (που προέβλεπε για αύξηση του περιθωρίου από 4% σε 6%) είχε ισχύ μέχρι 28.3.2010 οπόταν και θα έπρεπε να επανέλθει το επιτόκιο που προέβλεπε η αρχική Συμφωνία που ήταν 9,25%. Με βάσει αυτή την αναφορά στην γραπτή δήλωση του ΜΕ1, είναι η εισήγηση της Εναγόμενης 1 ότι υπήρχε υπερχρέωση τόκου για την περίοδο από 29.3.2010 μέχρι 13.4.
- Η συνήγορος της Ενάγουσας υποστήριξε ότι η αναφορά του μάρτυρα στην γραπτή του δήλωση στην ημερομηνία 13.4.2012 συνιστά τυπογραφικό λάθος. Παρέπεμψε σε άλλες αναφορές του ΜΕ1 κατά τη μαρτυρία του καθώς και στο περιεχόμενο των καταστάσεων λογαριασμού Τεκμήρια 8 και 9, για να υποστηρίξει ότι από 28.3.2010 το επιτόκιο είχε μειωθεί στα επίπεδα που προνοούσε η αρχική Συμφωνία. Έχοντας εξετάσει τη μαρτυρία του ΜΕ1 στο σύνολο της καθώς και το περιεχόμενο των αρχικών καταστάσεων λογαριασμού (Τεκμήριο 8) και της αναδομημένης κατάστασης λογαριασμού (Τεκμήριο 9) θεωρώ ότι η όποια ασυνέπεια μεταξύ της γραπτής δήλωσης του ΜΕ1 και της υπόλοιπης μαρτυρίας διευκρινίζεται επαρκώς. Κατά την αντεξέταση του ο ΜΕ1 σε διάφορες περιπτώσεις ανέφερε ότι μετά τις 13.4.2012 το επιτόκιο του λογαριασμού ήταν 9,25% που ακολούθως αυξήθηκε σε 9,75% δυνάμει της ανακοίνωσης Τεκμήριο
- Επιπλέον, ότι το επιτόκιο δεν ήταν 11,25% μέχρι 13.4.2012 προκύπτει και από το περιεχόμενο και αντίστοιχες καταχωρήσεις της σχετικής περιόδου τόσο στις αρχικές καταστάσεις λογαριασμού (Τεκμήριο 8) όσο και στην αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού (Τεκμήριο 9). Θεωρώ επομένως ότι αυτή η ασάφεια δεν πλήττει την αξιοπιστία του μάρτυρα και ότι το ζήτημα έχει αποσαφηνιστεί. Ενόψει των πιο πάνω διαπιστώσεων, κρίνω ότι ο ΜΕ1 ήταν μάρτυρας αξιόπιστος και αποδέχομαι τη μαρτυρία του ως προς τις ενέργειες στις οποίες προέβη, τις πληροφορίες που έχει αντλήσει και τη δική του εμπλοκή και γνώση της υπόθεσης. Δέχομαι επίσης ότι τα έγγραφα που παρουσίασε περιήλθαν στην κατοχή του κατά τον τρόπο που περιέγραψε και ότι τα παρουσίασε στο Δικαστήριο χωρίς οποιαδήποτε παρέμβαση ή αλλοίωση από μέρους του. ΜΕ
- Προχωρώντας στη ΜΕ
- Η μάρτυρας είχε άμεση γνώση των συνθηκών υπογραφής των δύο Συμφωνιών, Τεκμήρια 2 και
- Εξήγησε τη σχετική πρακτική που ακολουθούσε η Τράπεζα κατά τον χρόνο εκείνο και αναγνώρισε θετικά την υπογραφή της ως μάρτυρας των υπογραφών του αποβιώσαντα επιβεβαιώνοντας ότι οι Συμφωνίες υπογράφτηκαν από τον ίδιο. Κρίνω ότι ήταν σαφής στις απαντήσεις της, οι επεξηγήσεις που έδινε ήταν πειστικές, περιεκτικές και ξεκάθαρες και θεωρώ ότι δεν είχε πρόθεση να παραποιήσει γεγονότα ή να παραπλανήσει το Δικαστήριο. Ούτε κλονίστηκε κατά την αντεξέταση. Συνεπώς, θεωρώ ότι η ΜΕ2 ήταν μάρτυρας αξιόπιστη και η μαρτυρία της γίνεται αποδεκτή. Να προσθέσω ότι η δικογραφημένη θέση της Εναγόμενης 1 είναι ότι ο αποβιώσας δεν υπέγραψε τις σχετικές συμφωνίες. Όμως, αυτή η αμφισβήτηση, την οποία η ΜΕ2 θεωρώ αντέκρουσε με επάρκεια, παρέμεινε σε θεωρητικό επίπεδο υποβολών και ερωτήσεων από πλευράς των συνηγόρων της Εναγόμενης
- Καμία μαρτυρία παρουσιάστηκε που να τεκμηριώνει ή να προσδίδει κάποια βαρύτητα στις θέσεις αυτές. ΜΕ
- Θετική ήταν και η εικόνα που άφησε ο ΜΕ
- Κατά τη διάρκεια της μαρτυρίας του εξήγησε με σαφήνεια πως έγινε η παράδοση των αρχείων της Τράπεζας Κύπρου στη νυν Ενάγουσα, μετά την απόκτηση του επίδικου λογαριασμού. Με την ίδια σαφήνεια εξήγησε τους ελέγχους στους οποίους προέβη στα αρχεία που παραλήφθηκαν από την Τράπεζα αλλά και στα αρχεία που τηρεί η B2Kapital Cyprus Limited σε σχέση με τον επίδικο λογαριασμό. Επιπρόσθετα, ήταν σαφής στον τρόπο που ενήργησε κατά την ετοιμασία της αναδομημένης κατάστασης λογαριασμού Τεκμήριο 12 και τον περιορισμό των αξιώσεων της Ενάγουσας ως προς τον τόκο υπερημερίας. Κατά την αντεξέταση, η καλή εικόνα του μάρτυρα δεν κλονίστηκε ούτε τέθηκε σε αμφιβολία η αλήθεια της μαρτυρίας του, η οποία γίνεται αποδεκτή. ΜΥ
- Προχωρώ στη μαρτυρία του λογιστή / ελεγκτή, ΜΥ
- Η μαρτυρία του έχει προσφερθεί από την Εναγόμενη 1 ως μαρτυρία εμπειρογνώμονα για να αμφισβητήσει, ουσιαστικά, την ορθότητα του αξιούμενου ποσού. Η ιδιότητα του μάρτυρα δεν αμφισβητήθηκε από την πλευρά των Εναγόντων. Στα πλαίσια της κυρίως εξέτασης του αναφέρθηκε αναλυτικά στα ακαδημαϊκά και επαγγελματικά του προσόντα καθώς και την εμπειρία του στη μελέτη καταστάσεων λογαριασμού που ετοιμάζονται από τραπεζικά ιδρύματα[1]. Δέχομαι ότι αυτά τα προσόντα και εμπειρία του παρέχουν πραγματογνωμοσύνη στο συγκριμένο αντικείμενο. Ο ρόλος και το καθήκον ενός εμπειρογνώμονα είναι να εφοδιάσει το Δικαστήριο με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για τον έλεγχο της ορθότητας των συμπερασμάτων του, έτσι που να μπορέσει το Δικαστήριο να διαμορφώσει τη δική του ανεξάρτητη κρίση με την εφαρμογή αυτών των κριτηρίων πάνω στα γεγονότα που αποδεικνύει η μαρτυρία[2]. Στρέφομαι επομένως, στο περιεχόμενο της μαρτυρίας του ΜΥ1, από την οποία έχω παραθέσει πιο πάνω κάποια εκτενή αποσπάσματα. Μεγάλο μέρος των απόψεων του μάρτυρα βασίστηκε στην αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού (Τεκμήριο 13) που ετοίμασε στα πλαίσια της εντολής που έλαβε. Βασίστηκε στο περιεχόμενο και αποτέλεσμα αυτής της κατάστασης λογαριασμού για να υποστηρίξει τη θέση του περί λανθασμένης τήρησης των αρχικών καταστάσεων λογαριασμού της Τράπεζας και λαθών στην ετοιμασία της αναδομημένης κατάστασης λογαριασμού από τον ΜΕ1 (Τεκμήρια 8 και 9). Όμως, όπως διαφάνηκε κατά την αντεξέταση, τα δεδομένα που χρησιμοποίησε κατά την ετοιμασία της δικής του κατάστασης λογαριασμού ήταν αυθαίρετα ή, τουλάχιστον, δεν βασίστηκαν στις πρόνοιες των επίδικων Συμφωνιών. Ειδικότερα, φάνηκε ότι η επιλογή του να χρησιμοποιήσει τις διακυμάνσεις του βασικού επιτοκίου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας καμία σχέση είχε με το κείμενο των Συμφωνιών. Έχω παραθέσει πιο πάνω εκτενή αποσπάσματα από τη μαρτυρία του που είναι σχετικά. Ουσιαστικά, για να δικαιολογήσει αυτή του την επιλογή επικαλέστηκε την απόφαση της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου Τεκμήριο
- Όμως, όπως φαίνεται και από το απόσπασμα της εν λόγω απόφασης (Τεκμήριο 16) που έχω παραθέσει, αυτή δεν εφαρμόζεται στην περίπτωση των επίδικων Συμφωνιών που αφορούσαν χορήγηση ορίου σε € και όχι σε ΛΚ. Ενόψει αυτού του δεδομένου, δεν μπορώ να αποδεχτώ την αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού (Τεκμήριο 13) που ετοίμασε ως ορθή για την περίπτωση του επίδικου λογαριασμού και να βασιστώ σε αυτή για την εξαγωγή συμπερασμάτων. Αναφορικά με την αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού που ετοίμασε ο ΜΕ1 (Τεκμήριο 9), ο ΜΥ1 υποστήριξε ότι αυτή ξεκινά σε μια άσχετη, άγνωστη ημερομηνία που δεν είναι ούτε η ημερομηνία ανοίγματος του λογαριασμού ούτε η ημερομηνία τερματισμού της λειτουργίας του. Όμως, ανεξάρτητα από την ημερομηνία της πρώτης καταχώρησης στην αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού (Τεκμήριο 9), το σημαντικό είναι ότι κατά την ημερομηνία της πρώτης καταχώρησης το χρεωστικό υπόλοιπο είναι το ίδιο με το αντίστοιχο υπόλοιπο που παρουσιάζεται στις αρχικές καταστάσεις λογαριασμού Τεκμήριο
- Εξ άλλου, ο ΜΕ1 εξήγησε τον σκοπό που ετοίμασε την αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού και ότι ξεκίνησε από την ημερομηνία της τελευταίας πράξης πριν τον τερματισμό του λογαριασμού. Δεν ήταν η πρόθεση του ΜΕ1 να καλύψει όλη την περίοδο από το άνοιγμα του λογαριασμού και εντεύθεν αλλά να επικεντρωθεί στο υπόλοιπο μετά τον τερματισμό της Συμφωνίας. Δεν μπορώ να δεχτώ επομένως ότι η ημερομηνία που ξεκινά η αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού συνιστά ουσιαστικό μειονέκτημα. Προχωρώντας, ο ΜΥ1 υποστήριξε ότι η μέθοδος υπολογισμού του τόκου στην αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού ήταν εις βάρος του αποβιώσαντα. Υποστήριξε ότι είχε χρησιμοποιηθεί η τοκοχρεωλυτική μέθοδος που είχε ως αποτέλεσμα το χρεωστικό υπόλοιπο που προκύπτει να είναι επαυξημένο. Επί αυτού πρέπει να κάνω δύο παρατηρήσεις. Η πρώτη είναι ότι αντίστοιχες θέσεις δεν υποβλήθηκαν στον ΜΕ1 που ετοίμασε την αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού (Τεκμήριο 9) κατά την αντεξέταση του ώστε να τοποθετηθεί και να δώσει τις απαντήσεις του. Επιπρόσθετα, κατά την αντεξέταση του ΜΥ1, τέθηκε στον μάρτυρα ότι καμία επιβάρυνση προκλήθηκε ένεκα του τρόπου υπολογισμού του τόκου στην αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού σε αντιπαραβολή με τον τρόπο υπολογισμού στις αρχικές καταστάσεις λογαριασμού (Τεκμήριο 8). Ο ΜΥ1 διαφώνησε με τη θέση αυτή όμως δεν ήταν σε θέση να εξηγήσει στα πλαίσια της πραγματογνωμοσύνης του ποιο είναι το ποσό της πρόσθετης επιβάρυνσης που ισχυρίστηκε ότι προέκυψε ώστε να στοιχειοθετήσει το επιχείρημα του. Οι αναφορές του σε υπερχρεώσεις €39,37 ήταν - κατά τη θέση του - το αποτέλεσμα χρησιμοποίησης διαιρέτη 365 ημερών, διακύμανσης του επιτοκίου με βάση το βασικό επιτόκιο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και μεθόδου υπολογισμού του τόκου και πιστώσεων. Οπόταν οι αναφορές στο ποσό αυτό δεν βοηθούν στο να διακριβωθεί εάν προέκυπτε επιβάρυνση από τη τοκοχρεολυτική μέθοδο που ακολουθήθηκε στην αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού Τεκμήριο
- Η θέση του ΜΥ1 περί κεφαλαιοποίησης του τόκου 4 φορές κατ΄ έτος για μέρος της περιόδου που καλύπτουν οι αρχικές καταστάσεις λογαριασμού (Τεκμήριο 8) επίσης θεωρώ ότι δεν στοιχειοθετείται επαρκώς. Όπως και προηγουμένως, σημειώνω ότι η θέση αυτή δεν τέθηκε στον ΜΕ1, τον λειτουργό της Τράπεζας Κύπρου που είχε στην κατοχή του το σύνολο του αρχείου της Τράπεζας από το οποίο προήλθαν οι καταστάσεις λογαριασμού και που θα μπορούσε να τοποθετηθεί για την Τράπεζα. Περαιτέρω, όταν αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση η θέση του ΜΥ1 ότι γινόταν ανατοκισμός 4 φορές κατ΄ έτος, ο ΜΥ1 δεν ήταν σε θέση το αντικρούσει με συγκεκριμένα στοιχεία. Σχετικά αποσπάσματα από τη μαρτυρία του έχω παραθέσει πιο πάνω. Εφόσον πρόκειται για θέση που προβάλλεται από την πλευρά της Εναγόμενης 1, η υποχρέωση να τη στοιχειοθετήσουν βαραίνει αυτή την πλευρά. Κρίνω ότι οι σχετικές απαντήσεις του μάρτυρα δεν το επιτυγχάνουν. Σημειώνω ότι αυτό το ζήτημα είχε τεθεί στον ΜΕ1 κατά την αντεξέταση του. Ενόψει των πιο πάνω, κρίνω ότι η μαρτυρία του ΜΥ1 δεν έχει τη σαφήνεια, αντικειμενικότητα και επιστημονική υφή που αναμένεται από μια μαρτυρία αυτού του είδους και φύσης ώστε να μπορεί να κριθεί βοηθητική για τη διαμόρφωση του αποτελέσματος μιας υπόθεσης όπως η παρούσα. Ευρήματα. Στη βάση της πιο πάνω αξιολόγηση της μαρτυρίας, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα ως προς τα ουσιώδη γεγονότα και δεδομένα που περιβάλλουν την υπόθεση. 1 Ο ΜΕ1 είναι στην υπηρεσία της Τράπεζας και ένας από τους λειτουργούς που χειρίζονταν την παρούσα υπόθεση. 2 Η Τράπεζα Κύπρου και ο αποβιώσας υπέγραψαν τη Συμφωνία Τεκμήριο 2, η οποία συνοδεύεται από τον Πίνακα Επιτοκίων και Χρεώσεων Τεκμήριο
- Η ΜΕ2 ήταν μάρτυρας της υπογραφής του αποβιώσαντα 3 Με την υπογραφή της Συμφωνίας η Τράπεζα Κύπρου άνοιξε στο όνομα του αποβιώσαντα τον επίδικο τρεχούμενο λογαριασμό με όριο €10.
- 4 Στις 26.11.2009 η Τράπεζα Κύπρου και ο αποβιώσαντας υπέγραψαν τη 2η Συμφωνία Εγγύησης Τεκμήριο
- Η ΜΕ2 ήταν μάρτυρας της υπογραφής του αποβιώσαντα 5 Η Τράπεζα Κύπρου απέστειλε προς τον αποβιώσαντα τις επιστολές Τεκμήρια 5 και 6, με περιεχόμενο ως περιγράφω πιο πάνω. Είχε προηγηθεί η υπογραφή από τον αποβιώσαντα του εντύπου αλλαγής διεύθυνσης Τεκμήριο
- 6 Η δέσμη του Τεκμηρίου 8 αποτελεί μέρος του αρχείου της Τράπεζας Κύπρου και συνιστά τις καταστάσεις λογαριασμού του επίδικου λογαριασμού που τηρούνταν από την Τράπεζα Κύπρου για την περίοδο από το άνοιγμα του λογαριασμού μέχρι την πώληση του στην B2Kapital Cyprus Limited. Σε αυτές καταγράφονται αναλυτικά όλες οι πράξεις που αφορούν τον επίδικο Λογαριασμό για εκείνη την περίοδο. 7 Η αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού Τεκμήριο 9 ετοιμάστηκε από τον ΜΕ1 και βασίστηκε στις καταχωρήσεις των καταστάσεων λογαριασμού του Τεκμηρίου
- Ο ΜΕ1 ετοίμασε την αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού, Τεκμήριο 9, κατά τον τρόπο που περίγραψε στη μαρτυρία του και αναφέρω πιο πάνω. Ο ΜΕ1 δεν χρέωσε τόκο υπερημερίας μέχρι την ημερομηνία τερματισμού της Συμφωνίας Δανείου ενώ από τον τερματισμό και μετέπειτα χρέωσε τόσο υπερημερίας σε ποσοστό 2%. 8 Το Τεκμήριο 10 είναι αντίγραφο δημοσίευσης που έγινε στον ημερήσιο τύπο από την Τράπεζα Κύπρου αναφορικά με μεταβολή του βασικού της επιτοκίου, ως εκεί αναφέρεται. 9 Το αρχείο της Τράπεζα Κύπρου μεταφέρθηκε στην νυν Ενάγουσα εταιρεία κατά τον τρόπο και χρόνο που ο ΜΕ3 ανέφερε στα πλαίσια της μαρτυρίας του. 10 Η αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού Τεκμήριο 12 ετοιμάστηκε από τον ΜΕ3, με περιεχόμενο ως έχει εξηγήσει. Σε αυτή δεν χρεώθηκε τόκος υπερημερίας επί του υπόλοιπου του λογαριασμού μετά την απόκτηση του από την B2Kapital Cyprus Limited. 11 Η αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού Τεκμήριο 13 ετοιμάστηκε από τον λογιστή/ελεγκτή ΜΥ1 κατά τον τρόπο που έχει εξηγήσει. 12 Το Τεκμήριο 16 είναι αντίγραφο απόφασης της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου με περιεχόμενο ως αναφέρω πιο πάνω. 13 Καμία πληρωμή έχει γίνει έναντι του χρεωστικού υπολοίπου του επίδικου λογαριασμού από τον τερματισμό της λειτουργίας του μέχρι σήμερα. Ανάλυση. Παραμένει να εξεταστεί κατά πόσο η μαρτυρία και τα ευρήματα στοιχειοθετούν, στον απαιτούμενο βαθμό την αγωγή και την ανταπαίτηση, αντίστοιχα. Δικογραφικό πλαίσιο. Είμαι καλά γνωστό ότι μια δίκη διεξάγεται στη βάση των δικογράφων και τα θέματα επί των οποίων το Δικαστήριο οφείλει να δώσει την ετυμηγορία του είναι εκείνα που έχουν καταστεί επίδικα από τα δικόγραφα. Ακόμα και στην περίπτωση που κατά την ακρόαση ακουστεί μαρτυρία η οποία είναι εκτός του δικογραφικού πλαισίου της υπόθεσης, η μαρτυρία αυτή δεν καθιστά επίδικο οποιοδήποτε περαιτέρω ζήτημα. Το ίδιο ισχύει και αναφορικά με ζητήματα που ανακύπτουν κατά την ακρόαση ή εγείρονται σε τελικές αγορεύσεις αλλά είναι εκτός δικογράφων. Η δίκη περιορίζεται αυστηρά στη βάση των ισχυρισμών που προβάλλονται και περιέχονται στα δικόγραφα[3]. Στην Υπεράσπιση & Ανταπαίτηση υπάρχουν γενικώς διατυπωμένοι ισχυρισμού ότι πρόνοιες των Συμφωνιών είναι καταχρηστικοί ή παράνομοι. Θέσεις που υποστήριξε ο ΜΥ1 σχετικά, δεν εγέρθηκαν συγκεκριμένα στο δικόγραφο της Εναγόμενης
- Περαιτέρω, ζητήματα που αφορούσαν τις αρχικές καταστάσεις λογαριασμού (Τεκμήριο 8) και την αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού που ετοίμασε ο ΜΕ1 (Τεκμήριο 9) και για τα οποία δόθηκε μαρτυρία από τον ΜΥ1 δεν τέθηκαν στον ΜΕ1 ή στην ΜΕ2 που είναι λειτουργοί της Τράπεζας Κύπρου. Αντ΄ αυτού, επί κάποιων θεμάτων ρωτήθηκε για πρώτη φορά ο ΜΕ3 ή εγέρθηκαν για πρώτη φορά από τον ΜΥ
- Αυτά είναι δεδομένα που ασφαλώς λαμβάνονται υπόψη κατά την εξέταση της υπεράσπισης και ανταπαίτησης που εγείρονται. Σημειώνω επίσης το εξής. Στην Υπεράσπιση & Ανταπαίτηση καθώς και στην τελική αγόρευση των συνηγόρων της Εναγόμενης 1 υπήρξε η εισήγηση ότι οι επίδικες συμφωνίες δεν καταρτίστηκαν με την ελεύθερη βούληση του αποβιώσαντα και ήταν αποτέλεσμα εξαπάτησης. Αυτή η θέση δεν μπορεί να γίνει δεκτή γιατί δεν έχει στοιχειοθετηθεί με την απαραίτητη μαρτυρία. Έχω σημειώσει τις αναφορές του ΜΥ1 ότι το ποσό του δανείου δεν διατέθηκε για κάλυψη καταναλωτικών αναγκών του αποβιώσαντα αλλά διοχετεύθηκε στην εταιρεία του. Ακόμα και αν αυτό ισχύει, ελλείπει μαρτυρία ότι ο αποβιώσας δεν ενήργησε με ελεύθερη βούληση κατά την υπογραφή των Συμφωνιών ή ότι εξαπατήθηκε. Έστω και αν ο ίδιος επέλεξε να διαθέσει το όριο του λογαριασμού του για τις επαγγελματικές του δραστηριότητες αυτό από μόνο του, δεν μπορεί να αποτελέσει λόγο ακυρότητας των Συμφωνιών. Προχωρώ στην εξέταση της αγωγής και ανταπαίτησης. Αγωγή. Για τους λόγους που εξήγησα πιο πάνω κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας της ΜΕ2, κατέληξα ότι ο αποβιώσας υπέγραψε τόσο τη Συμφωνία όσο και την 2η Συμφωνία. Συνιστά επίσης εύρημα ότι μετά την υπογραφή της Συμφωνίας, η Τράπεζα Κύπρου άνοιξε τον επίδικο λογαριασμό στο όνομα του αποβιώσαντα και έθεσε στη διάθεση του το χρεωστικό υπόλοιπο. Συνάγεται ότι αυτά είναι αποδεκτά από την πλευρά της Εναγόμενης 1, ενόψει των αναφορών του ΜΥ1 ότι ο αποβιώσας χρησιμοποίησε το ποσό του ορίου για επαγγελματικούς σκοπούς,. Επίσης, δεν έχουν προκύψει από τη μαρτυρία συνθήκες ικανές να καταστήσουν άκυρη ή ακυρώσιμη την υπογραφή της Συμφωνίας και της 2ης Συμφωνίας. Το συμφωνηθέν όριο που είχε στη διάθεση του ο αποβιώσας ήταν, με βάση τις πρόνοιες της παραγράφου 1 της Συμφωνίας, €10.
- Αυξήθηκε προσωρινά σε €10.500 για την περίοδο από 26.11.2009 μέχρι 28.3.2010 δυνάμει της 2ης Συμφωνίας. Μετά την ημερομηνία αυτή, επανήλθε στις €10.
- Ένεκα υπέρβασης του ορίου του λογαριασμού, με την επιστολή Τεκμήριο 5 η Τράπεζα Κύπρου ζήτησε από τον αποβιώσαντα να καλύψει την υπέρβαση εντός συγκεκριμένης προθεσμίας. Σύμφωνα με τις καταστάσεις λογαριασμού Τεκμήριο 8 προκύπτει ότι στις 6.3.2012, ημερομηνία της επιστολής Τεκμήριο 5, το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού υπερέβαινε το ποσό των €10.
- Ένεκα μη συμμόρφωσης του αποβιώσαντα, η Τράπεζα τερμάτισε τη λειτουργία του λογαριασμού και απαίτηση εξόφληση του υπολοίπου με την επιστολή της Τεκμήριο
- Από τις καταστάσεις λογαριασμού Τεκμήριο 8, 9 και 12 δεν φαίνεται να έγινε οποιαδήποτε πληρωμή μετά τον τερματισμό. Ούτε υπάρχει ισχυρισμός από την πλευρά της Εναγόμενης 1 περί οποιασδήποτε πληρωμής. Η αποστολή των επιστολών, Τεκμήρια 5 και 6, από την Τράπεζα συνιστά εύρημα του Δικαστηρίου. Η πλευρά της Εναγόμενης 1 αμφισβήτησε ότι οι επιστολές παραλήφθηκαν από τον αποβιώσαντα. Όμως, η αμφισβήτηση αυτή παρέμεινε στο επίπεδο των υποβολών από το συνήγορο της Εναγόμενης 1[4]. Τα δεδομένα ενώπιον μου είναι ότι οι επιστολές απεστάλησαν στη διεύθυνση του αποβιώσαντα που ο ίδιος είχε δηλώσει στο έντυπο αλλαγής διεύθυνση (Τεκμήριο 7) και δεν επιστράφηκαν από το ταχυδρομείο ως μη παραληφθείσες ή μη παραδοθείσες[5]. Με αυτά τα δεδομένα, κρίνω ότι η πλευρά των Εναγόντων έχει αποδείξει, στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ότι οι επιστολές που απέστειλε είχαν παραληφθεί από τον αποβιώσαντα. Στα πλαίσια της ακρόασης, οι Ενάγοντες περιόρισαν την αξίωση τους κατά τον τρόπο που εξήγησαν οι ΜΕ1 και ΜΕ
- Το ποσό που αξιώνεται βασίζεται στις αρχικές καταστάσεις λογαριασμού Τεκμήριο 8 καθώς και στις αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού Τεκμήρια 9 και 12, που ετοιμάστηκαν από τον ΜΕ1 και τον ΜΕ3 όπως πιο πάνω αναφέρεται. Ενόψει της μαρτυρίας του ΜΕ1 και ΜΕ3 (σχετικά αποσπάσματα ως πιο πάνω), κρίνω ότι οι αρχικές καταστάσεις λογαριασμού, Τεκμήριο 8 και οι αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού Τεκμήριο 12, συνιστούν αντίγραφα καταχώρησης σε τραπεζικά βιβλία και αρχεία επιχείρησης αντίστοιχα. Κρίνω επίσης ότι η βεβαίωση που συνοδεύει και αποτελεί μέρος του Τεκμηρίου 9 καθώς και η βεβαίωση Τεκμήριο 11 ικανοποιούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 22 και του άρθρου 35, αντίστοιχα, του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ.
- Αναφορικά με τις αρχικές καταστάσεις λογαριασμού Τεκμήριο 8, τα όσα καταγράφονται εκεί συνιστούν εκ πρώτης όψεως απόδειξη των καταχωρήσεων, θεμάτων, δοσοληψιών και λογαριασμών που είναι καταχωρημένα εκεί. Μαρτυρία που να αμφισβητεί κάποια από τις χρεώσεις ή πιστώσεις που εκεί καταγράφονται, δεν έχει παρουσιαστεί. Επομένως, κρίνω ότι έχει στοιχειοθετηθεί η ορθότητα των όσων καταγράφονται εκεί[6]. Αναφορικά με την αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού Τεκμήριο 12, η αποδεικτική της αξία αποτιμάται ανάλογα με τα δεδομένα της κάθε περίπτωσης. Επί του προκειμένου, δεν έχει αμφισβητηθεί ότι κάποια από τις καταχωρήσεις που εκεί παρουσιάζονται συνιστά πράγματι μέρος του αρχείου της νυν Ενάγουσας. Ενόψει των πιο πάνω, κρίνω ότι οι Ενάγοντες έχουν στοιχειοθετήσει ότι το περιεχόμενο των αρχικών καταστάσεων λογαριασμού Τεκμήριο 8 συνάδει με τις πρόνοιες των Συμφωνιών, των χρεώσεων και πιστώσεων που έγιναν από το άνοιγμα του λογαριασμού κατά τον τρόπο που περίγραψε ο ΜΕ1 στα πλαίσια της μαρτυρίας του. Συνεπώς, το βάρος μετατίθεται στους ώμους της Εναγόμενης 1 να αποδείξει ότι τα όσα εκεί καταγράφονται είναι λανθασμένα[7]. Η πλευρά της Εναγόμενης 1 έχει ισχυριστεί στην Υπεράσπιση & Ανταπαίτηση ότι οι Ενάγοντες προέβηκαν σε παράνομες υπερχρεώσεις και ανατοκισμό και αμφισβητούν το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού. Υπάρχουν επίσης ισχυρισμοί για καταχρηστικές ρήτρες. Νομοθετική πρόνοια στην οποία να προσκρούει συμφωνία για χρέωση κυμαινόμενου επιτοκίου αποτελούμενου από το εκάστοτε βασικό επιτόκιο της Τράπεζας Κύπρου πλέον περιθώριο δεν εντοπίζεται, ούτε και έχει υποδειχθεί από την πλευρά της Εναγόμενης
- Ούτε έχει υποδειχθεί απόφαση αρμόδιας αρχής που να κηρύττει καταχρηστική τέτοια πρόνοια σε συμφωνία ανοίγματος τρεχούμενου λογαριασμού με όριο. Στην προκειμένη περίπτωση είναι σαφής η επιλογή των συμβαλλομένων όπως το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού χρεώνεται με κυμαινόμενο επιτόκιο που θα αποτελείται από το εκάστοτε βασικό επιτόκιο της Τράπεζας Κύπρου πλέον περιθώριο. Από τη μαρτυρία του ΜΕ1, σε συνάρτηση και με το περιεχόμενο της Συμφωνίας, του δημοσιεύματος Τεκμήριο 10, των καταστάσεων λογαριασμού Τεκμήριο 8 καθώς και της 2ης Συμφωνίας, προκύπτει ότι η Τράπεζα Κύπρου χρέωνε το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού με κυμαινόμενο επιτόκιο το ύψος του οποίου καθοριζόταν ως οι πρόνοιες της Συμφωνίας και της 2ης Συμφωνίας. Κατά την αντεξέταση των ΜΕ1 και ΜΕ3 είχε τεθεί στους μάρτυρες ότι ο υπολογισμός τους τόκου με διαιρέτη τις 360 μέρες ήταν καταχρηστικός. Αυτό υποστήριξε και ο ΜΥ1 κατά τη μαρτυρία του. Είναι αποδεκτό από τον ΜΥ1, όπως κατέθεσε και ο ΜΕ1, ότι η πρακτική αυτή σταμάτησε μετά τον Απρίλη του
- Πριν εξετάσω αυτό το ζήτημα οφείλω να σημειώσω ότι πρόκειται για ζήτημα που δεν εγείρεται συγκεκριμένα στο δικόγραφο. Καμία αναφορά υπάρχει στην Υπεράσπιση & Ανταπαίτηση ως προς τον διαιρέτη που χρησιμοποιήθηκε στον υπολογισμό του τόκου. Στην Υπεράσπιση υπάρχουν μόνο γενικές αναφορές σε καταχρηστικότητα. Όπου ένας διάδικος έχει πρόθεση να επικαλεστεί ότι συγκεκριμένος συμβατικός όρος είναι παράνομος, είτε γιατί είναι καταχρηστικός είτε για άλλο λόγο, τότε οφείλει να εγείρει το ζήτημα ρητά στο δικόγραφο του ώστε να το καταστήσει επίδικο. Σε κάθε περίπτωση, αυτό που διαφάνηκε από τη μαρτυρία είναι ότι η χρήση του διαιρέτη των 360 ημερών σταμάτησε πριν τη θέσπιση του Ν. 49(Ι)/2016 όταν η νομοθεσία επέβαλε τη χρήση των πραγματικών ημερών κάθε ημερολογιακού έτους. Ενόσω δηλαδή ο διαιρέτης 360 ημερών χρησιμοποιείτο από την Τράπεζα Κύπρου, η αντίστοιχη πρόνοια δεν είχε κηρυχθεί καταχρηστική από τη νομοθεσία. Θα μπορούσε ενδεχομένως να θεωρηθεί καταχρηστική εάν, σαν θέμα γεγονότων, το αποτέλεσμα της ήταν καταχρηστικό ή καταπιεστικό για τον αποβιώσαντα. Όμως για να εξεταστεί εάν, σαν ζήτημα πραγματικό, η εν λόγω πρακτική είχε καταχρηστικό χαρακτήρα, ένας από τους παράγοντες που θα έπρεπε να ληφθεί υπόψη είναι η οικονομική επιβάρυνση στον αποβιώσαντα που προέκυπτε ως αποτέλεσμα αυτής της πρακτικής. Σχετικές και συγκεκριμένες πληροφορίες για το ύψος τέτοιας επιβάρυνσης δεν έχω ενώπιον μου στην παρούσα περίπτωση. Έχω ήδη αναφερθεί πιο πάνω στη θέση του ΜΥ1 αναφορικά με ενδεχόμενη κεφαλαιοποίησης του τόκου 4 φορές κατ΄ έτος την αρχική περίοδο μετά το άνοιγμα του επίδικου λογαριασμού. Για τους λόγους που εξήγησα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του ΜΥ1, έκρινα ότι δεν στοιχειοθετείται επαρκώς αυτή η θέση. Ενόψει όλων των πιο πάνω, ακολουθεί ότι με αποδεκτή και αξιόπιστη μαρτυρία, η πλευρά των Εναγόντων έχει αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό το αγώγιμο δικαίωμα που επικαλείται εναντίον της Εναγόμενης 1 καθώς και το ποσό που αξιώνει όπως το έχει περιορίσει με τις αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού Τεκμήρια 9 και 12 και τη μαρτυρία του ΜΕ1 και του ΜΕ
- Ανταπαίτηση. Το αποτέλεσμα της αγωγής προκρίνει και το αποτέλεσμα της ανταπαίτησης της Εναγόμενης
- Οι θεραπείες που επιδιώκει μέσω της Ανταπαίτησης ουσιαστικά βασίζονται στην επιτυχία των θέσεων που προβάλλει για σκοπούς υπεράσπισης. Αφορούν αναγνωριστικά διατάγματα περί παρανομίας, καταχρηστικότητας και ακυρότητας των Συμφωνιών και μια αόριστη αξίωση για αποζημιώσεις χωρίς να διευκρινίζεται το ποσό που διεκδικεί. Συνεπώς, στη βάση των όσων έχω ήδη εξηγήσει πιο πάνω, κρίνω ότι αυτές οι αξιώσεις δεν μπορούν να επιτύχουν γιατί δεν έχουν στοιχειοθετηθεί. Κατάληξη. Ενόψει όλων των πιο πάνω καταλήγω ως εξής. Η αγωγή επιτυγχάνει. Εκδίδεται απόφαση υπέρ των Εναγόντων και εναντίον της Εναγόμενης 1, για ποσό €31.082,88 πλέον τόκο επί του ποσού αυτού προς 8% ετησίως από 12.2.2022, με κεφαλαιοποίηση του τόκου την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου κάθε έτους. Η ανταπαίτηση αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Τα έξοδα τόσο της αγωγής όσο και της ανταπαίτησης, ακολουθώντας το αποτέλεσμα, επιδικάζονται υπέρ των Εναγόντων/Εξ ανταπαιτήσεως Εναγόμενων και εναντίον της Εναγόμενης 1/Εξ ανταπαιτήσεως Ενάγουσας, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Νοείται ότι ένα σετ εξόδων είναι πληρωτέο. ........... Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Σχετικές οι R v Francis
(2013)EWCA Crim 123, Yaacoub ν Δημοκρατίας, ποινική έφεση 72/13 ημερομηνίας 19.3.2014, R v Atkins
(2010)2 Cr App R 117. [2] Σχετικές οι Davie v. Edinbοrough Magistrate
(1953)S.C. 34, Andreas Anastassiades v. R.
(1977)2 C.L.R. 97, Fourris and another v. R.
(1983)2 C.L.R. 170, Philippou v. Odysseos
(1989)1 C.L.R. 1. [3] Ενδεικτικά Παναγιώτης Παναγιώτου Μαυρουδή ν Global Consolidated Resources Limited, Πολιτική έφεση 188/2010 ημερομηνίας 4.6.2015 [4] Ιωαννίδης ν Αστυνομία Ποινική Έφεση 137/2010 ημερομηνίας 23.10.2012 [5] Χρήστος Θεοδώρου ν Hellenic Bank Limited
(2012)1 ΑΑΔ 2059 [6] Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν Λάμπρος Χαριλάου Λτδ κ.α.
(2009)1 (Α)ΑΑΔ 479 [7] Παναγιώτης Ζαρβός ν Hellenic Bank Public Company Ltd Πολιτική έφεση 340/2009, ημερομηνίας 21.11.2013 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο