← Κύπρος

ΜΑΡΟΥΛΑ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ ΠΕΡΙΚΛΕΟΥΣ ν. ΚΟΙΝΟΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΠΙΣΣΟΥΡΙΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής: 4990/2012, 31/10/2022

ΜΑΡΟΥΛΑ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ ΠΕΡΙΚΛΕΟΥΣ ν. ΚΟΙΝΟΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΠΙΣΣΟΥΡΙΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής: 4990/2012, 31/10/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2022:A298 Αρ. Αγωγής: 4990/2012 Μεταξύ: ΜΑΡΟΥΛΑ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ ΠΕΡΙΚΛΕΟΥΣ Ενάγουσα και

  1. ΚΟΙΝΟΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΠΙΣΣΟΥΡΙΟΥ
  2. ΕΠΑΡΧΟ ΛΕΜΕΣΟΥ δια μέσου του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Εναγόμενοι 31 Οκτωβρίου,
  3. Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα: κ. Κονής δια Πανίκος Λεωνίδου & Σια Για Εναγόμενο 1: κ. Ελευθερίου δια Ηλίας Νεοκλέους & Σια Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενο 2: κα Κουρουσίδου δια Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ΑΠΟΦΑΣΗ Με τη σύμφωνή γνώμη όλων των συνηγόρων, αποφασίστηκε όπως εξεταστούν προδικαστικά οι προδικαστικές ενστάσεις που εγείρουν στις Υπερασπίσεις τους οι Εναγόμενοι 1 και
  4. Συγκεκριμένα, οι Εναγόμενοι στις Υπερασπίσεις τους ισχυρίζονται ότι η Έκθεση Απαίτησης δεν αποκαλύπτει αγώγιμο δικαίωμα εναντίον τους. Διαζευκτικά ισχυρίζονται ότι το αγώγιμο δικαίωμα που επικαλείται η Ενάγουσα είχε παραγραφεί κατά την καταχώρηση της αγωγής. Ενόψει της φύσης των προδικαστικών εντάσεων, καθοριστικής σημασίας είναι το περιεχόμενο της Έκθεσης Απαίτησης. Σύμφωνα με τη δικογραφημένη θέση της Ενάγουσας, είναι ιδιοκτήτρια ακινήτου στο Πισσούρι εντός του οποίου υπάρχει οικία. Αναφέρει ότι περί τις 28.3.1969 οι Εναγόμενοι αποφάσισαν την κατασκευή οχετού και/ή τοίχου αντιστήριξης στο ακίνητο της για σκοπούς δημοσίου συμφέροντος και/ή προς αποφυγή ζημιών στην περιουσία της και στην κοινότητα Πισσουρίου από ενδεχόμενη κατάρρευση βράχων και χωμάτων από το ακίνητο της Ενάγουσας λόγω ομβρίων υδάτων και καιρικών συνθηκών. Σύμφωνα με την Ενάγουσα, μέχρι την καταχώρηση της αγωγής δεν είχαν προωθηθεί οι εργασίες κατασκευής τοίχου αντιστήριξης. Ισχυρίζεται ότι ένεκα της παράλειψης αυτής, περί το 2002 προκλήθηκαν καταστροφές στο ακίνητο από θεομηνία. Ισχυρίζεται ότι ο Εναγόμενος 2 της είχε προσφέρει τότε ποσό ΛΚ2.500 ως αποζημίωση το οποίο αυτή αρνήθηκε γιατί η αξία των ζημιών ήταν μεγαλύτερη. Στην Έκθεση Απαίτησης αναφέρεται επίσης ότι με επιστολή ημερομηνίας 13.11.2002 προς τον Εναγόμενο 2, η Ενάγουσα ζήτησε την κατασκευή τοίχου αντιστήριξης ή οχετού για τον περιορισμό των όμβριων υδάτων. Προς τούτο, συγκατατέθηκε γραπτώς υπογράφοντας σχετική δήλωση/συγκατάθεση ημερομηνίας 29.8.2003 στο να κατεδαφιστούν τα μισοχαλασμένα από τη θεομηνία υποστατικά με σκοπό να κατασκευαστούν ξανά. Έκτοτε, η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι απευθύνθηκε επανειλημμένα προς τους Εναγόμενους ζητώντας την κατασκευή του τοίχου αντιστήριξης ή οχετού ώστε να αποφευχθούν περαιτέρω ζημιές και να αποκατασταθούν τα χαλασμένα υποστατικά της όμως οι Εναγόμενοι δεν έχουν ανταποκριθεί. Η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι ένεκα της παράλειψης αυτής «χρόνο με τον χρόνο επαυξάνεται η επικινδυνότητα της περιοχής γύρω από το ακίνητο της Ενάγουσας και/ή αυξάνεται ο κίνδυνος κατολίσθησης βράχων και/ή χωμάτων από το ακίνητο με αποτέλεσμα να υπόκειται ζημιά η περιουσία της Ενάγουσας λόγω της κατ' εξακολούθηση υποχώρησης του εδάφους, με κίνδυνο να προκληθεί ανεπανόρθωτη ζημιά στην κυρίως οικία της Ενάγουσας με κίνδυνο της ζωής της και της οικογένειας της». Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης, ο Εναγόμενος 1, με επιστολή του ημερομηνίας 17.11.2003 προς την Ενάγουσα, ισχυρίστηκε ότι η μη έναρξη των εργασιών κατασκευής τοίχου αντιστήριξης οφειλόταν σε ενέργειες της Ενάγουσας και αντιπροσώπων της που αφαίρεσαν ορόσημα που είχαν τοποθετήσει λειτουργοί του Επαρχιακού Κτηματολογίου. Η θέση της Ενάγουσας είναι ότι οι εργασίες οριοθέτησης έγιναν ερήμην της και χωρίς να ενημερωθεί και να παραστεί κατά την οριοθέτηση. Με επιστολή ημερομηνίας 2.12.2003 που ακολούθησε από την Ενάγουσα προς τους Εναγόμενους αυτή «συγκατατέθηκε στον να καθαριστούν τα μισοχαλασμένα υποστατικά και να κατασκευαστεί τοίχος για τον περιορισμό των όμβριων υδάτων και όχι στο να κατασκευαστεί πεζόδρομος περιδιάβασης και/ή παρατήρησης και/ή μελέτης του φυσικού περιβάλλοντος όπως αποσκοπούσε ο Εναγόμενος 1, παραβιάζοντας και επεμβαίνοντας παράνομα στην ιδιωτική ιδιοκτησία της Ενάγουσας. Με την εν λόγω επιστολή η Ενάγουσα κάλεσε τους Εναγόμενους όπως προβούν άμεσα στην κατασκευή του τοίχου αντιστήριξης και της αποκατάστασης των ζημιών στα χαλασμένα υποστατικά δια της ανέγερσης τους». Είναι η θέση της Ενάγουσας ότι οι Εναγόμενοι «αντί να καθαρίσουν τα μισοχαλασμένα υποστατικά ως η γραπτή δήλωση της Ενάγουσας ημερομηνίας 29.8.2003 με τις πράξεις τους κατεδάφισαν αυτά με αποτέλεσμα να υποστεί ζημιές και έξοδα.» Ακολούθησαν επιστολές ημερομηνίας 12.11.2004 και 16.2.2005 προς τους Εναγόμενους με τις οποίες ο σύζυγος της Ενάγουσας αξίωσε την κατασκευή του τοίχου αντιστήριξης. Ο Εναγόμενος 2 με επιστολή του ημερομηνίας 5.11.2009 επικαλέστηκε την αμφισβήτηση των οροσήμων από την Ενάγουσα ως το λόγο καθυστέρησης του έργου. Η Ενάγουσα ζήτησε με απαντητική επιστολή την έναρξη των αντιπλημμυρικών έργων δηλώνοντας ότι θα αποδεχόταν τα ορόσημα που θα έπρεπε να τοποθετηθούν από το Κτηματολόγιο. Ακολούθησαν άλλες επιστολές της Ενάγουσας προς τους Εναγόμενους με παρόμοιο περιεχόμενο. Είναι η θέση της Ενάγουσας ότι παρά τις οχλήσεις της προς τους Εναγόμενους, αυτοί «παραλείπουν και/ή αμελούν την έναρξη κατασκευής τοίχου αντιστήριξης όμβριων υδάτων στο ακίνητο της Ενάγουσας με αποτέλεσμα χρόνο με χρόνο να υπόκειται τεράστια ζημιά το ακίνητο της Ενάγουσας λόγω των καταστροφών που δημιουργούνται από τα όμβρια ύδατα. Το έδαφος γύρω από το ακίνητο της Ενάγουσας χρόνο με χρόνο υποχωρεί ένεκα της απουσίας τοίχου αντιστήριξης με αποτέλεσμα το ακίνητο της Ενάγουσας ένεκα των προκληθέντων καταστροφών από θεομηνίες και ένεκα της υποχώρησης του εδάφους να έχει υποστεί ζημιά και/ή να έχει μειωθεί η αξία του και/ή κίνδυνος να προκληθεί ανεπανόρθωτη ζημιά στην κυρίως οικία της Ενάγουσας με κίνδυνο την ζωή της και της οικογένειας της. Περαιτέρω ένεκα ενεργειών των Εναγόμενων η Ενάγουσα υπέστηκε ζημιά.» Η Ενάγουσα καταλήγει στην Έκθεση Απαίτησης ότι υπέστη «ζημιά η οποία οφείλεται στην αμέλεια και παράλειψη των Εναγόμενων να κατασκευάσουν τον τοίχο αντιστήριξης και να προβούν στην αποκατάσταση των ζημιών στα χαλασμένα υποστατικά.» Αξιώνει ποσό €23.000 που ισχυρίζεται ότι αντιπροσωπεύει το κόστος κατασκευής τοίχου αντιστήριξης. Αξιώνει επίσης ποσό €134.000 που ισχυρίζεται ότι αντιπροσωπεύει το κόστος επανακατασκευής των χαλασμένων υποστατικών. Διαζευκτικά, αξιώνει διατάγματα που να διατάζουν τους Εναγόμενου να κατασκευάσουν τοίχο αντιστήριξης και να αποκαταστήσουν τις ζημιές στα υποστατικά. Στις γραπτές τους αγορεύσεις, οι συνήγοροι των Εναγόμενων 1 και 2 εισηγήθηκαν ότι οι προδικαστικές τους ενστάσεις πρέπει να επιτύχουν, παραπέμποντας στο περιεχόμενο της Έκθεσης Απαίτησης. Να σημειώσω παρενθετικά ότι στις Υπερασπίσεις τους δεν διακρίνεται διαφωνία σε σχέση με τις ημερομηνίες των γεγονότων, την ανταλλαγή των επιστολών και ως προς το ότι δεν έχει ανεγερθεί τοίχος αντιστήριξης σε σχέση με το ακίνητο της Ενάγουσας. Προβάλλονται κάποιοι άλλοι ισχυρισμοί για τα γεγονότα εκείνης της περιόδου που όμως δεν επηρεάζουν την παρούσα απόφαση. Στη δική του αγόρευση, ο συνήγορος της Ενάγουσας υποστηρίζει ότι οι προδικαστικές ενστάσεις πρέπει να απορριφθούν. Η δική του θέση είναι ότι η Έκθεση Απαίτησης αποκαλύπτει καλή βάση αγωγής και ότι θα ήταν πρόωρο να αποφασιστεί ζήτημα παραγραφής σε αυτό το στάδιο. Έχω μελετήσει τις γραπτές αγορεύσεις των συνηγόρων και τη νομολογία στην οποία έχουν παραπέμψει. Ειδική αναφορά σε κάποια από τα επιχειρήματα τους γίνεται κατωτέρω. Επί της ουσίας των προδικαστικών ενστάσεων, το πρώτο ζήτημα που πρέπει να αποφασιστεί είναι κατά πόσο η Έκθεση Απαίτησης αποκαλύπτει αγώγιμο δικαίωμα εναντίον των Εναγόμενων 1 και
  5. Το κατά πόσο ένα δικόγραφο αποκαλύπτει αγώγιμο δικαίωμα, είναι ζήτημα νομικό. Η Δ. 27 Θ.3 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών επιτρέπει στο Δικαστήριο, ως ζήτημα δικαίου[1], να εξετάσει προκαταρτικά κατά πόσο ένα δικόγραφο αποκαλύπτει ή όχι αγώγιμο δικαίωμα. Η απόρριψη δικογράφου στη βάση της Δ.27 θ.3 αποτελεί, όπως επισημαίνεται και στη νομολογία, εξαιρετικό μέτρο και δικαιολογείται μόνο σε περιπτώσεις όπου το δικόγραφο κρίνεται αναντίλεκτα ανυπόστατο[2]. Στην αγόρευση του, ο συνήγορος της Ενάγουσας εισηγήθηκε ότι προκύπτει από την Έκθεση Απαίτησης ότι η βάση της αγωγής είναι παράβαση συμφωνίας. Παρέπεμψε στον ισχυρισμό στην Έκθεση Απαίτησης ότι η Ενάγουσα στις 29.8.2003 υπέγραψε συγκατάθεση για κατεδάφιση των μισοχαλασμένων υποστατικών. Εισηγήθηκε ότι με την υπογραφή αυτής της συγκατάθεσης καταρτίστηκε σύμβαση την οποία οι Εναγόμενοι παράβηκαν. Έχω εξετάσει τις εν λόγω αναφορές στην Έκθεση Απαίτησης. Δεν συμφωνώ ότι από αυτές μπορεί να συναχθεί ότι η βάση αγωγής που επικαλείται η Ενάγουσα είναι παράβαση συμφωνίας. Πουθενά στην Έκθεση Απαίτησης υπάρχει αναφορά σε σύμβαση/συμφωνία μεταξύ της Ενάγουσας και των Εναγόμενων ή κάποιου εκ των Εναγόμενων. Κανένας ισχυρισμός ή υπόβαθρο υπάρχει που να μπορεί να ερμηνευτεί κατά τρόπο ώστε η προαναφερόμενη συγκατάθεση της Ενάγουσας να θεωρηθεί σύμβαση. Κανένας ισχυρισμός σε πρόταση ή αποδοχή, ούτε σε αντιπαροχή, ούτε σε άλλους όρους που να παραπέμπουν σε συμφωνία. Ούτε ισχυρισμός σε τερματισμό συμφωνίας που θα έδινε, ενδεχομένως, το δικαίωμα στην Ενάγουσα να διεκδικεί αποζημιώσεις ή να επιδιώκει, ουσιαστικά, διατάγματα προς ειδική εκτέλεση αυτής. Το ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα Odgers' Principles of Pleading and Practice, 20η έκδοση, σελίδα 177 και μετέπειτα είναι σχετικό: «Contract Where the action is brought on a contract, the contract must first be alleged and then its breach. It should clearly appear whether the contract on which the plaintiff relies is express or implied; in the latter case the facts should be briefly stated from which the plaintiff contends a contract to be implied [.] Wherever the contract sued on is contained in a written instrument, the pleader should shortly state whet he conceives to be its legal effect [.] Breach The breach of contract, of which the plaintiff complains, must be alleged in the terms of the contract or in words co-extensive with the effect or meaning of it [.]» Προχωρώντας, έχω εξετάσει κατά πόσο μπορεί να θεωρηθεί ότι το αγώγιμο δικαίωμα της Ενάγουσας εδράζεται σε παράνομη επέμβαση. Στην παράγραφο 9 της Έκθεσης Απαίτησης υπάρχει μια αναφορά σε ισχυριζόμενη παράνομη επέμβαση από τον Εναγόμενο 1 στο ακίνητο της Ενάγουσας. Έχω παραθέσει αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα πιο πάνω. Από το σύνολο της Έκθεσης Απαίτησης, η μόνη επέμβαση που φαίνεται να έγινε στο ακίνητο της Ενάγουσας από τον Εναγόμενο 1 αφορούσε την κατεδάφιση των μισοχαλασμένων υποστατικών. Όμως ο οποιοσδήποτε ισχυρισμός για παράνομη επέμβαση καταρρίπτεται από την ίδια την Έκθεση Απαίτησης όπου ρητά αναφέρεται ότι η κατεδάφιση έγινε κατόπιν γραπτής συγκατάθεσης της Ενάγουσας ημερομηνίας 29.8.
  6. Ισχυρισμός ότι οι Εναγόμενοι συνεχίζουν να παρεμβαίνουν με οποιοδήποτε τρόπο στο ακίνητο, δεν υπάρχει. Συνεπώς η αγωγή δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι εδράζεται στο αστικό αδίκημα της παράνομης επέμβασης. Στην τελική του αγόρευση, ο συνήγορος της Ενάγουσας αναφέρθηκε σε παράβαση θέσμιου καθήκοντος από πλευράς των Εναγόμενων, επικαλούμενος καθήκοντα τους που προκύπτουν από τον περί Κοινοτήτων Νόμο. Η παράλειψη εκπλήρωσης καθήκοντος το οποίο επιβάλλει ο νόμος μπορεί να στοιχειοθετήσει το αστικό αδίκημα της παράβασης εκ του νόμου απορρέοντος καθήκοντος[3]. Πρόκειται για αστικό αδίκημα που διακρίνεται από το αστικό αδίκημα της αμέλειας[4]. Όμως, σε περιπτώσεις όπου ένας ενάγοντας επικαλείται ως τη βάση αγωγής την παράβαση θέσμιου καθήκοντος, τότε οφείλει στο δικόγραφο του να εξειδικεύει συγκεκριμένη νομοθετική πρόνοια από την οποία απορρέει το καθήκον του αδικογραγούντα καθώς και λεπτομέρειες της ισχυριζόμενης παράβασης. Αυτό δεν συμβαίνει στην παρούσα περίπτωση. Το ζήτημα αυτό εξετάστηκε στην πολύ πρόσφατη απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας (δια Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας και Υπουργείου Εργασίας και Τμήμα Πολεοδομίας) ν Λ.Ι.Κ. κ.α., Πολιτική έφεση 142/2019, ημερομηνίας 21.9.
  7. Εκεί επιβεβαιώθηκε η αρχή ότι σε αγωγή που εδράζεται σε παράβαση νόμιμου καθήκοντος στην Έκθεση Απαίτησης πρέπει να γίνεται σαφής επίκληση συγκεκριμένων νομοθετικών προνοιών καθώς και να περιλαμβάνονται λεπτομέρειες της ισχυριζόμενης παράβασης. Πρόκειται για αναγκαίες προϋποθέσεις ορθής δικογράφησης[5]. Στην παρούσα περίπτωση, πέραν της παράληψης αναφοράς σε συγκεκριμένες νομοθετικές διατάξεις και της παράληψης παράθεσης λεπτομερειών της παράβασης, στην Έκθεση Απαίτησης δεν υπάρχει ούτε απλή αναφορά ή ισχυρισμός σε παράβαση θέσμιου καθήκοντος από τους Εναγόμενους[6]. Συνεπώς, κρίνω ότι δεν υπάρχει περιθώριο να θεωρηθεί ότι το αγώγιμο δικαίωμα της Ενάγουσας εδράζεται σε παράβαση νόμιμου καθήκοντος από την πλευρά των Εναγόμενων. Τέλος, υπάρχουν στην Έκθεση Απαίτησης αναφορές σε αμέλεια και παραλείψεις που αποδίδονται από την Ενάγουσα στους Εναγόμενους. Συνιστά κανόνα ορθής δικογράφησης ότι όπου οι αξιώσεις που εγείρει ένας ενάγοντας εδράζονται στο αστικό αδίκημα της αμέλειας, τότε οφείλει να περιλάμβάνει στην έκθεση απαίτησης λεπτομέρειες της ισχυριζόμενης αμέλειας. Στην παρούσα περίπτωση, δεν δικογραφούνται λεπτομέρειες αμέλειας στην Έκθεση Απαίτησης. Ουσιαστικά, στην Έκθεση Απαίτησης γίνεται μια περιγραφή γεγονότων υπό τη μορφή μαρτυρίας, παρά δικογράφου. Και αυτό το ζήτημα αντιμετωπίστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας (δια Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας και Υπουργείου Εργασίας και Τμήμα Πολεοδομίας) ν Λ.Ι.Κ. κ.α. (ανωτέρω). Στην απόφαση εκείνη, το Ανώτατο Δικαστήριο, παρά την αντίστοιχη δικογραφική παράλειψη, επισήμανε ότι υπάρχει δυνατότητα απόδοσης θεραπείας εάν στοιχειοθετούνται τα ουσιώδη γεγονότα στο σώμα της έκθεσης απαίτησης, ασχέτως του ακριβούς νομικού πέπλου υπό το οποίο τίθεται η απαίτηση[7]. Σε αυτή τη βάση, κρίνω ότι η αγωγή θα μπορούσε ενδεχομένως να περισωθεί παρά το ότι δεν περιλαμβάνονται σε αυτή λεπτομέρειες της αμέλειας που αποδίδεται στους Εναγόμενους. Αυτό διότι, παρά την παράλειψη, συνάγεται από το δικόγραφο ότι η Ενάγουσα αξιώνει θεραπείες για ζημιές που ισχυρίζεται ότι έχει υποστεί ένεκα «αμέλειας και παραλείψεων» των Εναγόμενων ενώ παραθέτει ισχυρισμούς για γεγονότα στα οποία επιδιώκει να βασίσει τη θέση της για αμέλεια. Συνεπώς, αναφορικά με την 1η προδικαστική ένσταση των Εναγόμενων, θεωρώ ότι δεν μπορεί να επιτύχει. Κρίνω ότι η Έκθεση Απαίτησης δεν αποκαλύπτει ως βάση αγωγής την παράβαση συμφωνίας, ούτε παράνομη επέμβαση ούτε και παράβαση θέσμιου καθήκοντος. Όμως, από το λεκτικό της, και παρά τη μη ορθή δικογράφηση, μπορεί να συναχθεί ως βάση αγωγής η αμέλεια που η Ενάγουσα αποδίδει στους Εναγόμενους. Σε περιπτώσεις που διαπιστώνονται παρατυπίες και λάθη στη δικογράφηση το Δικαστήριο, πριν προχωρήσει σε διαγραφή δικογράφου στη βάση της Δ.27 Θ.3, πρέπει να εξετάζει κατά πόσο το δικόγραφο μπορεί να περισωθεί εάν επιτραπούν διορθώσεις ή τροποποιήσεις. Διαφωτιστική είναι ακόλουθη ανάλυση στο σύγγραμμα Bullen and Leake and Jacobs «Precedents of Pleadings», 12η έκδοση, σελίδα 143, όπου καταγράφονται τα εξής: «Where the statement of claim or defence as pleaded discloses no reasonable cαuse of action or defence because some material averment has been omitted or because the pleading is defectively stated or formulated, the court, while striking out the pleading, will not dismiss the action or enter judgment, but will give the party leave to amend and if necessary to serve a fresh pleading to correct or cure the defects appearing in the original pleading. On the other hand, if the court is satisfied that the pleading discloses no reasonable cause of action or defence, as the case may be, and that not amendment, however ingenious, will correct or cure the defect, the pleading will be struck out and the action dismissed or judgment entered accordingly." Έχω αναφερθεί πιο πάνω σε τέσσερεις διαφορετικές βάσεις αγωγής στις οποίες αναφέρθηκαν οι συνήγοροι στις αγορεύσεις τους ή που θα μπορούσαν να συναχθούν από την Έκθεση Απαίτησης. Αναφορικά με το ενδεχόμενο οι αξιώσεις της Ενάγουσας να εδράζονται σε παράβαση συμφωνίας, παράνομη επέμβαση ή παράβαση θέσμιου καθήκοντος, κρίνω ότι η αγωγή δεν μπορεί να περισωθεί. Οι ελλείψεις και παρατυπίες στη δικογράφιση αναφορικά με αυτές τις ενδεχόμενες βάσεις αγωγής είναι τέτοιας έκτασης που δεν μπορούν να διορθωθούν ή θεραπευτούν με οποιαδήποτε τροποποίηση. Υπενθυμίζω ότι ούτε επίκληση σε αυτές τις βάσεις αγωγής υπάρχει ούτε ισχυρισμοί για γεγονότα που θα μπορούσαν να αποτελέσουν βάση για προβολή αντίστοιχων θέσεων. Συνεπώς, για να περισωθεί η αγωγή σε σχέση με αυτές τις βάσεις αγωγής θα χρειαζόταν επανασύνταξη του δικογράφου και όχι απλή διόρθωση ή τροποποίηση. Παραμένει η αμέλεια ως βάση αγωγής. Όπως ανέφερα, αναφορές σε αμέλεια και παραλείψεις που αποδίδονται στους Εναγόμενους 1 & 2 υπάρχουν στο υφιστάμενο δικόγραφο. Υπάρχει επίσης ισχυρισμός ότι οι θεραπείες που αξιώνει η Ενάγουσα αφορούν αποκατάσταση ζημιάς που «οφείλεται αποκλειστικά στην αμέλεια και παράλειψη των Εναγόμενων να κατασκευάσουν τον τοίχο αντιστήριξης και να προβούν στην αποκατάσταση των ζημιών στα χαλασμένα υποστατικά». Συνεπώς, με έχει απασχολήσει κατά πόσο η αγωγή θα μπορούσε να προχωρήσει με την τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης ώστε να συμπεριληφθούν σε αυτήν οι προβλεπόμενες λεπτομέρειες αμέλειας. Ενόψει των ενώπιον μου δεδομένων, κρίνω ότι ούτε με αυτό τον τρόπο θα ήταν εφικτό να περισωθεί η αγωγή. Αυτό διότι, με βάση το περιεχόμενο της Έκθεσης Απαίτησης, καταλήγω ότι επιτυγχάνει η 2η προδικαστική ένσταση που έχουν εγείρει οι Εναγόμενοι 1 & 2, δηλαδή κατά τον χρόνο καταχώρησης της αγωγής το αγώγιμο δικαίωμα της αμέλειας είχε ήδη παραγραφεί. Το ζήτημα της παραγραφής είναι δικαιοδοτικό και το Δικαστήριο οφείλει να το εξετάζει στη βάση της Δ. 27 Θ.1 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης, οι αξιώσεις που εγείρει η Ενάγουσα φαίνεται ότι αφορούν ζημιές που ισχυρίζεται ότι υπέστη το ακίνητο της κατά το έτος 2002 από θεομηνία και το 2003 οπόταν κατεδαφίστηκαν τα μισοχαλασμένα υποστατικά της. Η βασική νομοθεσία επί του ζητήματος της παραγραφής στο Κυπριακό δίκαιο ήταν ο περί Παραγραφής Νόμος, Κεφ. 15, μέχρι την κατάργηση του με τον περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων Νόμο του 2012 (Ν.66(Ι)/2012). Σύμφωνα με τις διατάξεις του Κεφ. 15, εκτός όπου καθορίζετο διαφορετικά, οι περίοδοι παραγραφής για διάφορα αγώγιμα δικαιώματα που προβλέπονταν σε άλλους νόμους, δεν επηρεάζονται. Σε ότι αφορά ισχυριζόμενη αμέλεια (άρθρο 51 Κεφ. 148), ο χρόνος παραγραφής καθορίζεται στο άρθρο 68 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148 που τέθηκε σε ισχύ το
  8. Με την ψήφιση του περί Αναστολής της Παραγραφής Νόμου του 1964, Ν.57/64 αναστάλθηκαν όλοι οι χρόνοι παραγραφής που προβλέπονταν σε οποιαδήποτε νομοθετική διάταξη και που ίσχυαν κατά την ημερομηνία που ο Ν.57/64 τέθηκε σε ισχύ, ήτοι από τις 30.10.1964[8]. Συνεπεία αυτού, η ισχύς της περιόδου παραγραφής τόσο του Κεφ. 15 όσο και του άρθρου 68(α) του Κεφ. 148 αναστάλθηκε τότε με τον Ν.57/
  9. Ο Ν.57/64 καταργήθηκε από τον περί Αναστολής του Χρόνου Παραγραφής (Προσωρινές Διατάξεις) Νόμο, Ν.110(Ι)/2002 που τέθηκε σε ισχύ την 1.6.
  10. Συνεπώς, από 1.6.2005 που τέθηκε σε ισχύ ο Ν.110(Ι)/2002, τερματίστηκε κάθε αναστολή της περιόδου παραγραφής αγώγιμου δικαιώματος εκτός αυτών που περιέσωσε ρητά ο Ν.110(Ι)/
  11. Οι προθεσμίες του άρθρου 68 του Κεφ. 148 δεν περιλαμβάνονται σε εκείνες που ο Ν.110(Ι)/2002 διατήρησε την αναστολή τους και επομένως ενεργοποιήθηκαν. Οι διαδοχικές αναστολές προνοιών του Ν.110(Ι)/2002 που θεσπίστηκαν με τους τροποποιητικούς Ν.60(Ι)/2007, Ν.28(Ι)/2008, Ν.34(Ι)/2008, Ν.16

(1)/2009, Ν.20(Ι)/2010 και Ν.111(Ι)/2010 δεν επηρεάζουν το άρθρο 68 του Κεφ. 148 αφού ρητά προβλέπουν ότι αναστέλλουν την εφαρμογή μόνο του περί Παραγραφής Νόμου, Κεφ.
  1. Το άρθρο 68(α) του Κεφ. 148, όπως αυτό ήταν διατυπωμένο το 2002 και 2003 και εγέρθηκε το αγώγιμο δικαίωμα στην παρούσα αγωγή προνοούσε ότι: «Καμία αγωγή δεν εγείρεται για αστικό αδίκημα, εκτός αν αυτή εγερθεί- (α) εντός δύο ετών αμέσως μετά την πράξη ή παράλειψη για την οποία εγέρθηκε η αγωγή.» Η παράγραφος (α) του άρθρου 68, τροποποιήθηκε με τον περί Αστικών Αδικημάτων (Τροποποιητικό) (Αρ. 2) Νόμο του 2006, Ν.171(Ι)/2006 ο οποίος τέθηκε σε ισχύ στις 29.12.
  2. Με την τροποποίηση αυτή, η αναφορά στο άρθρο 68(α) σε «δύο» χρόνια αντικαταστάθηκε με αναφορά σε «τρία» χρόνια. Ο περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων Νόμος του 2012, Ν.66(Ι)/2012 που κατάργησε τον Ν. 110(Ι)/2002, δεν λαμβάνεται υπόψη αφού θεσπίστηκε μετά τον ουσιώδη χρόνο της παρούσας αγωγής και δεν έχει αναδρομική ισχύ. Εφόσον λοιπόν η ισχυριζόμενη αμέλεια στην οποία η Ενάγουσα εδράζει το αγώγιμο δικαίωμα στην παρούσα αγωγή προέκυψε το αργότερο το περί το τέλος 2003, και με δεδομένες τις πρόνοιες του άρθρου 68(α) του Κεφ. 148 (ως τροποποιήθηκε), αυτό το αγώγιμο δικαίωμα της παραγράφηκε το τέλος του 2006, δηλαδή μετά την παρέλευση τριών ετών από την έγερση του. Η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε στις 2.11.2012, δηλαδή περίπου 6 χρόνια μετά την εκπνοή της περιόδου παραγραφής. Ο συνήγορος της Ενάγουσας εισηγήθηκε ότι η παρούσα περίπτωση εμπίπτει στην παράγραφο (β) του άρθρου 68 του Κεφ. 148 και όχι στην παράγραφο (α). Αυτό διότι, όπως αναφέρει στην αγόρευση του, το ακίνητο συνεχίζει να υφίσταται ζημιές ένεκα της παράλειψης των Εναγόμενων να ανεγείρουν τον τοίχο αντιστήριξης. Σύμφωνα με το άρθρο 68(β) του Κεφ. 148: «
  3. Καμιά αγωγή δεv εγείρεται για αστικό αδίκημα, εκτός αv αυτή εγερθεί- . (β) αv τo αστικό αδίκημα πρoκαλεί vέα ζημιά κατά εξακoλoύθηση από μέρα σε μέρα, εvτός τριών ετώv από τηv κατάπαυση αυτής» Διαφωνώ ότι η παρούσα περίπτωση εμπίπτει στο άρθρο 68(β) του Κεφ.
  4. Το αγώγιμο δικαίωμα της Ενάγουσας ακόμα και αν στηρίζεται σε ισχυριζόμενη αμέλεια των Εναγόμενων 1 & 2, είχε πλήρως θεμελιωθεί μέχρι το τέλος του
  5. Από τις δικογραφημένες θέσεις της Ενάγουσας, τα γεγονότα από τα οποία προέκυψε η ισχυριζόμενη ζημιά στο ακίνητο και υποστατικά είχαν ήδη συμβεί τότε, οπόταν η ισχυριζόμενη ζημιά της είχε αποκαλυφθεί. Δεν συμφωνώ με το επιχείρημα του συνηγόρου της Ενάγουσας ότι η ισχυριζόμενη ζημιά δεν αποκρυσταλλώθηκε γιατί κάθε χρόνο οι ζημιές αυξάνονταν. Ρητός ισχυρισμός στην Έκθεση Απαίτησης δεν υπάρχει. Επιπρόσθετα, ακόμα και αν υπήρχε ρητή αναφορά στο δικόγραφο, αυτό δεν θα συνιστούσε «vέα ζημιά κατά εξακoλoύθηση από μέρα σε μέρα» στην έννοια του άρθρου 68(β) του Κεφ.
  6. Ισχυρισμός για νέες ζημιές δεν υπάρχει. Ακόμα και αν ήθελε θεωρηθεί ότι υπάρχουν στην Έκθεση Απαίτηση αναφορές σε επιδείνωση της κατάστασης, αυτό και πάλι δεν μπορεί να θεωρηθεί «νέα ζημιά» αλλά συνέχιση της ίδιας ισχυριζόμενης ζημιάς. Προοδευτική ή αυξητική τάση υφιστάμενης ζημιάς δεν γεννά νέο αγώγιμο δικαίωμα. Ούτε μπορεί να θεωρηθεί ότι αντίστοιχη περίπτωση «συνεχούς ή συνεχιζόμενου αστικού αδικήματος» (continuous tort) όπως στην περίπτωση συνεχιζόμενης παράνομης επέμβασης ή οχληρίας. Συγκεφαλαιώνοντας τα πιο πάνω, εφόσον η αγωγή εδράζεται στο αστικό αδίκημα της αμέλειας, καταλήγω ότι το αγώγιμο δικαίωμα της Ενάγουσας είχε παραγραφεί κατά την ημερομηνία έγερσης της αγωγής. Συνεπώς, όπως ήδη ανέφερα, η 2η προδικαστική ένσταση των Εναγόμενων 1 & 2 επιτυγχάνει. Σύμφωνα με τη νομολογία, ενόψει του ότι το αγώγιμο δικαίωμα έχει παραγραφεί[9], η αγωγή αναστέλλεται. Σε σχέση με τα έξοδα, η ευθύνη για την εκπρόθεσμη καταχώρηση της αγωγής βαραίνει μόνο την πλευρά της Ενάγουσας. Επομένως τα έξοδα της αγωγής επιδικάζονται υπέρ των Εναγόμενων 1 & 2 και εναντίον της Ενάγουσας όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .................... Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] In re Pelmako Development Ltd
(1991)1 A.A.Δ. 146 [2] Σχετικές ενδεικτικά οι Λοΐζος Λουκά & Υιοί Λτδ ν Εθνική Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε.
(1999)1 Α.Α.Δ. 1316, Κozinskaya River Limited v KLCC Holdings Limited Πολιτική Έφεση Ε43/2013 ημερομηνίας 23.3.2017, Ν. Σιακόλας ν Federal Bank of Lebanon
(1998)1 A.A.Δ. 1338 [3] Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, Τόμος 44
(1), παρ. 1360 [4] Μ.Σ. Ιακωβίδης & Σία Λτδ κ.α. ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Πολιτικές Εφέσεις 378/09 και 386/09, ημερομηνίας 10.7.2015 [5] Ελπινίκη Παναγή κ.ά. ν. Παναγιώτη Κ. Παναγή
(2009)1 Α.Α.Δ. 145 [6] Bullen & Leake & Jacob's, Precedents of Pleadings, 12th ed., pp 120-122) [7] Kennedy Hotels Ltd v. Indjirdjian
(1992)1 Α.Α.Δ. 400, Maison Jenny Ltd v. Krashias Footwear Industry Ltd
(2002)1 Α.Α.Δ. 1156 [8] Μυλωνάς ν Μυλωνά (Αρ. 2)
(2003)1 Α.Α.Δ.688 και Φεσσά κ.α. ν Κασάπη
(1994)1 ΑΑΔ 337. [9] Φεσσά (ανωτέρω) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.