Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων ν. Δημητρίου κ.α., Αγωγή αρ.774/18, 7/1/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2022:A2 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Μ. Ναθαναήλ, Ε.Δ. Αγωγή αρ.774/18 Μεταξύ: Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Ενάγοντες και
- XXXXX (XXXXX) Δημητρίου
- XXXXX Μ. Ευσταθίου
- XXXXX Ν. Ευσταθίου Εναγόμενοι Ημερομηνία: 7.1.22 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες: κ. Χ. Σωτηρίου για Δημητρίου & Δημητρίου Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενο 3: κ. Α. Σ. Πασιουρτίδης Α Π Ο Φ Α Σ Η Δυνάμει του Ειδικώς Οπισθογραφημένου Κλητηρίου Εντάλματος, ημερομηνίας 27.6.18, οι ενάγοντες αξιώνουν από τον εναγόμενο 3, - (για τους εναγόμενους 1 και 2 έχουν εκδοθεί Δικαστικές Αποφάσεις την 18.10.18 και 12.11.18 αντίστοιχα) - ποσό ύψους €4.684,32 ως οφειλόμενο υπόλοιπο δυνάμει συμφωνίας δανείου και/ή χρεωστικού υπολοίπου λογαριασμού, πλέον τόκο προς 6,5% από 1.1.18 μέχρι εξόφλησης, με κεφαλαιοποίηση των τόκων 2 φορές τον χρόνο, ήτοι στις 30.6 και 31.12, πλέον έξοδα της παρούσας αγωγής, έξοδα επίδοσης και Φ.Π.Α. Οι ενάγοντες αποτελούσαν Συνεργατική Εταιρεία η οποία ασχολείτο με τον δανεισμό χρημάτων και την παροχή πιστωτικών διευκολύνσεων με αντάλλαγμα την πληρωμή τόκου, εξόδων και δικαιωμάτων, αποδεχόμενη παράλληλα και την κατάθεση χρημάτων, από το κοινό. Η πορεία των μετονομασιών τους, ως αυτή προέκυψε από διάφορες συγχωνεύσεις δικογραφείται δεόντως, με τελευταία μετονομασία την παρούσα ήτοι, Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων. Κατά ή περί την 7.8.2010 οι ενάγοντες, δυνάμει εγγράφου συμφωνίας δανείου με αριθμό λογαριασμού XXXXX6077 (παλαιός αριθμός XXXXX7200), συμφώνησαν όπως παραχωρήσουν στον εναγόμενο 1 δάνειο εκ €5.
- Οι κύριοι όροι της μεταξύ της μεταξύ των μερών συμφωνίας καταγράφονται στις παραγράφους 6(α)-(ν) της Έκθεσης Απαίτησης. Το Δικαστήριο θα προβεί κατωτέρω, όπου το κρίνει αναγκαίο και απαραίτητο κατά την εξέταση του βάσιμου της απαίτησης, αναφορά σε αυτούς. Δυνάμει εγγράφου συμφωνίας εγγύησης ιδίας ημερομηνίας, οι εναγόμενοι 2 και 3 εγγυήθηκαν όλες τις υποχρεώσεις του πρωτοφειλέτη, είτε αυτές είναι παρούσες ή μελλοντικές είτε αυτές κατέστησαν ή θα καθίσταντο απαιτητές για το ποσό των €5.
- Οι εναγόμενοι, μη συμμορφούμενοι με το πρόγραμμα αποπληρωμής, οδήγησαν τον λογαριασμό σε υπερημερία, με τους ενάγοντες να τον τερματίζουν με επιστολές τους ημερομηνίας 27.2.2018, καλώντας έκαστο εκ των εναγόμενων σε αποπληρωμή. Με την Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση του, ο εναγόμενος 3 εγείρει προδικαστική ένσταση ότι η παρούσα αγωγή είναι πρόωρη, με τους ενάγοντες να μην διατηρούν αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του. Ως ουσιαστική Υπεράσπιση ισχυρίζεται ότι οι ενάγοντες είναι ανύπαρκτο νομικό πρόσωπο, ότι η συμφωνία δανείου και η συμφωνία εγγύησης είναι άκυρες και/ή παράνομες, περιέχοντας όρους καταχρηστικούς και/ή ετεροβαρείς, καταρτιζόμενες κατά παράβαση των προνοιών του Περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμο 93(Ι)/96 και του περί Συβάσεων Καταναλωτικής Πίστης Νόμου 106(Ι)/ 2010, με τον ίδιο να εξαναγκάζεται σε υπογραφή τους. Η σύμβαση εγγύησης δεν αποτελεί τίποτα άλλο παρά μια εικονική συμφωνία, αφού πρόκειται για ένα προκατασκευασμένο έγγραφο στην διατύπωση των όρων του οποίου ο ίδιος δεν είχε καμία εμπλοκή. Στην παράγραφο 15 της Υπεράσπισης του προβαίνει σε καταγραφή Λεπτομερειών Αμέλειας και/ή Εξαναγκασμού του εκ μέρους των εναγόντων ως προς την υπογραφή της συμφωνίας εγγύησης. Επιπλέον δικογραφεί ότι, οι όροι που αφορούν στην επιβολή τόκου υπερημερίας είναι καταχρηστικοί, ανεφάρμοστοι, είναι ποινικές ρήτρες, ενώ αντίκεινται στις διατάξεις του Περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμου του
- Το όποιο διεκδικούμενο εκ μέρους των εναγόντων ποσό είναι συνεπώς, παράνομο, με τον ίδιο να δικαιούται στην απαλλαγή του από τις κατ΄ισχυρισμόν υποχρεώσεις του. Πέραν των ως άνω, αποτελεί θέση του ότι οι ενάγοντες ενήργησαν κατά παράβαση των προνοιών του Νόμου 197(Ι)/2003, αφού παρέλειψαν όπως τον ενημερώσουν για τις κατ' ισχυρισμόν καθυστερήσεις στον λογαριασμό, τις υποχρεώσεις του και τις οικονομικές δυνατότητες του πρωτοφειλέτη. Τέλος, δικογραφεί το παράνομο ή παράτυπο του τερματισμού, ανταπαιτώντας όπως το Δικαστήριο κηρύξει τις συμβάσεις δανείου και εγγύησης άκυρες, τις δε χρεώσεις τους, παράνομες και αντισυμβατικές. Στο Δικόγραφο Απάντησης στην Υπεράσπιση και Υπεράσπισης στην Ανταπαίτηση, οι ενάγοντες επαναλαμβάνουν τις δικογραφημένες στην Έκθεση Απαίτησης τους θέσεις, απορρίπτοντας έκαστο ισχυρισμό του εναγόμενου, εμμένοντας στην θέση τους ότι ενήργησαν καθ' όλους τους ουσιώδεις προς την παρούσα αγωγή χρόνους νομότυπα και συμφώνως των όρων της συμφωνίας δανείου. Οι δικογραφημένες θέσεις του εναγόμενου αποτελούν εκ των υστερών σκέψεις σε μια προσπάθεια αποφυγής των υποχρεώσεων του, με τον ίδιο να υπογράφει αυτοβούλως τα επίδικα έγγραφα, χωρίς καμία πίεση ή εξαναγκασμό. Καμία ανισορροπία, δηλώνουν οι ενάγοντες δεν επήλθε στα δικαιώματα και υποχρεώσεις των μερών, με τους όρους των συμφωνιών να βρίσκονται σε πλήρη αρμονία με τα κείμενα των Νομοθεσιών, ο δε εναγόμενος παρέλαβε όλες τις σχετικές επιστολές, αρνούμενος μέχρι σήμερα όπως τιμήσει τις υποχρεώσεις του. Ακροαματική Διαδικασία / Μαρτυρία Η ακροαματική διαδικασία διεξήχθη μέσω της γραπτής μαρτυρίας που κατέθεσαν αντιστοίχως τα μέρη προς υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεων τους. Παρά το γεγονός ότι η απαίτηση υπερβαίνει το ποσό των €3.000, οι συνήγοροι, συμφώνησαν με την εισήγηση του Δικαστηρίου όπως η παρούσα εκδικαστεί μέσω της κατάθεσης γραπτής προς υποστήριξη των θέσεων τους μαρτυρίας (βλ.Δ.30
(5)
(4)των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών) και εκδικαστεί ωσάν να αφορούσε ποσά ύψους μέχρι €3.000 με δεδομένο, ότι η έκταση των επίδικων ζητημάτων παρουσιαζόταν περιορισμένη και έκαστη πλευρά θα προσκόμιζε τελικώς, ένα μόνο μάρτυρα. Για τους ενάγοντες κατέθεσε γραπτή μαρτυρία η κα. XXXXX Βασιλείου, Μέχρι την 31.1.18 δηλώνει τοποθετημένη στο Τμήμα Παρακολούθησης και Ανάκτησης Χρεών των εναγόντων, εργάζεται δε από την 112.18 στην Altamira, η οποία, δυνάμει συμφωνίας διαχείρισης και ρύθμισης δανείων μεταξύ της ιδίας και των εναγόντων, έχει αναλάβει τη διαχείριση αριθμού χρηματοπιστωτικών διευκολύνσεων μεταξύ των οποίων και την παρούσα. Όλα τα παρουσιασθέντα στην διαδικασία έγγραφα, τα έχει στην κατοχή της με αυτά να αποτελούν μέρος του μητρώου των εναγόντων, η καταχώρηση των οποίων στην πρωτότυπη τους μορφή, έγινε κατά τη συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών τους, βρίσκονται δε υπό τη φύλαξη και έλεγχο τους. Παρουσιάζει ως Τεκμήριο 1 αντίγραφο Γενικού Πληρεξουσίου εγγράφου βάσει του οποίου εξουσιοδοτείται από τους ενάγοντες όπως δώσει μαρτυρία στην παρούσα διαδικασία, ενώ ως Τεκμήριο 2 κατέθεσε δέσμη πιστοποιητικών που αφορούν την πορεία των μετονομασιών. Ως Τεκμήριο 3 κατέθεσε αντίγραφο της συμφωνίας δανείου ημερομηνίας 7.8.2010 δεόντως υπογεγραμμένη από τον εναγόμενο 1, παραπέμποντας το Δικαστήριο μέσω της γραπτής της μαρτυρίας, σελίδες 6-8, στους σημαντικότερους, κατά την ίδια, όρους της εν λόγω συμφωνίας. Συνεχίζει η ΜΕ1 αναφέροντας ότι οι ενάγοντες πάντοτε, κατά την υπογραφή των όποιων εγγράφων, δίδουν χρόνο στους πελάτες όπως μελετήσουν το περιεχόμενο των και λάβουν, αν επιθυμούν νομική συμβουλή, όπως έγινε, δυνάμει πρακτικής, και στην παρούσα περίπτωση κατά την υπογραφή της συμφωνίας εγγύησης, Τεκμήριο
- Ως Τεκμήριο 5 παρουσίασε αντίγραφα των επιστολών τερματισμού, ως αυτές απεστάλησαν σε έκαστο των εναγόμενών, με τον τερματισμό να επισυμβαίνει λόγω της μη τήρησης του προγράμματος αποπληρωμής του δανείου. Ως Τεκμήρια 6 και 7 κατατέθηκαν αντίστοιχα, αναλυτική και αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού, συνοδευόμενες από τα απαραίτητα εκ του Νόμου πλέον (Κεφ.9), σχετικά πιστοποιητικά. Δυνάμει του Τεκμηρίου 7 το αξιούμενο σήμερα ποσό, ανέρχεται σε €5.335,43 πλέον τόκους προς 6,5% από 1.1.
- Σημειώνει η μάρτυρας ότι η αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της κατάστασης που διατηρείται στο ηλεκτρονικό αρχείο των εναγόντων, ενώ από έλεγχο που έγινε σε αυτήν προκύπτει ότι καμία χρέωση εκτός συμβατικών πλαισίων δεν έλαβε χώραν. Στην γραπτή του μαρτυρία ο εναγόμενος 3, επαναλαμβάνει ουσιαστικά τις θέσεις της υπεράσπισης του, με αντίστοιχες κατά τον ίδιο τις συμφωνίες δανείου και εγγύησης να αποτελούν άκυρα και παράνομα έγγραφα, περιέχοντας όρους παράνομους, ετεροβαρείς, ενώ αντιτίθενται σε σωρεία Νομοθεσιών. Αυτά αποτελούν έγγραφα που περιέχουν τυποποιημένους όρους, με τον ίδιο να διατηρεί μηδενική δυνατότητα διαπραγμάτευσης επί αυτών. Οι όροι που αφορούν στην επιβολή τόκων είναι όροι που συνιστούν ποινικές ρήτρες, αντίθετες με τις πρόνοιες του Περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών θεμάτων Νόμου του 1999, ενώ το αξιούμενο ποσό είναι μολυσμένο στην ολότητα του. Η μονομερής μεταβολή των επιτοκίων εκ μέρους των εναγόντων χρησιμοποιήθηκε αυθαίρετα, με τον ίδιο να μην ενημερώνεται καθόλου και/ή επαρκώς για αυτές, ενώ η επίδικη συμφωνία εγγύησης αποτελεί προϊόν οικονομικού εξαναγκασμού. Πέραν των ως άνω, αποτελεί θέση του ότι οι ενάγοντες ενήργησαν κατά παράβαση του άρθρου 5 του Νόμου 197(Ι)/2003, παραλείποντας όπως του παραδώσουν επιστολή στην οποία να καταγράφεται το αρχικό ποσό δανείου, το επιτόκιο και η οικονομική και περιουσιακή κατάσταση του πρωτοφειλέτη. Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με την παράλειψη των εναγόντων όπως τον ενημερώσουν έγκαιρα, για τις καθυστερήσεις στο δάνειο, δικαιολογούν την αποδέσμευση του από την συμφωνία εγγύησης. Οι μόνες επιστολές που έλαβε είναι αυτές ημερομηνιών 1.10.17 και 31.8.10 (Τεκμήρια 1 και 2), με τις οποίες του γνωστοποιείτο ότι το δάνειο παρουσίαζε καθυστερήσεις, με αναγραφόμενη ως ημερομηνία καθυστερήσεων την 31.8.
- Είναι αυταπόδεικτο κατά τον ίδιο συνεπώς, ότι η ενημέρωση του περί αυτών, 8 περίπου χρόνια μετά, είχε ως αποτέλεσμα την συσσώρευση τόκων, γεγονός το οποίο από μόνο του επενεργεί προς όφελος του, απαλλάσσοντας τον από την εγγύηση, αφού, ο όρος 11 αυτής επιβάλλει στους ενάγοντες όπως «χωρίς καθυστέρηση» τον ενημερώσουν «για εκ μέρους του πρωτοφειλέτη υπερημερία ή αθέτηση οποιασδήποτέ υπόσχεσης ή υποχρέωσης». Θέση του επίσης αποτελεί ότι ο λογαριασμός λειτουργούσε λανθασμένα στο ηλεκτρονικό σύστημα των εναγόντων, με προβληματικά λογισμικά. Με δεδομένο ότι η συμφωνία δανείου είναι άκυρη για τους προαναφερόμενους λόγους, ο εναγόμενος θεωρεί ότι η παρούσα αγωγή οφείλει όπως απορριφθεί, καλώντας το Δικαστήριο όπως του αποδώσει την αιτούμενη στην ανταπαίτηση του θεραπεία, κηρύττοντας και τις δύο συμφωνίες, άκυρες. Αξιολόγηση Μαρτυρίας / Νομική Πτυχή/ Ευρήματα Βαθιά ριζωμένη στο δικαιϊκό μας σύστημα είναι η νομολογιακή αρχή ότι το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών του σε αστική διαδικασία, φέρει ο ενάγων στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Ανεξαρτήτως των ισχυρισμών του εναγόμενου, ο ενάγοντας οφείλει, εάν επιθυμεί να επιτύχει η αξίωση του όπως αποδείξει ότι η δική του εκδοχή είναι πιο πιθανή παρά όχι, «more probable than not» (δέστε Μαρσέλ ν Λαική Τράπεζα Λτδ 2001 1(Β) Α.Α.Δ. 1858). Το Δικαστήριο οφείλει να αξιολογήσει την μαρτυρία που έχει ενώπιον του με σκοπό να μπορέσει να διαπιστώσει και να εξαγάγει ευρήματα επί πραγματικών γεγονότων ώστε να μπορεί τελικώς να καταλήξει κατά πόσον ο διάδικος που φέρει το βάρος απόδειξης έχει αποσείσει αυτό στον απαιτούμενο βαθμό. Σε διαδικασίες ταχείας εκδίκασης ή σε υποθέσεις όπου οι διάδικοι συνηγορούν όπως εκδικαστούν ως τέτοιες, ακολουθούνται οι διαδικασίες που προβλέπονται κάτω από την ομπρέλα της νέας Διαταγής
- Το Δικαστήριο, με δεδομένο ότι δεν έχει ενώπιον του ζώσα μαρτυρία, οφείλει με περισσή προσοχή να καταλήξει σε στερεά ευρήματα. Αυτό λαμβάνει χώραν μέσω της αξιολόγησης της μαρτυρίας με αντιπαραβολή των θέσεων των διαδίκων, αλλά και των τεκμηρίων που κατατέθηκαν στη διαδικασία. Νοείται βέβαια ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται πάντοτε με κριτήριο τις δικογραφημένες προτάσεις των μερών και αντιπαραβολή με αυτές (βλ.Παπαγεωργίου ν Κλάππας Invstment Services Ltd
(1991)1 Α.Α.Δ. 24). Τα ως άνω αποκτούν ιδιαίτερη βαρύτητα σε υποθέσεις ταχείας εκδίκασης όπου η παρουσιασθείσα γραπτή μαρτυρία εξετάζεται σε αυστηρή συνάρτηση με τα γεγονότα που παρατίθενται στα δικόγραφα αφού εκλείπει από την διαδικασία η ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης. Το Δικαστήριο οφείλει λοιπόν ασκώντας δικαστική κρίση να αξιολογήσει την ενώπιον του μαρτυρία βάση του περιεχομένου αυτής, την ποιότητα, αλλά και την πειστικότητα της (βλ. Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506). Προχωρώ λοιπόν στην εξέταση των νομικών ζητημάτων που προκύπτουν. Αποκτά ιδιαίτερη σημασία για σκοπούς απόφασης ότι παρά την φαινομενική διαφωνία των διαδίκων επί πλείστων ζητημάτων που άπτονται της αγωγής, υπάρχουν τα εξής παραδεκτά επιμέρους θέματα, ως αυτά προκύπτουν από την δικογραφία και μαρτυρία. Αυτά είναι: (α) Η Συμφωνία Δανείου ημερομηνίας 7.8.10 υπεγράφη από τον εναγόμενο
- (β) Η Συμφωνία Εγγύησης υπεγράφη από τον εναγόμενο
- (γ)Το Δάνειο παρουσίασε καθυστερήσεις. (δ) Οι ενάγοντες τερμάτισαν την λειτουργία του λογαριασμού. Τα πιο πάνω παραδεκτά γεγονότα συνεπώς, αποτελούν ευρήματα του Δικαστηρίου. Η μαρτυρία της ΜΕ1 κρίνεται ως καθ' όλα συνεκτική και πειστική, αφού συνάδει πλήρως με το περιεχόμενο των ενώπιον του Δικαστηρίου κατατεθειμένων τεκμήριων. Πέραν των ως άνω, αυτή περιγράφεται ως καθ' όλα αναλυτική και επεξηγηματική, με το Δικαστήριο να διαπιστώνει πράγματι την γνώση της μάρτυρος επί των γεγονότων της αγωγής. Δυνάμει των πιο πάνω, το Δικαστήριο αποδέχεται στην ολότητα της την μαρτυρία της ΜΕ1, χωρίς κανένα ενδοιασμό. Οι όροι στους οποίους παραπέμπει η μάρτυρας επί των συμφωνιών, δίδουν με την σειρά τους, τις απαντήσεις ή τον αντίλογο στις δικογραφημένες θέσεις του εναγόμενου, η μαρτυρία του οποίου, κρίνει το Δικαστήριο, δεν πείθει, αφού διέπεται από αντιφάσεις και ανακρίβειες. Αναδιπλώνει το Δικαστήριο το σκεπτικό του ευθύς αμέσως. Παραμένει ως αναντίλεκτο γεγονός, από τα ενώπιον του Δικαστηρίου Τεκμήρια ότι οι συμφωνίες δανείου και εγγύησης, υπεγράφησαν από τα μέρη. Ενώ ο εναγόμενος ισχυρίζεται αρχικώς, ότι ουδέποτε υπέγραψε την συμφωνία εγγύησης, επικαλείται αργότερα, ότι την υπέγραψε μεν, η υπογραφή του όμως τέθηκε κατόπιν εξαναγκασμού και ψυχικής πίεσης. Προς υποστήριξη όμως της θέσης αυτής, καμία ουσιαστική μαρτυρία δεν προσέφερε στο Δικαστήριο, αφήνοντας την έκθετη σε απόρριψη. Πέραν της γενικής του τοποθέτησης, στην παράγραφο 14 της μαρτυρίας του ότι: «με επηρέασαν και εξανάγκασαν να υπογράψω», καμία εξήγηση ή λεπτομέρεια εν σχέση με τον τρόπο εξαναγκασμού του, δεν παραθέτει. Ούτε επί του σημείου τούτου ζήτησε ο εναγόμενος όπως αντεξετάσει την κα. Βασιλείου. Υπενθυμίζονται εδώ τα συστατικά στοιχεία του οικονομικού εξαναγκασμού, ως αυτά τέθηκαν μέσω Δικαστικού λόγου στην απόφαση Γεώργιος Κούτας v. Δήμος Λευκωσίας [1989] 1E A.A.Δ.
- Αυτά είναι: (α) να ασκήθηκε τέτοια πίεση επί του ενός συμβαλλομένου ώστε το πρόσωπο αυτό να έχει στερηθεί της ελεύθερης του βούλησης, με αποτέλεσμα η συγκατάθεση του να είναι προϊόν πίεσης και (β) η πίεση που έχει ασκηθεί να μην θεωρείται νόμιμη. Είναι αυτονόητο ότι το μέρος που επικαλείται το δόγμα του οικονομικού εξαναγκασμού φέρει και το βάρος απόδειξης ότι δεν υπήρχε άλλη λογική επιλογή από το να αποδεχθεί τον όρο ή ότι επέλεξε το λιγότερο επαχθές από «δυο κακά» (βλ. The Universal Sentinel [1983] 1 AC 366). Το εν λόγω βάρος δεν έχει αποσείσει ο εναγόμενος στην παρούσα, αφού επέλεξε όπως μην παρουσιάσει καμία μαρτυρία είτε αναφορικά με την δική του οικονομική κατάσταση ή δυσκολία, ή ως προς τον τρόπο ή τις συνθήκες κάτω από τις οποίες, ως ισχυρίζεται, εξαναγκάστηκε ή πιέστηκε όπως υπογράψει την εν λόγω συμφωνία. Μία άλλη, προβαλλόμενη εκ μέρους του εναγόμενου υπερασπιστική γραμμή είναι ότι οι συμφωνίες δανείου και εγγύησης αντίκεινται στις διατάξεις του Περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμου του 1999, με αυτές να περιέχουν όρους παράνομους και καταχρηστικούς, με τους ενάγοντες να μεταβάλλουν αυθαίρετα το επιτόκιο, επιβαρύνοντας τον λογαριασμό κατά το δοκούν με παράνομες χρεώσεις και έξοδα. Η πιο πάνω υπερασπιστική γραμμή ,του εναγόμενου όμως, δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα των γεγονότων της παρούσας υπόθεσης. Αυτό γιατί, μελέτη των Τεκμηρίων 6 και 7 φανερώνουν ότι ο λογαριασμός τοκιζόταν από την έκδοση του δανείου μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης με το συμβατικό επιτόκιο ύψους 6,50%, χωρίς να έχει υπάρξει οποιαδήποτε μεταβολή του. Ως εκ τούτου, ο ισχυρισμός ότι η επιβολή τόκου υπερημερίας είναι καταχρηστικός όρος που αποτελεί ποινική ρήτρα, είναι ανυπόστατος αφού ουδέποτε φαίνεται να έχει χρεωθεί ο λογαριασμός με τόκο υπερημερίας. Ακόμη δε και στα Τεκμήρια 1 και 2, ήτοι στις επιστολές ημερομηνίας 2.10.17 και 16.1.18 που επισυνάπτει, ως από τον ίδιο παραληφθείσες, αναφέρεται ρητά ότι ο τόκος υπερημερίας είναι 0,0%. Ομοίως ανυπόστατος είναι και ο ισχυρισμός του ΜΥ1 για αθέμιτη άσκηση του μονομερούς δικαιώματος μεταβολής του επιτοκίου που είχε ως αποτέλεσμα να επιβαρύνεται ο λογαριασμός με παράνομες χρεώσεις, αφού ουσιαστικά ουδέποτε υπήρξε μεταβολή του επιτοκίου. Πέραν των ως άνω, η αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού, Τεκμήριο 7, εμπεριέχει μόνο τη συμφωνηθείσα κεφαλαιοποίηση και το συμβατικό επιτόκιο ύψους 6,5%, με το Ανώτατο Δικαστήριο να έχει χαρακτηρίσει ως καθόλα θεμιτή (βλ.Παναγιωτης Ζερβου ν Τραπεζα Κϋπρου Δημοσια Εταιρεία Λτδ
(2011)1 Α.Α.Δ. 2192), την προσκόμιση εκ μέρους των εναγόντων αναδομημένης κατάστασης λογαριασμού. Επιβεβαιωτικό του σκεπτικού του Δικαστηρίου ως προς τα ανωτέρω, εντοπίζεται και στην απόφαση Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν Λάμπρος Χαριλάλου κ.α
(2009)1 Α.Α.Δ 479 στην οποία παραπέμπω επί του προκειμένου. Συμφώνως των πιο πάνω, οι θέσεις του εναγόμενου τόσο ως προς το ζήτημα των χρεώσεων, αλλά και των όρων των μεταξύ των μερών συμφωνιών, στερούνται υπόβαθρου, αφού καμία μαρτυρία δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου που να δίνει υπόσταση στις κατά τα άλλα δικογραφημένες θέσεις του. Η μαρτυρία της ΜΕ1 παρέμεινε ουσιαστικά αναντίλεκτη επί των εν λόγω σημείων, ειδικότερα από την στιγμή που η αξίωση των εναγόντων πλέον, ως αυτή έχει περιοριστεί, αφορά την χρέωση μόνο επιτοκίου ύψους προς 6,50%, ως ο όρος και πρόνοιες της μεταξύ των μερών συμφωνίας (βλ. Χαριλάου (ante) και Θεοδώρου ν Hellenic Bank Ltd
(2012)1 Γ Α.Α.Δ.2059), γεγονός το οποίο εν πάση περιπτώσει επενεργεί προς όφελος του εναγόμενου. Επιπλέον, κρίνω αντίστοιχα, ότι ο εναγόμενος απέτυχε όπως ανατρέψει το μαχητό τεκμήριο που δημιουργήθηκε δυνάμει του άρθρου 22 του Κεφαλαίου 9, ως προς την εκ πρώτης όψεως αποδοχή και ορθότητα των λογαριασμών, Τεκμήρια 6 και 7, ενώ καμία αντεξέταση δεν επιχειρήθηκε ή ζητήθηκε όπως λάβει χώραν επί της ορθότητας των καταχωρήσεων. Ούτε και η θέση του εναγόμενου περί παραβίασης εκ μέρους των εναγόντων του άρθρου 5 του Ν. 197(Ι)/2003 μπορεί να επιτύχει. Ιδιαίτερη βαρύτητα αποκτά εδώ ο όρος 25 της Συμφωνίας Εγγύησης που αναφέρει ότι: «Ο Εγγυητής δηλώνει και διαβεβαιώνει ρητά και ανέκκλητα ότι, προ της υπογραφής της παρούσης Σύμβασης εγγύησης και αποζημίωσης, ενημερώθηκε δεόντως από την Συνεργατική με επιστολή που του επιδόθηκε προσωπικά και στην οποία επισυνάφθηκε γραπτή δήλωση του Πρωτοφειλέτη ως προς τα περιουσιακά του στοιχεία και τις τυχόν επιβαρύνσεις και ό,τι πριν την υπογραφή της σύμβασης αυτής, είχε την ευκαιρία της ελεύθερης και ατομικής διαπραγμάτευσης όπως ορίζεται στους περί καταχρηστικών ρητρών σε καταναλωτικές συμβάσεις Νόμους, όπως κατά καιρούς τροποποιούνται και ισχύουν». Σημειώνεται εδώ ότι ο εναγόμενος μπορούσε όπως ενεργήσει δια την προστασία των συμφερόντων του ανά πάσα στιγμή, προ της έγερσης της αγωγής, ασκώντας αν επιθυμούσε, το δικαίωμα που του δίδεται μέσω της ίδιας συμφωνίας για ακύρωση της, λόγω της κατ' ισχυριζόμενης παράβασης του εν λόγω όρου από τους ενάγοντες. Δεν παραγνωρίζεται εδώ ότι η βούληση του δια υπογραφή αυτής, ουδόλως επηρεάστηκε από την ισχυριζόμενη παράβαση εκ μέρους της τραπέζης. Εν πάση περιπτώσει, η Συμφωνία Εγγύησης αναφέρει ρητά, το ποσό του δανείου, το ποσό της εγγύησης, το επιτόκιο, τους συνεγγυητές του εναγομένου και το βαθμό ευθύνης τους. Συνεπώς, ακόμη και αν διαπιστωνόταν οποιαδήποτε παραβίαση των δικαιωμάτων του εναγόμενου, στοιχείο που εδώ εκλείπει, η μεταξύ των μερών συμφωνία, είτε δανείου, είτε εγγύησης, δεν μπορεί να κηρυχθεί άκυρη, αφού δεν υπάρχει πουθενά πρόνοια στο Νομοθέτημα που να προβλέπει ότι η ότι μη τήρηση των προνοιών μίας συμφωνίας καθιστά αυτόματα ως άκυρη την εγγύηση που υπογράφεται για αυτήν. Στις πρωτόδικες μεν, καθοδηγητικές επί του σημείου δε, αποφάσεις Gordian Holdings Limited v Savele Constructions & Quality Specialists Ltd κ.α Αγ. Αρ.2386/2013 ημερομηνίας 9.7.2021 και Gordian Holdings Ltd ν. Savele Construction & Quality Specialists Ltd κ.α., Αγ. Αρ.2381/2013 ημερομηνίας 31.5.2021, το Δικαστήριο κατέληξε επί του προκείμενου ως ακολούθως, σκεπτικό με το οποίο το παρόν Δικαστήριο συμφωνεί: «Σε σχέση με τις πρόνοιες του Άρθρου 5, εκείνο το οποίο προνοείται και ρυθμίζεται είναι η διαδικασία πριν την υπογραφή της εγγύησης από συγκεκριμένη κατηγορία εγγυητών που καλύπτει ο Νόμος και προνοεί ότι ο πιστωτής παραδίδει επιστολή με τις ως άνω προβλεπόμενες λεπτομέρειες προς τον εγγυητή. Τούτη η πληροφόρηση για τις λεπτομέρειες της πιστωτικής διευκόλυνσης που το φυσικό πρόσωπο θα παράσχει εγγύηση και για την περιουσιακή κατάσταση του πρωτοφειλέτη, σκοπό έχει στο να παράσχει προστασία στον εγγυητή και συγκεκριμένα στο να ενημερωθεί για κάθε λεπτομέρεια που αφορά την πιστωτική διευκόλυνση που θα παρασχεθεί και την οικονομική κατάσταση του πρωτοφειλέτη, έτσι ώστε, αφού έχει αυτή την ολοκληρωμένη εικόνα να μπορεί να αποφασίσει ελεύθερα κατά πόσο θα προχωρήσει με την παροχή της εγγύησης και την εν τέλει υπογραφή σχετικής σύμβασης. Αυτός, θεωρώ, είναι ο σκοπός και το πνεύμα της πιο πάνω νομοθεσίας και ζητήματα ακυρότητας της εγγύησης λόγω παράλειψης συμμόρφωσης με τις πρόνοιες του Άρθρου 5, δεν μπορεί να είναι ασύνδετα με τις πρόνοιες του Περί Συμβάσεων Νόμου και των αρχών του κοινοδικαίου και του δικαίου της επιείκειας. Το Άρθρο 5 αλλά και οι υπόλοιπες πρόνοιες της εν λόγω Νομοθεσίας δεν προνοούν ότι μη τήρηση των προνοιών του θα συνιστά αυτόματα και ακύρωση της εγγύησης. Δηλαδή, πουθενά στο Νόμο αναφέρεται ότι η παράλειψη τήρησης της εν λόγω υποχρέωσης από τον πιστωτή, θα καθιστά την εγγύηση ως άκυρη εξ' υπαρχής (void ab initio). Στις περιπτώσεις που ο εν λόγω Νόμος ήθελε να θεσμοθετήσει συνέπειες από τη μη συμμόρφωση του και δη ακυρότητα της εγγύησης, το έπραξε ρητώς, τηρουμένου όμως των προνοιών του Περί Συμβάσεων Νόμου. Παραπέμπω στις πρόνοιες του Άρθρου 12
(3)του Νόμου το οποίο ρητά αναφέρει: «Παράλειψη εκτέλεσης από τον πιστωτή, οποιασδήποτε υποχρέωσης που του επιβάλλεται κατά τα διαλαµβανόµενα στα εδάφια
(1)και
(2)του παρόντος άρθρου— (α) Θεωρείται παράλειψη τέλεσης πράξης που επιβάλλεται από τις υποχρεώσεις πιστωτή προς τον εγγυητή µέσα στην έννοια του άρθρου 97 του περί Συµβάσεων Νόµου, και απαλλάσσει τον εγγυητή σε περίπτωση που συνεπεία αυτής παραβλάπτεται, όπως προβλέπεται στο εν λόγω άρθρο, η τελική ικανοποίηση του ίδιου του εγγυητή από τον πρωτοφειλέτη, (β) συνιστά εν πάση περιπτώσει, παραβίαση ουσιώδους όρου της σύµβασης εγγύησης από τον πιστωτή, σε σχέση µε την οποία παρέχονται στον εγγυητή και πιστωτή, οι θεραπείες, οι υπερασπίσεις, τα δικαιώµατα και οι υποχρεώσεις, που παρέχονται δυνάµει του περί Συµβάσεων Νόµου σε σχέση µε παραβίαση ουσιώδους όρου σύµβασης από αντισυµβαλλόµενο. Κρίνω ότι η παράλειψη της Τράπεζας να συμμορφωθεί με τις πρόνοιες του Άρθρου 5 από μόνη της δεν μπορεί να συνιστά ακυρότητα της επίδικης εγγύησης εξ' υπαρχής. Ούτε έχει προκύψει ότι οι εναγόμενοι προέβηκαν σε οποιοδήποτε διάβημα τερματισμού της επίδικης εγγύησης πριν από την έγερση της παρούσας αγωγής λόγω της παράβασης αυτής της υποχρέωσης της Τράπεζας.... Αντιθέτως, εκείνο το οποίο προκύπτει είναι ότι η συμφωνία εγγύησης είναι ενσωματωμένη στην επίδικη συμφωνία δανείου και στην οποία υπήρχαν όλοι οι όροι και λεπτομέρειες της πιστωτικής διευκόλυνσης καθώς επίσης και η προτροπή για λήψη ανεξάρτητης νομικής συμβουλής πριν από την υπογραφή της». Ανεξαρτήτως των πιο πάνω, μελέτη των όρων της επίδικης συμφωνίας εγγύησης (όρος 18), καταδεικνύει ότι αυτή αποτελεί παράλληλα και συμφωνία κάλυψης και αποζημίωσης (indemnity). Ο όρος 18 προνοεί ότι: «Επιπρόσθετα και χωρίς να επηρεάζονται οι πρόνοιες της Σύμβασης αυτής, ο Εγγυητής συμφωνεί και αναλαμβάνει την υποχρέωση σε οποιοδήποτε χρόνο να αποζημιώνει και να διατηρεί πλήρως αποζημιωμένη (keep indemnified) τη Συνεργατική μέχρι του ποσού που αναφέρεται στη παράγραφο 14, πιο πάνω, ως να ήταν ο ίδιος πρωτοφειλέτης σε περίπτωση που για οποιοδήποτε λόγο ή αιτία αποδειχθεί ότι ο πρωτοφειλέτης είναι ανύπαρκτο πρόσωπο και/ή ο δανεισμός για οποιοδήποτε λόγο ή αιτία πάσχει λόγω ακυρότητας και/ή είσπραξη ή πληρωμή οποιουδήποτε ποσού από τον Πρωτοφειλέτη είναι αδύνατη λόγω οποιουδήποτε νομικού ή ουσιαστικού κωλύματος ή άλλης αιτίας.» Σύμφωνα με το Σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, Financial Instruments & Transactions, Volume 49
(2015), κάτω από τους όρους μιας σύμβασης κάλυψης και αποζημίωσης, ο πάροχος (indemnifier), αναλαμβάνει μια ανεξάρτητη υποχρέωση η οποία δεν εξαρτάται από και δεν συνδέεται με την ύπαρξη οποιασδήποτε άλλης υποχρέωση οποιουδήποτε άλλου οφειλέτη. Τέτοια υποχρέωση δεν είναι δευτερογενούς φύσεως, αλλά πρωτογενούς και δια της εν λόγω συμβάσεως, ο πάροχος αυτής υπόσχεται να καλύψει και να αποζημιώσει πλήρως τον πιστωτή από οποιανδήποτε ζημιά τυχόν προκληθεί σε αυτόν. Σε τέτοιες περιπτώσεις λοιπόν, όπως και στην παρούσα υπόθεση όπου η Σύμβαση Εγγύησης είναι παράλληλα και Σύμβαση κάλυψης και αποζημίωσης, η προστασία που παρέχεται από τον Περί Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμο, Ν.197(Ι)/2003, δεν εφαρμόζεται. Εν κατακλείδι, η υπερασπιστική γραμμή του Εναγόμενου ότι υπήρξε παραβίαση των όρων του Περί Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμου, Ν.197 (Ι)/2003 δεν έχει αποδειχθεί, ενώ ακόμη και αν αποδεικνυόταν, αυτή δεν θα είχε έρεισμα, δεδομένης της φύσης της συμφωνίας εγγύησης, ως αυτή έχει επεξηγηθεί ανωτέρω. Τελευταία υπερασπιστική γραμμή του εναγόμενου, η κατ' ισχυρισμόν μη έγκαιρη ενημέρωση του για τις καθυστερήσεις που παρουσιάζονταν στον λογαριασμό, ενώ ουδέποτε έλαβε την επιστολή τερματισμού. Η θέση ότι ο εναγόμενος δεν παρέλαβε την επιστολή τερματισμού δεν μπορεί να επιτύχει αφού αυτή (Τεκμήριο 5), στάλθηκε στην διεύθυνση που ο ίδιος δήλωσε ότι παρέλαβε και τα επισυναπτόμενα υπό τον ίδιο Τεκμήρια 1 και 2, δηλαδή στη διεύθυνση: XXXXX 33, XXXXX, Διαμ. XXXXX, Λάρνακα. Με αυτήν οι ενάγοντες τερμάτισαν την συμφωνία και κάλεσαν τον εναγόμενο όπως εντός 30 ημερών προβεί σε εξόφληση του υπολοίπου, πλέον τόκους. Αξίζει στο σημείο αυτό όπως καταγραφούν τα όσα λέχθησαν στην Lombart Natwest v Λαζαρίδη
(1999)1 Α.Α.Δ.1465, με το Ανώτατο Δικαστήριο να αποφασίζει ότι: «..το κυρίαρχο στοιχείο στη στοιχειοθέτηση της υποχρέωσης αποπληρωμής είναι ο τερματισμός του λογαριασμού, ενώ η ειδοποίηση προς τον πρωτοφειλέτη για αποπληρωμή επωδός της υποχρέωσης αυτής και όχι προϋπόθεση για τη γένεση του δικαιώματος ανάκτησης του χρέους». Το Δικαστήριο έχει από την προσκομισθείσα εκ μέρους της κας. Βασιλείου μαρτυρία πεισθεί και καταλήγει ότι οι ενάγοντες δεόντως τερμάτισαν την 27.2.18 την λειτουργία του λογαριασμού, απέστειλαν δε προειδοποιητικές προς τούτο επιστολές, το περιεχόμενο των οποίων ο εναγόμενος παραδέχεται ότι έλαβε γνώση. Δεδομένης της ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρίας, αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι οι σχετικές επιστολές, τόσο προειδοποιητικές, όσο και τερματικές, έχουν δεόντως αποσταλεί και παραληφθεί από τον εναγόμενο, ως η αξιόπιστη και αναντίλεκτη προς τούτο μαρτυρία της ΜΕ1. Οι ενάγοντες ενήργησαν δυνάμει του όρου 22 της συμφωνίας εγγύησης, αποστέλλοντας τις: «με συνηθισμένο ταχυδρομείο στη τελευταία διεύθυνση που έδωσε ο χρεώστης στη Συνεργατική ή στη τελευταία γνωστή του Διεύθυνση», απαιτώντας την καταβολή των υπολοίπων. Δυνάμει των πιο πάνω ευρημάτων, το Δικαστήριο δεν μπορεί να αποδεχθεί την εισήγηση του εναγόμενου περί μη ορθού ή νόμιμου τερματισμού. Στην Barclays Bank plc ν J.G.L (Constr.) Ltd
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 1726, λέχθηκε ότι: «..εφόσον δεν γνωστοποιείται οποιαδήποτε αλλαγή διεύθυνσης, η αποστολή της επιστολής τερματισμού στην διεύθυνση που αναγράφεται επί της συμφωνίας, συνιστά νόμιμο τερματισμό της». Για σκοπούς πληρότητας το Δικαστήριο επίσης παραπέμπει στις αποφάσεις Theodorou v The Abbot of Kykkos Monastery
(1965)1 C.L.R 9 και Πιττάκα ν Γ &Β Χατζηδημοσθένους Λτδ
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ.1895, οι οποίες ασχολήθηκαν εκτενώς με το ζήτημα της αποστολής και παραλαβής τερματικών επιστολών, ενώ ας μην λησμονείται η αρχή ότι και η καταχώρηση αγωγής, από μόνη της, επενεργεί ως επαρκής τερματισμός μίας συμφωνίας (βλ.Κυριάκου ν Χρυσοστόμου
(2002)1 Α.Α.Δ. 2029). Συνεπώς τα δικαιώματα του εναγόμενου ουδόλως έχουν επηρεαστεί, με τον ίδιο να μην μπορεί να ισχυρίζεται ότι δεν έλαβε γνώση του τερματισμού, αφού επέλεξε μετά την επίδοση σε αυτόν της αγωγής, -στην ίδια διεύθυνση- όπως καταχωρήσει εμφάνιση και υπεράσπιση. Είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου επί των ως άνω ότι ο τελευταίους έχει καταστεί υπόχρεος για την πληρωμή των οφειλόμενων υπό τον ίδιο ποσών, δυνάμει της συμφωνίας εγγύησης του. Σε υποθέσεις τραπεζικού χρέους, τα κύρια σημεία απόδειξης εκ μέρους των εναγόντων είναι (α) η απόδειξη ύπαρξης λογαριασμού, (β) η παράβαση όρου της σύμβασης, (γ) ο τερματισμός αυτής και (δ) η ύπαρξη οφειλόμενου υπόλοιπου (βλ.Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν Χαραλάμπους
(2010)1 Α.Α.Δ. 829). Η ύπαρξη του λογαριασμού δανείου, της επίδικης συμφωνίας δανείου καθώς και της επίδικης συμφωνίας εγγύησης συμπεραίνεται και από την μαρτυρία του εναγόμενου ότι αποτελεί παραδεκτό γεγονός. Αυτό γιατί στη γραπτή μαρτυρία του εναγόμενου εγκαταλείπονται και οι δυο εκδοχές που αναφέρονται στην Υπεράσπιση του, δηλαδή από την μια η ρητή άρνηση της κατάρτισης και υπογραφής των επίδικων συμφωνιών και από την άλλη η παραδοχή της κατάρτισης και υπογραφής των επίδικων συμφωνιών αλλά, υπό καθεστώς ψυχικής πίεσης και εξαναγκασμού. Εν τέλει, στην γραπτή του μαρτυρία αναφέρει ότι υπέγραψε την Συμφωνία Εγγύησης, αποδέχθηκε τις υποχρεώσεις που απορρέουν από αυτή, αλλά θα πρέπει να απαλλαχθεί από εγγυητής για τους λόγους που έχουν ανωτέρω, αναπτυχθεί. Ως εκ των ανωτέρω, η πρώτη προϋπόθεση έχει αποδειχθεί. Όσο αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, η παράβαση όρου της σύμβασης προκύπτει από τα Τεκμήρια 6 και 7. Όπως φαίνεται και από τις δύο καταστάσεις, η τελευταία καταβολή δόσης από τον πρωτοφειλέτη ήταν την 31.07.2015, ενώ έκτοτε καμία άλλη πίστωση δεν υπάρχει στο λογαριασμό. Ως εκ τούτου οι Ενάγοντες ενεργοποίησαν τον όρο 10 της Σύμβασης Δανείου ο οποίος προνοεί ότι: « Παράλειψη ή άρνηση του χρεώστη να καταβάλει ολόκληρη ή μέρος οποιασδήποτε από τις πιο πάνω δόσεις, μαζί με οποιουσδήποτε τόκους ή προμήθειες ή δικαιώματα που οφείλονται δυνάμει της παρούσας Συμφωνίας, κατά τις καθορισμένες ημερομηνίες ή μόλις η Συνεργατική με βάση την παρούσα συμφωνία απαιτήσει οποιαδήποτε πληρωμή, καθιστούν το πιο πάνω δάνειο ή οποιοδήποτε υπόλοιπο του αμέσως πληρωτέο και απαιτητό και παρέχει στη Συνεργατική χωρίς επηρεασμό οποιασδήποτε άλλης θεραπείας ή δικαιώματος της, το δικαίωμα όπως απαιτήσει και εισπράξει αμέσως ολόκληρο το πιο πάνω δάνειο, προμήθειες, δικαιώματα και οποιαδήποτε άλλα έξοδα.» Ακολούθως οι ενάγοντες απέστειλαν και προειδοποιητικές επιστολές προς τον εναγόμενο, ως ο ίδιος αναφέρει ότι έχει παραλάβει, αλλά και τερματική επιστολή, ενεργοποιώντας τους όρους 12 και 22 της Συμφωνίας. Ο εναγόμενος παρόλο που αμφισβήτησε την λήψη της επιστολής τερματισμού καθώς και τις προειδοποιητικές επιστολές, δεν απέσεισε από τους ώμους του το βάρος που ο ίδιος είχε να αποδείξει πως δεν έλαβε τις εν λόγω επιστολές. Είναι καλά γνωστό πως από την στιγμή που γίνεται αποδεκτή μαρτυρία πως η επιστολή ταχυδρομήθηκε και δεν επεστράφη, δημιουργείται τεκμήριο παραλαβής και το βάρος απόδειξης για την μη παραλαβή της, μετέρχεται στους ώμους του εναγόμενου για απόδειξη ότι δεν παρέλαβε αυτές ή ότι έδωσε στους ενάγοντες νέα διεύθυνση αλληλογραφίας (βλ. Barclays Bank και Theodorou (ante)). Επιπρόσθετα ακόμη και εάν δεν αποστελλόταν ή επιδιδόταν η επιστολή τερματισμού, η καταχώρηση της παρούσας αγωγής συνιστά επαρκή τερματισμό της συμφωνίας δανείου και απαίτησης πληρωμής του οφειλόμενου ποσού (βλ. Κυριάκου ante) Τέλος, η μαρτυρία της κας. Βασιλείου και τα Τεκμήρια που επισυνάφθηκαν σε αυτήν αποδεικνύουν στον απαιτούμενο βαθμό και την τέταρτη προϋπόθεση, ήτοι το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού. Τόσο η αναλυτική κατάσταση του λογαριασμού (Τεκμήριο 6) όσο και η αναδομημένη κατάσταση (Τεκμήριο 7), συνιστούν εκ πρώτης όψεως απόδειξη των καταχωρήσεων στα τραπεζικά βιβλία, δυνάμει του άρθρου 22
(1)του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ.9. Ο Εναγόμενος είχε το βάρος να αποδείξει την μη ύπαρξη των καταχωρήσεων στα τραπεζικά βιβλία ή ότι οι καταχωρήσεις δεν ήταν στην ουσία ορθές ως μη αντιστοιχούσες με τα πρωτότυπα τραπεζικά βιβλία (βλ. Χαριλάου ante). Ο Εναγόμενος απέτυχε να αντικρούσει την πιο πάνω μαρτυρία, δεδομένου του ότι δεν προσέφερε οποιαδήποτε σχετική ή περί του αντιθέτου μαρτυρία και αρκέστηκε απλά σε μια γενική άρνηση ότι οι Εναγόμενοι ουδέν ποσό οφείλουν εις τους Ενάγοντες προβάλλοντας τους ισχυρισμούς περί παράνομων χρεώσεων. Όπως προαναφέρθηκε ανωτέρω στην αναδομημένη κατάσταση που ετοίμασε η ME1, το υπόλοιπο της οποίας αξιώνουν οι Ενάγοντες περιορίζοντας την απαίτηση τους, δεν περιλαμβάνονται οποιεσδήποτε πρόσθετες χρεώσεις παρά μόνο οι κεφαλαιοποιήσεις του τόκου επί του αρχικού κεφαλαίου, παρόλο που δεν υπάρχει οποιαδήποτε χρέωση στην αναλυτική κατάσταση η οποία μπορεί να θεωρηθεί παράνομη και ότι εκφεύγει των προνοιών της Συμφωνίας Δανείου. Έχει τονιστεί και ανωτέρω ότι, όπως υποδεικνύεται στις υποθέσεις Καλλικάς v. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ
(2010)1 Α.Α.Δ 1238 και Παναγιώτης Ζερβού (ante), η αναδόμηση λογαριασμών είναι επιτρεπτή ενέργεια που δεν μπορεί να θεωρηθεί εκτός δικογράφων όταν κρίνεται από την Τράπεζα ότι θα πρέπει να διαμορφώσει το ποσό της απαίτησης της προς τα κάτω με αφαίρεση χρεώσεων και δικαιωμάτων ή με διαφορετικό υπολογισμό τόκων. Έχοντας κατά νου όλα τα πιο πάνω, καταλήγω ότι οι ενάγοντες έχουν αποδείξει την υπόθεση τους στον απαιτούμενο από την νομολογία βαθμό. Η ανταπαίτηση δε, για όλους τους λόγους που έχουν επεξηγηθεί ανωτέρω, δεν μπορεί να επιτύχει και αποτυγχάνει. Εκδίδεται συνεπώς υπέρ των εναγόντων και εναντίον τoυ εναγόμενου 3, αλληλέγγυα και κεχωρισμένα με τους εναγόμενους 1 και 2, Δικαστική απόφαση για το ποσό των €5.000 πλέον τόκο προς 6,50% από 1.1.21 μέχρι εξόφλησης με κεφαλαιοποίηση των τόκων την 30 Ιουνίου και 3 Δεκεμβρίου έκαστου έτους. Η ανταπαίτηση απορρίπτεται. Ως προς τα έξοδα, επιδικάζεται ένα σετ εξόδων επί της αγωγής και ανταπαίτησης με δεδομένο ότι αυτές συν εκδικάστηκαν. Τα έξοδα επιδικάζονται προς όφελος των εναγόντων και εναντίον του εναγόμενου 3 ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............................................... Μ. Ναθαναήλ , Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο