← Κύπρος

Μονογιού ν. Λαϊκή Υπεραγορά Στέλιος Ανδρέου Λτδ, Αγωγή Αρ. 3184/2013, 28/1/2022

Μονογιού ν. Λαϊκή Υπεραγορά Στέλιος Ανδρέου Λτδ, Αγωγή Αρ. 3184/2013, 28/1/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2022:A7 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. ΜΑΘΗΚΟΛΩΝΗ, Α.Ε.Δ. Αγωγή Αρ. 3184/2013 ΜΕΤΑΞΥ: XXXXX Μονογιού Ενάγουσας -και- Λαϊκή Υπεραγορά Στέλιος Ανδρέου Λτδ Εναγομένης Ημερομηνία: 28 Ιανουαρίου 2022 Εμφανίσεις: Για την αιτήτρια- εναγόμενη: κ. Λουκαϊδης για Δρ Α. Ποιητής Δ.Ε.Π.Ε. Για την καθ' ης η αίτηση ενάγουσα: κ. Δ. Θωμά για Θέμη Θωμά & Συνεργάτες ΔΕΠΕ. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (Αίτηση για αντεξέταση ημερ. 2/11/2021 ) Εισαγωγή Με την υπό κρίση ενδιάμεση αίτηση η αιτήτρια/εναγόμενη αιτείται την αντεξέταση της ομνύουσας στην Ε/Δ που συνοδεύει την ένσταση που καταχωρήθηκε στην αίτηση[1] που επίσης καταχώρησε η αιτήτρια/εναγόμενη και με την οποία αιτείται την αναστολή εκτέλεσης της τελικής απόφασης του Δικαστηρίου ημερ. 30.12.2020 η οποία εκδόθηκε εναντίον της στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή. Υπό το φως των πιο πάνω θεωρώ χρήσιμο να παραθέσω συνοπτικά το πλαίσιο της κυρίως αίτησης για να καταστεί πιο κατανοητό και το αίτημα αντεξέτασης που υποβάλλεται με την υπό εξέταση αίτηση. Με την αίτηση αναστολής ημερ. 10/9/2021 λοιπόν, η εναγόμενη/αιτήτρια αιτείται την ανατολή εκτέλεσης της απόφασης του Δικαστηρίου ημερ. 30/12/2020 μέχρι εκδικάσεως της έφεσης που καταχωρήθηκε κατά της εν λόγω αποφάσεως. Η αίτηση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση της XXXXX Κονναρή η οποία αναφέρεται στο ιστορικό της υπόθεσης, στην έκδοση της απόφασης υπέρ της ενάγουσας/καθ' ης η αίτηση και εναντίον της εναγόμενης/αιτήτριας, στην έφεση που καταχωρήθηκε από την εναγόμενη/αιτήτρια και τις πολύ καλές πιθανότητες επιτυχίας που έχει ως η θέση της η εν λόγω έφεση καθώς και τη φερεγγυότητα της αιτήτριας/εναγόμενης η οποία θα είναι σε θέση, ως η ομνύουσα υποστηρίζει, να καταβάλει τα επιδικασθέντα ποσά σε περίπτωση αποτυχίας της έφεσης. Παράλληλα ισχυρίζεται πως σε περίπτωση επιτυχίας της έφεσης, η καθ' ης η αίτηση/ενάγουσα η οποία θα έχει στο μεταξύ χρησιμοποιήσει τα ποσά ως η ίδια έχει διακηρύξει ότι θα πράξει, δεν θα είναι σε θέση λόγω της οικονομικής της κατάστασης να επιστρέψει τα ποσά πίσω στην αιτήτρια, με αποτέλεσμα η τελευταία να υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά. Η καθ' ης η αίτηση/ενάγουσα καταχώρησε ένσταση στην αίτηση για αναστολή εκτέλεσης, προβάλλοντας αριθμό λόγων ένστασης με τους οποίους ουσιαστικά ισχυρίζεται ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος και ότι η αίτηση είναι καταχρηστική και κακόπιστη και υποβάλλεται αδικαιολόγητα καθυστερημένα. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση όχι της ίδιας της ενάγουσας/καθ' ης η αίτηση, αλλά μιας ασκούμενης στο γραφείο που εκπροσωπεί την ενάγουσα, και συγκεκριμένα της κας Κουρέα, η οποία ως αναφέρει διαφωνεί ως προς τις πιθανότητες επιτυχίας της έφεσης ενώ παράλληλα ως προς την ισχυριζόμενη από την αιτήτρια αδυναμία της ενάγουσας/καθ' ης η αίτηση να επιστρέψει τα επιδικασθέντα ποσά εάν η έφεση της αιτήτριας επιτύχει, την αμφισβητεί και περαιτέρω ισχυρίζεται πως η ενάγουσα κατέχει ακίνητη περιουσία που υπερβαίνει το ποσό της απόφασης. Τέλος προβάλλει και τη θέση ότι οι αιτητές επικοινώνησαν με τον κ. Θωμά αναφέροντας του ότι δεν μπορούν να καταβάλουν το ποσό της απόφασης και ζητώντας την παραχώρηση δόσεων, υποστηρίζοντας ουσιαστικά ότι αυτός είναι ο λόγος που ζητείται η αναστολή και όχι η δήθεν αδυναμία της ενάγουσας/καθ' ης η αίτηση να επιστρέψει τα επιδικασθέντα ποσά σε περίπτωση αποτυχίας της έφεσης. Η υπό εξέταση αίτηση Με την υπό εξέταση αίτηση ζητείται η αντεξέταση της ενόρκως δηλούσας για την καθ' ης η αίτηση επί των παραγράφων 1,6,7 και 8 της ένορκης δήλωσης της, η οποία συνοδεύει την ένσταση που καταχωρήθηκε στην αίτηση για αναστολή. Με την ένορκο δήλωση, της XXXXX Κονναρή που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση αναλύονται οι λόγοι στους οποίους στηρίζεται το εν λόγω αίτημα. Συνοπτικά μπορεί να λεχθεί ότι ζητείται η αντεξέταση σε σχέση με την παράγραφο 1 επειδή η ομνύουσα (κα Κουρέα) υποστηρίζει ότι έχει χειριστεί προσωπικά την υπόθεση ενώ είναι ασκούμενη, δεν αναφέρει αν έχει λάβει πληροφορίες από την ενάγουσα και επομένως δεν προκύπτει πως γνωρίζει την οικονομική της κατάσταση, αν έχει χρέη αν έχει ακίνητη περιουσία και ποια η αξία τέτοιας περιουσίας. Σε σχέση με την παράγραφο 6 και 7 ζητείται η αντεξέταση σε σχέση με την αναφορά ότι η ενάγουσα κατέχει περιουσία πολύ μεγαλύτερης αξίας από τα χρέη της και ειδικότερα για να καταδειχθεί πώς προκύπτει αυτή η τοποθέτηση, με την έννοια από πού πήρε την πληροφόρηση αυτή, ιδιαίτερα δεδομένου του ότι η ενόρκως δηλούσα δεν αναφέρει ότι έλαβε πληροφορίες από την ενάγουσα στην παρ.

  1. Περαιτέρω και εάν πράγματι δεν είναι από την ενάγουσα που έλαβε την εν λόγω πληροφόρηση, από πού έλαβε την πληροφόρηση αναφορικά με τα χρέη της, την ακίνητη περιουσία της, αλλά και την αξία της ακίνητης της περιουσίας. Επίσης ζητείται η αντεξέταση σε σχέση με την παράγραφο 7 της Ε/Δ που συνοδεύει την ένσταση, επειδή ως η θέση της αιτήτριας περιέχει αντιφάσεις και συγκεκριμένα επειδή στην ίδια παράγραφο η ομνύουσα αφενός αναφέρει και αποδέχεται ότι οι αιτητές/εναγόμενοι είναι φερέγγυοι, ενώ στη συνέχεια προβάλλει τη θέση ότι είναι αφερέγγυοι. Άλλη κατ' ισχυρισμόν αντιφατική τοποθέτηση επί της οποίας ζητείται η αντεξέταση είναι η θέση της κας Κουρέα αναφερόμενη στις οφειλές της ενάγουσας λέγοντας «όσα και να οφείλει και/ή αν οφείλει οποιαδήποτε ποσά». Επίσης ζητείται η αντεξέταση σε σχέση με την παράγραφο 7 της Ε/Δ που συνοδεύει την ένσταση, με την οποία η ομνύουσα αναφέρει ότι σε συζητήσεις που είχε ο κ. Θωμά στην παρουσία της με τον κ. Λουκαϊδη ο τελευταίος του ανέφερε ότι η εναγόμενη/αιτήτρια, δεν μπορεί και δεν κατέχει το ποσό που αναγράφεται στην απόφαση, πράγμα που η αιτήτρια υποστηρίζει ότι είναι αναληθές, αφού η εισήγηση του κ. Λουκαϊδη προς τους συνηγόρους της ενάγουσας ήταν να καταβληθεί όλο το ποσό της απόφασης και των εξόδων, νοουμένου ότι η ενάγουσα θα τους έδιδε τραπεζική εγγύηση για την επιστροφή των ποσών αυτών σε περίπτωση επιτυχίας της έφεσης. Επίσης επιζητείται η αντεξέταση της κας Κουρέα σε σχέση με τη θέση της ότι είναι αναληθής η αναφορά της XXXXX Κονναρή στην Ε/Δ που συνοδεύει την κυρίως αίτηση, ότι η ενάγουσα ανέφερε στο Δικαστήριο στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας ότι τα χρέη που έχει σε Συνεργατικές και στην Τράπεζα Κύπρου και τα οποία υπερβαίνουν το ποσό των €500.000, αφού ως υποστηρίζει κατά την ακροαματική διαδικασία η ενάγουσα υιοθέτησε τη γραπτή της δήλωση όπου προβαίνει στη σχετική αναφορά. Βέβαια αναφέρει ότι οι σχετικές παράγραφοι του Εγγράφου Α διαγράφηκαν και δεν εισήχθησαν ως μαρτυρία ως μη δικογραφημένοι/άσχετοι ισχυρισμοί, όμως ως υποστηρίζει θα πρέπει να επιτραπεί να ληφθούν υπόψη εναντίον της, αφού οι αναφορές αυτές είναι άμεσα σχετικές με το ζήτημα της αφερεγγυότητας της ενάγουσας που είναι το κύριο ζήτημα που θα απασχολήσει κατά την εκδίκαση της κυρίως αίτησης ημερ. 10/9/
  2. Η Ένσταση στην υπό εξέταση αίτηση Η καθ' ης η αίτηση ενάγουσα καταχώρησε ένσταση στην αίτηση με την οποία προβάλλονται σωρεία λόγω ένστασης με τους οποίους ουσιαστικά ισχυρίζεται τα εξής: Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος Με την τυχόν έγκριση του αιτήματος θα προκληθεί μεγάλη καθυστέρηση στην εκδίκαση της κυρίως αίτησης. Το αίτημα αποτελεί κακόπιστη και καταχρηστική ενέργεια η οποία αποσκοπεί να πλήξει την αξιοπιστία του ενόρκως δηλούντα,πράγμα ανεπίτρεπτο στα πλαίσια μιας τέτοιας διαδικασίας, ενώ επίσης σκοπεί να προκαλέσει καθυστέρηση στο να λάβει η ενάγουσα το λαβείν της. Με τα αιτούμενα διατάγματα σκοπείται η συμπλήρωση του εσκεμμένου και/ή ηθελημένου κενού και/ή επιχειρείται η αλλαγή ή και προσθήκη των γεγονότων που υποστηρίζουν την κυρίως αίτηση 10/9/2021 ή και επιδιώκεται η προσθήκη παράτυπα και αντικανονικά πρόσθετης ή και απαντητικής μαρτυρίας. Η ένσταση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση του Ευάγγελου Ευαγγέλου ο οποίος απορρίπτει και αρνείται τους ισχυρισμούς της ομνύουσας στην Ε/Δ που υποστηρίζει την υπό εξέταση αίτηση και περαιτέρω επαναλαμβάνει και αναλύει τους πιο πάνω λόγους ένστασης. Περαιτέρω αναφορά στις θέσεις του θα γίνει πιο κάτω στα πλαίσια ανάλυσης της νομικής πτυχής της αίτησης προς αποφυγή επαναλήψεων. Η Διαδικασία Οι συνήγοροι των δύο πλευρών περιορίστηκαν σε αγορεύσεις με τις οποίες υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους με αναφορά στη νομολογία και νομικό πλαίσιο που διέπει την υπό κρίση αίτηση. Ουδείς εκ των ενόρκως δηλούντων αντεξετάστηκε. Τα όσα δε οι συνήγοροι ανέφεραν ενώπιον του Δικαστηρίου λαμβάνονται υπόψη, αναφορά δε σε αυτά θα γίνει πιο κάτω στα πλαίσια ανάλυσης της νομικής πτυχής της αίτησης και στο βαθμό που κρίνεται απαραίτητο. Νομική Πτυχή Η Δ.39 θ.1 των Διαδικαστικών Κανονισμών περί Πολιτικής Δικονομίας, επί της οποίας στηρίζεται η υπό εξέταση αίτηση και στην οποία παραπέμπει η Δ.48 Θ.4

(2)των εν λόγω Διαδικαστικών Κανονισμών προβλέπει ότι: «Upon an application evidence may be given by affidavit; but the Court or a Judge may, on the request of either party, order the attendance of the deponent for cross - examination» Η δε Δ.48 Θ.4
(2)ως έχει τροποποιηθεί από τον Περί Πολιτικής Δικονομίας (τροποποιητικό) (Αρ. 3) Διαδικαστικό Κανονισμό του 1999 Κ.Δ.Π. 5/99 ημερ. 23/12/1999 προβλέπει τα εξής: «Το Δικαστήριο ή Δικαστής μετά από αίτηση ή προφορικό αίτημα, μπορεί, για καλό λόγο, να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικών ένορκων δηλώσεων. Η ακρόαση της αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Διαταγή 39.» Τόσο από το περιεχόμενο των ίδιων των πιο πάνω διατάξεων όσο και από τη σχετική με το θέμα νομολογία προκύπτει πως το ζήτημα της παραχώρησης άδειας για αντεξέταση επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, η οποία μάλιστα μπορεί να ασκηθεί ανεξάρτητα από τυχόν συναίνεση των διαδίκων (βλ. Αναφορικά με την αίτηση του Λευτέρη Μήλου και Πανίκκου Χατζηλοϊζου
(2008)1 Α.Α.Δ 280). Νοείται βέβαια ότι η διακριτική ευχέρεια που διαθέτει το Δικαστήριο θα πρέπει να ασκείται δικαστικά και σε συνάρτηση πάντα με τις ιδιαίτερες περιστάσεις και ανάγκες της κάθε υπόθεσης. Ό, τι προκύπτει από την επί του προκειμένου νομολογία είναι ότι η αντεξέταση είναι επιτρεπτή επί ζητημάτων τα οποία είναι αναγκαία για την επίλυση του θέματος που αφορά η εκάστοτε υπό εξέταση αίτηση, αλλά δεν θα πρέπει να δίδεται άδεια για αντεξέταση όταν αυτή εμφανώς θα επεκτείνει τη συζήτηση της αίτησης σε μη αναγκαία για την εξέταση της αίτησης ζητήματα, πολύ περισσότερο δε όταν η αντεξέταση αφορά σε ζητήματα που άπτονται της ουσίας της αγωγής και της διαφοράς των διαδίκων. Επειδή το αίτημα για αντεξέταση υποβάλλεται στα πλαίσια αίτησης για αναστολή εκτέλεσης απόφασης εκκρεμούσης έφεσης, κρίνω ορθό να παραθέσω το πλαίσιο εντός του οποίου ένα τέτοιο αίτημα εξετάζεται, πράγμα που θα βοηθήσει κατά την κρίση μου στο να γίνει πιο εύκολα αντιληπτό εάν πράγματι είναι αναγκαία η έγκριση του αιτήματος για την ορθή και δίκαιη αποπεράτωση της κυρίως αίτησης. Από τη σχετική με το θέμα νομολογία (βλ. Ναυτικός Όμιλος Πάφου v. Αρχής Λιμένων Κύπρου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1147, Βογαζιανού v. Γενικού Εισαγγελέα 1997 1(Β) Α.Α.Δ 591) προκύπτει ότι η αναστολή εκτέλεσης δικαστικής απόφασης, επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, η οποία θα πρέπει να ασκείται με γνώμονα την εξισορρόπηση δύο παραγόντων και συγκεκριμένα της διασφάλισης του τελεσφόρου της πρωτόδικης απόφασης αφ' ενός και της αποτελεσματικότητας του δικαιώματος για άσκηση έφεσης αφ' ετέρου. Με άλλα λόγια στα πλαίσια αυτά το Δικαστήριο θα πρέπει να εξισορροπήσει από τη μια τη λογική προσδοκία του επιτυχόντα διαδίκου για να απολαύσει άμεσα τους καρπούς της επιτυχίας του και από την άλλη να διασφαλίσει ότι ενδεχόμενη επιτυχία της έφεσης του αποτυχόντα διαδίκου, δεν θα χάσει τη σημασία της και δεν θα καταστεί άνευ αντικειμένου. Οι πιο πάνω αρχές επαναλήφθηκαν και πιο πρόσφατα στην υπόθεση Χριστοφόρου ν. Έλληνας Σολωμονίδης Μωσαϊκά Λτδ, Πολ. Έφεση 435/19, ημερομηνίας 20/1/
  1. Ως προς την οικονομική δυσχέρεια του εξ αποφάσεως οφειλέτη να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του που πηγάζουν από την απόφαση, τούτη δεν μπορεί να προβληθεί ως λόγος για τη χορήγηση της αναστολής (βλ. Βογαζιανού ανωτέρω στη σελίδα 595). Όπως δε εύστοχα τέθηκε στη Χατζηπαναγή ν. Αυξεντίου, ECLI:CY:AD:2017:A399, Πολιτική Έφεση Αρ.151/2017, ημερ.9.11.2017, «Μεταξύ των στοιχείων που συνυπολογίζονται κατά την εξέταση αίτησης αναστολής είναι και το ενδεχόμενο πρόκλησης ανεπανόρθωτης αδικίας στο ένα ή στο άλλο μέρος αν το δικαστήριο χορηγήσει ή αρνηθεί να χορηγήσει διάταγμα αναστολής». Με δεδομένο δε ότι ο κύριος λόγος για τον οποίο φαίνεται να ζητείται η αναστολή από την αιτήτρια/εναγόμενη είναι η ανησυχία της ότι η καθ' ης η αίτηση δεν έχει και δεν θα έχει την οικονομική δυνατότητα να επιστρέψει το ποσό που θα της καταβληθεί σε περίπτωση επιτυχίας της έφεσης, γεγονός που θα καθιστούσε την έφεση της άνευ αντικειμένου, κρίνω ορθό να σημειώσω ότι στην υπόθεση Χ΄΄Ιωάννου ν. Gordian Holdings Limited, Πολ.Έφεση 273/19, ημερομηνίας 8/9/20, αναγνωρίστηκε ως παράγοντας που μπορεί να ληφθεί υπόψη στα πλαίσια αυτά η προοπτική επιστροφής του ποσού της απόφασης στον Εφεσείοντα σε περίπτωση που επιτύχει η έφεση του, κρινόμενη στη βάση της οικονομικής δυνατότητας του εκάστοτε εφεσίβλητου, στο βαθμό που μπορεί να προβλεφθεί. Στην εν λόγω υπόθεση λέχθηκαν συγκεκριμένα τα εξής: «Ωστόσο, δεν είναι η προοπτική του επιτυχόντα διάδικου να εισπράξει το ποσό της απόφασης που εξισορροπείται με το ενδεχόμενο να μην μπορέσει ο αποτυχών διάδικος να επανακτήσει το ποσό που θα πληρώσει αν η εκτέλεση της απόφασης δεν ανασταλεί. Είναι η διασφάλιση του τελεσφόρου της πρωτόδικης απόφασης, δηλαδή η ικανοποίηση του επιτυχόντα διαδίκου τώρα και όχι στο μέλλον. Η πληρωμή του ποσού της απόφασης στο Δικαστήριο ή η παροχή άλλης εξασφάλισης μπορεί να τεθεί ως όρος από το Δικαστήριο για την χορήγηση της αναστολής.[1] Διαφορετικά η αναστολή θα διατασσόταν χωρίς άλλο, οποτεδήποτε ο εξ αποφάσεως οφειλέτης κατάθετε το ποσό χρηματικής απόφασης στο Δικαστήριο. Επομένως, ό,τι ενδιαφέρει είναι η προοπτική επιστροφής του μεγάλου ποσού της απόφασης στον Εφεσείοντα σε περίπτωση επιτυχίας της έφεσης, στη βάση της οικονομικής δυνατότητας της Εφεσίβλητης, στο βαθμό που μπορεί σήμερα να προβλεφθεί.». (η έμφαση δική μου) Στην ίδια υπόθεση Χ''Ιωάννου (ανωτέρω) λέχθηκε ότι το βάρος να αποδείξει ότι μπορεί να επιστρέψει το ποσό της απόφασης μετακινείται στην πλευρά του καθ'ου η αίτηση, ο οποίος έχει και τα στοιχεία για να καταδείξει την οικονομική του ευχέρεια να επιστρέψει τα ποσά που θα του καταβληθούν σε περίπτωση επιτυχίας της έφεσης[2]. Υπό το πρίσμα αυτό προχωρώ στην εξέταση του υπό κρίση αιτήματος. Όσον αφορά το αίτημα για αντεξέταση σε σχέση με την παράγραφο 1 της Ε/Δ που συνοδεύει την ένσταση, σημειώνω ότι η ομνύουσα για την καθ' ης η αίτηση ενάγουσα αυτό που αναφέρει με την παρ. 1 της Ε/Δ που συνοδεύει την ένσταση είναι ότι έχει χειριστεί προσωπικά μαζί με τον κ. Θωμά την υπόθεση κατά την ακροαματική διαδικασία και γνωρίζει πολύ καλά τα γεγονότα της υπόθεσης από την προσωπική της εμπλοκή και γνώση και έχει επίσης στην κατοχή της και το φάκελο της υπόθεσης από όπου λαμβάνει γνώση όλων των λεπτομερειών που αφορούν την υπόθεση ενώ για τα νομικά ζητήματα λαμβάνει πληροφόρηση από τον κ. Θέμη Θωμά ο οποίος είναι ο δικηγόρος που χειρίστηκε την υπόθεση. Είναι επομένως προφανές ότι πουθενά δεν ισχυρίζεται η ομνύουσα ότι χειρίστηκε από μόνη της προσωπικά την υπόθεση όπως παραπλανητικά αναφέρει η ομνύουσα στην Ε/Δ που συνοδεύει την υπό εξέταση αίτηση και ότι θα πρέπει να αντεξεταστεί καθώς είναι αδύνατο να είχε χειριστεί ως ασκούμενη από μόνη της την υπόθεση. Η κα Κουρέα μάλιστα η οποία προβαίνει στην Ε/Δ αναφέρει την πηγή της πληροφόρησης της. Όπως άλλωστε και η ίδια η ομνύσουα για τους αιτητές ισχυρίζεται σε ενδιάμεσες αιτήσεις είναι θεμιτό να περιλαμβάνονται δηλώσεις κατόπιν πληροφοριών, νοουμένου ότι αποκαλύπτεται η πηγή των πληροφοριών. Στην προκειμένη περίπτωση η ομνύουσα για την καθ' ης η αίτηση με τα όσα αναφέρει στην παράγραφο 1 της Ε/Δ που συνοδεύει την ένσταση τούτο πράττει και δεν υπάρχει ο,τιδήποτε επί του οποίου να δικαιολογείται να αντεξεταστεί σε σχέση με την παράγραφο 1 αυτήν καθ' αυτήν. Βέβαια είναι η θέση της αιτήτριας/εναγόμενης ότι στις παραγράφους 6 και 7 μεταφέρονται πληροφορίες που δεν προκύπτει πως περιήλθαν σε γνώση της ενόρκως δηλούσας για την καθ' ης η αίτηση/ενάγουσα, και επί των οποίων ζητεί την αντεξέταση, όμως το κατά πόσον θα επιτραπεί η αντεξέταση σε σχέση με τις παραγράφους αυτές είναι ζήτημα που θα εξεταστεί σε σχέση με τις εν λόγω παραγράφους, επομένως δεν τίθεται θέμα αντεξέτασης σε σχέση με την παράγραφο 1 αυτήν καθ' αυτήν. Εξετάζοντας το αίτημα σε σχέση με τις παραγράφους 6 και 7 σημειώνω ότι η αιτήτρια αιτείται την αντεξέταση της κας Κουρέα σε σχέση με τη θέση της ότι η ενάγουσα κατέχει περιουσία μεγαλύτερη από τα χρέη της. Επί τούτου επιθυμεί να αντεξετάσει την ομνύουσα ως προς το ποια είναι η πηγή για την πληροφόρηση αυτή δεδομένου του ότι στην παράγραφο 1 δεν αναφέρει ότι έλαβε οποιεσδήποτε πληροφορίες από την ενάγουσα. Εάν δε δεν έλαβε πληροφόρηση από την ενάγουσα επιθυμεί να την αντεξετάσει αναφορικά με το πώς γνωρίζει πόσα είναι τα χρέη της και πόση η αξία της περιουσίας για να προβάλλει και να προωθεί τη θέση ότι η περιουσία που κατέχει είναι μεγαλύτερη από τα χρέη της. Επί τούτου σημειώνω τα εξής. Κατ΄ αρχάς το πρώτο δεδομένο είναι ότι η αιτήτρια/εναγόμενη, ως κύριο λόγο για αναστολή προωθεί την ανικανότητα της ενάγουσας καθ' ης η αίτηση να επιστρέψει το ποσό της απόφασης και των εξόδων σε περίπτωση επιτυχίας της έφεσης. Η προοπτική επιστροφής του ποσού της απόφασης στον Εφεσείοντα σε περίπτωση που επιτύχει η έφεση του στη βάση της οικονομικής δυνατότητας του εκάστοτε εφεσίβλητου, στο βαθμό που μπορεί κατά το χρόνο εκδίκασης της αίτησης αναστολής να προβλεφθεί είναι παράγοντας που λαμβάνεται υπόψη στα πλαίσια εξέτασης αιτήματος αναστολής (βλ. Χ''Ιωάννου (ανωτέρω)). Περαιτέρω δε το βάρος για απόδειξη της φερεγγυότητας της εφεσίβλητης (εδώ ενάγουσας/καθ' ης η αίτηση) να επιστρέψει τα ποσά σε περίπτωση επιτυχίας της έφεσης το φέρει η ίδια (η ενάγουσα/καθ' ης η αίτηση) με βάση και τη νομολογία που παρέθεσα ανωτέρω. Στην προκειμένη περίπτωση η ενάγουσα προβάλλει μέσω της κας Κουρέα τις θέσεις που παρέθεσα πιο πάνω με σκοπό προφανώς να αποσείσει το σχετικό βάρος. Παραθέτω πιο κάτω αυτούσιες τις σχετικές αναφορές της στην παράγραφο 6 της Ε/Δ.10/9/2021 «.Όσα και να οφείλει και/ή αν οφείλει οποιαδήποτε ποσά η Καθ΄ης η αίτηση σε οποιαδήποτε τράπεζα δεν αφορά την παρούσα διαδικασία και δεν μπορεί να την αποκόψει από το να λάβει τους καρπούς της επιτυχίας της. Σε κάθε περίπτωση κατέχει ακίνητη περιουσία πολύ μεγαλύτερης αξίας η Καθ' ης η αίτηση. Επισυνάπτω ως Τεκμήριο Α τρεις τίτλους ιδιοκτησίας τους οποίους μου έδωσε προσωπικά η Καθ' ης η Αίτηση και αφορούν ακίνητα στη Λάρνακα, Λεμεσό και Αμμόχωστο.» Στη δε παράγραφο 7 αναφέρονται τα εξής: « . Ο Αιτητής δεν προσκομίζει οποιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο για να αποδείξει τη φερεγγυότητα του. Αντιθέτως η Καθ' ης η Αίτηση είναι φερέγγυα και μπορεί σε περίπτωση επιτυχίας της έφεσης να καταβάλει το ανάλογο ποσό καθ' ότι κατέχει ακίνητα μεγάλης αξίας τόσο στη Λάρνακα όσο και στη Λεμεσό και την ελεύθερη Αμμόχωστο.» Οι δε εναγόμενοι/αιτητές διαφωνούν με τις πιο πάνω θέσεις, και επιθυμούν την αντεξέταση της ενόρκως δηλούσας, αφού ως ισχυρίζονται δεν προκύπτει από πού η κα Κουρέα πήρε τις πληροφορίες αυτές, πώς γνωρίζει το ύψος των χρεών ή και των αξιών των ακινήτων της ενάγουσας τα οποία εν πάση περιπτώσει δεν αποκαλύπτει στην ένορκη της δήλωση, έτσι ώστε να τεκμηριώνεται η θέση της ότι πράγματι τα ακίνητα της ενάγουσας έχουν αξία πολύ μεγαλύτερη από τα χρέη της. Στη βάση των ανωτέρω θεωρώ ότι δικαιολογείται η έγκριση του αιτήματος αφού στην αντίθετη περίπτωση, ως ορθώς εισηγείται ο κ. Λουκαϊδης, ενδέχεται η παράλειψη αντεξέτασης να οδηγήσει στην κατάληξη ότι οι θέσεις αυτές γίνονται αποδεκτές με ενδεχομένως καταλυτικές συνέπειες για την πλευρά της αιτήτριας/εναγόμενης η οποία ως κύριο λόγο για την προώθηση της κυρίως αίτησης προβάλλει την αφερεγγυότητα της ενάγουσας, η οποία ως υποστηρίζει δεν θα είναι σε θέση να της επιστρέψει τα ποσά της απόφασης σε περίπτωση επιτυχίας της έφεσης προκαλώντας της έτσι ανεπανόρθωτη ζημιά. Επί της ίδιας βάσης θεωρώ πως θα πρέπει να εγκριθεί το αίτημα για να διευκρινιστεί η διαζευκτική θέση γεγονότων που προβάλλει η Κουρέα με την οποία αναφερόμενη στα ποσά που τυχόν οφείλει η ενάγουσα προέβη στην εξής αναφορά στην παράγραφο 6 "όσα και να οφείλει ή και εάν οφείλει οποιαδήποτε ποσά" χωρίς δηλαδή να προκύπτει θετικά αν η θέση της είναι ότι οφείλονται ή δεν οφείλονται τελικά ποσά από την ενάγουσα/καθ' ης η αίτηση. Πέραν των ανωτέρω ζητείται η αντεξέταση της κας Κουρέα σε σχέση με την αναφορά της ότι είναι αναληθής η αναφορά της ενόρκως δηλούσας για την εναγόμενη/αιτήτρια στην Ε/Δ που συνοδεύει την κυρίως αίτηση, ότι δηλαδή η ενάγουσα οφείλει πέραν των €500,000 βάση της δικής της δήλωσης στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας. Όπως προκύπτει, φαίνεται ότι η πλευρά της αιτήτριας/εναγόμενης επιθυμεί να αντεξετάσει την κα Κουρέα για να της υποβάλει τα όσα περιλαμβάνονται στο Έγγραφο Α που φέρεται η ενάγουσα να υιοθέτησε στα πλαίσια της μαρτυρίας της κατά την ακρόαση και δη στις παρ. 16 και 17 αυτού. Παραδέχεται βέβαια η ενόρκως δηλούσα για την αιτήτρια/εναγόμενη, ότι οι εν λόγω παράγραφοι διαγράφηκαν ως μη δικογραφημένοι ή και άσχετοι ισχυρισμοί, όμως υποστηρίζει ότι είχε προηγηθεί υιοθέτηση τους από την ενάγουσα, και εν πάση περιπτώσει είναι παραδοχές που μπορεί να ληφθούν υπόψη εναντίον της καθ' ότι αποτελούν παραδοχές οι οποίες είναι άμεσα σχετικές αναφορικά με την αφερεγγυότητα της, που είναι το κύριο επίδικο θέμα στα πλαίσια της κυρίως αίτησης. Και επί τούτου επιθυμεί να την αντεξετάσει ως προς το γιατί ο εν λόγω ισχυρισμός της ότι η ενάγουσα χρωστά πάνω από €500,000 είναι αναληθής. Επί τούτου και δεδομένου του ότι ως ήδη ανέφερα η προοπτική επιστροφής του ποσού στον Εφεσείοντα σε περίπτωση επιτυχίας της έφεσης είναι σχετικός παράγοντας, θεωρώ ότι μπορεί να αντεξεταστεί ως προς το πόσα είναι τα χρέη της ενάγουσας, πόση είναι η αξία των ακινήτων της και με αυτό τον τρόπο να επεξηγήσει γιατί είναι αναληθής ο ισχυρισμός των αιτητών ότι η ενάγουσα/καθ' ης η αίτηση χρωστά €500,000, όχι όμως για να αντεξεταστεί σε σχέση με ισχυρισμούς που δεν εισήχθησαν ως μαρτυρία στην παρούσα διαδικασία και τους οποίους η πλευρά της εναγόμενης αιτήτριας παρότι δεν περιέλαβε στην ολότητα τους ή ολοκληρωμένα και τεκμηριωμένα στην Ε/Δ που συνοδεύει την κυρίως αίτηση επιχειρεί τώρα να εισαγάγει έμμεσα και μέσω της αντεξέτασης της ενόρκως δηλούσας για την ενάγουσα/καθ' ης η αίτηση. Και τούτο ιδιαίτερα υπό το φως του ότι δεν είναι εντελώς σαφείς οι περιστάσεις κάτω από τις οποίες τέθηκαν στο Δικαστήριο οι αναφορές αυτές, εάν δηλαδή υιοθετήθηκαν ή εάν διαγράφηκαν προτού υιοθετηθούν και επομένως δεν αποτέλεσαν ποτέ μαρτυρία στο πλαίσιο της δίκης. Επομένως η αντεξέταση επί αυτής της συγκεκριμένης πτυχής δεν επιτρέπεται. Περαιτέρω ζητείται η αντεξέταση της κας Κουρέα όσον αφορά την παράγραφο 7 επειδή ως υποστηρίζει εκεί η κα Κουρέα αφενός προβάλλει τη θέση ότι οι αιτητές στο στάδιο αυτό είναι σε θέση να πληρώσουν την απόφαση που εκδόθηκε εναντίον τους, αφού έχουν προβεί σε ανακαίνιση της υπεραγοράς τους με πολλές προσθήκες και αφετέρου στην ίδια παράγραφο προβάλλει τη θέση ότι δεν είναι φερέγγυοι και δεν μπορούν να καταβάλουν το ποσό της απόφασης αφού ο κ. Λουκαϊδης στην παρουσία της σε συζήτηση που είχε με τον κ. Θωμά του ανέφερε το γεγονός αυτό. Το αίτημα σε αυτή τη βάση δεν θεωρώ ότι δικαιολογείται, αφού κατ' αρχάς η αφερεγγυότητα του εξ αποφάσεως οφειλέτη δεν αποτελεί λόγο για αναστολή με βάση και την ανωτέρω νομολογία που έχω παραθέσει και σε κάθε περίπτωση η αιτήτρια/εναγόμενη δεν είναι αυτό το λόγο που επικαλείται για να δικαιολογήσει το αίτημα για αναστολή. Δεν μου διαφεύγει βέβαια ότι η καθ' ης η αίτηση/ενάγουσα προβάλλει τη θέση μέσω της ένστασης της στην κυρίως αίτηση, ότι στην ουσία συγκαλυμμένα η εναγόμενη/αιτήτρια προωθεί την αίτηση στη βάση του ότι η ενάγουσα θα είναι ανίκανη να αποπληρώσει τα επιδικασθέντα ποσά σε περίπτωση ανατροπής κατ' έφεση της πρωτόδικης απόφασης, ενώ ο πραγματικός λόγος είναι η αφερεγγυότητα της ίδιας που δεν της επιτρέπει να καταβάλει τα ποσά της απόφασης. Όμως εάν στην Ε/Δ της η κα Κουρέα προβάλλει επί του ζητήματος της ισχυριζόμενης αφερεγγυότητας της εναγομένης/αιτήτριας αντιφατικές τοποθετήσεις, όπως η αιτήτρια ισχυρίζεται ότι πράττει, επαφίεται στην πλευρά της που την εντοπίζει να την επικαλεστεί στο ανάλογο στάδιο, παραθέτοντας και τις εισηγήσεις της, χωρίς να παρίσταται ανάγκη αντεξέτασης της κας Κουρέα επί τούτου. Ούτε και δικαιολογείται το αίτημα για αντεξέταση της κας Κουρέα σε σχέση με τη θέση της ότι ο κ. Λουκαίδης μιλώντας στον κ. Θωμά στην παρουσία της (κας Κουρέα) του ανέφερε ότι οι αιτητές δεν μπορούν και δεν κατέχουν το ποσό που αναφέρεται στην απόφαση για να το καταβάλουν, η οποία σύμφωνα με την εναγόμενη/αιτήτρια είναι ψεύδος. Και τούτο διότι δεν θεωρώ ότι είναι ορθό να επιτραπεί στον συνήγορο που χειρίζεται την υπόθεση για αιτήτρια να αντεξετάσει την κα Κουρέα, με σκοπό μάλιστα να εισαγάγει εμμέσως τη δική του μαρτυρία, επί των ως άνω γεγονότων που αμφισβητεί. Ως προς την παράγραφο 8 της Ε/Δ που συνοδεύει την ένσταση, σημειώνω τα εξής. Με την παρ. 8 η ενόρκως δηλούσα αναφέρει μεταξύ άλλων τα κάτωθι: «Σε κάθε περίπτωση δεν τίθεται ζήτημα υπογραφής και επιστροφής των δικηγορικών εξόδων όσον αφορά τη πρωτόδικη διαδικασία ως με πληροφόρησε ο κ. Θωμά. Τα πρωτόδικα έξοδα έχουν ψηφιστεί και η καταβολή αυτών δεν έχει σχέση με την επιτυχία ή όχι της έφεσης όπου θα επιδικαστούν άλλα έξοδα». Επί τούτου οι αιτητές/εναγόμενοι εισηγούνται ότι θα πρέπει να επιτραπεί η αντεξέταση καθ' ότι ο ισχυρισμός της ομνύουσας στην εν λόγω παράγραφο είναι λανθασμένος, αφού αν το Εφετείο ανατρέψει την απόφαση ασφαλώς και θα συμπαρασύρει και την επιδίκαση των εξόδων της ενάγουσας ή μπορεί να μειωθούν οι αποζημιώσεις πράγμα που μπορεί να οδηγήσει σε μείωση της κλίμακας με αποτέλεσμα να πρέπει τα έξοδα να ψηφιστούν ξανά. Δεν θεωρώ ότι δικαιολογείται η αντεξέταση επί του σημείου αυτού αφού το ζήτημα ως νομικό μπορεί, εφόσον κρίνεται σχετικό, να αποτελέσει αντικείμενο εισηγήσεων στο στάδιο των αγορεύσεων και εν πάση περιπτώσει δεν δεσμεύεται το Δικαστήριο επί ζητημάτων που άπτονται νομικών θεμάτων ή διαδικασιών όπως άπτεται το ζήτημα με το οποίο καταπιάνεται η κα Κουρέα στην παράγραφο 8 της ενόρκου δηλώσεως της η οποία συνοδεύει την ένσταση στην κυρίως αίτηση. Κατάληξη Για όλους τους πιο πάνω λόγους η υπό εξέταση αίτηση εγκρίνεται εν μέρει και συγκεκριμένα εκδίδεται διάταγμα με το οποίο διατάσσεται η παρουσία της κας Μαρίας Κουρέα την 17/2/2022 και ώρα 08.30 ημερομηνία κατά την οποία ορίζεται η κυρίως αίτηση για ακρόαση ή και σε οποιαδήποτε άλλη ημερομηνία και ώρα που ήθελε το Δικαστήριο ορίσει μετέπειτα για να αντεξεταστεί σε σχέση με τις παραγράφους 6 και 7 της Ε/Δ ημερ. 25/10/21 και δη σε σχέση με το ποια είναι η πηγή για την πληροφόρηση ως προς τα χρέη και τα ακίνητα της ενάγουσας/καθ' ης η αίτηση ή και πώς γνωρίζει πόσα είναι τα χρέη της ή και ότι δεν υπερβαίνουν τις €500,000 ή και πόση είναι η αξία της ακίνητης περιουσίας της ή και γιατί υποστηρίζει ότι η περιουσία που κατέχει η ενάγουσα είναι μεγαλύτερη από τα χρέη της. Περαιτέρω για να διευκρινιστεί η διαζευκτική θέση γεγονότων που προβάλλει "όσα και να οφείλει ή και εάν οφείλει οποιαδήποτε ποσά" για να προκύψει κατά τρόπο θετικό αν η θέση της είναι ότι οφείλονται ή δεν οφείλονται τελικά ποσά από την ενάγουσα/καθ' ης η αίτηση. Όσον αφορά τα έξοδα της αίτησης κρίνω ορθό και δίκαιο όπως αυτά ακολουθήσουν το αποτέλεσμα της κυρίως αίτηση για αναστολή εκτέλεσης απόφασης ημερ. 10/9/
  2. ....................................... Ν. Μαθηκολώνη, Α. Ε. Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] ημερ. 10/9/2021 [2] Λέχθηκαν τα εξής: «Αποδεχόμαστε την θέση του Εφεσείοντα πως, ενώ το νομικό αποδεικτικό βάρος ήταν και παραμένει στους ώμους του, το μαρτυρικό βάρος απόδειξης θα μπορούσε να μετακινηθεί και έχει στην προκειμένη περίπτωση μετακινηθεί στους ώμους της Εφεσίβλητης να καταδείξει την ικανότητα της να επιστρέψει το ποσό της απόφασης στον Εφεσείοντα σε περίπτωση επιτυχίας της έφεσης, παρουσιάζοντας τα στοιχεία που η ίδια γνωρίζει και κατέχει και στα οποία δεν έχει διαφανεί ότι ο Εφεσείοντας θα μπορούσε να έχει πρόσβαση (Halsbury'sLawsofEngland, 5ηέκδ., παρ.704). Όπως αναφέρεταιστη National Industrial Credit Bank Ltd v. Aquinas Francis Wasike and Others, Civil Application No.238/2005 του Εφετείου της Ναϊρόμπι της Κένυας, στη οποία μας παρέπεμψαν οι δικηγόροι του Εφεσείοντα, αφότου ο εξ αποφάσεως οφειλέτης προβάλει ένα λογικό φόβο ότι ο εξ αποφάσεως πιστωτής δεν θα μπορέσει να πληρώσει πίσω το ποσό της απόφασης, το μαρτυρικό βάρος απόδειξης πρέπει τότε να μεταφέρεται στον τελευταίο να καταδείξει τι πόρους έχει, εφόσον το ζήτημα βρίσκεται στη δική του αποκλειστική γνώση.». cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.