Kazakhstan Kagazy PLC κ.α. ν. Arip κ.α., Αρ. Γενικής Αίτησης: 1 / 2020, 31/1/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2022:A8 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρήστου Γ. Φιλίππου, Π.Ε.Δ. Αρ. Γενικής Αίτησης: 1 / 2020 Αναφορικά με τον Κανονισμό (ΕΚ) αρ. 44/2001 του Συμβουλίου της 22.12.2000 για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις. και Αναφορικά με την Απόφαση του Βρετανικού ‹‹High Court of Justice of England and Wales›› ημερομηνίας 08.10.2019 που εκδόθηκε από τον Mr Justice Jacobs στην υπόθεση CL-2013-000683, μεταξύ των
(1)Kazakhstan Kagazy PLC,
(2)Kazakhstan Kagazy JSC
(3)Prime Estate Activities Kazakhstan LLP
(4)Peak Akzhal LLP
(5)Peak Aksenger LLP ,
(6)Astana - Contract JSC
(7)Paragon Development LLP, ως Ενάγουσες -
(1)XXXXX XXXXX Zhunus αλλιώς (XXXXX XXXXX Zhunussov)
(2)XXXXX XXXXX Arip
(3)XXXXX Dikhanbayeva
(4)XXXXX Arip
(5)XXXXX Asilbekova, ως Εναγόμενες, και HARBOUR FUND III LLP ως επιπρόσθετο μέρος. και Αναφορικά με το Διάταγμα του Βρετανικού ‹‹High Court of Justice of England and Wales›› ημερομηνίας 17.10.2019 που εκδόθηκε από τον Mr Justice Jacobs στην υπόθεση CL-2013-000683, μεταξύ των
(1)Kazakhstan Kagazy PLC,
(2)Kazakhstan Kagazy JSC
(3)Prime Estate Activities Kazakhstan LLP
(4)Peak Akzhal LLP
(5)Peak Aksenger LLP ,
(6)Astana - Contract JSC
(7)Paragon Development LLP, ως Ενάγουσες -
(1)XXXXX XXXXX Zhunus αλλιώς (XXXXX XXXXX Zhunussov)
(2)XXXXX XXXXX Arip
(3)XXXXX Dikhanbayeva
(4)XXXXX Arip
(5)XXXXX Asilbekova, ως Εναγόμενες, και HARBOUR FUND III LLP ως επιπρόσθετο μέρος. Μεταξύ:
(1)Kazakhstan Kagazy PLC,
(2)Kazakhstan Kagazy JSC
(3)Prime Estate Activities Kazakhstan LLP
(4)Peak Akzhal LLP Αιτητριών / Καθ' ων η Αίτηση -και-
(1)XXXXX Arip
(2)XXXXX Asilbekova Καθ' ων η Αίτηση / Αιτήτριες Ημερομηνία: 31 Ιανουαρίου, 2022 Εμφανίσεις: Για τις Αιτήτριες: Ο κ. Γ. Τσαρδελλής με τον κ. Κ. Διονυσίου για Ηλίας Νεοκλέους & Σια Δ.Ε.Π.Ε. Για τις Καθ' ων η αίτηση: Ο κ. Π. Παναγίδης με κα Σ. Αρμεύτη για Chrysses Demetriades & Co LLC Α Π Ο Φ Α Σ Η (σε αίτηση με ημερ. 03.08.2020 για παραμερισμό διατάγματος ημερ. 29.01.2020 για εγγραφή αλλοδαπής απόφασης Το ιστορικό της υπόθεσης όπως και αναμφισβήτητα γεγονότα παρουσιάζονται στις εκατέρωθεν ένορκες δηλώσεις και μπορούν να συνοψιστούν στα ακόλουθα: Η υπό κρίση αίτηση καταχωρίστηκε στα πλαίσια της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Γενικής Αίτησης με την οποία οι εδώ Καθ' ων η αίτηση αιτήθηκαν και εξασφάλισαν στις 29.01.2020 διάταγμα με βάση το οποίο αναγνωρίστηκαν και κατέστησαν εκτελεστές οι αποφάσεις που εκδόθηκαν από το Αγγλικό Δικαστήριο (High Court of Justice of England and Wales) («το Αγγλικό Δικαστήριο») με ημερομηνία 08.10.2019 και 17.10.2019 στο εξής «οι Επίδικες Αποφάσεις» περιγραφή των οποίων θα γίνει στη συνέχεια. Οι XXXXX Arip και XXXXX Asilbekova («οι Αιτητές»), αιτούνται με την αίτησή τους με ημερ. 03.08.2020 τον παραμερισμό του ως άνω διατάγματος του δικαστηρίου. Η υπό εκδίκαση Αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του κ. XXXXX Βασιλείου («η Ε.Δ. Βασιλείου»). Όπου χρειαστεί στη συνέχεια θα γίνει ειδικότερη αναφορά σε όσα υποστηρίζονται σε αυτή. Οι Επίδικες Αποφάσεις εκδόθηκαν σε συνέχεια της απόφασης του Αγγλικού Δικαστηρίου στην υπόθεση CL-2013-000683 με ημερομηνία 22.12.2017 (στο εξής «η Αγγλική Διαδικασία»), με την οποία το Αγγλικό Δικαστήριο εξέδωσε απόφαση υπέρ των Καθ' ων η αίτηση στην παρούσα, οι οποίοι ήταν οι Ενάγοντες στην Αγγλική Διαδικασία και εναντίον των Εναγόμενων 2 και 3 (στην Αγγλική Διαδικασία) για το ποσό των $298,834,593 Δολαρίων Αμερικής ως αποτέλεσμα της διάπραξης σειράς πράξεων απάτης από τους Εναγόμενους 2 και 3 κατά των Εναγόντων (στο εξής «η Αρχική Απόφαση»). Η Αρχική Απόφαση έχει κηρυχτεί ως εκτελεστή στην Κύπρο με διάταγμα του Ε.Δ. Λάρνακας με ημερομηνία 28.09.2018 το οποίο εκδόθηκε στα πλαίσια της Γενικής Αίτησης (ΕΚ) με αρ. 5/
- Πιστό αντίγραφο του εν λόγω διατάγματος επισυνάφθηκε στην ένορκη δήλωση της XXXXX Παπαθωμά ημερομηνίας 27.01.2020 η οποία συνοδεύει την Κυρίως Αίτηση (στο εξής η «Πρώτη Ένορκη Δήλωση Παπαθωμά»). Μετά την έκδοση της Αρχικής Απόφασης, στις 25.09.2018 οι Καθ' ων η Αίτηση καταχώρισαν στα πλαίσια της Αγγλικής Διαδικασίας αίτηση για τη προσθήκη των Αιτητριών ως Εναγόμενες στην Αγγλική Διαδικασία για το σκοπό ανάκτησης των εξόδων που υπέστηκαν οι Καθ' ων η αίτηση, εφόσον οι Αιτήτριες είχαν χρηματοδοτήσει μεγάλο μέρος της υπεράσπισης του Εναγόμενου 2 στην Αγγλική Διαδικασία (στο εξής «η Αίτηση Προσθήκης Εναγόμενων»). Σημειώνεται ότι η Αιτήτρια 1 είναι η σύζυγος του Εναγόμενου 2 στην Αγγλική Διαδικασία και η Αιτήτρια 2 είναι η μητέρα της Αιτήτριας
- Ως αποτέλεσμα στις 08.10.2019 και στις 17.10.2019 εκδόθηκαν οι Επίδικες Αποφάσεις. Συγκεκριμένα στις 08.10.2019 εκδόθηκε απόφαση του Αγγλικού Δικαστηρίου στα πλαίσια της Αγγλικής Διαδικασίας υπέρ των Καθ' ων η Αίτηση και εναντίον των Αιτητριών με βάση την οποία αποφασίστηκε ότι οι Εναγόμενες 4 και 5 στην Αγγλική Διαδικασία (οι οποίες είναι οι Αιτήτριες στην παρούσα Αίτηση Παραμερισμού), θα πρέπει να καταβάλουν τα έξοδα της Αγγλικής Διαδικασίας στους Ενάγοντες 1 - 4 (οι οποίοι είναι οι Καθ' ων η Αίτηση στην παρούσα Αίτηση Παραμερισμού /Αιτητές στην Κυρίως Αίτηση). Περαιτέρω στις 17.10.2019 εκδόθηκε το συνταγμένο διάταγμα, συνεπεία της πιο πάνω απόφασης το οποίο, μεταξύ άλλων, προνοούσε όπως οι Αιτήτριες πληρώσουν στους Καθ' ων η Αίτηση μέχρι την 31 Οκτωβρίου 2019: (α) Το ποσό των £8,000,000 ως ενδιάμεση πληρωμή (η «Ενδιάμεση Πληρωμή»), (β) Τόκο πάνω στην Ενδιάμεση Πληρωμή προς 7.14% ετησίως, εκ ποσού £934,264 από 14.03.2019 μέχρι 31.10.2019 και στη συνέχεια μέχρι πλήρους εξόφλησης της Ενδιάμεσης Πληρωμής προς £1,564.93 ημερησίως. Πιστοποιημένα (apostilled) πιστά αντίγραφα των Επίδικων Αποφάσεων επισυνάφθηκαν ως Τεκμ. 2 και 3 στην Πρώτη Ένορκη Δήλωση Παπαθωμά η οποία συνοδεύει την Κυρίως Αίτηση. Μετά την εξασφάλιση του Διατάγματος ημερομηνίας 29.01.2020 με βάση το οποίο αναγνωρίστηκαν και κηρύχθηκαν εκτελεστές στην Κύπρο οι Επίδικες Αποφάσεις (στο εξής «το Διάταγμα Εγγραφής»), στις 03.08.2020 οι Αιτήτριες καταχώρισαν την Αίτηση Παραμερισμού. Οι Αιτητές επικαλούνται στην αίτηση παραμερισμού τους ακόλουθους λόγους: «(α) Έλλειψη εξουσίας/και ή δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου να αναγνωρίσει τις αποφάσεις με βάση τον Κανονισμό (ΕΚ) αρ. 44/2001 του Συμβουλίου της 22.12.2000 για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις. (β) Η αναγνώριση ή/και εγγραφή τους αντιτίθεται ή/και αντίκειται ή/και είναι ενάντια στην δημόσια τάξη της Κυπριακής Δημοκρατίας λόγω παράλειψης των Αιτητριών/Καθ' ων η αίτηση 1 - 4 να προβούν σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη στην μονομερή αίτηση με την οποία εκδόθηκε το διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 29.01.2020 ή/και διότι η παράλειψη τους να προβούν σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη στην μονομερή αίτηση με την οποία εκδόθηκε το διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 29.01.2020 συνιστούν κατάχρηση ή/και προσβολή του Δικαστηρίου. (γ) Λόγω του ότι οι αλλοδαπές αποφάσεις δεν αφορούσαν εκκαθαρισμένο ή/και συγκεκριμένο ποσό ή/και διότι δεν ήταν τελεσίδικες. (δ) Οι Αιτήτριες/ Καθ' ων η αίτηση 1-4 δεν νομιμοποιούνταν να αξιώσουν την αναγνώριση και εγγραφή των αλλοδαπών αποφάσεων». Οι Καθ' ων η αίτηση καταχώρισαν την ένσταση τους στην Αίτηση Παραμερισμού την 01.12.2020 (στο εξής «η Ένσταση στην Αίτηση Παραμερισμού»). Η Ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση την οποία υπογράφει η XXXXX Παπαθωμά με ημερομηνία 27.11.2020 (στο εξής «η Δεύτερη Ένορκη Δήλωση Παπαθωμά»). Στην ένσταση προβάλλονται οι ακόλουθοι λόγοι ένστασης: «Τα Κυπριακά Δικαστήρια είχαν εξουσία και/ή δικαιοδοσία σύμφωνα με τις διατάξεις του Κανονισμού (ΕΚ) 44/2001 να εκδώσουν το επίδικο Διάταγμα.
- Κανένας από τους λόγους για τους οποίους τα Κυπριακά Δικαστήρια θα δικαιούνταν να αρνηθούν την αναγνώριση της αγγλικής απόφασης ως αυτοί καθορίζονται εξαντλητικά στα άρθρα 34 και 35 του Κανονισμού (ΕΚ) 44/2001 συντρέχουν στην παρούσα υπόθεση.
- Η αναγνώριση και εκτέλεση των Αγγλικών Αποφάσεων δεν αντίκειται στη δημόσια τάξη της Κυπριακής Δημοκρατίας.
- Οι Αιτήτριες/Καθ' ων η Αίτηση προσήλθαν στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια και/ή τα όσα αναφέρουν οι Καθ' ων η Αίτηση/Αιτήτριες στην Αίτηση τους και στην Ένορκη Δήλωση του κ. Σταύρου Βασιλείου που τη συνοδεύει, αναφορικά με την παράλειψη των Αιτητριών/Καθ' ων η Αίτηση για αποκάλυψη δεν αφορούν ουσιώδη γεγονότα και/ή δεν εφαρμόζονται οι αρχές που διέπουν τις μονομερείς αιτήσεις ως προς την πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη στην παρούσα περίπτωση εφόσον το διάταγμα που εκδόθηκε δεν θα φέρει έννομα αποτελέσματα και/ή δεν θα επηρεάσει με κανένα τρόπο τους Καθ' ων η Αίτηση/Αιτήτριες παρά μόνο σε περίπτωση απόρριψης της παρούσας Αίτησης.
- Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 44/2001 εφαρμόζεται στην παρούσα περίπτωση εφόσον συνεχίζει να διέπει τις αποφάσεις που εκδίδονται σε αγωγές που ασκήθηκαν, πριν από την 10η Ιανουαρίου
- Οι Αιτήτριες/Καθ' ων η Αίτηση νομιμοποιούνταν πλήρως και/ή είναι οι ορθοί διάδικοι να αξιώσουν την αναγνώριση και/ή εγγραφή των αλλοδαπών αποφάσεων.
- Η παρούσα αίτηση είναι αβάσιμη και καταχρηστική και/ή κακόπιστη αφού αποσκοπεί αποκλειστικά στην πρόκληση καθυστέρησης στην εκτέλεση των Αγγλικών αποφάσεων.
- Δεν παραβιάζονται και/ή δεν εφαρμόζονται οι αρχές του maintenance και του champerty.
- Άνευ επηρεασμού του Λόγου 8, οι ισχυρισμοί περί maintenance και champerty υπό τις περιστάσεις δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο για μη εκτέλεση απόφασης που εκδόθηκε σε άλλο κράτος μέλος και/ή οι εν λόγω ισχυρισμοί δεν μπορούν να αποτελέσουν παραβίαση της αρχής της δημόσιας τάξης (public policy) με την έννοια που της προσδίδει ο Κανονισμός 44/
- Οι Αιτητές ουδέποτε ήγειραν το ζήτημα του champerty και/ή οποιοδήποτε ζήτημα αναφορικά με το Αγγλικό Διάταγμα ημερομηνίας 30/07/2018 στα πλαίσια της διαδικασίας με βάση την οποία εκδόθηκαν οι Αγγλικές Αποφάσεις αλλά ούτε και στα πλαίσια της διαδικασίας με βάση την οποία εκδόθηκε το Αγγλικό Διάταγμα ημερομηνίας 30/07/2018 και ως εκ τούτου κωλύονται ως εκ της συμπεριφοράς τους από του να εγείρουν τα εν λόγω ζητήματα στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας.
- Η αίτηση είναι νόμω και ουσία αβάσιμη.
- Η νομική βάση της αίτησης είναι εσφαλμένη και η ένορκη δήλωση που την υποστηρίζει περιέχει μη αποδεκτή μαρτυρία». ΟΙ ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ: Η ακρόαση της αίτησης έγινε στη βάση των ενόρκων δηλώσεων που συνοδεύουν αντίστοιχα την αίτηση και την ένσταση και των αγορεύσεων των ευπαίδευτων συνηγόρων των δύο πλευρών, τις οποίες είχαν την καλοσύνη να ετοιμάσουν γραπτώς αλλά τους δόθηκε και η ευκαιρία να επισημάνουν κάποια σημεία τους και προφορικά. Στις ικανές αγορεύσεις τους οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των δύο πλευρών με παρέπεμψαν εκτός από τα γεγονότα της υπόθεσης και σε νομική πτυχή που διέπει κατά την άποψη τους αυτής της φύσης αιτήματα με αναφορά σε συγκεκριμένα γεγονότα τους και τις ιδιαίτερες περιστάσεις της υπόθεσης. Τις έχω μελετήσει με προσοχή και λαμβάνω υπόψη μου τις εισηγήσεις τους, όπου δε χρειαστεί στη συνέχεια θα γίνει αναφορά σε αυτές. Απαντήσεις στις διάφορες εισηγήσεις και επιχειρήματα θα δοθούν με το σκεπτικό του Δικαστηρίου που θα ακολουθήσει χωρίς να απαιτείται να ενδιατρίψω σε κάθε επί μέρους εισήγηση ή επιχείρημα όταν κρίνεται ότι δεν εξυπηρετεί οποιονδήποτε σκοπό προς επίλυση των επίδικων ζητημάτων ή το οποίο κρίνεται ότι δεν είναι ουσιώδες ή νομικά αποδεκτό (βλ. Οδυσσέα v. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 490, Ανδρονίκου κ.α. v. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 486, την Έφεση Αρ.22/2018 του Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου Μ.Φ.Χ. v. M.X. με ημερ. 28.09.2021 και την εντελώς πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση του Δευτεροβάθμιου και πάλι Οικογενειακού Δικαστηρίου στην Έφεση Αρ. 20/2020 Γ.Λ. v. X.I. ημερ. 15.12.2021 όπου επαναλήφθηκαν τα ίδια ως άνω με την ακόλουθη διατύπωση: «. Όπως επανειλημμένα έχει λεχθεί δεν είναι έργο του Δικαστηρίου να σχολιάζει κάθε επιχείρημα ή δήλωση των διαδίκων ή των συνηγόρων τους. Καθήκον του είναι η διατύπωση καθαρής δικαστικής κρίσης η οποία να είναι αιτιολογημένη». Η ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΚΑΙ ΕΞΕΤΑΣΗ ΤΩΝ ΕΦΑΡΜΟΣΤΕΩΝ ΑΡΧΩΝ ΣΤΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΗΣ ΠΑΡΟΥΣΑΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ: Οι Αιτητές στην αρχική αίτηση υποστηρίζουν ότι ο Ευρωπαϊκός Κανονισμός (ΕΚ) 44/2001 του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 22ας Δεκεμβρίου 2000, για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (στο εξής «ο Κανονισμός») είναι αυτός που ρυθμίζει τη διαδικασία αναγνώρισης και εκτέλεσης των Επίδικων Αποφάσεων. Σύμφωνα με το Άρθρο 33 του Κανονισμού απόφαση που εκδίδεται σε Κράτος Μέλος αναγνωρίζεται στα λοιπά Κράτη Μέλη χωρίς ιδιαίτερη διαδικασία, ενώ οι λόγοι για τους οποίους μια απόφαση μπορεί να μην αναγνωριστεί ή κηρυχθεί ως εκτελεστή δυνάμει του Κανονισμού αναφέρονται ρητά και εξαντλητικά στα άρθρα 34 και
- Σύμφωνα δε με το Άρθρο 36 του Κανονισμού απαγορεύεται η επί της ουσίας αναθεώρηση της αλλοδαπής απόφασης. Σύμφωνα με το Άρθρο 38 του Κανονισμού, απόφαση που εκδόθηκε και είναι εκτελεστή σε Κράτος Μέλος (όπου εκδόθηκε), εκτελείται σε άλλο Κράτος Μέλος, αφού κηρυχθεί εκεί εκτελεστή, με αίτηση κάθε ενδιαφερόμενου. Όπως προκύπτει και από το Τεκμ. 6 στην Πρώτη Ένορκη Δήλωση Παπαθωμά, οι Επίδικες Αποφάσεις είναι εκτελεστές, δεν έχουν ανασταλεί και δεν έχουν ικανοποιηθεί. Στη δεύτερη σελίδα του εν λόγω τεκμηρίου αναφέρονται τα ακόλουθα τα οποία δεν έχουν αμφισβητηθεί: «We confirm that as a matter of English Law, the Judgment and Order are presently enforceable by the Claimants in the United Kingdom, execution of the Judgment and Order has not been stayed, and the debts under the Judgment and Order remain entirely unsatisfied». Περαιτέρω, ο διάδικος που επικαλείται την αναγνώριση και εκτέλεση της αλλοδαπής απόφασης οφείλει να προσκομίσει αντίγραφο της απόφασης, το οποίο να συγκεντρώνει τις αναγκαίες προϋποθέσεις γνησιότητας (Άρθρο 53) καθώς επίσης και τη βεβαίωση που προβλέπεται στο Άρθρο
- Σύμφωνα με το Άρθρο 54 το δικαστήριο ή η αρμόδια αρχή του Κράτους Μέλους έκδοσης της απόφασης, εκδίδει κατόπιν αίτησης του ενδιαφερομένου διαδίκου βεβαίωση, σύμφωνα με το υπόδειγμα εντύπου που επισυνάπτεται στο παράρτημα V του Κανονισμού (Τεκμ. 4 και 5 στην Πρώτη Ένορκη Δήλωση Παπαθωμά). Με βάση το Άρθρο 41 η απόφαση κηρύσσεται εκτελεστή ευθύς ως ολοκληρωθούν οι διατυπώσεις που προβλέπονται στο Άρθρο 53 χωρίς έλεγχο των λόγων μη εκτέλεσης, που αναφέρονται στα άρθρα 34 και
- Ο διάδικος κατά του οποίου ζητείται η εκτέλεση δε δύναται στο στάδιο αυτό της διαδικασίας, να καταθέσει οποιεσδήποτε προτάσεις. Σύμφωνα με το Άρθρο 42
(2)η κήρυξη της εκτελεστότητας επιδίδεται ή κοινοποιείται στο διάδικο κατά του οποίου ζητείται η εκτέλεση, μαζί με την απόφαση, εφόσον αυτή δεν έχει ήδη επιδοθεί ή κοινοποιηθεί στον εν λόγω διάδικο. Κατά της απόφασης που εκδίδεται επί της αίτησης για την κήρυξη της εκτελεστότητας μπορεί να ασκηθεί ένδικο μέσο και από τους δυο διαδίκους [Άρθρο 43
(1)] εντός μηνός από την επίδοση ή την κοινοποίησή της ή εντός δύο μηνών αν ο διάδικος κατά του οποίου ζητείται η εκτέλεση έχει την κατοικία του στο έδαφος Κράτους Μέλους άλλου από εκείνο στο οποίο κηρύχθηκε η εκτελεστότητα [Άρθρο 43
(5)]. Βάσει των πιο πάνω είναι ξεκάθαρο ότι ο σκοπός του Κανονισμού είναι να απλοποιήσει τη διαδικασία αναγνώρισης και εκτέλεσης αποφάσεων μεταξύ κρατών μελών, ενώ οι διαθέσιμες υπερασπίσεις με βάση τον Κανονισμό είναι περιορισμένες. Σχετικά είναι όσα αναφέρονται στις σελ. 596-597 του συγγράμματος Private International Law των Cheshire, North & Fawcett, (14η έκδοση): «The Brussels I Regulation is concerned to simplify formalities with a view to rapid and simple recognition and enforcement of judgments given in Member States. This is seen as being essential for the sound operation of the internal market. The objective is to have free movement of judgments within the Member States in civil and commercial matters. In order to achieve this the Regulation provides that: first, the recognition of judgments is automatic, in the sense that none of the usual conditions found in cases of recognition and enforcement at common law or under the Foreign Judgments (Reciprocal Enforcement) Act 1933 have to be satisfied before recognition can take place; secondly enforcement follows on from recognition and is largely a procedural matter; and thirdly, the defences available under the Regulation against recognition and enforcement are limited - in particular, a court in another Member State is under a duty to recognize and enforce a judgment even though the court which granted it misapplied the rules on jurisdiction under the Regulation». Παραθέτω στη συνέχεια τις πρόνοιες του Κανονισμού για την εξουσία/δικαιοδοσία για την έκδοση από το Κυπριακό Δικαστήριο του επίδικου διατάγματος σχολιάζοντας ταυτόχρονα σχετικούς ισχυρισμούς και αντίστοιχα τους λόγους ένστασης: Σε ό,τι αφορά τους ισχυρισμούς που εκτίθενται στις παραγράφους 26 - 33 της Ε.Δ. Βασιλείου, παρόλο που ο Κανονισμός έχει αντικατασταθεί με τον ΕΚ 1215/2012, όπως προβλέπεται στο Άρθρο 66 αυτού, ο (προηγούμενος) Κανονισμός, συνεχίζει να διέπει τις αποφάσεις που εκδίδονται σε αγωγές που ασκήθηκαν, πριν από την 10η Ιανουαρίου
- Οι Επίδικες Αποφάσεις εκδόθηκαν στα πλαίσια της Αγγλικής Διαδικασίας η οποία καταχωρίστηκε πριν από την 10ην Ιανουαρίου 2015 και συνεπώς εφαρμόζεται ο προηγούμενος Κανονισμός (Λόγος Ένστασης υπ. αριθμό 5 στην παρούσα). Παρόλο ότι σχετική απόφανση του παρόντος Δικαστηρίου επί του ζητήματος αυτού έχει δοθεί με την ενδιάμεση απόφαση μου με ημερομηνία 14.10.2021, η οποία εκδόθηκε όπως προαναφέρθηκε στο πλαίσιο της αίτησης των Αιτητριών για παραπομπή νομικού ερωτήματος στο Δ.Ε.Ε που καταχωρήθηκε στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας, ο ευπαίδευτος συνήγορος κ. Γ. Τσαρδελλής εισηγήθηκε ότι το Δικαστήριο θα μπορούσε να επανέλθει και εδώ και εξετάσει το ίδιο ζήτημα. Έχω μελετήσει την επιχειρηματολογία που ανέπτυξε επί τούτου και κατά την αντίληψη μου δεν ανατρέπει την προηγούμενη κρίνοντας εν τέλει ότι τα Κυπριακά Δικαστήρια είχαν πράγματι εξουσία και/ή δικαιοδοσία σύμφωνα με τις διατάξεις του Κανονισμού να εκδώσουν το επίδικο Διάταγμα. Προς τούτο σχετικά είναι όσα αναφέρθηκαν στην προαναφερθείσα απόφαση μου όπου έκρινα ότι οι Επίδικες Αποφάσεις εκδόθηκαν στο πλαίσιο «αγωγής» (ή «διαδικασίας») που εγέρθηκε το 2013 και επομένως σε αγωγή που ασκήθηκε πριν από την 10.01.
- Παραθέτω τους λόγους για τους οποίους τα Κυπριακά Δικαστήρια μπορούν να αρνηθούν την αναγνώριση και εκτέλεσης απόφασης όπως αυτοί καθορίζονται εξαντλητικά στα Άρθρα 34 και 35 του Κανονισμού. Το Άρθρο 34 προνοεί τα ακόλουθα: «Απόφαση δεν αναγνωρίζεται:
- αν η αναγνώριση αντίκειται προφανώς στη δημόσια τάξη του κράτους αναγνωρίσεως∙
- αν το εισαγωγικό έγγραφο της δίκης ή άλλο ισοδύναμο έγγραφο δεν έχει επιδοθεί ή κοινοποιηθεί στον ερημοδικήσαντα εναγόμενο εγκαίρως και κατά τέτοιο τρόπο ώστε να μπορεί να αμυνθεί, εκτός εάν ο εναγόμενος παρέλειψε να ασκήσει προσφυγή κατά της αποφάσεως ενώ μπορούσε να το πράξει∙
- αν είναι ασυμβίβαστη με απόφαση που έχει εκδοθεί μεταξύ των ιδίων διαδίκων στο κράτος αναγνωρίσεως∙
- αν είναι ασυμβίβαστη με απόφαση που εκδόθηκε προγενέστερα μεταξύ των ιδίων διαδίκων και με το ίδιο αντικείμενο και την ίδια αιτία σε άλλο κράτος μέλος ή σε τρίτο κράτος, εφόσον η προγενέστερη αυτή απόφαση συγκεντρώνει τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για την αναγνώρισή της στο κράτος αναγνωρίσεως». Περαιτέρω, μία απόφαση δεν αναγνωρίζεται όταν έχουν παραβιασθεί οι κανόνες σε σχέση με τη διεθνή δικαιοδοσία σε υποθέσεις ασφαλίσεων, συμβάσεις καταναλωτών και αποκλειστικής διεθνούς δικαιοδοσίας (Άρθρο 35 του Κανονισμού) τα οποία σύμφωνα με τα γεγονότα της παρούσας καμία σχέση δεν έχουν με την παρούσα όπως θα εξηγηθεί και πιο κάτω αναλύοντας τους λόγους που προβάλλονται στην αίτηση. Επαναλαμβάνεται ότι σύμφωνα δε με το Άρθρο 36 «αποκλείεται η επί της ουσίας αναθεώρηση της αλλοδαπής αποφάσεως». Σύμφωνα με το Άρθρο 45 του Κανονισμού ισχύουν τα ίδια και για αιτήματα μη εκτέλεσης. «Το Άρθρο 45 προνοεί τα ακόλουθα:
- Το δικαστήριο ενώπιον του οποίου ασκήθηκε το ένδικο μέσο δυνάμει των Άρθρων 43 ή 44 δύναται να απορρίψει ή να ανακαλέσει την κήρυξη της εκτελεστότητας μόνον εφόσον συντρέχει λόγος από τους οριζόμενους στα άρθρα 34 και
- Αποφασίζει αμελλητί.
- Αποκλείεται η επί της ουσίας αναθεώρηση της αλλοδαπής αποφάσεως». Στην παρούσα υπόθεση οι Αιτήτριες επικαλούνται μόνο τον λόγο που περιέχεται στο Άρθρο 34
(1)του Κανονισμού, δηλαδή ότι κατ' ισχυρισμό η αναγνώριση αντίκειται στη δημόσια τάξη της Κύπρου. Ως προς το ζήτημα της δημόσιας τάξης στις σελ. 610-613 του συγγράμματος Private International Law των Cheshire, North & Fawcett, (14η έκδοση) αναφέρονται τα ακόλουθα αναφορικά με την εφαρμογή του εν λόγω Άρθρου: «The wording of Article 34
(1)strongly suggests that the recognizing court is to apply its own concept of public policy when considering this defence. However because of the differences in the meaning of public policy in the separate Member States, it would be most undesirable for national courts to apply their own concept of public policy automatically. National courts are undoubtedly left with some latitude in deciding on the meaning of the concept, but they must give it a meaning which is appropriate in the context of the Regulation, and the Court of Justice may intervene if they fail to do so. Thus we are left with the position whereby the recognizing court of a Member State determines, according to its own conceptions, what public policy requires, but there are limits to that concept which are subject to review by the Court of Justice. These limits are a matter for interpretation of the Regulation. (ii) What public policy includes The public policy defence should only be used in exceptional cases. The word "manifestly" has been added by the Regulation to underscore the exceptional nature of this defence. The Jenard Report states that public policy should not be used to criticise the decision of the court which gave the judgement. It is the recognition of the judgment rather than the judgment itself which must be contrary to public policy. [.] Moving beyond the issue of fraud, in Kromback v Bamberski the Court of Justice held that recourse to public policy can be envisaged only where recognition or enforcement would infringe the rule of law regarded as essential in the legal order of the state in which enforcement is sought or a right recognized as being fundamental within that legal order. [.] Ο ευπαίδευτος συνήγορος των Καθ' ων η αίτηση με παρέπεμψε επίσης στην υπόθεση Regie Nationale des Usines Renault SA v. Maxicar SpA Case C-38/98 ECR I-2973, όπου το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Δ.Ε.Ε) ανάφερε ότι δεν μπορεί να γίνει επίκληση της δημόσιας πολιτικής απλώς επειδή ο κανόνας δικαίου στον οποίο βασίστηκε το δικαστήριο ήταν διαφορετικός από τους κανόνες δικαίου που θα εφαρμόζονταν εάν δικαζόνταν η υπόθεση στη χώρα στην οποία επιζητείται η αναγνώριση. Περαιτέρω, στην καθοδηγητική απόφαση του Δ.Ε.Ε αναφορικά με το υπό αναφορά ζήτημα στην υπόθεση Μελέτιος Αποστολίδης v. David Charles Orams, Linda Elizabeth Orams, C-420/07 αποφασίστηκε ότι: 59. Η εφαρμογή της ρήτρας της δημόσιας τάξεως, η οποία διατυπώνεται στο Άρθρο 34, σημείο 1 του Κανονισμού 44/2001, είναι δυνατή μόνο στην περίπτωση κατά την οποία η αναγνώριση ή η εκτέλεση της αποφάσεως που εκδόθηκε σε άλλο κράτος μέλος θα προσέκρουε κατά τρόπο ανεπίτρεπτο στην έννομη τάξη του κράτους αναγνωρίσεως, καθόσον θα παραβίαζε θεμελιώδη αρχή. Προκειμένου να τηρηθεί η απαγόρευση της επί της ουσίας αναθεωρήσεως της αλλοδαπής αποφάσεως, η προσβολή θα έπρεπε να συνιστά κατάφωρη παραβίαση κανόνα δικαίου θεωρουμένου ως ουσιώδους στην έννομη τάξη του κράτους αναγνωρίσεως ή δικαιώματος αναγνωρισμένου ως θεμελιώδους στην εν λόγω έννομη τάξη (βλ. προπαρατεθείσες αποφάσεις Krombach, σκέψη 37, και Renault, σκέψη 30). Ανάλογα έχουν αποφασιστεί και από το Δ.Ε.Ε στην υπόθεση C-302/13 FlyLAL-Lithuanian Airlines AS, υπό εκκαθάριση ν. Starptautiskā lidosta Rīga VAS, Air Baltic Corporation AS επί της ουσίας επαναλαμβάνοντας στην παρ.49 της Απόφασης του Δ.Ε.Ε αυτά που αναφέρθηκαν στην υπόθεση Orams. Ακόμα και εκτός του πλαισίου του Ευρωπαϊκού Κανονισμού, τα δικαστήρια δύνανται να καταφύγουν στην αρχή αυτή παρά μόνο με φειδώ και σε ξεκάθαρες υποθέσεις. Στην υπόθεση Fender v. Mildway
(1938)A.C. 1 λέχθηκαν ακόλουθα: «Τhe doctrine of public policy should be invoked only in clear cases, in which the harm to the public is substantially incontestable and does not depend upon the idiosyncratic inferences of a few judicial minds». Στην Beogradska Banka D.D v. Westacre Investments In
(2008)1 Α.Α.Δ 1217, το Ανώτατο Δικαστήριο ερμήνευσε τον όρο «δημόσια τάξη» στα πλαίσια αναγνώρισης και εκτέλεσης Διαιτητικής απόφασης ως εξής: «Ο όρος «δημόσια τάξη», σύμφωνα με την απόφαση Γενικός Εισαγγελέας (ανωτέρω), περιλαμβάνει τις θεμελιακές αξίες που μια κοινωνία, σε δεδομένη χρονική περίοδο, αναγνωρίζει ότι διέπουν τις συναλλαγές και τις άλλες εκφάνσεις της ζωής των μελών της, με τις οποίες είναι διαποτισμένη η καθιερωμένη έννομη τάξη». Από τις πιο πάνω αποφάσεις μπορεί να εξαχθεί η αρχή ότι η ένσταση επί της δημοσίας τάξης μπορεί να πετύχει μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις, και όταν η αναγνώριση ή εκτέλεση απόφασης θα συνιστούσε κατάφορη παραβίαση ουσιώδους κανόνα δικαίου για την έννομη τάξη κράτους μέλους στο οποίο επιζητείται η εκτέλεση. Ταυτόχρονα στα πλαίσια της Ευρωπαϊκής έννομης τάξης και του συστήματος αμοιβαίας αναγνώρισης δικαστικών αποφάσεων και εμπιστοσύνης που έχει δημιουργηθεί θα πρέπει να προσδίδεται τέτοια έννοια στη δημόσια τάξη η οποία να συνάδει με το πνεύμα του Κανονισμού. Κρίνω ότι η ύπαρξη Συμφωνίας Χρηματοδότησης δεν παραβιάζει το δόγμα «maintenance και champerty» ούτε μπορεί αυτό να αποτελέσει λόγο άρνησης εκτέλεσης και αναγνώρισης των Επίδικων Αποφάσεων με όλο τον σεβασμό προς την άποψη του ευπαίδευτου συνηγόρου των Αιτητριών και τούτο καθώς. Οι Αιτήτριες επικαλούνται τον λόγο άρνησης της δημόσιας τάξης που περιέχεται στο Άρθρο 34
(1)του Κανονισμού καθότι, όπως ισχυρίζονται, με την αναγνώριση στην Κύπρο των Επίδικων Αποφάσεων θα παραβιαστούν οι αρχές του «maintenance και του champerty» λόγω της συμφωνίας χρηματοδότησης μεταξύ της Harbour Fund III, LP και των Καθ' ων η Αίτηση (στο εξής «η Συμφωνία Χρηματοδότησης») βάσει της οποίας δόθηκε η δυνατότητα στους τελευταίους να προωθήσουν την Αγγλική διαδικασία εναντίον του συζύγου της Καθ' ης η Αίτηση 1 στην Κυρίως Αίτηση. Όμως, η ύπαρξη της συμφωνίας χρηματοδότησης όχι μόνο δεν παραβιάζει την δημόσια πολιτική και ούτε αποτελεί κάτι το παράνομο αλλά απεναντίας έγινε με την πλήρη γνώση, έγκριση και αποδοχή του Αγγλικού Δικαστηρίου ενώ η Συμφωνία Χρηματοδότησης ποτέ δεν είχε αμφισβητηθεί κατά τις Αγγλικές διαδικασίες (βλ. Τεκμ. 4 στην Δεύτερη Ένορκη Δήλωση Παπαθωμά). Αυτά ασφαλώς θα με απασχολήσουν και στη συνέχεια της ανάλυσης. Το δόγμα του maintenance και champerty αναπτύχθηκε στο κοινοδίκαιο κατά τον μεσαίωνα για να προστατευτεί η απονομή της δικαιοσύνης από καταχρηστικές συμπεριφορές. Συγκεκριμένα άτομα με υψηλές θέσεις ή που εξασκούσαν επιρροή αγόραζαν αμφιλεγόμενες ή δόλιες αξιώσεις αναμένοντας ότι θα έχουν υψηλότερες πιθανότητες επιτυχίας στο δικαστήριο από τον Ενάγοντα λόγω της επιρροής και της θέσης τους. Στην Αγγλία, για να εξαλειφθεί το φαινόμενο, είχε θεσπιστεί συγκεκριμένο ποινικό αδίκημα το οποίο όμως καταργήθηκε το 1967 με την υιοθέτηση σχετικής νομοθεσίας. Αντίθετα, στην Κύπρο ποτέ δεν είχε θεσπιστεί τέτοιο ποινικό αδίκημα για πράξεις που δυνατό να συνιστούσαν «maintenance ή champerty» συνεπώς το ζήτημα θα πρέπει να εξεταστεί μόνο από την σκοπιά του κοινοδικαίου και όχι ως κάτι που αποτελεί ποινικό αδίκημα. Όπως καταδεικνύεται πιο κάτω όμως, με αναφορά σε αποφάσεις δικαστηρίων χωρών που εφαρμόζουν το κοινοδίκαιο, με τις συνθήκες που επικρατούν σήμερα και έχοντας υπόψη την υπό αναφορά περίπτωση, δεν προκύπτει οποιοδήποτε ζήτημα εφαρμογής της αρχής του maintenance και του champerty σε περιπτώσεις συμφωνίας χρηματοδότησης όπως υπήρχε στην παρούσα περίπτωση. Σχετική ως προς τούτο είναι η απόφαση British Cash and Parcel Conveyors, Limited v. Lamson Store Service Company, Limited [1908] 1 K.B. 1006 όπου, παρά το ότι εκδόθηκε πριν από ένα αιώνα, εξηγήθηκε ότι οι εν λόγω αρχές αναπτύχθηκαν πριν από αρκετούς αιώνες και ότι οι αρχές που διέπαν το δημόσιο συμφέρον τότε, διαφέρουν κατά πολύ από το δημόσιο συμφέρον σήμερα. Συγκεκριμένα αναφέρθηκαν τα εξής: «The truth of the matter is that the common law doctrine of maintenance took its origin several centuries ago and was formulated by text-writers and defined by legal decisions in such a way as to indicate plainly the views entertained on the subject by the courts of those days. But these decisions were based on the notions then existing as to public policy and the proper mode of conducting legal proceedings. These notions have long since passed away, and it is indisputable that the old common law of maintenance is to a large extent obsolete». Είναι δε γεγονός ότι δεν εντοπίζονται αποφάσεις των Κυπριακών Δικαστηρίων αναφορικά με το δόγμα του champerty και του maintenance σε περιπτώσεις όπου υφίσταται χρηματοδότηση της προώθησης μιας αγωγής. Υπάρχει όμως σχετική νομολογία δικαστηρίων άλλων χωρών (Αγγλικών αλλά και άλλων που εφαρμόζουν το κοινοδίκαιο), η οποία με αναφορά στις σύγχρονες πτυχές του δημόσιου συμφέροντος αποφάσισαν ότι δεν προέκυπτε οτιδήποτε το μεμπτό. Επομένως απουσία θέσπισης οποιασδήποτε νομοθεσίας που να διέπει το ζήτημα στην Κύπρο κρίνω ότι το ίδιο θα πρέπει να ισχύσει και με βάση το δίκαιο μας στο οποίο άλλωστε εφαρμόζεται το κοινοδίκαιο σύμφωνα με το Άρθρο 29 του περί Δικαστηρίων Νόμου, 14/1960. Όπως αναφέρθηκε στην Parris David ν. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 186, όπου οι αγγλικές αποφάσεις κατοπτρίζουν αρχές του αγγλικού κοινοδικαίου οι αρχές αυτές τυγχάνουν εφαρμογής βάσει των διατάξεων του Άρθρου 29
(1)(γ) του περί Δικαστηρίων Νόμου. Ο ευπαίδευτος συνήγορος των Καθ' ων η αίτηση με παρέπεμψε στις ακόλουθες σχετικές αποφάσεις οι οποίες στάθηκαν πολύ υποβοηθητικές στο έργο μου και οι οποίες υιοθετούνται για τους σκοπούς της παρούσας. Αποσπάσματα, αν και εκτενή εφόσον κρίνονται αναγκαία, από αυτές τις αποφάσεις παρατίθενται εφόσον αυτά υιοθετούνται και από αυτό το Δικαστήριο: Στην Αγγλία:
- Στην πρόσφατη απόφαση του High Court στην υπόθεση Akhmedova v. Akhmedov & Ors (Litigation Funding) (Rev 1) [2020] EWHC 1526 (Fam), οι Εναγόμενοι ήγειραν τον ισχυρισμό ότι η χρηματοδότηση της διαδικασίας ήταν ενάντια στο δημόσιο συμφέρον επειδή έδιδε στον χρηματοδότη υπερβολικό έλεγχο επί του χειρισμού της διαδικασίας. Στην εν λόγω απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε η εν λόγω ένσταση, έγινε χρήσιμη σύνοψη της σύγχρονης αντιμετώπισης τέτοιων διευθετήσεων. Συγκεκριμένα αναφέρθηκαν μεταξύ άλλων τα εξής: «The modern law of champerty, developed since 1967, does not reflect the attitudes set out in much of the older case law. The Court of Appeal in Thai Trading Co v Taylor [1998] EWCA Civ 370 observed that: ". in examining the present scope of the doctrine, it must be remembered that public policy is not static. In recent times the roles of maintenance and champerty have been progressively redefined and narrowed in scope" [paragraph 17 per Lord Justice Millett]. [.] The tests for maintenance and champerty are set out in the decision of the House of Lords in Giles v Thompson [1994] 1 AC
- Maintenance and champerty (where profit is involved) will only be established where there is "wanton and officious intermeddling with the disputes of others in which the [maintainer] has no interest whatsoever and where the assistance he renders to the one or the other party is without justification or excuse" [per Lord Mustill at p.164C-D]. Lord Mustill explained that all aspects of the transaction should be taken together for the purpose of considering the test described above [p.164C]. In Sibthorpe v Southwark LBC [2011] EWCA Civ 25 the Court of Appeal explained that, when considering an allegation of champerty in relation to an agreement to which the person conducting the litigation (or providing advocacy services) is not a party, the modern approach was for the court to decide whether the agreement would undermine the purity of justice or would corrupt public justice which is a question to be decided on a case by case basis [paragraph 35-36]. It formulated that approach given the views expressed by Lord Justice Steyn in Giles v Thompson (Court of Appeal decision), Lord Mustill in Giles v Thompson in the House of Lords and Lord Phillips in Factortame. In Davey v Money [2019] EWHC 997 (Ch), Mr Justice Snowden held that, in determining whether an agreement with a non-party as regards the conduct of litigation would tend to undermine or corrupt the process of justice, "the crucial issue appears to be whether the non-party can exercise excessive control or influence over the conduct of the proceedings in such a way as, for example, to suppress evidence, influence witnesses, or procure an improper settlement" [paragraph 78]. [.] Prior to 1967, providing funding for litigation would have been regarded as a criminal act, whereas the role played by professional funders is now seen by the courts as "highly desirable" in order to facilitate access to justice (Gulf Azov Shipping Co Ltd v Chief Idisi [2004] EWCA Civ 292 at paragraph 54 and Arkin v Borchard Lines Ltd [2005] EWCA Civ 655 at paragraph 16). Mr Gourgey QC drew my attention to the history of modern legal developments in litigation funding. In Chapter 11 of his Final Report from the Review of Civil Litigation Costs
(2009), Lord Justice Jackson concluded that "in principle, third party litigation funding is beneficial and should be supported" for five reasons, including that it promotes access to justice and, for some parties, may be the only means of funding litigation (para. 1.2). He also recommended that a voluntary code be established (para. 2.12) and that it be made clear that funding arrangements complying with such regulation would not be overturned on grounds of maintenance and champerty (para. 5.3). The Civil Justice Council - an agency of the Ministry of Justice - published its Code of Conduct in 2011 which is administered on a self-regulatory basis by the ALF. In his sixth lecture on the Civil Litigation Costs Review Implementation Programme, Lord Justice Jackson stated that the Code of Conduct was a satisfactory implementation of his recommendations. [.] Following those developments, the judicial attitude to litigation funding was summarised by the Court of Appeal in Excalibur Ventures LLC v Texas Keystone Inc [2016] EWCA Civ 1144 as follows: "litigation funding is an accepted and judicially sanctioned activity perceived to be in the public interest" [paragraph 31]. Mr Gourgey QC's researches have revealed that no agreement with a professional litigation funder has been found to be contrary to public policy during the course of the last fifteen years. In Excalibur, the Court of Appeal recognised that it was necessary and, in fact, promoted the administration of justice, for responsible funders to be involved in rigorous analysis and review of the litigation which they fund [paragraph 31 per Lord Justice Tomlinson]: ".As the judge pointed out, champerty involves behaviour likely to interfere with the due administration of justice. Litigation funding is an accepted and judicially sanctioned activity perceived to be in the public interest. What the judge characterised as "rigorous analysis of law, facts and witnesses, consideration of proportionality and review at appropriate intervals" is what is to be expected of a responsible funder - as the ALF to some extent acknowledges and as did some of the funders in this case in their evidence presented to the judge - and cannot of itself be champertous. I agree with Mr Waller that, rather than interfering with the due administration of justice, if anything, such activities promote the due administration of justice. For the avoidance of doubt I should mention that on-going review of the progress of litigation through the medium of lawyers independent of those conducting the litigation, a fortiori those conducting it on a conditional fee agreement, seems to me not just prudent but often essential in order to reduce the risk of orders for indemnity costs being made against the unsuccessful funded party. When conducted responsibly, as by members of the ALF I am sure it would be, there is no danger of such review being characterised as being champertous." It is thus difficult to envisage how litigation funding conducted by a responsible funder adhering to the Code of Conduct could be construed to be illegal and offensive champerty or might be held to corrupt justice». Στον Καναδά: Σε πρόσφατη απόφαση του Καναδικού Δικαστηρίου στην υπόθεση Quebec Inc (Blueberi) v. Callidus Capital Corp [2020] SCC 10 αναφέρθηκαν τα εξής: «[[95] Building on jurisprudence holding that contingency fee arrangements are not champertous where they are not motivated by an improper purpose (e.g., McIntyre Estate), lower courts have increasingly come to recognize that litigation funding agreements are also not per se champertous. This development has been focussed within class action proceedings, where it arose as a response to barriers like adverse cost awards, which were stymieing litigants' access to justice (see Dugal, at para. 33; Marcotte v. Banque de Montréal, 2015 QCCS 1915, at paras. 43-44 (CanLII); Houle v. St. Jude Medical Inc., 2017 ONSC 5129, 9 C.P.C. (8th) 321, at para. 52, aff'd 2018 ONSC 6352, 429 D.L.R. (4th) 739 (Div. Ct.); see also Stanway v. Wyeth, 2013 BCSC 1585, 56 B.C.L.R. (5th) 192, at para. 13). The jurisprudence on the approval of third party litigation funding agreements in the class action context — and indeed, the parameters of their legality generally — is still evolving, and no party before this Court has invited us to evaluate it». Στη Νέα Ζηλανδία: 2. Οι διευθετήσεις χρηματοδότησης και εδώ κρίθηκαν έγκυρες με βάση το κοινοδίκαιο. Στην απόφαση του Court of Appeal, Contractors Bonding Limited v. Waterhouse [2012] NZCA 399 αναφέρθηκε ότι: «Unless something is being done pursuant to that agreement which amounts to an actual abuse of process, the courts have no interest in the litigation funding agreement" (παράγραφος 24). Περαιτέρω στην απόφαση του Court of Appeal, στην υπόθεση Saunders v. Houghton [2009] NZCA 610 στις παραγράφους 78-80 αναφέρθηκε ότι: «The common law torts of maintenance and champerty were created in an era before the courts had the capacity to deal with unruly nobles. By the time of Trendtex there had not emerged the fact, or perhaps the appreciation, now so evident, that access to justice may not be available without the assistance of funders prepared to fund the litigation in exchange for a cut of the proceeds. The modern Australian approach, seen also in Canada, is to face these realities directly and make a judgment according to the merits of each case. In New Zealand also, funding arrangements have been approved by Anderson, Glazebrook and Heath JJ in Re Nautilus Developments Ltd [2000] 2 NZLR 505 (HC), Re Gellert Developments Ltd (in liq)
(2001)9 NZCLC 262,714 (HC), and Auckland City Council as Assignee of Body Corporate 16113 v Auckland City Council [2008] 1 NZLR 838 (HC) respectively, albeit with control of the proceedings remaining with the litigants. There remains cause for anxious care in assessing them. But like the majority in Jeffery & Katauskas we are not deterred by Heydon J's dissenting comment at [111]: The court's procedure exists primarily to serve the function of enabling rights to be vindicated rather than profits to be made. Such a binary test overlooks the fact that its application is likely to ensure that rights are not vindicated. A more nuanced approach is required. We should add that the appellants did not argue otherwise. We have concluded that the common law in other jurisdictions has moved on and access to justice and comity with other states mean we should follow. We already have decisions at High Court level (see cases at [77]) approving funding arrangements and Parliament must be assumed to have passed the Lawyers and Conveyancers Act in knowledge of that trend. Moreover, the context of that legislation was very different from non-lawyer cases: lawyers are officers of the court and when arguing a case they owe what may be conflicting duties to clients as well as to the court. Parliament could well have thought that the sort of objectivity needed to fulfil their role could be compromised by a financial stake in the outcome. We have concluded that, like the common law of Australia and that of Canada, the common law of New Zealand should refrain from condemning as tortious or otherwise unlawful maintenance and champerty where: (a) the court is satisfied there is an arguable case for rights that warrant vindicating; (b) there is no abuse of process; and (c) the proposal is approved by the court. We have discussed the need for proper controls, appropriate to the nature of the case and the particular funder and funding terms proposed». Στο Τζέρσεϊ (Jersey): 3. Στην απόφαση Re Valetta Trust [2011] JRC 227 το Jersey Royal Court ανέφερε τα εξής στην παράγραφο 32(v): "For the reasons set out in the English cases referred to above, public policy must be kept under review and we have no doubt that today, the importance of access to justice is extremely important and the concerns about powerful people corrupting the process of justice by acquiring an interest in litigation have faded away because of the independence of the judiciary. We therefore find that the public policy reasons which have led England and Australia to allow third party funding subject to certain safeguards are equally applicable in Jersey». Στις Νήσους Κέιμαν (Cayman Islands): 4. Στην υπόθεση A Company v A Funder [2017]
(2)CILR 710 το Grand Court του Κέιμαν αποφάνθηκε ότι συμφωνία χρηματοδότησης δικαστικής διαδικασίας δεν ήταν παράνομη στη βάση των αρχών του champerty και του maintenance: «
(1)When considering whether a funding agreement was unlawful on the grounds of maintenance or champerty, Cayman law followed the approach of English law. The critical issue was whether a particular funding agreement had a tendency to corrupt public justice, which required the closest attention to the nature and surrounding circumstances of a particular agreement; undermined the integrity of the litigation process; or gave rise to a risk of abuse. The following features were likely to be of particular significance. (
- a).. [..]. (
- g)Whether or not the funder was a professional funder and/or was regulated. A voluntary Code of Conduct for Litigation Funders had been introduced in England and Wales. The risk of abuse was likely to be more carefully scrutinized in a case in which the funder had not participated in the self-regulatory regime and agreed to follow a code of industry best practice. There was no reason why this jurisdiction should impose additional constraints on commercial funding of litigation. Provided that these principles were respected and these important policy goals achieved, properly regulated commercial funding of litigation, which could promote access to justice, should not be objectionable or subject to enhanced requirements or constraints (paras. 42-46)». Στις Βερμούδες: 5. Στην υπόθεση Stiftung Salle v Butterfield Trust (Bermuda) Limited [2014] SC (Bda) 14 Com αναφέρθηκε ότι η χρηματοδότηση διαδικασιών δικαστηρίου συνάδει με την πρόσβαση στην δικαιοσύνη σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και αναφέρθηκε στην παράγραφο 329 ότι: «such funding arrangements should be encouraged rather than condemned». Επομένως στη βάση των πιο πάνω αρχών από τη νομολογία και στην παρούσα περίπτωση η Συμφωνία Χρηματοδότησης, η οποία είχε ως σκοπό την προώθηση της αγωγής στην Αγγλία και διεκδίκηση των δικαιωμάτων των Καθ' ων η αίτηση για τις ζημίες που υπέστησαν από απατηλές συμπεριφορές, κρίνω ότι δεν παραβιάζει τις αρχές του maintenance και του champerty, μεταξύ άλλων, για τους ακόλουθους συγκεκριμένους λόγους: i. Η χρηματοδότηση δικαστικών διαδικασιών από τρίτα πρόσωπα που είναι επαγγελματίες στον τομέα της χρηματοδότησης δικαστικών διαδικασιών, όπως η Harbour Fund III, LP, είναι σήμερα πλήρως αποδεκτή με βάση το κοινοδίκαιο και θεωρείται ότι είναι και προς το δημόσιο συμφέρον διότι υποβοηθά την πρόσβαση στην δικαιοσύνη και ως εκ τούτου κάτι τέτοιο δεν θεωρείται παράνομο ή μεμπτό. Συνεπώς είναι ακόμη πιο έκδηλο ότι εφόσον στην Κύπρο ουδέποτε υπήρξε τέτοια απαγόρευση δια νόμου, δεν θα μπορούσε να ερμηνευτεί μια συμφωνία χρηματοδότησης δικαστικής διαδικασίας ως 'champertous' η ότι αντίκειται στη δημόσια τάξη της Κυπριακής Δημοκρατίας. ii. Το εν λόγω δόγμα είχε σκοπό να παρεμποδίσει περιπτώσεις όπου προωθούνταν διαδικασίες με αλλότρια κίνητρα που εγκυμονούσαν κινδύνους για την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Στην προκειμένη περίπτωση είναι ολοφάνερο ότι η αξίωση των Καθ΄ ων η αίτηση είναι καθόλα αξιόπιστη και βάσιμη καθότι μετά από ακροαματική διαδικασία το Αγγλικό Δικαστήριο εξέδωσε την Αρχική Απόφαση αλλά και στη συνέχεια τις Επίδικες Αποφάσεις. iii. Επιπρόσθετα, οι Αιτητές ουδέποτε ήγειραν το ζήτημα του champerty σε οποιαδήποτε από τις Αγγλικές διαδικασίες ως εκ τούτου κρίνω ότι κωλύονται ως εκ της συμπεριφοράς τους από του να εγείρουν τέτοιο ζήτημα στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας. iv. Σύμφωνα με τους Καθ' ων η Αίτηση, χωρίς να υπάρχει οποιαδήποτε αντίθεση περί τούτου, η Harbour Fund III, LP ενεργεί σύμφωνα με τον Αγγλικό κώδικα συμπεριφοράς χρηματοδοτών δικαστικών διαδικασιών (Code of Conduct for Litigation Funders), παράγοντας στον οποίο δόθηκε μεγάλη σημασία στην σχετική αγγλική απόφαση που παρατίθεται πιο πάνω αλλά και σε αυτή των Κέιμαν (σχετικά είναι τα πιο πάνω αποσπάσματα). Απόλυτα σχετικά είναι τα αναφερόμενα στην παρ. 6-7 του Τεκμ. 4 στην Δεύτερη Ένορκη Δήλωση Παπαθωμά το οποίο αποτελεί επιστολή των Άγγλων Δικηγόρων των Καθ' ων η Αίτηση ημερ. 26.11.2020: «6. By way of further background, we note that HF3 is incorporated as an exempted limited partnership under the laws of the Cayman Islands, and is one of five close-ended funds of which Harbour Litigation Funding Limited ("HLF") is the exclusive investment sub-advisor. HLF is a company incorporated in the United Kingdom, headquartered in London and authorised and regulated by the Financial Conduct Authority. HLF is a founding member of the Association of Litigation Funders of England and Wales ("ALF"), which is the regulatory body responsible for third party litigation funding in this jurisdiction. HLF and the other members of ALF have adopted the Code of Conduct for Litigation Funders (the "Code") and have undertaken to comply with the Code at all times. The current version of the Code is enclosed. 7. Finally, we confirm that the Applicants did not raise issues of maintenance and champerty either in the context of either the Kagazy Parties' application in the Main Proceedings that resulted in the English Cost Orders or in the Harbour Proceedings. [.]». v. Σε κάθε περίπτωση, με το Διάταγμα που εκδόθηκε από το Αγγλικό Δικαστήριο στις 30.07.2018, στα πλαίσια της Αγγλικής υπόθεσης: CL-2018-000164 (στο εξής «το Αγγλικό Διάταγμα ημερομηνίας 30.07.2018») (Τεκμ. 1 στην Δεύτερη Ένορκη Δήλωση Παπαθωμά), αλλά και το Διάταγμα του Αγγλικού Δικαστηρίου ημερομηνίας 28.03.2019 με βάση το οποίο διακήρυξε (declared) ότι το Αγγλικό Διάταγμα ημερομηνίας 30.07.2018 δεν υπόκειται σε οποιονδήποτε εδαφικό περιορισμό (unlimited in territorial scope) (στο εξής «το Αγγλικό Διάταγμα ημερομηνίας 28.03.2019) (Τεκμ. 2 στην Δεύτερη Ένορκη Δήλωση Παπαθωμά), το Αγγλικό Δικαστήριο έχει ουσιαστικά αποδεχθεί την εγκυρότητα, δεσμευτικότητα και εκτελεστότητα της Συμφωνίας Χρηματοδότησης, περιλαμβανομένου του όρου που επέτρεψε στην Harbour Fund, III L.P. να αναλάβει τον έλεγχο της διαδικασίας εκτέλεσης. Οι Αιτήτριες ποτέ δεν αμφισβήτησαν το Αγγλικό Διάταγμα ημερομηνίας 30.07.2018 σε καμία διαδικασία ενώ αυτό είναι απόλυτα εκτελεστό και στην Κύπρο. Σημειώνεται δε ότι η Harbour Fund III, L.P., δεν είχε κανένα έλεγχο επί της διαδικασίας που οδήγησε στην έκδοση της Αρχικής Απόφασης (ημερομηνίας 22.12.2017), ενώ τον έλεγχο της διαδικασίας εκτέλεσης, τον απέκτησε η Harbour Fund III, L.P., με την έκδοση του Αγγλικού Διατάγματος ημερομηνίας 30.07.2018, δηλαδή κατά το στάδιο της εκτέλεσης της Απόφασης εναντίον του XXXXX Arip. (βλ. σχετικά τις παρ. 9 (α), 18 και 19 της Δεύτερης Ένορκης Δήλωσης Παπαθωμά και τις παραγράφους 3- 5 και 7 του Τεκμ.4 στην Δεύτερη Ένορκη Δήλωση Παπαθωμά για την σχετική επεξήγηση των Άγγλων δικηγόρων). vi. Σημειώνεται επιπρόσθετα ότι στην Ενδιάμεση Απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας ημερ. 20.02.2019 σε Αίτηση που είχε καταχωρισθεί στα πλαίσια της Εναρκτήριας Κλήσης με αρ. 20/2018, Arip XXXXX v 1. Geoglobal κ.α., από την Αιτήτρια υπ' αριθμό 1 στην παρούσα για να αμφισβητηθεί η εξουσία των δικηγόρων των Καθ' ων η αίτηση να εκπροσωπούν κάποιους από τους Καθ' ων η Αίτηση, ο κ. Παναγιώτου Π.Ε.Δ εφαρμόζοντας το Αγγλικό Διάταγμα ημερομηνίας 30.07.2018 το οποίο ανέφερε ότι η Harbour Fund III, LP έγκυρα εξάσκησε τα δικαιώματα της με βάση την Συμφωνία Χρηματοδότησης, ανέφερε δε τα εξής συγκεκριμένα: «η εν λόγω εξουσιοδότηση [δηλαδή των δικηγόρων των Καθ' ων η αίτηση] επιβεβαιώθηκε στη συνέχεια από τους Harbour Fund III, LP, οι οποίοι διορίστηκαν με διάταγμα του Αγγλικού High Court ως αντιπρόσωποι (attorneys) των εναγομένων 4-7 και τους δόθηκε η εξουσία να ενεργούν εκ μέρους τους σε σχέση με το επίδικο χρέος και προς αυτόν τον σκοπό να διορίζουν δικηγόρους για λογαριασμό τους (διάταγμα Harbour)». vii. Χωρίς τη χρηματοδότηση οι Καθ' ων η αίτηση δεν θα μπορούσαν να προωθήσουν τις καθόλα καλόπιστες και βάσιμες αξιώσεις για απάτη εναντίον των Εναγόμενων στην Αγγλική Διαδικασία και συνεπώς η Συμφωνία Χρηματοδότησης προσέφερε στους Καθ' ων η αίτηση πρόσβαση στην δικαιοσύνη με αποτέλεσμα να επιτύχουν στην Αρχική Απόφαση. Σχετική είναι η παράγραφος 11 της Απόφασης που είναι το Τεκμ. 2 στην Πρώτη Ένορκη Δήλωση Παπαθωμά: «Harbour Fund III, LP ("Harbour") is a litigation funder that has provided a substantial amount of funding for the Claimants to pursue these proceedings». Σε κάθε περίπτωση, όπως έχει αναλυθεί πιο πάνω, οι ισχυρισμοί περί maintenance και champerty με κάθε σεβασμό προς την αντίθετη θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου των Αιτητριών, δεν μπορούν να αποτελέσουν ικανό λόγο για άρνηση εκτέλεσης απόφασης που εκδόθηκε σε άλλο κράτος μέλος σε σχέση με το οποίο εφαρμόζεται ο Κανονισμός. Δηλαδή, δεν μπορούν να στοιχειοθετήσουν παραβίαση της αρχής της δημόσιας τάξης με την έννοια που της προσδίδει ο Κανονισμός, εφόσον η έννοια της δημόσιας τάξης για σκοπούς του Κανονισμού θα πρέπει να ερμηνεύεται στενά, ενώ και θα πρέπει η απόφαση να αντίκειται προφανώς στη δημόσια τάξη του κράτους αναγνωρίσεως. Σχετικά είναι όσα αναφέρονται στη σελ. 450 του συγγράμματος The Brussels I Regulation Recast των Andrew Dickinson και Eva Lein, 1η έκδοση, όπου αναφέρονται τα εξής: «
- iv)other judgments at variance to an unacceptable degree with the legal order of the Member State addressed. If the recognition of a Brussels I judgment would facilitate or give legal effect to an act unacceptably at variance with the legal order of the Member state addressed and this can be established without an impermissible review of the substance of the judgment, this will allow the Art 45
(1)(a)[1] public policy exception to be applied to refuse recognition. Ιt is probable that only acts so seriously at variance with the legal order of the State of recognition as to be forbidden by existing constitutional principle, legislation, or case law would potentially suffice for this purpose. Further, the nature of the infringement represented by recognition of the foreign judgment would itself have to be serious enough within the legal order of the Member State addressed to justify the exceptional refusal of recognition: a mere difference between the law of two legal systems would plainly not suffice. Hypothetical examples that might suffice could include judgments relating to: arrangements for the commission of a serious criminal offence or arising in consequence of the 'creditor's' commission of such an offence; acts facilitating the circumvention of a trade embargo imposed under the law of the Member State addressed; outrageously disproportionate awards of damages (whether arising from a common law defamation action with punitive enhancements or from an award of multiplied damages); facilitating payments to a person regarded within the State in which recognition is sought as a traitor (if the payments are made in connection with the acts of treachery he committed against that State); facilitating the payment of a bribe; acts facilitating a transaction designed to launder money; the operation of an unlawful cartel agreement; or acts facilitating human trafficking or illicit trade in body parts». Όπως προκύπτει από τα ανωτέρω, με βάση τον Κανονισμό, δεν αρκεί να αντίκειται στην δημόσια τάξη μια απόφαση άλλου Κράτους, αλλά θα πρέπει να αντίκειται ανεπίτρεπτα στη δημόσια τάξη, ενώ η άρνηση για αναγνώριση γίνεται μόνο υπό εξαιρετικές περιστάσεις. Υπό το φως των πιο πάνω κρίνω ότι οι Επίδικες Αποφάσεις δεν αντίκεινται στην δημόσια τάξη της Κυπριακής Δημοκρατίας λόγω της ύπαρξης της συμφωνίας χρηματοδότησης αλλά και αν αντίθετη ήταν η αντίληψη μου, αυτό δεν θα μπορούσε με οποιοδήποτε τρόπο να θεωρηθεί ότι αντίκεινται σε τέτοιο βαθμό που να δικαιολογείται η μη αναγνώριση τους με βάση τον Κανονισμό. Εξετάζοντας τώρα τους υπόλοιπους λόγους ακυρότητας που εγείρονται από τις Αιτήτριες με την αίτηση παραμερισμού τους, κρίνω ότι αυτοί επίσης δεν εμπίπτουν εντός της έννοιας της δημόσιας τάξης αλλά ούτε και μπορούν να οδηγήσουν σε παραμερισμό του Διατάγματος Εγγραφής υπό οποιεσδήποτε συνθήκες εφόσον δεν περιλαμβάνονται στους λόγους άρνησης εκτέλεσης που καθορίζονται εξαντλητικά στα άρθρα 34 και 35 του Κανονισμού: (α) Προβάλλεται ο Ισχυρισμός ότι οι Καθ' ων η αίτηση «δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο με Καθαρά χέρια». Ο ισχυρισμός αυτός κρίνω ότι δεν έχει έρεισμα στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης και δεν τεκμηριώνεται. Σε κάθε περίπτωση όμως τα όσα αναφέρουν οι Αιτήτριες στην Αίτηση τους και στην Ε/Δ Βασιλείου, αναφορικά με τον λόγο που αφορά την παράλειψη των Καθ' ων η αίτηση για αποκάλυψη κρίνω ότι δεν αφορούν ουσιώδη γεγονότα όπως ειδικότερα εξηγείται στη συνέχεια. (β) Σε σχέση με τον ισχυρισμό που περιέχεται στην παράγραφο 37(Ι) της Ε/Δ Βασιλείου περί παράλειψης αποκάλυψης γεγονότων από πλευράς των Καθ' ων η Αίτηση, τα όσα αναφέρονται στις παραγράφους 11 - 25 της Ε/Δ Βασιλείου που αφορούν την ιδιότητα της Harbour Fund III, L.P., αλλά και τα όσα αναφέρονται στην παράγραφο 37 της Ε/Δ Βασιλείου, δεν είναι ουσιώδη γεγονότα για την Κυρίως Αίτηση η οποία αφορά την εγγραφή και κήρυξη ως εκτελεστών των Επίδικων Αποφάσεων. Τα όσα γεγονότα ήταν ουσιώδη για την Κυρίως Αίτηση κατά την αντίληψη μου αποκαλύφθηκαν πλήρως με την Αρχική Ένορκη Δήλωση συμφωνώντας προς τούτο με την πλευρά των Καθ' ων η αίτηση. Συγκεκριμένα αποκαλύφθηκαν μεταξύ άλλων: i. Η Αρχική Απόφαση του Αγγλικού Δικαστηρίου που εκδόθηκε εναντίον των XXXXX Arip (στο εξής «ο Εναγόμενος 2») και XXXXX Dikhanbayeva (στο εξής «ο Εναγόμενος 3») στα πλαίσια της Αγγλικής Διαδικασίας για το ποσό των $298,834,593 Δολαρίων Αμερικής ως αποτέλεσμα της διάπραξης σειράς απατών από τους Εναγόμενους 2 και 3 κατά των Εναγόντων. ii. Η Αίτηση για προσθήκη των Αιτητριών ως Εναγόμενες στην Αγγλική Διαδικασία με σκοπό την ανάκτηση των εξόδων που υπέστηκαν οι Καθ' ων η αίτηση, εφόσον οι Αιτήτριες (οι οποίες είναι η σύζυγος και η πεθερά του Εναγόμενου 2) είχαν χρηματοδοτήσει μεγάλο μέρος της υπεράσπισης του Εναγόμενου 2 στην Αγγλική Διαδικασία. iii. Η απόφαση ημερομηνίας 8.10.2019 με βάση την οποία αποφασίστηκε ότι οι Αιτήτριες θα πρέπει να καταβάλουν τα έξοδα της Αγγλικής Διαδικασίας στους Καθ' ων η αίτηση και το σχετικό Διάταγμα ημερομηνίας 17.10.2019 το οποίο εκδόθηκε με βάση τα ευρήματα της απόφασης ημερομηνίας 08.10.
- iv. Τα πιστοποιητικά που εκδόθηκαν με βάση το Άρθρο 54 του Ε.Κ. 44/
- v. Γνωμάτευση Άγγλων Δικηγόρων ημερομηνίας 23.01.2020 η οποία επιβεβαιώνει μεταξύ άλλων ότι οι Επίδικες Αποφάσεις είναι εκτελεστές και η εκτελεστότητα τους δεν έχει ανασταλεί και δεν έχει αμφισβητηθεί. vi. Τα περιουσιακά στοιχεία των Αιτητριών στην Κύπρο για τα οποία γνωρίζουν οι Καθ' ων η αίτηση. Κατά την αντίληψη μου, όσα αναφέρονται πιο πάνω αλλά και στην Πρώτη Ένορκη Δήλωση Παπαθωμά, αποτελούν πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη, ενώ τα όσα αναφέρονται στις παραγράφους 12-18 της Ε/Δ Βασιλείου για τα στοιχεία που θεωρούν οι Αιτήτριες ως μη αποκαλυφθέντα αφορούν άσχετα με την Κυρίως Αίτηση θέματα τα οποία εν πάση περιπτώσει είναι αντικείμενο ξεχωριστής διαδικασίας στην Αγγλία. Σε ότι αφορά τις παραγράφους 19 - 20 της Ε/Δ Βασιλείου διευκρινίζεται, για σκοπούς πληρότητας και μόνο, ότι στο πλαίσιο των Εναρκτήριων Κλήσεων με αρ. 5/18 του Ε.Δ. Λάρνακας και 20/18 του Ε.Δ. Λευκωσίας αντίστοιχα, καταχωρίστηκαν από μέρους της Αιτήτριας υπ' αριθμό 1 και Αιτήσεις για Παρεμπίπτοντα Διατάγματα οι οποίες μεταξύ άλλων, επιδίωκαν την απαγόρευση στους Καθ' ων η αίτηση από του να εγείρουν ή να συνεχίσουν να προωθούν στο εξωτερικό διαδικασίες που σχετίζονται με την εκτέλεση της απόφασης ημερομηνίας 22.12.2017 και εμπιστευμάτων που αφορούσαν αυτή και τον σύζυγο της. Στα πλαίσια της Αίτησης με αρ. 5/18, στις 24.10.2020, εκδόθηκε αιτιολογημένη απόφαση από τον κ. Παπαμιχαήλ Π.Ε.Δ. ο οποίος παραμέρισε τα μονομερώς εκδοθέντα και οριστικοποιηθέντα διατάγματα ενώ μετέπειτα απορρίφθηκε και η διαδικασία της Εναρκτήριας Κλήσης στην ολότητα της. Ομοίως και στην Αίτηση με αρ. 20/18 τα μονομερώς εκδοθέντα διατάγματα παραμερίσθηκαν εκ συμφώνου στις 7.05.
- Σε ότι αφορά την Αγωγή με αρ. 969/2018, την 01.9.2020 η εν λόγω αγωγή αναστάλθηκε μέχρι να ολοκληρωθεί η διαδικασία στο High Court. Οι διαδικασίες εκείνες, τις οποίες εκκίνησε η Αιτήτρια υπ' αριθμό 1 για να αποτρέψει διαδικασίες εκτέλεσης στο εξωτερικό, καμία απολύτως σχέση δεν έχουν με την εκτέλεση εναντίον της των Επίδικων Αποφάσεων σύμφωνα με την παρούσα Κυρίως Αίτηση. (γ) Σε ότι αφορά την αναφορά στην παράγραφο 6 της Ε/Δ Βασιλείου όπου αναφέρεται ότι οι Αιτήτριες δεν ήταν διάδικοι στην Αρχική Απόφαση και ουδεμία απαίτηση είχε εγερθεί εναντίον τους σε σχέση με τα επίδικα θέματα της διαδικασίας που προηγήθηκε όπως ρητά αναφέρεται στην Πρώτη και στη Δεύτερη Ένορκη Δήλωση Παπαθωμά, οι Αιτήτριες προστέθηκαν ως Εναγόμενες στην Αγγλική Διαδικασία για τον σκοπό ανάκτησης των εξόδων που υπέστηκαν οι Καθ' ων η αίτηση, εφόσον οι Αιτήτριες (οι οποίες είναι η σύζυγος και η πεθερά του Εναγόμενου 2) είχαν χρηματοδοτήσει μεγάλο μέρος της υπεράσπισης του Εναγόμενου 2 στην Αγγλική Διαδικασία. Σχετικά είναι όσα αναφέρονται στο Τεκμ. 2 της Πρώτης Ένορκης Δήλωσης Παπαθωμά και συγκεκριμένα στις παραγράφους 95 - 97 και 105 όπου, μεταξύ άλλων, αναφέρθηκαν τα εξής: i. Ότι οι Αιτήτριες έλαβαν χωρίς αντιπαροχή σημαντική περιουσία από τον Εναγόμενο
- Εφόσον ο Εναγόμενος 3 στην Αγγλική διαδικασία (σύζυγος της) κατηγορείτο για δόλο υπήρχε σοβαρό ενδεχόμενο η εν λόγω περιουσία να είναι το αντικείμενο πιθανών μέτρων εκτέλεσης σε περίπτωση που η απαίτηση εναντίον του ήταν επιτυχής. Σε περίπτωση που η υπεράσπιση του Εναγόμενου 3 πετύχαινε στην Αγγλική Διαδικασία θα επωφελούνταν και οι Αιτήτριες εφόσον η εν λόγω περιουσία δεν θα υπόκειτο σε εκτέλεση. ii. Ότι η Αιτήτρια 1 όχι μόνο χρηματοδότησε την υπεράσπιση του συζύγου της XXXXX Arip (Εναγόμενου 3 στην παρούσα διαδικασία) στην Αγγλική Διαδικασία αλλά και πήρε σημαντικά μέτρα για να καταστήσει δύσκολη την εκτέλεση της απόφασης εναντίον του. Το δικαστήριο ικανοποιήθηκε ότι τα μέτρα που λήφθηκαν από την Αιτήτρια 1 ήταν με σκοπό την αποξένωση ή απόκρυψη των περιουσιακών στοιχείων καθιστώντας την εκτέλεση των αποφάσεων που εκδόθηκαν στα πλαίσια της Αγγλικής Διαδικασίας εναντίον του XXXXX Arip πιο δύσκολη. Ούτε ο ισχυρισμός που περιέχεται στην παράγραφο 37(ΙΙ) της Ε/Δ Βασιλείου, μπορεί να τύχει θετικής αντίκρισης, δηλαδή το γεγονός ότι στην Πρώτη Ένορκη Δήλωση Παπαθωμά αναφέρθηκε ότι η Αιτήτρια 1 είναι δικαιούχος εμπιστευμάτων αλλά δεν αναφέρθηκε ότι οι Καθ' ων η Αίτηση θεωρούν ότι αυτά είναι εικονικά και ότι συνιστούν προσβολή του Δικαστηρίου και συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Το κατά πόσο τα εν λόγω εμπιστεύματα είναι εικονικά ή όχι κρίνω ότι είναι επίσης παντελώς άσχετο με την παρούσα διαδικασία. Επιπρόσθετα, τα πιο πάνω δεν επηρεάζουν το δικαίωμα των Καθ' ων η αίτηση για καταχώριση της Κυρίως Αίτησης, με σκοπό να εγγραφούν και να κηρυχθούν ως εκτελεστές δυο Ευρωπαϊκές Αποφάσεις στην Κύπρο. Η παράλειψη των Καθ' ων η αίτηση να προβούν σε εκτενή αναφορά για την περιουσία της Αιτήτριας 1 και κατά πόσο την αμφισβητούν ως εικονική ή όχι, σε καμία περίπτωση δεν μπορεί κατά την αντίληψη μου να θεωρηθεί ως προσβολή του Δικαστηρίου ή κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Σε κάθε περίπτωση, σύμφωνα με τον Κανονισμό ένας διάδικος δικαιούται να εγγράψει και να κηρύξει ως εκτελεστή απόφαση ενός κράτους μέλους σε οποιοδήποτε άλλο κράτος μέλος επιθυμεί χωρίς οποιοδήποτε περιορισμό. Ανεξάρτητα από τα πιο πάνω, παρά το ότι η διαδικασία ξεκινά με μονομερή Αίτηση, το διάταγμα αναγνώρισης που εκδίδεται σε εκείνο το (αρχικό) στάδιο είναι υπό την αίρεση της καταχώρισης αίτησης παραμερισμού. Συνεπώς, εφόσον το Διάταγμα Εγγραφής δεν φέρει μέχρι σήμερα έννομα αποτελέσματα και θα φέρει έννομα αποτελέσματα μόνο μετά που θα ακουστούν οι Αιτήτριες όπως γίνεται σήμερα, οι Καθ' ων η αίτηση δεν είχαν υποχρέωση για πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη με την έννοια που υπάρχει τέτοια υποχρέωση σε μονομερής αιτήσεις με βάσει το εθνικό δίκαιο. Σε αυτά συνηγορούν και τα ακόλουθα: (i) Στο Άρθρο 47
(3)του Κανονισμού αναφέρονται τα εξής: «Κατά τη διάρκεια της προθεσμίας προσφυγής που προβλέπεται στο Άρθρο 43 παράγραφος 5, κατά της κήρυξης της εκτελεστότητας και έως ότου εκδοθεί απόφαση για την προσφυγή αυτή, μπορούν να ληφθούν μόνο ασφαλιστικά μέτρα επί της περιουσίας του προσώπου κατά του οποίου ζητείται η εκτέλεση». (ιι) Ως εκ των ανωτέρω, μέχρι την εκδίκαση και αποπεράτωση της παρούσας Αίτησης Παραμερισμού, οι Καθ' ων η αίτηση δεν θα μπορούν να λάβουν οποιαδήποτε μέτρα εκτέλεσης ως αποτέλεσμα του Διατάγματος Εγγραφής. Στο στάδιο κατά το οποίο θα μπορούν οι Καθ' ων η αίτηση να προχωρήσουν με μέτρα εκτέλεσης, θα έχουν ήδη ακουστεί οι Αιτήτριες και ως αποτέλεσμα δεν μπορούν να εφαρμόζονται οι αρχές ως προς την υποχρέωση να προσέλθει διάδικος στο δικαστήριο με καθαρά χέρια όταν υποβάλλει αίτηση μονομερώς. Σχετικά είναι όσα αναφέρονται στην απόφαση Travelword Vacation Ltd ν. Ironhold Estates Ltd T/A Henipa Hotel, Αίτ. Αρ.: 3/07, 22 Νοεμβρίου, 2007 αναφορικά με την υποχρέωση να αποταθεί διάδικος στο δικαστήριο με καθαρά στα πλαίσια του Κανονισμού: «Αυτό όμως δεν στοιχειοθετεί δόλια ή μεμπτή συμπεριφορά ή συμπεριφορά που άλλως πως να σχετίζεται με την έννοια «μη καθαρά χέρια». Άλλωστε η επίκληση τέτοιας αρχής παραπέμπει στο δίκαιο της επιείκειας. Εν προκειμένω το έργο του δικαστηρίου περιορίζεται στα πλαίσια του Κανονισμού που σκοπό έχει την καλή και εύρυθμη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς δια της ταχείας και απλής αναγνώρισης και εκτέλεσης των αποφάσεων σε όλη την γεωγραφική έκταση της Ευρωπαϊκής Ένωσης (βλ. παραγράφους
(1)και
(2)του προοιμίου του Κανονισμού). Ο σκοπός αυτός υλοποιείται μέσα από συγκεκριμένες επιμέρους πρόνοιες, αλλά είναι φανερός και από τον κανόνα που θέτει το Άρθρο 33 ότι «μια απόφαση που εκδίδεται σε κράτος μέλος αναγνωρίζεται στα λοιπά κράτη μέλη χωρίς ιδιαίτερη διαδικασία». Τούτο βέβαια δεν σημαίνει πως η αναγνώριση μπορεί να γίνει χωρίς πλαίσια και προϋποθέσεις. Τα πλαίσια όμως και οι προϋποθέσεις τίθενται συγκεκριμένα». (δ) Προβλήθηκε από τις Αιτήτριες ο ισχυρισμός ότι οι Επίδικες Αποφάσεις δεν είναι για εκκαθαρισμένο ή/και συγκεκριμένο ποσό ή και/δεν είναι τελεσίδικες. Στην παράγραφο 34 της Ε/Δ Βασιλείου, αναφέρεται ότι οι Αγγλικές Αποφάσεις δεν είναι επιδεκτικές προς αναγνώριση δυνάμει του Κανονισμού και/ή γενικώς επειδή δεν συγκεκριμενοποιούνται με αποτέλεσμα να μην αποτελούν τελεσίδικες αποφάσεις. Κρίνω ότι ούτε αυτός ο ισχυρισμός είναι αβάσιμος για τους ακόλουθους λόγους: (
- i)Όπως προκύπτει από το Τεκμ. 6 της Πρώτης Ένορκης Δήλωσης Παπαθωμά, με βάση το Αγγλικό δίκαιο οι Αγγλικές Αποφάσεις είναι εκτελεστές και τελικές και δεν έχουν εφεσιβληθεί. (
- ii)Περαιτέρω από το Τεκμ. 3 της Πρώτης Ένορκης Δήλωσης Παπαθωμά προκύπτει χωρίς αμφιβολία ότι έχουν επιδικαστεί τα ακόλουθα συγκεκριμένα και εκκαθαρισμένα ποσά εναντίον των Αιτητριών: (I) το ενδιάμεσο ποσό των £8.000.000 πλέον τόκοι προς 7.14% για το ποσό των £934,264.11 από 14 Μαρτίου 2018 μέχρι 31/10/2019 και στη συνέχεια μέχρι πλήρους εξόφλησης του ενδιάμεσου ποσού προς £1.564,93 ημερησίως, εναντίον των Αιτητρίων. (II) Το ενδιάμεσο ποσό των £150.000 (III) Το ενδιάμεσο ποσό των £275.000 Τα πιο πάνω ποσά θα έπρεπε να είχαν καταβληθεί μέχρι τις 31.10.2019 ωστόσο δεν καταβλήθηκαν μέχρι τότε αλλά ούτε και μέχρι την καταχώριση της Ένστασης στην Αίτηση Παραμερισμού (ή μετέπειτα). Οι Καθ' ων η Αίτηση στη βάση των πιο πάνω κρίνω ότι έχουν το δικαίωμα να επιζητούν την αναγνώριση και εκτέλεση στην ολότητα τους των Αγγλικών Αποφάσεων που περιέχουν τα πιο πάνω τελεσίδικα, εκκαθαρισμένα και συγκεκριμένα ποσά. Σε περίπτωση δε που ψηφιστούν και/ή υπολογιστούν και/ή αποφασιστούν οποιαδήποτε άλλα έξοδα στις διαδικασίες που αναφέρονται στο Τεκμ. 3 της Πρώτης Ένορκης Δήλωσης Παπαθωμά, τότε οι Καθ' ων η αίτηση θα έχουν το δικαίωμα να λάβουν όποια μέτρα κριθούν αναγκαία για τα εν λόγω ποσά λαμβάνοντας υπόψη το λεκτικό των επίδικων αποφάσεων και το τι δύναται να αποφασιστεί επιπλέον. Ωστόσο το γεγονός ότι δεν συγκεκριμενοποιούνται άλλα έξοδα στο Τεκμ. 3, πέραν αυτών που παρατέθηκαν στα σημεία (Ι) - (ΙΙΙ) πιο πάνω, σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να σημαίνει ότι οι Καθ' ων η αίτηση δεν μπορούν να εγγράψουν ή να εκτελέσουν στην Κύπρο τις Αγγλικές Αποφάσεις οι οποίες είναι καθόλα εκτελεστές στην Αγγλία (βλ. επιστολή ημερ. 23.01.2020 των Άγγλων δικηγόρων των Καθ' ων η αίτηση που είναι το Τεκμ. 6 στην Πρώτη Ένορκη Δήλωση Παπαθωμά). Θα πρέπει να σημειωθεί ότι οι Αιτήτριες δεν αμφισβήτησαν την θέση αυτή ούτε και προσκόμισαν μαρτυρία με βάση το αγγλικό δίκαιο για να τεκμηριώσουν τους ισχυρισμούς τους για το περιεχόμενο των επίδικων αποφάσεων ή άλλως πως. Περαιτέρω σύμφωνα με το Άρθρο 32 του Κανονισμού: «Ως απόφαση, κατά την έννοια του παρόντα κανονισμού, νοείται κάθε απόφαση εκδιδόμενη από δικαστήριο κράτους μέλους, οποιαδήποτε και αν είναι η ονομασία της, όπως απόφαση, διαταγή, διαταγή εκτελέσεως, καθώς και ο καθορισμός της δικαστικής δαπάνης από το γραμματέα». Σχετικά είναι και όσα αναφέρονται στη σελ. 95 του συγγράμματος The Brussels I Regulation Recast των Andrew Dickinson και Eva Lein, 1η έκδοση σε σχέση με το Άρθρο 2(α) του Ευρωπαϊκού Κανονισμού (ΕΕ) 1215/2012[2] το οποίο είναι σχεδόν πανομοιότυπο με το Άρθρο 32 του Κανονισμού: «To be characterized as a 'judgment' entitled to recognition under the Regulation, the decision must emanate from a court 'deciding on its own authority on the issues between the parties'. The decision must have been, or have been capable of being, 'the subject of an inquiry' in adversarial proceedings. Ultimately, a 'judgment' is characterized 'by the exercise of power of assessment by the judicial body from which it emanates. Provided that this condition is satisfied, the concept of 'judgment' covers any decision without distinction being drawn as to the content of the judgment in question. The notion is therefore not restricted to money judgments, but also applies to injunctions or decisions that order specific performance. Likewise, the notion is not limited to decisions which terminate a dispute in whole or in part, but also applies to provisional or interlocutory decisions. It also comprises of decisions of procedural nature, including the decision by which a court declines jurisdiction on the basis of a jurisdiction clause. The notion can cover non-contentions decisions but not judicial 'settlements', which are essentially contractual in that their terms depend first and foremost on the intention of the parties. In that case, the judicial authority does not have a decision-making role, but restricts itself to a more passive function». Με βάση τα ανωτέρω, είναι ξεκάθαρο ότι η έννοια του όρου 'απόφαση' με βάση τον Κανονισμό είναι ευρεία και ακόμα και αν ήθελε θεωρηθεί ότι οι Επίδικες Αποφάσεις δεν αφορούν εκκαθαρισμένο ποσό, αυτό δεν θα πρέπει να απασχολήσει το Δικαστήριο, εφόσον με βάση τον Κανονισμό, ο όρος απόφαση δεν περιορίζεται σε αποφάσεις για εκκαθαρισμένο ποσό αλλά καλύπτει οποιαδήποτε απόφαση χωρίς περιορισμό, εκτός και αν αυτή δεν εκδόθηκε μετά από εξέταση των ζητημάτων από το δικαστήριο. (ε) Προβλήθηκε ο ισχυρισμός ότι οι διάδικοι στη διαδικασία της Κυρίως Αίτησης για τις Επίδικες Αποφάσεις είναι λανθασμένοι όπως και αναφορές στο Αγγλικό Διάταγμα ημερ. 30.07.2018 Σε ό,τι αφορά τους ισχυρισμούς που περιέχονται στις παραγράφους 35 και 36 της Ε/Δ Βασιλείου σχετικά είναι τα ακόλουθα: (
- i)Σε ό,τι αφορά τον ισχυρισμό ότι το Αγγλικό Διάταγμα ημερομηνίας 30.07.2018 (το οποίο σημειώνεται ότι δεν είναι το αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας), θα έπρεπε να είχε εγγραφεί και αναγνωριστεί στην Κυπριακή Δημοκρατία, όπως αναφέρεται στην Δεύτερη Ένορκη Δήλωση Παπαθωμά το εν λόγω διάταγμα είναι πλήρως εκτελεστό και αναγνωρίζεται αυτόματα εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης σύμφωνα με τον Κανονισμό 1215/2012 καθότι αφορά σε διαδικασία που ηγέρθηκε το έτος 2018. Για σκοπούς επίκλησης του εν λόγω Διατάγματος ημερομηνίας 30.07.2018 στην Κύπρο και οπουδήποτε αλλού κριθεί αναγκαίο, έχει ληφθεί από το Αγγλικό Δικαστήριο μετά από αίτημα των δικηγόρων του Harbour Fund III, L.P., σχετικό πιστοποιητικό σύμφωνα με το Παράρτημα 1 (Annex 1) και το Άρθρο 53 του Ευρωπαϊκού Κανονισμού 1215/2012 (βλ. σχετικά Τεκμ. 1 και 2 στην Δεύτερη Ένορκη Δήλωση Παπαθωμά). (
- ii)Στο Τεκμ. 3 στην Δεύτερη Ένορκη Δήλωση Παπαθωμά, το οποίο αποτελεί το Αγγλικό Διάταγμα ημερομηνίας 28.03.2019 με βάση το οποίο το Αγγλικό Δικαστήριο διακήρυξε (declared) ότι το Αγγλικό Διάταγμα ημερομηνίας 30.07.2018 δεν υπόκειται σε οποιονδήποτε εδαφικό περιορισμό (unlimited in territorial scope). Ανεξάρτητα από τα πιο πάνω, δεν ήταν απαραίτητο να εξασφαλιστεί το πιο πάνω πιστοποιητικό εφόσον το εν λόγω διάταγμα ήταν διευκρινιστικής φύσης και δεν σκοπείται η εκτέλεση του εν λόγω διατάγματος με την παρούσα. (iii) Σύμφωνα με το εν λόγω Αγγλικό Διάταγμα ημερομηνίας 30.07.2018, το Αγγλικό δικαστήριο διακήρυξε (delared) ότι το Harbour Fund III, L.P. κρίνεται ότι: (α) δικαιωματικά και νόμιμα εξάσκησε τα δικαιώματα του για ανάληψη απόλυτου χειρισμού (sole conduct) όλων των διαπραγματεύσεων και διαδικασιών που σχετίζονται με την εκτέλεση της απόφασης ημερομηνίας 28.02.2018 και σε σχέση με οποιαδήποτε άλλη απόφαση εκδοθεί εναντίον των Εναγόμενων της Αγγλικής υπόθεσης με αρ. CL-2013-000683 και (β) δικαιωματικά και νόμιμα έχουν διοριστεί ως πληρεξούσιοι των Καθ' ων η αίτηση για να ενεργούν στο όνομα και εκ μέρους τους ή οποιονδήποτε από αυτούς σε σχέση με τέτοιες διαπραγματεύσεις και διαδικασίες. (στ) Σε ότι αφορά τον ισχυρισμό περί μη νομιμοποίησης των Καθ' ων η αίτηση να αξιώσουν και να επιτύχουν την αναγνώριση και εγγραφή των Αγγλικών Αποφάσεων, όπως αναφέρουν και οι ίδιες οι Αιτήτριες, οι Harbour Fund III, L.P., διορίστηκαν ως πληρεξούσιοι των Καθ' ων η αίτηση ενώ: i. Το Αγγλικό Διάταγμα ημερομηνίας 30.07.2018 αναφέρει ότι οι τελευταίοι διορίστηκαν για να ενεργούν στο όνομα και εκ μέρους των Καθ' ων η αίτηση (in the name and on behalf), και όχι στο όνομα των ιδίων. ii. οι Αγγλικές Αποφάσεις εκδόθηκαν υπέρ των Καθ' ων η αίτηση και όχι υπέρ των Harbour Fund III, L.P., iii. το Αγγλικό Δικαστήριο δεν μετέφερε τα δικαιώματα των Καθ' ων η αίτηση που απορρέουν από την απόφαση, απλά διόρισε τους Harbour Fund III, L.P. ως πληρεξουσίους των Καθ' ων η Αίτηση. Σχετικά ως προς τα πιο πάνω είναι όσα αναφέρονται στις παραγράφους 3 και 4 του Τεκμηρίου 4 στην Δεύτερη Ένορκη Δήλωση Παπαθωμά το οποίο αποτελεί επιστολή των Άγγλων Δικηγόρων των Καθ' ων η Αίτηση ημερ. 26.11.2020, αλλά και η σχετική γνωμάτευση των Άγγλων barristers που επίσης αποτελεί μέρος του Τεκμηρίου 4 (ως επισυνημμένο στην επιστολή ημερ. 26.11.2020) αναφορικά με το ότι οι Καθ' ων η αίτηση είναι οι ορθοί διάδικοί. Επομένως κρίνω ότι οι Καθ' ων η αίτηση είναι οι ορθοί διάδικοι να εγείρουν την παρούσα διαδικασία και καμία αντίθετη μαρτυρία επί τούτου δεν έχει προσκομιστεί. (ζ) Σε ότι αφορά τον ισχυρισμό ότι οι Αιτήτριες στην παρούσα θα έπρεπε να είναι διάδικα μέρη ή να τους δοθεί η ευκαιρία να ακουστούν στη διαδικασία που αφορά το Αγγλικό Διάταγμα ημερομηνίας 30.0./2018, η εν λόγω διαδικασία δεν αφορούσε τις Αιτήτριες και δεν επηρεάστηκαν με κανένα τρόπο τα δικαιώματα τους από την εν λόγω διαδικασία. Τουναντίον η εν λόγω διαδικασία αφορούσε τα δικαιώματα των Καθ' ων η αίτηση κάτι που είναι πρόδηλο από το περιεχόμενο του ίδιου του Διατάγματος. Σε κάθε περίπτωση, επαναλαμβάνω, ποτέ δεν προσπάθησαν να παρέμβουν στην εν λόγω διαδικασία οι Αιτήτριες ούτε προσέβαλαν με οποιοδήποτε τρόπο το Αγγλικό Διάταγμα ημερομηνίας 30.07.2018 στην Αγγλία είτε στη διαδικασία που αφορά το Αγγλικό Διάταγμα ημερομηνίας 30.07.2018 είτε στη διαδικασία βάσει της οποίας εκδόθηκαν οι Αγγλικές Αποφάσεις. Ως εκ τούτου κρίνω ότι κωλύονται εκ της συμπεριφοράς τους από του να αμφισβητήσουν το Αγγλικό Διάταγμα ημερομηνίας 30.07.2018 στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας. Σχετική είναι η παρ. 7 του Τεκμηρίου 4 στην Δεύτερη Ένορκη Δήλωση Παπαθωμά (το οποίο αποτελεί επιστολή των Άγγλων Δικηγόρων των Καθ' ων η Αίτηση ημερ. 26.11.2020) όπου τονίζονται τα εξής: «Further, the Applicants never: (
- a)applied to be joined as parties to the Harbour Proceedings; (
- b)filed an opposition to the application by which Harbour sought the July 2018 Order, or an appeal to that order; (
- c)appealed the July 2018 Order; or (
- d)applied in any proceeding to have the July 2018 Order set aside». ΚΑΤΑΛΗΞΗ: Ενόψει όλων των πιο πάνω καταλήγω ότι υπό κρίση Αίτηση Παραμερισμού δεν τυγχάνει θετικής αντίκρισης, κρίνεται αβάσιμη και δεν συνάδει με τα επίδικα γεγονότα, τους Κανονισμούς και νομολογία που έχει αναπτυχθεί για κάθε επί μέρους λόγο τον οποίο επικαλούνται οι Αιτήτριες για παραμερισμό του διατάγματος. Περαιτέρω κρίνω ότι η Αίτηση αποσκοπεί στην πρόκληση καθυστέρησης στην εκτέλεση των επίδικων αποφάσεων. Η Αίτηση απορρίπτεται με έξοδα σε βάρος των Αιτητριών και υπέρ των Καθ' ων η αίτηση όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ........... Χρ. Γ. Φιλίππου, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Το Άρθρο στο οποίο γίνεται αναφορά είναι το 45
(1)(α) του Κανονισμού (ΕΕ) 1215/2012 το οποίο είναι σχεδόν πανομοιότυπο με το Άρθρο 34.
- του Κανονισμού (ΕΚ) 44/
- [2] Το Άρθρο 2(α) του Κανονισμού αναφέρει ότι «ως «απόφαση» νοείται κάθε απόφαση που εκδίδεται από δικαστήριο του κράτους μέλους, όποια και αν είναι η ονομασία της, π.χ. διάταξη, εντολή, απόφαση ή διαταγή εκτελέσεως, καθώς και κάθε απόφαση για τον προσδιορισμό των δικαστικών εξόδων από το γραμματέα του δικαστηρίου.» cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο