NOBILIS EDITION (CYPRUS) LIMITED ν. Ιωαννίδης, Αριθμός Αγωγής: 789/2021, 7/1/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2022:A3 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Μ. Ναθαναήλ, Ε.Δ. Αριθμός Αγωγής: 789/2021 Μεταξύ: NOBILIS EDITION (CYPRUS) LIMITED Εναγόντες και XXXXX Ιωαννίδης Εναγομένος Ημερομηνία: 7.1.22 Εμφανίσεις: Για Αιτητές: κα. Ν. Αντωνιάδου για Α. Σωτηρίου & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για Καθ'ού η Αίτηση: κ. Κ. Πόλεως Αίτηση για Προσωρινό Διάταγμα Ημερομηνίας 23.6.2021 ΑΠΟΦΑΣΗ Η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή καταχωρήθηκε την 23.6.2021 με αξίωση εναντίον του εναγόμενου την έκδοση Διατάγματος αναγνωριστικού χαρακτήρα αναφορικά με την κατ΄ισχυρισμόν παράνομη επέμβαση του ιδίου και/ή των υπηρετών και/ή των υπαλλήλων του στα διαμερίσματα με αριθμούς XXXXX, XXXXX, XXXXX και XXXXX στην Οδό XXXXX 18, στο Μέγαρο XXXXX στην Λάρνακα, ως επίσης Διατάγματα για άρση της επέμβασης και παράδοση κατοχής αυτών. Παράλληλα επιζητούνται Διατάγματα που να επιτρέπουν την λήψη όλων των αναγκαίων εκ μέρους των εναγόντων διαβημάτων με σκοπό την ανάκτηση κατοχής των επίδικων διαμερισμάτων, ως επίσης και αποζημιώσεις αναφορικά με το κόστος αφαίρεσης και/ή αποκατάστασης των παράνομων προεκτάσεων που ανεγέρθηκαν από τον εναγόμενο και αποζημιώσεις για ενδιάμεσα οφέλη και/ή ενοίκια καθώς και γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για παράνομη επέμβαση, νόμιμο τόκο, έξοδα και Φ.Π.Α. Της καταχώρησης της αγωγής ακολούθησε την ίδια ημέρα η υποβολή αίτησης για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων ίδιου τύπου, με τα οποία να απαγορεύεται στον Καθ΄ου η αίτηση και/ή στους αντιπροσώπους και/ή υπαλλήλους του όπως επεμβαίνουν παράνομα στα προαναφερθέντα διαμερίσματα και όπως εισέρχονται και/ή προσεγγίζουν αυτά εντός της ακτίνας των 100 μέτρων, ζητώντας ταυτοχρόνως την έκδοση διαταγμάτων για παράδοση ελεύθερης κατοχής των, επιτρέποντας ταυτόχρονα στους αιτητές όπως λάβουν όλα τα δέοντα και απαραίτητα μέτρα για την ανάκτηση κατοχής των, εντός 48 ωρών από την επίδοση του Διατάγματος και/ή σε χρόνο που ήθελε ορίσει το Δικαστήριο. Ο συνήγορος των αιτητών, κ. Λαζάρου, ζήτησε κατά την εν λόγω ημερομηνία, χρόνο για επίδοση της αίτησης δηλώνοντας, εξ΄όσων ο ίδιος γνώριζε την απουσία του εναγόμενου στο εξωτερικό. Το εκδικάζον Δικαστήριο όρισε για επίδοση την αίτηση την 13.7.21, με σημείωμα εμφάνισης εκ μέρους του Καθ' ου η αίτηση να καταχωρείται την 15.9.21 και η ένσταση του την 21.10.21. Η Αίτηση: Η αίτηση εδράζεται στο άρθρο 32 του Πέρι Δικαστηρίων Νόμου, Ν. 14/60, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ. 48, Θ.Θ. 1, 2, 3, 4, 8, 9, 11, 12 και 13, στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 6 άρθρα 4, 5 και 7, στο άρθρο 43 του Κεφ. 148, στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, στις αρχές του Κοινοδικαίου, στην Νομολογία και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Υπόβαθρο των ισχυριζόμενων γεγονότων που στηρίζουν την αίτηση αποτελούν
(4)τέσσερις ένορκες δηλώσεις, το περιεχόμενο των οποίων το Δικαστήριο θα αποδώσει συνοπτικά. Πρώτη αυτή του κ. XXXXX Λαζάρου, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο των αιτητών, ο οποίος καταγράφει ότι είναι εξουσιοδοτημένος από τον Διευθυντή των εναγόντων όπως προβεί στην παρούσα, με τον τελευταίο να βρίσκεται στο εξωτερικό και να αδυνατεί ένεκα των περιοριστικών μέτρων λόγω της πανδημίας του κορωνοϊού όπως παρουσιαστεί ενώπιον Δικαστηρίου για σκοπούς υπογραφής της ένορκης δήλωσης. Οι ενάγοντες είναι οι εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες των διαμερισμάτων με αριθμούς XXXXX, XXXXX, XXXXX, XXXXX, XXXXX - XXXXX στο Μέγαρο XXXXX στην Οδό XXXXX 18, στη Λάρνακα - (Τίτλοι ιδιοκτησίας Τεκμήριο Α), τα οποία αγοράστηκαν στα πλαίσια επένδυσης του μοναδικού τους μετόχου κ. XXXXX XXXXX Hak προς απόκτηση Κυπριακής Υπηκοότητας, γεγονός που πραγματοποιήθηκε μέσω Επιστολής του Διευθυντή του Υπουργείου Εσωτερικών ημερ. 6.8.2020, Τεκμήριο Β. Σκοπός απόκτησης τους ήταν η ανακαίνιση και διάθεση τους στην αγορά. Ο XXXXX Νικολάου, Κτηματομεσίτης στην εταιρεία Mayfair Properties, διαμεσολάβησε για την αγορά τους από τον προηγούμενο ιδιοκτήτη τους, σφραγίζοντας όλα τα διαμερίσματα με κλειδαριές ασφαλείας με σκοπό την προστασία τους μέχρι την έναρξη των εργασιών ανακαίνισης, πλην του διαμερίσματος XXXXX το οποίο κατείχετο από τρίτα και δη, άγνωστα προς τους αιτητές, πρόσωπα. Επίσκεψη του κ. Hak στα διαμερίσματα φανέρωσε ότι στα διαμερίσματα με αριθμούς XXXXX και XXXXX είχαν σε άγνωστο, και χωρίς την άδεια των αιτητών, χρόνο, εγκατασταθεί αλλοδαποί, ενώ στην ίδια διαπίστωση κατέληξε και ο XXXXX Φρεμ, εργολάβος, κατά την επίσκεψη του σε αυτά. Πέραν των πιο πάνω διαμερισμάτων, ο κ. Φρεμ διαπίστωσε την παρουσία αλλοδαπών και στο διαμέρισμα XXXXX, ενώ στο διαμέρισμα με αριθμό XXXXX δεν υπήρχε καν, πρόσβαση. Κατόπιν έρευνας, οι ενάγοντες ανακάλυψαν ότι υπεύθυνος για την κρατούσα κατάσταση ήταν ο εναγόμενος ο οποίος παράνομα έλαβε κατοχή των διαμερισμάτων, παραχωρώντας έκτοτε παράνομα τη χρήση τους σε αλλοδαπούς παρουσιάζοντας ψευδώς τον εαυτό του ως ιδιοκτήτης. Οι αλλοδαποί κατείχαν ενοικιαστήρια συμβόλαια με αναγραφόμενο ως ιδιοκτήτη των διαμερισμάτων, τον εναγόμενο (Ενοικιαστήρια Έγγραφα Τεκμήριο Γ). Ο εναγόμενος δηλώνει ο ομνύοντας, ηλεκτροδοτεί και υδροδοτεί τα διαμερίσματα έχοντας προβεί σε παράνομες επεκτάσεις των παροχών νερού και ρεύματος από διπλανά διαμερίσματα, με τους ενάγοντες να έχουν καταγγείλει τις εν λόγω παρανομίες στα αρμόδια τμήματα, αρχές και στην Αστυνομία, για έλεγχο (Επιστολές ημερ. 24.2.2021 Τεκμήριο Δ, Αλληλογραφία με το ΤΑΕ Λάρνακας, Τεκμήριο Ε). Παρά τις προσπάθειες των δικηγόρων των εναγόντων να παροτρύνουν τον εναγόμενο να παραδώσει τα διαμερίσματα και να άρει τις παράνομες πράξεις, ο εναγόμενος μέχρι σήμερα αρνείται να επιστρέψει την κατοχή των διαμερισμάτων ισχυριζόμενος ότι χρησιμοποιεί τα διαμερίσματα ως προς τη διεκδίκηση χρέους που οφείλετο σε αυτόν από τους προηγούμενους ιδιοκτήτες, ήτοι την εταιρεία S.Sergiou Real Estates Ltd. Οι ενάγοντες μέσω των δικηγόρων τους επικοινώνησαν με τους προηγούμενους ιδιοκτήτες όπου και ενημερώθηκαν ότι ουδέποτε τα διαμερίσματα παραχωρήθηκαν στον εναγόμενο, ενώ η παράνομη κατακράτηση και επέμβαση του εναγόμενου σε αυτά, προκαλεί ανεπανόρθωτη ζημιά στους ενάγοντες κατά τον ομνύοντα, με τον πρώτο να μην είναι σε θέση να τους αποζημιώσει στο μέλλον, ενώ ορατός είναι και ο κίνδυνος όπως οι ενάγοντες βρεθούν εμπλεκόμενοι σε ποινικά αδικήματα που αφορούν διαμερίσματα ιδιοκτησίας τους. Τέλος, αποτελεί θέση του κ. Λαζάρου ότι οι ενάγοντες έχουν πολύ δυνατή υπόθεση, με την αγωγή τους να έχει σοβαρές πιθανότητες επιτυχίας, ενώ συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Δεύτερη ένορκη δήλωση που συνοδεύει το αίτημα αυτή του Ανδρέα Νικολάου, Κτηματομεσίτη στην εταιρεία Mayfair Properties, στην Λάρνακα. Το γραφείο ανέλαβε την αγοραπωλησία των διαμερισμάτων η οποία ξεκίνησε τον Οκτώβριο του 2018 και ολοκληρώθηκε περί τον Απρίλιο του 2019, με την μεταβίβαση των στους ενάγοντες. Με την ολοκλήρωση της αγοράς, ο ίδιος σφράγισε όλα τα διαμερίσματα με κλειδαριές ασφαλείας μέχρι την έναρξη των εργασιών ανακαίνισης πλην του διαμερίσματος XXXXX στο οποίο διαπίστωσε ότι διέμεναν αλλοδαποί. Κατά την 31.5.19 έλαβε κλήσεις από άγνωστους αριθμούς, καθώς και κλήση από τον κ. Ηλία, ιδιοκτήτη άλλου ακινήτου στο Μέγαρο XXXXX, ο οποίος τον ενημέρωσε ότι ο εναγόμενος ήταν στην οικοδομή διαμαρτυρόμενος για την τοποθέτηση κλειδαριών ασφαλείας στα διαμερίσματα, τα οποία ισχυρίζετο ότι ήταν ιδιοκτησίας του. Μετάβηκε άμεσα στην πολυκατοικία όπου συνάντησε τον εναγόμενο, ο οποίος διαμαρτυρήθηκε έντονα για την αλλαγή στις κλειδαριές. Ο ομνύοντας εξήγησε την εγκυρότητα της αγοραπωλησίας, δηλώνοντας του ότι η έρευνα του στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λάρνακας δεν έδειχνε τον ίδιο ως ιδιοκτήτη των διαμερισμάτων. Η συζήτηση έληξε άδοξα με τα μέρη να προβαίνουν σε εκατέρωθεν καταγγελίες στην Αστυνομία. Ο XXXXX Φρέμ από τη Λάρνακα, ορκίζεται επί της τρίτης ένορκης δήλωσης που συνοδεύει το αίτημα, δηλώνοντας εργολάβος στην υπηρεσία των εναγόντων από το τα μέσα του 2019, όταν κλήθηκε όπως αναλάβει την ανακαίνιση των προαναφερθέντων διαμερισμάτων. Εργοδοτήθηκε από τους ενάγοντες περί τα μέσα του 2019 για να αναλάβει τη δημιουργία σχεδίων και εργασιών ανακαίνισης των διαμερισμάτων XXXXX, XXXXX, XXXXX, XXXXX, XXXXX, XXXXX και XXXXX τα οποία βρίσκονται στο Μέγαρο XXXXX επί της οδού XXXXX 18 στη Λάρνακα τα οποία απέκτησαν οι ενάγοντες. Κατά την επίσκεψη του στο χώρο, περί τις αρχές του 2021, μετά από παράκληση του κ. Ηak διαπίστωσε την παραμονή αλλοδαπών επί των διαμερισμάτων XXXXX, XXXXX και XXXXX, οι οποίοι του παρουσίασαν τα ενοικιαστήρια έγγραφα, Τεκμήριο Γ, ανωτέρω. Στο διαμέρισμα XXXXX δεν είχε καν πρόσβαση και έτσι δεν μπόρεσε να αντιληφθεί αν οι προηγούμενοι αλλοδαποί που διέμεναν εντός αυτού, είχαν φύγει. Τέλος, η κα. XXXXX Σεργίου, Διευθύντρια της εταιρείας S. Sergiou Real Estates Limited δηλώνει στην τέταρτη ένορκη δήλωση που συνοδεύει το αίτημα τα ακόλουθα. Η εταιρεία S. Sergiou Real Estates Limited δυνάμει συμφωνίας πώλησης ημερ. 8.09.2018 πώλησε τα διαμερίσματα XXXXX, XXXXX, XXXXX, XXXXX, XXXXX και XXXXX τα οποία βρίσκονται στο Μέγαρο XXXXX επί της οδού XXXXX 18, στη Λάρνακα, στην εταιρεία Nobilis Edition (Cyprus) Limited. H αγοραπωλησία ολοκληρώθηκε τον Απρίλιο του 2019 με την μεταβίβαση των διαμερισμάτων στους αγοραστές. Τα διαμερίσματα ήταν κατά το χρόνο πώλησης τους, εγκαταλελειμμένα και συνεπώς σε κακή κατάσταση, χωρίς παροχή νερού ή ηλεκτρισμού, γεγονός το οποίο οι αγοραστές γνώριζαν. Ενημερώθηκε η κα. Σεργίου πρόσφατα, ότι στα διαμερίσματα βρίσκονται αλλοδαποί οι οποίοι παρουσίασαν ενοικιαστήρια συμβόλαια με αναφερόμενο ως ιδιοκτήτη τον εναγόμενο, ο οποίος, χρησιμοποιεί την χρήση των διαμερισμάτων ως προς τη διεκδίκηση χρέους που οφείλετο σε αυτόν από την εταιρεία της. Σημειώνει δε ότι, παρά το προηγούμενο χρέος της εταιρείας της προς τον εναγόμενο, ουδέποτε του παραχωρήθηκαν τα διαμερίσματα. Τα διαμερίσματα μέχρι τη μεταβίβαση τους στους αγοραστές ανήκαν στην εταιρεία της αποκλειστικά, χωρίς κανένα δικαίωμα επί αυτών να είχε ποτέ δοθεί στον εναγόμενο. Η Ένσταση: Στον αντίποδα, οι εναγόμενοι προβάλουν μέσω της ένστασης τους, δεκατέσσερεις
(14)λόγους για απόρριψη της παρούσας, οι οποίοι περιλαμβάνουν μεταξύ άλλων, την απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων από τους αιτητές, την έλλειψη αγώγιμου δικαιώματος εκ μέρους των εναγόντων, το παράτυπο της ένορκης δήλωσης, την μη πλήρωση των σχετικών υπό του Νόμου προϋποθέσεων για την έκδοση των Διαταγμάτων, το γεγονός ότι μπορεί να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε κατοπινό στάδιο, και ότι οι ενάγοντες δεν έχουν νόμιμη κατοχή των ακινήτων. Ο εναγόμενος στην ένορκη του δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, επαναλαμβάνει τους προβαλλόμενους λόγους, συμπληρώνοντας ότι τα πραγματικά γεγονότα, που πλαισιώνουν την παρούσα απαίτηση έχουν ως ακολούθως: Κατά ή περί την 15.1.2005 η εταιρεία Κ & L Leda Estates Ltd (εφεξής η «Leda Estates»), διευθυντής της οποίας είναι ο ίδιος, αγόρασε τα ακίνητα με αριθμούς 104, 604, 704 και 404, από την εταιρεία S.Sergiou Real Estates Ltd (εφεξής η «Sergiou Estates»). Κατά/ή περί την 15.1.2005, η εταιρεία του έλαβε κατοχή των διαμερισμάτων. Ένεκα της άρνησης της Sergiou Estates όπως μεταβιβάσει τα ακίνητα, καταχωρήθηκε η υπ΄ αριθμόν XXXXX/2007 αγωγή στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας, με ενάγουσα την Leda Estates και εναγόμενη την Sergiou Estates. Tην 18.2.2010 η αγωγή συμβιβάστηκε με τερματισμό της σύμβασης αγοράς των επίδικων διαμερισμάτων. Περαιτέρω δε στην ίδια την απόφαση καθίστατο Κανόνας Δικαστηρίου πως: «Ι. Η Ενάγουσα θα παραδώσει τα επίδικα διαμερίσματα στην Εναγόμενη εντός 2 μηνών από 18/2/10 ΙΙ. Ταυτόχρονα με την παράδοση των διαμερισμάτων η Εναγόμενη θα καταβάλει στην Ενάγουσα το ποσό των €13,668 IIΙ. Με την απόφαση αυτή διευθετούνται όλες οι διαφορές των διαδίκων». Αποτελεί θέση του ότι η εταιρεία του ουδέποτε παρέδωσε τα επίδικα διαμερίσματα καθότι η Sergiou Estates αρνείτο να του επιστρέψει τα χρήματα. Στην προσπάθεια του δε για εξασφάλιση των σχετικών αντιγράφων της Δικαστικής Απόφασης και Διαταγμάτων στην αγωγή XXXXX/2007, ενημερώθηκε από τον Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας ότι αυτός είχε καταστραφεί. Πέραν των πιο πάνω θέσεων, ο ομνύοντας απορρίπτει γενικότερα όλους τους προβαλλόμενους από τους ομνύοντες στην αίτηση, ισχυρισμούς, συμπληρώνοντας ότι η κα. Σεργίου αποκρύπτει τόσο τις οφειλές της εταιρείας Sergiou Estates προς την Leda Estates, καθώς και το γεγονός ότι τα επίδικα διαμερίσματα είναι όντως στην κατοχή του μέχρι την επιστροφή στον ίδιο, των ποσών που είχαν αρχικώς δοθεί για την αγορά τους. Προς επίρρωση των ισχυρισμών του παρουσιάζει ως Τεκμήριο 1 την εκ μέρους της εταιρείας του καταχωρηθείσα νέα αγωγή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας με αριθμό 193/18 με ενάγουσα την Leda Estates και εναγόμενη την Sergiou Estates για τα πιο πάνω επίδικα θέματα. Η αγωγή συμπληρώνει, δεν έχει προωθηθεί αφού η καταγεγραμμένη στον Έφορο Εταιρειών διεύθυνση της τελευταίας δεν ανταποκρίνεται στα καταγεγραμμένα στην σελίδα του Εφόρου Εταιρειών, στοιχεία. Όπως λαμβάνει νομική συμβουλή, το Διάταγμα ζητήθηκε άνευ αποχρώντος λόγου, χωρίς να υπάρχει οποιοδήποτε κατεπείγουσα περίσταση και χωρίς να υπάρχει ούτε σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, ούτε πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής. Τέλος, αποτελεί θέση του ότι ακόμη και αν ακόμα ήθελε φανεί ότι παράνομα επεμβαίνει στα ακίνητα αυτό,: «δεν σημαίνει ότι η κατάσταση πραγμάτων θα αλλάξει. Δια της παρούσας εγώ από το 2005 έχω κατοχή των εν λόγω διαμερισμάτων μέχρι να μου επιστραφούν τα χρήματα για την αγορά τους που ουδέποτε έγινε. Δια της παρούσας σκοπείτε η αλλαγή της κατάστασης ήτοι του Status Quo και όχι η διατήρηση της διαφοράς μέχρι και την εκδίκαση της αγωγής». Δυνάμει των πιο πάνω, καλεί το Δικαστήριο όπως απορρίψει την αίτηση με έξοδα υπέρ του και εναντίον των αιτητών. Υπαγωγή Νομικών Αρχών στα Υπό Κρίση Γεγονότα Έχοντας αναφέρει τα πιο πάνω, η γενική εξουσία του Δικαστηρίου για έκδοση συντηρητικών διαταγμάτων πηγάζει από το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60, όπως αυτό έχει τροποποιηθεί. Το Δικαστήριο διατηρεί ευρεία διακριτική ευχέρεια στην έκδοση τέτοιων διαταγμάτων σε περίπτωση που ικανοποιηθεί ότι: (α) υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, (β) ότι ο αιτών έχει ορατή πιθανότητα να δικαιούται σε θεραπεία και (γ) ότι σε περίπτωση που δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να αποδοθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Σε περίπτωση ικανοποίησης των τριών προϋποθέσεων, τίθεται προς εξέταση και το ισοζύγιο της ευχέρειας. Οι προϋποθέσεις που αποτυπώνονται στο εν λόγω άρθρο, η σωρευτική ύπαρξη των οποίων αποτελεί προαπαιτούμενο για την έκδοση των διαταγμάτων, έχoυν ερμηνευθεί και επεξηγηθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Παραπέμπω ενδεικτικά στις Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Another
(1982)1 C.L.R. 557, Ανδρέας Σάββα Κυτάλα v. Άννα Χρυσάνθου
(1996)1 Α.Α.Δ. 253, Parico Aluminium Designs Ltd. v. Muskita Aluminium Co Ltd κ.α.
(2002)1Γ Α.Α.Δ. 2015 και Εκδόσεις «Αρκτίνος» Λτδ κ.α ν Λοιζίδου (Π.Ε. Ε7/18 ημερ. 21/3/19). Εξετάζοντας τις προϋποθέσεις του εν λόγω άρθρου και ασκώντας την διακριτική του ευχέρεια, το Δικαστήριο δεν αποφασίζει επί της ουσιαστικής απαίτησης του αιτητή, ενώ επιμελώς θα πρέπει να αποφεύγει όπως προβεί σε ευρήματα ή συμπεράσματα επί της ουσίας της διαφοράς. Στο παρόν στάδιο το Δικαστήριο περιορίζεται στην εξέταση του κατά πόσον πληρούνται οι υπό τον Νόμο προϋποθέσεις, με τους αίτητές να διατηρούν εξ' ολοκλήρου το βάρος απόδειξης της πλήρωσης αυτών εάν επιθυμούν την έκδοση των διαταγμάτων. (βλ. Δημοκρατία της Σλοβενίας ν Beograbska Banka
(1999)1 (A) A.A.Δ. 235, Άκης Γρηγορίου κ.α. v Xριστίνας Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248), T.A. Micrologic Consultants Ltd v Microsoft Corporation
(2002)1Γ Α.Α.Δ. 1802). H πρώτη προϋπόθεση ικανοποιείται, εφόσον αποκαλύπτεται από τον αιτητή, συζητήσιμη υπόθεση με βάση την καταχωρηθείσα δικογραφία. Είναι η κρίση του Δικαστηρίου ότι αυτή πληρούται, έχοντας υπόψη το περιεχόμενο της Έκθεσης Απαίτησης. Προκύπτει ότι το αγώγιμο δικαίωμα των εναγόντων/αιτητών εδράζεται επί του αστικού αδικήματος της παράνομης επέμβασης, η οποία έλαβε χώρα χωρίς την άδεια τους ένεκα της οποίας υπέστηκαν, ως ισχυρίζονται, ζημιά. Οφείλεται εδώ να σημειωθεί η παραδοχή ουσιαστικά του εναγόμενου τόσο στην ένορκη του μαρτυρία, αλλά και στην γραπτή του αγόρευση, ότι κατέχει τα επίδικα διαμερίσματα μέχρι και σήμερα. Η απαίτηση των εναγόντων εδράζεται συνεπώς επί νομικά αναγνωρισμένου δικαιώματος δυνάμει του Άρθρου 43 του Κεφ. 148, των Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου. Όσον αφορά την δεύτερη προϋπόθεση, θα πρέπει να γίνει μια εκ πρώτης όψεως εξέταση της προσκομισθείσας μαρτυρίας, χωρίς βεβαίως να κρίνεται η αξιοπιστία της ή το βάσιμο των εν λόγω ισχυρισμών. Ως έχει νομολογηθεί, η δεύτερη προϋπόθεση χαρακτηρίζεται ως «πρωταρχικό κριτήριο» και το Δικαστήριο προχωρά στην εξέταση του μόνο όπου έχει ικανοποιηθεί ότι συντρέχει το πρώτο κριτήριο του εν λόγω άρθρου. Η ερμηνεία του εν λόγω κριτηρίου καθορίζεται από την Νομολογία ως «η αποδεικτική ισχύς της υπόθεσης του ενάγοντα». (βλ Π.Ε Ε7/2018 ημερ. 21.3.2019, ante). Υπενθυμίζεται εδώ ότι το επίπεδο του αποδεικτικού εμποδίου που καλείται να ξεπεράσει ο αιτητής είναι αυτό της τεκμηρίωσης μιας πιθανότητας επιτυχίας, κάτι δηλαδή περισσότερο από μια απλή δυνατότητα, αλλά και συνάμα πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων, που είναι το επίπεδο απόδειξης σε πολιτική αγωγή. Οι αναφερόμενοι ισχυρισμοί στις ένορκες δηλώσεις των μερών ως προς το ιδιοκτησιακό καθεστώς, αλλά και την κατοχή των διαμερισμάτων είναι αντικρουόμενοι και τελούν υπό αμφισβήτηση. Αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι και η δεύτερη προϋπόθεση πληρούται με τους ενάγοντες να έχουν καταλλήλως τεκμηριώσει μια πιθανότητα επιτυχίας επί της ουσίας της αγωγής. Η παραμονή τρίτων, άγνωστων προσώπων στους αιτητές, στα επίδικα διαμερίσματα δυνάμει κατ' ισχυρισμόν ενοικιαστηρίων εγγράφων, ως αυτά υπεγράφησαν μεταξύ του εναγόμενου και τρίτων προσώπων, και η έλλειψη ύπαρξης συμβατικής σχέσης του εναγόμενου με τους ενάγοντες και η παραδοχή ουσιαστικά εκ μέρους του τελευταίου ότι τα εκμεταλλεύεται, ενοικιάζοντας τα, χωρίς την συναίνεση ή συγκατάθεση των αιτητών, οι οποίοι δυνάμει του Τεκμηρίου Α, είναι οι νόμιμοι ιδιοκτήτες του, αποκαλύπτουν την πιθανότητα ότι αυτοί δικαιούνται σε θεραπεία αφού η αξίωση τους, μεταξύ άλλων, βασίζεται ακριβώς στην άρση αυτής της κατ΄ ισχυρισμόν, παρανομίας. Σημειώνεται για σκοπούς πληρότητας ότι το γεγονός ότι υπάρχει νόμιμος ιδιοκτήτης ακινήτου ενώπιον του Δικαστηρίου (βλ. Τεκμήριο Α στην Ε/Δ Λαζάρου), οι οποίοι από την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία στερούνται, κατ΄ισχυρισμόν, τους καρπούς της ιδιοκτησίας τους, είτε αυτοί είναι για χρήση ή απόλαυση ή κατοχή ή ενοικίαση, είναι αρκετό για να τεκμηριώσει την πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής στον απαιτούμενο από τη νομολογία βαθμό. Σημειώνεται επιπρόσθετα ότι η θέση του εναγόμενου ότι ο ίδιος έχει, δυνάμει του Κανόνα Δικαστηρίου στην Αγωγή υπ΄αριθμό XXXXX/07, το δικαίωμα διατήρησης κατοχής και υπενοικίασης των διαμερισμάτων, πόρρω απέχει από το να αποτελεί βάσιμο λόγο για απόρριψη της υπό κρίση αίτησης. Ούτε και το λεκτικό του Κανόνα Δικαστηρίου υποστηρίζει αυτή την αξίωση στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας. Δεν διαλάθει της προσοχής του Δικαστηρίου το ανεπίτρεπτο της εξέτασης της ουσίας του εν λόγω ισχυρισμού στα πλαίσια της ενδιάμεσης αυτής διαδικασίας, ενώ λανθασμένη προσέγγιση θα ήταν επίσης όπως το Δικαστήριο προβεί σε ευρήματα περί υλοποίησης ή μη του Κανόνα Δικαστηρίου στον βαθμό που αυτός αφορά και επηρεάζει τα δικαιώματα και υποχρεώσεις των διαδίκων στα πλαίσια της υπό εξέταση, αίτησης. Των ως άνω λεχθέντων όμως, σημειώνεται για σκοπούς πληρότητας, το ανυποστήρικτο στο παρόν στάδιο, του γενικώς προβαλλόμενου ισχυρισμού από πλευράς εναγόμενου. Και αυτό για τους ακόλουθους λόγους. Πρώτον, είναι εμφανές μέσω ανάγνωσης της Δικαστικής Απόφασης στην Αγωγή XXXXX/07, ως αυτή κατατέθηκε εκ συμφώνου από τους συνηγόρους, ότι, « η αγωγή συμβιβάστηκε με τερματισμό της σύμβασης αγοράς των επίδικων διαμερισμάτων». Συνεπώς από την 18.2.2010, ημέρα έκδοσης της Απόφασης στην προαναφερθείσα αγωγή ο εναγόμενος δεν είχε πλέον έγκυρη σύμβαση αγοράς των επίδικων διαμερισμάτων στα χέρια του. Προς διεκδίκηση των συμφερόντων του δυνάμει του Κανόνα Δικαστηρίου λέει, κίνησε την αγωγή υπ΄αριθμό 193/2018 (Τεκμήριο1). Όμως, οι όποιες θέσεις του εναγόμενου περί κυριότητας των επίδικων διαμερισμάτων, δεν μπορούν να διαφανούν ούτε από μελέτη της Έκθεσης Απαίτησης στην αγωγή 193/18 αφού εκεί, το μόνο που δικογραφείται είναι ότι οι εναγόμενοι (Sergiou Estates), ήταν ιδιοκτήτες ακίνητης περιουσίας στην Λάρνακα, με τα μέρη να εισέρχονται σε συμφωνία για αγορά διαμερισμάτων την 15.1.2005. Κανένας προσδιορισμός και καμία εξειδίκευση ως προς το ποια διαμερίσματα, ήσαν αυτά που αγοράστηκαν από την εταιρεία συμφερόντων του εναγόμενου ή κατά πόσον αυτά ήταν τα επίδικα στην παρούσα διαδικασία. Τα πιο πάνω καταγράφονται για σκοπούς αναδίπλωσης του σκεπτικού του Δικαστηρίου, περί του αστήρικτου στο παρόν στάδιο των ισχυρισμών του εναγόμενου, με το Δικαστήριο να αδυνατεί όπως εξακριβώσει ή προσδώσει την όποια βαρύτητα στους ισχυρισμούς του, και να τους συνδέσει με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Υπενθυμίζεται δε ότι οι όποιες θέσεις του εναγόμενου, παραμένουν θέσεις που θα εξεταστούν τελικώς κατά την κύρια δίκη της υπόθεσης. Σε αντίθεση με τους πιο πάνω γενικούς ισχυρισμούς, εκείνο που μέχρι στιγμής παραμένει αναντίλεκτο είναι το γεγονός ότι η εταιρεία Sergiou Estates πώλησε δυνάμει συμφωνίας πώλησης τα επίδικα διαμερίσματα στους ενάγοντες. H παράνομη επέμβαση δυνάμει του Άρθρου 43 του Κεφ. 48, ορίζεται ως η παράvoμη παρέμβαση σε ακίνητη ιδιοκτησία η οποία συνίσταται σε παράνομη είσοδο ή παράνομη πρόκληση ζημιάς ή παράνομη επέμβαση στην ιδιοκτησία αυτής από οπουδήποτε πρόσωπο. Οι αιτητές ως νόμιμοι πλέον ιδιοκτήτες του ακινήτου έχουν prima facie αγώγιμο δικαίωμα για έγερση και προώθηση της παρούσας αγωγής λόγω παράνομης παρέμβασης και/ή επέμβασης στην ιδιοκτησία τους. Επιπλέον, οι ενάγοντες ζητούν αποζημιώσεις όχι μόνο επί της επέμβασης στην ιδιοκτησία τους, αλλά και επί των κατ΄ισχυρισμόν ζημίων που προκάλεσε ο εναγόμενος από την παράνομη εγκατάσταση προεκτάσεων σε αυτήν. Η απόδειξη ιδιοκτησίας τους (ΤεκμήριοΑ), αποτελεί, για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας, απόδειξη κατοχής της ακίνητης ιδιοκτησίας. Στην απόφαση Κυρίσαββα κ.α ν Χάρη Γεώργιου Κύζη ως Διαχειριστή της περιουσίας της Αποβιωσάσης Μαριτσούς Κωστή Κίζη
(2001)1Α.Α.Δ.1245, η οποία αφορούσε σε έκδοση Διαταγμάτων επί παρόμοιας φύσεως γεγονότα, το Εφετείο ανέφερε: «O πρώτος λόγος έφεσης είναι ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα αποφάσισε ότι συνέτρεχαν οι δύο πρώτες προϋποθέσεις για την άσκηση της εξουσίας του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, ήτοι (α) ότι υπήρχε σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση και (β) ότι υπήρχε ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας της αγωγής, για το λόγο ότι ο εφεσίβλητος, ο οποίος υπέβαλε την αίτηση του μέσα στα πλαίσια της αγωγής 6010/99, Ε.Δ. Λάρνακας για παράνομη επέμβαση, δεν ενομιμοποιείτο στην έγερση τέτοιας αγωγής καθότι ούτε ιδιοκτήτης του κτήματος αλλά ούτε και κάτοχος του υπήρξε ποτέ, το δε δικαίωμα του για εγγραφή τελούσε υπό την αίρεση της επιτυχίας της εκκρεμούσης αγωγής 1982/89, Ε.Δ. Λάρνακας. Ο λόγος αυτός δεν ευσταθεί. Το άρθρο 43
(1)του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, συναρτά το αδίκημα της παράνομης επέμβασης με την παράνομη είσοδο ή πρόκληση ζημιάς "εις ακίνητον ιδιοκτησίαν", "ιδιοκτήτης" δε, σύμφωνα με το άρθρο 2 του περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου, Κεφ. 224, περιλαμβάνει, εκτός από τον εγγεγραμμένο ιδιοκτήτη, και πρόσωπο που έχει δικαίωμα σε τέτοια εγγραφή, είτε είναι εγγεγραμμένο είτε όχι. Πρόσωπο που έχει δικαίωμα σε εγγραφή είναι και εκείνο που διεκδικεί τέτοιο δικαίωμα δυνάμει χρησικτησίας (βλέπε Μιχαηλίδης ν. Τταπούρα
(1980)1 Α.Α.Δ. 610)» Αντίστοιχα, ο Δικαστικός Λόγος στην Γλυκής Κώστας ν Ιεράς Μονής Μαχαιρά
(1999)1 Α.Α.Δ.654, αποτυπώθηκε ως ακολούθως επί του ζητήματος: «Η απόδειξη ιδιοκτησίας συνιστά εκ πρώτης όψεως απόδειξη κατοχής, εκτός αν προκύπτει από την μαρτυρία ότι την κατοχή έχει άλλος. Στην προκείμενη περίπτωση η Μονή διεκδίκησε το χώρο. Και η ιδιοκτησία της αποδείχθηκε. Η έλλειψη αξιόπιστης μαρτυρίας από πλευράς εφεσείοντος για δική του νόμιμη κατοχή σημαίνει ότι κατοχή είχε η Μονή. Συνεπώς θεμελιωνόταν το αγώγιμο δικαίωμα για παράνομη επέμβαση». Εύστοχα παρέπεμψε η κα. Αντωνιάδου στην απόφαση Γεωργίου Ανδρέας, άλλως Μούσουλου ν Κυριακούς Γεωργίου Ανδρέα
(1998)1 Α.Α.Δ. 2311, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Υπέβαλε επίσης ο συνήγορος πως η εφεσίβλητη δεν ενομιμοποιείτο να εγείρει την αγωγή, ως ιδιοκτήτρια του κτήματος, εφόσον τούτο ενοικιαζόταν σε τρίτο πρόσωπο. Κατά το συνήγορο μόνο ο κάτοχος του κτήματος θα μπορούσε να κινήσει την αγωγή, για τέτοια παράνομη επέμβαση, η οποία δεν ήταν μόνιμης φύσης. ..Η θέση αυτή είναι εσφαλμένη. Η επέμβαση είχε μόνιμο χαρακτήρα και νομιμοποιεί τον ιδιοκτήτη να εγείρει αγωγή για την άρση της και για αποζημιώσεις». Με δεδομένη την νομολογία αναφορικά με το αστικό αδίκημα της παράνομης επέμβασης, αλλά και της ερμηνείας του Άρθρων του Νόμου, Κεφ. 48 και 224 αντίστοιχα καταλήγω ότι οι αιτητές πέτυχαν να δείξουν στο στάδιο αυτό ότι έχουν ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Η τρίτη προϋπόθεση που θέτει το άρθρο, δηλαδή κατά πόσο θα είναι δύσκολο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα, εξαρτάται από τα συγκεκριμένα περιστατικά κάθε υπόθεσης. Πρέπει να αποδειχθεί ότι ο αιτητής δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί σε χρήμα καθότι θα είναι αδύνατος ο υπολογισμός τυχόν αποζημιώσεων που θα δικαιούται. Άλλη περίπτωση είναι εκείνη στην οποία αν και μπορεί να υπολογιστεί ή αποτιμηθεί η ζημιά του αιτητή σε χρήμα, εντούτοις δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί λόγω της οικονομικής αδυναμίας του εναγομένου. (βλ. Poltava Petroleum Company v. Mexana Oil Limited και άλλοι
(2001)1 (Β) Α.Α.Δ. 1301). Επίσης, ακόμη και εκεί που η ζημιά θα μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα, ο αιτητής δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί πλήρως με την καταβολή χρηματικού ποσού (βλ Μ & Ch. Mitsingas Trading Ltd κ.α. v. The Timberland Co
(1997)1 A.A.Δ. 1791). Περαιτέρω, στην Κυρίσαββα (ante) λέχθηκαν τα ακόλουθα επί του προκειμένου: «Όμως, η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο περιλαμβάνει και άλλα, μεταβλητά κριτήρια, εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά. Ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη (βλ. Παπαστράτης ν Πιερίδης
(1979)1 Α.Α.Δ. 231)». Αποτελεί νομολογιακή αρχή ότι οι ενάγοντες έχουν το βάρος απόδειξης ότι θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά σε περίπτωση που δεν εκδοθούν τα υπό κρίση διατάγματα. Τονίζεται στο παρόν στάδιο η παραδοχή του εναγόμενου ως αυτή καταγράφεται στις παραγράφους 15 και 17 της ένορκης του δήλωσης ότι ο ίδιος συνεχίζει και κατέχει τα εν λόγω διαμερίσματα από το 2005, χωρίς καμία πρόθεση παράδοσης τους μέχρι να του καταβληθούν τα κατ΄ισχυρισμόν χρωστούμενα από την εταιρεία Sergiou Estates, δηλώνοντας μάλιστα ότι: «.ακόμη και αν ήθελε φανεί ότι ο ισχυρισμός είναι αληθινός, ότι δηλαδή παράνομα επεμβαίνω στα εν λόγω ακίνητα που αναφέρονται στην αίτηση δεν σημαίνει ότι η κατάσταση πραγμάτων θα αλλάξει». Αυτή την παρέμβαση είναι που καταγγέλλουν οι αιτητές ως προκαλώντας σε αυτούς ανεπανόρθωτη ζημιά, επηρεάζοντας άμεσα τα συνταγματικά τους δικαιώματα και συμφέροντα. Το παρόν ζήτημα οφείλει να αποφασιστεί τόσο με βάση το κατά πόσο θα είναι αδύνατο στο μέλλον να απονεμηθεί δικαιοσύνη, ήτοι αν ο εναγόμενος θα είναι σε θέση να καταβάλει οποιεσδήποτε τυχόν αποζημιώσεις επιδικαστούν εναντίον του, αλλά και κατά πόσο, και σε ποιο βαθμό θα είναι δύσκολο να απονεμηθεί δικαιοσύνη ενόψει της πιθανής παραβίασης ουσιωδών δικαιωμάτων των εναγόντων όσο υφίσταται η παρούσα εκκρεμοδικία. Αναφορικά με το ζήτημα των αποζημιώσεων δεν έχει τεθεί οτιδήποτε χειροπιαστό από τον εναγόμενο, με τον ίδιο να περιορίζεται στην γενική αναφορά ότι «πλήρης δικαιοσύνη μπορεί να παρασχεθεί και σε μεταγενέστερο στάδιο με την πληρωμή αποζημιώσεων σε περίπτωση που επιτύχει η αγωγή». Η γενική και αόριστη παράθεση του πιο πάνω ισχυρισμού, πόρρω απέχει από το να παρέχει τα εχέγγυα και/ή να λειτουργήσει ως ασφαλιστική δικλίδα προς διασκέδαση των αμφιβολιών που προκύπτουν ως προς την φερεγγυότητα του εναγόμενου. Εκείνο που θα πρέπει να εξεταστεί είναι κατά πόσο οι ενάγοντες σε περίπτωση απόρριψης της παρούσας αιτήσεως, αλλά επιτυχίας επί της αγωγής τους, θα μπορούν να αποζημιωθούν επαρκώς για την τυχόν ζημιά που υπέστησαν κατά τον διαρρεύσαντα χρόνο. Αν και η όποια ζημιά των εναγόντων μπορεί να επιδέχεται θεραπείας σε χρήμα, ο ακριβής υπολογισμός της δεν είναι εφικτός βάση χρηματικής αποζημίωσης δεδομένης και της φύσης του αστικού αδικήματος της παράνομης επέμβασης ( βλ, Καρυδας Ταξί Co Ltd v Ανδρέας Κωμοδίκης
(1975)1 Α.Α.Δ.321, και Κυρίσαββας, ανωτέρω). Καθηκόντως, το Δικαστήριο οφείλει να εξετάσει και την ενδεχόμενη ζημιά του εναγόμενου σε περίπτωση έκδοσης των διαταγμάτων. Καταλήγω ότι σε περίπτωση αδικαιολόγητης τελικά έκδοσης των εν λόγω διαταγμάτων η ζημιά που τυχόν ήθελε υποστεί ο εναγόμενος είναι επανορθώσιμη με την σχετική καταβολή αποζημιώσεων από τους αιτητές. Συνεπώς καταλήγω ότι και η τρίτη προϋπόθεση πληρείται. Νοείται ότι πλήρωση των εν λόγω προϋποθέσεων δεν σημαίνει ότι αυτομάτως ο αιτών διάδικος δικαιούται στην υπέρ του έκδοση διατάγματος. Το ζήτημα παραμένει πάντοτε στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου το οποίο θα πρέπει να σταθμίσει όλους τους παράγοντες που βρίσκονται ενώπιον του και να εξετάσει το ισοζύγιο της ευχέρειας μεταξύ των διαδίκων. Σχετική είναι η Parico Aluminium Designs Ltd. v. Muskita Aluminium Co Ltd κ.α.
(2002)1Γ Α.Α.Δ. 2015. Οι παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρεια δεν είναι εξαντλητικοί. Το Δικαστήριο πρέπει να κρίνει το ίδιο που κλίνει το ισοζύγιο της ευχέρειας δηλαδή υπέρ της μιας ή της άλλης πλευράς, με γνώμονα μεταξύ άλλων ποιος διάδικος θα υποστεί την μεγαλύτερη ταλαιπωρία από την έκδοση ή μη του Διατάγματος (βλ. American Cyanamid Co v Ethicon Ltd
(1975)1 All ER 504). Με δεδομένο ότι οι ενάγοντες, ως ανωτέρω εξέτασα, σε περίπτωση που ευσταθούν οι ισχυρισμοί τους θα υποστούν ζημιά μη δυνάμενη να αποδοθεί σε χρήμα, ενόψει της φύσης των δικαιωμάτων τους σε αντίθεση με την ανυπαρξία ισχυρισμών για ουσιαστική ζημιά του εναγόμενου από την εγκατάλειψη των διαμερισμάτων στα οποία δεν διαμένει ο ίδιος, αλλά τρίτα άγνωστα στους ενάγοντες, πρόσωπα, κρίνω ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας στην προκειμένη περίπτωση κλίνει υπέρ των εναγόντων. Προστίθεται ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ των αιτητών και διότι δεν μπορεί να επιβραβεύεται από το Δικαστήριο η οποιαδήποτε παράνομη επεμβαση επι του ακινήτου, η οποία, στο στάδιο αυτό πάντοτε, φαίνεται να υφίσταται. Οφείλω εδώ να επισημάνω και τα ακόλουθα για σκόπους πληρότητας της παρούσας απόφασης. Εγείρεται από πλευράς ένστασης ζήτημα ταυτοσημίας των αιτημάτων με τις τελικές θεραπείες και δυνατότητα αποζημίωσης σε μελλοντικό στάδιο. Σχετική είναι η απόφαση στην Avila Management Services Ltd κ.α v RANTISEK STEPANEK (20120 1 Α.Α.Δ. 1403, όπου λέχθηκε ότι: «Τέθηκε επίσης ζήτημα ότι δεν ήταν ορθή η χορήγηση των αιτούμενων διαταγμάτων εφόσον μ' αυτά ουσιαστικά αποφασιζόταν και η ίδια η αγωγή. Δεν χορηγείται με άλλα λόγια η ουσιαστική θεραπεία από το ενδιάμεσο στάδιο με αίτηση για προσωρινό μέτρο (Michael v. Brevinos
(1969)1 C.L.R. 578). Το ανεπιθύμητο όμως δεν εξισούται με απαγόρευση. Δεν υπάρχει άκαμπτος κανόνας αποκλεισμού της θεραπείας ενδιαμέσως, αν αυτή ορθά και δικαίως ζητείται, επειδή και η αγωγή ουσιαστικά επιδιώκει το ίδιο πράγμα. Κατ' αρχάς η ενδιάμεση θεραπεία παραμένει ενδιάμεση, αναθεωρήσιμη ανά πάσα στιγμή θεωρηθεί ότι οι περιστάσεις έχουν διαφοροποιηθεί προς τροποποίηση ή ακόμη και ακύρωση του εκδοθέντος διατάγματος. Πρόσθετα, ενώ το εκδοθέν διάταγμα παραχωρείται ως λύση επείγουσας και παρεμπίπτουσας μορφής, οι ίδιες οι θεραπείες που ζητούνται με το κλητήριο, εάν επιτύχουν, χορηγούνται τελεσίδικα και στο διηνεκές, (δέστε και Zena Company Ltd v. Demenian Catering Ltd - ανωτέρω-)Εξαρτάται από την κρίση του Δικαστηρίου, αναλόγως των περιστάσεων (Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co. Ltd
(2002)1 Α.Α.Δ. 2015)». Αναφορά επίσης πρέπει να γίνει και στην θέση του εναγόμενου μέσα από την ένσταση του, περί του ότι οι αιτητές απέκρυψαν ουσιώδη γεγονότα κατά παράβαση της σχετικής νομολογίας. Κανένας τέτοιος ισχυρισμός όμως δεν τέθηκε με σαφήνεια ή πειστικότητα ενώπιον του Δικαστηρίου. Αντίθετα, μελέτη των ενόρκων δηλώσεων των αιτητών, και αντιπαραβολή των εκεί προβαλλόμενων θέσεων με αυτήν του εναγόμενου, αποκαλύπτει σύγκλιση επί του σημαντικότερου σημείου, ήτοι την κατοχή των διαμερισμάτων από τον εναγόμενο. Δεν βρίσκω συνεπώς ότι στην παρούσα υπάρχουν δεδομένα τα οποία να μπορούν να οδηγούσαν σε απόρριψη της αίτησης λόγω παράβασης του κανόνα ότι ένας αιτητής οφείλει να προσέλθει στο Δικαστήριο με ύψιστη καλή πίστη και καθαρά χέρια, (βλ. Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1985)1 Α.Α.Δ. 248, Χαραλάμπους ν. Petros Michael Exclusif Ltd
(2004)1 Α.Α.Δ. 1953 και Ιερά Μητρόπολη Πάφου ν. Aristo Developers Ltd
(2011)1 Α.Α.Δ. 1377). Συνυπολογίζοντας όλα τα πιο πάνω και για τους λόγους που έχουν αναφερθεί, καταλήγω ότι είναι ορθό και δίκαιο όπως εκδοθούν τα αιτούμενα Διατάγματα. Εκδίδονται Διατάγματα ως το (Α) (Β) και (Γ) της αίτησης. Δυνάμει των προνοιών του Άρθρου 32
(2)του Νόμου 14/60, ο χρόνος υπό τα εκδοθέντα (Β) και (Γ) Διατάγματα καθορίζεται σε τριάντα
(30)μέρες από την επίδοση του Διατάγματος, αντί 48 ώρες. Το αιτητικό (Δ) ήτοι όπως να απαγορεύεται στον εναγόμενο ή τους υπαλλήλους ή αντιπροσώπους του από το να εισέρχονται ή να προσεγγίζουν τα επίδικα διαμερίσματα σε ακτίνα 100 μέτρων μέχρι την εκδίκαση της αγωγής δεν μπορεί να επιτύχει καθότι τυχόν έγκριση του αιτήματος θα αποτελεί ουσιαστικά, τροχοπέδη στην συμμόρφωση του εναγόμενου και/ή των υπαλλήλων και/ή αντιπροσώπων αυτών με τα εκδοθέντα Διατάγματα (Α) έως (Γ), ανωτέρω. Αναφορικά με τα έξοδα της αίτησης, κρίνω ορθό, με δεδομένη την επιτυχία της αίτησης επί της ουσίας της, όπως αυτά επιδικασθούν υπέρ των αιτητών και εναντίον του Καθ'ου η αίτηση, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)............. Μ. Ναθαναήλ, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο