Χριστοφόρου ν. Χριστοδούλου ως Διαχειρίστρια της περιουσίας του αποβιώσαντα Φ. Κυπρή, Αρ. Αγωγής: 3208/13, 25/1/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2022:A5 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ .Ναθαναήλ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3208/13 Μεταξύ: XXXXX Χριστοφόρου Ενάγοντας και XXXXX Φώτη XXXXX Χριστοδούλου ως Διαχειρίστρια της περιουσίας του αποβιώσαντα XXXXX Φ. Κυπρή Εναγόμενοι Ημερομηνία: 25.1.22 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα: κ. Α. Πλουτάρχου Για Εναγόμενη 2: κ. Γ. Τσαρδελλής για Η. Νεοκλέους & Σία Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ Παρά τα φαινομενικά περίπλοκα γεγονότα που συνθέτουν την μεταξύ των μερών επίδικη διαφορά, το επίδικο ζήτημα παραμένει στην ουσία, ένα, με αυτό να είναι κατά πόσον ο ενάγοντας συμφώνησε το 2005 με τους XXXXX Φώτη (εφεξής «η XXXXX»), ως αντιπρόσωπο του αποβιώσαντα πατέρα της XXXXX Κυπρή, αλλά και με τον ίδιο προσωπικά, για την αγορά διαμερίσματος, καταβάλλοντας στον αποβιώσαντα προσωπικά ή και μέσω της θυγατέρας του, XXXXX, ποσό 20.000 Στερλινών ως προκαταβολή. Σύμφωνα με την τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησης, ο ενάγοντας ήταν κατά πάντα ουσιώδη προς την παρούσα αγωγή χρόνο, κάτοικος Ηνωμένου Βασιλείου, ετοιμαζόμενος όπως επαναπατριστεί στην Δημοκρατία. Ο XXXXX Κυπρή, (εφεξής ο αποβιώσας), είχε δυνάμει πωλητήριού εγγράφου ημερομηνίας 24.5.03 αγοράσει το διαμέρισμα με αριθμό XXXXX στο οικιστικό συγκρότημα «XXXXX» στην περιοχή Μενεού στην Λάρνακα, από την θυγατέρα του, XXXXX, ως διαχειρίστρια της περιουσίας της αποβιωσάσης XXXXX Konditerova (εφεξής η Konditerova), η οποία το 1994 δυνάμει πωλητηρίου εγγράφου είχε αγοράσει πρώτη το διαμέρισμα από την εταιρεία Cybarco Ltd. Παρά τις προσπάθειες των, έκτοτε, οι διάδικοι δεν κατέληξαν σε γραπτή συμφωνία, με τον αποβιώσαντα και/ή την θυγατέρα του να ζητούν την εκ προοιμίου είσπραξη όλου και/ή αργότερα, μεγαλύτερου ποσού πριν την εγγραφή του διαμερίσματος και/ή μεταβίβαση του επ' ονόματι του ενάγοντα. Οι εν λόγω προσπάθειες εντατικοποιήθηκαν μεν το 2007, αλλά κατέρρευσαν, με την XXXXX να αρνείται πλέον να συνεργαστεί ως αντιπρόσωπος του αποβιώσαντα και να υπαναχωρεί από τα συμφωνηθέντα. Λόγω της υπαναχώρησης της λέει ο ενάγοντας, δικαιούται στην επιστροφή του ποσού που κατέβαλε ως ποσό αχρεωστήτως καταβληθέν ή ως «money had and received», ή, ως αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνίας. Ο ενάγοντας δικογραφεί ότι η XXXXX παρουσιαζόταν ως αντιπρόσωπος του πατέρα της στις μεταξύ τους διαβουλεύσεις αναφορικά με την ενδεχόμενη πώληση του διαμερίσματος και την τιμή του. Το γεγονός ότι η XXXXX μιλούσε εκ μέρους του πατέρα της επιβεβαίωσε με την επιστροφή του στην Κύπρο σε κατ΄ιδίαν συνομιλία με τον αποβιώσαντα, ο οποίος επιβεβαίωσε και την πρόθεση των μερών για αποτύπωση της μεταξύ τους συμφωνίας γραπτώς, αλλά και παραλαβή των χρημάτων ως προκαταβολή. Παρά τις οχλήσεις του ενάγοντα και τις προσπάθειες του για επιστροφή των ποσού που κατέβαλε, οι εναγόμενοι κώφευσαν, αναγκάζοντας τον ίδιο όπως εγείρει την παρούσα αγωγή αξιώνοντας το ποσό των €30.754,83, (Λ.Κ.18.000, αντίστοιχο τότε, ποσό Στερλινών 20.000). πλέον έξοδα και ΦΠΑ. Σημειώνεται εδώ ότι το Κλητήριο Ένταλμα δεν επιδόθηκε στην XXXXX, με αυτό να έχει στο μεταξύ εκπνεύσει εναντίον της. Υπεράσπιση καταχώρησε η εναγόμενη 2, αρνούμενη τους ισχυρισμούς του ενάγοντα. Παραδέχεται μόνο, ότι ο αποβιώσας είχε αγοράσει το επίδικο διαμέρισμα δυνάμει πωλητηρίου εγγράφου ημερομηνίας 24.5.03, το οποίο είχε συναφθεί μεταξύ του ιδίου και της θυγατέρας του ως πωλήτριας, υπό την ιδιότητα της ως διαχειρίστρια της περιουσίας της Konditerova. Διασαφηνίζει μέσω του δικογράφου της ότι δυνάμει Διατάγματος Δικαστηρίου ημερ. 13.1.03, η XXXXX είχε διοριστεί ως διαχειρίστρια της Konditerova στην Αίτηση με αριθμό XXXXX/2002, ενώ σύμφωνα με τις εντολές του μοναδικού της κληρονόμου, σύνηψε το προαναφερθέν πωλητήριο έγγραφο για πώληση του στον πατέρα της έναντι £25.000. Πλην της εν λόγω παραδοχής, η εναγόμενη 2 αρνείται ότι ο ενάγοντας συμφώνησε είτε με τον Κυπρή, είτε με την θυγατέρα του ή με τον XXXXX Φωτίου, υιό του αποβιώσαντα για την αγορά του διαμερίσματος, είτε για το ποσό των £90.000, είτε για οποιοδήποτε άλλο ποσό, όπως και την παραλαβή είτε από τον αποβιώσαντα, είτε από την XXXXX του ποσού των Στερλινών 20.000. Ακόμη δε και αν καταδειχθεί η ύπαρξη τέτοιας συμφωνίας, ισχυρίζεται, αυτή είναι άκυρη και/ή μη δεσμευτική καθότι ο αποβιώσας ουδέποτε εξουσιοδότησε είτε ρητά είτε σιωπηρά, είτε τον υιό του, είτε την θυγατέρα του, όπως τον εκπροσωπήσουν με οποιοδήποτε τρόπο και/ή όπως ενεργήσουν εκ μέρους του, δεσμεύοντας τον ως προς οιανδήποτε απόφαση πήραν σε σχέση με το εν λόγω διαμέρισμα. Αποτελεί θέση της εναγόμενης 2 ότι ακόμη και αν ήθελε αποδειχθεί ότι ο ενάγοντας κατέβαλε στην XXXXX το κατ΄ισχυρισμόν ποσό, ο αποβιώσας ουδέποτε το έλαβε, με τον ενάγοντα να μην δικαιούται στην επιστροφή του, με δεδομένη την μη εξουσιοδότηση του αποβιώσαντα στην XXXXX για την συναλλαγή. Καταγράφεται περαιτέρω ότι ο αποβιώσαντας ουδέποτε ενοχλήθηκε από τον ενάγοντα για επιστροφή του ποσού, ενώ η πρώτη φορά που έλαβε γνώση για την εν λόγω απαίτηση ήταν κατά την παραλαβή μιας προηγούμενης της παρούσας αγωγής, και συγκεκριμένα της αγωγής υπ΄αριθμό XXXXX/09 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας. Η εν λόγω αγωγή ήταν πανομοιότυπη με την παρούσα, με μόνες διαφορές τον αριθμό και ημερομηνίες καταχώρησης, και τον αποβιώσαντα ως μοναδικό εναγόμενο. Η προαναφερθείσα αγωγή, αποσύρθηκε άνευ βλάβης δικαιωμάτων, την 22.5.13, μετά την ανεπιτυχή προσπάθεια του ενάγοντα όπως προσθέσει την XXXXX ως αναγκαίο διάδικο, δυνάμει αρνητικής προς τούτο Απόφασης Δικαστηρίου ημερομηνίας 17.5.13. Ακολούθησε το δικόγραφο της Απάντησης. Ιδιαίτερη έμφαση εκεί δίδεται στην γνώση του αποβιώσαντα αναφορικά με την επίδικη συμφωνία, γεγονός το οποίο επιβεβαίωσε αργότερα, όπως και το γεγονός ότι είχε γίνει παραλαβή των χρημάτων για λογαριασμό του με συνδρομή της εναγόμενης 1, η οποία αργότερα αρνείτο όπως το επιστρέψει. Από τις δικογραφημένες θέσεις αμφότερων των διαδίκων, προκύπτει ότι τα επίδικα ζητήματα στην παρούσα αγωγή είναι τα ακόλουθα: (α) Προέβη ο ενάγοντας σε συμφωνία για αγορά του διαμερίσματος το 2005, η οποία στην συνέχεια δεν υλοποιήθηκε, και, αν ναι, με ποιόν; (β) Έδωσε ως προκαταβολή το ποσό των 20.000 Αγγλικών Στερλίνων και, αν ναι, προς όφελος ποιού; (γ) Ενήργησε η XXXXX Φώτη ως αντιπρόσωπος του πατέρα της (
- i)κατά την αρχική προφορική συμφωνία, αλλά και (
- ii)στην αργότερα καταβληθείσα προσπάθεια για επίτευξη τέτοιας γραπτώς, με την επιστροφή της στην Κύπρο; Τα πιο πάνω ερωτήματα οφείλουν όπως απαντηθούν σε συνάρτηση με την δικογραφία, αλλά και την προσκομισθείσα ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία, ως αυτή θα αποδώσει και θα αξιολογήσει το Δικαστήριο, κατωτέρω. Μαρτυρία και Αξιολόγηση Ο ενάγοντας κατέθεσε πρώτος στην διαδικασία. Κατέθεσε ως Έγγραφο Α' Γραπτή Δήλωση, ως μέρος της κυρίως εξέτασης του. Εκεί επαναλαμβάνει τα όσα καταγράφονται στην απαίτηση του, προσθέτοντας ότι ο ίδιος ήταν κάτοικος Ηνωμένου Βασιλείου μέχρι το 2005, όταν και αποφάσισε όπως επαναπατριστεί. Τον XXXXX Κυπρή και τα παιδιά του τα γνώριζε αρκετά καλά, ενώ με τον XXXXX Φωτίου, υιό του αποβιώσαντα, επίσης κάτοικο Αγγλίας, διατηρούσε όχι μόνο πολύ καλές σχέσεις, αλλά ήταν ο πνευματικός πατέρας του παιδιού του και κουμπάρος του. Κατέθεσε ως Τεκμήρια 1-3 πωλητήριο έγγραφο του 1994 μεταξύ της Koditerova και της εταιρείας Cybarco Ltd, πωλητήριο έγγραφο του 2003 μεταξύ της XXXXX και του Κυπρή, καθώς και αντίγραφα του Διατάγματος Διαχείρισης και της αίτησης Διαχείρισης υπ' αριθμό XXXXX/02 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας. Κατά το 2005 δήλωσε, συναντήθηκε με τον XXXXX και την XXXXX στην Αγγλία, η οποία είχε έρθει για συγγενικό τους γάμο. Με τους ίδιους να γνωρίζουν ότι ο ενάγοντας θα επαναπατριζόταν, έκαναν αναφορά στο διαμέρισμα ιδιοκτησίας πλέον του πατέρα τους για το ενδεχόμενο πώλησης του, με τον ίδιο να επιδεικνύει ενδιαφέρον. Η XXXXX του ανέφερε ότι η ίδια ήταν υπεύθυνη για το ζήτημα, μιλώντας ως αντιπρόσωπος και/ή εκ μέρους του πατέρα της. Συμφώνησε με την XXXXX όπως αγοράσει το διαμέρισμα για το ποσό των Στερλίνων 60.000 και θα έδιδε ως προκαταβολή ποσό 20.000 Στερλινών. Η XXXXX θα έφευγε για τον Καναδά, ενώ το ποσό θα έφερνε στην Κύπρο ένας εκ των γιών του αποβιώσαντα, είτε ο XXXXX, είτε ο XXXXX. Ένα μήνα περίπου μετά, παρέδωσε το ποσό στον XXXXX ο οποίος μετέβηκε στην Κύπρο. Μετά την επιστροφή του XXXXX στην Αγγλία, ο τελευταίος μαζί με τον ενάγοντα μετέβησαν στην Κύπρο. Με τον επαναπατρισμό του, ο ΜΕ1 συνάντησε τον αποβιώσαντα ο οποίος επιβεβαίωσε την συμφωνία για αγορά του διαμερίσματος ως αυτή είχε λάβει χώρα μέσω των παιδιών του. Με πρωτοβουλία του αποβιώσαντα, ο ενάγοντας, ο Κυπρή και ο υιός του επισκέφθηκαν τον κ. XXXXX Ανδρέου, δικηγόρο, για την ετοιμασία σχετικού συμφωνητικού. Διαπιστώθηκε από τον κ. Ανδρέου στην συνάντηση τους ότι τα μέρη δεν μπορούσαν να καταρτίσουν γραπτή προς τούτο συμφωνία, καθότι υπήρχε απαίτηση από τον Ρώσο κληρονόμο, συνιστώντας στον αποβιώσαντα όπως επιστρέψει στον ενάγοντα, τα χρήματα. Ο αποβιώσας, δήλωσε ο ΜΕ1, συμφώνησε όπως επιστραφεί το αντίστοιχο ποσό των Κυπριακών Λιρών 18.000 με την άφιξη της XXXXX από τον Καναδά, αφού τα χρήματα είχαν κατατεθεί σε δικό της λογαριασμό. Τον Οκτώβριο του 2007, με την επιστροφή της XXXXX στην Κύπρο, η ίδια παρά τις υποσχέσεις της για επιστροφή των χρημάτων, παρουσία του πατέρα της, πρότεινε, όπως τα μέρη συμφωνήσουν εκ νέου για το διαμέρισμα, αφού τα έγγραφα, ως ισχυρίστηκε, ήταν πλέον έτοιμα. Με αυτό το δεδομένο, επισκέφθηκαν πέραν της μίας φοράς, το γραφείο του κ. Δαμιανού, δικηγόρου, στην Λάρνακα. Η XXXXX παρουσιαζόμενη ως αντιπρόσωπος του πατέρα της ζήτησε τότε την καταβολή £90.000. Τα έγγραφα ετοιμάστηκαν από τον κ. Δαμιανού όμως το περιεχόμενο τους δεν έγινε αποδεκτό με την ίδια να αποχωρεί, και τις προσπάθειες να καταρρέουν περί το Δεκέμβριο του 2007. Ο αποβιώσας ανέφερε στον ενάγοντα ότι έχει δίκαιο, όμως δεν υπήρχαν τα χρήματα για επιστροφή τους, μη λαμβάνοντας ενεργό προς αυτή την κατεύθυνση, ρόλο. Η αντεξέταση του μάρτυρα επικεντρώθηκε στις κατά τον συνήγορο της εναγόμενης 2 αντιφάσεις στην δικογραφία μεταξύ της παρούσας αγωγής και της καταχωρηθείσας το 2009 αγωγής, με τον ΜΕ1 να απαντά αμέσως, ότι ο ίδιος δεν επιθυμεί όπως τον «ξεγελούν» με δικηγορικές εκφράσεις που ο ίδιος δεν αντιλαμβάνεται, εμμένοντας ότι είχε συμφωνήσει για την αγορά του διαμερίσματος και μάλιστα για 60,000 Στερλίνες, δίδοντας προς τούτο το ποσό των 20,000 Στερλινών έναντι. Η XXXXX, ανέφερε κρατούσε και τα χρήματα της προκαταβολής, ενώ ζητούσε το 2007, την καταβολή £90.000 και όχι των συμφωνηθέντων 60,000 Στερλινών άρα, δήλωσε, ή θα έχανε τα χρήματα του, ή θα έδιδε και το επιπλέον ποσό των 30.000 Στερλινών ή το αντίστοιχο ισόποσο ποσό για να ισούται με £90.000, γεγονός που ήταν διατεθειμένος να πράξει. Επέμενε ο κ. Τσαρδελλής περί της παράλειψης του μάρτυρα όπως αναφέρει στην δήλωση του περί της κατ΄ισχυρισμόν τηλεφωνικής του επικοινωνίας με τον αποβιώσαντα ως και της κατ΄ισχυρισμόν εξουσιοδότησης της XXXXX για την δοσοληψία, με τον ενάγοντα να απαντά ότι δεν γνώριζε ότι αυτά μπορούσε να τα γράψει στην δήλωση του, όμως τα αναφέρει στο Δικαστήριο, δοθείσης της ευκαιρίας ερωτήσεων από τον κ. Τσαρδελλή, δηλώνοντας ότι στον γάμο έμεναν όλοι στο ίδιο ξενοδοχείο, και είχαν τηλεφωνήσει του Κυπρή με τον οποίον συνομίλησε και ο ίδιος αναφορικά με ενδεχόμενη πώληση του διαμερίσματος, ο οποίος του ανέφερε ρητώς, ότι θα μιλούσε η XXXXX εκ μέρους του. Ρώτησε ο κ. Τσαρδελλής για την απουσία οποιουδήποτε υποστηρικτικού ως προς την καταβολή του ποσού υλικού, ειδικότερα αφού επρόκειτο για ένα μεγάλο ποσό, με τον μάρτυρα να απαντά ότι τα εν λόγω χρήματα τα απέσυρε από την τράπεζα, ενώ δεν έχει πλέον το όποιο έγγραφο απόσυρσης των χρημάτων, με αυτό να χρονολογείται από το έτος 2005, τονίζοντας ξανά την σχέση εμπιστοσύνης που είχε με την οικογένεια, ειδικότερα από την στιγμή που με τον Φώτη ήταν πρώτοι κουμπάροι. Στην θέση του συνηγόρου της εναγόμενης 2 ότι: «είναι ο XXXXX που σου γέλασε», ο ΜΕ1 απάντησε ότι του είχε ρητώς αναφερθεί και από τον XXXXX και από τον αποβιώσαντα, ότι τα χρήματα τα έλαβε η XXXXX, την οποίαν περίμεναν να επιστρέψει από τον Καναδά, διερωτώμενος γιατί, μετέβηκε τότε μαζί του στον κ. Δαμιανού για την ετοιμασία των εγγράφων αν δεν ήταν εξουσιοδοτημένη από τον πατέρα της για την ολοκλήρωση της πράξης. Αναφορά έγινε και στην προηγηθείσα αγωγή του 2009, με τον ενάγοντα να δηλώνει ότι όταν κίνησε την αγωγή εναντίον του Κυπρή, η θέση του τελευταίου ήταν ότι τα χρήματα τα έλαβε η XXXXX, εξ' ου και η προσπάθεια των δικηγόρων του όπως εντάξουν στα πλαίσια εκείνης της αγωγής την XXXXX ως διάδικο, ενώ η ίδια ανέφερε ότι τα χρήματα οφείλουν να διεκδικηθούν από τον πατέρα της, επ' ονόματι του οποίου ήταν το διαμέρισμα. Σε σχετική ερώτηση από ποιόν είναι, που τελικά διεκδικεί τα χρήματα ο ενάγοντας, ο ΜΕ1 απάντησε: «από την διαθήκη του μακαρίτη». ΜΕ2 ο κ. XXXXX Δαμιανού, δικηγόρος, από το 1993. Στην γραπτή του δήλωση, Έγγραφο Β αναφέρει ότι στα τέλη Οκτωβρίου 2007 επικοινώνησε μαζί του ο ενάγοντας για διευθέτηση ραντεβού αναφορικά με ένα ποσό που είχε δώσει για αγορά διαμερίσματος στο Μενεού. Τον ενάγοντα παρέπεμψε στον ΜΕ2 ο τότε Διευθυντής του καταστήματος της Τράπεζας Κύπρου στο Κίτι, κ. XXXXX Κκαιλής, ενώ στο ραντεβού ήταν παρούσα και η XXXXX. Η προσπάθεια του ενάγοντα, δήλωσε ο ΜΕ2 ήταν όπως λάβει πίσω το ποσό που έδωσε, ενώ παράλληλα διερευνούσε την δυνατότητα όπως γίνει συμφωνία αγοράς, αφού ως του είχε λεχθεί, τέτοια προσπάθεια είχε γίνει και στο παρελθόν στα γραφεία του κ. XXXXX Ανδρέου. Τα μέρη είχαν περίπου 3 συναντήσεις μαζί του, με την XXXXX να παρουσιάζεται πάντοτε ως αντιπρόσωπος του πατέρα της, πωλητής του διαμερίσματος. Ήταν παραδεκτό εκ μέρους της ότι το ποσό της προκαταβολής είχε δοθεί από τον ενάγοντα. Ο ίδιος ετοίμασε προσχέδιο συμφωνητικού εγγράφου με πωλητή τον Κυπρή και αγοραστή τον ενάγοντα, το οποίο όμως δεν προχώρησε αφού η XXXXX ζητούσε όπως μην υπογράψει ως εγγυήτρια της συμφωνίας, ενώ επέμενε όπως καταβληθεί όλο το ποσό των £90.000, προ της μεταβίβασης. Τον Δεκέμβριο του 2007 ξεκαθάρισε το ζήτημα, με την XXXXX να μην συνεργάζεται. Εκείνο το διάστημα, είχε δει στο γραφείο του, και τον αποβιώσαντα, ο οποίος είχε συνάντηση με τον τότε συνέταιρο του κ. Λάρκο για ένα άλλο ζήτημα. Σε υπόδειξη του ΜΕ2 ότι το ορθό θα ήταν ή όπως επιστραφούν τα χρήματα στον ενάγοντα, ή όπως τα μέρη συμφωνήσουν στην πώληση του ακινήτου, ο αποβιώσας εξέφρασε την σύμφωνη γνώμη του, αναφέροντας ότι εκ μέρους του μιλούσε η κόρη του. Αντεξεταζόμενος αναγνώρισε τα Τεκμήρια 1-3 ως έγγραφα που του παρέδωσε η XXXXX σε μια από τις συναντήσεις τους. Εκτενή αναφορά έκανε στα διάφορα προσχέδια συμφωνιών και πληρεξουσίων εγγράφων που ετοίμασε, δηλώνοντας ότι το τελευταίο προσχέδιο που εντόπισε στον Ηλεκτρονικό του Υπολογιστή έφερε ημερομηνία την 19.12.07. Σε αυτό αναφέρετο όπως ένα ποσό παραδοθεί με την μεταβίβαση, ενώ ως εγγυήτρια της συμφωνίας θα υπέγραφε η XXXXX, τονίζοντας την προθυμία του ενάγοντα όπως αγοράσει το διαμέρισμα ακόμη και στην τιμή των £90.000 που ξαφνικά απαιτούσε η XXXXX, αφού ήταν ο μόνος τρόπος να αξιοποιηθούν τα χρήματα που έδωσε. Η αρχική τιμή που συζητούσαν ανέφερε ήταν οι £60.000, ενώ όταν πήγαν κοντά του, δεν υπήρχαν ούτε όροι συμφωνημένοι ούτε είχε αποτυπωθεί κάτι γραπτώς, με τα μέρη να διαπραγματεύονται ακόμη, και τον ενάγοντα να προσπαθεί διακαώς να αξιοποιήσει τα χρήματα που κατέβαλε. Ποτέ, δήλωσε αντεξεταζόμενος, δεν υπήρχε αμφισβήτηση ως προς το ιστορικό της υπόθεσης από την XXXXX. Ο κ. Δαμιανού, απάντησε καταφατικά σε ερώτηση του κ. Τσαρδελλή ότι εκπροσωπεί τον XXXXX Φωτίου σε αγωγή του 2019, συμπληρώνοντας ότι το έτος 2007, δεν ήξερε καν τον XXXXX, και συνεπώς η πρόσφατη ανάληψη της εν λόγω υπόθεσης δεν ισοδυναμεί με λόγο ικανό για να προσέλθει ως μάρτυρας για την πλευρά του ενάγοντα. Σε υποβολή ότι η XXXXX ουδέποτε επιβεβαίωσε ότι έλαβε το ποσό των £18.000 ο κ. Δαμιανού απάντησε χαρακτηριστικά ότι αυτό ήταν ο όλος λόγος που γινόταν η προσπάθεια. Συνέχισε δηλώνοντας ότι: «Ο Κυπρή ήξερε πολύ καλά για την λήψη του ποσού. Ο μακαρίτης πέθανε κοντά στα 100 το 2018. Ήταν γνωστός στην Λάρνακα, έμενε στην Ζήνωνος Κιταίως και ήταν πολύ καλής πνευματικής διαύγειας, ήξερε πολύ καλά τον κ. Λάρκου, τα γραφεία μας ήταν κοντά, όταν ήρθε να δει τον XXXXX, είχαμε μιλήσει, και επιβεβαίωσε την λήψη χρημάτων. Ο ρόλος της XXXXX ως διαχειρίστρια της Ρωσίδας τελείωσε όταν υπήρχε πωλητήριο του μακαρίτη. Όταν ήρθε για να γίνει η συμφωνία, μιλούσε εκ μέρους του μακαρίτη». Δεν δίστασε ο ΜΕ2 να χαρακτηρίσει την στάση του ενάγοντα ως «χαμένος» όταν αποφάσισε να τον επισκεφθεί, με την XXXXX να είναι σε πλεονεκτική έναντι του ενάγοντα, θέση, με την ίδια να έχει λάβει το ποσό των 20.000 Στερλινών και να απαιτεί το ποσό των £90.000, σε μια περίοδο,
(2006)όταν κατά τον μάρτυρα, οι τιμές των ακινήτων είχαν εκτοξευθεί. Αντιθέτως, ο ΜΕ1 δεν είχε κανένα έγγραφο που να τον κατοχυρώνει. Τα έγγραφα που ετοίμασε αφορούσαν για υπογραφή του Κυπρή επί της συμφωνίας, ενώ παράλληλα είχαν ετοιμαστεί και πληρεξούσια της XXXXX προς τον Κυπρή ούτως ώστε στην περίπτωση που έβγαινε τίτλος από την Cybarco και θα χρειαζόταν η υπογραφή της για να μεσολαβήσει από διαχειρίστρια προς τον πατέρα της, αυτό να ήταν εφικτό, ή να υπογράψει ο Κυπρή στην θέση της αν η ίδια απουσίαζε στο εξωτερικό. Αν, δήλωσε, έβγαζε τίτλο η Cybarco και η XXXXX έλειπε, τα έγγραφα έπρεπε να είναι έτοιμα για κάθε περίπτωση, με σκοπό πάντα να γίνει σωστά η πώληση στον ενάγοντα. Τελευταίος μάρτυρας εκ μέρους των εναγόντων ο κ. XXXXX Ποσνακίδης, (ΜΕ3) δικηγόρος. Παρουσίασε ως Τεκμήριο 4 αντίγραφο εγγράφου διαθήκης ημερ. 13.7.18 επί του οποίου ο ίδιος υπέγραψε ως μάρτυρας υπογραφής του αποβιώσαντα. Το αποτύπωμα επί της διαθήκης δήλωσε, ανήκει στον αποβιώσαντα, επιβεβαιώνοντας τούτο τόσο ο ίδιος, όσο και η κα. Κοινοσίδου, επίσης δικηγόρος. Κατά τον ουσιώδη χρόνο, ανέφερε, του είχε ζητηθεί από τον κ. Ανδρέου όπως μεταβούν στο σπίτι του αποβιώσαντα στην περιοχή Μακένζι. Ο κ. Ανδρέου διάβασε το περιεχόμενο της διαθήκης στον αποβιώσαντα ο οποίος μετά, τοποθέτησε επί αυτής, το δακτυλικό του αποτύπωμα. Συμφώνησε αντεξεταζόμενος ότι τότε, 2018, ήταν υπάλληλος του κ. Ανδρέου, ενώ τώρα αποτελεί συνέταιρο στο δικηγορικό γραφείο των Ανδρέου & Ποσνακίδης Δ.Ε.Π.Ε. Αντεξεταζόμενος, συμφώνησε ότι εκκρεμεί Δικαστική διαδικασία για κήρυξη της διαθήκης ως άκυρης, χωρίς να γνωρίζει όμως, περαιτέρω λεπτομέρειες. Επέμενε κατά την αντεξέταση του ότι ουδέποτε θα υπέγραφε ως μάρτυρας αν διαπίστωνε οτιδήποτε μεμπτό είτε στην φυσική είτε στην νοητική κατάσταση του αποβιώσαντα, αφού δεν ήταν διατεθειμένος να κινδυνεύσει την υπόληψη και το επάγγελμα του. Από ότι είχε ο ίδιος διαπιστώσει, κατά την 40λεπτη παραμονή του στον χώρο, ο αποβιώσας ήταν μεγάλος σε ηλικία μεν, όμως είχε πλήρη διαύγεια, με τον κ. Ανδρέου και τον ίδιο να εξιστορούν γεγονότα που συνέβησαν προ τριανταετίας. Στο σημείο αυτό σημειώνω την εκ Συμφώνου κατάθεση των Τεκμηρίων 5 και 6, ήτοι την δικογραφία στην Αγωγή υπ' 802/19 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας για ακύρωση της διαθήκης. Πρώτη μάρτυρας υπεράσπισης της εναγομένης 2, η ίδια η κα. XXXXX Φώτη, εναγομένη 1 στην αγωγή. Στην γραπτή της δήλωση, Έγγραφο Γ αναφέρει ότι παρότι είναι από το 2008 μόνιμη κάτοικος Κύπρου, η παρούσα αγωγή δεν της επιδόθηκε ποτέ. Η ίδια είναι η θυγατέρα του αποβιώσαντος και διαχειρίστρια της περιουσίας της Konditerova, αρχικής ιδιοκτήτριας του διαμερίσματος, το οποίο πώλησε στον πατέρα της την 24.5.
- Ουδέποτε δηλώνει, είχε οποιαδήποτε γραπτή ή προφορική συμφωνία με τον ενάγοντα για το διαμέρισμα, ενώ ουδέποτε έλαβε οποιοδήποτε ποσό ως προκαταβολή είτε από τον ενάγοντα, είτε από άλλο πρόσωπο για λογαριασμό του πατέρα της. Ποτέ δεν δήλωσε ότι τον αντιπροσώπευε στον ενάγοντα ή σε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο. Το 2007 ήταν η πρώτη φορά που ενημερώθηκε για το ενδιαφέρον του ενάγοντα για αγορά, εξ΄ου και πήγε στα γραφεία του ΜΕ2, υπό την ιδιότητα της ως διαχειρίστρια της περιουσίας της Konditerova, με μοναδικό σκοπό να προσφέρει πληροφορίες ως προς την πορεία μεταβίβασης του διαμερίσματος επ' ονόματι του Κυπρή. Πριν πάει, είχε ρωτήσει τον πατέρα της κατά πόσον επιθυμούσε την πώληση του, ο οποίος ανέφερε ότι θα το πωλούσε για £90.
- Τα πιο πάνω, ως και το γεγονός ότι μέχρι τότε δεν είχε εκδοθεί ξεχωριστός τίτλος για μεταβίβαση του ακινήτου προς όφελος του πατέρα της, ανέφερε στην συνάντηση, πάντοτε υπό την ιδιότητα της ως διαχειρίστρια της περιουσίας της Konditerova, και όχι ως αντιπρόσωπος του αποβιώσαντα. Ουδέποτε, είπε, επιβεβαίωσε σε οιονδήποτε την προς όφελος του πατέρα της καταβολή ή την λήψη χρημάτων εκ μέρους του ενάγοντα. Ο λόγος που δεν προχώρησε η πώληση, ήταν επειδή της ζητήθηκε όπως η ίδια υπογράψει ως εγγυήτρια της συμφωνίας πώλησης. Αντεξεταζόμενη, αρνήθηκε την υποβολή του κ. Πλουτάρχου ότι απέφευγε τεχνηέντως την επίδοση της αγωγής για ένα ολόκληρο χρόνο, με αποτέλεσμα το κλητήριο να έχει εναντίον της, εκπνεύσει. Σε ερώτηση αν αναγνωρίζει τον ενάγοντα, η ΜΥ1 τον υπέδειξε εντός του ακροατηρίου, προσθέτοντας ότι τον γνωρίζει μέσω της οικογένειας του. Συμφώνησε για την παρουσία της στον συγγενικό γάμο στην Αγγλία το 2005, αρνούμενη κατηγορηματικά όμως ότι συναντήθηκε, μίλησε ή προέβη σε οποιαδήποτε συμφωνία ή συναλλαγή με τον ενάγοντα αναφορικά με το διαμέρισμα. Ούτε για την συνάντηση στα γραφεία του κ. Ανδρέου είχε κάποια γνώση. Ουδέποτε δήλωσε, είχε οποιαδήποτε συνομιλία με τον πατέρα της αναφορικά με το διαμέρισμα και τα κατ' ισχυρισμόν χρήματα που του έδωσε ο ενάγοντας, μη διστάζοντας όμως λίγο αργότερα να δηλώσει ότι ο ενάγοντας, τον οποίο δήλωνε ότι δεν γνώριζε τόσο καλά, επικοινώνησε μαζί της το 2007, στο κινητό της τηλέφωνο με σκοπό να επισκεφθούν τον κ. Δαμιανού. Αναγνώρισε αντεξεταζόμενη τα Τεκμήρια 1 και 2, συμφωνώντας με την θέση του κ. Πλουτάρχου ότι η πώληση του διαμερίσματος στον ενάγοντα θα μπορούσε να λάβει χώραν, ακόμη και χωρίς τίτλο, όμως το ζήτημα δεν προχώρησε γιατί η ίδια δεν επιθυμούσε όπως υπογράψει ως εγγυήτρια της συμφωνίας. Παρά την αρχική επίκληση άγνοιας, συμφώνησε τελικώς και πάλι με τον κ. Πλουτάρχου ότι ο ενάγοντας ήταν πράγματι διατεθειμένος όπως καταβάλει το ποσό των £90.000 για την αγορά του. ΜΥ2 η κα. XXXXX Τσάππα, Πρωτοκολλητής στο Πολιτικό Τμήμα του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 9 δέσμη εγγράφων που αφορούν στην Αγωγή υπ' αριθμό XXXXX/
- Συγκεκριμένα κατατέθηκαν, η Έκθεση Απαίτησης, το κλητήριο ένταλμα, ο διορισμός δικηγόρου, η Έκθεση Υπεράσπισης, η Απάντηση στην Υπεράσπιση, η αίτηση και ένσταση για προσθήκη της XXXXX ως διάδικο στην αγωγή όπως και το πρακτικό και τελικό Διάταγμα του Δικαστηρίου αναφορικά με την τύχη της. Αμφότεροι συνήγοροι επέλεξαν όπως μην υποβάλουν καμία ερώτηση στην μάρτυρα. ΜΥ3 ο κ. XXXXX Ταλιαδώρος, δικηγόρος, στο δικηγορικό γραφείο των Χρυσοστομίδη & Σία ΔΕΠΕ. Ανέφερε ότι ο αποβιώσας υπήρξε πελάτης του γραφείου τους στην αγωγή XXXXX/09 με την υπόθεση να χειρίζεται το γραφείο μετά την καταχώρηση της Υπεράσπισης, την οποία καταχώρησε αρχικώς ο αείμνηστος κ. Ιντιάνος. Υπεράσπιση του αποβιώσαντα ήταν, ότι ουδέποτε έλαβε μέρος σε οποιαδήποτε συμφωνία με τον ενάγοντα, ενώ ουδέποτε εισέπραξε το οποιοδήποτε ποσό χρημάτων. Ο λόγος απόσυρσης της αγωγής δήλωσε ο ΜΥ3, ήταν γιατί δεν κατάφερε ο ενάγοντας να προσθέσει την XXXXX σε αυτήν, έχοντας διαπιστώσει κάποια γεγονότα, αργότερα. Ο ΜΥ3 συνάντησε μία μόνο φορά τον αποβιώσαντα στο Δικαστήριο, το 2015, με τον τελευταίο να είναι κατηγορηματικός περί μη εξουσιοδότησης των παιδιών του όπως διαπραγματευτούν την πώληση του διαμερίσματος. Με την XXXXX, μίλησε μόνο στο τηλέφωνο. Πλείστη της μαρτυρίας του ΜΥ3 αναλώθηκε στο περιεχόμενο και λόγους απόσυρσης της αγωγής με αριθμό XXXXX/
- Το Δικαστήριο έχει παραθέσει συνοπτικά την προσκομισθείσα ενώπιον του μαρτυρία. Είχα την ευκαιρία μέσω της ζωντανής ατμόσφαιρας της ακροαματικής διαδικασίας να παρακολουθήσω με περισσή προσοχή και τους 6 μάρτυρες που προσήλθαν στο Δικαστήριο προς υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεων τους. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας από το Δικαστήριο είναι επιβεβλημένη για την εξαγωγή συμπερασμάτων. Όπως έχει λεχθεί στην P. & Chr. Seafood Express Ltd κ.α ν Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου Π.Ε. 277/09 ημερ. 10.9.14: «Είναι καθιερωμένη και αδιαμφισβήτητη η νομολογία που θέλει κριτή της μαρτυρίας να είναι κατ' εξοχήν το Δικαστήριο ενώπιον του οποίου διεξάγεται η δίκη (Σταύρου ν Χαραλάμπους
(2011)1 Α.Α.Δ.193. Και αυτό βέβαια για καλό λόγο. Το Δικαστήριο μπορεί να αποτιμήσει την αξιοπιστία των μαρτύρων υπό το φώς της ενώπιον του ακροαματικής διαδικασίας στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης με όλες τις εκφάνσεις και παραμέτρους της. Ο δικαστής ο οποίος έχει το ευεργέτημα αυτής της θεώρησης πραγμάτων καλείται κατ΄αντικειμενικό τρόπο να κρίνει τους συνανθρώπους του αποστασιοποιημένος βέβαια από την υπόθεση και ενσωματώνοντας το μέτρο εκείνο της αμερόληπτης και λογικής κρίσης που διέρχεται ολόκληρη κοινωνία με πρόσθετη βέβαια τη νομική κατάρτιση του Δικαστή». Έχω ως γνώμονα μου την ευρεία νομολογία επί του ζητήματος που άπτεται την αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα, συμπεριλαμβανομένης και της εν γένει συμπεριφοράς του στο ειδώλιο του μάρτυρα. Δεν παραγνωρίζονται φυσικά, ως προτάσσει η Νομολογία, τα λεγόμενα ενός μάρτυρα, η εκφορά του λόγου του, οι αντιδράσεις του, η αμεσότητα στις απαντήσεις του, η σαφήνεια ή μη αυτών, η αληθοφάνεια των θέσεων του δυνάμει των παρατιθέμενων ενώπιον του Δικαστηρίου δικογράφων, και η ειλικρίνεια του, μεταξύ άλλων. Προς τα ανωτέρω, παραπέμπω ενδεικτικά στην πλούσια επί του ζητήματος νομολογία (βλ. Ζαβρού ν Χαραλάμπους
(1996)1 Α.Α.Δ 447, C & A Pelekanos Associates Limited v Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ 1273, Λάρκου ν Παναγή
(1996)1 (Α) Α.Α.Δ 80, Χριστοφή ν Ζαχαριάδη
(2002)1 Α.Α.Δ. 401). Σημειώνεται ότι μικρές αντιφάσεις σε ασήμαντες λεπτομέρειες ή ελαχίστου σημασίας ανακρίβειες δεν καταστρέφουν την όλη αξιοπιστία του μάρτυρα (βλ. Κουδουνάρης ν Αστυνομίας
(1991)2 ΑΑΔ 320.) Εξίσου σημαντικό είναι να τονισθεί ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται πάντοτε με γνώμονα τις δικογραφημένες θέσεις των μερών, οι οποίες αποτελούν και την μόνη πυξίδα που πρέπει να καθοδηγεί το Δικαστήριο. Περαιτέρω, το Δικαστήριο δεν πρέπει να περιοριστεί σε απλή αποτίμηση της αξιοπιστίας κάθε μάρτυρα χωριστά, αλλά πρέπει να συσχετίσει, να αντιπαραβάλει και να διερευνήσει την μαρτυρία μέσα από την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων (βλ. Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρας
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056). Προτού χρησιμοποιηθεί η όποια μαρτυρία έχει προσφερθεί, αυτή θα πρέπει να αξιολογηθεί ώστε να μπορέσει το Δικαστήριο να προβεί σε διαπιστώσεις πάνω σε αμφισβητούμενα γεγονότα, (βλ. Κώστας Ιωάννου ν. Όλγας Παλάζη
(2004)1 Α.Α.Δ. 576) η δε αποτίμηση της μαρτυρίας του κάθε μάρτυρα δεν πρέπει να συγχέεται με το βάρος απόδειξης που φέρει έκαστος διάδικος. (Barry Wynne v. David Costakis Mavronicola κ.α.
(2009)1(Β) Α.Α.Δ. 1138, KEO Plc v. Χριστάκης Χριστοφή, Πολιτική Έφεση αρ. 138/2010 ημερ. 22.5.2015). Υπενθυμίζεται ότι το Δικαστήριο έχει την ευχέρεια είτε να αποδεχθεί στο σύνολο της την μαρτυρία ενός μάρτυρα ο οποίος κρίθηκε αξιόπιστος, είτε να αποδεχθεί μέρος αυτής και να απορρίψει άλλο, όταν όμως ο μάρτυρας έχει κριθεί γενικά ως αξιόπιστος (Shahin Mohamed v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 266). Με γνώμονα τα ως άνω, προχωρώ στην αξιολόγηση της ενώπιον μου προσαχθείσας μαρτυρίας. Το Δικαστήριο κρίνει ως αξιόπιστη την μαρτυρία του ΜΕ
- Παρά την αντεξέταση του επί πληθώρας γεγονότων, ήτοι επί γεγονότων που άπτονταν της αρχικής συνάντησης των μερών στην Αγγλία, της εμπλοκής της XXXXX σε αυτήν, την συνομιλία των μερών -τότε- με τον αποβιώσαντα, την παράδοση των χρημάτων μέσω του XXXXX, των επισκέψεων του αποβιώσαντα με τον ενάγοντα στο γραφείο του κ. Ανδρέου, αλλά και αυτών που ακολούθησαν στο γραφείο του κ. Δαμιανού παρουσία της XXXXX, αλλά και επί των γεγονότων που αφορούσαν στην καταχώρηση αρχικώς, και απόσυρση τελικώς, της αγωγής XXXXX/09, η αξιοπιστία του μάρτυρα στα όσα ανέφερε, δεν κλονίστηκε σε κανένα σημείο. Ο μάρτυρας εξήλθε της επίπονης αντεξέτασης του αλώβητος, με την ειλικρίνεια του να εντοπίζεται και στις απαντήσεις του επί ζητημάτων των οποίων δεν ήταν γνώστης, όπως για παράδειγμα των νομικών και διαδικαστικών ζητημάτων για προσθήκη της XXXXX στην προηγηθείσα αγωγή, αλλά και των λόγων που οδήγησαν στην απόσυρση της. Ειλικρινής, άμεση και χωρίς κανένα δισταγμό ήταν και η απάντηση του ως προς τον λόγο που δεν είχε μαζί του κάποια απόδειξη ανάληψης ή καταβολής του ποσού των 20.000 Αγγλικών Στερλινών, υπογραμμίζοντας ότι ο XXXXX ήταν κουμπάρος του και πνευματικός του παιδιού του, από τον οποίο δεν ζήτησε την λήψη οποιουδήποτε τιμολογίου ή απόδειξης, αφού υπήρχε απόλυτη σχέση εμπιστοσύνης. Η μαρτυρία του ενάγοντα ως προς την πορεία πώλησης του διαμερίσματος αντικατοπτρίζεται μέσω των εκ συμφώνου κατατεθειμένων Τεκμηρίων 5 και 6, ενώ παρά τις εκ διαμέτρου αντίθετες θέσεις των διαδίκων ως προς το κατά πόσον υπήρξε οποιαδήποτε συμφωνία στην Αγγλία, μέσω της XXXXX, ως αντιπροσώπου του αποβιώσαντα, ο μάρτυρας περιέγραψε τα γεγονότα με περισσή σαφήνεια ως ο ίδιος τα είχε βιώσει. Οι απαντήσεις του μάρτυρα ήταν σαφείς και επεξηγηματικές επί παντός θέματος, με την ειλικρίνεια του να εντοπίζεται και στην άμεση απάντηση του περί της έλλειψης απόδειξης οποιουδήποτε εγγράφου αναφορικά με την καταβολή του ποσού των Στερλινών 20.
- Στην θέση του κ. Τσαρδελλή ότι: «ήταν ο XXXXX που τον ξεγέλασε», ο μάρτυρας απάντησε με περισσή ειλικρίνεια ότι την λήψη των χρημάτων είχε επιβεβαιώσει ο αποβιώσαντας στον ίδιο προσωπικά, όταν επισκέφθηκαν μαζί το δικηγορικό γραφείο του κ. Ανδρέου, όπου είχε δηλώσει ότι τα χρήματα τα είχε πλέον η XXXXX, την επιστροφή της οποίας ανέμεναν, από τον Καναδά. Το γεγονός ότι η XXXXX κατά το 2007 ήταν στον Καναδά, επιβεβαίωσε η ίδια στην γραπτή της δήλωση, Έγγραφο Γ. Ειλικρινή και πλήρως ανταποκρινόμενη στην πραγματικότητα βρίσκω και την θέση του, ότι ο λόγος που επισκέφθηκε πέραν της μίας φοράς το γραφείο του Κ. Δαμιανού ήταν, παρουσία της XXXXX, αλλά και προγενέστερα το γραφείο του κ. Ανδρέου με τον αποβιώσαντα, να εξαντλήσει κάθε δυνατή πιθανότητα αξιοποίησης των χρημάτων που είχε δώσει, ως και η θέση του κ. Δαμιανού. Αποδέχομαι επιπλέον την θέση, ως αυτή επιβεβαιώθηκε και από τον ΜΕ2, αλλά ως τελικώς αποδεχθείσα και από την XXXXX ως πιθανότητα, το γεγονός ότι ο ενάγοντας δεν κατέβαλλε μόνο, προσπάθειες για επιστροφή των χρημάτων του, αλλά, διατεθειμένος ήταν όπως καταβάλει και ποσό £90.000 για ολοκλήρωση της αγοράς του διαμερίσματος. Πέρα για πέρα ειλικρινή, ως αυτή ανταποκρίνεται από τα ενώπιον του Δικαστηρίου τεκμήρια, βρισκω την θέση του περί των προσπαθειών του εδώ και χρόνια για ανάκτηση των χρημάτων που έχει καταβάλει, με την θέση αυτή να είναι αυταπόδεικτη μέσω της καταχώρησης της αγωγής XXXXX/09 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας (Τεκμήριο 9). Ως ειλικρινώς δήλωσε ο ΜΕ1, η θέση του αποβιώσαντα, τότε, ήταν ότι το πρόσωπο που έλαβε τα χρήματα ήταν η XXXXX, εξ' ου και η ανάγκη για προσθήκη της ως διάδικο στην αγωγή του 2009, και η καταχώρηση νέας, όταν αυτό απέτυχε, εναντίον και των δύο. Πλήρως αξιόπιστη και ανταποκρινόμενη στην αλήθεια βρίσκω την μαρτυρία του δικηγόρου, XXXXX Δαμιανού, ΜΕ2, την οποία χωρίς κανένα δισταγμό, αποδέχομαι στο σύνολο της. Η μαρτυρία του κ. Δαμιανού ήταν επεξηγηματική στο σύνολο της, με τις απαντήσεις του να διακρίνονται από πηγαία ειλικρίνεια, με τον ίδιο να είναι γνώστης των γεγονότων, όχι μόνο ως αυτά γνώριζε από τις κατ΄ιδίαν συναντήσεις του με τους XXXXX και ενάγοντα, αλλά και από την εργασία που ο ίδιος εκτέλεσε, στην προσπάθεια των μερών για αποτύπωση μίας γραπτής πλέον, συμφωνίας μεταξύ των αναφορικά είτε με την επιστροφή των χρημάτων στον ενάγοντα, ή για πώληση και/ή ολοκλήρωση της πώλησης του διαμερίσματος προς όφελος του πρώτου. Αποδέχομαι πλήρως την θέση του ότι σκοπός και των τριών συναντήσεων, ήταν η εξεύρεση μίας μεθοδολογίας η οποία θα εξασφάλιζε είτε την επιστροφή της προκαταβολής του ενάγοντα, είτε την αξιοποίηση του ποσού αυτού, για την αγορά του διαμερίσματος. Με περισσή ειλικρίνεια και βεβαιότητα κατέθεσε περί αναγνώρισης εκ μέρους της XXXXX του ιστορικού που οδήγησε στις ενώπιον του συναντήσεις, με την μαρτυρία του να είναι ενισχυτική της μαρτυρίας του ενάγοντα και επί του συγκεκριμένου ζητήματος. Αποδέχομαι περαιτέρω την θέση του, ως επιβεβαιώνεται και από την μαρτυρία της XXXXX, ως αυτή θα καταγραφεί κατωτέρω, πρώτον, ότι αυτή είχε γνώση για την ικανότητα και πρόθεση του ενάγοντα όπως καταβάλει το ποσό των £90.000, καθώς και ότι η μη επίτευξη συμφωνίας ήταν εξ' υπαιτιότητας της, ως η ίδια παραδέχθηκε, αρνούμενη όπως υπογράψει ως εγγυήτρια. Ο ΜΕ2 ήταν πλήρως επεξηγηματικός, περιγράφοντας στο Δικαστήριο τα διαφορετικά είδη συμφωνιών και πληρεξουσίων εγγράφων που είχε ετοιμάσει για κάλυψη κάθε ενδεχόμενου σε περίπτωση που έλειπε η Μηλίτσα στο εξωτερικό. Ως επίσης αξιόπιστη και αποδεκτή κρίνει το Δικαστήριο και την μαρτυρία του ΜΕ3, κ. Ποσνακίδη. Υπογραμμίζεται ευθύς αμέσως ότι αποδεκτή είναι η θέση του ότι, ενώπιον του τέθηκε το δακτυλικό αποτύπωμα του αποβιώσαντα, ως η υπογραφή του επί του εγγράφου, όπως και η θέση ότι, αν ο ίδιος, τόσο ως άνθρωπος, αλλά και ως δικηγόρος, είχε την παραμικρή αμφιβολία ότι ο αποβιώσας δεν ήταν στα λογικά του, κατά τον ουσιώδη χρόνο, δεν θα δεχόταν όπως επιμαρτυρήσει την υπογραφή του. Δεν διέλαθε της προσοχής του Δικαστηρίου ότι ο κ. Ποσνακίδης δεν κατέθεσε ως εμπειρογνώμονας επί της νοητικής κατάστασης του αποβιώσαντα, όμως μαρτύρησε, ως και όφειλε, ενώπιον του Δικαστηρίου αναφορικά με γεγονότα ως ο ίδιος τα βίωσε, και ήρθαν στην αντίληψη του. Η δεύτερη παράγραφος του Τεκμηρίου 4, διαβάζει ως ακολούθως: «Δίδω και κληροδοτώ την κινητή και ακίνητη περιουσία μου, την ευρεθησομένη κατά τον χρόνο του θανάτου μου στα πέντε παιδιά μου, κατ΄ισομοιρία και υπό την πιο κάτω επιφύλαξη. Το μερίδιο που αναλογεί στην θυγατέρα μου XXXXX Φώτη περιορισθεί ή και επιβαρυνθεί στην έκταση του οφειλομένου από εμένα ποσού των €33.000 προς τον XXXXX Χριστοφόρου, Α.Τ. XXXXX74». Ας σημειωθεί εδώ για σκοπούς πληρότητας ότι η πλευρά της εναγόμενης 2 καμία μαρτυρία δεν παρουσίασε, ως προς την νοητική κατάσταση του αποβιώσαντα κατά το 2018 ή προγενέστερα, ενώ αξιοσημείωτο είναι και το γεγονός ότι καμία ερώτηση δεν τέθηκε από την υπεράσπιση στην XXXXX, αναφορικά είτε με την νοητική κατάσταση του πατέρα της τα τελευταία χρόνια, είτε για το περιεχόμενο της διαθήκης και της ρητής επιφύλαξης που καταγράφεται προς επιβάρυνση του μεριδίου που της αναλογεί, με ποσό οφειλόμενο προς τον ενάγοντα. Ως προς την βαρύτητα που φέρει το Τεκμήριο 4, σημειώνονται τα ακόλουθα. Το Δικαστήριο έχει, στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας κάνει αποδεκτή την κατάθεση του εν λόγω εγγράφου, παρά την σθεναρή ένσταση της υπεράσπισης, περί μη δικογράφησης του. Σημειώνεται ότι η δικογράφηση αυτού δεν μπορούσε να λάβει χώραν το 2013, όταν καταχωρείτο η αγωγή, αφού το Τεκμήριο συντάχθηκε το 2018, χρονολογία κατά την οποίαν απεβίωσε ο Κυπρή. Δεύτερον, η εισαγωγή του ως έγγραφο στα πλαίσια της διαδικασίας καλύπτετο από την καταχωρηθείσα δικογραφία αφού, στην παράγραφο 5 της Απαίτησης γίνεται αναφορά ότι: «ο δε XXXXX Φ. Κυπρή επιβεβαίωνε τούτο», ήτοι την λήψη των χρημάτων εκ μέρους της εναγόμενης
- Η κατάθεση συνεπώς του εγγράφου ήταν καθ' όλα θεμιτή προς επίρρωση της δικογραφημένης θέσης του ενάγοντα για γνώση του αποβιώσαντα περί της συναλλαγής. Ας υπογραμμιστεί ότι εν πάση περιπτώσει, τα δικαιώματα της υπεράσπισης ουδόλως πλήγηκαν από την αποδοχή της κατάθεσης του εν λόγω εγγράφου, αφού όχι μόνο υπήρχε γνώση για την ύπαρξη του, αλλά έγιναν και διαδικασίες εκ μέρους της υπεράσπισης για ακύρωση της διαθήκης, ως επιμαρτυρείται από τα εκ Συμφώνου κατατεθειμένα Τεκμήρια 5 και 6 στην διαδικασία. Το Δικαστήριο συνεπώς, με δεδομένη την αποδοχή του εγγράφου οφείλει, (βλ. Αγρότου ν Αγρότου Πολ. Εφ.288/2010 ημερ. 31.5.16), όπως την εξετάσει υπό το φως των γνωστών, πλέον, παραμέτρων που θέτουν τα άρθρα 26 και 27 του Κεφ.
- Έχοντας υπόψη το χρόνο κατά τον οποίο συντάχθηκε το έγγραφο,
(2018), αλλά και το γεγονός ότι από την σύνταξη του μέχρι την εκδίκαση της αγωγής μεσολάβησε ο θάνατος του Κυπρή, αποστερώντας συνεπώς τον ενάγοντα όπως αντεξετάσει, αν παρουσιαζόταν στην διαδικασία ή όπως κλητεύσει, τον Κυπρή για να δώσει λόγο για το περιεχόμενο του εν λόγω εγγράφου, και το πλαίσιο στο οποίο αυτό έλαβε χώρα, με τις δηλώσεις του αποβιώσαντα να αποτελούν πρώτου βαθμού εξ' ακοής μαρτυρία, θεωρώ ότι το Τεκμήριο 4, έχει επικουρική σημασία, αφού τείνει να καταδείξει ή να επιρρώσει την αλήθεια των γεγονότων, ως αυτά παρουσίασε ο ενάγοντας. Τούτων λεχθέντων όμως, το Δικαστήριο υπογραμμίζει ότι, τα ευρήματα του ως προς την απόδειξη ή μη της απαίτησης δεν βασίζονται επί του περιεχομένου του Τεκμηρίου 4, αφού, παρά την αποδοχή της κατάθεσης του, το περιεχόμενο του οφείλει, όπως συνεκτιμηθεί σε συνδυασμό και αντιπαραβολή με την λοιπή προσαχθείσα μαρτυρία και δικόγραφα, μαρτυρία την οποία, υπενθυμίζεται ότι το Δικαστήριο έχει αποδεχθεί ως πλήρως αξιόπιστη στο σύνολο της, ως αυτή παρουσιάστηκε μέσω των μαρτύρων που κατέθεσαν εκ μέρους του ενάγοντα. Η κα. XXXXX Φώτη, ΜΥ1 δεν μου έκανε καλή εντύπωση ως μάρτυρας, καταθέτοντας ως μάρτυρας της διαχείρισης, εναγομένης 2, παρότι η αγωγή, υπενθυμίζεται, δεν της είχε επιδοθεί προσωπικά ως εναγομένης
- Ήταν φανερή μέσα από τη μαρτυρία της η προσπάθεια και η επιθυμία της όπως απεμπλακεί από τα γεγονότα που συνθέτουν την παρούσα, αποποιούμενη κάθε συσχέτιση της με αυτά, είτε υπό την προσωπική της ιδιότητα, είτε υπό την ιδιότητα της ως αντιπρόσωπος του πατέρα της. Είχα την ευκαιρία να την παρακολουθήσω να καταθέτει από το εδώλιο του μάρτυρα, αντεξεταζόμενη επί ουσιωδών ως προς τα επίδικα ζητήματα, και την αξιολογώ βασιζόμενη στις καθιερωμένες νομολογιακά αρχές, σε σχέση με την παρουσία της στο εδώλιο, αλλά πάντοτε και σε συνδυασμό με την γραπτή της μαρτυρία. Από το σύνολο της μαρτυρίας της, καταλήγω ότι αυτή δεν ανέφερε την αλήθεια ή δεν είχε την διάθεση να αποκαλύψει στο Δικαστήριο την πλήρη εικόνα των όσων πραγματικά έλαβαν χώρα κατά την επίδικη περίοδο, ειδικότερα σε σχέση με τα όσα διαμείφθηκαν μεταξύ των μερών στην Αγγλία, αλλά και όσων έλαβαν χώρα στο γραφείο του κ. Δαμιανού. Η διάθεση της μάρτυρος όπως μην επεκταθεί σε αναφορά γεγονότων, ή όπως μην παραθέσει ενώπιον του Δικαστηρίου την γνώση της ως προς τα τεκταινόμενα κατά τον επίδικο πάντα χρόνο, ή τουλάχιστον, όπως προβεί σε ένα περαιτέρω σχολιασμό ή απάντηση επί της θέσης της απαίτησης περί κατάρτισης προφορικής συμφωνίας ως αντιπρόσωπος του πατέρα της το 2005, για τις επανειλημμένες επισκέψεις της στο γραφείο του κ. Δαμιανού, και υπό ποιαν ιδιότητα, ήταν εμφανής. Η ΜΥ1 απαντούσε κοφτά, σχεδόν μονολεκτικά, εμμένοντας ότι ουδέποτε έκαμε οποιαδήποτε συζήτηση με τον ενάγοντα στην Αγγλία, όπως και ουδέποτε ενήργησε ως αντιπρόσωπος του πατέρα της, μη μπορώντας να δικαιολογήσει όμως, (α) τον λόγο που ο ενάγοντας επικοινώνησε μαζί της το 2007 για ολοκλήρωση της συμφωνίας και όχι με τον πατέρα της, (β) πώς είχε ο πρώτος εντοπίσει τα στοιχεία επικοινωνίας της, αφού ουδέποτε, ως ισχυρίστηκε, είχαν μιλήσει για το πιο πάνω ζήτημα, (γ) γιατί επισκέφθηκε πέραν της μίας φοράς το γραφείο του κ. Δαμιανού παρουσία του ενάγοντα, αφού σκοπός ήταν μόνο, η παράθεση πληροφοριών ως προς την τιτλοποίηση του διαμερίσματος (δ) γιατί ρώτησε τον πατέρα της αν ήταν διατεθειμένος να το πωλήσει και σε ποια τιμή, (ε) γιατί, αν δεν ενεργούσε ως αντιπρόσωπος του πατέρα της, μετέφερε την πρόταση στους ΜΕ1 και ΜΕ2, (στ) γιατί από την μία ήταν διατεθειμένη μαζί με τον πατέρα της όπως πωλήσουν το διαμέρισμα παρά την μη ολοκλήρωση της διαχείρισης, (ζ) ενώ από την άλλη αρνείτο να υπογράψει ως εγγυήτρια της συμφωνίας, ενώ γνώριζε ότι ο ενάγοντας θα ήταν διατεθειμένος όπως καταβάλει το τίμημα των £90.000 (η) ενώ, τέλος, καμία ερώτηση δεν της έγινε, και καμία αναφορά δεν ένιωσε η ίδια ότι ήταν αναγκαία όπως γίνει, αναφορικά με την ρητή επιβαρυντική ως προς το κληρονομικό της μερίδιο επιφύλαξη που αναγράφεται στην διαθήκη του αποβιώσαντα ως προς το μερίδιο της. Η όλη μαρτυρία της άφησε αμφιβολίες και σκιές ως προς τα γεγονότα. Η διάθεση της ΜΥ1 για απόκρυψη ουσιωδών επί της αξίωσης ζητημάτων, συγκεκαλυμένη πίσω από την παράθεση μίας γενικής άρνησης επί των προβαλλόμενων ισχυρισμών της απαίτησης δεν άφησε το Δικαστήριο με καλές εντυπώσεις και κρίνεται ως αναξιόπιστη. Καμία θετική μαρτυρία δεν προσέφερε ως προς τα γεγονότα της υπόθεσης, ούτε μπορούσε ή ήθελε να απαντά ουσιαστικά επί των ζητημάτων που άπτονται είτε επί της συμφωνίας, είτε επί της συναλλαγής, είτε αναφορικά με την προσπάθεια επίτευξης συμφωνίας για την πώληση του διαμερίσματος, ενώ καμία ουσιαστική απάντηση δεν προσέφερε ως προς το γιατί, η ίδια αρνείτο πεισματικά όπως υπογράψει ως εγγυήτρια επί της συμφωνίας, αφού επιθυμία του πατέρα της ήταν όπως πωληθεί το ακίνητο στο ποσό των £90.000, ποσό το οποίο ο ενάγοντας, προς αξιοποίηση των χρημάτων του ήταν έτοιμος να καταβάλει, ως και η παραδοχή της. Η μαρτυρία της κας. XXXXX Τσιάππας ΜΥ2, αφορούσε αποκλειστικά στην κατάθεση του Τεκμηρίου 9, με αυτή να μην αντεξετάζεται από τους συνηγόρους. Η μαρτυρία της, τυπική στην φύση της, παρέμεινε αναντίλεκτη, κρίνεται δε ως αντικειμενική και αξιόπιστη. Η μαρτυρία του κ. Ταλιαδώρου, ΜΥ 3, κρίνεται ως τυπική με το Δικαστήριο να καταλήγει με κάθε σεβασμό ότι αυτή, δεν είχε κάτι ουσιαστικό να προσφέρει στην υπόθεση της υπεράσπισης, αφού το μεγαλύτερο μέρος της αναλώθηκε στην εξιστόρηση των γεγονότων που οδήγησαν στην απόσυρση της αγωγής με αριθμό XXXXX/09, γεγονότα τα οποία είναι αυταπόδεικτα τόσο από μελέτη του δικογραφικού φακέλου, αλλά και από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου
- Ως προς την αναφορά ότι ο αποβιώσαντας ήταν κατηγορηματικός ότι ουδέποτε συνήψε οποιαδήποτε συμφωνία με τον ενάγοντα προσωπικά ή μέσω των παιδιών του, αυτή, με δεδομένο ότι αφορά σε εξ΄ακοής μαρτυρία, οφείλει να αξιολογηθεί δυνάμει των προνοιών των άρθρων 26 και 27 του Κεφ.
- Έχοντας ως γνώμονα την παραδοχή του κ. Ταλιαδώρου ότι τον αποβιώσαντα συνάντησε στα πλαίσια της πελατειακής τους σχέσης μία και μοναδική φορά το 2015 στο χώρο των Δικαστηρίων για λίγα λεπτά, και με δεδομένο ότι η εν λόγω δήλωση έγινε προ ετών, το Δικαστήριο φρονεί ότι καμία ουσιαστική βαρύτητα δεν μπορεί να αποδοθεί σε αυτό το κομμάτι της μαρτυρίας του ΜΥ
- Κρίνεται ότι ο κ. Ταλιαδώρος μετέφερε απλώς τα λόγια του τότε πελάτη του, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι τα λόγια ήταν αληθή. Η προς το αντίθετο θέση του κ Δαμιανού ότι υπήρχε διάθεση πώλησης του διαμερίσματος ως μεταφέρθηκε από τη XXXXX, συνάδει πλήρως με την πορεία της όλης αναζήτησης λύσης από τον ενάγοντα. Νομική Πτυχή/ Ευρήματα: Είναι καλά γνωστό ότι στις πολιτικές υποθέσεις το βάρος απόδειξης της υπόθεσης του φέρει ο ενάγοντας στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Το κριτήριο δεν είναι εάν η θέση του διαδίκου που φέρει το βάρος απόδειξης είναι πιο πιθανή από εκείνη του αντιδίκου του, αλλά κατά πόσον ο διάδικος που φέρει το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών του ικανοποίησε το Δικαστήριο ότι η δική του θέση ή εκδοχή είναι πιο πιθανή παρά όχι (δέστε Μαρσέλ και Άλλων ν Λαϊκής Τράπεζας Κύπρου Λτδ 2001 1 Α.Α.Δ. 1858, Σοφοκλέους ν Κυριάκου
(2010)1 Α.Α.Δ. 6650, Κουκουλή κ.α ν Παπαδημήτρη Π.Ε. 378/10 ημερ. 29.1.16). Η απάντηση και στα τρία ερωτήματα, ως αυτά τέθηκαν ανωτέρω, (βλ. σελ. 4) ήτοι, αν υπήρξε συμφωνία το 2005 για αγορά του διαμερίσματος, αν έδωσε τα χρήματα της προκαταβολής ο ενάγοντας και αν η XXXXX ενήργησε σε οποιονδήποτε στάδιο ως αντιπρόσωπος του πατέρα της, κρίνω, δυνάμει τόσον του ενώπιον μου μαρτυρικού υλικού αλλά και της αξιολόγησης της προσαχθείσας μαρτυρίας, είναι καταφατική. Εξηγώ ευθύς αμέσως το σκεπτικό του Δικαστηρίου, δίδοντας ταυτόχρονα τους λόγους για τους οποίους οι προβαλλόμενες θέσεις της Υπεράσπισης δεν μπορούν να επιτύχουν. Συμφωνία / Συναλλαγή του 2005/ Αντιπροσωπεία: Το Δικαστήριο φρονεί, έχοντας αξιολογήσει και αντιπαραβάλει την δικογραφία, τα κατατεθειμένα τεκμήρια αλλά και την ενώπιον του μαρτυρία ότι ο ενάγοντας είχε συνομιλήσει και καταλήξει το 2005 με την XXXXX Φώτη, ως φερόμενη αντιπρόσωπο του πατέρα της όπως αγοράσει το επίδικο διαμέρισμα. Κατέβαλε ως προς τούτο το ποσό των 20.000 Αγγλικών Λιρών στον XXXXX για μεταφορά του ποσού στην Κύπρο. Η ύπαρξη της συμφωνίας, αλλά και η καταβολή των χρημάτων από μέρους του ενάγοντα επιβεβαιώθηκαν και από τον αποβιώσαντα με την επιστροφή του ενάγοντα στην Κύπρο σε κατ΄ιδίαν συνάντηση τους, παρουσία του XXXXX. Η εν λόγω συμφωνία έλαβε χώραν προφορικά, δυνάμει του άρθρου 10 Κεφ. 149, ενώ ας σημειωθεί ότι η καταβολή του πιο πάνω ποσού από μέρους του ενάγοντα, υπέχει όχι μόνο θέση αντιπαροχής για την υπόσχεση που δόθηκε, ήτοι την πώληση του διαμερίσματος προς όφελος του, αλλά και ως ένα γεγονός που συνηγορεί στην επίδειξη πρόθεσης για κατάρτιση συμφωνίας μεταξύ των μερών. Είναι νομολογιακά γνωστό ότι η πρόταση και η αποδοχή μαζί, συναποτελούν την σύμβαση (άρθρο 2
(2)(β) του Κεφ. 149). Υπενθυμίζονται εδώ αντιστοίχως, οι πρόνοιες των άρθρων 146 και 147 του Κεφ. 149, οι οποίες αφορούν στην πληρεξουσιότητα ενός αντιπροσώπου, με το άρθρο 146 να προσδιορίζει ότι αυτή δύναται να είναι ρητή ή σιωπηρή. Η πληρεξουσιότητα θεωρείται ρητή δυνάμει του άρθρου 147 όταν αυτή παρέχεται προφορικώς ή γραπτώς. Η πληρεξουσιότητα θεωρείται σιωπηρή όταν αυτή συνάγεται από τα περιστατικά της υπόθεσης. Το άρθρο συγκεκριμενοποιεί ότι οτιδήποτε έχει λεχθεί ή γραφτεί ή έχει λάβει χώραν στην συνήθη πορεία της συναλλαγής, μπορούν να θεωρηθούν ως περιστατικά που αφορούν στην υπόθεση. Αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου από όλη την δικογραφία, μαρτυρία, γεγονότα και περιστατικά που έχουν τεθεί ενώπιον του ότι, η XXXXX, ενεργώντας ως αντιπρόσωπος, προέβη σε παραστάσεις στον ενάγοντα, περί πρόθεσης για πώληση του διαμερίσματος, εκ μέρους του πατέρα της, με τον οποίον και ο ενάγοντας είχε τηλεφωνική επικοινωνία ενώ ήταν στην Αγγλία, υποβάλλοντας έτσι σχετική πρόταση, με τον τελευταίο να την αποδέχεται. Η μεταξύ τους συμφωνία αφορούσε στην πώληση και αγορά αντιστοίχως του διαμερίσματος για το ποσό των Λιρών Κύπρου 60.000, θέση η οποία επιβεβαιώθηκε τόσο από τον ενάγοντα, αλλά και από τον ΜΕ2, ο οποίος ανέφερε ότι τα μέρη όταν τον επισκέφθηκαν δεν είχαν αποτυπωμένους γραπτώς, όρους, ενώ καθορισμένο ποσό πώλησης, αρχικώς, ήταν οι Λ.Κ. 60,
- Το Δικαστήριο έχει ήδη κρίνει ως αξιόπιστη και την θέση του ενάγοντα ότι: (α) Η XXXXX παρουσίασε εαυτόν ως το αρμόδιο πρόσωπο για την διεξαγωγή των συνομιλιών στην Αγγλία, (β) Το εν λόγω γεγονός επιβεβαίωσε ο αποβιώσαντας στην τηλεφωνική επικοινωνία που είχε με τον ενάγοντα όταν τα μέρη μιλούσαν στην Αγγλία, (γ) Ενώ δεν δίστασε να επιβεβαιώσει τα πιο πάνω εκ νέου, όταν επισκέφθηκε μαζί με τον ενάγοντα το γραφείο του κ. Ανδρέου για ολοκλήρωση της πράξης και (δ) Προτρέποντας τον ενάγοντα να αναμένει την επιστροφή της XXXXX από τον Καναδά για επιστροφή των χρημάτων του. Δυνάμει των πιο πάνω ευρημάτων του Δικαστηρίου, το τελευταίο δεν διατηρεί καμία αμφιβολία ότι ο αποβιώσαντας με τις πράξεις και συμπεριφορά του άφησε τουλάχιστον να νοηθεί κατά το 2005, ότι η XXXXX ενεργούσε ως αντιπρόσωπος του και/ή το μόνο άλλο αρμόδιο πρόσωπο για την διεξαγωγή συνομιλιών ως προς την πώληση του διαμερίσματος. Αντίστοιχα, η XXXXX, με τις πράξεις και συμπεριφορά της έδωσε στον ενάγοντα την αντίληψη ότι ενεργούσε καθ' όλους τους ουσιώδεις χρόνους εκ μέρους του πατέρα της, και ότι εξέφραζε την δική του βούληση και πρόθεση, τόσο κατά το 2005 αλλά και το 2007 στις κατ΄ιδίαν συναντήσεις με τον ενάγοντα στα γραφεία του κ. Δαμιανού. Συναντήσεις στο Γραφείο του ΜΕ2/ Αντιπροσωπεία: Η υπερασπιστική γραμμή της εναγόμενης 2, είναι ότι η XXXXX ουδέποτε ενήργησε καθ' οιονδήποτε τρόπο που να δίδει την εντύπωση ότι ενεργούσε ως αντιπρόσωπος του πατέρα της. Η υπεράσπιση δηλώνει, ότι ακόμη και αν καταδειχθεί ότι τέτοια συμφωνία είχε συναφθεί, αυτή είναι άκυρη και/ή μη δεσμευτική αφού ο αποβιώσαντας ουδέποτε εξουσιοδότησε την θυγατέρα του να μιλά εκ μέρους του για το επίδικο διαμέρισμα. Με το Δικαστήριο να έχει καταλήξει ως προς την ύπαρξη αντιπροσωπείας κατά το 2005, προχωρώ στην εξέταση του κατά πόσον υπήρξε τέτοια και κατά το έτος
- Είναι οφειλόμενο να λεχθεί ευθύς αμέσως, ότι η θέση της Μηλίτσας, ως αυτή εντόνως προωθήθηκε κατά την ακροαματική διαδικασία ότι οι επισκέψεις της, τρείς στο σύνολο στο γραφείο του κ. Δαμιανού ήταν υπό την ιδιότητα της ως Διαχειρίστρια της Konditerova, καταρρίπτονται από την παραδοχή της κατά την αντεξέταση της ότι η ιδιότητα της ως διαχειρίστρια σε σχέση πάντα με το επίδικο ακίνητο ολοκληρώθηκε όταν το πώλησε στον πατέρα της το 2003, δυνάμει κατατεθειμένου στο Κτηματολόγιο, πωλητηρίου εγγράφου. Παρόλο που τυπικά, η διαχείριση έκλεισε το 2011, η ΜΥ1 παραδέχτηκε, πάντα σε ότι αφορά το διαμέρισμα, ότι αυτό μπορούσε να πωληθεί στον ενάγοντα, αν τα μέρη κατέληγαν στην τιμή. Αξιοσημείωτη δε ήταν και η εμμονή της ότι οι επισκέψεις της στο γραφείο Δαμιανού ήταν υπό την ιδιότητα της ως διαχειρίστρια, και όχι ως αντιπροσώπου του πατέρα της, θέση η οποία έρχεται σε άμεση αντίφαση με την θέση της στην γραπτή της δήλωση (βλ. παρ. 6 και 7), όπου αναφέρει ότι: «Πριν μεταβώ στο γραφείο του κ.Δαμιανού, ρώτησα τον πατέρα μου κατά πόσο επιθυμούσε να πωλήσει το διαμέρισμα και μου ανέφερε πως θα το πωλούσε μόνο εάν του καταβαλλόταν το ποσό των Λ.Κ.90.
- Στην βάση των πιο πάνω, στο γραφείο του κ. Δαμιανού, αφού τους εξήγησα ότι ακόμα δεν είχε εκδοθεί ξεχωριστός τίτλος του διαμερίσματος, με αποτέλεσμα το διαμέρισμα να μη είχε μεταβιβαστεί στον αποβιώσαντα πατέρα μου, ανέφερα στον ενάγοντα και στον κ. Δαμιανού ότι όπως μου είχε αναφέρει ο πατέρας μου, το διαμέρισμα πωλούσε μόνο στην τιμή των 90.000Λ.Κ.» Αυτή της η θέση, σε συνδυασμό με την παραδοχή ότι ο ενάγοντας δεν επικοινώνησε με τον Κυπρή για τα περαιτέρω, αλλά μαζί της, με σκοπό την ολοκλήρωση της συμφωνίας, συνιστούν περιστατικά τα οποία συνηγορούν υπέρ της θέσης ότι τόσο ο αποβιώσαντας, όσο και η XXXXX άφησαν αντιστοίχως τον ενάγοντα να πιστεύει ότι υπήρχε σχέση αντιπρόσωπου- αντιπροσωπευόμενου. Υπογραμμίζεται ότι δεν μπορεί να σταθεί στην βάσανο της λογικής η θέση ότι η XXXXX Φώτη είχε λόγο όπως επισκεφθεί, ως θέση αναντίλεκτη από πλευράς υπεράσπισης, το γραφείο του κ. Δαμιανού, πέραν της μίας φοράς, αν μοναδικός σκοπός ήταν απλά η παράθεση πληροφόρησης ως προς την πορεία έκδοσης τίτλων. Ούτε μπορεί να γίνει πιστευτή η θέση της ότι σε καμία εκ των τριών συναντήσεων δεν της τέθηκε το ζήτημα, που διακαώς ο ενάγοντας προσπαθεί από το 2009 να επιλύσει μέσω δικαστικών διαδικασιών, περί επιστροφής ή αξιοποίησης του ήδη δοθέντος ποσού των 20.000 Στερλινών. Η επίσης αρχική της θέση ότι σε καμία από τις συναντήσεις δεν υπήρξε πρόταση για αγορά του διαμερίσματος από τον Χριστοφόρου ακόμη και στην νέα, διεκδικηθείσα τιμή των £90.000, σύντομα άλλαξε με την ίδια να αποκαλύπτει ότι ο λόγος που δεν κατέληξαν σε συμφωνία ήταν γιατί της ζητήθηκε όπως η ίδια, τυπικώς, ως διαχειρίστρια ακόμη της περιουσίας της Konditerova, υπογράψει την συμφωνία ως εγγυήτρια, κάτι το οποίο αρνήθηκε όπως πράξει. Τα πιο πάνω γεγονότα και ευρήματα του Δικαστηρίου ως προς την ύπαρξη σχέσης αντιπροσωπείας βρίσκουν έρεισμα στα κριτήρια που έχει θέση η Νομολογία που ένα Δικαστήριο οφείλει όπως λάβει υπόψιν κατά την εξαγωγή ευρημάτων περί των ως άνω, τα οποία εδώ, πληρούνται σωρευτικά. Στην Paneuropean Isuarance Co Ltd v Νίκου Χειμάρη
(2004)1 Α.Α.Δ. 713, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Από την όλη συμπεριφορά της τελευταίας πρoέκυπτε ότι αυτή παρίστανε ή επέτρεπε να παρίσταται πως η Eurohouse ήταν ο αντιπρόσωπος της για είσπραξη των οφειλομένων. Τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης βρίσκουν εφαρμογή στην αυθεντία Φιλική Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ ν Κατερίνας Δημήτρη
(1999)1 ΑΑΔ 551 στην οποία, με παρόμοια εν πολλοίς γεγονότα, έχουν λεχθεί τα εξής: Είναι γεγονός πως ουδέποτε η εφεσίβλητη ήλθε σε κατ΄ευθείαν επαφή με τους ίδιους τους εφεσείοντες, δηλαδή με λειτουργούς τους. Ούτε υπήρξε μαρτυρία για ρητή παράσταση από την πλευρά των εφεσειόντων πως η τράπεζα ήταν αντιπρόσωπος τους. Είναι επίσης ορθό πως δεν υπήρχαν στοιχεία που να θεμελίωναν ότι πράγματι η τράπεζα ήταν αντιπρόσωπος των εφεσειόντων. Αυτή η επιπρόσθετη διαπίστωση του πρωτόδικου δικαστηρίου δεν υποστηρίζεται από τη μαρτυρία. Όμως οι αρχές ως προς τη φαινόμενη πληρεξουσιότητα, που αποτέλεσε ανεξάρτητο και αυτοτελές έρεισμα, υπερβαίνουν και τα δύο. Δεν προϋποθέτουν ρητή παράσταση απαραιτήτως. Αρκεί συμπεριφορά δια της οποίας κάποιος παριστά ή επιτρέπει να παρίσταται πως άλλος είναι αντιπρόσωπος του. Το γεγονός ότι δεν είναι στην πραγματικότητα αντιπρόσωπος του, με ρητή ή έστω σιωπηρή πληρεξουσιότητα, όχι μόνο είναι αδιάφορο αλλά αποτελεί και το λόγο της γέννησης των αρχών δικαίου ως προς τις επιπτώσεις από τέτοια παράσταση. Τίθεται ζήτημα ευθύνης από φαινόμενη πληρεξουσιότητα ακριβώς επειδή δεν υπάρχει πράγματι τέτοια». Στο Σύγγραμμα των Pollock & Mulla «The Indian Contract & Specific Relief Acts» 16η εκδ. σελ.1637-1638, αναφέρονται τα ακόλουθα: «Apparent or ostensible authority is that authority of the agent which appears to others.. Under the doctrine of apparent authority, a principle represents, or as regarded by law as representing, that another has authority; the principal is then bound as against a third party by the acts of that other person within authority which that person appears to have, though he had not..». «The relationship of principal and agent can be brought about by implication of law on a particular situation arising or from the necessity of a case. Transaction within the authority of the agent is valid, whether beneficial to the principal or not». Στην Φιλική Ασφαλιστική Εταιρεία (ante), οι επιπτώσεις ουσιαστικά τις φαινόμενης αντιπροσωπείας επεξηγήθηκαν ως ακολούθως μέσω Δικαστικού Λόγου: «Οι συνέπειες από την φαινόμενη πληρεξουσιότητα βρίσκουν έρεισμα κατά τα επικρατούντα, στις αρχές του κωλύματος (estoppel) που αποτελούν μέρος του δικαίου μας κατά το άρθρο 29 του Ν. 14/60 αφού δεν μπορεί να θεωρηθεί, ούτε βέβαια προβλήθηκε τέτοιος ισχυρισμός, ότι αποκλείονται από τις διατάξεις του Κεφ. 149 (βλ. Παίκκος ν Κοντεμενιώτη
(1989)1 C.L.R.50). Βρίσκεται στον πυρήνα της δέσμευσης η εμφάνιση των πραγμάτων όπως αυτή μπορεί να συνδεθεί προς παράσταση, ρητή ή με την συμπεριφορά. Κωλύεται εκείνος που παριστά ή που επιτρέπει με αυτόν τον τρόπο να παρίσταται άλλος ως αντιπρόσωπος του, να αρνηθεί δέσμευση όταν τρίτος, στηριγμένος σ'αυτήν την παράσταση, ενεργεί προς βλάβη του ή, ακόμα ευρύτερα, διαφοροποιεί την θέση του». Αποτελεί συνεπώς κατάληξη του Δικαστηρίου, δυνάμει όλων των ανωτέρω, ότι ο αποβιώσαντας έδωσε στον ενάγοντα να αντιληφθεί ότι η XXXXX τον αντιπροσώπευε, η δε XXXXX επέδειξε με την σειρά της τέτοια συμπεριφορά η οποία να συνηγορούσε προς το συγκεκριμένο γεγονός. Ως αποτέλεσμα, ο ενάγοντας διαφοροποίησε την θέση του, βασιζόμενος επί αυτής της εντύπωσης, καταβάλλοντας προς τούτο, ποσό 20.000 Αγγλικών Λιρών. Υπεράσπιση: Ένας από τους κεντρικότερους άξονες υπεράσπισης βασίζεται στην επιχειρηματολογία του κ. Τσαρδελλή ότι ο ενάγοντας απέτυχε να αποδείξει την σύναψη οποιασδήποτε συμφωνίας. Αυτό γιατί, ως προωθεί, ο ενάγοντας:
(1)Δεν δικογράφησε το ποσό των Λ.Κ. 60.000, αλλά των Λ.Κ. 90.000 (παρ. 3 (α) Απαίτησης,
(2)Δεν δικογράφησε το νομικό κώλυμα που παρουσιάστηκε κατά την επίσκεψη των μερών στο γραφείο του κ. Ανδρέου, παρά μόνο περιορίστηκε στην δικογράφηση περί μη συνεργασίας και/ή άρνησης του αποβιώσαντα και/ή του αντιπροσώπου του όπως συναινέσει στην ολοκλήρωση της πώλησης (παρ. 3(γ) Απαίτησης),
(3)Δικογράφησε ότι παρέδωσε τα χρήματα στον αποβιώσαντα και/ή στην εναγόμενη 1 ως αντιπρόσωπο του (παρ. 3(β) της Απαίτησης, θέση η οποία αντιτίθεται με την ζώσα μαρτυρία του, όπου ανέφερε ότι τα χρήματα έδωσε στον XXXXX για να τα φέρει στην Κύπρο,
(4)Δεν έφερε τον XXXXX να μαρτυρήσει, μη προσκομίζοντας έτσι, ενώπιον του Δικαστηρίου την καλύτερη δυνατή μαρτυρία, αποτυγχάνοντας με αυτόν τον τρόπο όπως παρουσιάσει οτιδήποτε, που να συνηγορεί με την θέση του ότι κατέβαλε τα χρήματα που αξιώνει. Με τις θέσεις
(1)μέχρι
(3)ανωτέρω, το Δικαστήριο δεν μπορεί να συμφωνήσει. Ως προς το σημείο
(1), είναι αρκετό να λεχθεί ότι η δικογράφηση του ποσού των «Λ.Κ. 90.0000 ή και για ποσό που συμφωνήθηκε» δεν μπορεί να αποτελέσει τροχοπέδη στην παρουσίαση μαρτυρίας εκ μέρους του ενάγοντα ότι το αρχικώς συμφωνηθέν ποσό ήταν Λ.Κ. 60.000, ενώ αυτό αργότερα ήθελε η XXXXX όπως διαμορφωθεί σε Λ.Κ.90.
- Το Δικαστήριο δεν κρίνει ότι ο ενάγοντας απέτυχε όπως αποδείξει την ύπαρξη συμφωνίας λόγω μη επαρκούς δικογράφησης του ποσού των Λ.Κ.60.
- Εν πάση δε περιπτώσει, τονίζεται ότι, το ποσό που διεκδικεί ο ενάγοντας αφορά στο ποσό της προκαταβολής που είχε δώσει, ήτοι το ποσό των Αγγλικών Στερλινών 20.000 και κανένα άλλο. Επιπλέον, ως προς τα σημεία
(2)και
(3)καταγράφονται τα εξής. Αποτελεί πάγια νομολογία ότι στα Δικόγραφα πρέπει να καταγράφονται με απλό, συνοπτικό και περιεκτικό τρόπο, οι θέσεις των μερών ως προς τα γεγονότα που συνθέτουν το αγώγιμο τους δικαίωμα. Έχει πολλάκις τονιστεί μέσω της Νομολογίας, ότι μαρτυρία δεν έχει θέση στην δικογραφία. Συνεπώς, καμία θέση δεν έχουν στο δικόγραφο της απαίτησης, ούτε το σημείο
(2), ούτε το σημείο
(3), ανωτέρω. Ούτε η κατ΄ισχυρισμόν μη δικογράφηση των θέσεων αυτών, εκθεμελιώνει την βάση αγωγής. Η μαρτυρία που αφορά στο κομμάτι επίσκεψης του ενάγοντα με τον αποβιώσαντα στα γραφεία του Κ. Ανδρέου, αφορά μαρτυρία που ορθώς παρουσιάστηκε κατά την ακροαματική διαδικασία προς επίρρωση των θέσεων και προσπαθειών που καταγράφονται στην παράγραφο 3(γ) της Απαίτησης του ενάγοντα για αξιοποίηση των χρημάτων του. Μάλιστα, προσεκτική ανάγνωση της παραγράφου αποκαλύπτει τις προσπάθειες που έκανε σε δύο διαφορετικές χρονικές περιόδους, με την παράγραφο να διαβάζει: «3(γ) Παρά τις προσπάθειες και καλή θέληση του ενάγοντα οι διάδικοι δεν προχώρησαν ή και δεν κατέληξαν σε γραπτή συμφωνία ή και συμβόλαιο αφού από πλευράς XXXXX Φ. Κυπρή ή και εναγόμενης 1 ζητείτο η είσπραξη όλου του συμφωνηθέντος τιμήματος ή και σχεδόν όλου, προτού επιτευχθεί η ξεχωριστή εγγραφή του διαμερίσματος και/ή μεταβίβαση διαδοχικά ή και κατ΄ευεθείαν στον ενάγοντα. Προσπάθειες για κατάρτισης συμφωνίας ή και συμφωνητικού εγγράφου έγιναν και περί τα τέλη του 2007 ή και εντός του 2007 πλην όμως ο XXXXX Φ. Κυπρή ή και εκπρόσωπος ή και αντιπρόσωπος του ή και το πρόσωπο μέσω του οποίου ενεργούσε ή και η εναγόμενη 1 αρνείτο να συνεργαστεί ή και δεν συναινούσε στην ολοκλήρωση της πώλησης». (τονισμός δικός μου). Όσον αφορά τον XXXXX, ας λεχθεί ότι ήταν η ξεκάθαρη θέση του ενάγοντα ότι τα χρήματα τα είχε παραδώσει στον Φώτη να τα φέρει Κύπρο. Όντως πρόκειται περί αντίφασης μεταξύ της ζώσας μαρτυρίας του ενάγοντα και της δικογραφίας του επί του σημείου. Αυτή όμως η αντίφαση, κρίνει το Δικαστήριο δεν είναι τέτοιας σημασίας που να μπορεί να δώσει έρεισμα στο επιχείρημα του συνηγόρου υπεράσπισης ότι δεν υπήρξε ποτέ, συμφωνία. Σημασία δεν έχει ποιος μετέφερε τα χρήματα στην Κύπρο, αλλά κατά πόσον αυτά καταβλήθηκαν τελικώς στον αποβιώσαντα προσωπικά ή μέσω της XXXXX ως αντιπροσώπου του ως αντιπαροχή για την μεταξύ τους συμφωνία. Σημειώνεται ότι το Δικαστήριο έχει ήδη αποδεχθεί ως αξιόπιστη την μαρτυρία του ενάγοντα, αλλά και του ΜΕ2 περί επιβεβαίωσης καταβολής του εν λόγω ποσού από μέρους του ενάγοντα από τον αποβιώσαντα, με τα χρήματα τελικώς να λαμβάνει η XXXXX σε λογαριασμό της, την επιστροφή της οποίας ανέμεναν από τον Καναδά για να τα επιστρέψει. Υπογραμμίζεται ότι αυτός ο βαθμός λεπτομέρειας στην περιγραφή της πορείας των χρημάτων από μέρος του ενάγοντα, προσδίδει ειλικρίνεια και αξιοπιστία στην όλη του μαρτυρία, όπως επίσης και η άμεση αποδοχή του ότι τα χρήματα είχε παραδώσει στον XXXXX για να τα φέρει Κύπρο, με τελικό παραλήπτη τον Κυπρή. Ως προς το μέρος της επιχειρηματολογίας της υπεράσπισης που αφορά στην μη προσκόμιση της καλύτερης δυνατής μαρτυρίας από πλευράς ενάγοντα, (σημείο 4), υπενθυμίζεται η βασική αρχή ότι, έκαστη πλευρά και έκαστος διάδικος έχει το αναφαίρετο δικαίωμα όπως παρουσιάσει την υπόθεση του με τον τρόπο και στην έκσταση με την οποία επιθυμεί, νοουμένου πάντοτε, ότι αυτή είναι εντός των πλαισίων της δικογραφίας του και του γενικότερα ορθού δικονομικού, και αποδεικτικού πλαισίου. Ο κ. Τσαρδελλής δηλώνει ότι το Δικαστήριο κατά την εξέταση της προσκομισθείσας εξ' ακοής μαρτυρίας, δυνάμει του άρθρου 27
(3)του Κεφ. 9, οφείλει όπως αξιολογήσει αυτήν μη παραγνωρίζοντας το γεγονός ότι ο διάδικος μπορούσε, να προσκομίσει την καλύτερη δυνατή μαρτυρία και δεν το έπραξε. Το Δικαστήριο δεν μπορεί να συμφωνήσει με αυτήν την θέση του συνηγόρου. Η μαρτυρία του ενάγοντα αφορά σε άμεση μαρτυρία του ιδίου, με αναφορά στα επίδικα γεγονότα ως αυτός τα βίωσε και τα θυμάται. Ο ενάγοντας σε κανένα σημείο της μαρτυρίας του δεν έκανε αναφορά σε λόγια ή παραστάσεις που του είχαν λεχθεί εκ μέρους του XXXXX, συνεπώς, καμία σχετικότητα δεν έχει εδώ το άρθρο 27
(3)του Κεφ.
- Η επιλογή του ενάγοντα όπως μην καλέσει τον XXXXX προς επίρρωση της θέσης του ότι τα χρήματα παραδόθηκαν στον αποβιώσαντα δεν συνιστά ούτε παραβίαση του κανόνα της καλύτερης δυνατής μαρτυρίας, ούτε ισοδυναμεί με απόδειξη της μη ύπαρξης συμφωνίας. Ούτε όφειλε ο ενάγοντας, ως ισχυρίζεται ο συνήγορος της εναγόμενης 2, καθηκόντως, όπως καλέσει τον XXXXX. Κατά πόσον αυτή η επιλογή του ενάγοντα θα είχε αντίκτυπο ή όχι στην απόδειξη της υπόθεσης του, αποτέλεσε ενδεχομένως, ρίσκο, το οποίο και ανέλαβε. Στην παρούσα περίπτωση, η έλλειψη μαρτυρίας εκ μέρους του XXXXX για την παράδοση των χρημάτων στον πατέρα του, ουδόλως επηρέασε στην προώθηση και τελικώς απόσειση του αποδεικτικού βάρους που του αναλογεί. Ως πιθανότητα δε, υπήρχε πάντοτε, η κλήτευση του συγκεκριμένου μάρτυρα, αν επιθυμούσαν, από πλευράς υπεράσπισης για υποβολή ερωτήσεων σε σχέση και με την λήψη των χρημάτων, και με την παράδοση τους στον Κυπρή. Ούτε με την εισήγηση ότι η έλλειψη τιμολογίου ή απόδειξης για την ανάληψη των χρημάτων εκ μέρους του ενάγοντα επενεργεί καταλυτικά ή σε τέτοιο βαθμό που να οδηγεί αναπόφευκτα την αγωγή σε απόρριψη, ειδικά από την στιγμή που το Δικαστήριο έχει αποδεχθεί την αξιόπιστη θέση του ενάγοντα ότι μεταξύ των διαδίκων, και ειδικότερα μεταξύ ενάγοντα και XXXXX υπήρχε σχέση εμπιστοσύνης, παρά τον προβληματισμό που αυτή η έλλειψη προκάλεσε στο Δικαστήριο. Αγωγή XXXXX/09 και Αίτηση για Προσθήκη Διαδίκου Οφείλει εδώ το Δικαστήριο όπως τουλάχιστον σχολιάσει επί των θέσεων του συνηγόρου υπεράσπισης περί των αντιφάσεων που κατ΄ισχυρσμόν εντοπίζονται στην δικογραφία του ενάγοντα μεταξύ της αρχικώς καταχωρηθείσας αγωγής και της παρούσας. Καμία ουσιαστική αντίφαση δεν διαπιστώνει το Δικαστήριο μεταξύ των δύο Εκθέσεων Απαιτήσεως. Ο ενάγοντας στην αγωγή με αριθμό XXXXX/09 (Τεκμήριο 9), η οποία στρεφόταν αποκλειστικά εναντίον του αποβιώσαντα, δικογράφησε προσηκόντως, στις παραγράφους 3(α) μέχρι (γ) ότι, το 2005 είχε συμφωνήσει με τον εναγόμενο, του τελευταίου ενεργούντως προσωπικά ή και μέσω του XXXXX και/ή της XXXXX για την αγορά του διαμερίσματος, ότι τα χρήματα κατέβαλε στον εναγόμενο μέσω των αντιπροσώπων αυτού, όπως επίσης δικογραφεί ότι οι προσπάθειες για κατάρτιση συμφωνίας απέτυχαν λόγω της άρνησης του εναγόμενου και των αντιπροσώπων αυτού, με τους τελευταίους να υπαναχωρούν από την αρχική τους συμφωνία για πώληση. Συνεπώς, οι θέσεις του ενάγοντα, και κατά το 2009, αλλά και το 2013, όσον αφορά στην δικογραφία του, παρέμειναν ουσιαστικά αναλλοίωτες. Ο λόγος καταχώρησης της αίτησης για προσθήκη διαδίκου (μέρος του Τεκμηρίου 9), ήταν οι προβαλλόμενες θέσεις του εναγόμενου ως αυτές περιγράφονται στην ένορκη δήλωση που συνόδευε το αίτημα ημερομηνίας 26.10.12 ότι: «Ο εναγόμενος όπως αντιλήφθηκα ιδίως μετά την τελευταία δικάσιμο προβάλλει τον ισχυρισμό ότι ο ίδιος εκπροσωπείτο από την XXXXX Φώτη, δεν έλαβε ο ίδιος τα χρήματα αλλά η XXXXX Φώτη και ότι στο διαμέρισμα που αφορούσε το εν λόγω πωλητήριο πραγματικός ιδιοκτήτης είναι η XXXXX Φώτη. Παρά την από πλευράς μου προβολή αντίθετων ισχυρισμών και έχοντας υπόψη τις θέσεις που εναγομένου σε εκ νέου μελέτη της υπόθεσης και όλων των στοιχείων και γεγονότων καθίσταται φανερή η ανάγκη για τροποποίηση του κλητηρίου εντάλματος και της έκθεσης απαίτησης ώστε να προστεθεί στην διαδικασία και η XXXXX Φώτη από την οποία ισχυρίζεται στην ουσία ο εναγόμενος ότι έχω βάσιμη απαίτηση με σκοπό να μπορούν να εκδικαστούν πλήρως και τελικώς όλα τα επίδικα θέματα μεταξύ όλων των αναγκαίων διαδίκων και εμπλεκομένων στην επίδικη συναλλαγή ή και υπόθεση προσώπων. Παρά την καταχώρηση της υπεράσπισης του εναγόμενου στις 12/12/2011 οι πιο πάνω θέσεις που δεν είχαν δικογραφηθεί συγκεκριμένα σε σχέση μάλιστα με την XXXXX Φώτη. ..... Πιστεύω επίσης κατά την ίδια πληροφόρηση και συμβουλή ότι δεν υπάρχει από μέρους μου καθυστέρηση στο αίτημα μου αφού η νέα μελέτη έγινε πρόσφατα μετά τη δικάσιμο της 4ης Οκτωβρίου 2012 και αφού επιβεβαιώθηκε από εμένα και η παρουσία της Καθ' ης η αίτηση στην Κύπρο η οποία εάν ήθελε εγκριθεί η αίτηση θα καταστεί διάδικος». Παρά την θέση της XXXXX στην ένσταση ημερομηνίας 29.3.13 ότι ο ενάγοντας προσπαθούσε βασιζόμενος στα λεγόμενα του πατέρα της να στοιχειοθετήσει υπόθεση εναντίον της, δεν μπορώ επουδενί να συμφωνήσω με την θέση του συνηγόρου υπεράσπισης ότι η αγωγή XXXXX/09 και η παρούσα είναι αντιφατικές μεταξύ τους ή δείχνουν ξεκάθαρα την αβεβαιότητα του ενάγοντα ως προς την στοιχειοθέτηση της υπόθεσης του. Και αυτό γιατί εξ' αρχής ο ενάγοντας, ήτοι από το 2009, δικογραφούσε την ύπαρξη συμφωνίας και την καταβολή των χρημάτων με τον αποβιώσαντα μέσω του ιδίου ή δια μέσω των αντιπροσώπων τους, γνωρίζοντας πολύ καλά, σε αντίθεση με τα όσα δηλώνει η XXXXX, ότι ο ίδιος έδωσε τα χρήματα προς αυτόν τον σκοπό. Είναι πρόδηλο, από τα ενώπιον του Δικαστηρίου γεγονότα, ότι υπήρξε συμπαιγνία μεταξύ αποβιώσαντα και XXXXX μετά την σύναψη της συμφωνίας. Eνώπιον Δικαστηρίου όμως, προέβαινε σε παραστάσεις ότι τα χρήματα τα είχε λάβει η XXXXX, από την οποία ο ενάγοντας όφειλε να τα διεκδικήσει, αποδεχόμενος έτσι, και την ύπαρξη συμφωνίας μεταξύ των αντιπροσώπων του και του ενάγοντα. Οι πιο πάνω παραστάσεις του αποβιώσαντα ήταν που οδήγησαν τον ενάγοντα στην καταχώρηση της προαναφερθείσας αίτησης. Η δε XXXXX, εκμεταλλευόμενη την ηλικία του πατέρα της, υποστήριζε στην ένορκη της δήλωση, ότι: «.ο πατέρας μου ο οποίος είναι ηλικίας 94 ετών, γεννήθηκε το 1919, αυτό που ισχυρίστηκε στη δικάσιμο είναι ότι το επίδικο διαμέρισμα το αγόρασε από εμένα που ήμουν διαχειρίστρια της περιουσίας της αποβιώσασας Konditerova. Εν πάση περιπτώσει, ο εναγόμενος πατέρας μου, μετά το θάνατο του δικηγόρου του, κ. XXXXX Ιντιάνου εμφανιζόταν στο Δικαστήριο μόνος του και λόγω της προχωρημένης ηλικίας του και επειδή παρουσιάζει σύγχυση και βαρηκοΐα, δεν μπορούσε και/ή δεν ήταν ικανός να καταθέσει τα διάφορα γεγονότα και περιστατικά τα υπόθεσης». Ούτε με την θέση του συνηγόρου Υπεράσπισης μπορεί το Δικαστήριο να συμφωνήσει ότι ο ενάγοντας δεν έχει αποδείξει την αξίωση του γιατί, σε αίτηση του ημερομηνίας 11.6.14 για απόφαση εναντίον του εναγόμενου 2 (προτού αποβιώσει) λόγω παράλειψης καταχώρησης σημειώματος εμφάνισης, δήλωνε, ότι τα χρήματα είχε δώσει σε αυτόν προσωπικά. Είναι αυταπόδεικτο από τον φάκελο του Δικαστηρίου ότι: (α) μέχρι εκείνη την ημερομηνία η αγωγή δεν είχε επιδοθεί στην Μηλίτσα, (β) ότι ο εναγόμενος 2 δεν είχε καταχωρήσει εμφάνιση και (γ) ότι ο ενάγοντας, ορθά κινούμενος δικονομικά, προώθησε αίτηση για λήψη απόφασης υπέρ του. Μάλιστα, στην παράγραφο 3 της ένορκης δήλωσης που συνόδευε το αίτημα του κατέγραψε, ως ήταν πάντοτε θέση του, ότι: «Περί τους πρώτους μήνες του 2005 συμφώνησα με τον εναγόμενο 2 με την εμπλοκή και διαμεσολάβηση της εναγόμενης 1 να αγοράσω από τον εναγόμενο 2, XXXXX Κυπρή το πιο πάνω διαμέρισμα για το ποσό των Λ.Κ.90.
- Για σκοπούς προκαταβολής και με σκοπό στην συνέχεια να προχωρήσουμε με γραπτή συμφωνία κατέβαλα τότε στον εναγόμενο 2 το ποσό των Λ.Κ.18.
- Όταν αργότερα ήρθα στην Κύπρο προσπάθησα μιλώντας κυρίως με την θυγατέρα του εναγόμενου 2 αλλά και τον ίδιο να υπογραφεί γραπτό συμβόλαιο με κατάλληλους όρους σε ότι αφορά την εν λόγω αγορά». Στην παράγραφο 4 συνεχίζει, λέγοντας: «Ενόψει των πιο πάνω και του ότι η συμφωνία δεν μπορούσε να προχωρήσει ζήτησα την επιστροφή των χρημάτων που κατέβαλα, πλην όμως αν και ο εναγόμενος 2 αρχικά συμφώνησε αργότερα τόσο αυτός οσο και η θυγατέρα του εναγόμενη 1 με την οποία μιλούσα αρνούντο να συνεργαστούν και να μου επιστραφεί το ποσό των Λ.Κ. 18.000 που πλήρωσα. Διευκρινίζω ότι ήταν αποδεκτό και ξεκάθαρο και για τον εναγόμενο 2 ότι καμία πώληση διαμερίσματος δεν μπορούσε να γίνει, ότι ναυάγησε κάθε προσπάθεια επίτευξης τελικού κειμένου συμφωνίας και ότι όφειλε να μου καταβάλει το ποσό που είχα προκαταβάλει». Οφείλω εδώ να σημειώσω ότι δεν μπορεί να αντέξει στην βάσανο της λογικής ότι ο ενάγοντας, χωρίς κανένα έρεισμα, και χωρίς να έχει λάβει χώραν οποιαδήποτε προφορική συμφωνία, αποφάσισε όπως καταβάλει ποσό 20.000 Στερλινών, το οποίο διακαώς προσπαθεί εδώ και 12 χρόνια να ανακτήσει, προωθώντας σθεναρά, επωμιζόμενος δικηγορικά έξοδα, δικαστικές διαδικασίες, με μοναδικό σκοπό να κτίσει υπόθεση εναντίον της XXXXX ή εναντίον της περιουσίας του αποβιώσαντα, χωρίς να έχει προηγηθεί σύμβαση για πώληση του ακινήτου. Παράβαση Σύμβασης/ Αρχή της Αποκατάστασης : Με το Δικαστήριο να έχει καταλήξει ως προς την ύπαρξη συμφωνίας, την καταβολή χρημάτων εκ μέρους του ενάγοντα και την σχέση αντιπροσωπευόμενου - αντιπροσώπου ως ανωτέρω, κρίνω ότι ο ενάγοντας δικαιούται βάση και της Νομολογίας (Φιλική Ασφαλιστική Εταιρεία), στην επιστροφή των χρημάτων που κατέβαλε, με δεδομένη πάντα την ενώπιον του Δικαστηρίου παραδοχή της XXXXX ότι ο λόγος που η αρχική συμφωνία δεν μετεξελίχθηκε και δεν αποτυπώθηκε γραπτώς ήταν λόγο υπαναχώρησης της ίδιας, όχι υπό την προσωπική της ιδιότητα, ως ισχυρίστηκε, αλλά σε συνέχεια της αντιπροσώπευσης του πατέρα της, με την ίδια να αρνείται όπως υπογράψει την συμφωνία ως εγγυήτρια/ Διαχειρίστρια της περιουσίας της Konditerova, θέση οξύμωρη και άκρως αντιφατική με την μαρτυρία της ότι η ίδια είχε μεταβεί στο γραφείο του κ. Δαμιανού αποκλειστικά υπό την ιδιότητα της ως διαχειρίστρια της Konditerova. Αν ήταν όντως υπό αυτήν την ιδιότητα της που μετέβηκε στα γραφεία του ΜΕ2 πέραν της μίας φοράς, τότε προς τι η άρνηση της για παράθεση μίας τυπικής υπογραφής της ως εγγυήτριας, από την στιγμή που ο αποβιώσαντας είχε δώσει οδηγίες για πώληση του ακινήτου στο ποσό των £90.000 και ο ενάγοντας πρόθυμος να τα καταβάλει; Η υπαναχώρηση της Μηλίτσας συνεπώς από την ολοκλήρωση της μεταξύ των μερών συμφωνίας, δεσμεύει τον αποβιώσαντα, με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που δέσμευσε αυτόν το 2005, όταν δυνάμει των παραστάσεων της XXXXX, τα μέρη εισήλθαν σε συμφωνία. Η εν λόγω υπαναχώρηση από την συμφωνία, η οποία εξ΄ορισμού οδήγησε στον τερματισμό της, ως αυτός έγινε αποδεκτός από τον ενάγοντα, δίδει το δικαίωμα στον ενάγοντα μέσω καταχώρησης της παρούσας αγωγής να διεκδικεί αποζημιώσεις και την επιστροφή των χρημάτων του. Στο παρακλητικό (Α) της παραγράφου 8 της Απαίτησης του, ο ενάγοντας δεν αξιώνει την υπέρ του επιδίκαση αποζημιώσεων, παρά μόνο την επιστροφή των χρημάτων του. Αυτή την θεραπεία, δηλαδή την αποκατάσταση του ενάγοντα στην θέση που ήταν, μπορεί το Δικαστήριο να την αποδώσει αφού: «In cases where specific performance or injunction is not available, or is not claimed, the buyer's basic remedy whether the seller repudiates is to accept the repudiation, treat the contract as discharged, recover any money paid under it and claim damages for breach» (βλ. "Remedies for Breach of Contract", N. Henderson, B.A. Barrister, 1976, σελ. 2, The College of Law). Στο πιο πάνω Σύγγραμμα σελ. 5, διαβάζουμε τα ακόλουθα αναφορικά με την αρχή της αποκατάστασης (Restitution). « So much for the buyer's right of rescission. One of his main remedies when he does treat the contract as discharged for breach is to recover any money already paid under the contract to the seller. This is a quasi-contractual remedy, and under the present law is available only where the consideration for which the money was paid has wholly failed». Ως έχει λεχθεί στην Johnson v Dodgen, του Ανωτάτου Δικαστηρίου της πολιτείας Iowa , Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής, 451, N.W. 2d 168, 1990: «There is a difference between lack of consideration and failure of consideration. A lack of consideration means no contract was ever formed. In contrast, a failure of consideration, means the contract is valid when formed but becomes unenforceable because the performance bargained for was not rendered. Failure of consideration covers every case where a contractual obligation is not performed irrespective of the fault of the breaching party.; but is nonetheless a failure of consideration discharging the other party from his duty to perform under the contract, giving him the right to the restitution of payments already made or other benefits conferred». Αντιστοίχως, στην Αρχιππέα Σύμβουλοι Επενδύσεων Λτδ κ.α ν Κακαβού Π.Ε. 278/10 ημερ. 15.10.15, το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε, εξετάζοντας ζητήματα παράβασης σύμβασης και έλλειψης αντιπαροχής ότι: «Σε περίπτωση μη εφαρμογής της συμφωνίας εξ υπαιτιότητας ενός των μερών, το αναίτιο μέρος δικαιούται στο δίκαιο των αποζημιώσεων να ακυρώσει τη σύμβαση ώστε να μην είναι ο ίδιος υπόλογος για οποιαδήποτε δική του υποχρέωση, να ανακτήσει οποιοδήποτε ποσό κατέβαλε και να αναζητήσει αποζημιώσεις για απώλεια κέρδους ή οποιαδήποτε απώλεια έχει υποστεί λόγω της παράβασης της συμφωνίας, (δέστε Ποντίκη ν. Κωνσταντινίδη
(2004)1 Α.Α.Δ. 875 και Πολυβίου: «Το Δίκαιο των Συμβάσεων» σελ. 744, κ.ε.)... Όμως και η αποκατάσταση, που είναι στο επίκεντρο των αποζημιώσεων για την παράβαση της συμφωνίας, μπορούσε να δοθεί εφόσον στην ουσία δεν δόθηκε καμία απολύτως αντιπαροχή εκ μέρους των εφεσειόντων. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα των Koffan and Macdonald: "The Law of Contract" 6η έκδ. σελ. 577-578, παρ. 21.25, κατά κανόνα στην περίπτωση όπου ο ενάγων έχει ωφελέσει τον εναγόμενο με την καταβολή χρημάτων, η διάρρηξη της συμφωνίας θα επιφέρει τον τερματισμό της ώστε να είναι δυνατή η αποκαταστατική θεραπεία χωρίς να θεωρείται ότι υπάρχει άλλη επέμβαση στις δοσοληψίες των διαδίκων. Η βάση της ανάκτησης είναι ο πλουτισμός του εναγομένου και όχι η απώλεια του ενάγοντα και ο λόγος που ο πλουτισμός θεωρείται άδικος, είναι η πλήρης αποτυχία της αντιπαροχής... Οι αρχές της αποκατάστασης και του αδικαιολόγητου πλουτισμού εξηγούνται με ενάργεια στο σύγγραμμα του Π.Γ. Πολυβίου: «Το δίκαιο των Συμβάσεων» Τόμος 3, σελ. 799-810 όπου αναπτύσσεται η όλη σχετική νομολογία στο θέμα. Όπως εύστοχα συζητείται στο σχετικό κεφάλαιο, οι θεραπείες του αδικαιολόγητου πλουτισμού («unjust enrichment") και αποκατάστασης («restitution"), είναι στην ουσία εξωσυμβατικές. Ενώ, δηλαδή, μια σύμβαση ή συμφωνία βασίζεται στην αμοιβαία συναίνεση των μερών με αντιπαροχή να κινείται από το ένα μέρος προς το άλλο, η αποκατάσταση βασίζεται στον αδικαιολόγητο προσπορισμό οφέλους από πρόσωπο σε βάρος άλλου στην απουσία σύμβασης ή συμφωνίας. Σκοπός της θεραπείας δεν είναι η κάλυψη της ζημιάς στον ενάγοντα, αλλά στην αποστέρηση του οφέλους ή κέρδους από τον εναγόμενο». Δυνάμει των πιο πάνω Νομολογιακών αρχών είναι ξεκάθαρο ότι στα δεδομένα της παρούσας περίπτωσης, υπήρξε, αναμφίβολα, πλήρης έλλειψη αντιπαροχής. Είναι φανερό ότι οι 20.000 Στερλίνες δόθηκαν εν τέλει με πλήρη έλλειψη αντιπαροχής, εφόσον η XXXXX και/ή η διαχείριση υπαναχώρησαν εντελώς από την προφορική, έστω, συμφωνία με αποτέλεσμα ο ενάγων να έχει δώσει το εν λόγω ποσό χωρίς κανένα αντίκρισμα. Το Δικαστήριο φρονεί, δυνάμει των πιο πάνω, ότι η απαίτηση του ενάγοντα φανερώνει αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της περιουσίας του αποβιώσαντα, εναγόμενης 2 και η επιστροφή των χρημάτων του μπορεί να του αποδοθεί, ως η αξίωση του, ως απόρροια της διάρρηξης της συμφωνίας λόγω αποδοχής της διάρρηξης και της πλήρους έλλειψης αντιπαροχής. Προστίθεται ότι αν και το αποτέλεσμα της αγωγής έχει ήδη διαφανεί ανωτέρω, στον ενάγοντα θα μπορούσε να αποδοθεί το διεκδικούμενο ποσό, δυνάμει και των αρχών του αδικαιολόγητου πλουτισμού, παρά την μη ξεκάθαρη προς τούτο δικογράφηση των -( δικογραφείται όμως ότι αχρεωστήτως δόθηκαν τα χρήματα ή στα χέρια τρίτου (money had and received)- αφού, δυνάμει της Νομολογίας (βλ. Stylianou v. Papakleovoulou
(1982)1 C.L.R. 542 και Μελίνα Αλκιβιάδη ν The Philips College Ltd Π.Ε 310/11 ημερ. 21.3.17), η μη ρητή επίκληση και στήριξη της αξίωσης και επί των αρχών του αδικαιολόγητου πλουτισμού, «... δεν συνιστούσε και ούτε συνιστά κώλυμα στην απόδοση θεραπείας η οποία δικαιολογείται από τα γεγονότα της Έκθεσης Απαίτησης και που στοιχειοθετούν το αγώγιμο δικαίωμα της διάρρηξης συμφωνίας (βλ. Kennedy Hotels Ltd v. Indjirdjian
(1992)1 (A) A.A.Δ. 400, Χρυσάνθου ν. Παγκρατίου
(1998)1 (Β) Α.Α.Δ. 675 και Πολυκάρπου ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ. κ.α.
(2011)1 Α Α.Α.Δ. 324)». Στην Stylianou (ante) διαβάζουμε τα ακόλουθα: «Lord Denning pointed out that so long as the material facts giving rise to a claim are pleaded, a party may obtain any remedy warranted thereby, the rule being that he is not precluded from departing from his pleading with regard to the remedies warranted, as a legal consequence of pleaded facts. (See Re Vandervell's Trusts (No. 2) [1974] 3 All E.R. 205 (C.A)». Παρά το ότι συνεπώς, ο αδικαιολόγητος πλουτισμός : «.δεν αποτελεί αυτόνομη αιτία αγωγής, εντάσσεται στις θεραπείες που δημιουργήθηκαν από το δίκαιο της επιείκειας ώστε να συμπληρώσουν τις ατέλειες και ελλείψεις του κοινοδικαίου. Παρέχεται κάτω από το γενικότερο πλαίσιο της αποκατάστασης ειδικής θεραπείας σε συγκεκριμένες περιπτώσεις στις οποίες το Δικαστήριο θεωρεί ότι είναι δίκαιο να διατάξει την επιστροφή χρημάτων ή άλλης περιουσίας» (βλ. Παναγιώτης Κίτσης ν Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας [2001] 1(Β) Α.Α.Δ. 1077). Η αποδιδόμενη θεραπεία συνεπώς, θα έβρισκε έρεισμα και στις πρόνοιες του άρθρου 70 του Κεφ. 149, το οποίο προνοεί ότι: «Αν κάποιος πράξει κάτι νόμιμα για λογαριασμό άλλου ή παραδώσει σε αυτόν ο,τιδήποτε χωρίς πρόθεση να το πράξει χαριστικά, ο τελευταίος εφόσον ήθελε προσποριστεί όφελος, υποχρεούνται να αποζημιώσει τον πρώτο σε σχέση με την πράξη που διενεργήθηκε ή να επιστρέψει το πράγμα που παραδόθηκε». Εκεί όπου θεμελιώνεται ο αδικαιολόγητος πλουτισμός ως βάση αγωγής, η αποκατάσταση είναι η κύρια θεραπεία, με την έννοια του αδικαιολόγητου πλουτισμού να «βρίσκεται στον πυρήνα της αξίωσης για αποκατάσταση» (βλ. Minerva Finance and Investment Ltd v Γεωργίου Γεωργιάδη [1998] 1 Α.Α.Δ.2173). Υπενθυμίζεται ότι όπως έχει λεχθεί στην αυθεντία Benedetti v Sawiris
(2013)3 WLR 351, το Δικαστήριο, εξετάζοντας κατά πόσο τυγχάνουν εφαρμογής στα ενώπιον του γεγονότα οι αρχές του αδικαιολόγητου πλουτισμού, οφείλει όπως απαντήσει καταφατικά τα ακόλουθα ερωτήματα: «
(1)Has the defendant been enriched?
(2)was the enrichment at the claimant's expense?
(3)was the enrichment unjust?
(4)are there any defences available to the defendant? ». Αντιστοίχως στο Σύγγραμμα των Pollock & Mulla «The Indian Contract & Specific Relief Acts» 16η έκδοση, Τόμος 1, σελ. 1052, βρίσκουμε την ρωμαϊκή αρχή : «Nemo debet locupletari ex aliena jactura», η οποία σε ελεύθερη μετάφραση, αποτυπώνει τις βασικές αρχές του δικαίου της επιείκειας, ήτοι, ότι ουδείς πρέπει να καθίσταται πλουσιότερος εις βάρος και/ή δυνάμει απώλειας άλλου προσώπου, αρχή η οποία τυγχάνει πλήρους εφαρμογής στην παρούσα περίπτωση. Έχοντας κατά νου όλα τα πιο πάνω, καταλήγω ότι ο ενάγοντας πέτυχε στην απόδειξη της αξίωσης του εναντίον της εναγόμενης 2 στο βαθμό που απαιτεί η νομολογία. Ως εκ τούτου Εκδίδεται απόφαση υπέρ του και εναντίον της εναγόμενης 2 για ως το παρακλητικό (Α) της παραγράφου 8 της Απαίτησης του. Δεν βλέπω κανένα λόγο όπως το Δικαστήριο μην ακολουθήσει το γενικό κανόνα αναφορικά με τα έξοδα, τα οποία επιδικάζονται υπέρ του ενάγοντα και εναντίον της εναγόμενης 2, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)..................................... Μ. Ναθαναήλ, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο