ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ ν. ΜΙΧΑΗΛ ΦΩΤΗ, Αρ. Αγωγής: 833/2020, 25/1/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2022:A11 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ : Χρήστου Γ. Φιλίππου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 833/2020 Μεταξύ: XXXXX (XXXXX) ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ Ενάγοντος και XXXXX ΜΙΧΑΗΛ ΦΩΤΗ Εναγόμενης Ημερομηνία: 25 Ιανουαρίου, 2022 Εμφανίσεις: Για Αιτητές: Ο Δρ Α. Π. Ποιητής για Ανδρέας Π. Ποιητής & Σια Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενη/Καθ' ης η αίτηση: Ο κ. Αντώνης Α. Παπαλλής για Αντώνης Α. Παπαλλής & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (Σε αίτηση για τροποποίηση της Έκθεσης Απαιτήσεως με ημερ. 10.06.2021) Η αγωγή αυτή, της οποίας το αγώγιμο δικαίωμα προέρχεται από γραπτή συμφωνία που είχε συναφθεί μεταξύ των διαδίκων, πρώην συζύγων και η οποία αποσκοπούσε σε επίλυση των περιουσιακών τους διαφορών, είχε καταχωριστεί με ενάγοντα τον XXXXX (XXXXX) Ιωάννου Χριστοδούλου ο οποίος σύμφωνα με το πιστοποιητικό θανάτου που επισυνάπτεται στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την παρούσα αίτηση απεβίωσε στις 31.12.2020 και με εναγόμενη την πρώην σύζυγο του. Τον θάνατο του ενάγοντος επακολούθησε διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο ορίστηκαν διαχειριστές της περιουσίας του οι παρόντες Αιτητές οι οποίοι καταχώρισαν την παρούσα αίτηση η οποία αποσκοπεί την τροποποίηση του τίτλου της με την αντικατάσταση του ονόματος του ενάγοντος με αυτό των διαχειριστών της περιουσίας του και άλλες αναγκαίες τροποποιήσεις που αποσκοπούν ακριβώς στην αντικατάσταση του ενάγοντος, όπου είναι αναγκαίο, για να συνάδει πλέον το δικόγραφο με την εξέλιξη που επέφερε ο θάνατος του και η αντικατάσταση του από τους διαχειριστές της περιουσίας του. Πρόκειται για τα αιτητικά των παρ. 3 και 4 (α) - (ιγ) για τα οποία και δεν υπάρχει ένσταση όπως εγκριθούν. Επίσης φαίνεται ότι με τον θάνατο του αποβιώσαντος, ο οποίος διέθετε ασφάλιση ζωής, επηρεάζονται με το χρηματικό ποσό που θα εισπραχθεί και το οποίο ως περιουσιακό στοιχείο της περιουσίας που κατέλειπε ο αποβιώσας επιδιώκεται η προσθήκη του σε αυτή. Προς τούτο επιδιώκεται η προσθήκη και των ακόλουθων ισχυρισμών όπως περιγράφονται στην παρ. 4 (ιδ) παράγραφοι 11 - 15 και ανάλογη αναρίθμηση των υφιστάμενων παραγράφων: «
- Οι διαχειριστές κατέβαλαν ή και θα καταβάλουν οφειλή του ανδρογύνου, χρησιμοποιώντας χρήματα τα οποία εισέπραξαν ή και θα εισπράξουν από την ασφάλιση ζωής την οποία είχε ο αποβιώσας.
- Με τη πληρωμή αυτή ωφελούνται τα μέρη και ειδικότερα η περιουσία του αποβιώσαντος κατά 35% η δε περιουσία της εναγόμενης κατά 65%.
- Η εναγόμενη οφείλει να καταβάλει το ποσοστό αυτό του καταβληθησόμενου ποσού στην περιουσία του αποβιώσαντος.
- Δεδομένου ότι δεν έχει ακόμα διασαφηνισθεί το ακριβές ποσό το οποίο θα πληρωθεί, το μέρος αυτό της απαίτησης δεν περιλαμβάνεται στην παρούσα αγωγή.
- Για το ποσό αυτό οι ενάγοντες επιφυλάσσουν τα δικαιώματα τους». Όπως είναι ο ισχυρισμός του ενάγοντος στην έκθεση απαιτήσεως του, ενόψει της διάλυσης του γάμου τους κατάρτησαν μεταξύ τους γραπτή συμφωνία την 29.11.2016 για διευθέτηση των μεταξύ τους οικονομικών διαφορών. Η συμφωνία ήταν εν μέρει γραπτή και εν μέρει προφορική. Η μοναδική δε περιουσία που είχαν ήταν η οικία τους η οποία είχε ανεγερθεί επί ακινήτου στο οποίο εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια ήταν η εναγόμενη. Στην ως άνω συμφωνία καθοριζόταν μεταξύ άλλων η συνεισφορά του καθενός από τους διαδίκους στην ανέγερση της κατοικίας τους και είχε συμφωνηθεί όπως η κατοικία πωληθεί και οι διάδικοι λάβουν από το τίμημα ποσοστό 35% ο ενάγων και 65% η εναγόμενη. Το δε δάνειο που είχε συναφθεί για την ανέγερση της κατοικίας θα έπρεπε να εξοφληθεί με συνεισφορά του καθενός κατά το ως άνω ποσοστό. Προνοείτο επίσης στην εν λόγω συμφωνία όπως μέχρι την πώληση της οικίας, σε περίπτωση που εξευρεθεί ενοικιαστής και πάλι το ενοίκιο να διαμοιραζόταν μεταξύ τους κατά το πιο πάνω ποσοστό στον καθένα τους. Με την αγωγή του ο ενάγοντας επιδιώκει συνοπτικά τα ακόλουθα: Α. Δήλωση του Δικαστηρίου για διόρθωση της μεταξύ των διαδίκων γραπτής συμφωνίας ημερ. 29.11.2016 εις τρόπον ώστε να περιλαμβάνονται σε αυτή οι πιο κάτω όροι:
(1)Τα μέρη συμφωνούν ότι η πώληση θα γίνει το αργότερο εντός ενός έτους από την ημέρα που θα καθορίσει το Δικαστήριο.
(2)Σε περίπτωση που τα μέρη δε συμφωνούν στο δίκαιο ποσό, η διαφορά τους θα παραπέμπεται σε διαιτησία δύο διαιτητών οι οποίοι θα είναι εκτιμητές που θα ορίζονται ένας από κάθε μέρος.
(3)Το δίκαιο ενοίκιο θα καταβάλλεται με τον πιο κάτω τρόπο, θα διαμοιράζεται στους διαδίκους κατά την αναλογία του 35% για τον ενάγοντα και 65% για την εναγόμενη μέχρι την πώληση και παράδοση της κατοικίας στον αγοραστή. Β. Διάταγμα που να τάσσει τακτή προθεσμία για πώληση της κατοικίας και διαμοιρασμό του τιμήματος μεταξύ των διαδίκων εις τρόπον ώστε ο ενάγοντας να λάβει 35% και η εναγόμενη 65%. Γ. Αποζημίωση ίση προς €875,00 μηνιαίως από τον Νοέμβριο του 2018 μέχρι την πώληση της κατοικίας. Το πραγματικό υπόβαθρο της αίτησης τίθεται σε αίτηση την οποία υπογράφει ο εκ των διαχειριστών της περιουσίας του αποβιώσαντος ενάγοντος κ. XXXXX Ευαγγέλου, ο οποίος πέραν από την ιδιότητα του και την εξουσιοδότηση που έχει να προβεί αυτός σε ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης, εξηγεί την αναγκαιότητα υποβολής της αίτησης μετά το θάνατο του ενάγοντος η οποία αποσκοπεί στη διασφάλιση των περιουσιακών στοιχείων της περιουσίας που κατέλειπε, μεταξύ της οποίας και η ασφάλεια ζωής που διέθετε. Υποστηρίζει περαιτέρω ότι η αίτηση είναι καλόπιστη και σκοπό έχει να αντικατοπτρίζονται πλέον στην έκθεση απαιτήσεως τα πραγματικά γεγονότα όπως έχουν πλέον διαμορφωθεί. Η αίτηση βασίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.9, Θ.Θ. 1 -13, στη Δ.12, Θ.Θ. 1 - 10, στη Δ.25, Θ.Θ. 1 - 6 και στη Δ.48, Θ.Θ. 1 - 4,8,
- Η Καθ' ης η Αίτηση καταχώρισε ένσταση προβάλλοντας τους ακόλουθους λόγους: «
- Το αίτημα αυτό είναι καταχρηστικό και/ή παράνομο και/ή ανυπόστατο και/ή παραπλανητικό και/ή σκοπό έχει να περιπλέξει την κατάσταση.
- Οι διαχειριστές ούτε εισέπραξαν ούτε νομιμοποιούνται ούτε και δικαιούνται να εισπράξουν από το ασφαλιστήριο ζωής που είχε ο αποβιώσας, αφού το ασφαλιστήριο συμβόλαιο είχε εκχωρηθεί προς την Τράπεζα που χορήγησε το δάνειο.
- Ουδεμία πληρωμή έγινε από τους διαχειριστές ούτε και είχαν το δικαίωμα να εισπράξουν το ασφάλισμα.
- Εάν υπήρξε ωφέλεια των μερών και/ή της περιουσίας τους, είναι θέμα άσχετο, αφού το ασφαλιστήριο συμβόλαιο δεν ανήκει στην περιουσία του αποβιώσαντος και οι διαχειριστές της περιουσίας του δεν μπορούσαν να διεκδικήσουν μέσω του ασφαλιστηρίου, λόγω και της εκχώρησης του στην Τράπεζα.
- Ουδόλως η Εναγόμενη με βάση τα ανωτέρω όφειλε να καταβάλει οτιδήποτε στην περιουσία του αποβιώσαντος. Δεν υπάρχει αιτία αγωγής.
- Καταχρηστικά οι Αιτητές διεκδικούν το ίδιο πράγμα με δύο ξεχωριστές αγωγές.
- Τα γεγονότα που υποστηρίζουν την Αίτηση τους είναι ετεροχρονισμένα. Μετά την καταχώρηση της Αίτησης ακολούθησε η καταχώρηση της αγωγής 1140/2021 και μονομερής αίτηση ημερομηνίας 7.10.2021». Η ένσταση επιπρόσθετα της νομικής βάσης της αίτησης στηρίζεται και στη Δ.64 και στο Άρθρο 30.2 του Συντάγματος καθώς επίσης και στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση την οποία υπογράφει η ίδια η εναγόμενη/ Καθ' ης η αίτηση. Η Καθ' ης η αίτηση αποδέχεται, όπως προαναφέρθηκε, τα αιτητικά των αιτούμενων τροποποιήσεων υπό τις παρ. 3 και 4 (α) - (1γ) . Αρνείται όμως στην αποδοχή των ως άνω υπό την παρ. 4 (ιδ) και τις προτιθέμενες να προστεθούν παραγράφους 11 -
- Η ενόρκως δηλούσα προς υποστήριξη αυτής της άρνησης της προβάλλει τα ακόλουθα: «(α) Το αίτημα αυτό είναι καταχρηστικό ή/και παράνομο ή/και ανυπόστατο ή/και παραπλανητικό και σκοπό έχει να περιπλέξει την κατάσταση, αφού με νέα αγωγή (βλέπε Αγωγή Αρ. 1140/2021 Ε.Δ. Λάρνακας Τεκμ. Α) και μονομερή αίτηση τους ημερομηνίας 7/10/2021 Τεκμ. Β οι Αιτητές αναφέρονται στα ίδια γεγονότα ή/και πιο προχωρημένα γεγονότα λέγοντας μάλιστα ότι η ασφαλιστική εταιρεία έχει καταβάλει απ' ευθείας στην Ελληνική Τράπεζα προς εξόφληση του δανείου το ποσό των €206.838,51σ. Άρα το αίτημα αυτό πέραν της καταχρηστικότητας είναι και ετεροχρονισμένο. (β) Οι διαχειριστές ουδέν δικαίωμα είχαν ή έχουν επί του ασφαλιστηρίου συμβολαίου καθ' ότι αυτό ήταν εκχωρημένο προς όφελος της Ελληνικής Τράπεζας για κάλυψη του εκάστοτε υπολοίπου του δανείου. Άρα δεν νομιμοποιούνται να διεκδικούν με βάση αυτό. Δεν υπάρχει αιτία αγωγής. (γ) Περαιτέρω, το ασφαλιστήριο συμβόλαιο ήταν ένα τυπικό Ομαδικό Ασφαλιστικό Συμβόλαιο με μόνον σκοπό την κάλυψη του εκάστοτε υπολοίπου του συγκεκριμένου δανείου. (δ) Ο ισχυρισμός ότι από την πληρωμή του δανείου από την ασφαλιστική εταιρεία έχουν επωφεληθεί καθ' οιονδήποτε τρόπο τα μέρη είναι άσχετο με ζητήματα της διαχείρισης της περιουσίας του αποβιώσαντος ή/και των διεκδικήσεων της. Περαιτέρω, το ίδιο πράγμα διεκδικείται και με τη νέα αγωγή τους 1140/2021 Ε.Δ. Λάρνακας. (ε) Το ισχυριζόμενο ποσοστό δεν είναι παραδεκτό γεγονός και στην Ανταπαίτηση μου ζητώ την μείωση της συνεισφοράς το αποβιώσαντος στο 20%. (στ) Ουδέν ποσόν οφείλω να καταβάλω στους διαχειριστές της περιουσίας του αποβιώσαντος επειδή εξοφλήθηκε το δάνειο από το εκχωρημένο ασφαλιστήριο συμβόλαιο.» Τέλος, με τις παρ. 6 και 7 της ένορκης δήλωσης της υποστηρίζει και τα εξής: «
- Αρνούμαι το περιεχόμενο της παραγράφου 6 της Ε/Δ και ότι η αίτηση είναι καλόπιστη και σκοπό έχει να αντικατοπτρίζει τα πραγματικά γεγονότα. Τα γεγονότα που ισχυρίζονται δεν συνάδουν με τα γεγονότα που ισχυρίζονται οι ίδιοι στην μονομερή τους αίτηση ημερομηνίας 7.10.2021 στην Αγωγή 1140/2021 Ε.Δ. Λάρνακας, αφού το δάνειο έχει ήδη εξοφληθεί με την απ' ευθείας καταβολή από την ασφαλιστική εταιρεία στην Ελληνική Τράπεζα δυνάμει του εκχωρημένου συμβολαίου του ποσού των €206.838,51σ.
- Αρνούμαι και τις παραγράφους 6 και 7 της Ε/Δ και δηλώνω ότι όντως επηρεάζονται τα δικαιώματα μου γιατί έχω να αντιμετωπίσω δύο παράλληλες αγωγές με το ίδιο ουσιαστικό αντικείμενο». ΟΙ ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ: Η ακρόαση της αίτησης έγινε στη βάση των αγορεύσεων των ευπαίδευτων συνηγόρων των δύο πλευρών, τις οποίες είχαν την καλοσύνη να ετοιμάσουν γραπτώς και το κείμενο των οποίων μου απέστειλαν ηλεκτρονικά κατόπιν συνεννοήσεως. Με παρέπεμψαν εκτός από τα γεγονότα της υπόθεσης και σε νομική πτυχή που διέπει το ζήτημα της τροποποίησης δικογράφων. Τις έχω μελετήσει με προσοχή και λαμβάνω υπόψη μου τις εισηγήσεις τους, όπου δε χρειαστεί στη συνέχεια θα γίνει αναφορά σε αυτές. Απαντήσεις στις διάφορες εισηγήσεις και επιχειρήματα θα δοθούν με το σκεπτικό του Δικαστηρίου που θα ακολουθήσει χωρίς να απαιτείται να ενδιατρίψω σε κάθε επί μέρους εισήγηση ή επιχείρημα όταν κρίνεται ότι δεν εξυπηρετεί οποιονδήποτε σκοπό προς επίλυση των επίδικων ζητημάτων ή το οποίο κρίνεται ότι δεν είναι ουσιώδες ή νομικά αποδεκτό (βλ. Οδυσσέα v. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 490, Ανδρονίκου κ.α. v. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 486, την Έφεση Αρ.22/2018 του Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου Μ.Φ.Χ. v. M.X. με ημερ. 28.09.2021 και την εντελώς πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση του Δευτεροβάθμιου και πάλι Οικογενειακού Δικαστηρίου στην Έφεση Αρ. 20/2020 Γ.Λ. v. X.I. ημερ. 15.12.2021 όπου επαναλήφθηκαν τα ίδια ως άνω με την ακόλουθη διατύπωση: «.Όπως επανειλημμένα έχει λεχθεί δεν είναι έργο του Δικαστηρίου να σχολιάζει κάθε επιχείρημα ή δήλωση των διαδίκων ή των συνηγόρων τους. Καθήκον του είναι η διατύπωση καθαρής δικαστικής κρίσης η οποία να είναι αιτιολογημένη». Η ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΤΗΣ ΑΙΤΗΣΗΣ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗΣ ΔΙΚΟΓΡΑΦΟΥ ΚΑΙ ΥΠΑΓΩΓΗ ΤΩΝ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ ΣΕ ΑΥΤΗ: Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε μετά που καταχωρίστηκε η Κλήση για Οδηγίες και από τις δύο πλευρές εφόσον υπάρχει ανταπαίτηση και τα σχετικά Παραρτήματα και μετά που είχαν δοθεί στις 15.02.2022 σχετικές οδηγίες για αποκάλυψη και επιθεώρηση εγγράφων. Η Δ.25 κ. 3 που διέπει πλέον το ζήτημα τροποποίησης δικογράφου προνοεί τα ακόλουθα: «
(3)Μετά την έκδοση της Κλήσης για Οδηγίες ως προνοείται από τη Διαταγή 30, ουδεμία τροποποίηση επιτρέπεται με εξαίρεση το εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος στη σύνταξη της δικογραφίας, και τις περιπτώσεις εκείνες που έχουν, προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου, προκύψει νέα δεδομένα μη υπαρκτά κατά τη λήψη των οδηγιών για έγερση της αγωγής ή της καταχώρησης του κλητηρίου εντάλματος ή της δικογραφίας, αναλόγως της περίπτωσης.». (Η υπογράμμιση δική μου). Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να διατάξει την τροποποίηση δικογράφου δυνάμει της παλαιάς Δ.25 Θ.1, υπήρξε αντικείμενο πληθώρας αποφάσεων τόσον των Αγγλικών Δικαστηρίων όσον και του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Κύπρου. Η τάση όπως προκύπτει από την νομολογία, ήταν ότι τα Δικαστήρια επέτρεπαν τροποποιήσεις, ακόμη και όπου αυτές ήταν αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου βέβαια ότι δεν προκαλείτο αδικία στην άλλη πλευρά που δεν μπορούσε να αποζημιωθεί με την πληρωμή των εξόδων. Η νομολογία σύμφωνα με την παλαιά Δ.25 είχε καθιερώσει μια φιλελεύθερη προσέγγιση στην τροποποίηση δικογράφων, η οποία όμως αναδιατυπώθηκε ενόψει της νέας Δ.30 έτσι ώστε να προσαρμοστεί στις νέες ανάγκες και η οποία κατά την αντίληψη μου δεν εφαρμόζεται επί της νέας Δ.25, στην οποία τίθενται πλέον αυστηρά κριτήρια τροποποίησης μετά την Κλήση για Οδηγίες. Παρότι η τροποποίηση της Δ.25 είναι πρόσφατη με αποτέλεσμα να μην υπάρχει ακόμα σχετική ερμηνευτική νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, εντούτοις είναι αρκετά σαφές κατά την κρίση μου ότι μετά την Κλήση για Οδηγίες, η τροποποίηση δικογράφου περιορίζεται σημαντικά. Ο περιορισμός στην τροποποίηση δικογράφου μετά την Κλήση για Οδηγίες είναι προφανές ότι κατέστη αναγκαίος ως επικουρικός προς την νέα Δ.30, η οποία αποσκοπεί στην σωστή προδικασία και σύντομη προώθηση και εκδίκαση των πολιτικών αγωγών. Προχωρώ αμέσως στην εξέταση των ισχυρισμών τους οποίους η πλευρά των Αιτητών επιθυμεί να συμπεριληφθούν στην έκθεση απαιτήσεως τους [παρ.1 (ιδ) 11 -15] της αίτησης η ανάγνωση των οποίων είναι προφανές ότι αυτοί έχουν καταστεί αναγκαίοι ένεκα του θανάτου του ενάγοντος και της ασφάλειας ζωής που διέθετε, η αξία της οποίας θα πρέπει να συμπεριληφθεί στην υπό διαχείριση περιουσία του ανεξάρτητα του είδους της, δηλαδή αν ήταν ατομική ή ομαδική και σε τι αυτή αποσκοπούσε ή ακόμα και αν αυτή ή μέρος της έχει καταβληθεί και εισπραχθεί σύμφωνα με το εκχωρητήριο που είχε υπογραφεί προς όφελος της ενυπόθηκου δανείστριας τράπεζας. Είναι φανερόν ότι οι Αιτητές δεν επιδιώκουν να προσθέσουν γεγονότα που έλαβαν χώρα πριν την καταχώριση της έκθεσης απαιτήσεώς τους ούτε και αυτά θα πρέπει να εξεταστούν υπό το πρίσμα του παράγοντα του εκ παραδρομής καλόπιστου λάθους που αν διαπιστωνόταν θα οδηγούσε ακόμα και στο στάδιο αυτό σε έγκριση της τροποποίησης κατά τα διαλαμβανόμενα στην Δ.25
(3)η τροποποίηση. Πρόκειται για νέα δεδομένα που προκλήθηκαν μεταγενέστερα των καταχωρίσεων των Κλήσεων για Οδηγίες και από τις δύο πλευρές και προκλήθηκαν συνεπεία του στο μεταξύ επισυμβάντος θανάτου του ενάγοντος. Όταν δε στις 15.02.2020 είχαν δοθεί οι ως άνω οδηγίες δεν είχε αναφερθεί οτιδήποτε περί του θανάτου του ενάγοντος. Φαίνεται το ζήτημα έγινε γνωστό στους δικηγόρους των διαδίκων σε μεταγενέστερο στάδιο και προς τούτο η άμεση καταχώριση της παρούσας αίτησης. Οι γενικές αρχές που διέπουν το θέμα της τροποποίησης των δικογράφων που κατά την αντίληψη μου εξακολουθούν να ισχύουν όταν το Δικαστήριο κρίνει ότι συντρέχουν οι δύο πιο πάνω προαναφερθείσες προϋποθέσεις που προνοούνται στη νέα Δ.25 και οι οποίες θα μπορούν να εφαρμόζονται τηρουμένων των αναλογιών (mutatis mutandis) είναι όπως έχουν εκτεθεί στην υπόθεση Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation Ltd κ.α.
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. σελ. 33 και αναλύονται από τον Δικαστή Πική ως ακολούθως: «1) Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης. 2) Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στην συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμώνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου. 3) Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο. Ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευτεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση, ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση. 4) Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Hipgrave. Case 28 Ch. D. 361 υποδείχθηκε ότι το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά τη δίκη». Στην υπόθεση Ταξί Κυριάκος Λτδ ν. Παύλου
(1995)1 Α.Α.Δ. 560, διευκρινίστηκε ότι: «Όσο φιλελεύθερη και αν δικαιολογείται να είναι η προσέγγιση, το ζήτημα εξακολουθεί να υπόκειται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Γνώμονας για την άσκηση αυτής της διακριτικής εξουσίας είναι το σύνολο των περιστατικών και η εισήγηση των εφεσειόντων, στην έκταση που τη θέλει να ασκείται μόνο με αναφορά στο επανορθώσιμο των συνεπειών της τροποποίησης, ανεξάρτητα δηλαδή από οτιδήποτε άλλο, δεν μας βρίσκει σύμφωνους». Το βάρος απόδειξης στην παρούσα διαδικασία βαρύνει τους ώμους των Αιτητών, οι οποίοι πρέπει να ικανοποιήσουν το Δικαστήριο, μέσω της μαρτυρίας που έχει προσφερθεί με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση τους, ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις οι οποίες έχουν τεθεί από τη Νομολογία και κατά συνέπεια δικαιολογείται η έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος τροποποίησης. Εξετάζοντας τώρα τους λόγους ένστασης όπως παρατίθενται πιο πάνω στις σελίδες 5 και 6 διαπιστώνω τα ακόλουθα: Ως προς τον πρώτο λόγο ένστασης διαπιστώνεται ότι το αίτημα των Αιτητών δεν είναι ετεροχρονισμένο καθώς τα γεγονότα της νέας αγωγής υπ' αριθμό 1140/2021 η οποία καταχωρίστηκε στις 07.10.2021 όπως και η μονομερής αίτηση, στη βάση της οποίας εκδόθηκε προσωρινό διάταγμα, δεν προέκυψαν μόνο μετά την καταχώριση της παρούσας αγωγής αλλά και μετά την καταχώριση της παρούσας αίτησης η οποία καταχωρίστηκε την 10.06.2021. Η αγωγή 1140/2021 έχει ως αιτία την πληρωμή της ασφάλειας ζωής από την ασφαλιστική εταιρεία την οποία είχε ο αποβιώσας εκχωρήσει προς κάλυψη του ενυπόθηκου χρέους το οποίο είχε συναφθεί για την ανέγερση της κατοικίας και η οποία πληρώθηκε στην τράπεζα προς όφελος της οποίας εκχωρήθηκε. Εξετάζοντας δε τις αξιώσεις των ως άνω αγωγών η απαίτηση της δεύτερης αγωγής 1140/2021 δεν θα μπορούσε να περιληφθεί στην παρούσα αγωγή καθώς εάν εζητείτο τροποποίηση της παρούσας αγωγής θα συνιστούσε προσπάθεια εισαγωγής νέας αιτίας αγωγής (new cause of action) κάτι που συνήθως δεν επιτρέπεται (βλ. White Book 1960, p. 627 όπου αναφέρονται τα ακόλουθα: "The Court will not refuse to allow an amendment simply because it introduces a new case but it will do so where the amendment would change the action into one of substantially different character which would more conveniently be the subject of a fresh action". Με βρίσκει δε σύμφωνο η θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου των Αιτητών ότι ακόμα και να πετύχαινε μια τέτοια τροποποίηση στην αγωγή θα παρουσιαζόταν επιπρόσθετο πρόβλημα για τον λόγο ότι το τροποποιημένο κλητήριο θα θεωρείτο ότι περιλαμβάνει γεγονότα όπως αυτά υπήρχαν κατά την αρχική καταχώριση της πρώτης αγωγής. Στην υπόθεση Στυλιανού v. Στυλιανού
(1999)1 Α.Α.Δ. 1833, αναφέρθηκε ότι: «Η τροποποίηση της Ανταπαίτησης ανατρέχει στο χρόνο καταχώρισης του δικογράφου, όπως είναι θεμελιωμένο», όταν δηλαδή ο θάνατος δεν είχε ακόμα επισυμβεί. Αν δεν εγειρόταν δε η αγωγή αρ.1140/2021, οι Αιτητές και η περιουσία του αποβιώσαντος θα έχαναν πλήρως τα δικαιώματα τους καθώς δεν θα πρόβαλλαν σχετική αξίωση. Για τούτο και οι ενάγοντες στην προτεινόμενη να εισαχθεί παρ. 15 επιφυλάσσουν τα δικαιώματα τους για το ποσό της ασφάλειας ζωής που εκχωρήθηκε προς όφελος της τράπεζας για το ενυπόθηκο δάνειο. Ως προς τους υπόλοιπους λόγους ένστασης οι οποίοι ουσιαστικά αφορούν το ίδιο ζήτημα, ότι δηλαδή οι διαχειριστές ουδέν δικαίωμα είχαν επί του ασφαλιστηρίου, αφού αυτό ήταν εκχωρημένο στην τράπεζα, δέχομαι τη θέση των Αιτητών ότι τα όποια δικαιώματα επ' αυτού ανήκαν στους κληρονόμους του αποβιώσαντος και αφού εξοφλείτο το υπόλοιπο του δανείου προς εκπλήρωση του σκοπού για τον οποίο αυτό είχε εκχωρηθεί, το υπόλοιπο θα πρέπει να αποδοθεί στην περιουσία του αποβιώσαντος. Το ποσό δε που καταβλήθηκε για το χρέος ανήκει πράγματι στην περιουσία του αποβιώσαντος από το οποίο και ασφαλώς επωφελείται η εναγόμενη. Η πληρωμή επομένως που έγινε δεν μπορεί να αμφισβητηθεί ότι προήλθε από την περιουσία που κατέλειπε ο αποβιώσας. Δεν πρέπει δε κατά την αντίληψη μου να αγνοείται το ποσοστό που είχε συμφωνηθεί μεταξύ του αποβιώσαντος και της εναγόμενης για κατανομή της περιουσίας 35% και 65% αντίστοιχα, κάτι που δεν αμφισβητείται από την εναγόμενη αν και με την ανταπαίτηση της προβάλλει ότι το ποσοστό που εδικαιούτο ο ενάγοντας αντιστοιχούσε στο 20% της συνολικής αξίας της περιουσίας. Το γεγονός αυτό καθιστά κατά την αντίληψη μου την εισαγωγή στην έκθεση απαιτήσεως των ισχυρισμών της παρ. (ιδ) (11 -15) της αίτησης αναγκαία και σχετική με τις εδώ αξιώσεις των Αιτητών. Επομένως η εισαγωγή της επιφύλαξης των δικαιωμάτων των Αιτητών, όπως αυτά προβάλλονται στην νέα αγωγή αρ. 1140/2021 για το ποσό που πληρώθηκε από την ασφαλιστική εταιρεία μετά την έγερση της παρούσας αγωγής και γι' αυτό και δεν θα μπορούσε να είχε διεκδικηθεί με την παρούσα, είναι γνήσια και καθόλου κακόπιστη ή καταχρηστική ενέργεια, ούτε και μπορεί να της αποδοθεί παραπλανητικός σκοπός ή ότι θα περιπλέξει την κατάσταση όπως εισηγείται η πλευρά της Καθ' ης η αίτηση. Ούτε και ο ισχυρισμός της εναγόμενης ότι με την ανταπαίτηση της ζητά τη μείωση του ποσοστού που αναφέρουν οι Αιτητές έχει οποιανδήποτε επίδραση, αφού και έτσι να είχαν τα πράγματα τότε αυτή θα όφειλε επιστροφή μεγαλύτερου ποσοστού εκ του ασφαλίσματος που καταβλήθηκε για το χρέος στην τράπεζα. Εξετάζοντας επομένως τα γεγονότα της υπόθεσης στη βάση της προαναφερόμενης νομολογίας, κρίνω ότι δικαιολογείται η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος για τον απλούστατο λόγο ότι επιδιώκεται καλόπιστα η εισαγωγή ισχυρισμών περί των υποχρεώσεων των Αιτητών έναντι της περιουσίας του αποβιώσαντος έτσι ώστε να αντικατοπτρίζονται στην έκθεση απαιτήσεως τα πραγματικά γεγονότα τα οποία συνιστούν ταυτόχρονα καλό λόγο προς έγκριση του αιτήματος. ΚΑΤΑΛΗΞΗ: Για όλους τους πιο πάνω λόγους τους οποίους προσπάθησα να εξηγήσω, η διακριτική μου ευχέρεια ασκείται υπέρ του αιτήματος, τόσο ως προς το μέρος της αίτησης που έγινε εξ αρχής αποδεκτό ως το αιτητικό Α (α) - (ιγ) και (ιε) όσο και ως προς το αιτητικό (ιδ) 11 - 15 για το οποίο υπήρξε ένσταση. Η αίτηση εγκρίνεται επομένως στο σύνολό της. ΤΑ ΕΞΟΔΑ: Δεν βλέπω τον λόγο να αποκλίνω από τον κανόνα ότι ο επιτυχών διάδικος δικαιούται και στα έξοδα του. Επιδικάζονται τα έξοδα της ακροαματικής διαδικασίας της παρούσας αίτησης υπέρ των Αιτητών και εναντίον της Εναγόμενης/ Καθ' ης η αίτηση όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής οπότε και θα είναι πληρωτέα. Νοείται ότι τα σπαταληθέντα έξοδα (costs thrown away) συνεπεία του αιτήματος θα επιβαρύνουν την πλευρά των Αιτητών όπως αυτά επίσης θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής οπότε και θα είναι πληρωτέα. (Υπ.) ................. Χρήστος Γ. Φιλίππου, Π.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο