EUROBANK CYPRUS LTD, (πρώην EUROBANK EFG CYPRUS LTD) ν. CHR. PETRIDES TRADELINKS LTD κ.α., Αρ.Αγ.: 3498/2012, 7/2/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2022:A13 ΕΠΑΡΧIΑΚΟ ΔIΚΑΣΤΗΡIΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρήστου Γ. Φιλίππου, Π.Ε.Δ. Αρ.Αγ.: 3498/2012 Μεταξύ: EUROBANK CYPRUS LTD, (πρώην EUROBANK EFG CYPRUS LTD) Εvαγόvτωv και
- CHR. PETRIDES TRADELINKS LTD
- XXXXX ΠΕΤΡΙΔΗΣ
- XXXXX ΠΕΤΡΙΔΗΣ
- XXXXX ΙΑΚΩΒΙΔΗΣ, ως προσωρινός εκκαθαριστής της TRICOR LIMITED Εναγόμενων Ως έχει τροποποιηθεί δυνάμει διατάγματος ημερομηνίας 19.3.2013 EUROBANK CYPRUS LTD, (πρώην EUROBANK EFG CYPRUS LTD) Εvαγόvτωv και
- CHR. PETRIDES TRADELINKS LTD
- XXXXX ΠΕΤΡΙΔΗΣ
- XXXXX ΠΕΤΡΙΔΗΣ
- TRICOR LIMITED Εναγόμενων Ως έχει τροποποιηθεί δυνάμει διατάγματος ημερομηνίας 18.10.2016 EUROBANK CYPRUS LTD, (πρώην EUROBANK EFG CYPRUS LTD) Εvαγόvτωv και
- CHR. PETRIDES TRADELINKS LTD
- XXXXX ΠΕΤΡΙΔΗΣ
- XXXXX ΠΕΤΡΙΔΗΣ
- ΕΠΙΣΗΜΟΣ ΠΑΡΑΛΗΠΤΗΣ Ως ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΤΗΣ ΤΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ TRICOR LIMITED Εναγόμενων Ως έχει τροποποιηθεί δυνάμει διατάγματος ημερομηνίας 6.5.2020 EUROBANK CYPRUS LTD, (πρώην EUROBANK EFG CYPRUS LTD) Εvαγόvτωv και
- CHR. PETRIDES TRADELINKS LTD
- XXXXX ΠΕΤΡΙΔΗΣ
- XXXXX ΠΕΤΡΙΔΗΣ
- TRICOR LIMITED (υπό εκκαθάριση) διά μέσω του Εκκαθαριστή της Εvαγόμεvων Ημερομηνία: 7 Φεβρουαρίου, 2022 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες/ Αιτητές: Η κα Γ. Καραμαλλή για Χάρης Κυριακίδης Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενη 4/Καθ' ης η αίτηση: Η κα Γ. Μιχαηλίδου για Νεοφύτου & Νεοφύτου Δ.Ε.Π.Ε. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η (σε αίτηση ημερ.12.01.2022 για διαγραφή (strike out) του δικογράφου της Τροποποιημένης Έκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης της εναγόμενης 4 Οι Αιτητές με τα τρία αιτητικά της αίτησής τους αιτούνται ουσιαστικά διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διαταχθεί η διαγραφή του δικογράφου της Έκθεσης Τροποποιημένης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης της Εναγόμενης 4 που καταχωρήθηκε στις 22.12.2021 στο σύνολο της και/ ή να θεωρηθεί ως μη καταχωρηθείσα διά το λόγο ότι καταχωρήθηκε παράτυπα και/ή κατά παράβαση των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και/ή χωρίς την άδεια του Δικαστηρίου και οι ισχυρισμοί που περιέχονται σε αυτό τροποποιούν την αρχική Έκθεση Υπεράσπισης της Εναγόμενης 4 η οποία καταχωρίστηκε στις 20.09.2013 και οι τροποποιήσεις που έχουν γίνει σε αυτή ουδεμία σχέση έχουν με την αρχική Έκθεση Υπεράσπισης της Εναγόμενης 4 και δεν αποτελούν απόρροια του διατάγματος τροποποίησης ημερομηνίας 06.05.
- Επιζητείται επίσης διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται η διαγραφή της Ανταπαίτησης της Εναγόμενης 4 ημερομηνίας 22.12.2021 καθότι οι ίδιες θεραπείες αξιώνονται εναντίον των Εναγόντων στο πλαίσιο της αγωγής XXXXX/2011 του Ε.Δ. Λάρνακας και η Ανταπαίτηση της Εναγόμενης 4 αποτελεί πολλαπλότητα και κατάχρηση των δικαστικών διαδικασιών. Η αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.19, Δ.20, Δ.21 Δ.23, Δ.25, Δ.26 θ. 14, Δ.27, Δ.48, Θ.1-9, Δ.59, Δ.63, Δ.64, και στις συμφυείς εξουσίες, νομολογία και πρακτική τoυ Δικαστηρίου. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η αίτηση εμφαίvovται σε έvoρκη δήλωση της δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί στην παρούσα τους Αιτητές κας XXXXX Αβραάμ. Πέραν της ιδιότητας της και της γνώσης των γεγονότων της υπόθεσης και από που προέρχεται αυτή όπως και την εξουσιοδότηση που έχει για να προβεί αυτή εκ μέρους των Αιτητών στην ένορκη δήλωση, η ενόρκως δηλούσα δηλώνει ότι προβαίνει αυτή στην ένορκη δήλωση ενόψει του ότι η παρούσα αίτηση άπτεται νομικών θεμάτων και αναφέρει επί της ουσίας αφού εκθέτει το ιστορικό της υπόθεσης και περιγράφει τη δικογραφία που έχει στο μεταξύ καταχωρισθεί μετά την τελευταία τροποποίηση που επήλθε και δίδει την ακόλουθη περιγραφή: «
- Εν συνεχεία, ενόψει της αντικατάστασης του Επίσημου Παραλήπτη από τον XXXXX Νεοφύτου, ο οποίος ενεργεί πλέον ως εκκαθαριστής της Εναγόμενης 4, οι Ενάγοντες προχώρησαν στις 14.11.2019 στην καταχώριση αίτησης τροποποίησης της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής, η οποία αποτελεί μέρος της δικογραφίας. Κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας, το Δικαστήριο εξέδωσε διάταγμα τροποποίησης της αγωγής στις 06.05.2020 και αντίγραφο του διατάγματος τροποποίησης ημερομηνίας 06.05.2020 επισυνάπτεται ως Τεκμήριο
- Με το προαναφερόμενο διάταγμα επιτράπηκαν οι ακόλουθες τροποποιήσεις επί της Έκθεσης Απαίτησης και δόθηκαν οδηγίες για καταχώριση τροποποιημένων δικογράφων, με τις οποίες η Εναγόμενη 4 παρέλειψε να συμμορφωθεί: 1.
- Του τίτλου της αγωγής στο κλητήριο ένταλμα και σε οποιοδήποτε δικόγραφό δια της απαλείψεως του ονόματος της Εναγόμενης 4 και της αντικατάστασης της με το όνομα «Tricor Limited (υπό εκκαθάριση) δια μέσω του Εκκαθαριστή της. 1.
- Τροποποίηση της Έκθεσης ως το παράρτημα Α με βάση το οποίο η μοναδική τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης ήταν επί της παραγράφου 3 η οποία είχε διαμορφωθεί ως ακολούθως: «Η Εναγόμενη 4 εταιρεία με διάταγμα που εκδόθηκε στις 13/01/2016 στο πλαίσιο της αίτησης εκκαθάρισης με αριθμό 310/2013 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας τέθηκε υπό εκκαθάριση. Μετά την έκδοση του ρηθέντος διατάγματος εκκαθάρισης και κατόπιν αίτησης που καταχώρησαν οι Ενάγοντες για εξασφάλιση άδειας συνέχισης της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής εναντίον της υπό εκκαθάριση εταιρείας, το Δικαστήριο εξέδωσε απόφαση στις 24/05/2019, παραχωρώντας την αιτούμενη άδεια». Ακολούθως, αναφέρει η ενόρκως δηλούσα, το παρόν Δικαστήριο με ηλεκτρονικό μήνυμά του ημερομηνίας 17.12.2021 με το οποίο στάλθηκε η απόφαση του Δικαστηρίου επί της αίτησης ημερομηνίας 08.10.2021, όρισε την υπόθεση στις 23.12.2021 για προγραμματισμό της ακρόασης και έδωσε οδηγίες όπως τροποποιημένη υπεράσπιση από την Εναγόμενη 4 να καταχωριστεί μέχρι τις 22.12.2021 και να παραδοθεί στην άλλη πλευρά. Αντίγραφο του ηλεκτρονικού μηνύματος του Δικαστηρίου ημερομηνίας 17.12.2021 επισυνάπτεται ως Τεκμήριο
- Οι δικηγόροι της Εναγόμενης 4 καταχώρισαν την Έκθεση Τροποποιημένης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης στις 22.12.2021 και παρέδωσαν αντίγραφο στους δικηγόρους των Εναγόντων στις 23.12.2021, κατά την εμφάνιση τους ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου. Η Έκθεση Τροποποιημένης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης ημερομηνίας 22.12.2021 αποτελεί μέρος της δικογραφίας, όμως για σκοπούς εύκολης αναφοράς επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 6 στην παρούσα.
- Οι δικηγόροι των Αιτητών λαμβάνοντας το αντίγραφο της Έκθεσης Τροποποιημένης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης της Εναγόμενης 4 ημερομηνίας 22.12.2021 διαπίστωσαν ότι το εν λόγω δικόγραφο ουδεμία σχέση έχει με την αρχική υπεράσπιση της Εναγόμενης 4 ημερομηνίας 20.09.2013 και οι προσθήκες και τροποποιήσεις που έγιναν επί αυτής ουδεμία σχέση έχουν με το διάταγμα τροποποίησης ημερομηνίας 06.05.2020 και ούτε μπορεί να θεωρηθούν ότι αυτές αποτελούν απόρροια του και ουδεμία σχέση έχουν με τις τροποποιήσεις επί της Έκθεσης Απαίτησης, χωρίς να λάβουν προς τούτο την προγενέστερη άδεια του Δικαστηρίου. Ειδικότερα, οι προσθήκες επί της Έκθεσης Τροποποιημένης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης της Εναγόμενης 4 ημερομηνίας 22.12.2021 που έγιναν χωρίς την άδεια του Δικαστηρίου και δεν συνάδουν με το διάταγμα τροποποίησης είναι οι ακόλουθες: 3.
- Προστέθηκαν οι παράγραφοι 1α και 1β στις οποίες περιέχονται προδικαστικές ενστάσεις οι οποίες εγείρονται για πρώτη φορά με το εν λόγω δικόγραφο. 3.
- Οι παράγραφοι 6 έως και 41 του εν λόγω δικογράφου στις οποίες γίνεται αναφορά σε γεγονότα και ισχυρισμούς που προβάλλονται για πρώτη φορά στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας όπως: 3.2.
- Αναφορά σε δικαστικές διαδικασίες όπως η αίτηση διαζυγίου, η εταιρική αίτηση 686/10 του Ε.Δ. Λευκωσίας και η εταιρική αίτηση 310/13 του Ε.Δ. Λευκωσίας. 3.2.
- Ισχυρισμούς περί μη διενέργειας συνεδρίας του διοικητικού συμβουλίου της Εναγόμενης 4 για τη λήψη απόφασης για την παραχώρηση εξασφαλίσεων στις πιστωτικές διευκολύνσεις που χορηγήθηκαν στην Εναγόμενη
- 3.2.
- Γίνεται αναφορά για πρώτη φορά στον XXXXX Μιχαηλίδη, πιστοποιών υπάλληλο, ο οποίος έχει πλέον αποβιώσει. 3.2.
- Γίνεται αναφορά σε καταγγελία στην αστυνομία της ισχυριζόμενης πλαστογραφίας και σε γραφολογική εξέταση. 3.2.
- Προβάλλονται για πρώτη φορά ισχυρισμοί ότι το επίμαχο πρακτικό συνεδρίας είναι άκυρο καθότι αντίκειται στις πρόνοιες του περί εταιρειών Νόμου. 3.2.
- Προβάλλεται για πρώτη φορά η θέση ότι η εξασφάλιση του επίμαχου πρακτικού συνεδρίας αποτελούσε προαπαιτούμενο για την χορήγηση των επίδικων πιστωτικών διευκολύνσεων. 3.2.
- Ότι η τροποποιητική συμφωνίας ημερομηνίας 19/08/2010 έλαβε χώρα χωρίς της συγκατάθεση της Εναγόμενης
- 3.2.
- Ισχυρισμούς αναφορικά με τις επιστολές τερματισμού και την αποστολή απαντητικών επιστολών. 3.2.
- Ότι η ισχυριζόμενη πλαστογραφία συμπαρασύρει σε ακυρότητα όλες τις πιστωτικές διευκολύνσεις. 3.2.
- Περί ύπαρξης δεδικασμένου. 3.2.
- Γίνεται αναφορά σε έκθεση επιθεωρητών της KPMG και στα αποτελέσματα της έρευνας αυτής καθώς και στην ύπαρξη αγγλικής εταιρείας tricor Tradelinks Ltd. 3.2.
- Ισχυρισμούς περί μη ορθής αξιολόγησης του αιτήματος χορήγησης των επίδικων πιστωτικών διευκολύνσεων. 3.2.
- Ισχυρισμούς αναφορικά με τις διαδικασίες πλειστηριασμού και την επαλήθευση που είχε υποβληθεί στο πλαίσιο της διαδικασίας εκκαθάρισης. 3.2.
- Ισχυρισμούς και περιγραφή λεπτομερειών περί ύπαρξης απάτης, δόλου και ψευδών παραστάσεων των Εναγόντων και των λοιπών Εναγόμενων. 3.
- Προσθήκη ανταπαίτησης στις παραγράφους 43 Α έως και 43Η, η οποία προβάλλεται για πρώτη φορά. Οι εν λόγω θεραπείες δε αξιώνονται εναντίον των Αιτητών και στο πλαίσιο της αγωγής XXXXX/2011 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας με αποτέλεσμα η επαναλαμβανόμενη έγερση τους να αποτελεί πολλαπλότητα και κατάχρηση διαδικασιών. Αντίγραφο της έκθεσης απαίτησης της αγωγής XXXXX/11 του Ε.Δ. Λάρνακας επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 7 στην παρούσα. 3.
- Προσθήκη νέου διαδίκου, του αποβιώσαντα πιστοποιών υπαλλήλου Γεώργιου Μιχαηλίδη ως εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενου 5». Η ενόρκως δηλούσα αναφέρεται στη συνέχεια στα ισχύοντα κατά τη δικονομία όταν εκδίδεται διάταγμα τροποποίησης των δικογράφων και ότι τροποποίηση επιτρέπεται μόνο με διάταγμα Δικαστηρίου και, ως εκ τούτου, η προσθήκη των ως άνω αναφερομένων ισχυρισμών αποτελεί κατάχρηση και περιφρόνηση της δικαστικής διαδικασίας, παραβίαση των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, ότι είναι αντίθετη με τη νομολογία και παραβιάζει το εκδοθέν στις 06.05.2020 διάταγμα τροποποίησης αφού είναι άσχετα μ΄ αυτό. Είναι δε φανερό από το περιεχόμενο των πιο πάνω ισχυρισμών ότι αυτοί αποτελούν νέους ισχυρισμούς επιπρόσθετους σ΄ αυτούς που είχαν συμπεριλάβει στην αρχική υπεράσπιση τους, αντικαθιστώντας ουσιαστικά πλήρως το αρχικό δικόγραφο. Ούτε μπορεί κανείς να πείσει λέγοντας ότι αυτοί οι ισχυρισμοί ήταν επακόλουθο ή συνακόλουθο (consequential) των όσων περιέχονταν στην αρχική υπεράσπιση ή και στο διάταγμα τροποποίησης. Περαιτέρω ότι το δικαίωμα ενός εναγόμενου να κάνει τις απαραίτητες τροποποιήσεις στην αρχική του υπεράσπιση συνεπεία της τροποποίησης που έγινε στην Έκθεση Απαίτησης περιορίζεται στις τροποποιήσεις που συνεπάγονται και είναι αναγκαίες από τις τροποποιήσεις που έγιναν και αν επιθυμεί να κάνει περισσότερες τροποποιήσεις από ό,τι είναι απαραίτητο θα πρέπει να κάνει σχετική αίτηση και δεν δύναται ο διάδικος να προχωρεί αυτοβούλως σε τροποποιήσεις, που δεν θα ήταν διαφορετικά επιτρεπτές, ή τουλάχιστο χωρίς κόστος, παρόλη τη φιλελεύθερη προσέγγιση της νομολογίας ως προς το θέμα των τροποποιήσεων. Αξιοσημείωτο είναι δε, κατά την ενόρκως δηλούσα ότι στο πλαίσιο της παρούσας αγωγής, το παρόν Δικαστήριο απέρριψε αιτήσεις τροποποιήσεις που είχαν υποβληθεί από τους Εναγόμενους 1, 2 και 3 με τις οποίες επιχειρήθηκε να προστεθεί ανταπαίτηση. Η Εναγόμενη 4 αδιαφορώντας για την απόφαση του Δικαστηρίου στις ενδιάμεσες εκείνες αιτήσεις προχωρεί στην καταχώριση τροποποιημένου δικογράφου εισάγοντας σειρά ισχυρισμών που δεν είχαν συμπεριληφθεί στην αρχική υπεράσπιση καθώς και ανταπαίτηση, χωρίς να επιδιώξει να εξασφαλίσει την άδεια του Δικαστηρίου και παρά το γεγονός ότι μέρος των προβαλλόμενων στο επίμαχο δικόγραφο ισχυρισμών είχαν επιδιωχθεί να εισαχθούν και μέσω των αιτήσεων τροποποίησης που είχε απορρίψει το Δικαστήριο. Περαιτέρω η ενόρκως δηλούσα ισχυρίζεται ότι η Εναγόμενη 4 προχώρησε στην καταχώριση του επίμαχου δικογράφου με αποκλειστικό σκοπό την επιδίωξη έκδοσης διατάγματος συνένωσης της παρούσας αγωγής με την αγωγή XXXXX/11 του Ε.Δ. Λάρνακας, παρά το γεγονός ότι στο πλαίσιο της παρούσας αγωγής είχε υποβληθεί και απορριφθεί στο παρελθόν αντίστοιχη αίτηση από την Εναγόμενη
- Τούτο διότι, αποκλειστικός σκοπός της Εναγόμενης 4 είναι η αλίευση μαρτυρίας μέσω της μαρτυρίας που θα προσκομίσουν οι Αιτητές στην παρούσα αγωγή για να προσπαθήσουν να στοιχειοθετήσουν τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς τους στην αγωγή XXXXX/11 του Ε.Δ. Λάρνακας. Στη βάση των πιο πάνω καλείται το Δικαστήριο όπως ασκώντας την επί τούτο διακριτική του ευχέρεια εκδώσει τα αιτούμενα διατάγματα. Η Καθ' ης η αίτηση καταχώρισε ένσταση στην οποία προβάλλει τους ακόλουθους λόγους: «α) Η αίτηση δεν αποτελεί έγκυρο δικονομικό διάβημα καθώς δεν στηρίζεται στους συγκεκριμένους θεσμούς που αφορούν είτε τη Διαγραφή ολόκληρου του Δικογράφου που είναι η Διαταγή 27 , Θεσμός 3 ή Διαγραφή μέρους του Δικογράφου που είναι η Διαταγή 19 , Θεσμός 26, αλλά στηρίζεται αόριστα σε Διαταγές κατά παράβαση της σχετικής Νομολογίας αφού οι Αιτήσεις πρέπει να στοιχειοθετούν το νομικό υπόβαθρο της αίτησης με βάση το οποίο θα αποφασιστεί. β) Δεν συντρέχουν οι νομοθετικές ή/ και δικονομικές ή/ και νομολογιακές ή/ και οποιεσδήποτε άλλες προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. γ) Μετά τη τροποποίηση του τίτλου στις 18/10/2016 καταχωρήθηκε Σημείωμα Εμφάνισης από τον Επίσημο Παραλήπτη και Εκκαθαριστή και μετά τη τροποποίηση του τίτλου στις 06/05/2020 καταχωρήθηκε Σημείωμα Εμφάνισης και διοριστήριο Δικηγόρων ημερ. 10/6/2021εκ μέρους της Εναγόμενης αρ. 4 / Καθ΄ ης η αίτηση, υπό εκκαθάριση διά μέσω του Εκκαθαριστή της XXXXX Νεοφύτου. δ) Η Καθ΄ ης η αίτηση με το σημερινό τίτλο, δεν αποτελούσε μέρος της αγωγής και της διαδικασίας όταν καταχωρήθηκε η Έκθεση Υπεράσπισης για την TRICOR LIMITED - Εναγόμενη αρ. 4 στις 20/09/2013, η οποία, εκπροσωπείτο από το Δικηγορικό Γραφείο ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΟΥΤΡΑΣ & ΣΙΑ. ε) Σύμφωνα με το Θεσμό 1 της Διαταγής 21 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας μετά τη καταχώρηση του Σημειώματος Εμφάνισης κάθε Εναγόμενος έχει το δικαίωμα καταχώρησης Υπεράσπισης ως και ανταπαίτησης σύμφωνα με τους Θεσμούς 7Α-15 της Δ.21 και ως εκ τούτου αποτελεί αναφαίρετο δικαίωμα της Καθ΄ ης η αίτηση και είναι καθόλα νόμιμη η Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση που καταχώρησε στις 22/12/2021 και δεν υπάρχει οποιαδήποτε πρόνοια ή/ και εξαίρεση, στο Θεσμό αυτό. στ) Η αίτηση αφορά εφαρμογή δραστικής εξουσίας η οποία θα πρέπει να ασκείται με φειδώ, και μόνο σε ξεκάθαρες περιπτώσεις και όχι στην παρούσα. ζ) Η διαγραφή δικογράφου είναι εξαιρετικό μέτρο και μέρη από τη δικογραφία μπορούν να διαγραφούν όταν τείνουν να επηρεάσουν δυσμενώς, να προκαλέσουν αμηχανία, ή να καθυστερήσουν τη δίκαιη δίκη της αγωγής, κάτι που δεν συμβαίνει στη παρούσα υπόθεση. η) Δεν υποδεικνύεται στα μέρη πώς θα διαμορφώσουν την υπόθεση τους εφόσον αυτά δεν παραβαίνουν τους Κανόνες, αφού ακόμη και αν ένα δικόγραφο περιέχει αχρείαστα ζητήματα τούτο δεν είναι αρκετό για να οδηγήσει το Δικαστήριο στη διαγραφή του εφόσον δεν προκαλείται ζημιά στον αντίδικο. θ) Σύμφωνα με τη σχετική Νομολογία και Νομοθεσία όταν ο Διάδικος αναφέρεται σε απάτη, δόλο και Ψευδείς Παραστάσεις, όπως στη προκειμένη περίπτωση η Καθ΄ ης η αίτηση με την Υπεράσπιση και την Ανταπαίτηση της ημερομηνίας 22/12/2021πρέπει να δίδει πλήρεις λεπτομέρειες και ως εκ τούτου δεν δύναται να διαγραφεί το εν λόγω δικόγραφο, καθώς η Καθ΄ ης η αίτηση θα στερηθεί της Υπεράσπισης της και δεν θα υπάρχει ολοκληρωμένη εκδίκαση των επίδικων θεμάτων και με αναφορά σε όλα τα εμπλεκόμενα πρόσωπα. ι) Οι Αιτητές δεν τεκμηριώνουν με ποιο τρόπο η Υπεράσπιση και η Ανταπαίτηση της Καθ΄ ης η αίτηση είναι επιβλαβής στους Αιτητές, από τη στιγμή που μπορούν να αντικρούσουν τις θέσεις με σχετική Απάντηση. ια) Οι Αιτητές έχουν αποδεχθεί τη τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης στην αγωγή XXXXX/11 Ε.Δ. Λάρνακας ημερομηνίας 23/7/2021 (η οποία ταυτίζεται ουσιαστικά με την Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση της Καθ΄ ης η αίτηση ημερ. 22/12/2021) χωρίς ένσταση, με αποτέλεσμα να υπάρχει δεδικασμένο και έχουν καταχωρήσει Υπεράσπιση ημερομηνίας 08/09/2021 και ως εκ τούτου σε καμία απολύτως δυσχέρεια δεν βρίσκονται, αφού καλούνται να απαντήσουν επί των ίδιων ουσιαστικά επίδικων θεμάτων της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης της Καθ΄ ης η αίτηση. ιβ) Ενοχλητικά και άχρηστα θέματα είναι εκείνα τα οποία θεωρούνται ανήθικα ή υποβιβαστικά ή γίνονται με στόχο τον επηρεασμό της άλλης πλευράς, αλλά αν είναι σχετικά τότε δεν είναι κατ' ανάγκη και σκανδαλώδη, ούτε και διαγράφεται ισχυρισμός απλώς και μόνο διότι είναι αχρείαστος, εκτός και αν είναι εμφανώς άσχετος, κάτι που δεν συμβαίνει στη παρούσα υπόθεση. ιγ) Η παρούσα αίτηση είναι ενοχλητική και έχει ως σκοπό να θέσει την υπό εκκαθάριση εταιρεία σε δυσμενή θέση και να την εξαναγκάσει να αποδεχθεί τη Έκθεση Υπεράσπισης ημερ.20/9/2013 η οποία καταχωρήθηκε με βάση άλλο Σημείωμα Εμφάνισης από άλλους Δικηγόρους τους οποίους είχαν διορίσει η Διευθύντρια της εταιρείας, της οποίας Διευθύντριας έπαυσαν οι εξουσίες με το διορισμό του Επίσημου Παραλήπτη ως Προσωρινός Εκκαθαριστής ή/ και Εκκαθαριστής. ιδ) Οι Αιτητές δήλωσαν ενώπιον του Σεβαστού Δικαστηρίου ότι σε περίπτωση απόρριψης της Αίτησης τους, θα αποδεχθούν την συνένωση της αγωγής XXXXX/11 με τη παρούσα αγωγή και ως εκ τούτου είναι οι ίδιοι που προωθούν τη παρούσα διαδικασία με σκοπό να εμποδίσουν τη συνένωση των δύο αγωγών». Η ένσταση υποστηρίζεται με ένορκη δήλωση την οποία υπογράφει ο ίδιος ο εκκαθαριστής της Καθ' ης η αίτηση κ. XXXXX Νεοφύτου ο οποίος δηλώνει ως Εγκεκριμένος και Αδειοδοτημένος Σύμβουλος Αφερεγγυότητας και Δικηγόρος. Πέραν της ιδιότητας του και της γνώσης των γεγονότων, την οποία ισχυρίζεται πως έχει, και τη νομική συμβουλή που έλαβε για να προβεί στην ένσταση, υποστηρίζει επί της ουσίας τους πιο πάνω λόγους ένστασης παραθέτοντας τη νομική του αντίληψη σε σχέση με τον πρώτο λόγο ένστασης και αρνείται και απορρίπτει όσα υποστηρίζονται στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης ως παραπλανητικά και ότι δεν δίνουν ολοκληρωμένη και αληθή εικόνα. Αναφέρεται και αυτός στο ιστορικό της υπόθεσης παραπέμποντας στο φάκελο της υπόθεσης προς στοιχειοθέτηση των λόγων ένστασης παραθέτοντας επίσης τη νομική του αντίληψη και θέση ως προς τη δυνατότητα καταχώρισης του επίδικου δικογράφου με ό,τι αυτό περιέχει. Θα αποφύγω σε αυτό το μέρος της απόφασης μου την πλήρη παράθεση τους εφόσον αυτοί, όπου κριθεί αναγκαίο θα παρατεθούν και αναλυθούν στο κατάλληλο μέρος της παρούσας και προς αποφυγή επαναλήψεως. ΟΙ ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ: Η ακρόαση της αίτησης έγινε στη βάση των ενόρκων δηλώσεων που συνοδεύουν αντίστοιχα την αίτηση και την ένσταση και των αγορεύσεων των ευπαίδευτων συνηγόρων των δύο πλευρών, τις οποίες είχαν την καλοσύνη να ετοιμάσουν γραπτώς και μου αποστείλουν ηλεκτρονικά. Στις ικανές αγορεύσεις τους οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των δύο πλευρών με παρέπεμψαν εκτός από τα γεγονότα της υπόθεσης και σε νομική πτυχή που διέπει κατά την άποψη τους αυτής της φύσης αιτήματα με αναφορά στα συγκεκριμένα γεγονότα της υπόθεσης και τις ιδιαίτερες περιστάσεις αυτής. Τις έχω μελετήσει με προσοχή και λαμβάνω υπόψη μου τις εισηγήσεις τους, όπου δε χρειαστεί στη συνέχεια θα γίνει αναφορά σε αυτές. Απαντήσεις στις διάφορες εισηγήσεις και επιχειρήματα θα δοθούν με το σκεπτικό του Δικαστηρίου που θα ακολουθήσει χωρίς να απαιτείται να ενδιατρίψω σε κάθε επί μέρους εισήγηση ή επιχείρημα όταν κρίνεται ότι δεν εξυπηρετεί οποιονδήποτε σκοπό προς επίλυση των επίδικων ζητημάτων ή το οποίο κρίνεται ότι δεν είναι ουσιώδες ή νομικά αποδεκτό (βλ. Οδυσσέα v. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 490, Ανδρονίκου κ.α. v. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 486, την Έφεση Αρ.22/2018 του Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου Μ.Φ.Χ. v. M.X. με ημερ. 28.09.2021 και την εντελώς πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση του Δευτεροβάθμιου και πάλι Οικογενειακού Δικαστηρίου στην Έφεση Αρ. 20/2020 Γ.Λ. v. X.I. ημερ. 15.12.2021 όπου επαναλήφθηκαν τα ίδια ως άνω με την ακόλουθη διατύπωση: «.Όπως επανειλημμένα έχει λεχθεί δεν είναι έργο του Δικαστηρίου να σχολιάζει κάθε επιχείρημα ή δήλωση των διαδίκων ή των συνηγόρων τους. Καθήκον του είναι η διατύπωση καθαρής δικαστικής κρίσης η οποία να είναι αιτιολογημένη». Η ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΚΑΙ ΥΠΑΓΩΓΗ ΤΩΝ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ ΣΕ ΑΥΤΗ: Σύντομη αναφορά στη νομολογία καθώς επίσης και στο εφαρμοστέο νομοθετικό πλαίσιο που διέπει την εκδίκαση αιτήσεων όπως η υπό κρίση Αίτηση κρίνεται ως αναγκαία με σκοπό την καλύτερη κατανόηση της ανάλυσης που θα ακολουθήσει. Η αίτηση στηρίζεται κυρίως στη Δ.19 θ.4 και θ.26 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Η Δ.19 θ.4 καθορίζει επιτακτικά ότι στα δικόγραφα πρέπει να συμπεριλαμβάνονται γεγονότα, κατ' αντίθεση προς τη μαρτυρία, τα οποία πρέπει να είναι ουσιώδη και να σχετίζονται με το επίδικο ζήτημα που τίθεται προς εκδίκαση (βλ. Αγγελίδου v. Μούσουλου
(2012)1 Α.Α.Δ. 1846, Μαυρομιχάλη κ.ά. ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 530, Γεωργίου v. Καψού
(1997)1(Α) Α.Α.Δ. 164). Στην υπόθεση Παγκύπριος Εταιρεία Αρτοποιών Λτδ v. Σοφοκλή Τ. Σαββίδη 1997 1(Β) Α.Α.Δ. 685 λέχθηκαν τα εξής: «Τα δικόγραφα καθορίζουν το πλαίσιο της δίκης. Η σύνταξή τους διέπεται από ιδιαίτερους δικονομικούς κανόνες που ενσωματώνονται στη Δ.19 και διασφαλίζουν την αποτελεσματική διεξαγωγή της δίκης. Ο θ. 4 περιέχει τον πιο θεμελιακό: "Every pleading shall contain, and contain only, a statement in a summary form of the material facts on which the party pleading relies for his claim or defense, as the case may be, but not the evidence by which they are to be proved". Η έννοια του ουσιαστικού (material) συσχετίζεται εδώ με ότι είναι απαραίτητο. Στην υπόθεση Bruce v. Odhams Press Ltd. [1936] 1 Κ.Β. 697, 712, ελέχθη ότι: "The word "material" means necessary for the purpose of formulating a complete cause of action". Η πεμπτουσία είναι ότι η διατύπωση και η παρουσίαση της υπόθεσης πρέπει να είναι λιτή χωρίς πλατειασμούς. Το λόγο γι' αυτό μας δίνει η British Airways Pension Trustees Ltd ν. Sir Robert McAIpine [1994] 72 B.L.R. 26: "The basic purpose of pleadings is to enable the opposing party to know what case is being -made in sufficient detail to enable that party properly to prepare to answer it. Pleadings are not a game to be played at the expense of the litigants, they are not an end in themselves, but a means to the end, and that end is to give each party a fair hearing"». Η Δ.19 θ. 26, παρέχει την δυνατότητα να διαγραφεί οτιδήποτε επιλήψιμο έχει παρεισφρήσει στα δικόγραφα. Συγκεκριμένα η Δ.19 θ.26 προβλέπει τα ακόλουθα: «The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, order to be struck out or amended any matter in any indorsement or pleading which may be unnecessary or scandalous or which may tend to prejudice, embarrass, or delay the fair trial of the action». (Σε ελληνική μετάφραση) «Το Δικαστήριο ή ο Δικαστής μπορεί καθ' οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας να διατάξει τη διαγραφή ή τροποποίηση οποιουδήποτε ζητήματος σε οποιαδήποτε οπισθογράφηση ή δικόγραφο η οποία μπορεί να θεωρηθεί μη αναγκαία ή σκανδαλώδης ή που θα τείνει να προκαταβάλλει, εξευτελίσει ή καθυστερήσει την όλη εκδίκαση της αγωγής». Η εξουσία διαγραφής που παρέχει η Δ.19 θ 26 είναι διακριτικής μορφής και ταυτόχρονα πλατιά. Ακόμη και στις περιπτώσεις που οι συνθήκες υπαγορεύουν στένεμα της εξουσίας για να ασκηθεί κατά συγκεκριμένο τρόπο, όπως όταν επιζητείται διαγραφή υλικού από δικόγραφο λόγω δεδικασμένου, η εξουσία αυτή δε χάνει ολότελα το διακριτικό της χαρακτήρα (βλ.Vector Onega A.G. ν. Πλοίου M/V Girvas κ.ά. (Αρ. 1)
(2000)1 Α.Α.Δ. 16). Ενόψει της ομοιότητας της Δ.19 θ.26 με την Αγγλική Order 19 r. 27 των παλαιών Διαδικαστικών Κανονισμών, μπορεί να αντληθεί καθοδήγηση και από την Αγγλική νομολογία. Στην αγγλική υπόθεση Carl-Zeiss-Stiftungv. Rayner & Another [1969] 3 All E.R. 897, έχουν λεχθεί τα εξής αναφορικά με το εύρος της εξουσίας και το βάρος απόδειξης που φέρει ο επιδιώκων τη διαγραφή: «On the other side it has been suggested that, if it is once shown that a particular issue is res judicata, the court is bound to strike out any plea by the estopped party which raises that issue. I feel unable to accept that argument. R.S.C., Ord. 18, r. 19, is framed in language which is not mandatory but permissive. Its predecessors in earlier rules of court have always been treated as conferring a discretionary jurisdiction. (See, for example Golding v. Wharton Salt Works Co. [1876] 1 Q.B.D. 374). It were the fact that in certain kinds of circumstances, such as that an issue which is res judicata has been pleaded, the court would always exercise the jurisdiction in a particular way, this would not import that the jurisdiction was not discretionary but merely that in such circumstances the discretion ought to be exercised in that particular way. . It appears to me that, if a party adopts the course taken by the plaintiff here, it is for the applicant to show that to allow the offending plea to stand in the pleading will in fact give rise to one of the vices mentioned in R.S.C., Ord. 18, r. 19, of such a quality and in such circumstances that the court ought, in the exercise of its discretion, to strike out the offending matter. Every case must depend on its own facts». Στην υπόθεση Cyber Group Ltd v. Κυριάκου Χαραλαμπίδη και άλλων 2004 1(Γ) Α.Α.Δ. 1852 λέχθηκε ότι κύριος σκοπός της Δ.19 θ. 26 είναι η συμμόρφωση των διαδίκων με τους κανόνες σύνταξης των δικογράφων. Κατά την εξέταση αίτησης δυνάμει του πιο πάνω θεσμού δεν επιχειρείται και δεν εξετάζεται η εγκυρότητα του δικογράφου. Σύμφωνα με το Annual Practice 1958 σελ. 477, παρά το γεγονός ότι ο κανονισμός προνοεί ότι η διαταγή για διαγραφή μπορεί να δοθεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, η αίτηση θα πρέπει να υποβάλλεται έγκαιρα (promptly) και κατά κανόνα προτού κλείσουν τα δικόγραφα διαφορετικά το Δικαστήριο μπορεί κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να αρνηθεί να διατάξει διαγραφή. Στην αίτηση πρέπει να προσδιορίζονται τα μέρη από το δικόγραφο των οποίων ζητείται η διαγραφή. Στην αγγλική υπόθεση Kemsley v. Foot and Ors.
(1951)2 K.B. 34 λέχθηκε ότι η διαγραφή διατάσσεται μόνο σε ξεκάθαρες περιπτώσεις ("Striking out is employed only in plain and obvious cases"). Η ίδια αρχή υιοθετήθηκε και από το Εφετείο στην υπόθεση Vassilios Fasili and others v. M.V. "Sun Boat" Her shopowners and/or Charterers and others
(1984)1 C.L.R. 679. Περαιτέρω, στην Ετήσια Πρακτική του 1958 (Annual Practice) αναφέρεται στην σελίδα 477 ότι η διατύπωση του κανόνα της O.19 r.27 είναι ευρεία αλλά η εφαρμογή του περιορίσθηκε σε κάποιο βαθμό από τις αποφάσεις που δόθηκαν σε σχέση με αυτόν. Καθοριστική είναι η απόφαση Knowles v. Roberts 38 Ch.D. p.270, στην οποία ειπώθηκαν τα εξής: «The rule that the Court is not to dictate to parties how they should frame their case, is one that ought always to be preserved sacred. But that rule is, of course, subject to this modification and limitation, that the parties must not offend against the rules of pleading which have been laid down by the law; and if a party introduces a pleading which is unnecessary, and it tends to prejudice, embarrass and delay the trial of the action, it then becomes a pleading which is beyond his right. Not every pleading which offends against the rules will be struck out. The applicant must show that he is in some way prejudiced by the irregularity. Still,"the defendant may claim ex debito justitice to have the plaintiff's case presented in an intelligible form, so that he may not be embarrassed in meeting it"(per James, L.J., in Davy v. Garrett, 7 Ch. D. p. 486 ). Περαιτέρω, στo Annual Practice 1958 αναφέρονται τα εξής: The mere fact that an opponent's pleading contains some unnecessary matter is not sufficient ground for an application under this Rule. A statement will not be struck out merely because it is unnecessary, so long as it is otherwise harmless (Rock v. Purssell, 84 L.T.J. 45). Thus, if material facts be pleaded at unnecessary length or detail, the pleading will not be struck out. It is not part of the defendant's duty to reform the plaintiff's pleading; but if wholly immaterial matter be set out in such a way that the applicant must plead to it, and so raise irrelevant issues, which may involve expense, trouble and delay, then the irrelevant matter will be struck out, as it will prejudice the fair trial of the action (see Rassam v. Budge, [1893] 1 QB 571, Liardet v. Hammond Electric Light Co [1883] 31 W.R. 710, Mudge v. Penge U.D.C. 85 LJ. Ch. 814, C.A.; 32 T.L.R. 354,417; Davy v. Garrett 7 Ch. D. 473)». Σύμφωνα με το σύγγραμμα Bullen & Leake, Precedent of Pleadings, 12η έκδοση σελ.144, σκανδαλώδη ζητήματα σε οποιοδήποτε δικόγραφο μπορούν να διαγραφούν ή να τροποποιηθούν με διαταγή του Δικαστηρίου. Ισχυρισμοί σε ένα δικόγραφο θεωρούνται σκανδαλώδεις αν εκθέτουν ζητήματα που είναι προσβλητικά (offensive) ή απρεπή (indecent) ή που σκοπό και μόνο έχουν να επηρεάσουν δυσμενώς τον αντίδικο. Επίσης, αχρείαστοι (unnecessary) ή επουσιώδεις (immaterial) ισχυρισμοί θα διαγραφούν ως σκανδαλώδεις αν θίγουν τον αντίδικο ή αποδίδουν σε αυτόν ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο κατηγορία για αθέμιτη διαγωγή ή συμπεριφορά (misconduct) ή κακή πίστη. Από την άλλη, ένα δικόγραφο ή ισχυρισμός ο οποίος είναι σκανδαλώδης, όπως, για παράδειγμα, όταν περιέχει κατηγορίες ανεντιμότητας (dishonesty), ανηθικότητας (immorality) ή ανεπαίσχυντης (outrageous) συμπεριφοράς δεν θα διαγραφεί αν είναι απαραίτητος ή σχετικός με οποιοδήποτε επίδικο ζήτημα στην διαδικασία. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Christie v. Christie
(1873)L.R. 8 Ch. 499 το μοναδικό ερώτημα είναι κατά πόσο το ζήτημα το οποίο φέρεται ως σκανδαλώδες θα ήταν αποδεκτό ως μαρτυρία προς απόδειξη της αλήθειας οποιουδήποτε ισχυρισμού στο δικόγραφο ο οποίος είναι ουσιώδης σε σχέση με την αξιούμενη θεραπεία. Έτσι, όσο βαριές και αν είναι οι κατηγορίες που περιέχει ένα δικόγραφο, είτε αυτές είναι κατηγορίες ανηθικότητας είτε άλλως πως, αυτές δεν θεωρούνται σκανδαλώδεις εντός της έννοιας του κανονισμού αν είναι σχετικές με τα επίδικα ζητήματα, δηλαδή, αν θα επηρεάσουν το αποτέλεσμα της αγωγής αν αποδειχθούν αληθινές. Με βάση τα όσα εκτίθενται πιο πάνω, όταν το Δικαστήριο εξετάζει κατά πόσο συγκεκριμένα αποσπάσματα σε ένα δικόγραφο είναι σκανδαλώδη, θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη τη φύση της αγωγής και αν κατά πόσο αυτά είναι σχετικά με τα επίδικα στην αγωγή ζητήματα. Στην υπόθεση Athina Leathergoods Ltd v. Ιωακείμ Χαραλάμπους κ.α.
(2000)1(Β) Α.Α.Δ. 787 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Σύμφωνα δε με το Annual Practice, 1958, σελ. 477-479, η φράση: "Tend to prejudice, embarrass, or delay the fair trial of the action" - («τείνουν να επηρεάσουν δυσμενώς, να προκαλέσουν αμηχανία, ή να καθυστερήσουν τη δίκαιη δίκη της αγωγής») - έχει ερμηνευθεί φιλελεύθερα από τα δικαστήρια. Αν ο εναγόμενος δεν διασαφηνίζει ποιο μέρος της Έκθεσης Απαίτησης παραδέχεται και ποιο αρνείται το δικόγραφο του προκαλεί αμηχανία. Απλή, όμως, πολυλογία δεν προκαλεί αφ' εαυτής αμηχανία». Στο σύγγραμμα Bullen & Leake, 12η Έκδοση, σελ. 146-148 κάτω από τον τίτλο "Pleadings Tending to Prejudice, Embarrass or Delay Fair Trial", αναφέρονται μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: «The question whether a pleading is embarrassing or prejudicial is one for the court to decide in view of the particular facts and circumstances of the case, and the court is inclined to give a "reasonable limit" and will only strike out irrelevant or unnecessary matter where it clearly is so; and accordingly, unless the pleading as it stands is really and seriously embarrassing, it is often wiser to leave it unamended or to apply for further and better particulars». Επίσης, σύμφωνα με την Δ.27 Θ.3 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας όταν η βάση της αγωγής ή υπεράσπισης που αποκαλύπτεται με τα δικόγραφα δεν έχει βάση συζήτησης, ή στην περίπτωση που φαίνεται ότι είναι επιπόλαιη ή ενοχλητική, το Δικαστήριο έχει τη διακριτική ευχέρεια να απορρίψει την απαίτηση ή την υπεράσπιση. Ερχόμενος τώρα στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης και πριν προχωρήσω στον σχολιασμό των λόγων ένστασης που προβάλει η Καθ' ης η αίτηση κρίνω σκόπιμο να παραθέσω τη θέση της Αιτήτριας και την εισήγηση της ότι η Τροποποιημένη Έκθεση Υπεράσπισης και η Ανταπαίτηση της Εναγόμενης 4 που καταχωρήθηκε στις 22.12.2021 θα πρέπει να διαγραφεί, με αναφορά στα γεγονότα που τη στοιχειοθετούν όπως αυτά παρατέθηκαν στην αρχή της απόφασης μου. Είναι πολύ καλά γνωστό ότι η τροποποίηση των δικογράφων επιτρέπεται μόνο με διάταγμα Δικαστηρίου και, ως εκ τούτου με βρίσκει σύμφωνο η θέση της Αιτήτριας ότι η προσθήκη των ως άνω αναφερομένων ισχυρισμών αποτελεί κατάχρηση και περιφρόνηση της δικαστικής διαδικασίας, παραβίαση των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, είναι αντίθετη με τη νομολογία και παραβιάζει το εκδοθέν στις 06.05.2020 διάταγμα τροποποίησης αφού οι σχετικές τροποποιήσεις στις οποίες έχει προβεί είναι άσχετα μ' αυτό. Παρόμοιο με την παρούσα ζήτημα έχει εξεταστεί στην απόφαση Christoforos Karagiannas & Sons Ltd v. 1.Cornelius Desmond O'Dwyer, 2.Michaella Margaret O' Dwyer, Αρ. Αγωγής 365/2006 Ε.Δ. Αμμοχώστου ημερ. 20.04.2011 της κας Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου Α.Ε.Δ. (όπως ήταν τότε), η οποία εκδόθηκε σε αίτηση διαγραφής. Στην εν λόγω υπόθεση, είχε εκδοθεί διάταγμα τροποποίησης της υπεράσπισης και εν συνεχεία καταχωρήθηκε τροποποιημένη απάντηση με διευρυμένες τροποποιήσεις και νέες προσθήκες οι οποίες δεν μπορούσε να θεωρηθεί ότι αποτελούν απόρροια του διατάγματος τροποποίησης. Το Δικαστήριο εκδίδοντας διάταγμα διαγραφής εν λόγω προσθηκών ανέφερε, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα (παρατίθεται εκτεταμένο απόσπασμα με τις δικές της υπογραμμίσεις καθώς τα όσα αναφέρονται εκεί είναι απόλυτα σχετικά με τα γεγονότα της παρούσας και υιοθετούνται και για τους σκοπούς της παρούσας): «Εκείνο που πρέπει στο σημείο αυτό να υπογραμμίσουμε είναι ότι οι Ενάγοντες εξασφαλίζοντας σχετικό διάταγμα τροποποίησης από το Δικαστήριο τροποποίησαν την παρά.
(22)της Έκθεσης Απαίτησης τους ούτως ώστε να ισχυριστούν παράβαση της συμφωνίας από μέρους των Εναγόμενων η οποία συνίστατο στη μη πληρωμή του ποσού των ΛΚ52.000 και ότι στην επίδικη συμφωνία, σε περίπτωση που υπήρχε παράλειψη πληρωμής από τους Εναγόμενους οι Ενάγοντες είχαν δικαίωμα τερματισμού της συμφωνίας. Αυτός ήταν ο ισχυρισμός των Εναγόντων που επετράπη μέσω διατάγματος τροποποίησης να εισαχθεί στο δικόγραφο των Εναγόντων. Στην Απάντηση που καταχώρησαν στις 4/10/10 επικαλούνται στην παρά.
(8)περαιτέρω λόγους που, κατά τον ισχυρισμό τους, δικαιολογούσαν τον άμεσο τερματισμό της επίδικης συμφωνίας. Αυτοί οι λόγοι ήταν η συμπεριφορά των Εναγόμενων με τα δυσφημιστικά σχόλια και ψευδείς πληροφορίες που δημοσίευσαν αλλά και τις παράνομες και αντισυνταγματικές ενέργειες των Εναγόμενων προβάλλοντας, περαιτέρω, τον ισχυρισμό ότι η συμπεριφορά των Εναγόμενων ήταν αντίθετη με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη που έπρεπε να διέπουν τη μεταξύ τους συμφωνία. Είναι φανερό από το περιεχόμενο των πιο πάνω ισχυρισμών της Απάντησης των Εναγόντων ότι αυτοί δεν συνιστούν απάντηση στα όσα αναφέρονται στην παρά.
(20)της Υπεράσπισης των Εναγομένων αλλά αποτελούν νέους ισχυρισμούς επιπρόσθετους σ΄ αυτούς που είχαν συμπεριλάβει στην παρά.
(22)μετά την επιτραπείσα τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης. Ούτε μπορεί κανείς να πείσει λέγοντας ότι αυτοί οι ισχυρισμοί στην Απάντηση που συμπεριλαμβάνονται στην παρά.
(8)της Απάντησης ήταν επακόλουθο ή συνακόλουθο (consequential) των όσων περιέχονται στην παρά.
(20)της Υπεράσπισης. Η αγγλική νομολογία έχει εξετάσει παρόμοιο με το ζήτημα που εγείρεται πιο πάνω και συγκεκριμένα έχει εξετασθεί το νομικό ζήτημα κατά πόσο όταν δίδεται άδεια στον Ενάγοντα να τροποποιήσει την Έκθεση Απαίτησής του, ο Εναγόμενος είναι ελεύθερος και απεριόριστος στο να τροποποιήσει την Υπεράσπιση του όπως αυτός επιθυμεί. Διευκρινίζω ότι το θέμα που μας απασχολεί στην παρούσα Αίτηση είναι κατά πόσο εκεί όπου έχει μεσολαβήσει η έκδοση διατάγματος τροποποίησης της Έκθεσης Απαίτησης υπάρχει η δυνατότητα από πλευράς Ενάγοντα στην Απάντησή του στην Υπεράσπιση που καταχωρείται στην Τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησης να προσθέσει ισχυρισμούς οι οποίοι είναι επιπρόσθετοι αυτών που αποτέλεσαν αντικείμενο του διατάγματος τροποποίησης της Έκθεσης Απαίτησής του και που δεν είναι επακόλουθο των όσων περιέχονται στην Υπεράσπιση που καταχώρησε ο Εναγόμενος στην Τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησης. Η έρευνα του Δικαστηρίου δεν έχει αποκαλύψει νομολογία που να καλύπτει επ΄ ακριβώς την υπό εξέταση περίπτωση, όμως, όπως ήδη αναφέρθηκε ανωτέρω, υπάρχει αγγλική νομολογία σχετικά με παρεμφερή ζητήματα. Συγκεκριμένα η νομολογία στην οποία θα αναφερθώ στη συνέχεια εξέτασε το συγκεκριμένο ζήτημα αναφορικά με τη δυνατότητα που παρέχεται στον Εναγόμενο να τροποποιήσει την Υπεράσπιση του που καταχωρεί μετά που μεσολάβησε τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης του Ενάγοντα. Είναι χρήσιμο να αναφερθούμε σε κάποιες υπαγορεύσεις που αναφέρονται στο Σύγγραμμα Bullen & Leake´s Precedents of Pleading, 11η έκδοση, 1959 (στη σελίδα 64), όπου τονίζεται ότι στην περίπτωση τροποποίησης της Έκθεσης Απαίτησης, τέτοια τροποποίηση δεν δίνει στον Εναγόμενο οποιοδήποτε περαιτέρω χρόνο για να καταχωρήσει την Υπεράσπισή του ή δικαίωμα να τροποποιήσει την Υπεράσπιση που έχει ήδη καταχωρήσει στην απουσία ειδικών όρων στο διάταγμα τροποποίησης. Συνεπώς, συνεχίζει το σχετικό απόσπασμα στο πιο πάνω Σύγγραμμα, όταν υποβάλλεται αίτηση για άδεια τροποποίησης θα πρέπει να λαμβάνεται πρόνοια από το αντίδικο μέρος για επιβολή όρου στο διάταγμα που να δίνει τέτοια άδεια για τροποποίηση του δικού του δικογράφου, αν έχει ήδη καταχωρηθεί, η οποία τροποποίηση καθίσταται αναγκαία ένεκα της τροποποίησης του δικογράφου του αντιδίκου. Στο πιο πάνω απόσπασμα γίνεται αναφορά και στην υπόθεση Squire v. Squire
(1972)1 All E.R. 891 όπου επισημαίνεται πως στην πράξη οι αυστηρές υπαγορεύσεις που αναφέρονται στο πιο πάνω απόσπασμα του Bullen & Leake σπάνια ακολουθούνται και είναι σύνηθες και ορθά θεωρείται πως άδεια για τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης περιλαμβάνει, χωρίς ρητή αναφορά, και άδεια για κατ΄ ακολουθία τροποποίηση της Υπεράσπισης. Στην υπόθεση Squire (πιο πάνω) αποφασίστηκε πως σε τέτοιες περιπτώσεις η άδεια για τροποποίηση της Υπεράσπισης περιορίζεται στις τροποποιήσεις εκείνες που είναι το επακόλουθο (consequential) των τροποποιήσεων της Έκθεσης Απαίτησης. Δηλαδή επιτρέπονται τροποποιήσεις στην Υπεράσπιση ενός Εναγόμενου οι οποίες θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως συνακόλουθες των τροποποιήσεων που επέφερε ο Ενάγων στο δικό του δικόγραφο αλλά δεν επιτρέπεται ριζική διαφοροποίηση της Υπεράσπισης και προσθήκη νέων ισχυρισμών και νέων υπερασπίσεων. Με πιο απλά λόγια ο περιορισμός έχει την έννοια πως δεν επιτρέπονται τροποποιήσεις της Υπεράσπισης που σχετίζονται με ισχυρισμούς που περιέχονται στην Έκθεση Απαίτησης οι οποίοι δεν επηρεάζονται από την τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης. Είναι άκρως διαφωτιστικό το ακόλουθο απόσπασμα της αγγλικής υπόθεσης Squire (πιο πάνω) όπου δεν έγινε αποδεκτή η εισήγηση ότι οποτεδήποτε επιτρέπεται τροποποίηση από το Δικαστήριο της Έκθεσης Απαίτησης παραχωρείται στον ενάγοντα «carte blanche» να εισάξει οποιαδήποτε τροποποίηση επιθυμεί στην Υπεράσπιση του. Το παραθέτω: «We turn first to the wider submission. It extends to this: that whatever the amendment allowed by the court to the statement of claim, however slight, the defendant is given carte blanche to introduce any amendment that he chooses, even when, if the defendant had independently applied to make the amendment, he would not have been allowed it, or would only have been allowed it on perhaps stringent terms as to costs including (for example) the payment of all costs up to the date of amendment. We are not prepared to accept that submission». Ακόμη θεωρώ χρήσιμο να παραθέσω σχετικό απόσπασμα στην ίδια απόφαση όπου παρατίθεται και σχολιάζεται το επιχείρημα ότι όταν καταχωρείται τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησης αυτό θεωρείται σαν καινούριο δικόγραφο και έτσι ο Εναγόμενος δεν θα έπρεπε να ελέγχεται από το Δικαστήριο σε σχέση με το πώς θα συντάξει το δικό του δικόγραφο και ότι θα πρέπει να είναι ελεύθερος να το συντάξει εκ νέου απαντώντας στην Έκθεση Απαίτησης όπως καταχωρήθηκε στην καινούρια της μορφή. Τέτοιο επιχείρημα, βεβαίως, απορρίφθηκε στην πιο πάνω απόφαση. Η σχετική περικοπή έχει ως εξής: "For the defendants it was argued that when the amended statement of claim is delivered it is a new and different pleading as a whole, and that the defendant should not be supervised or dictated to by the court in deciding how to plead to this new pleading - how to defend himself. He would be at liberty to plead anew and quite generally. It is not to the amendment that he pleads but to the whole statement of claim in its new form. The defendant, when amendments to the statement of claim are allowed by the court, is not then required to table his proposed amendments for consideration by the court; in practice he simply amends in due time and delivers his amended defence. If his ability to amend is in any way restricted it must result in great inconvenience and proliferation of proceedings, as leading to applications (such as the present) requiring close analysis and decision whether the defendant has overstepped the limits, followed possibly (if he is found to have done so) by a further substantive application by the defendant for leave to amend further to the extent of the excess. .... .......". Στην υπόθεση λοιπόν Squire (πιο πάνω) η κατάληξη του Δικαστηρίου ήταν να αποδεχτεί τα επιχειρήματα του Ενάγοντα καθιερώνοντας την αρχή ότι υπάρχει δυνατότητα τροποποίησης ισχυρισμών που όχι μόνο επηρεάζονται άμεσα αλλά και έμμεσα ή παρεμφερώς από την επελθούσα τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης. Παραθέτω σχετικό απόσπασμα από την πιο πάνω αγγλική απόφαση όπου ο Λόρδος Russell στη σελίδα 897 είπε τα εξής: "In our judgment the arguments advanced by the plaintiff are to be preferred, and the leave to amend the defence in circumstances such as the present is limited to those amendments that are consequential in the sense of the formula above mentioned ." Η πιο πάνω προσέγγιση έτυχε επιδοκιμασίας στην δική μας απόφαση στην υπόθεση Williams and Glyn´s Bank plc κ.α. ν. Του Πλοίου «ΜΑΡΙΑ»
(1992)1(Α) Α.Α.Δ. 309. Τονίστηκε συναφώς εκεί ότι το δικαίωμα ενός εναγόμενου να κάνει τις απαραίτητες τροποποιήσεις στην αρχική του Υπεράσπιση συνεπεία της τροποποίησης που έγινε στην Έκθεση Απαίτησης περιορίζεται στις τροποποιήσεις που συνεπάγονται και είναι αναγκαίες από τις τροποποιήσεις που έγιναν. Ακόμη ότι αν επιθυμεί ένας εναγόμενος να κάνει περισσότερες τροποποιήσεις από το ό,τι είναι απαραίτητο θα πρέπει να κάνει σχετική αίτηση. Σε περίπτωση δε που ο εναγόμενος στην τροποποιημένη Υπεράσπιση του ξεφεύγει από τα «επιτρεπτά» πλαίσια ο ενάγοντας βλέποντας αυτή την εκτροπή θα πρέπει να κάνει αίτηση για διαγραφή των παραγράφων της Υπεράσπισης που ξέφυγαν από την εξυπακουόμενη εξουσιοδότηση για τροποποίηση. Αντίθετη προσέγγιση θα πρόσδιδε έρεισμα σε διάδικους να προχωρούν αυτοβούλως σε τροποποιήσεις, που δεν θα ήταν διαφορετικά επιτρεπτές, ή τουλάχιστο χωρίς κόστος, παρόλη τη φιλελεύθερη προσέγγιση της νομολογίας ως προς το θέμα των τροποποιήσεων. Έχοντας, λοιπόν, αναφερθεί σε όλα τα πιο πάνω, έχω την άποψη ότι κατά παρόμοιο τρόπο θα πρέπει να προσεγγιστεί και το υπό εξέταση ζήτημα που αφορά συγκεκριμένο απόσπασμα της Απάντησης των Εναγόντων. Θεωρώ ότι ένας διάδικος δεν είναι ελεύθερος και απεριόριστος στο να τροποποιεί τα δικόγραφά του όπως αυτός επιθυμεί και ούτε θα πρέπει, μετά που έχει μεσολαβήσει μια τροποποίηση, όπως στην προκειμένη περίπτωση που τροποποιήθηκε η Έκθεση Απαίτησης, στην Απάντηση που καταχωρεί ο Ενάγοντας στην Υπεράσπιση του Εναγόμενου στην τροποποιηθείσα Έκθεση Απαίτησης να εισάγει ο Ενάγοντας επιπρόσθετους και νέους ισχυρισμούς πέραν των όσων ισχυρισμών του δόθηκε η άδεια να εισάξει στην Έκθεση Απαίτησής του και οι οποίοι ισχυρισμοί δεν είναι το αποτέλεσμα του περιεχομένου της Υπεράσπισης που καταχώρησε ο Εναγόμενος στην τροποποιηθείσα Έκθεση Απαίτησης. Με άλλα λόγια, επιτρέπονται μόνο τροποποιήσεις ή διαφοροποιήσεις σε ένα δικόγραφο που είναι συνακόλουθες (consequential) τροποποιήσεων του δικογράφου του αντιδίκου, δηλαδή τέτοιες που να σχετίζονται με ισχυρισμούς που περιέχονται στο δικόγραφο του αντιδίκου. Εάν ένας διάδικος μπορούσε οποτεδήποτε, ελεύθερα και απεριόριστα, να εισάγει στο δικόγραφο του, σε οποιοδήποτε στάδιο, λόγω του ότι προηγήθηκε κάποια τροποποίηση, νέους και επιπρόσθετους ισχυρισμούς, αυτό θα οδηγούσε σε εκτροπή και θα έδιδε τη δυνατότητα σε διαδίκους να προχωρούν αυτοβούλως σε τροποποιήσεις που δεν θα ήταν διαφορετικά επιτρεπτές ή τουλάχιστον χωρίς κόστος, παρόλη τη φιλελεύθερη προσέγγιση της νομολογίας ως προς το θέμα των τροποποιήσεων. Ειδικότερα δε, στην υπό εξέταση περίπτωση πρέπει να επισημάνουμε ότι προηγήθηκε αίτηση της πλευράς των Εναγόντων για τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησής τους ούτως ώστε να μπορέσουν να εισάξουν σε αυτήν συγκεκριμένους ισχυρισμούς. Η άδεια που παραχωρήθηκε από το Δικαστήριο που ενέκρινε τη σχετική αίτηση τροποποίησης αφορούσε την εισαγωγή συγκεκριμένων και μόνο ισχυρισμών. Η συμπερίληψη στη συνέχεια στην Απάντηση των Εναγόντων ισχυρισμών επιπρόσθετων αυτών που τους δόθηκε η άδεια να εισάξουν στην Έκθεση Απαίτησής τους, πιστεύω, ότι ξεφεύγει από τα επιτρεπτά όρια και ως τέτοια συνιστά εκτροπή η οποία, συνεπακόλουθα, υπόκειται σε διαγραφή». Συνεπώς, στη βάση των όσων έχουν εκτεθεί πιο πάνω στην προκειμένη περίπτωση έχοντας υπόψη την έκταση των τροποποιήσεων επί του δικογράφου της Υπεράσπισης της Εναγόμενης 4, οι οποίες δεν μπορούν για κανένα λόγο να θεωρηθούν ως αναγκαίες τροποποιήσεις που απορρέουν από το διάταγμα τροποποίησης που εξασφάλισε η Αιτήτρια, κρίνω ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις των Δ.19 και Δ.27 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και μπορούν να οδηγήσουν στην έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Παρόλη την πιο πάνω κατάληξη μου για σκοπούς πληρότητας θα σχολιάσω συνοπτικά και τους λόγους ένστασης και όπου αυτοί παρουσιάζουν συνάφεια θα εξεταστούν μαζί. Προβάλλεται ότι η Αίτηση δεν στηρίζεται στους συγκεκριμένους θεσμούς που αιτιολογούν την διαγραφή δικογράφου ( 1ος λόγος ένστασης) Εξετάζοντας τη νομική βάση της αίτησης κρίνω ότι η Καθ' ης η αίτηση δεν έχει δίκαιο να ισχυρίζεται ότι επί της νομικής βάσης της Αίτησης δεν γίνεται αναφορά στους δικονομικούς κανόνες που διέπουν την αιτούμενη θεραπεία. Τούτο δε καθώς στη νομική βάση της αίτησης γίνεται αναφορά, μεταξύ άλλων, στην Δ.19 και στην Δ.27, που αποτελούν τους δικονομικούς κανόνες που στοιχειοθετούν την αιτούμενη θεραπεία. Σχετικά με τα ανωτέρω, προς τα οποία η Αιτήτρια έχει συμμορφωθεί, είναι τα όσα αναφέρθηκαν στην απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου στην Kouppa and Another v. Vassiliades
(1981)1 J.S.C. 120, στην οποία αποφασίστηκε ότι σε ενδιάμεση αίτηση ο καθορισμός του νομικού βάθρου, με αναφορά στο άρθρο ή άρθρα της νομοθεσίας και των θεσμών που το στοιχειοθετούν, αποτελεί, σύμφωνα με τις διατάξεις της Δ.48 θ.1 των θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, όρο απαράβατο για την εγκυρότητα του δικονομικού μέτρου. Το σκεπτικό του Δικαστηρίου στην υπόθεση Kouppa συνοψίζεται στο πιο κάτω απόσπασμα: «The specification of the rules relied upon in interlocutory proceedings is not, to my comprehension, a matter of mere formality but a substantive procedural provision that should be strictly adhered to. For interlocutory proceedings are proceedings of an extraordinary nature in that deliberations are made without a complete trial, the normal process through which a cause is ventilated before the Court. Hence procedural safeguards designed to elicit the questions in issue and put the matter in a proper perspective should be meticulously observed especially mandatory provisions like those set out in Ord. 48 r.l. It is no accident that the legal substratum of an application must, unlike the statement of claim, be specified for there are compelling reasons that side issues should be succinctly defined both legally and factually so that the Court may, without undue delay, deal with them and thus pave the way for the trial of the main issues in dispute». Σε μετάφραση: «Ο καθορισμός των θεσμών στους οποίους στηρίζεται το ενδιάμεσο δικονομικό μέτρο (αίτηση με κλήση) δεν είναι όπως κατανοώ μόνο θέμα τύπου αλλά ουσιαστική δικονομική διάταξη, η οποία πρέπει να ακολουθείται αυστηρά· εν όψει του ότι η ενδιάμεση διαδικασία συνιστά διαδικασία ασυνήθη χαρακτήρα, για το λόγο ότι τα επίδικα θέματα εκδικάζονται έξω από το πλαίσιο της ολοκληρωμένης δίκης που αποτελεί τη συνήθη οδό για την εκδίκαση των επίδικων θεμάτων. Συνεπώς τα δικονομικά εχέγγυα τα οποία αποβλέπουν στον προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και του πλαισίου εκδίκασης τους πρέπει να τηρούνται με σχολαστικότητα ιδιαίτερα στην περίπτωση των επιτακτικών προνοιών της Δ.48 θ.1. Δεν είναι τυχαίο ότι το νομικό υπόβαθρο της αίτησης πρέπει, αντίθετα με την έκθεση απαιτήσεως, να καθορίζεται· συντρέχουν επιτακτικοί λόγοι που επιβάλλουν όπως παρεμφερή θέματα προσδιορίζονται τόσο νομικά όσο και πραγματικά με ακρίβεια ώστε το Δικαστήριο, χωρίς υπέρμετρη καθυστέρηση, να είναι σε θέση να τα εξετάσει και με αυτό τον τρόπο να επιστρώσει το έδαφος διά την εκδίκαση της ουσίας της διαφοράς». Προβάλλεται στον 2ο λόγο ένστασης ότι δεν πληρούνται οι νομολογιακές και νομοθετικές προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων και ως εκ τούτου η αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως νόμω και ουσία αβάσιμη, αφού δεν πληρούνται οι νομολογιακές και νομοθετικές προϋποθέσεις οι οποίες εφαρμόζονται για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Ως προς τον λόγο αυτόν ένστασης επαναλαμβάνονται όσα καταγράφηκαν για τον αμέσως πιο πάνω λόγο. Οι λόγοι ένστασης 3,4 και 5 μπορούν να εξεταστούν από κοινού. Στους λόγους αυτούς ένστασης προβάλλεται ότι η Εναγόμενη 4 μετά την τροποποίηση της 18.10.2016 και την καταχώριση σημειώματος εμφάνισης από τον Επίσημο Παραλήπτη και Εκκαθαριστή και στη συνέχεια με την τροποποίηση του τίτλου αποτελεί νέο διάδικο και συνεπώς είχε το δικαίωμα να προχωρήσει στην καταχώριση του δικογράφου της χωρίς την προγενέστερη εξασφάλιση άδειας του Δικαστηρίου. Με όλο τον σεβασμό κρίνω ότι η πιο πάνω προβαλλόμενη θέση της Καθ΄ ης η αίτηση δεν είναι ορθή και θα πρέπει να απορριφθεί ως νόμω και ουσία αβάσιμη. Αυτά δε καθώς: (α) Η έκδοση διατάγματος εκκαθάρισης εταιρείας δεν οδηγεί στην αλλαγή της οντότητας της εταιρείας, αλλά οδηγεί, μεταξύ άλλων, στην αλλαγή των προσώπων που ενεργούν εκ μέρους αυτής. Ως εκ τούτου, το γεγονός ότι η Εναγόμενη 4 τέθηκε υπό εκκαθάριση και ο XXXXX Νεοφύτου διορίστηκε ως εκκαθαριστής της δεν οδηγεί στην αλλαγή της εταιρείας σε σημείο που να την καθιστά νέο και διαφορετικό διάδικο, αλλά η αλλαγή αυτή συνίσταται στο γεγονός ότι εκ μέρους της Εναγόμενης 4 εταιρείας ενεργεί πλέον ο εκκαθαριστής της ο οποίος έχει δικαίωμα να διορίσει τον δικηγόρο της επιλογής του να εκπροσωπήσει την Εναγόμενη 4 (βλ. σχετικά την Μιχαήλ v. Επίσημου Παραλήπτη
(1999)1 (Β) Α.Α.Δ. 1033, όπου λέχθηκε πως μετά την εκκαθάριση μιας εταιρείας οι εξουσίες των διευθυντών αναλαμβάνονται από τον Επίσημο Παραλήπτη. Οι μέτοχοι δε και διευθυντές της εταιρείας δεν έχουν δικαίωμα να ακουστούν σε διαδικασίες συμβιβασμού στις οποίες προβαίνει ο παραλήπτης της εταιρείας με τους πιστωτές αυτής, όπως προνοείται από το άρθρο 198
(2)του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113 επίσης στην Λαζάρου v. Α. Κούμεττου κ.α.
(2003)1 Α.Α.Δ. 238, υποδείχθηκε πως μετά την έκδοση διαταγής για τη διάλυση εταιρείας, οι εξουσίες των διευθυντών περιέρχονται στον εκκαθαριστή. Οι ίδιοι καθίστανται, όπως επισημαίνεται functus officio δηλαδή αποστερούνται του αξιώματος τους και παρεπόμενο των εξουσιών τους ως προς τη διοίκηση της εταιρείας. Μετά τη διάλυση, οι διευθυντές και οι αντιπρόσωποι της εταιρείας, καταπίπτουν του αξιώματος τους αποστερούμενοι κάθε εξουσίας για ανάμιξη στις υποθέσεις της εταιρείας. (β) Το σημείωμα εμφάνισης που καταχώρισε ο εκκαθαριστής της Εναγόμενης 4 εταιρείας εκ μέρους της, δεν μπορεί να ενεργοποιήσει τις πρόνοιες της Δ.21 Θ.1 καθότι ήδη υπήρχε καταχωρημένο εκ μέρους της Εναγόμενης 4 εταιρείας Σημείωμα Εμφάνισης από τη δικηγορική εταιρεία Δημήτρης Κούτρας & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Το ενδεδειγμένο δε διάβημα στο οποίο θα έπρεπε να προβούν για να ενημερώσουν το Δικαστήριο και τους λοιπούς διαδίκους για την εμφάνιση τους ήταν η καταχώριση ειδοποίησης αλλαγής δικηγόρου. Ως εκ τούτου, και συμφωνώ ως προς τούτο με την ευπαίδευτη συνήγορο της Αιτήτριας ότι το δικό του σφάλμα να καταχωρίσει Σημείωμα Εμφάνισης δεν μπορεί να οδηγήσει δίχως άλλο στην παραχώρηση εκ νέου του δικαιώματος καταχώρησης δεύτερης υπεράσπισης εκ μέρους της Εναγόμενης 4. Όσα προβάλλονται δε στους λόγους ένστασης 6 -14 μπορούν επίσης να συνεξεταστούν. Οι λόγοι αυτοί ένστασης μπορεί να συνοψιστούν στο ότι η υπό κρίση αίτηση εγείρεται κακόπιστα και καταχρηστικά και ότι ουδεμία ζημιά θα υποστεί η Αιτήτρια από το καταχωρημένο δικόγραφο, περαιτέρω ότι η Αιτήτρια κάνει εν προκειμένω χρήση των δικονομικών μέτρων που παρέχουν οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας εντελώς καταχρηστικά και έχει αλλότριους σκοπούς και ότι μοναδικός σκοπός της υπό κρίση Αίτησης είναι η μη συνένωση της παρούσας αγωγής με την αγωγή 489/11 του Ε.Δ. Λάρνακας. Ανατρέχοντας σε αναμφισβήτητα γεγονότα και το ιστορικό της υπόθεσης και τον φάκελο διαπιστώνω τα ακόλουθα: (α) Ότι η παρούσα καταχωρίστηκε στις 12.01.2022 ενώ η αίτηση συνένωσης στις 11.01.2022 αντίγραφο της οποίας δόθηκε στην πλευρά της Αιτήτριας μόλις στις 13.01.2022 κατά την εμφάνιση των δικηγόρων της Αιτήτριας στο Δικαστήριο. Ως εκ τούτου, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η παρούσα Αίτηση έγινε με σκοπό την αποφυγή συνένωσης ενόψει του ότι η εν λόγω αίτηση δεν ήταν γνωστή στην Αιτήτρια κατά τον χρόνο καταχώρισης της παρούσας Αίτησης. Επομένως ο λόγος αυτός δεν γίνεται αποδεκτός. Πέραν τούτου, η σχετική αναφορά ενώπιον του Δικαστηρίου αφορούσε αποκλειστικά τη βάση γεγονότων στην οποία θα εξεταστεί η αίτηση συνένωσης ανάλογα από την έκβαση της παρούσας η οποία η οποία έτσι εκλήφθηκε και κατά την αντίληψη μου δεν μπορεί να ενέχει οποιανδήποτε επίδραση στην παρούσα. (β) Η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων δεν επιδιώκεται απλά για να διαγραφούν τυχόν αχρείαστα ζητήματα. Αλλά για τον κύριο λόγο ότι το τροποποιημένο δικόγραφο καταχωρίστηκε κατά παράβαση των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και αντικατέστησε πλήρως την καταχωρισθείσα υπεράσπιση, πρόσθεσε διάδικο ο οποίος έχει ήδη αποβιώσει καθώς και ανταπαίτηση με αποκλειστικό σκοπό να επιδιώξει την συνένωσης της παρούσας αγωγής με την αγωγή 489/11 του Ε.Δ. Λάρνακας σε αυτή τη βάση. (γ) Δεν υπάρχει αμφισβήτηση ότι σε περιπτώσεις όπου εγείρονται ζητήματα περί απάτης και δόλου θα πρέπει να δικογραφούνται σχετικές λεπτομέρειες. Η πρόθεση για έγερση αυτών των υπερασπίσεων δεν μπορεί να οδηγεί στην αυθαίρετη καταχώριση τροποποιημένων δικογράφων, χωρίς την εξασφάλιση εκ των προτέρων σχετικού διατάγματος προς τούτο, με αποκλειστικό σκοπό την διόρθωση τυχόν λαθών. (δ) Το γεγονός ότι τα όσα προβάλλονται στην Τροποποιημένη Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης της Εναγόμενης 4 ημερομηνίας 22.12.2021 έχουν προβληθεί κατά πανομοιότυπο τρόπο, τούτο δεν αναιρεί το γεγονός ότι πρώτον, προβάλλονται καταχρηστικά εκ νέου στην παρούσα επιδιώκοντας να εξεταστούν από το Δικαστήριο δύο φορές τα ίδια ζητήματα και δεύτερον, το τροποποιημένο δικόγραφο καταχωρίστηκε χωρίς τη λήψη άδειας από το Δικαστήριο. ΚΑΤΑΛΗΞΗ: Με όσα προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω καταλήγω ότι η αίτηση βρίσκει έρεισμα τόσο στα γεγονότα της υπόθεσης όσο και στις δικονομικές διατάξεις και τη νομολογία όπως παρατέθηκαν πιο πάνω. Ως εκ τούτου η Αίτηση εγκρίνεται και εκδίδονται διατάγματα ως τα αιτητικά Α, Β και Γ αυτής. ΤΑ ΕΞΟΔΑ: Επιδικάζονται έξοδα υπέρ της Αιτήτριας και σε βάρος της Καθ' ης η αίτησης όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής οπότε και θα είναι πληρωτέα. (Υπ.) ........... Χρ. Γ. Φιλίππου, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο