← Κύπρος

ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ν. Παπαγεωργίου κ.α., Αρ. Αγωγής 357/14, 17/2/2022

ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ν. Παπαγεωργίου κ.α., Αρ. Αγωγής 357/14, 17/2/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2022:A20 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Μαθηκολώνη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 357/14 Μεταξύ: ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ Εναγόντων και 1.XXXXX Παπαγεωργίου XXXXX

  1. XXXXX Παπαγεωργίου Σολωμού XXXXX Εναγομένων ----------------------- Ημερομηνία: 17 Φεβρουαρίου 2022 Εμφανίσεις: Για αιτητές/εναγόμενους 1 και 2: κα Δώρα Διάκου, για Πανίκος Λεωνίδου & Σια ΔΕΠΕ Για καθ' ων η αίτηση/ενάγοντες: κ. Γαβριήλ Πέτρου, για Δρ Ανδρέας Π. Ποιητής & Σια ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (Αίτηση ημερ. 17.11.2021 τροποποίησης της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης) Εισαγωγή Με την υπό εξέταση αίτηση οι εναγόμενοι 1 και 2/αιτητές αιτούνται την τροποποίηση της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης που καταχωρήθηκε από τους προηγούμενους δικηγόρους τους ως στο αιτητικό της αίτησης αναφέρεται. Περαιτέρω αναφορά στις αιτούμενες τροποποιήσεις γίνεται πιο κάτω στα πλαίσια εξέτασης της αίτησης προς αποφυγή επαναλείψεων. Η Αίτηση Η αίτηση, ως αναφέρεται στη νομική της βάση, στηρίζεται στη Δ.9 Θ.2 και 10, Δ. 25, Θ. 1, και Δ. 48 Θ. 1 και
  2. Η αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκο δήλωση του εναγόμενου 1/αιτητή, XXXXX Παπαγεωργίου ο οποίος αναφέρει ότι γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα και είναι εξουσιοδοτημένος και από την εναγόμενη 2/αιτήτρια για να προβεί στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση. Ως ο ομνύσας αναφέρει στις 31/3/2021 καταχωρήθηκε ειδοποίηση αλλαγής δικηγόρου από πλευράς εναγομένων. Ως επίσης αναφέρει ένεκα της πανδημίας κορονόϊού και των περιοριστικών μέτρων που επιβλήθηκαν από την κυβέρνηση για σκοπούς περιορισμού της εξάπλωσης της πανδημίας, δεν κατέστη δυνατή η άμεση διευθέτηση συνάντησης με τους συνηγόρους τους για σκοπούς συζήτησης και μελέτης της υπόθεσης τους. Έπειτα από διευθέτηση συνάντησης και μελέτης των εγγράφων τα οποία αφορούν την παρούσα αγωγή, διαφάνηκε ότι είναι απαραίτητη η διενέργεια των αιτούμενων τροποποιήσεων για να προστεθούν τα γεγονότα που αναφέρονται στα αιτητικά της αίτησης έτσι ώστε το Δικαστήριο να έχει σφαιρική και ολοκληρωτική εικόνα για την υπόθεση ώστε να απονεμηθεί ορθά η δικαιοσύνη, αφού η υφιστάμενη υπεράσπιση ως συμβουλεύονται από τους δικηγόρους τους είναι γενική και αόριστη. Περαιτέρω υποστηρίζει ότι η προσθήκη γεγονότων δεν θα επηρεάσει καθόλου τα δικαιώματα των εναγόντων/καθ' ων η αίτηση ούτε και εισάγεται νέα βάση υπεράσπισης, αλλά απλά αναφέρονται τα πραγματικά γεγονότα. Είναι επίσης η θέση του ότι χωρίς τις αιτούμενες τροποποιήσεις θα είναι αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη και ότι είθισται σε παρόμοιες περιπτώσεις να επιτρέπεται η ανάλογη τροποποίηση της έκθεσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης. Υποστηρίζει ότι η αίτηση γίνεται καλόπιστα και δεν έχει σκοπό να επιφέρει οποιαδήποτε καθυστέρηση στα δικαιώματα των εναγόντων, ενώ σε περίπτωση που δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα τόσο ο ίδιος όσο και η εναγόμενη 2 θα υποστούν ανεπανόρθωτη βλάβη, καθώς δεν θα τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου όλα τα αναγκαία γεγονότα και ισχυρισμοί τα οποία είναι σημαντικά για την πορεία της παρούσας υπόθεσης. Η Ένσταση Οι ενάγοντες/καθ' ων η αίτηση καταχώρησαν ένσταση στην αίτηση με την οποία εγείρουν τους κάτωθι λόγους ένστασης:
  3. Η αίτηση είναι νομικά και ουσιαστικά ανυπόστατη και αβάσιμη και στηρίζεται σε λανθασμένη νομική βάση.
  4. Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων.
  5. Η αίτηση είναι καταχρηστική.
  6. Η αίτηση καταχωρήθηκε με υπέρμετρη καθυστέρηση.
  7. Δεν αναφέρεται οποιοσδήποτε βάσιμος λόγος είτε για την καθυστέρηση στην καταχώρηση της αίτησης, είτε για το λόγο που προέκυψε η ανάγκη για τροποποίηση σε αυτό το στάδιο.
  8. Δεν αναφέρεται οποιοσδήποτε βάσιμος λόγος ως προς το γιατί δεν συμπεριλήφθηκαν οι ισχυρισμοί στην αρχική υπεράσπιση.
  9. Η αλλαγή δικηγόρου δεν αποτελεί λόγο για τροποποίηση.
  10. Με την αιτούμενη τροποποίηση επιχειρείται η προσθήκη σωρείας νέων υπερασπίσεων και βάσεων αγωγής.
  11. Τυχόν έγκριση της τροποποίησης θα προκαλέσει μεγάλη καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης η οποία συγκαταλέγεται στις υποθέσεις "backlog" οι οποίες πρέπει να εκδικάζονται κατά προτεραιότητα.
  12. Οι αιτούμενες τροποποιήσεις δεν είναι αναγκαίες για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων και δεν διευκρινίζει τα γεγονότα της υπόθεσης. Η ένσταση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της XXXXX Κονναρή η οποία υιοθετεί τους πιο πάνω λόγους ένστασης, απορρίπτει τους ισχυρισμούς που εμπεριέχονται στην ένορκο δήλωση που συνοδεύει την αίτηση και υποστηρίζει ότι οι εναγόμενοι παρά τα περιοριστικά μέτρα που υπήρχαν, είχαν στη διάθεση τους πολλούς τρόπους για να επικοινωνήσουν με τους δικηγόρους τους είτε με φυσική παρουσία είτε διαδικτυακά. Περαιτέρω υποστηρίζει ότι η αιτούμενη τροποποίηση είναι πολύ εκτενής αφού αποτελείται από 6 σελίδες στις οποίες προβάλλονται νέοι ισχυρισμοί περί καταχρηστικότητας των όρων και προστίθενται πέραν των 9 καινούριων διαταγμάτων. Αιτείται δε την απόρριψη της αίτησης με έξοδα σε βάρος των εναγομένων/αιτητών. Η Διαδικασία Οι συνήγοροι των δύο πλευρών περιορίστηκαν σε γραπτές αγορεύσεις με τις οποίες υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους με αναφορά στη νομολογία και στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας που διέπουν το ζήτημα και ουδείς εκ των ενόρκως δηλούντων αντεξετάστηκε. Τα όσα ανέφεραν οι συνήγοροι των δύο πλευρών έχουν μελετηθεί και λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους χωρίς να κρίνεται αναγκαία η παράθεση στο στάδιο αυτό, των αναλυτικών θέσεων που προέβαλαν. Αναφορά στις θέσεις και εισηγήσεις των δύο πλευρών γίνεται πιο κάτω στα πλαίσια ανάλυσης της νομικής πτυχής της αίτησης και στο βαθμό που κρίνεται απαραίτητο για τους σκοπούς της παρούσας απόφασης. Νομική Πτυχή Η αίτηση ως έχει ήδη λεχθεί στηρίζεται ουσιαστικά στη Δ. 25 Θ. 1 των θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας. Σημειώνεται δε ότι στην προκειμένη περίπτωση τυγχάνει εφαρμογής η Δ. 25 ως ίσχυε πριν την τροποποίηση της αφού η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε στις 5.2.
  13. Παραπέμπω σχετικά στην Δ. 25 Θ.8 η οποία προνοεί τα εξής: "
  14. Οι διατάξεις της Δ. 25 εφαρμόζονται σε αγωγές που καταχωρήθηκαν από 1.1.2015, αναστέλλεται όμως η εφαρμογή τους αναφορικά και μόνο σε αγωγές κλίμακας πέραν των €10.000 μέχρι τις 31.12.2015: Νοείται ότι για αγωγές που καταχωρήθηκαν μέχρι και 31.12.2014 και αγωγές κλίμακας πέραν των €10.000 που καταχωρήθηκαν μέχρι 31.12.2015, θα εξακολουθήσουν να εφαρμόζονται μέχρι την αποπεράτωσή τους, οι πρόνοιες των διατάξεων της Διαταγής 25 που ίσχυαν πριν την 1.1.2015." Η δε Δ. 25 ως ίσχυε πριν την τροποποίηση προβλέπει τα εξής: "
  15. The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, allow either party to alter or amend his indorsement or pleadings, in such manner and on such terms as may be just, and all such amendments shall be made as may be necessary for the purpose of determining the real questions in controversy between the parties." Αναφορικά με το ζήτημα των αρχών που εφαρμόζονται κατά την εξέταση αίτησης τροποποίησης στη βάση της Δ. 25 πριν την τροποποίηση της, χρήσιμη αναφορά μπορεί να γίνει στην υπόθεση Φοινιώτης ν. Greenman Navigation

(1989)1 (E) A.A.Δ.33, όπου τέθηκαν καθαρά οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου σε αιτήσεις τροποποίησης ως εξής (βλ σελ. 36 της απόφασης):
(1)Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
(2)Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στη συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντίδικου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου.
(3)Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στην διατύπωση των θέσεων του Αιτητή ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο Αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
(4)Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Hipgrave v. Case, 28 Ch. D. 361 υποδείχθηκε ότι το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά τη δίκη». Επίσης στην στην Πολ. Εφ. 58/2012, Kayat Trading Limited v. Genzyme Corporation, ημερ.4.3.2013: «Το συμπέρασμα που μπορεί με ασφάλεια να συναχθεί από τη σχετική νομολογία, είναι ότι το θέμα, τροποποίησης δικογράφων, ανάγεται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου η οποία ασκείται φιλελεύθερα και δεν διέπεται από άκαμπτους κανόνες, αλλά από διάφορους παράγοντες, η βαρύτητα των οποίων ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Η βασική αρχή η οποία πηγάζει μέσα από την εν λόγω νομολογία είναι, όπως πολύ εύστοχα επισημάνθηκε στην υπόθεση Clive Preece: "Αίτηση για τροποποίηση δικογράφου μπορεί να εγκριθεί σε κάθε στάδιο της διαδικασίας εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις οι οποίες καθιστούν την τροποποίηση απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης. Το συμφέρον της δικαιοσύνης αποτιμάται ύστερα από συνεκτίμηση όλων των παραγόντων της κάθε υπόθεσης, συμπεριλαμβανομένων και των επιπτώσεων που ενδεχομένως θα προκληθούν στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Βλ. Εθν. Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. κ.α. ν. Βιομ. Χαρ. Αλωνεύτης Λτδ κα
(2002)1(Α) ΑΑΔ 237. Στην Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 ΑΑΔ 934 έχει ειπωθεί ότι η σύγχρονη τάση είναι να επιτρέπουν τα δικαστήρια τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμα και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα." Επομένως από τη νομολογία που αφορά την ερμηνεία και εφαρμογή της Δ.25 πριν την τροποποίηση αναδύεται ως θεμελιακή αρχή πως τροποποίηση δικογράφων είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που αυτό κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για την αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Ακόμη και στις περιπτώσεις που επιδιώκεται νέα βάση αγωγής, η αίτηση τροποποίησης δεν είναι καταδικασμένη σε αποτυχία, αλλά εξετάζεται και συνεκτιμάται υπό το πρίσμα του συνόλου των στοιχείων της δεδομένης περίπτωσης. Το συμφέρον της δικαιοσύνης συνιστά, σε κάθε περίπτωση, κυρίαρχο παράγοντα, κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, να επιτρέπει τροποποίηση (βλ. σχετικά στις Πολιτικές Εφέσεις 137 και 138/13, IKOS SIF v. 1. Martin Coward κ.α, ημερ. 20.3.2014 . Ειδικότερα ως προς το θέμα του παράγοντα χρόνου στην υποβολή αιτήματος τροποποίησης, σταθερή γραμμή της Νομολογίας (βλ. ΙΚΟS ανωτέρω) αναγνωρίζει ότι ο παράγοντας αυτός είναι σχετικός. Δεν είναι όμως εξαρχής και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. Όταν η καθυστέρηση οφείλεται σε σφάλμα του αιτητή, η δικαιολόγηση της και η σημασία της ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά κάθε υπόθεσης, κυρίως σε συσχετισμό με τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Η όποια καθυστέρηση δεν πρέπει να εξετάζεται μεμονωμένα από απόψεως μόνο χρονικής διάστασης, αλλά θα πρέπει να συναρτάται με άλλους παράγοντες, όπως για παράδειγμα την ανυπαρξία καλής πίστης. Τροποποίηση μπορεί να επιτραπεί, ασχέτως εάν επιδείχθηκε αμέλεια και καθυστέρηση από διάδικο, αν αυτό απαιτεί το συμφέρον της δικαιοσύνης. Όπως ήδη έχει καταγραφεί, τελικά ο κρίσιμος παράγοντας είναι η ανάγκη για προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και η διατύπωση των θέσεων των διαδίκων (Χριστοδούλου v. Χριστοδούλου,
(1991)1 Α.Α.Δ. 934, Ταξί Κυριάκος Λτδ v. Παύλου
(1995)1 Α.Α.Δ. 560, Astor Manufacturing & Exporting Co κ.ά. v. A.G. Leventis κ.ά.
(1993)1 Α.Α.Δ. 726, SABA & Co. (T.M.P.) v. T.M.P. Agents
(1994)1 A.A.Δ. 426, Νικολάου v. Μιλτιάδους κ.ά.
(2007)1 Α.Α.Δ. 1005). Πάγια νομολογία διαμόρφωσε τον κανόνα ότι αίτηση τροποποίησης δεν είναι δυνατό να επιτύχει αν το υλικό, το οποίο σκοπείται να εισαχθεί, ήταν σε γνώση του αιτητή ή μπορούσε με εύλογη επιμέλεια να εντοπιστεί έγκαιρα. Η δε αλλαγή δικηγόρου διαδίκου δεν μπορεί να θεωρηθεί ως δικαιολογία για παρατηρούμενη καθυστέρηση που οδηγεί σε εκτροχιασμό της δίκης και δεν παρέχει, αφ' εαυτής, λόγο για την τροποποίηση της δικογραφίας. (Γραμμές Στριντζή Αιγαίου Ναυτική Εταιρεία v. Επίσημου Παραλήπτη και Εφόρου Εταιρειών ως Εκκαθαριστή της Εταιρείας Always Travel Holidays Ltd κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ. και United Sea Transport Ltd v. Zakou
(1980)1 A.Α.Δ. 501, 510). Η γραμμή αυτή της νομολογίας συναρτάται απόλυτα με την φειδώ με την οποία το Δικαστήριο θα πρέπει να ασκεί τη διακριτική του ευχέρεια, ιδίως στις περιπτώσεις όπου η όποια καθυστέρηση ενέχει καταλυτικές επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην προκειμένη περίπτωση είναι η θέση των καθ' ων η αίτηση ότι παρά τη φιλελεύθερη προσέγγιση των Δικαστηρίων σε αιτήσεις τροποποίησης στη βάση της Δ. 25 ως αυτή είχε πριν την τροποποίηση, εντούτοις αυτό δεν σημαίνει ότι θα πρέπει να εγκρίνεται αυτόματα και χωρίς να εξετάζονται οι λόγοι για τους οποίους προβάλλεται. Είναι δε η θέση του συνηγόρου των καθ' ων η αίτηση ότι στην προκειμένη περίπτωση η αίτηση υποβάλλεται με αδικαιολόγητη καθυστέρηση, και συγκεκριμένα 7 χρόνια μετά την καταχώρηση της αρχικής υπεράσπισης και χωρίς η καθυστέρηση να δικαιολογείται καθ' οιονδήποτε τρόπο, αφού η αλλαγή δικηγόρου δεν αποτελεί λόγο έγκρισης αιτήματος τροποποίησης ενώ παράλληλα ακόμα και από τον Μάρτιο του 2021 υπάρχει και πάλι καθυστέρηση μέχρι τον Νοέμβριο του 2021 που καταχωρήθηκε η υπό κρίση αίτηση, η οποία ως η θέση του δεν δικαιολογείται, αφού οι αιτητές δεν εξηγούν γιατί δεν ήταν δυνατόν να έχουν συνάντηση έστω διαδικτυακά με το συνήγορο τους, ούτε και αναφέρουν πότε τελικώς διευθετήθηκε η συνάντηση για να συναρτηθεί προς την ημερομηνία καταχώρησης της αίτησης. Περαιτέρω δεν υπάρχει ισχυρισμός ότι δεν γνώριζαν τα γεγονότα τα οποία επιχειρούν τώρα να εισαγάγουν και επομένως δεν επεξηγούν γιατί δεν περιλήφθηκαν στην αρχική υπεράσπιση Εισηγείται επίσης ότι τυχόν έγκριση της αίτησης σε αυτό το στάδιο σε μια τόσο παλαιά υπόθεση θα εκτροχιάσει τη διαδικασία αφού επιχειρείται η εισαγωγή 11 νέων αιτητικών και μεταξύ των θεραπειών που τώρα ζητούν είναι και αποζημιώσεις για καταχρηστική συμπεριφορά και αδικαιολόγητο πλουτισμό, ενώ στην αρχική ανταπαίτηση αιτούνταν μόνο δηλωτικές αποφάσεις, με αποτέλεσμα να αλλάζουν οι αξιώσεις παράγοντας που θα πρέπει να ληφθεί υπόψη για το πώς θα ασκήσει το Δικαστήριο τη διακριτική του ευχέρεια, αφού θα μετατρέψει μια απλή υπόθεση παραχώρησης πιστωτικών διευκολύνσεων σε μια αχρείαστα πολύπλοκη διαδικασία. Τέλος εισηγείται ότι από το σύνολο των δεδομένων προκύπτει πως πρόκειται για καταχρηστική αίτηση. Από την άλλη οι αιτητές αναφέρουν ότι η τροποποίηση διενεργείται καλόπιστα και με σκοπό να θέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου το σύνολο των γεγονότων ώστε το Δικαστήριο να μπορέσει να αποδώσει δικαιοσύνη έχοντας ενώπιον του το σύνολο των θέσεων των δύο πλευρών. Εισηγούνται περαιτέρω πως δεν εισάγουν νέα ζητήματα αλλά δίδουν περισσότερες λεπτομέρειες όσον αφορά τους γενικούς κατά τη θέση τους ισχυρισμούς που προβάλλονται στην υφιστάμενη υπεράσπιση και επομένως δεν προκαλείται καμία ζημιά στους καθ' ων η αίτηση που να μην μπορεί να αποκατασταθεί με την κατάλληλη διαταγή ως προς τα έξοδα. Εξετάζοντας τις εισηγήσεις των δύο πλευρών σημειώνω ότι συνοπτικά μπορεί να λεχθεί ότι στην προκειμένη περίπτωση με την υφιστάμενη Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση οι εναγόμενοι 1 και 2 αιτητές, ισχυρίζονται ότι Ουδέποτε υπέγραψαν την συμφωνία που ισχυρίζονται οι ενάγοντες ή και τη συμφωνία με τους όρους που οι ενάγοντες ισχυρίζονται και δεν έλαβαν οποιοδήποτε ποσό από τους ενάγοντες. Εάν ήθελε καταδειχθεί ότι υπέγραψαν τη συμφωνία που ισχυρίζονται οι ενάγοντες τότε η επίδικη συμφωνία ή και οι όροι της είναι άκυροι καθ' ότι είναι καταχρηστικοί και παράνομοι. Το κατ' ισχυρισμό των εναγόντων οφειλόμενο ποσό είναι χρέος με παράνομες χρεώσεις, επιβαρύνσεις, τόκους υπερημερίας και υπερχρεώσεις τόκων που επιβλήθηκαν καταχρηστικά και παράνομα για να αυξήσουν το υπόλοιπο και να λάβουν ποσά που δεν δικαιούνται. Οι πρόνοιες των εγγράφων που επικαλούνται οι ενάγοντες σε σχέση με την επιβολή ή και χρέωση αυξημένων τόκων ή και επιβαρύνσεων ή και δικαιωμάτων ή και άλλως πως συνιστούν ποινική ρήτρα ή και ρήτρα αποζημιώσεων και πρέπει να αγνοηθούν. Ότι οι εναγόμενοι ουδέποτε ειδοποιήθηκαν για το ότι θα χρεώνονταν με τόκο 9,75% ή και για οποιαδήποτε αύξηση του επιτοκίου και επομένως οι ενάγοντες δεν δικαιούνται να αξιώνουν αυξημένα επιτόκια. Οι ενάγοντες δεν δικαιούνται να επικαλούνται πρόνοιες μιας συμφωνίας την οποία κατά τον ισχυρισμό τους τερμάτισαν Ουδέποτε ο εναγόμενος 1 υπέγραψε συμφωνία για εγγραφή υποθήκης προς όφελος των εναγόντων και δεν έχει οιαδήποτε συμβατική ή άλλη σχέση μαζί τους και δεν τους οφείλει οιοδήποτε ποσό. Η υποθήκη ήταν άνευ αντιπαροχής και ο εναγόμενος 1 δεν είναι ούτε ήταν μέλος των εναγόντων ούτε και υπήρξε πρωτοφειλέτης του ισχυριζόμενου χρέους προς τους ενάγοντες. Η επίδικη συμφωνία δεν τερματίστηκε νόμιμα και εάν ήθελε καταδειχθεί πως τερματίστηκε νόμιμα, τότε οι ενάγοντες δεν έλαβαν όλα τα δέοντα μέτρα προς μείωση της ζημιάς τους Ότι καταχρηστικά δεν τερμάτισαν ενωρίτερα τη συμφωνία και δεν ζήτησαν ενωρίτερα το επίδικο ποσό για να επωφελούνται τους τόκους και τις επιβαρύνσεις που χρέωναν. Με την δε υφιστάμενη ανταπαίτηση τους επαναλαμβάνουν τους ισχυρισμούς της υπεράσπισης τους και ζητούν δήλωση του Δικαστηρίου ότι ουδέν ποσό οφείλουν στους ενάγοντες καθώς και δήλωση ότι η Υποθήκη ημερ. 21/4/2011 είναι άκυρη και παράνομη, άνευ αντιπαροχής και άνευ οποιουδήποτε έννομου αποτελέσματος. Με την τροποποίηση που τώρα επιχειρείται οι αιτητές/εναγόμενοι δίδουν ουσιαστικά λεπτομέρειες των καταχρηστικών όρων (βλ. αιτητικό 1Α), καθώς και των ποσών που κατά τη θέση τους συνιστούν παράνομες χρεώσεις ή υπερχρεώσεις τόκων (βλ. αιτητικό 1Γ της αίτησης), θέματα τα οποία εγείρονται με τις παραγράφους 4 και 5 της υφιστάμενης υπεράσπισης και ανταπαίτησης. Επίσης προβάλλουν περαιτέρω ισχυρισμούς (βλ αιτητικό 1Β της αίτησης) που σχετίζονται με την υπογραφή των εγγράφων υποθήκης και εν γένει τη νομιμότητα των εν λόγω εγγράφων, ζήτημα το οποίο ήδη προβάλλεται με την παρ. 6 της υπεράσπισης των αιτητών με την οποία ισχυρίζονται ότι η επίδικη υποθήκη ότι είναι άκυρη και παράνομη. Επομένως θεωρώ ότι πράγματι με τις πιο πάνω αιτούμενες τροποποιήσεις οι αιτητές δεν διαφοροποιούν σε ουσιαστικό βαθμό τους ισχυρισμούς της υπεράσπισης τους οι οποίοι αποτελούν βεβαίως και τη βάση για την ανταπαίτηση τους, αλλά φαίνεται να επιχειρούν γνήσια να δώσουν περαιτέρω λεπτομέρειες των γενικών ισχυρισμών που προβάλλονται στην υφιστάμενη υπεράσπιση, με σκοπό προφανώς να μπορέσουν στη βάση αυτών να εισαγάγουν κατά τη δίκη την ανάλογη μαρτυρία έτσι ώστε το Δικαστήριο να μπορέσει να εξετάσει την ουσία της διαφοράς έχοντας όλα τα δεδομένα ενώπιον του. Δεν μου διαφεύγει βέβαια ότι με το αιτητικό ΙΑ της αίτησης προβάλλεται και η θέση που δεν εμπεριέχεται στην υφιστάμενη υπεράσπιση ότι δηλαδή η επίδικη συμφωνία δανείου είναι άκυρη καθώς οι εναγόμενοι 1 και 2 ουδέποτε αιτήθηκαν ή/και εγγράφηκαν ως μέλη των εναγόντων για να μπορούν να συνάψουν συμφωνία μαζί τους, ενώ επίσης με την παρ. 1Ε προστίθενται αιτητικά στην ανταπαίτηση των εναγομένων τα οποία δεν υπήρχαν προηγουμένως. Όμως ως ήδη λέχθηκε τούτο καθώς και η επίδειξη αμέλειας ή λάθους κατά τη σύνταξη του αρχικού δικογράφου δεν συνιστά ανυπέρβλητο κώλυμα στην έγκριση αιτήματος τροποποίησης με βάση τις αρχές που παρατέθηκαν ανωτέρω. Ειδικά σε περιπτώσεις όπως την παρούσα όπου δεν εντοπίζεται κακοπιστία από την πλευρά των αιτητών ούτε και οποιαδήποτε συγκεκριμένη πρόκληση βλάβης στα συμφέροντα των καθ' ων η αίτηση, η οποία μάλιστα να μην μπορεί να αποζημιωθεί με την ανάλογη διαταγή ως προς τα έξοδα. Η δε ακρόαση της αγωγής δεν έχει ακόμα ξεκινήσει. Όσον αφορά τον ισχυρισμό των καθ' ων η αίτηση περί κατάχρησης σημειώνω ότι η θέση αυτή στερείται ερείσματος, αφού δεν θεωρώ ότι εξ αιτίας μόνο του γεγονότος της καθυστέρησης στην υποβολή του αιτήματος μπορεί να εξαχθεί συμπέρασμα περί κακοπιστίας ή και κατάχρησης. Ως προς την υπόθεση ΙΚΟS ανωτέρω την οποία επικαλέστηκε μεταξύ άλλων ο συνήγορος των καθ' ων η αίτηση, σημειώνω ότι εκεί υπήρχε σε ισχύ διάταγμα εναντίον του ενιστάμενου στην αίτηση τροποποίησης διαδίκου, έτσι που η καθυστέρηση στην προώθηση της αίτησης χωρίς βάσιμη δικαιολογία σε συνάρτηση με το γεγονός ότι η αγωγή θα έπρεπε να επιδοθεί σε πολλά νέα πρόσωπα να κριθεί ότι συνηγορούσε υπέρ της απόρριψης του αιτήματος. Στην προκειμένη περίπτωση δεν τέθηκε ενώπιον μου οτιδήποτε που να καταδεικνύει κάποια βλάβη στα συμφέροντα των καθ' ων η αίτηση, η οποία μάλιστα να μην μπορεί να αποζημιωθεί με την ανάλογη διαταγή ως προς τα έξοδα. Ενόψει λοιπόν όλων των πιο πάνω, και ιδιαίτερα του γεγονότος ότι με την τροποποίηση δεν αλλοιώνεται ουσιαστικά η αρχική βάση υπεράσπισης και ανταπαίτησης των αιτητών, και δεν καταδεικνύεται ότι οι καθ' ων η αίτηση θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά ή και οποιαδήποτε άλλη ζημιά που να μην μπορεί να θεραπευθεί με την κατάλληλη διαταγή ως προς τα έξοδα και θα έχουν το δικαίωμα να απαντήσουν σε όλα τα εγειρόμενα με την τροποποίηση, ως και του γεγονότος ότι η ακρόαση της υπόθεσης δεν έχει ακόμα αρχίσει και δεδομένου περαιτέρω του ότι η αίτηση υποβάλλεται καλόπιστα και με σκοπό να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου όλες οι θέσεις των αιτητών, κρίνω ότι είναι ορθό και δίκαιο να τους δοθεί η ευχέρεια να θέσουν τα ζητήματα στο ορθό κατά τους ίδιους πλαίσιο. Ως εκ των ανωτέρω κρίνω ότι οι λόγοι ένστασης δεν ευσταθούν και ότι περαιτέρω συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την άσκηση της διακριτικής μου ευχέρειας για έγκριση της αίτησης. Συνεπώς εκδίδεται διάταγμα ως η παράγραφος 1Α-1Ε, της αίτησης, Τροποποιημένη Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση να καταχωρηθεί εντός 3 ημερών από τη σύνταξη. Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση να καταχωρηθεί εντός 7 ημερών από την επίδοση της τροποποιημένης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης. Απάντηση στην Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση να καταχωρηθεί εντός 3 ημερών από την επίδοση της Απάντησης στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση. Το διάταγμα να ζητηθεί εντός 2 ημερών από σήμερα. Τα έξοδα της παρούσας αίτησης, όπως και όλα τα έξοδα που θα προκύψουν λόγω της τροποποίησης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της διαδικασίας, επιδικάζονται υπέρ των καθ' ων η αίτηση - εναγόντων και εναντίον των αιτητών/εναγομένων 1 και 2. (Υπ.) .............. Ν. Μαθηκολώνη, Α. Ε.Δ ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.