Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Χριστοφόρου κ.α., Αγωγή αρ. 104/2021, 22/2/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2022:A22 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: N. ΜΑΘΗΚΟΛΩΝΗ, Α.Ε.Δ. Αγωγή αρ. 104/2021 Μεταξύ: Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Εναγόντων και
- XXXXX Χριστοφόρου
- XXXXX Ελευθέριος Εναγομένων ---------------- Ημερομηνία: 22 Φεβρουαρίου 2022 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους εναγόμενους/αιτητές: κα Χαρίκλεια Μεττή, για Ορφανίδης, Χριστοφίδης & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για τους ενάγοντες/καθ' ων η αίτηση: κα Γ. Στυλιανού, για Χρυσαφίνης & Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (Αίτηση ημερ. 23.6.2021 για παραμερισμό/απόρριψη κλητηρίου/αναστολή διαδικασίας) Με την υπό εξέταση αίτηση οι εναγόμενοι/αιτητές αιτούνται ως ακολούθως:
- Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου που να απορρίπτει και/ή να ακυρώνει και/ή παραμερίζει (Set Aside) το Ειδικώς Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα και/ή την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή, ως καταχρηστική της διαδικασίας του Δικαστηρίου και/ή ως πολλαπλή διαδικασία
- Αναστολή της αγωγής αρ. 104/2021 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας και/ή οιασδήποτε περαιτέρω διαδικασίας στο πλαίσιο αυτής, μέχρι την πλήρη αποπεράτωση της αγωγής αρ. 1295/2015 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας. Η Αίτηση Η αίτηση ως αναφέρεται στη νομική βάση αυτής στηρίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δ.15, Δ.19 θ.26, Δ. 48, Θ.1-4, 8 και 9, Δ.39, Δ.57, Δ.59 και Δ.64, στο άρθρο 47 του Περί Δικαστηρίων Νόμου Ν. 14/1960, στο άρθρο 30 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, στο άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, στη νομολογία καθώς και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η αίτηση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση της Δέσποινας Γεωργούλα η οποία είναι δικηγόρος στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τους εναγόμενους και ως αναφέρει ο λόγος που προβαίνει η ίδια ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση αντί των εναγόμενων, είναι διότι τα ζητήματα στα οποία πρόκειται να αναφερθεί είναι αμιγώς νομικά. Ως η ομνύουσα αναφέρει από τους φάκελους που τηρούν στο γραφείο, στις 02/07/2015 οι αιτητές/εναγόμενοι καταχώρισαν στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας την αγωγή 1295/2015 εναντίον των εναγόντων. Η εν λόγω αγωγή αφορά στην παράβαση εκ μέρους της Τράπεζας, της συμφωνίας δανείου υπ' αρ. XXXXX82-24 και ημερομηνίας 09/07/2007 μεταξύ των διαδίκων σε ελβετικό φράγκο CHF για CHF 427,
- Ως περαιτέρω αναφέρει στις 09/02/2017 οι εναγόμενοι στην παρούσα, καταχώρισαν στο πλαίσιο της αγωγής αρ. 1295/2015 Έκθεση Απαίτησης, (βλ. Τεκμήριο 1). Στις 08/09/2017 οι ενάγοντες (εναγόμενοι στην αγωγή 1295/2015) καταχώρισαν Υπεράσπιση χωρίς να καταχωρίσουν Ανταπαίτηση (βλ. Τεκμήριο 2). Στις 04/10/2017 καταχωρίστηκε Απάντηση στην Υπεράσπιση. Στις 12/10/2017 καταχωρίστηκε αίτηση ορισμού, η οποία ορίστηκε στις 22/12/
- Στη συνέχεια, ήτοι στις 14/02/2019 η αγωγή αρ. 1295/2015 ορίστηκε πρώτη φορά για ακρόαση. Στις 12/02/2021 καταχωρίστηκε η παρούσα αγωγή, η οποία αφορά και πάλι στη συμφωνία δανείου υπ' αρ. XXXXX82-24 μεταξύ των διαδίκων. Πρόκειται για την ίδια συμφωνία η οποία αποτελεί το αντικείμενο της αγωγής αρ. 1295/
- Ως υποστηρίζει η παρούσα αγωγή συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας καθότι έπεται της αγωγής αρ. 1295/2015 η οποία έχει ως αντικείμενο την ίδια δανειακή σύμβαση και επομένως εδράζεται επί των ίδιων γεγονότων και αφορά στους ίδιους διαδίκους. Επομένως, σε περίπτωση που συνεχίσει κανονικά η προώθηση και των δύο αγωγών, το Δικαστήριο θα κληθεί να ακούσει την ίδια μαρτυρία δύο φορές και να εκδώσει δύο αποφάσεις επί των ίδιων γεγονότων, γεγονός το οποίο πλήττει τη διαδικασία. Περαιτέρω, οι δύο αγωγές είναι διασταυρούμενες. Οι Ενάγοντες στην παρούσα αγωγή είναι Εναγόμενοι στην αγωγή 1295/2015 και οι Εναγόμενοι στην παρούσα αγωγή είναι Ενάγοντες στην αγωγή 1295/
- Κατά συνέπεια και με δεδομένη τη θέση της ότι οι δύο αγωγές αφορούν σε ταυτόσημα επίδικα θέματα, και συνεπώς οι ισχυρισμοί που εγείρονται με την παρούσα αγωγή, θα μπορούσαν εύλογα και με την άσκηση εύλογης επιμέλειας από τους ενάγοντες στην παρούσα αγωγή, να εγερθούν στο πλαίσιο της αγωγής 1295/
- Ο κατακερματισμός υποθέσεων όπως στην παρούσα υπόθεση και η έγερση διαδοχικών αγωγών με το ίδιο αντικείμενο ή περίπου το ίδιο αντικείμενο δεν επιτρέπεται και δε δικαιολογείται υπό τις περιστάσεις. Είναι επίσης η θέση της ότι η επιλογή της καταχώρισης της παρούσας αγωγής 6 χρόνια μετά την καταχώριση της αγωγής 1295/2015 για τα ίδια θέματα, είναι καταχρηστική, αφού προκαλεί αχρείαστη ταλαιπωρία τόσο στο Δικαστήριο, όσο και στους διαδίκους και δημιουργεί αχρείαστα έξοδα αλλά και αδικία κατά των αιτητών, θέτοντας σε κίνδυνο την αξιοπιστία της δικαιοσύνης. Κατά συνέπεια, υποστηρίζει πως είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης όπως η παρούσα αγωγή διαγραφεί ή ανασταλεί η εκδίκαση της, μέχρι την εκδίκαση της αγωγής 1295/2015, το αποτέλεσμα της οποίας, εν πάση περιπτώσει, θα δεσμεύει την παρούσα αγωγή. Και τούτο διότι, με την αγωγή 1295/2015 εγείρονται ισχυρισμοί που αφορούν στην εγκυρότητα της επίδικης συμφωνίας δανείου, η οποία αμφισβητείται από τους ενάγοντες στην εν λόγω αγωγή, εναγόμενους στην παρούσα. Επομένως, η έκβαση της αγωγής 1295/2015, αναπόδραστα επηρεάζει την παρούσα αγωγή. Η Ένσταση Οι καθ΄ ων η αίτηση καταχώρησαν ένσταση στην αίτηση προβάλλοντας τους κάτωθι λόγους ένστασης: (α) Δεν συντρέχουν και/ή ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση των επιζητούμενων Διαταγμάτων και/ή δεν συντρέχουν οι περιστάσεις για να εγκρίνει το Σεβαστό Δικαστήριο τα αιτούμενα Διατάγματα. (β) Σε καμία περίπτωση η έγερση και προώθηση της υπο τον άνω αριθμό και τίτλο Αγωγής του Ε.Δ. Λάρνακας συνιστά καθ' οιονδήποτε τρόπο λόγο απόρριψης και/ή διαγραφής της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγής και/ή του Κλητηρίου Εντάλματος αυτής και ουδέν ζήτημα κατάχρησης και/ή καταπίεσης υφίσταται και τα όσα εκτίθενται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση απορρίπτονται. (γ) Η απόρριψη και/ή διαγραφή της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγής και/ή μέρους του Κλητηρίου Εντάλματος αυτής δεν ενδείκνυται καθ'ότι οι δύο Αγωγές που αναφέρουν οι Αιτητές, ήτοι η παρούσα υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγή και η αγωγή υπ' αρ. 1295/2015 του Ε.Δ. Λάρνακας, δεν αφορούν επακριβώς τα ίδια ζητήματα και/ή διαφέρουν ουσιωδώς μεταξύ τους υπό την έννοια ότι έχουν διαφορετική βάση και/ή βάσεις αγωγής και/ή αφορούν διαφορετικές επιζητούμενες αξιώσεις και/ή θεραπείες εναντίων έκαστου διάδικου και/ή εδράζονται επί διαφορετικών νομικών και/ή πραγματικών ζητημάτων και θεμάτων. Συνεπώς, ουδέν ζήτημα κατάχρησης και/ή καταπίεσης υφίσταται και/ή ζήτημα ύπαρξης παράλληλων και/ή διασταυρούμενων διαδικασιών και/ή Αγωγών (cross actions) και εν πάση περιπτώσει οι δύο Αγωγές δεν αφορούν επακριβώς τα ίδια νομικά και/ή πραγματικά ζητήματα. (δ) Οι Αιτητές δεν εγείρουν κανένα ουσιαστικό και/ή εύλογο λόγο γιατί να απορριφθεί και/ή διαγραφεί η παρούσα Αγωγή και/ή μέρος αυτής ενώ η Καθ'ης η αίτηση καταχώρησε την παρούσα Αγωγή δικαιωματικά και ορθά και η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγή επιδόθηκε δεόντως στους Αιτητές οι οποίοι και εμφανίστηκαν στην παρούσα Αγωγή και/ή διαδικασία άνευ όρων. (ε) Η υπό κρίση Αίτηση και τα εγειρόμενα σ' αυτή νομικά σημεία έχουν καταχωρηθεί και/ή προωθούνται πρόωρα και/ή παράτυπα και/ή αντικανονικά και/ή κατά παράβαση των Διαδικαστικών Κανονισμών και/ή της Δικαστικής πρακτικής και/ή της ισχύουσας Νομολογίας και πριν ακόμη συμπληρωθούν τα Δικόγραφα και αποκρυσταλλωθούν οι έγγραφες προτάσεις των διαδίκων στην παρούσα διαδικασία και με απώτερο σκοπό τον εκτροχιασμό της διαδικασίας και/ή πρόκλησης καθυστέρησης. Οι Αιτητές έχουν παραλείψει μέχρι σήμερα να καταχωρήσουν το δικόγραφο και/ή την Υπεράσπιση τους στην παρούσα Αγωγή επομένως κωλύονται και/ή παρεμποδίζονται στο παρόν στάδιο από το να εγείρουν τα όσα ζητήματα εγείρουν με την υπό κρίση Αίτηση και/ή την παρούσα διαδικασία και/ή να επιζητούν τις αιτούμενες με την παρούσα Αίτησή θεραπείες. Πουθενά δεν προνοείται στους Διαδικαστικούς Κανονισμούς η προώθηση της υπό κρίση διαδικασίας και/ή Αίτησης για αναστολή της παρούσας Αγωγής στο παρόν στάδιο το οποίο ευρίσκεται η πιο πάνω Αγωγή όπου μέχρι σήμερα δεν έχουν ολοκληρωθεί οι έγγραφες προτάσεις των διαδίκων και/ή δεν έχουν αποκρυσταλλωθεί τα επίδικα ζητήματα της διαδικασίας και/ή δεν έχει ακουστεί μαρτυρία και/ή το αναγκαίο πραγματικό και/ή νομικό πλαίσιο για εξέταση των εγειρόμενων με την υπό κρίση Αίτηση ζητημάτων. Χωρίς να ολοκληρωθούν οι έγγραφες προτάσεις των διαδίκων και/ή χωρίς να ακουστεί μαρτυρία επί των ισχυρισμών των θεμάτων που εγείρονται στην υπό κρίση Αίτηση, το Δικαστήριο δεν είναι σε θέση να αποφασίσει από αυτό το στάδιο επί των ζητημάτων που εγείρονται σε αυτή. Κατά συνέπεια τα θέματα αυτά θα πρέπει να αποφασιστούν μετά την ολοκλήρωση των δικογράφων και/ή την αποκρυσταλλοποίηση των επίδικων ζητημάτων στα πλαίσια εκδίκασης της Αγωγής. (στ) Εν πάση περιπτώσει, η Δ. 19 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών επί των οποίων εδράζεται κυρίως η υπό κρίση Αίτηση και/ή η εμβέλεια αυτών δεν επιτρέπει στην παρούσα δικαστική διαδικασία την απόρριψη της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγής και/ή του Κλητηρίου Εντάλματος της ως άνω Αγωγής ως οι επιζητούμενες θεραπείες και/ή τα επιζητούμενα Διατάγματα και εν πάση περιπτώσει σε καμία περίπτωση δεν ικανοποιούνται η προϋποθέσεις που θέτουν η Δ. 19 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών για την έκδοση των επιζητούμενων διαταγμάτων. Αυτό διότι, η οπισθογράφηση και/ή το κλητήριο ένταλμα και γενικότερα η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγή σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσε να ταξινομηθεί ως αχρείαστη ή σκανδαλώδες ή ότι είναι αναντίλεκτα ανυπόστατη ή ότι ενδέχεται να τείνει να επηρεάσει, ενοχλήσει ή καθυστερήσει τη δίκαιη εκδίκαση της αγωγής ή ότι δεν αποκαλύπτει καλή βάση αγωγής ή ότι είναι επιπόλαια ή ενοχλητική (frivolous or vexatious) ή ότι αυτή αδιαμφισβήτητα στερείται νομικού ή πραγματικού ερείσματος. (ζ) Οι Αιτητές δεν προωθούν το ορθό διαδικαστικό διάβημα. Η ορθή διαδικασία θα ήταν να καταχωρηθεί απο μέρους των Αιτητών αίτηση για συνεκδίκαση των αγωγών 1295/2015 και της παρούσας αγωγής μετά την συμπλήρωση των δικογράφων κατά το στάδιο των οδηγιών δυνάμει της Δ. 30 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας αφ' ης στιγμής θεωρούν ότι οι εν λόγω αγωγές είναι διασταυρούμενες. (η) Η Καθ'ης η αίτηση ακολούθησε πάντοτε την ορθή και/ή ενδεδειγμένη διαδικασία. (θ) Οι Αιτητές εμποδίζονται (are estopped) στην προώθηση της παρούσας Αίτησης. (ι) Η καταχώρηση της παρούσας Αίτησης προσλαμβάνει τη μορφή περιφρόνησης του Δικαστηρίου, των δικαιωμάτων του αντιδίκου και συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας (abuse of the process of the Court). (κ) Η αναστολή και/ή παραμερισμός της παρούσας αγωγής θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά στους Καθ'ων η αίτηση, παρεμποδίζοντας τους από το να εισπράξουν το λαβείν τους, και/ή να προβούν σε ειδική εκτέλεση των μεταξύ τους συμφωνηθέντων βάση των εγγράφων και/ή συμφωνιών που τα μέρη αυτοβούλως υπέγραψαν. (λ) Η Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την αίτηση είναι ανεπαρκής, ασαφής και αόριστη, δεν εκτίθενται σε αυτή επαρκή γεγονότα για να στηρίξουν την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. (μ) Η απόρριψη της παρούσας αγωγής θα δημιουργήσει αβεβαιότητα στην όποια τελεσιδικία προσπαθούν να επιφέρουν τα μέρη και/ή πλήττει τα θεμέλια της δικαιοσύνης. (ν) Η αιτούμενη ανατολή και/ή παραμερισμός θα είχε ως μοναδικό σκοπό να πλήξει την απονομή της δικαιοσύνης και/ή δεν θα ήταν ορθό και δίκαιο να δοθεί υπό τις περιστάσεις. Η ένσταση συνοδεύεται από την ένορκο δήλωση του XXXXX Νικολάου λειτουργού των εναγόντων ο οποίος υιοθετεί και επαναλαμβάνει τους λόγους ένστασης και υποστηρίζει ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Κατόπιν δε νομικής συμβουλής που έλαβε υποστηρίζει περαιτέρω ότι : (α) Οι Αιτητές δεν νομιμοποιούνται και/ή κωλύονται και/ή παρεμποδίζονται δια συμπεριφοράς και/ή διαγωγής και/ή παραστάσεων και/ή εγγράφων και/ή άλλως πως από το να εγείρουν και/ή να προωθούν τα όσα ζητήματα εγείρουν με την υπό κρίση Αίτηση και/ή την παρούσα διαδικασία και να προβάλλουν τους ισχυρισμούς τους εκτιθέμενους εις την υπό κρίση Αίτηση και στην ένορκη δήλωση και δεν έχουν υποδειχθεί επαρκείς και/ή ικανοποιητικοί λόγοι για την έκδοση του διατάγματος απόρριψης και/ή ακύρωση και/ή παραμερισμού του υπο του άνω αριθμού και τίτλου αγωγής εφόσον οι ίδιοι έλαβαν δεόντως γνώση για την ύπαρξη της παρούσας Αγωγής εναντίον των εναγόμενων, αφού τους επιδόθηκαν όλα τα αναγκαία έγγραφα και έχουν δια μέσω Δικηγόρων, ως φαίνεται και από το φάκελο του Δικαστηρίου, έχουν καταχωρήσει εμφάνιση άνευ όρων και ως εκ τούτου, έχουν αποδεχθεί και/ή έχει συναινέσει στην εκδίκαση της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγής και/ή διαδικασίας. (β) Η υπό κρίση Αίτηση και τα εγειρόμενα σ' αυτή σημεία έχουν καταχωρηθεί και/ή προωθούνται πρόωρα, παράτυπα, αντικανονικά, κατά παράβαση των Διαδικαστικών Κανονισμών και της Δικαστικής πρακτικής καθώς επίσης και της ισχύουσας Νομολογίας και πριν ακόμη συμπληρωθούν τα Δικόγραφα και αποκρυσταλλωθούν οι έγγραφες προτάσεις των διαδίκων στην παρούσα διαδικασία. Αυτό έχει απώτερο σκοπό τον εκτροχιασμό της διαδικασίας και την πρόκληση καθυστέρησης. Οι Αιτητές έχουν παραλείψει μέχρι σήμερα να καταχωρήσουν το δικόγραφο και/ή την Υπεράσπιση τους στην παρούσα Αγωγή, ενώ εκκρεμεί αίτηση εναντίον τους για έκδοση απόφασης λόγω της παράλειψης τους αυτής. Επομένως κωλύονται και παρεμποδίζονται στο παρόν στάδιο από το να εγείρουν τα όσα ζητήματα εγείρουν με την υπό κρίση Αίτηση και την παρούσα διαδικασία και να επιζητούν τις αιτούμενες με την παρούσα Αίτησή θεραπείες. Πουθενά δεν προνοείται στους Διαδικαστικούς Κανονισμούς η προώθηση της υπό κρίση διαδικασίας και/ή Αίτησης για αναστολή της παρούσας Αγωγής στο παρόν στάδιο το οποίο ευρίσκεται η πιο πάνω Αγωγή αφ' ης στιγμής δεν έχουν ολοκληρωθεί οι έγγραφες προτάσεις των διαδίκων και δεν έχουν αποκρυσταλλωθεί τα επίδικα ζητήματα της διαδικασίας. Εξ όσων έχουμε ενημερωθεί απο τους εξωτερικούς μας συμβούλους δεν έχει ακουστεί μαρτυρία κατ' επέκταση δεν υφίσταται το αναγκαίο πραγματικό και/ή νομικό πλαίσιο, συμφωνηθέν ή άλλως πως, για εξέταση των εγειρόμενων με την υπό κρίση Αίτηση ζητημάτων. Χωρίς να ολοκληρωθούν οι έγγραφες προτάσεις των διαδίκων και χωρίς να ακουστεί μαρτυρία επί των ισχυρισμών των θεμάτων που εγείρονται στην υπό κρίση Αίτηση, το Δικαστήριο δεν είναι σε θέση να αποφασίσει από αυτό το στάδιο επί των ζητημάτων που εγείρονται σε αυτή. Κατά συνέπεια τα θέματα αυτά θα πρέπει να αποφασιστούν μετά την ολοκλήρωση των δικογράφων και/ή την αποκρυσταλλοποίηση των επίδικων ζητημάτων στα πλαίσια εκδίκασης της Αγωγής. (γ) Τυχόν έκδοση των αιτούμενων με την υπό κρίση Αίτηση διαταγμάτων θα θέσει την Καθ'ης η αίτηση σε υπέρμετρη αδικία και/ή δυσμένεια και θα προκληθεί σ' αυτή ανεπανόρθωτη ζημιά καθότι θα απορριφθεί και/ή διαγραφεί η παρούσα Αγωγή η οποία αποτελεί την μόνη δικαστική διαδικασία που έχει εγείρει και/ή εκκινήσει η Καθ'ης η αίτηση εναντίον των Αιτητών και εκκρεμεί ενώπιον Δικαστηρίου, παρεμποδίζοντας την Καθ'ης η αίτηση από το να προωθήσει και/ή αποδείξει την υπόθεση της με βάση το άρθρο 30 του Συντάγματος προς διάγνωση των αστικών και/ή συμβατικών της δικαιωμάτων ενώπιον του Δικαστηρίου και προς είσπραξη του λαβέιν της. Επιπλέον, τυχόν έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, θα επιβαρύνει την Καθ'ης η αίτηση με επιπλέον έξοδα και θα προκαλέσει πολλαπλές και αχρείαστες διαδικασίες. Τα πιο πάνω καταδεικνύουν επίσης πως η καταχώρηση και η προώθηση της υπό κρίση Αίτησης αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου (abuse of the process of the Court) εφόσον αποτελεί μια προσπάθεια των Αιτητών για αποφυγή των υποχρεώσεων τους προς την Καθ'ης η αίτηση καθώς και για ανάλωση χρόνου του Δικαστηρίου προβάλλοντας διάφορα κωλύματα στην Καθ'ης η αίτηση για προώθηση της υπόθεσης της και προκαλώντας αχρείαστα υπέρμετρη καθυστέρηση στην διεκπεραίωση της υπόθεσης. (δ) Εξ' όσων έχουμε ενημερωθεί απο τους εξωτερικούς μας νομικούς συμβούλους, η Δ. 19 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών επί των οποίων εδράζεται κυρίως η υπό κρίση Αίτηση και/ή η εμβέλεια αυτών δεν επιτρέπει στην παρούσα δικαστική διαδικασία την απόρριψη της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγής και/ή του Κλητηρίου Εντάλματος της ως άνω Αγωγής ως οι επιζητούμενες θεραπείες και/ή τα επιζητούμενα Διατάγματα και εν πάση περιπτώσει σε καμία περίπτωση δεν ικανοποιούνται η προϋποθέσεις που θέτουν η Δ. 19 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών για την έκδοση των επιζητούμενων διαταγμάτων. Αυτό διότι, η οπισθογράφηση και/ή το κλητήριο ένταλμα και γενικότερα η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγή σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσε να ταξινομηθεί ως αχρείαστη ή σκανδαλώδες ή ότι είναι αναντίλεκτα ανυπόστατη ή ότι ενδέχεται να τείνει να επηρεάσει, ενοχλήσει ή καθυστερήσει τη δίκαιη εκδίκαση της αγωγής ή ότι δεν αποκαλύπτει καλή βάση αγωγής ή ότι είναι επιπόλαια ή ενοχλητική (frivolous or vexatious) ή ότι αυτή αδιαμφισβήτητα στερείται νομικού ή πραγματικού ερείσματος. Επίσης είναι η θέση του ότι τα επίδικα θέματα της αγωγής υπ' αριθμό 1295/2015 και της παρούσας δεν συνθέτουν ουσιωδώς και/ή επακριβώς την ίδια διαφορά σε βαθμό που να υφίσταται καθ'οιονδήποτε τρόπο ζήτημα κατάχρησης της διαδικασίας και/ή καταπίεσης και δεν αξιώνονται ταυτόσημες θεραπείες και/ή αξιώσεις αφού οι δύο αγωγές εδράζονται επί διαφορετικών βάσεων Αγωγής. Ειδικότερα οι εναγόμενοι στην παρούσα αγωγή και ενάγοντες στην αγωγή 1295/2015 αξιώνουν μεταξύ άλλων αποζημιώσεις λόγω ψευδών παραστάσεων και διατάγματα δυνάμει των οποίων να κηρύσσονται ως άκυρες οι συμφωνίες και οι εξασφαλίσεις που δόθηκαν ενώ οι ενάγοντες στην παρούσα αγωγή αξιώνουν το ποσό οφειλόμενο λόγω παράβασης της συμφωνίας δανείου που παραχωρήθηκε στους εναγόμενους. Η Τράπεζα ορθά κατά την εισήγηση του και προς αποφυγή σύγχυσης καταχώρησε την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή. Οι Αιτητές δεν δικαιούνται να εγείρουν τους επίδικους ισχυρισμούς με την παρούσα Αίτηση τους και δεν μπορούν να σταματήσουν ένα διάδικο από το να επιλέγει να κινηθεί νομικά εναντίον άλλου προσώπου με καταχώρηση ξεχωριστής αγωγής και να του στερήσουν τα Συνταγματικά Δικαιώματα του. Εν πάσει περιπτώση οι εναγόμενοι στην αγωγή 1295/2015 στο δικόγραφο της Υπεράσπισης τους επιφύλαξαν τα δικαιώματα τους όπως καταχωρήσουν ξεχωριστή αγωγή εναντίον των εναγόντων στην αγωγή 1295/2015, εναγομένων στην παρούσα. Περαιτέρω, οι εναγόμενοι στην αγωγή 1295/2015 κατα το στάδιο καταχώρησης του δικογράφου της Υπεράσπισης της Τράπεζας δεν θα μπορούσαν να προχωρήσουν σε καταχώρηση Ανταπαίτησης στα πλαίσια της αγωγής 1295/2015, για τον λόγο ότι δεν είχε τερματιστεί η επίδικη συμφωνία δανείου, η οποία τερματίστηκε την 3.11.
- Είναι η θέση του ότι οι εναγόμενοι ακολούθησαν πάντοτε την ορθή και/ή ενδεδειγμένη διαδικασία σε αντίθεση με τους Αιτητές. Οι Αιτητές στην επίδικη αίτηση αιτούνται μεταξύ άλλων την αναστολή της υπό τον άνω αριθμό και τίτλο αγωγής μέχρι την αποπεράτωση της αγωγής υπ' αριθμό 1295/2015 το αποτέλεσμα της οποίας θα δεσμεύει την παρούσα. Η ορθή διαδικασία, όπως εισηγείται θα ήταν να καταχωρηθεί απο μέρους των Αιτητών αίτηση για συνεκδίκαση των αγωγών 1295/2015 και της παρούσας αγωγής μετά την συμπλήρωση των δικογράφων κατά το στάδιο των οδηγιών δυνάμει της Δ. 30 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας αφ' ης στιγμής θεωρούν ότι οι εν λόγω αγωγές είναι διασταυρούμενες, θέση την οποία όπως βεβαίως τονίζει δεν συμμερίζονται οι ενάγοντες και με την οποία δεν συμφωνούν. Συνεπώς, είναι η θέση του ότι οι Αιτητές εμποδίζονται (are estopped) στην προώθηση της παρούσας αίτησης. Περαιτέρω, ισχυρίζεται και λέγει η υπό κρίση αίτηση των αιτητών δεν καταδεικνύει επαρκείς και/ή ικανοποιητικούς λόγους και/ή εξήγηση που να δικαιολογούν την έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων στο παρόν στάδιο της διαδικασίας ούτε και οι αιτητές έχουν προβάλει οποιουσδήποτε πειστικούς και/ή καλόπιστους λόγους περί της ύπαρξης σοβαρού λόγου και/ή περιστάσεων για την έκδοση των επιζητούμενων διαταγμάτων και/ή ότι ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις για την επιτυχία της υπό κρίση Αίτησης το βάρος απόδειξης της οποίας φέρουν αποκλειστικά οι ίδιοι. Οι Αιτητές δια μέσω της ένορκης δήλωσης προβάλλουν μονάχα ακραίες, αβάσιμες και τυπολατρικές εισηγήσεις χωρίς ίχνος πειστικότητας και εξειδίκευσης. Τυχόν δε απόρριψη της παρούσας αγωγής θα δημιουργήσει αβεβαιότητα στην όποια τελεσιδικία προσπαθούν να επιφέρουν τα μέρη και πλήττει τα θεμέλια της δικαιοσύνης. Η δε καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης προσλαμβάνει τη μορφή περιφρόνησης του Δικαστηρίου, των δικαιωμάτων του αντιδίκου και συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας (abuse of the process of the Court). Ως εκ των ανωτέρω, ζητεί την απόρριψη της επίδικης αίτησης με έξοδα εναντίον των αιτητών. Η Διαδικασία Οι συνήγοροι των διαδίκων περιορίστηκαν σε αγορεύσεις, με τις οποίες υποστήριξαν τις θέσεις τους και ουδείς εκ των ενόρκως δηλούντων αντεξετάστηκε. Οι θέσεις αμφοτέρων των πλευρών έχουν μελετηθεί και λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους. Αναφορά δε σε αυτές θα γίνει κατωτέρω, στα πλαίσια ανάλυσης της νομικής πτυχής της αίτησης και στο βαθμό που κρίνεται αναγκαίο. Νομική Πτυχή Η αίτηση στηρίζεται μεταξύ άλλων στη Δ.19 Θ. 26[1]. Όπως αναφέρεται στην υπόθεση Cyber Group Ltd v. Κ. Χαραλαμπίδης
(2004)ΙΓ Α.Α.Δ. 1852[2], η Δ.19 Θ.26 επιτρέπει τη διαγραφή μέρους δικογράφου το οποίο είναι μη αναγκαίο ή σκανδαλώδες ή τείνει να προκαταλάβει ή επηρεάσει τη δίκαιη εκδίκαση της αγωγής και έχει ως κύριο σκοπό τη συμμόρφωση των διαδίκων με τους κανόνες σύνταξης δικογράφων. Με τη διάταξη Δ.19 Θ.26 δεν επιχειρείται εξέταση της εγκυρότητας του δικογράφου, αφού αυτό είναι ζήτημα που εξετάζεται δυνάμει της Δ.
- Θ.
- Ιδιαίτερα σε σχέση με τους σκοπούς που εξυπηρετεί η σχετική διαταγή στο σύγγραμμα Bullen & Leaκe & Jacobs Precedents of Pleadings, 12η έκδοση, (σελ.146) επεξηγείται σε σχέση με την αντίστοιχη αγγλική διάταξη ότι η εξουσία που παρέχεται προορίζεται στο να εμποδίζει την ύπαρξη δικογράφων τα οποία είναι ασαφή ή διφορούμενα ή και τα οποία αποκρύπτουν την πραγματική διαφορά μεταξύ των μερών και να διασφαλίζει, σε σχέση τουλάχιστον με τα δικόγραφα, μια δίκαιη δίκη. Εν ολίγοις δηλαδή έχει ως σκοπό την επίτευξη της συμμόρφωσης των διαδίκων με τους κανόνες σύνταξης δικογράφων. Παρόλο δε που η διατύπωση της Δ. 19 Θ. 26 είναι αρκετά ευρεία, έχουν νομολογιακά τεθεί όρια που καθιστούν την εφαρμογή της περιορισμένη (βλ. Lavar Shipping Co Ltd v Souras Bros Ltd & Another
(1972)4 J.S.C.416[3]). Στο The Annual Practice 1958, στις σελίδες 477 - 479, αναλύεται η αντίστοιχη αγγλική διάταξη ως ίσχυε τότε (Ο.
- r. 27 - ανωτέρω) με αναφορά στους παράγοντες που μπορεί να οδηγήσουν στην έγκριση ή απόρριψη μιας αίτησης και επεξηγείται με ευκρίνεια ότι δεν διαγράφεται κάθε δικόγραφο που δεν συμμορφώνεται με τους θεσμούς, αφού ο διάδικος που αιτείται τη διαγραφή οφείλει να καταδείξει ότι επηρεάζεται αρνητικά με κάποιο τρόπο από την παράλειψη ή παρατυπία του αντιδίκου του. Επίσης επεξηγείται και η έννοια των λέξεων «unnecessary, scandalous, tend to prejudice embarrass or delay the fair trial of the action». Από τα όσα εκεί αναφέρονται σε σχέση με την ερμηνεία της εν λόγω διάταξης και με δεδομένο ότι στην προκειμένη περίπτωση το ζήτημα που απασχολεί τους αιτητές δεν αφορά την παράβαση από πλευράς των καθ' ων η αίτηση οιουδήποτε κανόνα σύνταξης δικογράφων, αφού ο ισχυρισμός τους είναι ουσιαστικά ότι καταχρηστικά καταχωρήθηκε η αγωγή δεδομένης της ύπαρξης άλλης αγωγής μεταξύ των μερών για την ίδια συμφωνία, όπου η απαίτηση τους στην παρούσα θα μπορούσε και θα έπρεπε (ως η θέση τους) να καταχωρηθεί σαν ανταπαίτηση, δεν θεωρώ ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση διατάγματος διαγραφής της αγωγής στη βάση της Δ.19Θ.
- Από τα όσα λοιπόν αναφέρουν οι αιτητές προκύπτει ότι οι αιτητές επικαλούνται τη σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου για καταστολή της κατά τη θέση τους καταχρηστικής συμπεριφοράς των καθ' ων η αίτηση εξ ου και αιτούνται την απόρριψη ή αναστολή διαδικασίας λόγω κατάχρησης. Σχετική με το θέμα που εγείρεται είναι η απόφαση στην υπόθεση Διευθυντής Φυλακών ν. Τζεννάρο Περέλλα
(1995)1 Α.Α.Δ. 217 και η υπόθεση Αναφορικά με Beogradska D.D.
(1996)1(Β) A.A.Δ. 911 ενώ το ίδιο ζήτημα που εδώ απασχολεί είχε εγερθεί και στην αγωγή Ε. Δ. Λεμεσού 5200/2015 Αρμεύτη κ.α. v. Alpha Bank Cyprus Ltd ημερ. 11/1/2019 (Χ.Β.Χαραλάμπους Α.Ε.Δ. ως ήταν τότε, όπου λέχθηκαν τα εξής αναφορικά με τη σύμφυτη εξουσία στα πλαίσια αυτά: Είναι δηλαδή σαφές πως η Εναγόμενη επικαλείται τη συμφυή εξουσία του Δικαστηρίου για παρεμπόδιση κατάχρησης. Όπως έχει αναφερθεί στη Διευθυντής Φυλακών ν. Τζεννάρο Περρέλλα (ανωτέρω) η δικαιοδοσία για την παρεμπόδιση, περιστολή, απόρριψη ή αναστολή διαδικασίας η οποία συνιστά κατάχρηση εκπηγάζει από την ίδια τη φύση της δικαστικής λειτουργίας, εξ ου και η δικαιοδοσία για τη χρήση πρόσφορων μέσων προς παρεμπόδιση της κατάχρησης είναι σύμφυτη. Τα δε χρησιμοποιούμενα μέσα προς αποτροπή της κατάχρησης δεν συναρτώνται με κάποιο συγκεκριμένο διάταγμα αλλά είναι δυνατό να προσλάβουν οποιαδήποτε μορφή η οποία είναι αναγκαία στην κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Στην Beogradska (ανωτέρω) τονίστηκε πως η κατάχρηση δυνατόν να προσλάβει πολλές μορφές και ότι αναλόγως ευρεία είναι και η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου για την παρεμπόδιση της. Στην υπόθεση Αρχιεπίσκοπος Κύπρου
(1993)1 ΑΑΔ 248 είχε ήδη αναγνωριστεί πως: «Η επιδίωξη όμοιων σκοπών με την υιοθέτηση παράλληλων ένδικων μέσων ελέγχεται από το Δικαστήριο όπως και γενικότερα η πολλαπλότητα των διαδικασιών για την επίτευξη του ίδιου στόχου». Στην Beogradska (ανωτέρω) επίσης γίνεται παραπομπή σε διάφορες υποθέσεις στις οποίες η μια εκ των δυο διαδικασιών (συνήθως η μεταγενέστερη) με τις οποίες επιδιώκοντο όμοιοι σκοποί με παράλληλα μέσα, ανεστάλη, ακριβώς επειδή κρίθηκε ότι υπήρχε κατάχρηση διαδικασίας, ήτοι στις Wright v. Bennett
(1948)1 All E.R. 227, Thames Launches v. Trinity Hours
(1961)1 All E.R. 26, Royal Bank of Scotland v. Citruidal Investments
(1971)3 All E.R. 558, Slough Estates v. Slough B.C.
(1967)2 All E.R. 27 και Δημοκρατία ν. Υψαρίδη κ.α. (Αρ.2)
(1993)3 Α.Α.Δ. 347. Δεν παραγνωρίζεται βέβαια ότι στην Περρέλλα (ανωτέρω) καθώς και στην Constantinides v. Vima Ltd
(1983)1 C.L.R. 348 υιοθετήθηκε ως μέτρο η απόρριψη της διαδικασίας η οποία είχε κριθεί ως καταχρηστική. Με τη διαπίστωση ότι η αγγλική νομολογία δεν έχει διατυπώσει οποιοδήποτε κανόνα περί του πότε εφαρμόζεται η αναστολή και πότε η απόρριψη, το Ανώτατο Δικαστήριο στην Beogradska (ανωτέρω) ανέφερε τα εξής: «Η δική μας νομολογία έχει υιοθετήσει τόσο το μέτρο της απόρριψης (βλ. Περέλλα, πιο πάνω) όσο και το μέτρο της αναστολής (βλ. Κωνσταντινίδης και Υψαρίδης, πιο πάνω). Χωρίς να επιχειρούμε την διατύπωση ενός άκαμπτου κανόνα θεωρούμε ότι εκεί που η μεταγενέστερη διαδικασία καλύπτει ουσιωδώς τα ίδια ζητήματα αυτή πρέπει να απορρίπτεται. Εκεί που καλύπτει ζητήματα τα οποία δεν εγείρονται καθόλου στην προγενέστερη διαδικασία τότε πρέπει να αναστέλλεται μέχρι την εκδίκαση της προγενέστερης διαδικασίας.» Στην προκειμένη περίπτωση ως προκύπτει από το Τεκμήριο 1 στην Ε/Δ που συνοδεύει την αίτηση, με την αγωγή 1295/15 η οποία καταχωρήθηκε 2.7.2015, οι εκεί ενάγοντες (εδώ εναγόμενοι) αξιώνουν γενικές και/ή ειδικές αποζημιώσεις δυνάμει απάτης ή και ψευδών παραστάσεων ή και παράβαση συμφωνιών δανείου ή και λόγω αδικαιολόγητου πλουτισμού ή/και λόγω σκόπιμων/δόλιων/παράνομων/αμελών ενεργειών/παραλείψεων των εναγομένων καθώς και αποζημιώσεις ίσες με το ύψος της ζημιάς που υπέστη ο ενάγων σε σχέση με το επίδικο δάνειο. Περαιτέρω αιτούναι διαταγμάτων με τα οποία να κηρύσσεται ως άκυρη ή/και παράνομη και άνευ οιουδήποτε νομικού αποτελέσματος η επίδικη συμφωνία δανείου ημερ. 9.7.07 ή/και υποθήκες και εν γένει εξασφαλίσεις που δόθηκαν για το επίδικο δάνειο καθώς και διάταγμα με το οποίο να διατάσσεται η εναγόμενη να προβεί σε όλες τις ενέργειες για εξάλειψη των παραχωρηθεισών υποθηκών. Περαιτέρω ζητούνται διατάγματα με τα οποία να αναγνωρίζεται ότι η επίδικη συμφωνία περιέχει καταχρηστικούς/παράνομους/αόριστους/άκυρους όρους ή/και ότι οι εναγόμενοι έχουν παραβιάσει τις πρόνοιες ευρωπαϊκών οδηγιών καθώς και το Άρθρο 1 του Συντάγματος. Διαζευκτικά προς τα ανωτέρω αιτείται διαταγμάτων με τα οποία να διατάσσονται οι εναγόμενοι να αναπροσαρμόσουν ή και να επαναυπολογίσουν το υπόλοιπο του επίδικου δανείου αφαιρώντας όλες τις παράνομες και ή μονομερείς και μη συμβατικές αυξήσεις του περιθωρίου του επιτοκίου καθώς και όλες τις καταχρηστικές και ή παράνομες χρεώσεις/τόκους. Στην εν λόγω αγωγή καταχωρήθηκε Έκθεση Απαίτησης στις 9/2/2017 και ως είναι παραδεκτό παρόλο που καταχωρήθηκε έκθεση υπεράσπισης από τους εκεί εναγόμενους (εδώ ενάγοντες) στις 8/9/2017[4] εντούτοις δεν καταχωρήθηκε ανταπαίτηση. Με την υπεράσπιση δε οι εναγόμενοι στην αγωγή 1295/15 αρνούνται τους ισχυρισμούς των εναγόντων και υποστηρίζουν ότι η συμφωνία είναι καθόλα νόμιμη και έγκυρη και δεν περιέχει υπερχρεώσεις. Ακολούθως καταχωρίστηκε απάντηση στην υπεράσπιση και αίτηση ορισμού και ακολούθως προωθήθηκε για ακρόαση χωρίς όμως η ακρόαση να έχει αρχίσει μέχρι στιγμής. Με την παρούσα αγωγή η οποία ως προκύπτει από το ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο καταχωρήθηκε στις 12/2/2021, οι ενάγοντες αξιώνουν δυνάμει δανείου ποσό CHF441.230,32 πλέον τόκους, διάταγμα για την πώληση του ενυπόθηκου κτήματος και έξοδα. Η δε υπεράσπιση και ανταπαίτηση των εναγομένων κινείται στις ίδιες γραμμές με την απαίτηση τους στην αγωγή 1295/15. Θα πρέπει εξ αρχής να λεχθεί ότι οι ενάγοντες ως εναγόμενοι στην πρώτη αγωγή παρόλο που θα μπορούσαν εντούτοις δεν ήταν υποχρεωμένοι να καταχωρήσουν ανταπαίτηση στην αγωγή 1295/15 και δεν εντοπίζω οτιδήποτε το καταχρηστικό στην ενέργεια τους, ιδιαίτερα υπό το φως της θέσεως τους ότι κατά τους ίδιους η συμφωνία συνέχιζε να ευρίσκεται σε ισχύ ασχέτως του εάν η θέση αυτή θα γίνει τελικά αποδεκτή ή όχι. Η ενέργεια όμως των εναγόντων να καταχωρήσουν ξεχωριστή αγωγή οδήγησε στην ύπαρξη δύο διασταυρούμενων αγωγών (crossed actions) δεδομένου ότι προέκυψαν δύο αγωγές οι οποίες έχουν ουσιαστικά το ίδιο αντικείμενο και βασίζονται σίγουρα στο ίδιο πλέγμα γεγονότων. Η εκδίκαση δύο διασταυρούμενων αγωγών ως έχει νομολογηθεί στις πιο πάνω αποφάσεις που παρέπεμψα (βλ. ιδιαίτερα Αρμεύτη ανωτέρω), εμπεριέχει τον κίνδυνο έκδοσης δύο αντιφατικών αποφάσεων, πράγμα ανεπιθύμητο (βλ. Capman Holdings Ltd v. Zayniyevich
(2013)1(B) A.A.Δ. 1105). Εξ ου και το ότι υπό κανονικές περιστάσεις και κατόπιν σχετικής αίτησης αναστέλλεται η μια εκ των δύο, χωρίς να είναι απαραίτητο να ανασταλεί η μεταγενέστερη, αφού λαμβάνονται υπόψιν και άλλα κριτήρια, όπως το ποιος διάδικος φέρει το βάρος απόδειξης ή το μεγαλύτερο βάρος απόδειξης. Χρήσιμη αναφορά μπορεί να γίνει και στην υπόθεση Λύρας ν. Πετρολίνα Λτδ
(1996)1(Β) Α.Α.Δ. 1401 όπου λέχθηκαν τα εξής: «Στη συνέχεια το δικαστήριο αναφέρθηκε στους παράγοντες που προσμετρούν όπου εγείρεται θέμα αναστολής της μιας από δύο αγωγές με το ίδιο αντικείμενο ή τα ίδια γεγονότα. Και αναφέρθηκε στις υποθέσεις Thomson v. SE Ry Co., SE Ry Co v. Thomson [1882] 9 Q.B.D. 320, Rees v. Luxmoore, Luxmoore v. Rees [1888] 4 T.L.R. 355, Rechnitzer v. Samuel [1906] 95 L.T. 75, Thrutchley and Co Ltd v. Sharman, Sharman v. Thrutchley and Co Ltd [1917] 143 L.T. J. 236, Thames Launches Ltd v. Trinity House Corporation (Deptford Strond) [1961] 1 Ch.D. 197. Η αυτοκαθοδήγηση του πρωτόδικου δικαστηρίου ήταν από άποψης αρχής ορθή όσο και αν ήταν αποσπασματική. Θα επιχειρήσουμε να εκθέσουμε με συντομία το πώς πρέπει να αντικρίζεται το ζήτημα. Το ποιά από δύο διασταυρούμενες αγωγές πρέπει να ανασταλεί, εξαρτάται από τις περιστάσεις. Γενικός και άκαμπτος κανόνας δεν υπάρχει. Ένας σημαντικός παράγοντας είναι το ποιός από τους δύο διαδίκους φέρει το βάρος απόδειξης εκεί όπου αυτό βρίσκεται στη μια πλευρά ή κυρίως στη μια πλευρά. Εκείνος που το φέρει πρέπει να αρχίζει πρώτος και γι' αυτό ορθό είναι να παραμένει η αγωγή στην οποία εκείνος είναι ενάγων. Άλλος σημαντικός παράγοντας είναι το κατά πόσο προκύπτει από μια αγωγή συγκεκριμένο ωφέλημα για τον ενάγοντα το οποίο δεν θα ήταν ορθό να του στερηθεί. Αν συντρέχει μόνο ο ένας από αυτούς τους παράγοντες, τότε υπερισχύει έναντι οποιωνδήποτε άλλων. Αν συνυπάρχουν, τότε το δικαστήριο τους σταθμίζει για να επιλέξει μεταξύ τους. Στην απουσία και των δύο αποκτά σημασία η χρονολογική σειρά στην καταχώριση των αγωγών. Αυτοί οι τρεις παράγοντες δεν εξαντλούν τις δυνατότητες. Δεν αποκλείονται και άλλοι - ήσσονος όμως σημασίας συγκριτικά με τους πρώτους δύο -οι οποίοι θα μπορούσαν ίσως να εκτοπίσουν την χρονολογική σειρά». Στη δε υπόθεση και Λύρας ν. Πετρολίνα Λτδ
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 361, το Εφετείο, αναστέλλοντας την παλαιότερη αγωγή, χορήγησε παράλληλα άδεια όπως οι ενάγοντες εκείνης καταχωρίσουν ανταπαίτηση στη μη ανασταλείσα μεταγενέστερη αγωγή. Ανεξαρτήτως όμως των πιο πάνω υπάρχει ακόμα μια παράμετρος που πρέπει να επισημανθεί. Ως ήδη λέχθηκε οι ενάγοντες στην παρούσα επέλεξαν να μην καταχωρήσουν ανταπαίτηση στα πλαίσια της πρώτης αγωγής αλλά να καταχωρίσουν τη δική τους αγωγή. Αυτό δεν σήμαινε πως οι εναγόμενοι στην παρούσα ήταν υποχρεωμένοι να καταχωρίσουν ανταπαίτηση στην παρούσα μεταγενέστερη αγωγή, αφού ήδη είχαν προβάλει τις δικές τους αξιώσεις στην αγωγή 1295/15. Θα μπορούσαν να περιοριστούν στο να ζητήσουν αναστολή της μεταγενέστερης διαδικασίας ή έστω οποιασδήποτε εκ των δύο αγωγών βάσει των πιο πάνω κριτηρίων, όπως βέβαια έπραξαν, μετά όμως που καταχώρησαν και ανταπαίτηση στην παρούσα αγωγή. Με τον τρόπο με τον οποίο λοιπόν προώθησαν τις θέσεις τους στις δύο αγωγές οι αιτητές(εναγόμενοι στην παρούσα) και ειδικότερα καταχωρώντας ανταπαίτηση ταυτόσημη με την απαίτηση τους στην 1295/15, δεν υπάρχει οποιαδήποτε αμφιβολία ότι κατέληξαν να επιδιώκουν ουσιωδώς όμοιους σκοπούς με την υιοθέτηση παράλληλων ένδικων μέσων, πράγμα το οποίο ισοδυναμεί με κατάχρηση της διαδικασίας, από πλευράς τους. Εν ολίγοις από οποιαδήποτε σκοπιά και αν ιδωθεί το ζήτημα η μοναδική εύλογη κατάληξη είναι πως θα ήταν παράλογο να εκδικαστούν τα ζητήματα αυτά σε δύο αγωγές με δεδομένο μάλιστα τον υπαρκτό κίνδυνο έκδοσης δύο αντιφατικών αποφάσεων. Επομένως και συνοψίζοντας τα ανωτέρω οι δύο πιο πάνω αγωγές μέχρι του σημείου της καταχώρισης της Έκθεσης Απαίτησης στην παρούσα συνιστούσαν διασταυρούμενες αγωγές και μία εκ των δύο θα έπρεπε να ανασταλεί, χωρίς αυτό να σημαίνει πως έπρεπε απαραιτήτως να ανασταλεί η μεταγενέστερη (βλ. Thomson v. SE Ry Co.
(1882)9 Q.B.D. 320 ".there is no hard and fast rule, in the case of cross actions, that the one which was commenced last must be the one to be stayed"). Εν πάση περιπτώσει όμως και ανεξαρτήτως των πιο πάνω, η επιλογή των Εναγομένων στην παρούσα να καταχωρίσουν Ανταπαίτηση στη μεταγενέστερη αγωγή επιδιώκοντας ουσιωδώς ταυτόσημες θεραπείες αναμφίβολα συνιστά επιδίωξη όμοιων σκοπών με παράλληλα μέσα, δηλαδή συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας οπότε και πάλι μία εκ των δύο θα πρέπει να ανασταλεί, στη βάση της συμφυούς εξουσίας του Δικαστηρίου (Halsbury's Laws of England, 5η Έκδοση, Τόμος 12
(2015), παρ. 1043). Ως προς το ποια θα πρέπει να ανασταλεί έχει ήδη αναφερθεί ότι δεν εξυπακούεται πάντοτε ότι θα πρέπει να αναστέλλεται η νεότερη υπόθεση. Στην παρούσα περίπτωση, οι εναγόμενοι επέλεξαν να καταχωρίσουν Ανταπαίτηση στη μεταγενέστερη (παρούσα) αγωγή, η οποία εμπεριέχει και τις θέσεις της Τράπεζας στην Έκθεση Απαίτησης, σε αντίθεση με την αγωγή 1295/15 η οποία δεν περιέχει ανταπαίτηση από πλευράς της Τράπεζας. Απομένει δε στην παρούσα μόνο η καταχώρηση Απάντησης στην Υπεράσπιση και Υπεράσπισης στην Ανταπαίτηση η οποία αναμένεται να καταχωρηθεί προσεχώς και ακολούθως τυχόν απάντηση στην υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση εφόσον κριθεί αναγκαία. Πέραν τούτου στην παρούσα αγωγή Ενάγουσα είναι η Τράπεζα η οποία φέρει το βάρος απόδειξης για την εγκυρότητα των συμφωνιών, οπότε δεν πρέπει να της αποστερηθεί το ωφέλημα αυτό. Υπό τις περιστάσεις δε αυτές κρίνεται ορθότερο όπως ανασταλεί η αγωγή 1295/15 των αιτητών/εναγομένων στην παρούσα. Ως προς το ότι η αγωγή του 2015 είναι πιο παλαιά με αποτέλεσμα η παρούσα να καθυστερήσει από πλευράς χρόνου εκδίκασης σημειώνω ότι δεν μου έχει διαφύγει όμως θεωρώ πως τούτο μπορεί να αντιμετωπιστεί με το να σημειωθεί η παράμετρος αυτή και να καταβληθεί καθε δυνατή προσπάθεια από το Δικαστήριο για να εκδικαστεί ωσάν να ήταν αγωγή του 2015, δεδομένων των περιστάσεων που καταγράφηκαν πιο πάνω. Κατάληξη Για όλους τους πιο πάνω λόγους διατάσσεται όπως ανασταλεί κάθε διαδικασία στην αγωγή 1295/15 Ε.Δ. Λάρνακος και να μην γίνει οτιδήποτε στα πλαίσια αυτής χωρίς άδεια του Δικαστηρίου. Δεδομένου του ότι το αίτημα των αιτητών ήταν για αναστολή ή απόρριψη της παρούσας αγωγής και δεδομένου του ότι κατά την κρίση μου δικαιολογείτο η καταχώρηση ένστασης, αφού η αναστολή έχει επιτύχει στα πλαίσια της συμφυούς εξουσίας του Δικαστηρίου, αλλά σε σχέση με την αγωγή 1295/15, και έχοντας όμως περαιτέρω υπόψη ότι κύρια θέση των εναγόντων στην παρούσα αγωγή/καθ' ων η αίτηση ήταν όπως εκδοθεί διάταγμα συνεκδίκασης των δύο αγωγών, εισήγηση την οποία δεν απεδέχθη το Δικαστήριο, κρίνεται ορθότερο όπως κάθε πλευρά καταβάλει τα έξοδα της και συνεπώς εκδίδεται ανάλογη διαταγή. ................ (Υπογρ.) Ν. Μαθηκολώνη, Α. Ε. Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] «The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, order to be struck out or amended any matter in any endorsement or pleading which may be unnecessary or scandalous or which may tend to prejudice, embarrass, or delay the fair trial of the action» [2] Βλ . επίσης Σιακόλας ν. Federal Bank of Lebanon (S.A.L.)
(1998)1Γ Α.Α.Δ 1338, Βιομηχανία Χαρίλαος Αλωνεύτης Λτδ κ.α. ν. Alpha Bank Ltd πρώην Lombard Natwest Bank Ltd
(2003)1Β Α.Α.Δ. 990 [3] όπου λέχθηκε: «.though the language of Order 19 Rule 26 is wide, its operation is limited» [4] Βλ. Τεκμήριο 2 στην Ε/Δ που συνοδεύει την αίτηση cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο