Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Lansley κ.α., Αρ. Αγωγής: 4767/13, 4/2/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2022:A18 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. ΕΦΡΑΙΜ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4767/13 Μεταξύ: Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Εναγόντων v. 1. Lansley XXXXX 2. A. Chacholis Developers Ltd Εναγομένων Ημερομηνία: 4 Φεβρουαρίου 2022 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες: κα Γ. Καραμαλλή για Χάρης Κυριακίδης ΔΕΠΕ Για τους Εναγόμενους 2: κα Μ. Παρασκευά για Αδάμος Λάντος & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα Αγωγή οι Ενάγοντες αξιώνουν εναντίον των Εναγομένων 2 αλληλεγγύως και ή κεχωρισμένως με την Εναγομένη 1 (εναντίον της οποίας εκδόθηκε εκ συμφώνου απόφαση στις 21.12.18) το ποσό των €486.720,29 πλέον τόκο από την 1.7.13, ως οφειλόμενο υπόλοιπο δυνάμει δύο δανείων, καθώς επίσης και δήλωση πως οι Ενάγοντες είναι οι αποκλειστικοί δικαιούχοι των δύο αγοραπωλητηρίων εγγράφων ημ. 24.9.08 τα οποία κατατέθηκαν στο Κτηματολόγιο Λάρνακας. Στην Έκθεση Απαίτησης, όπως τροποποιήθηκε, γίνεται αναφορά στις δύο συμφωνίες δανείων και σε τροποποιητική της δεύτερης συμφωνίας, σε συμφωνίες εγγύησης από τους Εναγόμενους 2 και στην εκχώρηση προς τους Ενάγοντες από την Εναγομένη 1 των δύο αγοραπωλητηρίων εγγράφων, δυνάμει των οποίων η Εναγομένη 1 αγόρασε από τους Εναγόμενους 2 ένα διαμέρισμα και μια κατοικία. Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης, η Εναγομένη 1 εξακολουθεί να έχει κατοχή του διαμερίσματος και της κατοικίας για τα οποία δεν έχουν εκδοθεί ξεχωριστοί τίτλοι ιδιοκτησίας. Όπως αναφέρεται στην Έκθεση Απαίτησης, οι Ενάγοντες απέστειλαν επιστολές τερματισμού ημ. 28.6.11 και 12.8.11 προς τους Εναγόμενους με τις οποίες τους καλούσαν να πληρώσουν όλα τα οφειλόμενα ποσά. Οι Εναγόμενοι παρέλειψαν να ξοφλήσουν τα οφειλόμενα ποσά, εξ ου και οι Ενάγοντες προβάλλουν τις προαναφερόμενες αξιώσεις. Στην τροποποιημένη Υπεράσπιση, οι Εναγόμενοι 2 ισχυρίζονται ότι τα έγγραφα εγγύησης είναι άκυρα και ή ακυρώσιμα λόγω παράλειψης εκτέλεσης των καθηκόντων των Εναγόντων, παραβίασης από αυτούς των Κανονισμών της Κεντρικής Τράπεζας και παράλειψης εξέτασης της οικονομικής δυνατότητας της Εναγομένης 1 για αποπληρωμή των δανείων. Ισχυρίζονται επίσης πως οι εγγυήσεις δόθηκαν μόνο μέχρι την έκδοση ξεχωριστών τίτλων ιδιοκτησίας και εξασφαλίστηκαν συνεπεία δόλου και ή ψευδών παραστάσεων των Εναγόντων. Αναφέρουν περαιτέρω πως οι Ενάγοντες έχουν δικαίωμα δυνάμει των συμφωνιών εκχώρησης να απαιτήσουν ειδική εκτέλεση των αγοραπωλητηρίων, πλην όμως αυτό το δικαίωμα είναι πρόωρο πριν την έκδοση ξεχωριστών τίτλων. Αναγνωρίζουν την απόκτηση από τους Ενάγοντες δικαιωμάτων δυνάμει των εκχωρητηρίων εγγράφων υπό την προϋπόθεση ότι οι Ενάγοντες θα ξοφλήσουν πλήρως τις υποχρεώσεις της Εναγομένης 1 προς τους Εναγόμενους 2 και σε τέτοια περίπτωση οι τελευταίοι συγκατατίθενται στην έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων για ανάκτηση κατοχής του διαμερίσματος και εγγραφής στο όνομα των Εναγόντων ή πώλησης αυτού σε τρίτο πρόσωπο. Οι Εναγόμενοι 2 εγείρουν Ανταπαίτηση στην οποία επαναλαμβάνουν τους ισχυρισμούς τους και ζητούν δήλωση ότι η εγγύηση των Εναγομένων 2 είναι άκυρη και ή ακυρώσιμη και δήλωση ότι οι Ενάγοντες είναι δικαιούχοι των αγοραπωλητηρίων υπό τον όρο εξόφλησης του χρέους της Εναγομένης 1 και απαλλαγής των Εναγομένων 2 από την εγγύηση. Η αξίωση για την καταβολή του υπολοίπου του τιμήματος της αγοράς εκ €33.798,70 αποσύρθηκε στα πλαίσια της ακρόασης. Στην τροποποιημένη Απάντηση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση, οι Ενάγοντες απορρίπτουν τους ισχυρισμούς των Εναγομένων 2 και ισχυρίζονται ότι η επίδικη εγγύηση είναι έγκυρη και συνεχής μέχρι την πλήρη εξόφληση των υποχρεώσεων της Εναγομένης 1. Ισχυρίζονται επίσης πως με τη συμφωνία εκχώρησης εκχωρήθηκαν στους Ενάγοντες μόνο δικαιώματα και όχι υποχρεώσεις, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος εγγραφής του ακινήτου ή υποθήκης στο όνομα τους και ή μεταβίβασης σε οποιοδήποτε τρίτο πρόσωπο. Κατά την ακρόαση της Αγωγής κατατέθηκαν παραδεκτά γεγονότα και κατέθεσαν μόνο δύο μάρτυρες για τους Ενάγοντες, ενώ η πλευρά των Εναγομένων 2 δεν προσέφερε οποιαδήποτε μαρτυρία. Ο πρώτος μάρτυρας για την Ενάγουσα ήταν ο κ. ΠΠ (ΜΕ1), ο οποίος εργάζεται στο Τμήμα Ανακτήσεων των Εναγόντων. Ο ME1 αναφέρθηκε στη σύσταση και στην αλλαγή ονόματος των Εναγόντων και κατέθεσε όλα τα έγγραφα που αφορούν τις επίδικες συμφωνίες παραχώρησης των δύο δανείων και τις εξασφαλίσεις, επιστολές και καταστάσεις λογαριασμού. Ο ΜΕ1 κατέθεσε και αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού περιορίζοντας την απαίτηση των Εναγόντων στα αναγραφόμενα στις τελευταίες οφειλόμενα ποσά. Η αντεξέταση του ΜΕ1 περιστράφηκε κυρίως γύρω από την εκταμίευση του ποσού των δανείων, τις χρεώσεις και πιστώσεις στους λογαριασμούς των δανείων και τις αναδομημένες καταστάσεις. Η δεύτερη μάρτυρας για τους Ενάγοντες ήταν η κα ΝΝ (ΜΕ2), η οποία βρισκόταν στην υπηρεσία της Λαϊκής Τράπεζας και από τις 29.3.13 των Εναγόντων. Η ΜΕ2 ανέφερε ότι αυτή είχε επικοινωνία με τους Εναγόμενους 1 και 2 πριν την υπογραφή των επίδικων συμφωνιών και εξήγησε τις συνθήκες αξιολόγησης του αιτήματος της Εναγομένης 1 για δανεισμό και την έγκριση αυτού από την αρμόδια αρχή των Εναγόντων. Κατά την αντεξέταση της, η ΜΕ2 κλήθηκε να αναφερθεί και πάλι στις συνθήκες αξιολόγησης της οικονομικής κατάστασης της Εναγομένης 1 για σκοπούς δανεισμού της από τους Ενάγοντες καθώς επίσης και στις συνθήκες υπογραφής των εγγυήσεων από τους Εναγόμενους 2. Στην αγόρευση της η δικηγόρος των Εναγόντων κάλεσε το Δικαστήριο να αποδεχθεί τη μαρτυρία των μαρτύρων των Εναγόντων ως πλήρως αξιόπιστη. Επισήμανε την παράλειψη προσκόμισης οποιασδήποτε μαρτυρίας από τους Εναγόμενους 2, η οποία και οδηγεί στην απόρριψη της Ανταπαίτησης. Ήταν η θέση της πως οι Ενάγοντες κατάφεραν να αποδείξουν την υπόθεση τους στον απαιτούμενο βαθμό και επομένως δικαιούνται στην έκδοση απόφασης υπέρ τους και εναντίον των Εναγομένων 2. Η αγόρευση της δικηγόρου των Εναγομένων 2 εστιάστηκε αρχικά στο ότι οι Ενάγοντες δεν δικαιούνται στις πλείστες των αιτούμενων θεραπειών δυνάμει της εκχώρησης των αγοραπωλητηρίων εγγράφων. Ήταν η εισήγηση της πως η μαρτυρία των ΜΕ1 και 2 ήταν αναξιόπιστη και κατασκευασμένη και πως οι Ενάγοντες δεν αξιολόγησαν ορθά την ικανότητα της Εναγομένης 1 προς αποπληρωμή των δανείων. Περαιτέρω ήταν η θέση της πως οι Ενάγοντες δεν κατάφεραν να αποδείξουν στον απαιτούμενο βαθμό τα ορθά και ακριβή υπόλοιπα των επίδικων λογαριασμών και επομένως η απαίτηση τους θα πρέπει να απορριφθεί. Θα πρέπει να λεχθεί εξαρχής πως αποτελούν παραδεκτά γεγονότα η σύσταση, η αλλαγή ονόματος και η αντικατάσταση των Εναγόντων, η υπογραφή από τους Εναγόμενους 2 των συμφωνιών εγγύησης και εκχώρησης καθώς επίσης και η αποστολή των επιστολών τερματισμού στην ορθή διεύθυνση των Εναγομένων 2 και η μη επιστροφή τους. Στα πλαίσια αξιολόγησης της μαρτυρίας, παρέμεινε αδιαμφισβήτητη η μαρτυρία των ΜΕ1 και ΜΕ2 αναφορικά με τη σύναψη των επίδικων συμφωνιών παραχώρησης δανείων, τη σύναψη των αγοραπωλητηρίων εγγράφων, των συμφωνιών εγγύησης και των συμφωνιών εκχώρησης αυτών, καθώς επίσης και της καταβολής προκαταβολής από την Εναγομένη 1 προς τους Εναγόμενους 2. Ουσιαστικά τα μόνα ζητήματα που απασχόλησαν κατά την αντεξέταση των μαρτύρων ήταν ο τρόπος αξιολόγησης για σκοπούς χορήγησης των δανείων, η φύση των εγγυήσεων και η ημερομηνία εκταμίευσης του υπολειπόμενου ποσού των δανείων στον λογαριασμό της Εναγομένης 1, θέματα τα οποία θα απασχολήσουν στο κατάλληλο στάδιο κατωτέρω. Δηλώθηκαν επίσης ως παραδεκτά γεγονότα και το ότι η επίδικη κατοικία και το διαμέρισμα δεν έχουν μεταβιβαστεί ή πωληθεί και βρίσκονται στην κατοχή των Εναγομένων 2 και ότι για την κατοικία έχει εκδοθεί ξεχωριστός τίτλος στις 16.12.20. Ως εκ τούτου, με βάση τα ανωτέρω παραδεκτά γεγονότα και υιοθετώντας τη σχετική αναντίλεκτη μαρτυρία των ΜΕ1 και ΜΕ2, το Δικαστήριο προβαίνει στα ακόλουθα ευρήματα: 1. Η Cyprus Popular Bank Public Co Ltd (πρώην Marfin Popular Bank Public Co Ltd) (Λαϊκή) αποτελεί τραπεζικό οργανισμό ο οποίος συστάθηκε και λειτουργούσε νόμιμα και διεξήγαγε τραπεζικές εργασίες στην Κύπρο. Πιστοποιητικό Αλλαγής Ονόματος ημ. 5.4.12 κατατέθηκε ως Τεκμήριο 1. Η Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ είναι επίσης τραπεζικός οργανισμός και κατά πάντα ουσιώδη χρόνο διεξήγαγε και διεξάγει τραπεζικές εργασίες στην Κύπρο. 2. Δυνάμει της ΚΔΠ 104/13 ημ. 29.3.13, Τεκμήριο 2, τα περιουσιακά στοιχεία, οι τίτλοι ιδιοκτησίας, τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις της Λαϊκής που σχετίζονται με τις επίδικες συμφωνίες και εξασφαλίσεις έχουν μεταβιβαστεί στην Τράπεζα Κύπρου. 3. Κατά τον ουσιώδη χρόνο σύναψης των επίδικων συμφωνιών δανείου η Εναγομένη 1 διέμενε στο Ηνωμένο Βασίλειο. Οι Εναγόμενοι 2 δραστηριοποιούνταν στον τομέα ανάπτυξης γης και πωλήσεων ακίνητης ιδιοκτησίας με έδρα την επαρχία Αμμοχώστου. Από τις 6.10.20 βρίσκονται υπό διαχείριση. Σχετική ηλεκτρονική έρευνα για τους Εναγόμενους 2 στο αρχείο του Εφόρου Εταιρειών κατατέθηκε ως Τεκμήριο 3. 4. Στις 26.9.08 υπεγράφη συμφωνία μεταξύ της Λαϊκής και της Εναγομένης 1 για τη χορήγηση δανείου τακτής προθεσμίας ύψους €118.295 (αρ. .669), Τεκμήριο 4. Εκ μέρους της Εναγομένης 1 η συμφωνία υπεγράφη από τον πληρεξούσιο αντιπρόσωπο της κ. ΜΖ. Το πληρεξούσιο έγγραφο κατατέθηκε ως Τεκμήριο 5. Οι Γενικοί Όροι και Κανονισμοί της συμφωνίας δανείου κατατέθηκαν ως Τεκμήριο 6. Κατά τη μεταφορά του εν λόγω λογαριασμού από τη Λαϊκή στην Τράπεζα Κύπρου ο λογαριασμός άλλαξε αριθμό σε .179. 5. Στις 26.9.08 υπεγράφη και δεύτερη συμφωνία μεταξύ των ίδιων μερών για τη χορήγηση δανείου τακτής προθεσμίας ύψους €207.994 (αρ. .650), Τεκμήριο 7. Και αυτή η συμφωνία υπεγράφη από τον κ. ΜΖ ως πληρεξούσιο αντιπρόσωπο της Εναγομένης 1, Τεκμήριο 8. Στις 23.4.10 υπεγράφη τροποποιητική συμφωνία, Τεκμήριο 9. Κατά τη μεταφορά του εν λόγω λογαριασμού από τη Λαϊκή στην Τράπεζα Κύπρου ο λογαριασμός άλλαξε αριθμό σε .004. 6. Ως εξασφάλιση του δανείου αρ. .669, οι Εναγόμενοι 2 υπέγραψαν συμφωνία εγγύησης ημ. 26.9.08 για το ποσό των €118.295 πλέον τόκους, Τεκμήριο 10. Επιστολή ημ. 1.9.08 από τους Εναγόμενους 2 προς τη Λαϊκή στην οποία καταγράφεται η απόφαση των Εναγομένων 2 για την παραχώρηση της εγγύησης ως εξασφάλιση του δανείου .669 κατατέθηκε ως Τεκμήριο 11 και ενυπόγραφη δήλωση ημ. 26.9.08 των Εναγομένων 2 ότι έχουν κατανοήσει τη φύση και σημασία των εγγράφων που υπέγραψαν και ότι δεν επιθυμούν νομική συμβουλή κατατέθηκε ως Τεκμήριο 12. 7. Επιστολή ημ. 26.9.08 της Λαϊκής προς τους Εναγόμενους 2 στην οποία αναφέρεται ότι η εγγύηση τους θα τερματιζόταν είτε με τη μεταβίβαση του διαμερίσματος στην Εναγομένη 1 και ταυτόχρονη εγγραφή πρώτης υποθήκης προς όφελος της Λαϊκής είτε με την πλήρη εξόφληση των υποχρεώσεων της Εναγομένης 1 προς τη Λαϊκή δυνάμει της συμφωνίας δανείου .669, οποιοδήποτε συνέβαινε πρώτο, κατατέθηκε ως Τεκμήριο 13. 8. Ως εξασφάλιση του δανείου αρ. .650, οι Εναγόμενοι 2 υπέγραψαν συμφωνία εγγύησης ημ. 26.9.08 για το ποσό των €207.994 πλέον τόκους, Τεκμήριο 14. Επιστολή ημ. 1.9.08 από τους Εναγόμενους 2 προς τη Λαϊκή στην οποία καταγράφεται η απόφαση των Εναγομένων 2 για την παραχώρηση της εγγύησης ως εξασφάλισης του δανείου .650 κατατέθηκε ως Τεκμήριο 15 και ενυπόγραφη δήλωση ημ. 26.9.08 των Εναγομένων 2 ότι έχουν κατανοήσει τη φύση και σημασία των εγγράφων που υπέγραψαν και ότι δεν επιθυμούν νομική συμβουλή κατατέθηκε ως Τεκμήριο 16. 9. Επιστολή ημ. 26.9.08 της Λαϊκής προς τους Εναγόμενους 2 στην οποία αναφέρεται ότι η εγγύηση τους θα τερματιζόταν είτε με τη μεταβίβαση της κατοικίας στην Εναγομένη 1 και ταυτόχρονη εγγραφή πρώτης υποθήκης προς όφελος της Λαϊκής είτε με την πλήρη εξόφληση των υποχρεώσεων της Εναγομένης 1 προς τη Λαϊκή δυνάμει της συμφωνίας δανείου .650, οποιοδήποτε συνέβαινε πρώτο, κατατέθηκε ως Τεκμήριο 17. 10. Ως επιπρόσθετη εξασφάλιση του δανείου .669, στις 26.9.08 η Εναγομένη 1 με τη συμφωνία των Εναγομένων 2 εγγράφως εκχώρησε προς όφελος της Λαϊκής οποιοδήποτε δικαίωμα, συμφέρον και απαίτηση της επί του πωλητηρίου εγγράφου ημ. 24.9.08 του διαμερίσματος το οποίο η Εναγομένη 1 αγόρασε από τους Εναγόμενους 2. Η συμφωνία εκχώρησης και το αγοραπωλητήριο το οποίο κατατέθηκε στο Κτηματολόγιο κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 18 και 19 αντίστοιχα. 11. Ως επιπρόσθετη εξασφάλιση του δανείου .650, στις 26.9.08 η Εναγομένη 1 με τη συμφωνία των Εναγομένων 2 εγγράφως εκχώρησε προς όφελος της Λαϊκής οποιοδήποτε δικαίωμα, συμφέρον και απαίτηση της επί του πωλητηρίου εγγράφου ημ. 24.9.08 της κατοικίας την οποία η Εναγομένη 1 αγόρασε από τους Εναγόμενους 2. Η συμφωνία εκχώρησης και το αγοραπωλητήριο το οποίο κατατέθηκε στο Κτηματολόγιο κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 20 και 21 αντίστοιχα. 12. Η Εναγομένη 1 πλήρωσε προκαταβολή στους Εναγόμενους 2 για την αγορά της κατοικίας €25.999,35 και του διαμερίσματος €25.349,03 έναντι δύο αποδείξεων πληρωμής ημ. 25.7.08 και 13.10.08 αντίστοιχα, Τεκμήριο 28. 13. Λόγω μη καταβολής των δόσεων κατά τους προβλεπόμενους στις συμφωνίες χρόνους, με επιστολές της ημ. 28.6.11, Τεκμήριο 22, η Λαϊκή απαίτησε την πληρωμή από τους Εναγόμενους των οφειλόμενων ποσών, χωρίς ανταπόκριση. 14. Ακολούθως, με επιστολές της ημ. 12.8.11, Τεκμήριο 23, η Λαϊκή τερμάτισε τη λειτουργία των λογαριασμών. 15. Οι επιστολές ημ. 28.6.11 και 12.8.11 στάληκαν στη διεύθυνση των Εναγομένων 2 και δεν επιστράφηκαν. 16. Η κατοχή του διαμερίσματος και της κατοικίας βρίσκεται μέχρι σήμερα στους Εναγόμενους 2. Για την κατοικία μόνο εκδόθηκε ξεχωριστός τίτλος στις 16.12.20. Τόσο το διαμέρισμα όσο και η κατοικία δεν έχουν μεταβιβαστεί ή πωληθεί μέχρι σήμερα. Ο ΜΕ1 κατέθεσε έγγραφα τα οποία αφορούν στην αξιολόγηση της Εναγομένης 1 και παρέπεμψε στα έγγραφα εγγύησης των Εναγομένων 2 ως προς τους όρους της εγγύησης. Αυτό το σκέλος της μαρτυρίας του επιβεβαιώθηκε και επεξηγήθηκε με λεπτομέρεια από τη ΜΕ2 η οποία ήταν αυτή που είχε επικοινωνία με τους Εναγόμενους 1 και 2 πριν την υπογραφή των συμφωνιών. Η μαρτυρία των δύο αυτών μαρτύρων παρουσιάζει συνοχή και συνέπεια και επιπλέον η ΜΕ2 έδωσε μια ολοκληρωμένη εικόνα του τρόπου αξιολόγησης της Εναγομένης 1 για σκοπούς έγκρισης του αιτήματος της για τη χορήγηση δανείων. Κατά την αντεξέταση της, η ΜΕ2 απαντούσε με ευθύτητα και έδινε ολοκληρωμένες, λογικές και πειστικές απαντήσεις οι οποίες επιβεβαιώνονται και από τα κατατεθειμένα ως τεκμήρια έγγραφα. Επέμενε με χαρακτηριστικό και χωρίς αμφιταλαντεύσεις τρόπο για το ότι αξιολόγησης τύγχανε ο πρωτοφειλέτης και όχι ο εγγυητής και για το ποια έγγραφα ήταν αναγκαία προς τον σκοπό αυτό. Ειδικότερα, η ΜΕ2 ανέφερε πως αξιολόγησε διάφορα έγγραφα αναφορικά με την Εναγομένη 1, όπως αντίγραφα μισθοδοσίας της, λέγοντας πως προς τούτο έλαβαν υπόψιν επιστολή του λογιστή της εργοδότριας εταιρείας για τη μισθοδοσία της και έλεγξαν μέσω διαδικτύου ότι η εν λόγω εταιρεία υπήρχε και είχε δημοσιευμένες οικονομικές καταστάσεις, οι οποίες ήταν μη ελεγμένες λόγω του ότι επρόκειτο για μικρή εταιρεία και δεν είχε υποχρέωση ετοιμασίας ελεγμένων καταστάσεων. Σε υποβολή πως θα έπρεπε να είχαν ζητήσει τη φορολογική της δήλωση, η ΜΕ2 έδωσε την καθόλα λογική και βάσιμη απάντηση πως η Τράπεζα δεν εξετάζει τη φορολογική κατάσταση του πελάτη αλλά την εισοδηματική του ικανότητα και ικανότητα αποπληρωμής και πως από τη στιγμή που παρουσιάστηκε η δήλωση του λογιστή αυτό ήταν αρκετό. Η ΜΕ2 αντέκρουσε πειστικά και την υποβολή πως η δήλωση του λογιστή δεν αποτελεί επίσημο έγγραφο της Αγγλίας, αναφέροντας ότι δήλωση υπογεγραμμένη από λογιστή θεωρείται πειστικό στοιχείο για τα εισοδήματα της Εναγομένης 1 καθότι οι λογιστές δεν ενεργούν ανεξέλεγκτα αλλά η επαγγελματική τους συμπεριφορά ρυθμίζεται και ελέγχεται από πρότυπα και κανονισμούς. Μάλιστα, η θέση της ΜΕ2 πως, εκτός του ότι δεν χρειαζόταν η εξέταση της οικονομικής κατάστασης των Εναγομένων 2, αυτοί εν πάση περιπτώσει είχαν παράσχει και άλλες εταιρικές εγγυήσεις σε σχέση με άλλα ακίνητα και επομένως θεωρούντο αξιόχρεοι, ουδόλως αμφισβητήθηκε. Όπως βάσιμα πρόσθεσε η ΜΕ2, η Τράπεζα ήταν εξασφαλισμένη σε περίπτωση μη αποπληρωμής λόγω των εγγυητήριων και της περιουσίας του πελάτη. Γενικά η όλη στάση και μαρτυρία της ΜΕ2 άφησε την εντύπωση στο Δικαστήριο πως επιδίωξε να καταθέσει για γεγονότα στα οποία είχε άμεση και προσωπική εμπλοκή με ειλικρίνεια και συνέπεια. Αξίζει δε να σημειωθεί πως αρκετές αναφορές της ως προς τις συνθήκες της υπογραφής των συμφωνιών ουδόλως αποτέλεσαν αντικείμενο ενασχόλησης από την Υπεράσπιση και επομένως παρέμειναν αναντίλεκτες. Επομένως, κατ΄ αρχάς γίνεται δεκτή η αναντίλεκτη μαρτυρία της ΜΕ2 πως κατά τον χρόνο κατάρτισης των επίδικων συμφωνιών αυτή εργαζόταν ως προϊσταμένη στο Τμήμα Πωλήσεων του υποκαταστήματος της Λαϊκής στην Αγία Νάπα. Γίνεται επίσης δεκτή και η αναντίλεκτη αναφορά της πως το Τμήμα Πωλήσεων ήταν αρμόδιο για τη χορήγηση πιστωτικών διευκολύνσεων σε πρόσωπα που υπέβαλλαν σχετικό αίτημα για παραχώρηση πιστωτικών διευκολύνσεων από τη Λαϊκή. Αποτελεί επίσης εύρημα του Δικαστηρίου η μαρτυρία της ΜΕ2, η οποία κρίθηκε καθόλα αξιόπιστη, ως προς τις συνθήκες αξιολόγησης της Εναγομένης 1 για σκοπούς παραχώρησης δανείων. Ειδικότερα, γίνεται δεκτό πως στις 21.7.08 η Εναγομένη 1 αιτήθηκε τη χορήγηση των επίδικων δανείων με σκοπό την αγορά ενός διαμερίσματος και μιας κατοικίας. Η αίτηση και δήλωση περιουσιακής κατάστασης της Εναγομένης 1 η οποία υπεβλήθη στη Λαϊκή κατατέθηκε ως Τεκμήριο 24 και αντίγραφο του διαβατηρίου της ως Τεκμήριο 25. Η ΜΕ2 προέβη σε αξιολόγηση του αιτήματος της αφού έλαβε υπόψιν τα ακόλουθα έγγραφα: (
- i)Το πιστοποιητικό ετήσιων απολαβών της Εναγομένης 1, Τεκμήριο 26 (
- ii)Τις καταστάσεις λογαριασμού της Εναγομένης 1 σε τράπεζες στο Ηνωμένο Βασίλειο, Τεκμήριο 27 (iii) Αντίγραφα λογαριασμών κοινής ωφέλειας, Τεκμήριο 29 (
- iv)Έρευνα για την οικονομική κατάσταση της Εναγομένης 1 από την οποία προέκυπτε πως είχε πολύ καλό πιστωτικό αποτέλεσμα (credit score), δεν είχε μη εξυπηρετούμενες εκκρεμότητες σε άλλα τραπεζικά ιδρύματα αλλά αντίθετα είχε διευθετήσει όλες σχεδόν τις πιστωτικές της διευκολύνσεις από διάφορα ιδρύματα στην Αγγλία, Τεκμήριο 39. Αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου πως μετά την αξιολόγηση των πιο πάνω στοιχείων και αφού η ΜΕ2 κατέληξε ότι θα μπορούσαν να χορηγηθούν οι πιστωτικές διευκολύνσεις, εισηγήθηκε στην αρμόδια αρχή της Λαϊκής τη χορήγηση των δανείων. Στις 8.9.08 έλαβε έγκριση από την αρμόδια αρχή και αφού της στάληκαν τα πληρεξούσια από την Εναγομένη 1, έδωσε οδηγίες στην αρμόδια υπάλληλο για την ετοιμασία και υπογραφή των συμφωνιών. Δεν έχει επίσης αμφισβητηθεί η μαρτυρία της ΜΕ2 και αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου πως στα πλαίσια της επικοινωνίας της με τους Εναγόμενους 2 και κατά την υπογραφή των εγγυητήριων, οι Εναγόμενοι 2 είχαν υπόψιν τους τη φύση και σημασία των εγγράφων που υπέγραφαν, τα υπέγραψαν με ελεύθερη βούληση και τους είχε δοθεί η δυνατότητα να λάβουν νομική συμβουλή πριν την υπογραφή εάν το επιθυμούσαν. Αυτό άλλωστε επιμαρτυρούν και τα Τεκμήρια 11, 12, 15 και 16, τα οποία και πάλι δεν έτυχαν αμφισβήτησης. Η ΜΕ2, όπως και ο ΜΕ1, με παραπομπή στο περιεχόμενο των σχετικών επιστολών της Τράπεζας, δήλωσαν χωρίς ενδοιασμό πως οι συμφωνίες εγγύησης των Εναγομένων 2 θα τερματίζονταν είτε με τη μεταβίβαση στην Εναγομένη 1 και την ταυτόχρονη εγγραφή πρώτης υποθήκης προς όφελος των Εναγόντων είτε με την πλήρη εξόφληση των υποχρεώσεων της Εναγομένης 1 προς τους Ενάγοντες, οποιοδήποτε συνέβαινε πρώτο. Η θέση του ΜΕ1 πως δεν επήλθε κανένα από αυτά ουσιαστικά δεν αντικρούστηκε παρά μόνο με μια γενική υποβολή ότι δεν υπάρχει οφειλόμενο υπόλοιπο. Επομένως, και αυτή κρίνεται αξιόπιστη και υιοθετείται ως εύρημα του Δικαστηρίου, ήτοι πως το διαμέρισμα και η κατοικία δεν έχουν ακόμα μεταβιβαστεί στην Εναγομένη 1 και δεν έχει εγγραφεί πρώτη υποθήκη επί αυτών ούτε και η Εναγομένη 1 έχει εξοφλήσει τις οφειλές της προς τους Ενάγοντες. Σημειώνεται ότι το ύψος του οφειλόμενου ποσού θα εξεταστεί στο κατάλληλο στάδιο κατωτέρω. Πέραν των όσων αναφέρονται ανωτέρω, γενικά η μαρτυρία του ΜΕ1 χαρακτηρίζεται από αμεσότητα, σαφήνεια και συνέπεια. Κατά την αντεξέταση του η οποία περιορίστηκε σε συγκεκριμένα θέματα, ο μάρτυρας ήταν σαφής και κάθετος πως οι λογαριασμοί έφεραν τόκο. Στην κυρίως εξέταση του ανέφερε με σαφήνεια τα επιτόκια που έφεραν οι λογαριασμοί δανείου, ενώ στην αντεξέταση του παρά την αρχική του τοποθέτηση πως δεν γνώριζε τον τόκο, εντούτοις οι μετέπειτα αναφορές του άφηναν να νοηθεί ότι οι αρχικές καταστάσεις περιλαμβάνουν χρέωση του συμφωνηθέντος επιτοκίου μέχρι τον τερματισμό και ουδόλως αμφισβητήθηκαν. Αντίστοιχα παρέπεμψε στους όρους των συμφωνιών για τις ημερομηνίες εκταμίευσης των ποσών των δανείων και αναφέρθηκε στις διάφορες χρεώσεις και πιστώσεις στους λογαριασμούς, πλην όμως δήλωσε άγνοια για τον λόγο που η πίστωση του εναπομείναντος ποσού των δανείων έγινε αρκετά μεταγενέστερα του τερματισμού. Ακολούθως ανέφερε πως η πίστωση έγινε στα πλαίσια συμφωνίας με την Εναγομένη 1 μετά την έκδοση απόφασης εναντίον της. Παρέμεινε σταθερός στο ότι τα ποσά των δανείων θα καταβάλλονταν στους Εναγόμενους 2 σταδιακά και αναλόγως της προόδου των εργασιών, παραπέμποντας στους όρους των αγοραπωλητηρίων εγγράφων. Αυτή η στάση του μάρτυρος καταδεικνύει αφενός τη γνώση και ικανότητα του να αναφερθεί και επεξηγήσει κάποια πράγματα και αφετέρου την ειλικρίνεια και αντικειμενικότητα του, εφόσον δήλωνε ευθαρσώς άγνοια και αδυναμία να απαντήσει για συγκεκριμένα θέματα. Τέλος, ήταν σε θέση να επεξηγήσει με σαφήνεια τι ακριβώς περιλάμβαναν οι αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού, καταδεικνύοντας έτσι την επιθυμία να αποκαλύψει μόνο όσα γνώριζε. Η μαρτυρία του ΜΕ1 ως προς τον τρόπο ετοιμασίας και το περιεχόμενο (ως προς το τι αποτυπώνεται) των καταστάσεων λογαριασμού τις οποίες κατέθεσε, ουσιαστικά δεν αμφισβητήθηκε και επομένως αυτή υιοθετείται ως μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου. Συγκεκριμένα, γίνεται δεκτό ότι η Τράπεζα καθόλη την περίοδο εργασιών της και λειτουργίας των επίδικων λογαριασμών διατηρούσε βιβλίο τήρησης λογαριασμών για κάθε πελάτη της στους ηλεκτρονικούς της υπολογιστές (τραπεζικό βιβλίο). Στον κάθε λογαριασμό γινόταν και γίνεται συνεχής ενημέρωση και καταχώριση κάθε χρέωσης ή πίστωσης που τον αφορά. Η κατάσταση λογαριασμού κάθε πελάτη αποτυπώνεται εγγράφως με εκτύπωση από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή. Το εν λόγω τραπεζικό βιβλίο είναι και ήταν κατά πάντα ουσιώδη χρόνο, δηλαδή από το άνοιγμα των λογαριασμών μέχρι σήμερα, ένα από τα συνήθη τραπεζικά βιβλία των Εναγόντων, στο οποίο οι καταχωρίσεις γίνονται κατά τη συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών τους και το οποίο φυλάσσεται στις κτιριακές τους εγκαταστάσεις, βρίσκεται υπό τον έλεγχο τους και σε αυτό έχουν πρόσβαση οι τραπεζικοί λειτουργοί, συμπεριλαμβανομένου του ΜΕ1. Ο ΜΕ1 εκτύπωσε τις αρχικές καταστάσεις λογαριασμού για τους δύο επίδικους λογαριασμούς .669 και .650, οι οποίοι μετέπειτα μετατράπηκαν σε .179 και .004, Τεκμήρια 30 και 31 αντίστοιχα. Τέλος, γίνεται δεκτό πως ο ΜΕ1 σύγκρινε τις καταχωρίσεις των εκτυπωμένων καταστάσεων με τις καταχωρίσεις του τραπεζικού βιβλίου και διαπίστωσε ότι αποτελούν ορθή αντιγραφή-αναπαραγωγή αυτού. Επιπλέον, ο ΜΕ1 κατέθεσε Πιστοποιητικό δυνάμει του άρθρου 35
(3)του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9, Τεκμήριο 38, υπογεγραμμένο από τον ίδιο στο οποίο πιστοποιεί πως όλα τα έγγραφα που κατατέθηκαν ως Τεκμήρια αποτελούν μέρος του αρχείου της Τράπεζας Κύπρου η οποία αντικατέστησε και υποκατέστησε τη Λαϊκή πρώην Marfin. Με βάση το σύνολο της πιο πάνω μαρτυρίας, οι καταστάσεις λογαριασμών και τα υπόλοιπα έγγραφα, στα οποία γίνεται αναφορά κατωτέρω, γίνονται δεκτά ως προς το περιεχόμενο τους δυνάμει των άρθρων 22 και 35 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ.
- Ο ΜΕ1 κατέθεσε επίσης και αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού για τους δύο λογαριασμούς δανείου, ως μέρος των Τεκμηρίων 30 και 31 αντίστοιχα. Από τη στιγμή που οι αναδομημένες καταστάσεις ετοιμάστηκαν στη βάση των δεδομένων που παρήχθησαν από το ηλεκτρονικό αρχείο των Εναγόντων και το οποίο αποτελούσε το τραπεζικό βιβλίο, και αυτές γίνονται αποδεκτές. Σχετική επί τούτου είναι η υπόθεση Επίσημος Παραλήπτης ως Εκκαθαριστής της εταιρείας Apak Agro Industries Ltd κ.ά. v. Marfin Popular Bank Public Co Ltd κ.ά., Πολ. Έφ. 274/09, ημ. 27.4.
- Στις αρχικές καταστάσεις λογαριασμού, Τεκμήρια 30 και 31, φαίνεται ότι στις 7.11.08 στον λογαριασμό .669 πιστώθηκε το ποσό του πρώτου δανείου εκ €118.295 και στον λογαριασμό .650 το ποσό του δεύτερου δανείου εκ €207.
- Περαιτέρω, γίνεται δεκτή η μαρτυρία του ΜΕ1 ως προς το ότι στις 7.11.08 το προϊόν του δανείου .669 μεταφέρθηκε στον λογαριασμό προειδοποίησης .781 και το προϊόν του δανείου .650 στον λογαριασμό προειδοποίησης .773, ως οι αποδείξεις εμβάσματος, Τεκμήρια 32 και 33 αντίστοιχα. Καταστάσεις των λογαριασμών προειδοποίησης .781 και .773, στις οποίες φαίνεται η πίστωση των ποσών των δανείων, κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 34 και 35 αντίστοιχα. Σε αυτές αναγράφεται ότι οι λογαριασμοί έκλεισαν στις 31.3.
- Τέλος, γίνεται δεκτή και η μαρτυρία του ΜΕ1 ότι στις 7.11.08 έγιναν δύο εμβάσματα, ήτοι ένα από τον λογαριασμό προειδοποίησης .781 για το ποσό των €109.845,77 και ένα από τον λογαριασμό προειδοποίησης .773 για το ποσό των €181.995,45, ως οι αποδείξεις εμβάσματος, Τεκμήριο 36, σύμφωνα με τα πιστοποιητικά προόδου ημ. 23.10.08 και 8.10.08 τα οποία υποβλήθηκαν από τους Εναγόμενους 2 προς τους Ενάγοντες, Τεκμήριο
- Εδώ κρίνεται κατάλληλο το σημείο να αναφερθεί η θέση του ΜΕ1 πως η Τράπεζα όφειλε να καταβάλλει τα ποσά στους Εναγόμενους 2 σταδιακά ανάλογα με την πρόοδο των εργασιών, σύμφωνα με τους όρους των αγοραπωλητηρίων. Αυτή η θέση του και πάλι παρέμεινε αδιαμφισβήτητη και εν πάση περιπτώσει βρίσκει έρεισμα στους όρους των αγοραπωλητηρίων και επιβεβαιώνεται από τα Τεκμήρια 36 και 37 που επιμαρτυρούν αυτή την πρακτική. Με βάση την αξιόπιστη μαρτυρία του ΜΕ1, το Δικαστήριο δέχεται ότι οι αρχικές καταστάσεις λογαριασμού των δύο λογαριασμών δανείων περιλαμβάνουν χρέωση του επιτοκίου και αφορούν τη χρονική περίοδο μέχρι και τις 30.6.11, ενώ οι αναδομημένες ξεκινούν από την 1.7.11, που ήταν η τελευταία ημερομηνία που είχε γίνει ανατοκισμός πριν τον τερματισμό των δανείων. Γίνεται δεκτή η μαρτυρία του ΜΕ1 πως οι αναδομημένες καταστάσεις περιλαμβάνουν χρέωση επιτοκίου, προς 8,75% το οποίο αποτελείται από επιτόκιο προς 6,75% συν τόκος υπερημερίας προς 2%, και κεφαλαιοποίηση τόκου δύο φορές ετησίως χωρίς οποιεσδήποτε άλλες χρεώσεις και πως ο τόκος υπολογίστηκε μέχρι και τις 15.10.
- Στην αρχική κατάσταση λογαριασμού .650, φαίνεται πίστωση ποσού €1.260,84, η οποία, όπως εξήγησε ο ΜΕ1, αφορά μεταφορά από άλλο λογαριασμό για την καταβολή μιας δόσης του δανείου. Στις αναδομημένες καταστάσεις και όπως ανέφερε ο ΜΕ1, στον λογαριασμό .669 στις 31.3.14 πιστώθηκε το συνολικό ποσό των €31.144,05, το οποίο αποτελείται από το ποσό των €25.015, 46 και €6.128,
- Αρχικά ο ΜΕ1 δεν ήταν σε θέση να δώσει εξήγηση γι΄ αυτό ενώ μετά ανέφερε ότι η πίστωση του πρώτου ποσού έγινε από την Εναγομένη 1 στα πλαίσια συμφωνίας με τους Ενάγοντες μετά την έκδοση απόφασης εναντίον της και το δεύτερο ποσό αφορά υπόλοιπο του δανείου. Στον λογαριασμό .650 στις 17.1.19 πιστώθηκε το ποσό των €22.140 το οποίο και πάλι αφορά υπόλοιπο του δανείου. Αποτελεί γεγονός πως αυτά τα εμβάσματα έγιναν μετά τον τερματισμό των λογαριασμών και την καταχώριση της Αγωγής. Στα πλαίσια εξέτασης της νομικής πτυχής της Αγωγής, θα πρέπει πρώτα να λεχθεί πως δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός τόσο η σύσταση όσο και η αλλαγή του ονόματος της Λαϊκής, όπως επιβεβαιώνεται από το Τεκμήριο
- Επίσης αποτελεί παραδεκτό γεγονός η μεταβίβαση των περιουσιακών στοιχείων, τίτλων ιδιοκτησίας, δικαιωμάτων και υποχρεώσεων από τη Λαϊκή προς την Τράπεζα Κύπρου δυνάμει της ΚΔΠ 104/13, Τεκμήριο 2, συμπεριλαμβανομένων των επίδικων συμφωνιών και εξασφαλίσεων. Επομένως το Δικαστήριο ικανοποιείται ότι οι Ενάγοντες νομιμοποιούνται και δύνανται να καταχωρίσουν και προωθούν την παρούσα Αγωγή. Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ v. Χαραλάμπους κ.ά.
(2010)1(Β) Α.Α.Δ. 829, σε υποθέσεις οι οποίες αφορούν σε κατ΄ ισχυρισμό τραπεζικό χρέος, τα βασικά γεγονότα που χρήζουν απόδειξης, έτσι ώστε να επιτύχει η αξίωση είναι τα ακόλουθα: (
- i)Η σύναψη της σύμβασης δανείου ή χρηματοδότησης ή παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων κ.λπ., μαζί με τους όρους της. (
- ii)Η παράβαση όρου της σύμβασης. (iii) Ο τερματισμός της σύμβασης και το οφειλόμενο υπόλοιπο. Το Δικαστήριο έχει ήδη δεχθεί τη μαρτυρία της ΜΕ2 αναφορικά με την υπογραφή και τις συνθήκες σύναψης των επίδικων συμφωνιών παροχής δανείων προς την Εναγομένη 1 και της τροποποιητικής της δεύτερης συμφωνίας. Ως εκ τούτου γίνεται δεκτό πως η Εναγομένη 1 αιτήθηκε τη χορήγηση δύο δανείων για την αγορά ενός διαμερίσματος και μιας κατοικίας, το αίτημα της αξιολογήθηκε και εγκρίθηκε και έτσι η Τράπεζα προχώρησε στη σύναψη των σχετικών συμφωνιών. Πρόκειται για δύο συμφωνίες ημ. 26.9.08 για την παροχή δανείων, η πρώτη ποσού €118.295, Τεκμήριο 4, και η δεύτερη ποσού €207.994 η οποία τροποποιήθηκε με τη συμφωνία ημ. 23.4.10, Τεκμήρια 7 και 9. Οι όροι των συμφωνιών περιέχονται στα αντίστοιχα έγγραφα, Τεκμήρια 4, 7 και 9, καθώς επίσης και στους Γενικούς Όρους και Κανονισμούς, Τεκμήριο 6, όπως ρητώς αναφέρεται στην τελευταία σελίδα της κάθε συμφωνίας πριν τις υπογραφές των μερών. Όπως αναφέρεται στις συμφωνίες, Τεκμήρια 4 και 7, σκοπός αυτών ήταν η αγορά ενός διαμερίσματος και μιας κατοικίας τα οποία αγόρασε η Εναγομένη 1 από τους Εναγόμενους 2 δυνάμει των αγοραπωλητηρίων εγγράφων, Τεκμήρια 19 και 21 αντίστοιχα. Έχει επίσης γίνει δεκτή η μαρτυρία της ΜΕ2 αναφορικά με τις συνθήκες υπογραφής των εγγυήσεων από τους Εναγόμενους 2, και ειδικότερα ότι οι Εναγόμενοι 2 υπέγραψαν αυτές οικειοθελώς και εν πλήρη γνώση για τη φύση και το περιεχόμενο τους και αφού τους δόθηκε το δικαίωμα λήψης νομικής συμβουλής, όπως επιβεβαιώνεται και από τα Τεκμήρια 11, 12, 15 και 16. Πρόκειται για τις συμφωνίες εγγύησης ημ. 26.9.08 για τα αντίστοιχα ποσά των δανείων πλέον τόκους, Τεκμήρια 10 και 14. Με βάση το περιεχόμενο των συμφωνιών εγγύησης και τις επιστολές της Τράπεζας προς τους Εναγόμενους 2 ημ. 26.9.08, Τεκμήρια 13 και 17, οι εγγυήσεις ήταν συνεχείς για περιορισμένα ποσά (αυτά των δανείων) και θα τερματίζονταν μόνο είτε με τη μεταβίβαση του διαμερίσματος και της κατοικίας στην Εναγομένη 1 και ταυτόχρονη εγγραφή πρώτης υποθήκης προς όφελος της Τράπεζας είτε με την πλήρη εξόφληση των υποχρεώσεων της Εναγομένης 1 προς την Τράπεζα. Χρήσιμη καθοδήγηση προσφέρει η υπόθεση Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ. ν. T.G. & Sons Importing Ltd. κ.ά.
(2004)1(A) A.A.Δ. 180, στην οποία λέχθηκε ότι «συνεχής εγγύηση είναι εκείνη που καλύπτει υποχρεώσεις ή πράξεις αποπληρωμής δόσεων οι οποίες συνεχίζουν να λαμβάνουν χώραν μεταξύ του πρωτοφειλέτη και του πιστωτή, όπως τα δάνεια τα οποία είναι πληρωτέα από καιρού εις καιρόν επί τρεχούμενου λογαριασμού μεταξύ προμηθευτή αγαθών και συνήθους αγοραστού ή μεταξύ τραπεζίτη και πελάτη». Όπως αναφέρεται ρητώς και στις συμφωνίες των δανείων, ως περαιτέρω εξασφάλιση για τις εξασφαλίσεις της, η Εναγομένη 1 με την συγκατάθεση και γνώση των Εναγομένων 2, εκχώρησε προς όφελος της Τράπεζας τα δικαιώματα της που απορρέουν από τα αγοραπωλητήρια συμβόλαια αντιστοίχως, Τεκμήρια 18 και 20. Όπως αναφέρθηκε πολύ πρόσφατα στην υπόθεση Φασαρία, ως Διαχειρίστριας της περιουσίας του αποβιώσαντα Φασαρία v. American Life Insurance Company ή Alico AIG, Πολ. Έφ. 325/12 σχ. με 275/15, ημ. 20.1.22, με παραπομπή στην παλαιότερη υπόθεση Markidou v. Koiliaris and another
(1983)1 C.L.R. 392 (η οποία αφορούσε εκχώρηση συμφωνίας αγοραπωλησίας ακίνητης ιδιοκτησίας), η εκχώρηση στην Κύπρο διέπεται από τις αρχές της επιείκειας και συνεπάγεται τη μεταβίβαση όλων των δικαιωμάτων που απορρέουν από την εκχώρηση. Αξίζει εδώ να αναφερθεί πως σύμφωνα με τους όρους των συμφωνιών δανείου, η εκχώρηση και η εγγύηση των Εναγομένων 2 θα ίσχυαν μέχρι την έκδοση ξεχωριστών τίτλων και την εγγραφή πρώτης υποθήκης προς όφελος της Τράπεζας. Με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου, οι Εναγόμενοι 2 εξακολουθούν να κατέχουν το διαμέρισμα και την κατοικία ενώ έχει εκδοθεί τίτλος μόνο για το διαμέρισμα αλλά όχι για την κατοικία. Αυτά δεν έχουν μεταβιβαστεί επ΄ ονόματι της Εναγομένης 1 ούτε και έχει εγγραφεί πρώτη υποθήκη επί αυτών, επομένως οι συγκεκριμένοι όροι για την ακύρωση της εκχώρησης και τον τερματισμό των εγγυήσεων δεν έχουν επέλθει ακόμα και ως προς τούτο οι εγγυήσεις εξακολουθούν να υφίστανται. Αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι η Τράπεζα άνοιξε τους λογαριασμούς δανείων .669 και .560 στους οποίους κατατέθηκαν τα ποσά των δανείων τα οποία μεταφέρθηκαν στους λογαριασμούς .781 και .773 αντίστοιχα. Σύμφωνα με τους όρους των συμφωνιών δανείων και των αγοραπωλητηρίων, η πληρωμή του ποσού θα γινόταν σε στάδια αναλόγως της προόδου των εργασιών. Σε αυτά τα πλαίσια, οι Εναγόμενοι 2 υπέβαλαν πιστοποιητικά προόδου και απαίτηση πληρωμής, Τεκμήριο 37, και στις 7.11.08 η Τράπεζα τους πλήρωσε τα ποσά των €109.845,77 από τον λογαριασμό .781 και €181.995,45 από τον λογαριασμό .773, Τεκμήριο 36. Δεν αμφισβητείται η μη συμμόρφωση με τις υποχρεώσεις πληρωμής από την Εναγομένη 1 και η απαίτηση πληρωμής των οφειλόμενων υπολοίπων με τις επιστολές των Εναγόντων ημ. 28.6.11, Τεκμήριο 22. Λόγω παράλειψης συμμόρφωσης, οι Ενάγοντες, με επιστολές ημ. 12.8.11, Τεκμήριο 23, προέβησαν σε τερματισμό. Αποτελεί παραδεκτό γεγονός ότι οι επιστολές απαίτησης και τερματισμού στάληκαν στην ορθή διεύθυνση των Εναγομένων και δεν επιστράφηκαν, επομένως τεκμαίρεται η παραλαβή τους. Χρήσιμη καθοδήγηση προσφέρουν οι υποθέσεις Theodorou v. Abbot of Kykko Monastery
(1965)1 C.L.R. 9, Πιττάκα v. Γ&Β Χατζηδημοσθένους Λτδ
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ. 1895 και Θεοδώρου v. Hellenic Bank Ltd
(2012)1(Γ) A.A.Δ. 2059, στις οποίες αναγνωρίστηκε το τεκμήριο της παραλαβής επιστολής από τη στιγμή που έχει ταχυδρομηθεί και δεν έχει επιστραφεί από το Ταχυδρομείο. Με βάση τα ανωτέρω, έχει καταδειχθεί η σύναψη των επίδικων συμφωνιών δανείων και η παραχώρηση των εξασφαλίσεων, εγγυήσεων από τους Εναγόμενους 2 και εκχώρησης αγοραπωλητηρίων από την Εναγομένη 1 με τη συγκατάθεση και γνώση των Εναγομένων 2 οι οποίοι και υπογράφουν μια δήλωση στο τέλος της κάθε συμφωνίας, η παράβαση των όρων των συμφωνιών από την Εναγομένη 1 και ο τερματισμός τους. Παρόλο που επήλθε τερματισμός στην προκειμένη περίπτωση, εντούτοις θα πρέπει να λεχθεί ότι επειδή αυτή αφορά και σε δάνεια, η νομολογία έχει καταστήσει σαφές ότι γι΄ αυτά δεν χρειάζεται απαίτηση πληρωμής. Σχετικά παραπέμπω στην υπόθεση Μακεδόνας v. Λαζάρου
(2005)1(Β) Α.Α.Δ. 1322, στην οποία λέχθηκαν τα εξής: «Με την έφεση αμφισβητείται η πρωτόδικη άποψη ότι χρειαζόταν οποιαδήποτε απαίτηση πληρωμής προτού κινηθεί η αγωγή για το χρέος. Η επί του θέματος συζήτηση κάλυψε διάφορα είδη νομικών σχέσεων όπου είχε απασχολήσει το κατά πόσο τέτοια απαίτηση ήταν ή όχι αναγκαία και είχαν, συναφώς, επισημανθεί διακρίσεις μεταξύ περιπτώσεων. Έγινε εκτενής αναφορά σε νομολογία, αγγλική και κυπριακή. Νομίζουμε πως αρκούν, για να φωτίσουν το πεδίο, οι αποφάσεις στις υποθέσεις In re J. Brown's Estate [1893] 2 Ch. 300, Bradford Old Bank v. Sutcliffe [1918] 2 K.B. 833, MS Fashions Ltd and Others v. Bank of Credit and Commerce International SA and Others (No. 2) [1993] 3 All E.R. 769, Ioannou v. Hassan 3 C.L.R. 30 και Lombard Natwest Ltd v. Παναγιώτη Λαζαρίδη
(1999)1 Α.Α.Δ. 1465 στις οποίες μας παρέπεμψε ο συνήγορος του εφεσείοντος και, σε μερικές από αυτές, ο συνήγορος των εφεσιβλήτων. Θεωρούμε πως δεν χρειάζεται να επεκταθούμε. Μπορούμε εν προκειμένω να περιοριστούμε στην πτυχή της απαίτησης που αφορούσε σε απλό δάνειο. Με βάση τη νομολογία, σε ό,τι αφορά τον πρωτοφειλέτη δεν χρειάζεται απαίτηση πληρωμής. Αυτό ισχύει ακόμα και αν θεωρηθεί ότι εδώ η πρόνοια στο γραμμάτιο περί απαίτησης αντανακλούσε και στο ίδιο το δάνειο. Στην re J. Brown's Estate (ανωτέρω) το ζήτημα τέθηκε ως εξής: «.. Where there is a present debt and a promise to pay on demand, the demand is not considered to be a condition precedent to the bringing of the action. But it is otherwise on a promise to pay a collateral sum on request, for then the request ought to be made before action brought.» Το ίδιο και για τη 2η εφεσίβλητη, η οποία δεσμεύτηκε με όρο ότι θα ευθυνόταν για το χρέος ως πρωτοφειλέτιδα και επομένως η ευθύνη της δεν ήταν μόνο δευτερεύουσα - «collateral» - που αλλιώς θα αντικριζόταν. Παράδειγμα προσφέρει η MS Fashions Ltd and Others (ανωτέρω). Εξάλλου, όπως επισημάνθηκε στη Lombard Natwest Ltd (ανωτέρω), ακόμα και αναγκαία να είναι η απαίτηση πληρωμής, αυτή: «δεν αποτελεί προϋπόθεση για τη γένεση του δικαιώματος αλλά δευτερεύοντα όρο για την εκτελεστότητα του χρέους δηλαδή της ευχέρειας ανάκτησής του.» Τέλος υπενθυμίζουμε την Ioannou v. Hasan (ανωτέρω) όπου, με δεδομένο ότι χρειαζόταν απαίτηση πληρωμής, κρίθηκε ότι η ίδια η αγωγή αποτελούσε επαρκή απαίτηση και ότι το θέμα των εξόδων ρυθμιζόταν εν συνεχεία ανάλογα με την περίπτωση.» Επιπλέον, σύμφωνα με την υπόθεση Έλληνας κ.ά. v. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ, Πολ. Έφ. 87/13, ημ. 3.12.19, ακόμα και η ίδια η καταχώριση της Αγωγής αποτελεί απαίτηση της Τράπεζας για πληρωμή και τερματισμό της συμφωνίας. Ειδικότερα λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Εν πάση περιπτώσει, η ίδια η καταχώρηση της αγωγής τερμάτιζε τη συμφωνία μεταξύ των διαδίκων ακόμη και εάν μπορούσε να θεωρηθεί ότι οι επιστολές δεν είχαν περιέλθει στη γνώση των εφεσειόντων, θέμα που προκύπτει ως απόρροια της εισήγησης ότι οι εφεσείοντες δεν παρέλαβαν τις επιστολές. Η καταχώρηση της αγωγής από μόνη της δηλώνει επιλογή από πλευράς της εφεσίβλητης τράπεζας τερματισμού της συμφωνίας και ενεργοποίηση των αναγκαίων διαδικασιών προς είσπραξη των οφειλομένων ποσών, (Μακεδόνας ν. Λαζάρου
(2005)1 Α.Α.Δ. 1322 και Κυριάκου ν. Χρυσοστόμου
(2004)1 Α.Α.Δ. 2029). Το ότι η αγωγή τερμάτιζε τη μεταξύ των διαδίκων συμφωνία το αποδέχονται και οι ίδιοι οι εφεσείοντες στο περίγραμμα τους με μόνη διαφορά ότι ο τερματισμός ενεργοποιείτο από 5.7.2006, αντί από 11.1.2006, που ήταν η ημερομηνία επιστολής του τερματισμού.» Η κίνηση των λογαριασμών δανείων φαίνεται στις αρχικές καταστάσεις, μέρος των Τεκμηρίων 30 και 31, καθώς επίσης και στους λογαριασμούς προειδοποίησης, Τεκμήρια 34 και
- Αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι με τη μεταφορά τους στην Τράπεζα Κύπρου οι λογαριασμοί των δανείων .669 και .650 μεταφέρθηκαν στους λογαριασμούς .179 και .004 αντίστοιχα, και χρεώνονταν με το συμφωνηθέν επιτόκιο, μέχρι και την ημερομηνία τερματισμού τους (28.6.11). Σύμφωνα με τον όρο 5(a) των συμφωνιών δανείων .669 και .650, το κάθε δάνειο έφερε κυμαινόμενο επιτόκιο, το οποίο κατά την υπογραφή της συμφωνίας ήταν 5,25% πλέον περιθώριο προς 1,75%, ήτοι συνολικό επιτόκιο προς 7%. Στην τροποποιητική της δεύτερης συμφωνίας δανείου .650, προνοείτο και πάλι κυμαινόμενο επιτόκιο, το οποίο κατά την υπογραφή της συμφωνίας ήταν 5% πλέον περιθώριο προς 1,75%, ήτοι συνολικό επιτόκιο προς 6,75%. Σημειώνεται ότι και οι Γενικοί Όροι και Κανονισμοί προνοούσαν για κυμαινόμενο μεταβαλλόμενο επιτόκιο και ότι η Τράπεζα κατά τον ουσιώδη χρόνο είχε το δικαίωμα να χρεώνει και μεταβάλλει τον τόκο, με βάση τον περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Ν.160(Ι)/99ο οποίος τέθηκε σε ισχύ από την 1η Ιανουαρίου του
- Οι αρχικές καταστάσεις λογαριασμού λήγουν στις 30.6.11 και οι αναδομημένες, μέρος των Τεκμηρίων 30 και 31, αρχίζουν από την 1.7.11 που ήταν η τελευταία ημερομηνία ανατοκισμού πριν τον τερματισμό των δανείων. Από την ημερομηνία τερματισμού, οι λογαριασμοί χρεώνονταν πλέον με σταθερό επιτόκιο προς 6,75% συν 2% τόκο υπερημερίας από τις 12.8.11, χωρίς οποιεσδήποτε άλλες χρεώσεις. Ενώ οι συμφωνίες δανείου και οι Γενικοί Όροι και Κανονισμοί προνοούσαν για τη χρέωση τόκου υπερημερίας προς 5%, και οι επιστολές απαίτησης ημ. 28.6.11 για τόκο προς 14%, εντούτοις οι Ενάγοντες χρεώνουν και περιορίζουν την απαίτηση τους με χρέωση τόκου υπερημερίας μόνο 2%. Επομένως, ανεξαρτήτως της ρύθμισης του ύψους του τόκου υπερημερίας με τον Ν.160(Ι)/99, όπως τροποποιήθηκε από τον Ν.141(Ι)/14 και τον Ν.66(Ι)/15, απαιτείται μόνο τόκος υπερημερίας προς 2% όπως αυτός καθορίστηκε με τον Ν.141(Ι)/
- Επιπλέον, για κάθε λογαριασμό γίνεται η χρέωση του τόκου ως αναλύεται ανωτέρω, με κεφαλαιοποίηση δύο φορές τον χρόνο, ήτοι την 30η Ιουνίου και την 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους. Παραμένει το ζήτημα του υπόλοιπου των ποσών των δανείων, τα οποία σύμφωνα με την αναντίλεκτη μαρτυρία του ΜΕ1, δεν πληρώθηκαν καθότι αυτά έπρεπε να καταβληθούν με την παράδοση του διαμερίσματος και της κατοικίας και οι Εναγόμενοι 2 δεν απαίτησαν οποιαδήποτε πληρωμή. Με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου, είναι προφανές ότι τα ποσά των δανείων εκταμιεύθηκαν και πιστώθηκαν στους λογαριασμούς της Εναγομένης 1, μεταφέρθηκαν στους λογαριασμούς προειδοποίησης και ήταν διαθέσιμα για πληρωμή των Εναγομένων
- Εξ ου και η Τράπεζα προέβη σε κάποιες πληρωμές στους Εναγόμενους 2, ενώ παρέμεινε ποσό του κάθε δανείου το οποίο τελικώς δεν διατέθηκε. Είναι γεγονός ότι αυτά τα ποσά πιστώθηκαν στους λογαριασμούς των δανείων όχι κατά την ημερομηνία τερματισμού, αλλά μεταγενέστερα. Παρόλο που αρχικά ο ΜΕ1 δήλωσε άγνοια για αυτή την ενέργεια, εντούτοις ακολούθως δήλωσε πως η πίστωση έγινε κατόπιν συμφωνίας με την Εναγομένη
- Παρά ταύτα, το Δικαστήριο δεν έχει ικανοποιηθεί γιατί η Τράπεζα δεν πίστωσε τον κάθε λογαριασμό δανείου με το υπόλοιπο κατά την ημερομηνία τερματισμού, καθότι με τον τερματισμό οι λογαριασμοί δανείου έπαυσαν να υφίστανται και επομένως η Τράπεζα όφειλε να πιστώσει τα υπόλοιπα των δανείων στους λογαριασμούς δανείων της Εναγομένης 1 προς μείωση του οφειλόμενου υπολοίπου. Βασικά εκείνο το οποίο έπραξε η Τράπεζα ήταν να τερματίσει μεν τους λογαριασμούς δανείου αλλά να διατηρήσει ως χρεωστικό και οφειλόμενο υπόλοιπο και το ποσό του κάθε δανείου το οποίο τελικώς δεν δόθηκε στους Εναγόμενους
- Από τη στιγμή που δεν προβλήθηκε οποιοσδήποτε συγκεκριμένος και πειστικός λόγος γι΄ αυτή την παράλειψη μέχρι τελικώς την πίστωση έτη αργότερα, το Δικαστήριο θεωρεί πως η Τράπεζα όφειλε με τον τερματισμό να πιστώσει τα εν λόγω ποσά ούτως ώστε αφενός να μειωθεί το οφειλόμενο ποσό και αφετέρου η Τράπεζα να μην επωφελείται είσπραξης τόκου επί ποσού το οποίο τελικώς παρέμεινε αδιάθετο. Από τη στιγμή που το Δικαστήριο δέχθηκε ως αξιόπιστη τη μαρτυρία του ΜΕ1 και τις καταστάσεις λογαριασμού ότι συνάδουν με τα άρθρα 22 και 35 του Κεφ. 9, αυτές παραμένουν ως αποδεκτή και πλήρως αξιόπιστη μαρτυρία. Σχετική επί τούτου είναι η υπόθεση Ιωαννίδης κ.ά. v. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2014)1(Β) Α.Α.Δ. 1491. Το ακόλουθο απόσπασμα είναι διαφωτιστικό: «Το βασικό παράπονο των Εφεσειόντων είναι ότι το πρωτόδικο δικαστήριο λανθασμένα αποδέχθηκε τις καταστάσεις λογαριασμού ως μαρτυρία του υπολοίπου του δανείου. Περαιτέρω ισχυρίζονται ότι οι συγκεκριμένες καταστάσεις λογαριασμών δεν ανταποκρίνονται στις προϋποθέσεις που θέτει το Άρθρο 22 του περί Αποδείξεως Νόμου και ούτε συνιστούσαν τραπεζικό βιβλίο σύμφωνα με το Νόμο. Έχουμε εξετάσει το παράπονο των Εφεσειόντων και κατά την κρίση μας αυτό δεν ευσταθεί. Το πρωτόδικο δικαστήριο ορθά αποδέχθηκε τις καταστάσεις λογαριασμού, αφού οι Εφεσείοντες όχι μόνο δεν έφεραν ένσταση, αλλά ούτε και διατύπωσαν οποιαδήποτε επιφύλαξη στην κατάθεσή τους. Όμως ανεξαρτήτως τούτου, στη συνέχεια δεν κατάφεραν να αμφισβητήσουν το περιεχόμενο τους και ιδιαίτερα το υπόλοιπο που παρουσίαζαν. . οι προϋποθέσεις του Άρθρου 22 ικανοποιούνται αφού η Φωτεινή Βασιλείου, Μ.Ε.1, υπάλληλος της τράπεζας, στη μαρτυρία της έκανε ειδική αναφορά σ' αυτή την πτυχή της υπόθεσης, με αποτέλεσμα να πείσει την ευπαίδευτη Πρόεδρο του Δικαστηρίου για την ορθή τήρηση του Τραπεζικού Βιβλίου και την ορθότητα των καταστάσεων λογαριασμού, οι οποίες αποτελούσαν μέρος του Τραπεζικού Βιβλίου. Σύμφωνα με το Νόμο, αντίγραφα των καταχωρίσεων σε Τραπεζικά Βιβλία γίνονται δεκτά δυνάμει του Άρθρου 22 ως εκ πρώτης όψεως απόδειξη τέτοιων καταχωρίσεων και τέτοιων θεμάτων και δοσοληψιών που είναι καταχωρισμένες σ' αυτά (βλ. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Λάμπρος Χαριλάου Λτδ κ.ά.
(2009)1(Α) Α.Α.Δ. 479). Στην προκειμένη περίπτωση υπήρξε μαρτυρία από τη Μ.Ε.1 ότι οι Εφεσείοντες διατηρούσαν και φύλαγαν Τραπεζικό Βιβλίο, ότι αυτό ήταν ένα από τα συνήθη Βιβλία της τράπεζας και ότι οι καταχωρίσεις στο Βιβλίο γίνονταν κατά τη συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών της τράπεζας. Περαιτέρω, η Μ.Ε.1 διαβεβαίωσε ότι οι καταστάσεις λογαριασμών που παρουσίασε συγκρίθηκαν από την ίδια με τις αρχικές καταχωρίσεις στα Τραπεζικά Βιβλία και βρέθηκαν ορθές. Παρά τη σαφή μαρτυρία της Μ.Ε.1 ως προς την τήρηση των προϋποθέσεων του Άρθρου 22, δεν έγινε καμία αντεξέταση επί του θέματος και ούτε κλήθηκε οποιοσδήποτε άλλος μάρτυρας για να αποδείξει το εσφαλμένο του υπόλοιπου του λογαριασμού. Ως αποτέλεσμα, οι Εφεσείοντες απέτυχαν να ανατρέψουν το μαχητό τεκμήριο που δημιουργήθηκε δυνάμει του Άρθρου 22 του Κεφ. 9 ως προς την εκ πρώτης όψεως αποδοχή και ορθότητα των λογαριασμών. Όπως ορθά επεσήμανε η ευπαίδευτη συνήγορος των Εφεσιβλήτων, ο εντοπισμός από την Τράπεζα ενός λάθους και η μετέπειτα διόρθωσή του δεν ανατρέπει το μαχητό τεκμήριο, αλλά αντίθετα ενισχύει την αξιοπιστία των λογαριασμών και επιβεβαιώνει την ορθότητα των στοιχείων που περιέχονται στο Τραπεζικό Βιβλίο.» (Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Με βάση όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, το Δικαστήριο ικανοποιείται ότι οι αρχικές και οι αναδομημένες καταστάσεις για τους δύο λογαριασμούς δανείου, Τεκμήρια 30 και 31 αντίστοιχα, περιέχουν τον ορθό υπολογισμό των ποσών, με τη διαφοροποίηση πως η πίστωση των ποσών εκ €6.128,59 το οποίο πιστώθηκε στον λογαριασμό .669 στις 31.3.14 και €22.140 το οποίο πιστώθηκε στον λογαριασμό .650 στις 17.1.19 έπρεπε να είχε πιστωθεί κατά την ημερομηνία τερματισμού, ήτοι στις 28.6.
- Επομένως, τα οφειλόμενα ποσά διαμορφώνονται στα υπόλοιπα κατά την 1.7.11 με την αφαίρεση των δύο πιο πάνω ποσών κατά εκείνη την ημερομηνία και τη χρέωση του τόκου προς 8,75% από την 1.7.11 μέχρι και την εξόφληση. Υπενθυμίζεται ότι οι όροι για τερματισμό της εγγύησης των Εναγομένων 2 αναφορικά με τα ακίνητα δεν εκπληρώθηκαν, όπως ούτε και ο όρος για την ικανοποίηση των υποχρεώσεων της Εναγομένης 1 έναντι των Εναγόντων δυνάμει των επίδικων συμφωνιών δανείου. Επομένως, ουδείς των όρων τερματισμού της εγγύησης των Εναγομένων 2 έχει επέλθει μέχρι σήμερα με αποτέλεσμα η εγγύηση τους να εξακολουθεί να ισχύει. Οι εγγυήσεις δόθηκαν για περιορισμένα ποσά και ως εκ τούτου οι εγγυητές είναι υπεύθυνοι για τα εν λόγω ποσά όπως προνοείται στις σχετικές συμφωνίες. Ενόψει της μη τήρησης και του όρου για τον τερματισμό της εκχώρησης, τότε και η εκχώρηση υφίσταται. Όπως αναφέρεται στην κάθε συμφωνία εκχώρησης, αυτή δόθηκε ως εξασφάλιση για την παροχή του κάθε δανείου σχετικά με το κάθε αγοραπωλητήριο έγγραφο. Η εκχώρηση διέπεται από τους όρους της κάθε συμφωνίας εκχώρησης, η οποία συνήφθη μεταξύ της Εναγομένης 1 και της Τράπεζας, με τη γνώση και συγκατάθεση των Εναγομένων
- Πρόκειται βασικά για μια συμφωνία μεταξύ της Εναγομένης 1 ως εκχωρητή και της Τράπεζας ως εκδοχέα, η οποία επίσης αναγνωρίζεται και υπογράφεται και από τους Εναγόμενους 2 ως ο πωλητής. Με την εκχώρηση βασικά οι Ενάγοντες αποκτούν όλα τα δικαιώματα της Εναγομένης 1 που απορρέουν από τα αγοραπωλητήρια - βλ. Μιάρης κ.ά. v. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ
(2011)1(Β) Α.Α.Δ.
- Ο όρος 2 των συμφωνιών εκχώρησης αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι η εκχώρηση δίδεται ως επιπρόσθετη και καλύτερη εξασφάλιση για τις υποχρεώσεις της Εναγομένης 1 προς την Τράπεζα και αφορά τα δικαιώματα που απορρέουν από τα αγοραπωλητήρια, συμπεριλαμβανομένου και του δικαιώματος για ειδική εκτέλεση αυτών και εγγραφή της περιουσίας στο όνομα της Τράπεζας (εφόσον τα αγοραπωλήτηρια έχουν κατατεθεί στο Κτηματολόγιο). Η δικηγόρος των Εναγόντων εισηγήθηκε πως οι υπό κρίση εκχωρήσεις συνιστούν συμβάσεις εκχώρησης εξασφάλισης δυνάμει του άρθρου 2 του περί Πώλησης Ακινήτων (Ειδική Εκτέλεση) Ν.81(Ι)/
- Το Δικαστήριο δεν συμμερίζεται αυτή τη θέση καθότι στην προκειμένη περίπτωση δεν εκχωρήθηκαν εξασφαλίσεις, όπως π.χ. υποθήκες, αλλά συμβάσεις αγοραπωλησίας ακινήτων, ως εξασφάλιση. Οι υπό κρίση συμβάσεις εκχώρησης εμπίπτουν εντός της ερμηνείας στο άρθρο 2 του όρου «σύμβαση εκχώρησης» που σημαίνει «τη γραπτή συμφωνία μεταξύ του αγοραστή σε ισχύουσα σύμβαση (εκχωρητή) και τρίτου προσώπου (εκδοχέα), με την οποία εκχωρούνται από τον εκχωρητή στον εκδοχέα, δικαιώματα ή και ανάλογες υποχρεώσεις αν υπάρχουν του αγοραστή, είτε χαριστικά είτε άλλως πως» και του όρου «σύμβαση» ο οποίος περιλαμβάνει και σύμβαση εκχώρησης. Υπενθυμίζεται πως δεν υπάρχει μαρτυρία ότι οι υπό κρίση συμβάσεις εκχώρησης έχουν κατατεθεί στο Κτηματολόγιο. Η μόνη μαρτυρία που δόθηκε από τον ΜΕ1 είναι πως τα αγοραπωλήτηρια έχουν κατατεθεί, ως και οι σχετικές αποδείξεις κατάθεσης του Κτηματολογίου. Υπό το φως των δεδομένων της υπό κρίση υπόθεσης, το Δικαστήριο θεωρεί πως, ανεξαρτήτως της μη καταβολής του συνολικού ποσού του τιμήματος πώλησης των δύο υπό κρίση ακινήτων, από τη στιγμή που οι υποχρεώσεις της Εναγομένης 1 προς την Τράπεζα κατέστησαν απαιτητές, τότε η εκχώρηση ενεργοποιείται και παρέχει τα δικαιώματα της Εναγομένης 1 στους Ενάγοντες δυνάμει των αγοραπωλητηρίων τα οποία έχουν κατατεθεί στο Δικαστήριο. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο θεωρεί πως υπό τις ως άνω περιστάσεις, αναφορικά και με τους Εναγόμενους 2 οι Ενάγοντες δικαιούνται σε δήλωση με την οποία να αναγνωρίζεται ότι αυτοί είναι αποκλειστικοί δικαιούχοι των δικαιωμάτων της Εναγομένης 1 που απορρέουν από τα δύο αγοραπωλητήρια, Σύμφωνα με τον φάκελο του Δικαστηρίου και την εκδοθείσα υπέρ των Εναγόντων και εναντίον της Εναγομένης 1 απόφασης ημ. 21.12.18, οι αιτούμενες αναγνωριστικές αποφάσεις έχουν ήδη εκδοθεί από το Δικαστήριο. Από τη στιγμή που το Δικαστήριο εξέδωσε τις αναγνωριστικές αποφάσεις, τότε το ζήτημα αυτό έχει ήδη ρυθμιστεί και αποφασιστεί, χωρίς να καθίσταται ανάγκη για την έκδοση οποιωνδήποτε των υπόλοιπων αιτούμενων θεραπειών οι οποίες βασικά αποτελούν απόρροια των αναγνωριστικών αποφάσεων. Επιπλέον, οι Ενάγοντες ζητούν την έκδοση διαταγμάτων εναντίον του Διευθυντή του Κτηματολογίου και του Εφόρου Φορολογίας τα οποία σαφώς το Δικαστήριο δεν έχει εξουσία να εκδώσει στα πλαίσια της παρούσας Αγωγής καθότι αυτά είναι τρίτα πρόσωπα και δεν έχουν σχέση με τις συμφωνίες. Επιπλέον το Δικαστήριο δεν δύναται εκ προοιμίου και δίχως άλλο να διατάξει αυτά τα πρόσωπα να προβούν σε ενέργειες δεσμευτικές χωρίς την άσκηση των δικών τους καθηκόντων και ελέγχου ως προς το νομότυπο των εν λόγω ενεργειών. Ζητούν επίσης διατάγματα εναντίον των Εναγομένων 2 για τη λήψη διαφόρων ενεργειών, όπως π.χ. την εξασφάλιση πιστοποιητικού διευθέτησης φορολογικής υποχρέωσης για σκοπούς μεταβίβασης των ακινήτων ή των απαιτούμενων από τον Νόμο πιστοποιητικών, αδειών και εγκρίσεων για τη δημιουργία ξεχωριστής εγγραφής και τίτλου, κάτι το οποίο και πάλι το Δικαστήριο δεν δύναται απλώς να διατάξει, χωρίς να έχει τεθεί το υπόβαθρο γεγονότων στη βάση των οποίων θα ικανοποιηθεί ότι αυτές οι ενέργειες είναι εφικτό να γίνουν ορθά και νομότυπα. Επομένως οι συναφείς αιτούμενες θεραπείες δεν κρίνεται δικαιολογημένο να εκδοθούν. Οι πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου καθιστούν την Ανταπαίτηση, παρ. 15Α-Γ, αβάσιμη. Κατ΄ αρχάς οι Εναγόμενοι 2 δεν προσέφεραν οποιαδήποτε μαρτυρία προς υποστήριξη της Ανταπαίτησης τους. Εν πάση περιπτώσει, με την παρ. 15Α ζητείται δήλωση ότι η εγγύηση των Εναγομένων 2 ήταν εγγύηση για έκδοση ξεχωριστών τίτλων και μόνο και όχι για την αποπληρωμή του δανείου, θέση η οποία έχει ήδη καταρριφθεί από το Δικαστήριο. Με την παρ. 15Β ζητείται δήλωση περί της ακυρότητας ή ακυρωσιμότητας της εγγύησης, θέση η οποία αντικρούεται από τα ευρήματα του Δικαστηρίου. Τέλος, με την παρ. 15Γ ζητείται δήλωση, σε περίπτωση έκδοσης του αιτούμενου στην παρ. 17Β της Έκθεσης Απαίτησης διατάγματος, ότι το χρέος της Εναγομένης 1 θεωρείται εξοφληθέν και οι Εναγόμενοι 2 ουδέν ποσό οφείλουν στους Ενάγοντες, θέση η οποία και πάλι κρίνεται παντελώς ανεδαφική καθότι η εκχώρηση δεν οδηγεί δίχως άλλο και αυτομάτως σε εξόφληση των οφειλόμενων ποσών. Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, το Δικαστήριο ικανοποιείται ότι οι Ενάγοντες κατάφεραν να αποδείξουν την απαίτηση τους εναντίον των Εναγομένων 2 στον απαιτούμενο βαθμό ως ανωτέρω. Ως εκ τούτου: Α. Eκδίδεται απόφαση υπέρ των Εναγόντων και εναντίον των Εναγομένων 2, αλληλεγγύως και ή κεχωρισμένως με την Εναγομένη 1, για το ποσό των €129.920 πλέον τόκο προς 8,75% ετησίως από την 1.7.11, με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης δύο φορές ετησίως, στις 30 Ιουνίου και στις 31 Δεκεμβρίου εκάστου έτους, μέχρι εξοφλήσεως. Β. Περαιτέρω εκδίδεται απόφαση υπέρ των Εναγόντων και εναντίον των Εναγομένων 2, αλληλεγγύως και ή κεχωρισμένως με την Εναγομένη 1, για το ποσό των €213.339,13 πλέον τόκο προς 8,75% ετησίως από την 1.7.11, με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης δύο φορές ετησίως, στις 30 Ιουνίου και στις 31 Δεκεμβρίου εκάστου έτους, μέχρι εξοφλήσεως. Τα έξοδα της Αγωγής επιδικάζονται υπέρ των Εναγόντων και εναντίον των Εναγομένων 2, αλληλεγγύως και ή κεχωρισμένως με την Εναγομένη 1 μέχρι την έκδοση της απόφασης εναντίον της, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο συν ΦΠΑ. Η Ανταπαίτηση των Εναγομένων 2 απορρίπτεται. Λόγω του ότι η Ανταπαίτηση εκδικάστηκε μαζί με την Απαίτηση, κρίνεται ορθό όπως μην εκδοθεί οποιαδήποτε διαταγή για έξοδα αναφορικά με την Ανταπαίτηση. (Υπ.) ......... ΄Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Ε.Ε./Γ.Ι. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο