ELITE CONSTRUCTION LTD ν. MAREMONTE INVESTMENTS LIMITED, Αρ. Αγωγής.: 4937/2013, 11/3/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2022:A26 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρήστου Γ. Φιλίππου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής.: 4937/2013 ΜΕΤΑΞΥ: ELITE CONSTRUCTION LTD Ενάγουσα/Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενη -και- MAREMONTE INVESTMENTS LIMITED Εναγόμενη/Εξ Ανταπαιτήσεως Ενάγουσα Ημερομηνία: 11 Μαρτίου, 2022 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα/Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενη: Ο κ. Δημήτρης Καϊλής για Προύντζος & Προύντζος Δ.Ε.Π.Ε. Για την Εναγόμενη/Εξ Ανταπαιτήσεως Ενάγουσα: Η κ. Παντελίτσα Σιήκκη για Δρ Ανδρέας Π. Ποιητής & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Ε Ν ΔΙ Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η (σε αίτημα για απόρριψη της ανταπαίτησης λόγω δεδικασμένου) Είναι παραδεκτό ότι στην αγωγή αυτή εκδόθηκε εκ συμφώνου απόφαση στις 25.06.2021 υπέρ της ενάγουσας και εναντίον της εναγόμενης για το ποσό των €143.536 με τόκο 8% από τον Οκτώβριο του 2012 πλέον δικηγορικά έξοδα. Η εναγόμενη, η οποία είχε αρχικά καταχωρίσει Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση μετά την έκδοση της ως άνω εκ συμφώνου απόφασης καταχώρισε τροποποιημένη Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση στις 22.11.2021 δυνάμει διατάγματος του Δικαστηρίου ημερ. 04.11.
- Η ενάγουσα/εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη καταχώρισε στις 2.12.2021 Απάντηση στην τροποποιημένη Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση. Τα τροποποιημένα δικόγραφα της υπόθεσης έχουν συμπληρωθεί. Η ακροαματική διαδικασία της υπόθεσης δεν έχει αρχίσει. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι που εκπροσωπούν τους διαδίκους εισηγήθηκαν προφορικά ότι θα ήταν πρέπον να εκδικαστεί η προδικαστική ένσταση που προβάλλει η πλευρά της ενάγουσας/ εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενης περί δεδικασμένου σε αυτό το πρόωρο στάδιο. Προς τούτο προχώρησαν σε αγορεύσεις και η απόφαση αυτή αφορά αυτό το κοινό διάβημα. Στην παράγραφο 15.1 η ενάγουσα/εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη εγείρει κατά τον ακόλουθο τρόπο την προδικαστική ένσταση του δεδικασμένου αν και παρόμοιος ισχυρισμός προβάλλεται και σε άλλες παραγράφους του ίδιου δικογράφου: «Η ενάγουσα εγείρει πρώτη προδικαστική ένσταση και ισχυρίζεται ότι η Ανταπαίτηση της Εναγόμενης πρέπει να απορριφθεί διότι τα γεγονότα και/ή οι αξιώσεις καλύπτονται πλήρως από το δεδικασμένο που δημιουργήθηκε με την έκδοση απόφασης στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή στις 25/06/
- Ειδικότερα, μεταξύ άλλων, με την έκδοση της απόφασης, και συνεπώς την αποδοχή από την Εναγόμενη του πιστοποιητικού του Αρχιτέκτονα του Έργου υπ' αρ.24 ημερ. 15.06.2010, η Εναγόμενη κωλύεται λόγω δεδικασμένου να εγείρει και να προωθεί ισχυρισμούς που αμφισβητούν την εγκυρότητα, νομιμότητα και το περιεχόμενο του εν λόγω πιστοποιητικού, αλλά ούτε και ισχυρισμοί και γεγονότα μπορούν να προωθούνται από την Εναγόμενη που έχουν να κάνουν με αμφισβήτηση των εργασιών ή ελλιπών ή ανολοκλήρωτων εργασιών ή κακοτεχνιών, αφ' ης στιγμής αποδέχθηκαν το τελικό πιστοποιητικό του αρχιτέκτονα, με αποτέλεσμα να περιβάλλονται από το δεδικασμένο». Είναι φανερόν ότι η προδικαστική ένσταση περί δεδικασμένου βασίζεται στο γεγονός ότι η εναγόμενη/ εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσα αποδέχθηκε απόφαση προς όφελος της ενάγουσας/εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενης στην απαίτηση. Η προδικαστική ένσταση κατά την εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη βασίζεται στο ότι ότι τα γεγονότα και οι αξιώσεις καλύπτονται πλήρως, κατ' ισχυρισμό της από την έκδοση της εκ συμφώνου απόφασης της 25.06.
- Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι έγινε αποδεκτό το πιστοποιητικό του αρχιτέκτονα και επομένως η εναγομένη κωλύεται να εγείρει και να προωθεί ισχυρισμούς που αμφισβητούν την εγκυρότητα, νομιμότητα και περιεχόμενο του εν λόγω πιστοποιητικού. Τα ακόλουθα είναι τα σχετικά αποσπάσματα από το πρακτικό της 25.06.2021: (α) κ. Παστός: «Όπως ανέφερα και να καταγραφεί, από τη δικάσιμο 28.4.21 η πλευρά της εναγόμενης είναι έτοιμη να αποδεχθεί απόφαση υπέρ της ενάγουσας και εναντίον της εναγόμενης. Είχε παραμείνει σήμερα για να διαπιστωθεί κατά πόσο θα μπορούσαν να αφαιρεθούν από το ποσό της απαίτησης οποιαδήποτε ποσά τα οποία ήταν παραδεκτό ότι είχαν καταβληθεί από την εναγόμενη. Φαίνεται ότι αυτό δεν έγινε αποδεκτό». Τα ως άνω καταδεικνύουν με σαφήνεια, κατά την εναγόμενη/εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσα, ότι τα ποσά της ανταπαίτησης δεν ελήφθησαν υπόψη και εξακολουθούν να παραμένουν εκτός της διαπραγμάτευσης και της επιτευχθείσας συμφωνίας και απόφασης. Συνεχίζω όμως με τα καταγραφέντα στο ως άνω πρακτικό: (β) κα Σκίτσα: «[.] Νοείται ότι σε περίπτωση που προχωρήσει η μεταβίβαση της κατοικίας με αριθμό 8 στο συγκρότημα Anthorina Gardens στον Πρωταρά επ' ονόματι της ενάγουσας ως είχε συμφωνηθεί μεταξύ των διαδίκων, το ως άνω εξ αποφάσεως χρέος συμπεριλαμβανομένων όλων των τόκων, θα θεωρείται πλήρως εξοφληθέν». Επομένως, κατά τους ευπαίδευτους συνηγόρους της εναγόμενης/ εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσας, προκύπτει και είναι σαφές ότι εκείνο που ελήφθη υπόψη και ενδεχομένως επηρέασε τη σκέψη των διαδίκων ήταν η πώληση του σπιτιού από την εναγόμενη στην ενάγουσα και το συμφέρον που κάθε πλευρά είλκε ή ήλπιζε να έλξει απ' αυτή την αγοραπωλησία. Κατά συνέπεια, το ισχυριζόμενο διατακτικό του αρχιτέκτονα δεν ήταν ο παράγων που συνετέλεσε στη συμφωνία. Πουθενά δεν αναφέρθηκε κάτι τέτοιο, ούτε καν στη δήλωση της ενάγουσας. Είναι όμως σημαντικά και όσα λέχθηκαν και στη συνέχεια και καταγράφηκαν στο ίδιο πρακτικό από τους δικηγόρους των διαδίκων: (γ) κ. Παστός: «Η ανταπαίτηση παραμένει σε εκκρεμότητα και παρακαλούμε όπως δοθεί ημερομηνία για οδηγίες σε σχέση με την ανταπαίτηση διότι η πρόθεση της πλευράς της εναγομένης είναι να καταχωρήσει αίτηση για τροποποίηση της υπεράσπισης και ανταπαίτησης». κα Σκίτσα: «Δεν έχουμε ένσταση». Δικαστήριο: Παραμένει η ανταπαίτηση η οποία ορίζεται για οδηγίες.». Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι μετά που πρόταξαν το ζήτημα της προδικαστικής εκδίκασης της ένστασης περί δεδικασμένου και εκδίκασή του σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας. Προς τούτο είχαν την ευκαιρία να μου εκθέσουν γραπτώς και εμπεριστατωμένα τις απόψεις τους με αναφορά σε συγκεκριμένα γεγονότα και τις ιδιαίτερες περιστάσεις της υπόθεσης υποστηρίζοντας η κάθε πλευρά τις δικές της θέσεις. Τις έχω μελετήσει με προσοχή και λαμβάνω υπόψη μου τις εισηγήσεις τους, όπου δε χρειαστεί στη συνέχεια θα γίνει αναφορά σε αυτές. Απαντήσεις στις διάφορες εισηγήσεις και επιχειρήματα θα δοθούν με το σκεπτικό του Δικαστηρίου που θα ακολουθήσει χωρίς να απαιτείται να ενδιατρίψω σε κάθε επί μέρους εισήγηση ή επιχείρημα όταν κρίνεται ότι δεν εξυπηρετεί οποιονδήποτε σκοπό προς επίλυση του ζητήματος που απασχολεί εδώ ή το οποίο κρίνεται ότι δεν είναι ουσιώδες ή νομικά αποδεκτό (βλ. Οδυσσέα v. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 490, Ανδρονίκου κ.α. v. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 486, την Έφεση Αρ.22/2018 του Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου Μ.Φ.Χ. v. M.X. με ημερ. 28.09.2021 και την εντελώς πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση του Δευτεροβάθμιου και πάλι Οικογενειακού Δικαστηρίου στην Έφεση Αρ. 20/2020 Γ.Λ. v. X.I. ημερ. 15.12.2021 όπου επαναλήφθηκαν τα ίδια ως άνω με την ακόλουθη διατύπωση: «.Όπως επανειλημμένα έχει λεχθεί δεν είναι έργο του Δικαστηρίου να σχολιάζει κάθε επιχείρημα ή δήλωση των διαδίκων ή των συνηγόρων τους. Καθήκον του είναι η διατύπωση καθαρής δικαστικής κρίσης η οποία να είναι αιτιολογημένη». Στη βάση των πιο πάνω λεχθέντων το ερώτημα το οποίο θα πρέπει να απαντηθεί είναι κατά πόσο η έκδοση της απόφασης στην απαίτηση άφηνε ανεπηρέαστη την ανταπαίτηση. Η πλευρά της εναγόμενης/εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσας αντιτάσσει στον ισχυρισμό περί δεδικασμένου ότι: i. Σε κανένα σημείο των πρακτικών δεν γίνεται αναφορά στο πιστοποιητικό του αρχιτέκτονα. Πολύ περισσότερο δεν γίνεται αποδοχή του. ii. Η ίδια η ενάγουσα αποδέχθηκε να εκδοθεί απόφαση προς όφελος της και να επιφυλαχθεί το δικαίωμα της εναγόμενης να προωθήσει την Ανταπαίτηση της. Αντίθετα η πλευρά της ενάγουσας/εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενης υποστηρίζει ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις που έθεσε η νομολογία μας και ότι συντρέχει εν προκειμένω δεδικασμένο. Ανατρέχοντας στο περιεχόμενο της ανταπαίτησης, όπως αυτή προβαλλόταν στο δικόγραφο προ της τροποποιήσεώς της με όσα τότε ο συνήγορος της εναγόμενης ανέφερε στην αρχική του τοποθέτηση όπως καταγράφεται πιο πάνω ότι δηλαδή: «Είχε παραμείνει σήμερα για να διαπιστωθεί κατά πόσο θα μπορούσαν να αφαιρεθούν από το ποσό της απαίτησης οποιαδήποτε ποσά τα οποία ήταν παραδεκτό ότι είχαν καταβληθεί από την εναγόμενη. Φαίνεται ότι αυτό δεν έγινε αποδεκτό», κατά την αντίληψή μου, η ενάγουσα αποδέχθηκε το γεγονός ότι η Ανταπαίτηση παρέμενε εν ζωή. Άλλωστε, όπως λέχθηκε, σε κανένα σημείο δεν έγινε δεκτό το πιστοποιητικό του αρχιτέκτονα. Απλώς, εκείνο το οποίο δηλώθηκε ήταν απόφαση για ένα συγκεκριμένο ποσό. Η δε προβλεπόμενη διευθέτηση της απαίτησης ήταν συγκεκριμένη και διαλάμβανε ότι το ποσό της απόφασης θα εξοφλείτο με τη μεταβίβαση εκ μέρους της εναγόμενης μιας οικίας στην ενάγουσα η οποία ήταν αντικείμενο προγενέστερης συμφωνίας τους. Επομένως εδώ εξετάζοντας το τι αξιώνεται με την Ανταπαίτηση κρίνω ότι δεν υπάρχει ταύτιση των επίδικων θεμάτων έτσι ώστε να πληρούνται οι απαραίτητες προϋποθέσεις για την εφαρμογή του κανόνα του δεδικασμένου κατά τη νομολογία μας (βλ. Μιχαήλ v. Σκουτέλλα,
(2008)1 Α.Α.Δ. 1125 και Α. Χαραλάμπους v. Μ. Χαραλάμπους
(2008)1 Α.Α.Δ. 1298). Σύμφωνα λοιπόν με τα πιο πάνω, κρίνω ότι έχει δημιουργηθεί κώλυμα εις βάρος της ενάγουσας να προωθεί τον ισχυρισμό της για δεδικασμένο ενόψει των δηλώσεων που έγιναν κατά την εκ συμφώνου έκδοση απόφασης για την απαίτηση όπως καταγράφηκαν αυτούσιες οι δηλώσεις πιο πάνω κατά την έκδοση της εκ συμφώνου απόφασης για την απαίτηση. Σε σχέση με τη δεσμευτικότητα των δηλώσεων των δικηγόρων ενώπιον του Δικαστηρίου για τους πελάτες τους παραπέμπω στην υπόθεση Χάρης Χρίστου ν. Ευγενίας Khoreva
(2001)1 Α.Α.Δ. 1874 όπου το Ανώτατο Δικαστήριο εξέτασε το θέμα του estoppel. Στην περίπτωση εκείνη ηγέρθη ο ισχυρισμός ότι το Δικαστήριο δεν μπορούσε να αποφασίσει προς όφελος της εφεσίβλητης-ενάγουσας, επειδή αυτή δεν είχε συμμορφωθεί με το τότε ισχύον Άρθρο 67 του Κεφ. 148, που απαιτούσε να δοθεί σχετική ειδοποίηση στον Γενικό Εισαγγελέα πριν καταχωρισθεί σχετική αγωγή που βασιζόταν σε αστικό αδίκημα το οποίο συνιστούσε και κακούργημα. Το θέμα κρίθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο, ότι αποτελούσε θέμα δημοσίας τάξεως και επομένως κανονικά δεν αρκούσε απλώς συμφωνία του εναγόμενου ότι η αγωγή μπορούσε να προχωρήσει χωρίς την ειδοποίηση αυτή. Η παράλειψη απόδειξης αυτής της επιστολής καθιστούσε κανονικά όλη την μετέπειτα διαδικασία άκυρη. Παρ' όλα αυτά, το Δικαστήριο προχώρησε περαιτέρω και ανέφερε ότι ο εφεσείων-εναγόμενος δεν μπορούσε να προχωρήσει με τον ισχυρισμό του αυτό, για το λόγο ότι ο εναγόμενος, στην περίπτωση εκείνη, δεν είχε αρνηθεί τον σχετικό ισχυρισμό που είχε προβάλει με την Έκθεση Απαίτησης της η ενάγουσα-εφεσίβλητη, ότι δηλαδή είχε δώσει την σχετική ειδοποίηση στον Γενικό Εισαγγελέα. Κυρίως, όμως, το Δικαστήριο βασίστηκε στο ότι ο δικηγόρος του εφεσείοντος είχε προβεί σε δήλωση ενώπιον του Δικαστηρίου ότι η απαιτούμενη ειδοποίηση είχε δοθεί προσηκόντως στον Γενικό Εισαγγελέα. Το Δικαστήριο, μεταξύ άλλων, ανέφερε τα εξής (παρατίθεται εκτενές απόσπασμα για σκοπούς καλύτερης κατανόησης του σκεπτικού της απόφασης): «Ωστόσο το θέμα δεν τελειώνει εδώ γιατί ο κ. Ποιητής έχει επικαλεσθεί κυρίως τη δήλωση η οποία έγινε ενώπιον του δικαστηρίου από τους δικηγόρους των μερών στην παρουσία των διαδίκων. Στους Halsbury΄s Laws of England, third ed., Vol. 15 υποδεικνύεται ότι στις πολιτικές υποθέσεις παραδοχές από δικηγόρο αν γίνουν στη διάρκεια της διαδικασίας αποτελούν μαρτυρία εναντίον του πελάτη του στην ίδια διαδικασία. Υποδεικνύεται, επίσης, ότι αν γίνουν για το ρητό σκοπό της απόδειξης κατά τη δίκη γενικά θα είναι συμπερασματικές εναντίον του πελάτη· άλλως ισοδυναμούν απλώς με εκ πρώτης όψεως απόδειξη των συνεπαγομένων γεγονότων.* Στους Halsbury΄s Laws of England, 4th ed., Vol. 3
(1)το θέμα τίθεται ως εξής: "522. Statements of counsel. Admissions made by counsel in court in the presence of the lay client or his solicitor or other representative must be taken to have been made with the authority of the client, and are binding on the client unless and until withdrawn. Such an admission may subsequently be withdrawn by the client, however, unless the other party has acted to his detriment on the faith of it, so that the circumstances give rise to an estoppel." Σε μετάφραση: «Δηλώσεις από δικηγόρους. Παραδοχές που γίνονται από δικηγόρους στο δικαστήριο στην παρουσία του πελάτη ή του solicitor του ή άλλου αντιπροσώπου πρέπει να εκλαμβάνονται ότι έγιναν με την εξουσιοδότηση του πελάτη και δεσμεύουν τον πελάτη μέχρις ότου αποσυρθούν. Ωστόσο τέτοια παραδοχή μπορεί μεταγενέστερα να αποσυρθεί από τον πελάτη εκτός αν ο άλλος διάδικος έχει ενεργήσει προς βλάβη του με βάση την παραδοχή έτσι ώστε οι περιστάσεις να εγείρουν κώλυμα.» Οι ευπαίδευτοι συγγραφείς παραπέμπουν στην H. Clark (Doncaster) Ltd v. Wilkinson [1965] 1 All E.R. 934 στην οποία η επίδικη παραδοχή του δικηγόρου του εναγομένου έγινε στη διάρκεια της διαδικασίας για συνοπτική απόφαση ενώπιον του Πρωτοκολλητή. Παρά την παραδοχή ο Πρωτοκολλητής δεν εξέδωσε απόφαση υπέρ των εναγόντων και παρέπεμψε το θέμα στο Δικαστήριο. Ο εναγόμενος απέσυρε την παραδοχή του δικηγόρου του γιατί είχε γίνει χωρίς τις οδηγίες του. Το Δικαστήριο έκρινε ότι ο εναγόμενος δεσμευόταν από τη δήλωση του δικηγόρου του η οποία έγινε ενώπιον του Πρωτοκολλητή. Στην απόφαση του Εφετείου ο Lord Denning M.R. έθεσε το ερώτημα κατά πόσο ο διάδικος δεσμεύεται από παραδοχή του δικηγόρου του η οποία έγινε στη διάρκεια ενδιάμεσης διαδικασίας και συνέχισε ως εξής: "An admission made by counsel in the course of proceedings can be withdrawn, unless the circumstances are such as to give rise to an estoppel. If the other party has acted to his prejudice on the faith of it, it may not be allowed to be withdrawn, see Clifton (the Ship) [1835] 3 Knapp. 375; but other wise an admission can be withdrawn. ......................... There is nothing in the nature of an estoppel here. The matter was referred straight away by the district registrar to the judge, and the affidavits put fully before the judge. Everything was before him. I am quite clear this admission could be withdrawn. The affidavits before the judge show a triable issue. Leave to defend should be given." Σε μετάφραση: «Παραδοχή από δικηγόρο στη διάρκεια της διαδικασίας μπορεί ν' αποσυρθεί εκτός αν οι περιστάσεις είναι τέτοιες που εγείρουν κώλυμα. Αν ο άλλος διάδικος έχει ενεργήσει προς βλάβη του με βάση την παραδοχή δεν θα επιτραπεί η απόσυρση της (βλ. Clifton (the Ship) [1835] 3 Knapp. 375· άλλως μια παραδοχή μπορεί να αποσυρθεί. ............................ Δεν υπάρχει τίποτε με την μορφή του κωλύματος εδώ. Το ζήτημα παραπέμφθηκε αμέσως από τον Πρωτοκολλητή στο Δικαστήριο και όλες οι ένορκες δηλώσεις τέθηκαν πλήρως ενώπιον του Δικαστηρίου. Το κάθε τι ήταν ενώπιον του. Είμαι αρκετά βέβαιος ότι η παραδοχή αυτή μπορούσε ν' αποσυρθεί. Οι ένορκες δηλώσεις ενώπιον του Δικαστή αποκαλύπτουν δικάσιμο θέμα. Πρέπει να δοθεί άδεια για υπεράσπιση.» Ο Salmon L.J. στη δική του απόφαση υπέδειξε ότι «δήλωση από δικηγόρο ακριβώς όπως μια δήλωση από τον πελάτη, αν η άλλη πλευρά ενεργήσει επ' αυτής προς βλάβη της, δεν μπορεί να αποσυρθεί γιατί εγείρεται κώλυμα».* Στην Langdale and Another v. Danby [1982] 3 All E.R. 129 η Δικαστική Επιτροπή της Βουλής των Λόρδων έχει προβεί σε διάκριση της απόφασης στην Clark (πιο πάνω). Στην Langdale (πιο πάνω) οι ενάγοντες εξασφάλισαν συνοπτική απόφαση με βάση την παραδοχή του δικηγόρου η οποία έγινε εκ μέρους του εναγομένου. Δύο χρόνια μετά την συνοπτική απόφαση ο εναγόμενος επεδίωξε να του χορηγηθεί άδεια για εκπρόθεσμη άσκηση έφεσης εναντίον της απόφασης. Κατά την ακρόαση της έφεσης οι ενάγοντες υπέβαλαν ότι δεν θα πρέπει να επιτραπεί στον εναγόμενο να αποσύρει τις παραδοχές που έγιναν εκ μέρους του ενώπιον του Δικαστηρίου. Το Εφετείο έκρινε ότι οι παραδοχές του δικηγόρου μπορούσαν ν' αποσυρθούν εκτός αν οι περιστάσεις εγείρουν κώλυμα και ότι υπό τις περιστάσεις δεν εγειρόταν κώλυμα. Έκρινε, επίσης, ότι οι ενάγοντες δεν είχαν ενεργήσει προς βλάβη τους λόγω της παραδοχής του δικηγόρου του εναγομένου. Η Δικαστική Επιτροπή της Βουλής των Λόρδων ανέτρεψε την απόφαση του Εφετείου. Έθεσε το θέμα ως εξής στη σελ. 140: "As I see it the direct result of the conduct of Mr Danby' s case before Oliver, J. was to permit the Langdales to obtain summary judgment. They then spent nearly two years in time and a great deal of money in costs in the course of enforcing that judgment .. But now, if the Court of Appeal judgment were to stand, the Langdales would face a full scale trial against a legally-aided defendant in which, though they succeeded, they would have little prospect of recovering any of their costs. Looking at this history in a commonsense way, it seems to me beyond argument that the Langdales will have acted to their detriment, on the faith of the conduct of Mr Danby' s case which enabled them to obtain summary judgment, by spending large sums to enforce that judgment, if they are now denied the benefit of it by allowing Mr Danby to set up a case which conflicts radically with the case presented on his behalf before Oliver J. Independently of any other ground I would, therefore, hold Mr Danby estopped from arguing the case on which he succeded in the Court of Appeal .... for all these reasons I would allow the appeal, set aside the order of the Court of Appeal and restore the judgment of Oliver, J." Σε μετάφραση: «Όπως το βλέπω το άμεσο αποτέλεσμα του χειρισμού της υπόθεσης του κ. Danby ενώπιον του Δικαστή Oliver ήταν να επιτραπεί στους Langdales να εξασφαλίσουν συνοπτική απόφαση. Έκτοτε δαπάνησαν σχεδόν δύο χρόνια και μεγάλο χρηματικό ποσό στην πορεία εκτέλεσης εκείνης της απόφασης .............. Αν όμως τώρα θα πρέπει να παραμείνει η απόφαση του Εφετείου, οι Langdales θα αντιμετώπιζαν μια πλήρους κλίμακας δίκη εναντίον ενός εναγομένου που τυγχάνει νομικής αρωγής, στην οποία αν και επέτυχαν, η προοπτική ανάκτησης των εξόδων τους θα είναι μικρή. Εξετάζοντας αυτή την ιστορία με την κοινή λογική, μου φαίνεται πέρα από κάθε συζήτηση ότι οι Langdales θα είχαν ενεργήσει προς ζημιά τους με βάση το χειρισμό της υπόθεσης του κ. Danby η οποία τους κατέστησε ικανούς να πάρουν συνοπτική απόφαση, με το να δαπανήσουν μεγάλα ποσά για την εκτέλεση της, αν τώρα τους αρνηθούμε το όφελος της απόφασης με το να επιτρέψουμε στον κ. Danby να προβάλει μια υπόθεση η οποία συγκρούεται πλήρως με την υπόθεση που έχει παρουσιασθεί εκ μέρους του ενώπιον του Δικαστή Oliver. Ανεξάρτητα από οποιοδήποτε άλλο λόγο, θα έκρινα επομένως ότι ο κ. Danby κωλύεται από του να επιχειρηματολογήσει επί του θέματος επί του οποίου επέτυχε ενώπιον του Εφετείου ..... για όλους αυτούς τους λόγους θα επέτρεπα την έφεση, θα παραμέριζα την απόφαση του Εφετείου και θα επανέφερα την απόφαση του Δικαστή Oliver.» Τα νομολογηθέντα στις υποθέσεις Langdale και Clark (πιο πάνω) έχουν υιοθετηθεί και από τη δική μας νομολογία στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Εταιρείας Τεχνικών Έργων Λτδ
(1993)1 Α.Α.Δ. 94, 100 στην οποία λέχθηκαν τα εξής από τον Πική, Δ., όπως ήταν τότε: «Στην Langdale v. Danby [1982] 3 All E.R. 129 (HL), αποφασίστηκε ότι παραστάσεις στις οποίες ο διάδικος προβαίνει, μέσω του δικηγόρου του, προς τον αντίδικο του στο πλαίσιο της δίκης, μπορεί να οδηγήσουν στη θεμελίωση εξ υποσχέσεως κωλύματος εφόσον - (α) είναι σαφείς, (β) ο αντίδικος βασίζεται σ' αυτές και αναπροσαρμόζει τη θέση του σε βαθμό και έκταση που (γ) θα ήταν άδικο να επιτραπεί στον πρώτο διάδικο να αποστεί από τις παραστάσεις του. Η αδικία προκύπτει από τη ζημιά που θα επροκαλείτο στο δεύτερο διάδικο εάν εκαλείτο να επιστρέψει στην κατάσταση πραγμάτων που υφίστατο πριν να τροποποιήσει τη θέση του. [.] Στη παρούσα υπόθεση η προκαταρκτική συμφωνία των εφεσειόντων για την παραπομπή της απαίτησης των εφεσιβλήτων σε διαιτησία, δεν οδήγησε σε οποιαδήποτε μεταβολή, ζημιογόνο ή μη, της θέσης των αντιδίκων τους. Ακόμα σημαντικότερο, η προκαταρκτική συμφωνία των εφεσειόντων για παραπομπή της ισχυριζόμενης από τους εφεσιβλήτους διαφοράς σε διαιτησία, δεν υποδηλώνει άμεσα ή έστω έμμεσα, εγκατάλειψη της θέσης τους ότι είχαν διακανονιστεί όλες οι διαφορές μεταξύ τους με την υπογραφή του τελικού Λογαριασμού, όπως φαίνεται από την ίδια την απόφαση. Επομένως η παρούσα διακρίνεται από την υπόθεση Sofocli v. Leonidou
(1988)1 C.L.R. 583». Στην παρούσα υπόθεση το περιεχόμενο της δήλωσης του δικηγόρου του εφεσείοντα η οποία - μάλιστα - έγινε ενώπιον του τελευταίου ήταν σαφές. Με τη δήλωση έγινε δεκτό ότι η εφεσίβλητη έδωσε δεόντως την ειδοποίηση που απαιτείται από το άρθρο 67 του Κεφ.
- Μπορεί, επίσης, να συναχθεί με ασφάλεια ότι η εφεσίβλητη έχει βασισθεί στη δήλωση και αναπροσάρμοσε τη θέση της με το να μην προσαγάγει μαρτυρία για την αποστολή της ειδοποίησης. Σκοπός της δήλωσης ήταν να αποφευχθεί η προσαγωγή απόδειξης για την αποστολή της ειδοποίησης. Ο εφεσείων είχε την ευχέρεια σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας να επιδιώξει την απόσυρση της δήλωσης-παραδοχής. Είχε, επίσης, την ευχέρεια να ζητήσει από το Πρωτόδικο Δικαστήριο να αξιολογήσει τη βαρύτητα της δήλωσης του. Δεν το έπραξε και η εφεσίβλητη αναπροσάρμοσε τη θέση της με το να μην καλέσει μαρτυρία σχετικά με το θέμα της αποστολής της ειδοποίησης. Η υπόθεση τελείωσε μετά από μια παρατεταμένη και δαπανηρή διαδικασία - άρχισε στις 17.1.97 και συμπληρώθηκε στις 3.7.
- Τα δε πρακτικά καλύπτουν 456 σελίδες. Θα ήταν επομένως άδικο να επιτραπεί στον εφεσείοντα να αποστεί από τις παραστάσεις του. Επομένως ο εφεσείων κωλύεται από του να εγείρει σ' αυτό το στάδιο θέμα μη συμμόρφωσης προς τις πρόνοιες του άρθρου 67 του Κεφ.
- Από τη στιγμή που εγείρεται και λειτουργεί κώλυμα το γεγονός ότι πρόκειται για θέμα δημόσιας τάξεως δεν έχει καθόλου σημασία. Έχουμε βέβαια υπόψη μας τις υποθέσεις Surujpaul v. R. [1958] 1 W.L.R. 1050 και Attorney-General΄s Reference (No. 4 of 1979) [1981] 1 W.L.R. 667». Με τον ίδιο τρόπο όπως κρίνω, η συμπεριφορά της ενάγουσας/ εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενης στην παρούσα υπόθεση κατά την αντίληψη μου της δημιουργεί κώλυμα να ισχυρίζεται δεδικασμένο. Η εξ ανταπαιτήσεως/ ενάγουσα αποδέχθηκε να ορισθεί η υπόθεση σχετικά με την Ανταπαίτηση, κάτι το οποίο δείχνει ότι θεωρούσε ότι η Ανταπαίτηση παρέμενε ζωντανή και παρά τη διευθέτηση της απαίτησης. Αυτή ήταν η πορεία που η ίδια χάραξε μαζί με την εξ ανταπαιτήσεως/ ενάγουσα και έτσι κωλύεται τώρα να ισχυρίζεται δεδικασμένο της Ανταπαίτησης. Η Ανταπαίτηση επομένως κατά την αντίληψη μου παρέμεινε και παραμένει ακόμα ζωντανή και θα πρέπει να αφεθεί να ακολουθήσει την πορεία της με την εκδίκασή της αν δεν υπάρξει διαφορετική εξέλιξη. ΚΑΤΑΛΗΞΗ/ ΕΞΟΔΑ: Με όσα προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω, κρίνω ότι η προδικαστική ένσταση περί δεδικασμένου δεν έχει έρεισμα στα γεγονότα της υπόθεσης αναγόμενα στις νομικές αρχές επί του ζητήματος και ως εκ τούτου απορρίπτεται. Είναι αυτονόητο ότι δεν τυγχάνουν σύγκλησης τα περί του αντιθέτου επιχειρήματα τα οποία ανέπτυξαν στην αγόρευση τους οι ευπαίδευτοι συνήγοροι της ενάγουσας/ εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενης. Τα έξοδα που έχουν προκληθεί συνεπεία της εκδίκασης της προδικαστικής ένστασης θα είναι έξοδα στην πορεία της υπόθεσης και σε καμιά περίπτωση εναντίον της εναγόμενης/ εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσας. (Υπ.) ........... Χρ. Γ. Φιλίππου, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο