← Κύπρος

Ανδρονίκου κ.α. ν. Themis Portfolio Manegment Holding Ltd, Αρ. Αγωγής: 1706/2021, 13/1/2022

Ανδρονίκου κ.α. ν. Themis Portfolio Manegment Holding Ltd, Αρ. Αγωγής: 1706/2021, 13/1/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2022:A14 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: E. ΕΦΡΑΙΜ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1706/2021 Μεταξύ: 1. XXXXX Χ. Ανδρονίκου 2. XXXXX Ανδρονίκου 3. XXXXX Ανδρονίκου Εναγόντων v. Themis Portfolio Manegment Holding Ltd Eναγομένης Αίτηση Εναγόντων ημ. 28.12.21 για Προσωρινά Διατάγματα Ημερομηνία: 13 Ιανουαρίου 2022 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες - Αιτητές: κ. Γ. Κωνσταντινίδης Για την Εναγομένη - Καθ΄ ης η Αίτηση: κα Κ. Ηλία για Α. & Α. Κ. Αιμιλιανίδης, Κ. Κατσαρός & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την καταχώριση του γενικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου οι Ενάγοντες - Αιτητές καταχώρισαν και την υπό κρίση μονομερή Αίτηση, δυνάμει της οποίας αιτούνται προσωρινά διατάγματα ως ακολούθως: (
  2. i)διάταγμα με το οποίο να απαγορεύεται στην Εναγομένη - Καθ΄ ης να προχωρήσει σε πλειστηριασμό και ή εκποίηση και ή πώληση και ή διάθεση και ή μεταβίβαση και ή αποξένωση του ενυπόθηκου ακινήτου της Ενάγουσας 2, (
  3. ii)διαζευκτικά, διάταγμα με το οποίο να αναστέλλεται η διαδικασία πλειστηριασμού στις 13.1.22 εκ μέρους της Εναγομένης του ως άνω ενυπόθηκου ακινήτου, και (iii) διαζευκτικά, διάταγμα αναστολής της διαδικασίας του ως άνω πλειστηριασμού για έξι μήνες και ή για όση χρονική περίοδο ήθελε καθοριστεί από το Δικαστήριο, μέχρι την εκδίκαση της Αγωγής και ή νεότερη διαταγή του Δικαστηρίου. Σημειώνεται ότι το Δικαστήριο δεν εξέδωσε οποιοδήποτε διάταγμα μονομερώς αλλά διέταξε την επίδοση της Αίτησης. Η Αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Ενάγοντος 1 - Αιτητή ο οποίος δηλώνει ότι είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος να προβεί στην εν λόγω δήλωση εκ μέρους των γονέων του, Εναγόντων 2 και 3 - Αιτητών. Ο Ενάγων 1 αναφέρεται στο ιστορικό της συνεργασίας μεταξύ των Εναγόντων και της Τράπεζας Κύπρου από την υπογραφή συμφωνιών για την παραχώρηση δανείων από την Τράπεζα Κύπρου προς την Ενάγουσα 1 μέχρι και την επίδοση της υπό κρίση τρίτης ειδοποίησης ΙΑ της Εναγομένης για την πώληση στις 13.1.22 δια πλειστηριασμού του προαναφερόμενου ενυπόθηκου ακινήτου. Σύμφωνα με τον Ενάγοντα 1, με βάση όλες τις ειδοποιήσεις που έχουν σταλεί από την Εναγομένη, διαφαίνεται πως είναι άγνωστα τα στοιχεία των χρεωπιστώσεων τα οποία δεν συνάδουν μεταξύ τους και πως η εκτιμημένη αξία του ενυπόθηκου ακινήτου είναι μειωμένη λόγω της διαδικασίας έκδοσης πολεοδομικής άδειας. Ο Ενάγων 1 ισχυρίζεται επίσης πως οι συμφωνίες δανείων και οι συναφείς εξασφαλίσεις είναι άκυρες και ή παράνομες καθότι · δεν αποτέλεσαν το αντικείμενο διαπραγμάτευσης και δεν δόθηκε χρόνος στους Ενάγοντες να λάβουν νομική συμβουλή πριν την υπογραφή τους, · ασκήθηκε αθέμιτος επηρεασμός από την Εναγομένη η οποία επέδειξε άδικη και αντισυμβατική συμπεριφορά και ενήργησε κατά κατάχρηση της δεσπόζουσας θέσης και της οικονομικής της ισχύος, και · όλες οι συμφωνίες περιέχουν καταχρηστικούς και ετεροβαρείς όρους αντίθετους με Ευρωπαϊκή Οδηγία, το Σύνταγμα και τους Κυπριακούς Νόμους. Ως εκ τούτου ο Ενάγων 1 θεωρεί πως τυχόν εκποίηση του ενυπόθηκου ακινήτου θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά στους Ενάγοντες καθότι αυτό θα πωληθεί σε τιμή πολύ χαμηλότερη της πραγματικής του αξίας και αφορά την επαγγελματική στέγη τους. Τέλος, ο Ενάγων 1 σημειώνει πως εδώ και ένα έτος βρίσκεται σε συνεχή επαφή με την Εναγομένη μέσω συμβούλου αφερεγγυότητας για εξεύρεση δίκαιης λύσης για αποπληρωμή του χρέους τους, παρά τις οικονομικές δυσκολίες στον επαγγελματικό τους κλάδο λόγω της πανδημίας. Οι λόγοι ένστασης εστιάζονται στα ακόλουθα: 1) Το όνομα της Εναγομένης στον τίτλο της Αγωγής είναι λανθασμένο. 2) Η Αίτηση υποβάλλεται με υπέρμετρη καθυστέρηση. 3) Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έγκριση της Αίτησης. 4) Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση περιέχει ανεπίτρεπτη και ή ανεπαρκή μαρτυρία. 5) Η Αίτηση είναι κακόπιστη και ή καταχρηστική και ή αποσκοπεί σε αλλότριους σκοπούς και ή έχει ως στόχο την αποφυγή συμμόρφωσης των Εναγόντων με τις συμβατικές τους υποχρεώσεις και την πρόκληση εμποδίων στην άσκηση των νομίμων δικαιωμάτων της Εναγομένης. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του κ. ΓΓ (εφεξής «ο ΓΓ»). Και ο ΓΓ αναφέρεται στο ιστορικό και τα γεγονότα που αφορούν την παρούσα Αίτηση και απορρίπτει τους ισχυρισμούς των Εναγόντων. Ειδικότερα, ισχυρίζεται πως η όποια διαφορά παρουσιάζεται μεταξύ των ειδοποιήσεων που έχουν αποσταλεί αφορά στην προοδευτική αύξηση του οφειλόμενου ποσού λόγω της παρέλευσης χρόνου, επιβολής τόκου και μη εξόφλησης. Ο ΓΓ ισχυρίζεται επίσης πως όλες οι συμφωνίες είναι νόμιμες και έγκυρες, υπεγράφησαν δεόντως και οικειοθελώς από τους Ενάγοντες οι οποίοι και τις αποδέχθηκαν με την ελεύθερη τους βούληση. Σε σχέση με την αξία πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου ο ΓΓ αναφέρεται στις εκτιμήσεις οι οποίες διενεργήθηκαν εκ μέρους της Τράπεζας και των Εναγόντων, επισημαίνοντας πως ακολουθήθηκαν πιστά τα όσα προνοούνται στα άρθρα 44Δ και 44Ε του Ν.9/65. Ο ΓΓ ισχυρίζεται ακόμα πως οι προσπάθειες των Εναγόντων για διευθέτηση καταδεικνύουν την αποδοχή και ύπαρξη οφειλής, αυτές εν πάση περιπτώσει γίνονται άνευ βλάβης των δικαιωμάτων της Εναγομένης και είναι οι Ενάγοντες που δεν απάντησαν στην τελευταία πρόταση της Εναγομένης του Δεκεμβρίου του 2021. Τέλος, ο ΓΓ επαναλαμβάνει και αναλύει τους λόγους ένστασης. Η ακρόαση της Αίτησης διεξήχθη στη βάση γραπτών αγορεύσεων. Το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Ν.14/60, στο οποίο βασίζεται, μεταξύ άλλων η Αίτηση, παρέχει το ουσιαστικό δίκαιο για την έκδοση συντηρητικών διαταγμάτων, κάτι το οποίο επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Οι προϋποθέσεις που πρέπει απαραίτητα να συνυπάρχουν για να δικαιολογείται η έκδοση προσωρινού διατάγματος με βάση το εν λόγω άρθρο είναι: (α) Ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, (β) Ύπαρξη πιθανότητας ότι ο ενάγων δικαιούται σε θεραπεία ή ότι έχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας, και (γ) Δυσκολία ή αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε κατοπινό στάδιο εκτός αν εκδοθεί το προσωρινό διάταγμα. Όπως υποδεικνύεται στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Others

(1982)1 C.L.R. 557, πέραν των πιο πάνω το Δικαστήριο θα πρέπει επιπρόσθετα να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει τέτοιο διάταγμα - βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Πασχάλη Χ΄΄Βασίλη
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 152. Σε τέτοιου είδους αιτήσεις, ο αιτητής πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι πληρούνται και οι τρεις προαναφερόμενες προϋποθέσεις για να δημιουργηθεί το υπόβαθρο πάνω στο οποίο το Δικαστήριο στην ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας θα προχωρήσει να αποφασίσει υπέρ ή εναντίον της έκδοσης του προσωρινού διατάγματος. Το Δικαστήριο, σε αυτό το στάδιο, δεν καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης, κάτι το οποίο θα αποτελέσει την κρίση του κατά την εξέταση της ουσίας της υπόθεσης. Αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας είναι η διαπίστωση περί του κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση του διατάγματος. Σχετικά παραπέμπω στις υποθέσεις Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 663 και Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστοφόρου κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248. Στην πιο πρόσφατη υπόθεση Milton Investment Co Ltd κ.ά. v. Dryden Group Ltd
(2014)1(Α) Α.Α.Δ. 731, τονίστηκε και πάλι πως «στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο το Δικαστήριο πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα που ουσιαστικά θα ισοδυναμούσαν με απόφαση επί της ουσίας της αγωγής». Για σκοπούς ικανοποίησης της πρώτης προϋπόθεσης, δηλαδή της ύπαρξης σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, είναι αρκετό να αποκαλύπτεται με βάση τα δικόγραφα συζητήσιμη υπόθεση. Στην έννοια του δικογράφου περιλαμβάνεται σε τέτοιες διαδικασίες και η ένορκη δήλωση. Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, αυτή της ύπαρξης πιθανότητας επιτυχίας, είναι αρκετό για το Δικαστήριο να ικανοποιηθεί ότι με βάση τη μαρτυρία που έχει προσαχθεί υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας του ενάγοντος στην αγωγή. Ενδεικτικά παραπέμπω το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Κυτάλα κ.ά. ν. Χρυσάνθου κ.ά.
(1996)1 Α.Α.Δ. 253: «Η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας που αποτελεί προϋπόθεση γίνεται στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας: Βλ. Odysseos v. Pieris Estates Ltd. and Others
(1982)1 C.L.R.557. Διευκρινίζουμε ότι η μαρτυρία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας. Το Εφετείο στην υπόθεση Constantinides v. Makriyiorghou
(1978)1 C.L.R.585, παρέθεσε επιδοκιμαστικά το εξής απόσπασμα από την απόφαση του δικαστή Slade J., στη Re Lord Cable (deceased) Garatt and Others v. Waters and Others
(1976)3 All E.R.417 (σελ.430) στην οποία εξηγείται ότι, ακόμα και μετά την απόφαση στην American Cyanamid v. Ethicon
(1975)1 All E.R.504, η προοπτική επιτυχίας δε μπορεί παρά να εξετάζεται στη βάση μαρτυρίας: "Nevertheless, in my judgment it is still necessary for any plaintiff who is seeking interlocutory relief to adduce sufficiently precise factual evidence to satisfy the Court that he has a real prospect of succeeding in his claim for a permanent injunction at the trial. If the facts adduced by him in support of his motion do not by themselves suffice to satisfy the Court as to this, he cannot in my judgment expect it to assist him by inventing hypotheses of fact on which he might have a real prospect of success. For example, if he wishes the Court to grant him relief on the basis that another person has at all material times held certain assets as nominee for a third party, he must adduce sufficient factual evidence to show both the grounds on which such claim is made and that he has a real prospect of establishing that such assets are so held. Likewise, if he wishes the Court to grant him relief on the basis that certain trustees have in the past been acting in breach of trust, he must adduce factual evidence sufficient to show not only what acts or omissions are relied on but also that he has a real prospect of establishing that they constituted a breach of trust under the relevant system of law."» Η τρίτη προϋπόθεση συναρτάται με τα συγκεκριμένα γεγονότα της κάθε υπόθεσης, και όπως τονίστηκε στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Others (ανωτέρω), το ζήτημα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων εξετάζεται μέσα στα πλαίσια αυτής της προϋπόθεσης. Όσο απομακρύνεται η πιθανότητα να συνιστά επαρκή θεραπεία η θεραπεία των αποζημιώσεων, τόσο ενισχύεται η πιθανότητα να πληρούται η τρίτη προϋπόθεση. Αν η υπόθεση εκ της φύσης της δεν επιδέχεται τη θεραπεία των αποζημιώσεων ή ο υπολογισμός των αποζημιώσεων θα είναι αδύνατος, τότε εύκολα μπορεί να λεχθεί ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μελλοντικό στάδιο εκτός αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Αντίθετα, εκεί που η ζημιά μπορεί να υπολογιστεί, έστω και με κάποια δυσκολία, τότε δεν θεωρείται ανεπανόρθωτης φύσης και γι' αυτό δεν μπορεί να ευσταθήσει ο ισχυρισμός ότι το Δικαστήριο δεν είναι σε θέση να αποδώσει πλήρη δικαιοσύνη. Επιπρόσθετα, στην υπόθεση Κυρισάββας κ.ά. v. Κίζη
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1245, λέχθηκε ότι η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο, περιλαμβάνει και άλλα μεταβλητά κριτήρια, εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά, και ότι ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψιν. Σχετικές επί τούτου είναι επίσης οι υποθέσεις Zena Company Ltd v. Demenian Catering Ltd
(2011)1(Γ) Α.Α.Δ. 1848 και Παπαστράτης ν. Πιερίδης
(1979)1 C.L.R. 231. Στα πλαίσια εξέτασης της Αίτησης, το πρώτο ζήτημα το οποίο θα απασχολήσει το Δικαστήριο είναι το ορθό και νομότυπο της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση. Είναι γεγονός ότι τόσο στην ένσταση όσο και στην ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει, αναγράφεται το όνομα Μάριος Σωφρονίου ως ο ενόρκως δηλών, το οποίο όμως είναι διαγραμμένο και στη θέση του αναγράφεται χειρόγραφα το όνομα του ΓΓ. Θεωρώ πως η διαγραφή του ονόματος το οποίο είχε προφανώς αρχικώς δακτυλογραφηθεί στο κείμενο της ένστασης και της ένορκης δήλωσης με την αντικατάσταση χειρογράφως τελικώς του προσώπου το οποίο προέβη στη δήλωση, η οποία και φέρει την πιστοποίηση της Πρωτοκολλητή δεν καθιστά την ένορκη δήλωση παράτυπη και αντικανονική. Αντιθέτως, διαφαίνεται ότι στο κείμενο έγιναν όλες οι αναγκαίες διορθώσεις ούτως ώστε να φαίνεται το όνομα του προσώπου που τελικώς προέβη στη δήλωση. Παρόλο που στην ένορκη δήλωση ο ΓΓ δεν αναφέρει ρητώς την ιδιότητα του, εντούτοις μέσα από το περιεχόμενο της ένορκης του δήλωσης προκύπτει χωρίς δυσκολία πως αυτός είναι πρόσωπο που εργοδοτείται και σχετίζεται με την Εναγομένη εφόσον αφενός έχει πρόσβαση στον φάκελο των Εναγόντων ο οποίος τηρείται από την Εναγομένη και τον οποίο, ως αναφέρει, μελέτησε και αφετέρου έχει επικοινωνία με τους αρμόδιους λειτουργούς της. Η αναφορά του πως είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος να προβεί στην ένορκη δήλωση, η οποία παρέμεινε και αναντίλεκτη, είναι ικανή να καταδείξει δίχως άλλο την ύπαρξη νομότυπης εξουσιοδότησης του. Επίσης, ο ΓΓ αναφέρει εξαρχής πως γνωρίζει τα γεγονότα από μελέτη του περιεχομένου του φακέλου και επικοινωνία με τους αρμόδιους λειτουργούς της Εναγομένης και τους δικηγόρους της. Προσθέτει πως για τις νομικές πτυχές της υπόθεσης, έλαβε νομική συμβουλή από τους δικηγόρους της Εναγομένης. Η Δ.39 θ.2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας παρέχει τη δυνατότητα σε ενόρκως δηλούντα να αναφέρεται σε δηλώσεις από πληροφορίες για τις οποίες ο ενόρκως δηλών δεν έχει προσωπική γνώση, νοουμένου ότι αποκαλύπτει την πηγή της γνώσης του. Το Δικαστήριο θεωρεί πως ο ενόρκως δηλών αποκαλύπτει όλες τις πηγές της γνώσης και των πληροφοριών του. Μετά την αρχική του αναφορά για την πηγή της γνώσης και πληροφόρησης του, ο ΓΓ περιγράφει γεγονότα (για τα οποία έχει ήδη αποκαλύψει την πηγή της γνώσης του) και επισυνάπτει τα σχετικά έγγραφα (τα οποία προφανώς βρίσκονταν στον φάκελο), ενώ προβαίνει και σε συγκεκριμένη αναφορά στην παρ. 24 πως τα όσα αναφέρει προέρχονται από νομική συμβουλή. Υπό το φως των πιο πάνω δεδομένων, το Δικαστήριο ικανοποιείται πως η ένορκη δήλωση του ΓΓ συνάδει με τις πρόνοιες της Δ.39 ως προς το ότι σε αυτή αποκαλύπτεται η ιδιότητα του, η εξουσιοδότηση του να προβεί στη δήλωση και η πηγή της γνώσης και πληροφόρησης του. Στο γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο περιλαμβάνονται αξιώσεις για ¨ Δηλώσεις ότι οι συμφωνίες διευκολύνσεων και οι εξασφαλίσεις τους, ήτοι συμφωνίες εγγυήσεων και υποθήκης, είναι άκυρες και ή παράνομες συνεπεία δόλου και ή αθέμιτου επηρεασμού και ή καθότι υπεγράφησαν κατά κατάχρηση της δεσπόζουσας θέσης της Εναγομένης και ή συνεπεία άσκησης ψυχικής πίεσης και ή ψευδών παραστάσεων και ή καθότι οι όροι αυτών δεν αποτέλεσαν αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης και ή δεν παρασχέθηκε χρόνος στους Ενάγοντες να λάβουν ανεξάρτητη νομική συμβουλή πριν την υπογραφή τους και ή καθότι περιέχουν καταχρηστικούς και ή επαχθείς και ή ετεροβαρείς όρους ¨ Δήλωση ότι οι πράξεις και ή παραλείψεις της Εναγομένης είναι άκυρες και ή παράνομες και ή αντίθετες με τη Δημόσια Πολιτική, το Σύνταγμα, και τις Εγκυκλίους και Οδηγίες της Κεντρικής Τράπεζας καθότι συνιστούν παροχή πίστωσης χωρίς αντιπαροχή και ή αντιπαροχή με αξία και ή ήταν προϊόν έκδοσης εικονικού νομίσματος ¨ Διάταγμα ακύρωσης της υποθήκης ¨ Διαζευκτικά διάταγμα ακύρωσης των καταχρηστικών και ή παράνομων ρητρών που μεταβάλλουν το επιτόκιο, χρεώνουν έξοδα κατά το δοκούν και τόκους υπερημερίας και των αόριστων ρητρών ¨ Δήλωση για την ακυρότητα των ειδοποιήσεων Θ, Ι και ΙΑ ¨ Διάταγμα με το οποίο να απαγορεύεται στην Εναγομένη να προχωρήσει με την εκποίηση του ακινήτου ¨ Γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για δόλο και ή καταχρηστικές ρήτρες και ή αθέμιτο επηρεασμό και ή κατάχρηση δεσπόζουσας θέσης. Το Δικαστήριο θεωρεί ότι η φύση αυτών των αξιώσεων αποκαλύπτει την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση και γενικότερα γνωστών στον Νόμο βάσεων αγωγής. Και τούτο καθότι με την παρούσα Αγωγή εγείρεται ζήτημα δόλου, αθέμιτου επηρεασμού, κατάχρησης της δεσπόζουσας θέσης και άσκησης πίεσης και επιρροής στην υπογραφή των συμφωνιών. Ταυτόχρονα εγείρεται ζήτημα ύπαρξης καταχρηστικών και παράνομων ρητρών καθώς επίσης και υπερχρεώσεων. Αναφορικά με τη δεύτερη προϋπόθεση, ήτοι την ορατή πιθανότητα επιτυχίας της Αγωγής, το Δικαστήριο σημειώνει αρχικά ότι η Εναγομένη εγείρει ζήτημα λανθασμένης αναγραφής του ονόματος της στον τίτλο της Αγωγής, καθότι το όνομα της είναι Themis Portfolio Management Holdings Ltd. Παρόλο που η Εναγομένη προβαίνει σε απλή διαπίστωση επί αυτού, χωρίς να αναφέρει τις τυχόν συνέπειες, εντούτοις σημειώνεται πως η Εναγομένη καταχώρισε κανονικό σημείωμα εμφάνισης και χωρίς να έχει υποβάλει αίτηση για διαγραφή της Αγωγής. Επίσης, με βάση τη διαφορά μεταξύ του ισχυριζόμενου ορθού ονόματος και αυτού που φαίνεται στον τίτλο, το Δικαστήριο περιορίζεται στο να αναφέρει πως, για σκοπούς της υπό κρίση διαδικασίας, αυτό το θέμα δεν φαίνεται να οδηγεί δίχως άλλο στην ακυρότητα της Αγωγής. Το Δικαστήριο επισημαίνει πως στην ένορκη του δήλωση ο Ενάγων 1 δεν προβαίνει σε οποιαδήποτε αναφορά σε δόλο, ψευδείς παραστάσεις, παροχή πίστωσης χωρίς αντιπαροχή ή προϊόν έκδοσης εικονικού νομίσματος. Ουσιαστικά οι Ενάγοντες δεν προσέφεραν οποιαδήποτε μαρτυρία προς υποστήριξη αυτών των αιτητικών που αφορούν στην ακύρωση των συμφωνιών και εξασφαλίσεων και για αποζημιώσεις σε αυτή τη βάση, και επομένως δεν έχουν καταδείξει ορατή πιθανότητα επιτυχίας αυτού του σκέλους της απαίτησης τους. Όσον αφορά τα αιτητικά για αθέμιτο επηρεασμό, κατάχρηση δεσπόζουσας θέσης, μη αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης, μη παροχή χρόνου για λήψη ανεξάρτητης νομικής συμβουλής και καταχρηστικές ρήτρες και ετεροβαρείς όρους, ο Ενάγων 1 περιορίζεται σε μια απλή αναφορά αυτών των ισχυρισμών, χωρίς να παρουσιάζει ίχνος μαρτυρίας που να τείνει να τους υποστηρίξει και καταδείξει το βάσιμο αυτών, για σκοπούς πάντοτε της υπό κρίση ενδιάμεσης διαδικασίας. Ο Ενάγων 1 αρκείται στην απλή αναφορά αυτών των θέσεων, χωρίς οποιαδήποτε παραπομπή στις συνθήκες υπογραφής των σχετικών συμφωνιών και ή στα γεγονότα της υπόθεσης από τα οποία να διαφαίνεται η πιθανότητα του βάσιμου αυτών των θέσεων, και μάλιστα υιοθετεί το περιεχόμενο του γενικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου δηλώνοντας πως αυτοί οι ισχυρισμοί θα εκτεθούν αναλυτικότερα στην έκθεση απαίτησης η οποία θα καταχωριστεί. Αυτή η τοποθέτηση επιβεβαιώνει τη διαπίστωση του Δικαστηρίου πως οι Ενάγοντες δεν κατάφεραν να ικανοποιήσουν το τι απαιτείται από αυτούς στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο, καθότι αναμφίβολα η προβολή ισχυρισμών χωρίς μαρτυρία ή έστω κάποιο στοιχείο που να τείνει να τους υποστηρίξει δεν αρκεί για σκοπούς ικανοποίησης αυτής της δεύτερης προϋπόθεσης. Η ίδια ακριβώς διαπίστωση ισχύει και για τον ισχυρισμό του Ενάγοντος 1 περί ύπαρξης παράνομων και αντισυμβατικών χρεώσεων, αδικαιολόγητων τόκων υπερημερίας και επιτοκίων, καθότι και αυτός προβάλλεται με πλήρη γενικότητα και αοριστία. (Στο σημείο αυτό παρεμβάλλεται πως η όποια ύπαρξη καταχρηστικών όρων και ή οι παράνομες και αντισυμβατικές χρεώσεις δεν οδηγούν αυτομάτως στην ακυρότητα των συμφωνιών παρά μόνο ενδεχομένως στη μείωση των οφειλόμενων ποσών, όπως άλλωστε αναγνωρίζει και ο ίδιος ο Ενάγων 1 στην ένορκη του δήλωση.) Ο Ενάγων 1 εκφράζει και γι΄ αυτά τα ζητήματα μια απλή τοποθέτηση χωρίς ίχνος μαρτυρίας προς υποστήριξη αυτής, αλλά αντιθέτως και πάλι επιφυλάσσει το δικαίωμα του να αναφερθεί με λεπτομέρεια σε αυτό το ζήτημα κατά την ακρόαση της Αγωγής. Σαφώς η μαρτυρία προς απόδειξη της Αγωγής θα προσκομιστεί κατά την ακρόαση και θα τύχει αξιολόγησης για σκοπούς κατάληξης σε τελικά ευρήματα, πλην όμως αυτό δεν αναιρεί την υποχρέωση παρουσίασης και σε αυτό το στάδιο εκείνης της μαρτυρίας η οποία, για σκοπούς της παρούσας ενδιάμεσης διαδικασίας, θα ήταν ικανή να καταδείξει ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Οι πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου βρίσκουν έρεισμα στην προαναφερόμενη υπόθεση Κυτάλα κ.ά. ν. Χρυσάνθου κ.ά. (ανωτέρω) και στο σύγγραμμα Διατάγματα, Ερωτοκρίτου και Αρτέμη
(2016), και ειδικότερα στο ακόλουθο απόσπασμα από τη σελ. 123: «Το επίπεδο απόδειξης δεν είναι πολύ ψηλό. Αναμένεται από τον ενάγοντα μέσα από τα δικόγραφα του να εγείρει το αγώγιμο δικαίωμα του, το οποίο ισχυρίζεται ότι παραβιάζει ο εναγόμενος και να υποστηρίξει τους ισχυρισμούς του με στοιχεία που θα παραθέσει στην ένορκη του δήλωση. Όμως η ύπαρξη αγώγιμου δικαιώματος δεν είναι αρκετή. Ταυτόχρονα θα πρέπει να παραθέσει στοιχεία ότι ο εναγόμενος δεν έχει δικαίωμα να του παραβιάζει τα δικαιώματα του. Δεν χρειάζεται στο ενδιάμεσο στάδιο να αποδείξει το ουσιαστικό του δικαιώματος, αλλά να πείσει το δικαστήριο ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις υπέρ της ύπαρξης του. . αυτό δεν σημαίνει ότι η προβολή και μόνο ενός ισχυρισμού θα θεωρηθεί αρκετή. Η διακρίβωση της πιθανότητας επιτυχίας γίνεται με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία. Γι΄ αυτό και είναι επάναγκες όπως η μαρτυρία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια στα γεγονότα από τα οποία καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας. Στην ένορκη δήλωση πρέπει να αποφεύγονται οι γενικότητες.» (Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Σχετικά παραπέμπω επίσης στην πιο πρόσφατη υπόθεση Hazelwood Investment & Finance Ltd v. Manuel κ.ά., Πολ. Έφ. Ε14/17 και Ε209/17, ημ. 16.7.19, στην οποία η δεύτερη αυτή προϋπόθεση του άρθρου 32 αναλύεται ως εξής: «Η β΄ προϋπόθεση του άρθρου 32 έχει αναλυθεί ερμηνευτικά σε μεγάλο όγκο αυθεντιών. Εκείνο που ο αιτητής οφείλει να πράξει ως προς την ικανοποίηση αυτής της προϋπόθεσης είναι να καταδείξει «σοβαρές ενδείξεις δικαιωμάτων». Στην κλασική υπόθεση επί του θέματος Πουργουρίδη κ.α. ν. Μέζου κ.ά.
(1994)1 Α.Α.Δ. αναφέρθηκε: «Η δεύτερη προϋπόθεση επιβάλλει στις εφεσείουσες να δείξουν ότι έχουν πιθανότητα επιτυχίας. Όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates and Others
(1982)1 C.L.R. 557, η έννοια της πιθανότητας περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι το μέτρο απόδειξης στις αστικές υποθέσεις. Σύμφωνα με την Odysseos (πιο πάνω), στη σελίδα 569 η πιθανότητα στα πλαίσια της επιφύλαξης του άρθρου 32
(1)του Νόμου 14/60, απαιτεί από τις εφεσείουσες να δείξουν ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας.» Είναι εδραιωμένο αλλά και κοινή γνώση πως το Δικαστήριο κατά την εξέταση ειδικά της β΄ προϋπόθεσης αποφεύγει την σε βάθος ανάλυση των επίδικων σχέσεων και δεν μπορεί να εξάγει τελικά ή δεσμευτικά συμπεράσματα επ΄ αυτών. (βλ. Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστοφόρου κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248), Επίσημος Παραλήπτης κ.ά. ν. Nicantony Trading Co.Ltd,
(1998)1 A.A.Δ. 1653, Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co. Ltd and other
(2002)1Γ A.A.Δ. 2015). Όπως σοφά ετέθη στις υποθέσεις T.A. Micrologic Computer Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 A.A.Δ. 1802 και Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Beogradska Banka A.D.
(1999)1 A.A.Δ. 225, δεν χρειάζεται «η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του.»» Πέραν των πιο πάνω διαπιστώσεων του Δικαστηρίου, θα πρέπει να λεχθεί πως η Εναγομένη, μέσω της ένορκης δήλωσης του ΓΓ, αρνείται και απορρίπτει όλους τους ισχυρισμούς των Εναγόντων και δηλώνει πως όλες οι συμφωνίες υπεγράφησαν δεόντως και με ελεύθερη βούληση από τους Ενάγοντες οι οποίοι και αποδέχθηκαν τους όρους αυτών. Δηλώνει επίσης πως για τις δύο συμφωνίες ενοικιαγοράς έχουν εκδοθεί δικαστικές αποφάσεις στα πλαίσια Αγωγών, στη μια εκ των οποίων και διάταγμα εκποίησης της υπό κρίση υποθήκης, Τεκμήρια 2 και 4, ενώ υπάρχει και τρίτη συμφωνία ενοικιαγοράς για την οποία δόθηκε μόνο προσωπική εγγύηση των Εναγόντων 2 και 3 ως εξασφάλιση. Μάλιστα, ο ΓΓ επισυνάπτει και καταστάσεις λογαριασμού, Τεκμήρια 3 και 5 για τις δύο πρώτες συμφωνίες, οι οποίες περιλαμβάνουν τη χρέωση μόνο των όσων προνοούνταν στις συμφωνίες χωρίς παράνομες και αντισυμβατικές χρεώσεις ή τόκους υπερημερίας. Ο Ενάγων 1 κάνει επίσης λόγο και για άγνωστες χρεοπιστώσεις με παραπομπή στην ειδοποίηση Ι και στις τρεις ειδοποιήσεις ΙΑ που στάληκαν για την σκοπούμενη πώληση με πλειστηριασμό του ενυπόθηκου ακινήτου. Σημειώνεται πως, σύμφωνα με τον ΓΓ, η ανάγκη αποστολής τριών ειδοποιήσεων ΙΑ προέκυψε από την αναστολή δια Νόμου όλων των πλειστηριασμών λόγω της πανδημίας και συνακόλουθα την αδυναμία τέλεσης της πώλησης κατά τις δύο προγενέστερες ορισθείσες ημερομηνίες. Ο ΓΓ αρνείται και αυτόν τον ισχυρισμό, λέγοντας πως η διαφορά στα ποσά των ειδοποιήσεων οφείλεται στη συσσώρευση του τόκου, κάτι το οποίο φαίνεται να προκύπτει από τα ποσά των ειδοποιήσεων ΙΑ. Συγκεκριμένα, στην πρώτη ειδοποίηση ΙΑ ημ. 24.2.20, Τεκμήριο 2 στην ένορκη δήλωση του Ενάγοντος 1, ως οφειλόμενο υπόλοιπο παρουσιάζεται το ποσό των €99.730,72 συν οι τόκοι €70.170,61, στη δεύτερη ειδοποίηση ΙΑ ημ. 1.9.20, Τεκμήριο 3, παρουσιάζεται το ίδιο οφειλόμενο υπόλοιπο με τους τόκους να ανέρχονται στις €74.097,38, ενώ στην τρίτη ειδοποίηση ΙΑ ημ. 3.11.21, Τεκμήριο 8, το ποσό παρουσιάζεται πλέον στις €166.864,80 (που φαίνεται να αποτελεί το άθροισμα του προηγούμενου ποσού και των τόκων) πλέον τόκους €17.076,
  1. Ο Ενάγων 1 κάνει λόγο για την εκτίμηση του ενυπόθηκου ακινήτου από την Εναγομένη σε πολύ χαμηλή τιμή, ειδικότερα λόγω του ότι εκκρεμεί διαδικασία για έκδοση πολεοδομικής άδειας. Σημειώνεται πως ο Ενάγων 1 προβαίνει σε μια γενική αναφορά πως μέσω του αρχιτέκτονα οι Ενάγοντες βρίσκονται σε διαδικασία για την έκδοση πολεοδομικής άδειας, χωρίς όμως να δίνει οποιαδήποτε περαιτέρω στοιχεία ως προς την εξέλιξη αυτής της διαδικασίας, όπως π.χ. σε πόσο χρονικό διάστημα αυτή ενδεχομένως αναμένεται να εκδοθεί ή κατά πόσο δυνατόν να προκύψουν προβλήματα, δυσκολίες ή ακόμα και αδυναμία έκδοσης της. Επομένως και πάλι αυτός ο ισχυρισμός παραμένει παντελώς γενικός και αόριστος. Αξίζει να αναφερθεί πως στην Εκτίμηση η οποία διενεργήθηκε κατόπιν εντολής των Εναγόντων, Τεκμήριο 4 στην ένορκη δήλωση του Ενάγοντος 1, αναφέρεται πως δεν έχει εξασφαλιστεί άδεια στο παρόν στάδιο και πως η εκτίμηση γίνεται με την ειδική υπόθεση ότι το ακίνητο θα εξασφαλίσει ή μπορεί να εξασφαλίσει όλες τις απαιτούμενες άδειες (πολεοδομική, άδεια οικοδομής κ.λπ.) και ο εκτιμητής προτείνει όπως επί του θέματος εξασφαλιστεί η άποψη ειδικού εμπειρογνώμονα αρχιτέκτονα και επανεξεταστεί η έκθεση. Αυτά τα δεδομένα δεν φαίνεται να καταδεικνύουν δίχως άλλο πως η έκδοση των απαιτούμενων αδειών είναι ένα θέμα καθαρά τυπικό και μάλιστα υλοποίησης εντός σύντομου χρονικού διαστήματος. Αντιστοίχως και η Εκτίμηση η οποία διενεργήθηκε για λογαριασμό της Εναγομένης, Τεκμήριο 5 στην ένορκη δήλωση του Ενάγοντος 1, έγινε στη βάση της ίδιας υπόθεσης, ήτοι της δυνατότητας εξασφάλισης όλων των απαιτούμενων αδειών για την ήδη ανεγερθείσα οικοδομή, με τη διαφορά όμως πως σε αυτή αναφέρεται ότι σε τηλεφωνική επικοινωνία με τον ΄Επαρχο Λάρνακας, αναφέρθηκε πως είχε εκδοθεί διάταγμα κατεδάφισης του υπό εκτίμηση κτιρίου πλην όμως το διάταγμα κατεδάφισης δεν προωθήθηκε καθότι το θέμα βρίσκεται στο Υπουργικό Συμβούλιο σε μια προσπάθεια νομιμοποίησης του. Επομένως, διαφαίνεται πως υπάρχει διάταγμα κατεδάφισης και αναμένεται η τοποθέτηση του Υπουργικού Συμβουλίου, χωρίς να διαφαίνεται η προοπτική εξέλιξης της διαδικασίας ή τουλάχιστον η ένδειξη περί θετικής εξέλιξης ως προς την έκδοση της άδειας. Επιπλέον, όπως αναφέρει ο ΓΓ οι εκτιμήσεις οι οποίες διενεργήθηκαν από τις δύο πλευρές στα πλαίσια της διαδικασίας πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου με πλειστηριασμό είχαν τέτοια απόκλιση, έτσι ώστε η Εναγομένη είχε το δικαίωμα και καθόρισε την επιφυλασσόμενη τιμή αυτού όπως προνοούν τα άρθρα 44Δ και 44Ε του Ν.9/
  2. Με βάση όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, προκύπτει πως οι Ενάγοντες δεν κατάφεραν να καταδείξουν ορατή πιθανότητα επιτυχίας της απαίτησης τους στη βάση των αξιώσεων που περιλαμβάνονται στο γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριων. Οι πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου ως προς την αποτυχία των Εναγόντων να καταδείξουν ορατή πιθανότητα επιτυχίας της απαίτησης τους και καλή βάση αγωγής καθορίζει και την πορεία της Αίτησης, χωρίς να καθίσταται αναγκαία η ενασχόληση με τους υπόλοιπους λόγους ένστασης και τα άλλα ζητήματα που εγείρονται στην παρούσα. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, το Δικαστήριο καταλήγει πως η Αίτηση δεν μπορεί να πετύχει. Ως εκ τούτου η Αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα της Αίτησης επιδικάζονται υπέρ της Εναγομένης - Καθ΄ ης η Αίτηση και εναντίον των Εναγόντων - Αιτητών αλληλεγγύως και ή κεχωρισμένως, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .......... ΄Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Ε.Ε./Γ.Ι. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.