S. K. Kouler Trading Ltd ν. Λεωφορεία Λάρνακος Ζήνωνας Λτδ κ.α., Aρ. Αγωγής: 1597/2020, 28/2/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2022:A24 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: E. ΕΦΡΑΙΜ, Π.Ε.Δ. Aρ. Αγωγής: 1597/2020 Μεταξύ: S. K. Kouler Trading Ltd, που ενάγει υπό την προσωπική ιδιότητα της και/ή ως μέτοχος μειοψηφίας και/ή για λογαριασμό της ίδιας και/ή ως παράγωγη αγωγή (derivative action) των συμφερόντων και ή για λογαριασμό της Εναγομένης 1 Ενάγουσας v. 1. Λεωφορεία Λάρνακος Ζήνωνας Λτδ 2. XXXXX Παντελίδη 3. XXXXX Δημοσθένους 4. XXXXX Σάββα Εναγομένων Αίτηση Ενάγουσας ημ. 14.9.20 για προσωρινά διατάγματα και διάταγμα αποκάλυψης Ημερομηνία: 28 Φεβρουαρίου 2022 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα - Αιτήτρια: κ. Μ. Χριστοφόρου για Πελαγίας, Χριστοδούλου, Βράχας ΔΕΠΕ Για τους Εναγόμενους - Καθ΄ ων η Αίτηση: κα Π. Νικολάου για Πανάγος & Πανάγος ΔΕΠΕ Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την καταχώριση της παρούσας Αγωγής, η Ενάγουσα - Αιτήτρια καταχώρισε την υπό κρίση μονομερή Αίτηση με την οποία ζητά την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων με τα οποία: (
- i)να απαγορεύεται στους Εναγόμενους να συγκαλούν και ή συμμετέχουν σε συνεδρίαση του διοικητικού συμβουλίου της Εναγομένης 1 και ή να λαμβάνουν οποιαδήποτε απόφαση για λογαριασμό της, ειδικότερα αναφορικά με την καταβολή οποιουδήποτε ποσού και ή τη σύναψη οποιασδήποτε συμφωνίας με την Κυπριακή Δημοκρατία, χωρίς την προηγούμενη γραπτή συγκατάθεση και ή έγκριση της Ενάγουσας, (
- ii)να απαγορεύεται στους Εναγόμενους να διαχειρίζονται και ή αποφασίζουν για οποιαδήποτε εργασία και ή συναλλαγή και ή να αποξενώσουν και ή εισπράττουν οποιοδήποτε ποσό και ή να εκδώσουν επιταγές από τραπεζικό λογαριασμό της Εναγομένης 1, χωρίς την προηγούμενη γραπτή συγκατάθεση και ή έγκριση της Ενάγουσας, (iii) να απαγορεύεται στους Εναγόμενους να καταβάλουν οποιοδήποτε ποσό στους μετόχους της Εναγομένης 1 και ή στους δικαιούχους των οδικών αδειών χρήσης και ή σε οποιονδήποτε παροχέα λεωφορείων στην Εναγομένη 1 που να αφορά στην παροχή και ή χρήση και ή συντήρηση των λεωφορείων για σκοπούς διεξαγωγής των εργασιών της Εναγομένης 1, (
- iv)να απαγορεύεται στους Εναγόμενους να διαθέσουν και ή μεταβιβάσουν και ή επιβαρύνουν και ή πωλήσουν και ή αποξενώσουν οποιαδήποτε κινητή και ή ακίνητη περιουσία της Εναγομένης 1, (
- v)να απαγορεύεται στους Εναγόμενους 2-4 να πωλήσουν και ή μεταβιβάσουν και ή διαθέσουν και ή αποξενώσουν όλα τα περιουσιακά τους στοιχεία, συμπεριλαμβανομένων των μετοχών τους στην Εναγομένη 1, μέχρι ποσού €200.000 έκαστος, (
- vi)να απαγορεύεται στους Εναγόμενους 2-4 να αποσύρουν από τους τραπεζικούς λογαριασμούς τους ποσό ούτως ώστε να παραμένει υπόλοιπο όχι χαμηλότερο του ποσού των 200.000 έκαστος, μέχρι την εκδίκαση της Αγωγής και ή νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Περαιτέρω, ζητά την έκδοση διατάγματος αποκάλυψης (Norwich Pharmacal) με το οποίο οι Εναγόμενοι 2-4 διατάσσονται να παρουσιάσουν πληροφορίες αναφορικά με · τα λογιστικά βιβλία και αρχεία της Εναγομένης 1, από τη λειτουργία της μέχρι σήμερα · τις καταστάσεις τραπεζικών λογαριασμών που η Εναγομένη 1 διατηρεί είτε στην Κύπρο είτε στο εξωτερικό, ως επίσης και τις καταστάσεις πληρωμών προς τους πιστωτές της και τα σχετικά τιμολόγια και δικαιολογητικά πληρωμών τους · στοιχεία για τυχόν δάνεια και ή καταβολή δόσεων δανείων · τους ελεγμένους λογαριασμούς και ή τις οικονομικές καταστάσεις της Εναγομένης 1 από την ίδρυση της μέχρι σήμερα, και · όλα τα τιμολόγια, αποδείξεις καταθέσεων και ή αναλήψεων από τους τραπεζικούς λογαριασμούς της Εναγομένης 1, αποδείξεις πληρωμών και ή όλα τα έγγραφα που σχετίζονται με την οικονομική διαχείριση και τις συναλλαγές της Εναγομένης 1. Η Αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του κ. ΝΚ (εφεξής «ο ΝΚ»), ο οποίος δηλώνει εξουσιοδοτημένος από την Ενάγουσα - Αιτήτρια να προβεί στη δήλωση. Ο ΝΚ περιγράφει το ιστορικό της Εναγομένης 1 και ισχυρίζεται πως ο Εναγόμενοι 2-4, μέλη του διοικητικού συμβουλίου της Εναγομένης 1 και ο Εναγόμενος 3 μέτοχος της, ελέγχουν την εταιρεία και προβαίνουν σε μονομερείς και αυθαίρετες ενέργειες με σκοπό την καταδολίευση της εταιρείας και συνακόλουθα της Ενάγουσας ως μεγαλομετόχου στην εταιρεία. Στους Εναγόμενους 2-4 αποδίδονται ενέργειες για δικό τους προσωπικό όφελος και όχι προς όφελος της εταιρείας, αποξενώνοντας χρηματικά ποσά από την Εναγομένη 1 και βλάπτοντας έτσι τα συμφέροντα της. Ο ΝΚ καταχώρισε συμπληρωματική ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της Αίτησης, επεξηγώντας κάποιες αναφορές στην αρχική του ένορκη δήλωση, και το Δικαστήριο εξέδωσε μονομερώς διάταγμα με το οποίο να απαγορεύεται στους Εναγόμενους να εκδίδουν επιταγές και ή να προβαίνουν σε πληρωμές χωρίς την υπογραφή των τεσσάρων φυσικών προσώπων τα οποία κοινοποιήθηκαν στην Ελληνική Τράπεζα από την Εναγομένη 1. Αυτά τα πρόσωπα είναι οι Εναγόμενοι 2-4 και ο ΝΚ. Αναφορικά με το υπόλοιπο μέρος της Αίτησης, αυτό ορίστηκε για επίδοση. Οι Εναγόμενοι - Καθ΄ ων καταχώρισαν ένσταση, οι λόγοι της οποίας συνοψίζονται ως εξής: 1. Η Αιτήτρια καταχώρισε και προωθεί την υπό κρίση διαδικασία καταχρηστικά και κακόπιστα. 2. Η Αιτήτρια δεν νομιμοποιείται να προωθεί την Αγωγή. 3. Η Αιτήτρια δεν προσήλθε με καθαρά χέρια και δεν έχει προβεί σε αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων. 4. Δεν έχει καταδειχθεί το κατεπείγον για την έκδοση οποιουδήποτε διατάγματος μονομερώς. 5. Η Αίτηση καταχωρίστηκε για αλλότριους σκοπούς, ήτοι την ολική παγοποίηση της οικονομικής λειτουργίας της Εναγομένης 1 και ή τον πλήρη έλεγχο της από την Αιτήτρια. 6. Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων. 7. Οι ένορκες δηλώσεις του ΝΚ είναι αντικανονικές και ή περιέχουν αναληθείς ισχυρισμούς. 8. Η Αγωγή και ή η Αίτηση καταχωρίστηκαν με αδικαιολόγητη καθυστέρηση. 9. Δεν έχει καταχωριστεί έκθεση απαίτησης, με αποτέλεσμα η Αίτηση να οδηγείται δίχως άλλο σε απόρριψη. 10. Η Αίτηση δεν επιδόθηκε σε όλα τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα. 11. Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος αποκάλυψης. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Εναγομένου 2, εκ των διευθυντών της Εναγομένης 1. Σε αυτή ο Εναγόμενος 2 απορρίπτει τους ισχυρισμούς του ΝΚ, προβάλλει τους δικούς του ισχυρισμούς ως προς τα γεγονότα και ουσιαστικά επαναλαμβάνει και αναλύει τους λόγους ένστασης. Αξίζει να σημειωθεί πως ο Εναγόμενος 2 αποδίδει στον ΝΚ ενέργειες, όπως π.χ. άρνηση υπογραφής επιταγών και ανανέωσης της εγγυητικής έναντι του Κράτους, οι οποίες αποσκοπούν στον οικονομικό έλεγχο της Εναγομένης 1 από την Αιτήτρια και στην πρόκληση στην πρώτη ανεπανόρθωτης ζημιάς. Με βάση την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου ημ. 19.10.21, ο ΝΚ καταχώρισε συμπληρωματική ένορκη δήλωση στην οποία αρνείται τους ισχυρισμούς του Εναγομένου 2 και αναφέρει πως ο ίδιος υπέγραψε επιταγές για την Εναγομένη 1 και δύο φορές για την ανανέωση της εγγυητικής προς το Κράτος. Η ακρόαση της Αίτησης διεξήχθη στη βάση γραπτών αγορεύσεων τις οποίες κατέθεσαν οι δύο πλευρές. Στα πλαίσια εξέτασης της Αίτησης, το πρώτο ζήτημα το οποίο χρήζει εξέτασης είναι το κατά πόσο ο ΝΚ νομιμοποιείται να προβεί εκ μέρους της Αιτήτριας στις ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν την Αίτηση. Αποτελεί ισχυρισμό του Εναγομένου 2 πως ο ΝΚ δεν παρουσιάζει οποιοδήποτε έγγραφο ή απόφαση που να δείχνει την εξουσιοδότηση του για να αντιπροσωπεύει την Αιτήτρια ενώ δεν είναι ούτε διευθυντής ούτε γραμματέας της και δεν προσδιορίζει τον χρόνο της εξουσιοδότησης του. Ο ΝΚ, στις ένορκες δηλώσεις του, αναφέρει πως η Αιτήτρια τον έχει εξουσιοδοτήσει κατά τον ουσιώδη χρόνο να παρίσταται και να λαμβάνει μέρος στις συνεδρίες του διοικητικού συμβουλίου της Εναγομένης 1 και να χειρίζεται όλα τα θέματα που αφορούν την Αιτήτρια ως μέτοχο και μέλος του διοικητικού συμβουλίου της Εναγομένης 1. Η δήλωση του ΝΚ πως αυτός είναι εξουσιοδοτημένος από την Αιτήτρια είναι επαρκής μαρτυρία για να καταδείξει πως πράγματι αυτός νομιμοποιείται να αντιπροσωπεύει την Αιτήτρια στις συνεδρίες του διοικητικού συμβουλίου και να διαχειρίζεται όλα τα ζητήματα για λογαριασμό και εκ μέρους της, ως μετόχου και μέλους του διοικητικού συμβουλίου της Αιτήτριας. Η φράση «κατά τον ουσιώδη χρόνο» σαφώς αφορά τον χρόνο διεξαγωγής των αντίστοιχων γεγονότων, ήτοι συνεδριών του διοικητικού συμβουλίου και άλλων ενεργειών εκ μέρους της Αιτήτριας αναφορικά με τον τρόπο λειτουργίας και τις δραστηριότητες της Εναγομένης 1. Άλλωστε η εξουσιοδότηση του ΝΚ προκύπτει αφενός από το γεγονός ότι ο ίδιος προβαίνει στις ένορκες δηλώσεις εκ μέρους και για λογαριασμό της Αιτήτριας, εκπροσωπώντας την στα πλαίσια της παρούσας Αγωγής και για σκοπούς της προώθησης της υπό κρίση Αίτησης και αφετέρου από διάφορα έγγραφα, και δη αλληλογραφία, τα οποία επισυνάπτονται ως τεκμήρια στις ένορκες του δηλώσεις και τον φέρουν να ενεργεί εκ μέρους και για λογαριασμό της Αιτήτριας, όπως π.χ. να γράφει επιστολές εκ μέρους της Αιτήτριας και ακόμα να καλείται ο ίδιος από την Εναγομένη 1 να υπογράψει την ανανέωση της εγγυητικής εκ μέρους της. Το επόμενο ζήτημα το οποίο αποτελεί λόγο ένστασης και χρήζει εξέτασης είναι η ισχυριζόμενη μη αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων από την Αιτήτρια. Αποτελεί βασική νομική αρχή ακολουθούμενη σταθερά τόσο από την Αγγλική όσο και την Κυπριακή νομολογία ότι στις μονομερείς αιτήσεις ο αιτητής έχει υποχρέωση να φέρει σε γνώση του Δικαστηρίου όλα τα ουσιώδη γεγονότα που δύνανται να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική του κρίση. Παράλειψη αποκάλυψης όλων των ουσιωδών γεγονότων θεωρείται ως είδος «εξαπάτησης» του Δικαστηρίου και έχει ως συνέπεια την άρνηση του Δικαστηρίου να τον ακούσει ακυρώνοντας το προσωρινό διάταγμα που εξέδωσε χωρίς να εξετάσει την ουσία του. Η πιο πάνω καθιερωμένη νομική αρχή αποκτά ιδιαίτερη σημασία καθότι η έκδοση προσωρινού διατάγματος μονομερώς συνιστά εξαιρετικό μέτρο εφόσον παρέχεται κατά παρέκκλιση του κανόνα της φυσικής δικαιοσύνης που αποκλείει την παροχή θεραπείας χωρίς την παροχή ευκαιρίας στον αντίδικο να ακουστεί, όπως έχει χαρακτηριστικά λεχθεί στην υπόθεση Louis Vuitton v. Δέρμοσακ Λτδ. κ.ά.
(1992)1 Α.Α.Δ. 1453. Στην υπόθεση Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστοφόρου κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248 το Εφετείο τόνισε για ακόμα μια φορά ότι η μονομερής αίτηση είναι υψίστης πίστεως («uberrima fides»), και επομένως ο αιτητής έχει καθήκον να φέρει σε γνώση του Δικαστηρίου οποιαδήποτε γεγονότα γνωρίζει, ή που με εύλογη επιμέλεια θα γνώριζε, τα οποία μπορεί να είναι ευνοϊκά για τον απόντα διάδικο και μπορεί να ασκήσουν επιρροή στην κρίση του Δικαστηρίου. Η υποχρέωση πλήρους αποκάλυψης όλων των ουσιωδών γεγονότων εκτείνεται ακόμα και σε αναφορά σε τυχόν υπεράσπιση που ο αιτητής έχει λόγο να πιστεύει ότι μπορεί να προβάλει η άλλη πλευρά - βλ. Global Cruises v. Metro Shipping
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 607. Κρίνεται ακόμη σκόπιμη η παραπομπή στην υπόθεση Harvardskiy Prumyslovy Holding A.S. v. Daventree Resources Ltd κ.ά.
(2008)1(B) Α.Α.Δ. 801, η οποία περιέχει μια διαφωτιστική σύνοψη των αρχών που διέπουν το θέμα της μη αποκάλυψης ουσιωδών στοιχείων. Χρήσιμη καθοδήγηση επί του θέματος προσφέρει επίσης η πιο πρόσφατη υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση των Commerzbank Auslandsbanken Holding A.G. κ.ά. v. Adeona Holdings Ltd
(2015)1(Α) Α.Α.Δ. 386. Μάλιστα, για τον σκοπό εξέτασης της μη αποκάλυψης, το Δικαστήριο περιορίζεται μόνο στα γεγονότα που στοιχειοθέτησαν την αρχική αίτηση - βλ. Demstar Ltd. v. Zim Israel Navigation Co. Ltd. κ.ά
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 597. Στην προκειμένη περίπτωση το Δικαστήριο το οποίο επιλήφθηκε της μονομερούς Αίτησης εξέδωσε μονομερώς μόνο το ανωτέρω προσωρινό διάταγμα, για την απαγόρευση έκδοσης επιταγών ή διενέργειας πληρωμών χωρίς την υπογραφή και των τεσσάρων φυσικών προσώπων, ήτοι των Εναγομένων 2-4 και του ΝΚ, και διέταξε την επίδοση της Αίτησης αναφορικά με τα υπόλοιπα αιτητικά καθιστώντας την έτσι για το υπόλοιπο μέρος δια κλήσεως. Ως εκ τούτου, αυτό το ζήτημα περιορίζεται και αφορά μόνο στο μονομερώς εκδοθέν διάταγμα και όχι στο υπόλοιπο μέρος της Αίτησης, στα πλαίσια της οποίας καταχωρίστηκε και μεταγενέστερη της ένστασης συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Όπως θα διαφανεί από την κατωτέρω παράθεση των ισχυρισμών των δύο πλευρών και την ανάλυση της μαρτυρίας, στον βαθμό που αυτό επιτρέπεται σε τέτοιας φύσης αιτήσεις, η Αιτήτρια προβαίνει σε αποκάλυψη των ουσιωδών γεγονότων και απλώς οι δύο πλευρές αφενός διαφωνούν ως προς τη σημασία τους και αφετέρου παρουσιάζουν διαφορετική εκδοχή επί των ίδιων γεγονότων. Ενδεικτικά αναφέρω πως η Αιτήτρια αποκαλύπτει την έκδοση προσωρινού διατάγματος δέσμευσης ποσού μέχρι και €140.805,93 στα πλαίσια άλλης Αγωγής με αντικείμενο την εγγυητική, το οποίο και παρουσιάζει ως τεκμήριο, και οι Καθ΄ ων θεωρούν πως η Αιτήτρια δεν δίδει τη δέουσα σημασία και βαρύτητα ως προς τις συνέπειες αυτού. Επίσης η Αιτήτρια ισχυρίζεται ότι η Εναγομένη 1 της οφείλει πέραν του €1.5εκ. και παρουσιάζει σχετική κατάσταση της οφειλής ενώ ο Εναγόμενος 2 παρουσιάζει κατάσταση λογαριασμού της Εναγομένης 1 η οποία δείχνει την εξόφληση της Αιτήτριας. Επομένως, οι Καθ΄ ων δεν μπορούν να κάνουν λόγο για μη αποκάλυψη απλώς και μόνο επειδή η Αιτήτρια προβάλλει τους ισχυρισμούς της επί των γεγονότων όπως η ίδια τα αντιλαμβάνεται. Ως εκ τούτου το Δικαστήριο δεν θεωρεί πως υπάρχει παράλειψη αποκάλυψης των ουσιωδών γεγονότων που να οδηγεί στην ακύρωση του εκδοθέντος διατάγματος. Το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Ν.14/60, στο οποίο βασίζεται μεταξύ άλλων η Αίτηση, παρέχει το ουσιαστικό δίκαιο για την έκδοση συντηρητικών διαταγμάτων, κάτι το οποίο επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Οι προϋποθέσεις που πρέπει απαραίτητα να συνυπάρχουν για να δικαιολογείται η έκδοση προσωρινού διατάγματος με βάση το εν λόγω άρθρο είναι: (α) Ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, (β) Ύπαρξη πιθανότητας ότι ο ενάγων δικαιούται σε θεραπεία ή ότι έχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας, και (γ) Δυσκολία ή αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε κατοπινό στάδιο εκτός αν εκδοθεί το προσωρινό διάταγμα. Όπως υποδεικνύεται στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Others
(1982)1 C.L.R. 557, πέραν των πιο πάνω το Δικαστήριο θα πρέπει επιπρόσθετα να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει τέτοιο διάταγμα - βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Πασχάλη Χ΄΄Βασίλη
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 152. Σε τέτοιου είδους αιτήσεις, ο αιτητής πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι πληρούνται και οι τρεις προαναφερόμενες προϋποθέσεις για να δημιουργηθεί το υπόβαθρο πάνω στο οποίο το Δικαστήριο στην ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας θα προχωρήσει να αποφασίσει υπέρ ή εναντίον της έκδοσης του προσωρινού διατάγματος. Το Δικαστήριο, σε αυτό το στάδιο, δεν καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης, κάτι το οποίο θα αποτελέσει την κρίση του κατά την εξέταση της ουσίας της υπόθεσης. Αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας είναι η διαπίστωση περί του κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση του διατάγματος. Σχετικά παραπέμπω στις υποθέσεις Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 663 και Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστοφόρου κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248. Στην πιο πρόσφατη υπόθεση Milton Investment Co Ltd κ.ά. v. Dryden Group Ltd
(2014)1(Α) Α.Α.Δ. 731, τονίστηκε και πάλι πως «στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο το Δικαστήριο πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα που ουσιαστικά θα ισοδυναμούσαν με απόφαση επί της ουσίας της αγωγής». Για σκοπούς ικανοποίησης της πρώτης προϋπόθεσης, δηλαδή της ύπαρξης σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, είναι αρκετό να αποκαλύπτεται με βάση τα δικόγραφα συζητήσιμη υπόθεση. Στην έννοια του δικογράφου περιλαμβάνεται σε τέτοιες διαδικασίες και η ένορκη δήλωση. Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, αυτή της ύπαρξης πιθανότητας επιτυχίας, είναι αρκετό για το Δικαστήριο να ικανοποιηθεί ότι με βάση τη μαρτυρία που έχει προσαχθεί υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας του ενάγοντος στην αγωγή. Ενδεικτικά παραπέμπω το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Κυτάλα κ.ά. ν. Χρυσάνθου κ.ά.
(1996)1 Α.Α.Δ. 253: «Η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας που αποτελεί προϋπόθεση γίνεται στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας: Βλ. Odysseos v. Pieris Estates Ltd. and Others
(1982)1 C.L.R.557. Διευκρινίζουμε ότι η μαρτυρία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας. Το Εφετείο στην υπόθεση Constantinides v. Makriyiorghou
(1978)1 C.L.R.585, παρέθεσε επιδοκιμαστικά το εξής απόσπασμα από την απόφαση του δικαστή Slade J., στη Re Lord Cable (deceased) Garatt and Others v. Waters and Others
(1976)3 All E.R.417 (σελ.430) στην οποία εξηγείται ότι, ακόμα και μετά την απόφαση στην American Cyanamid v. Ethicon
(1975)1 All E.R.504, η προοπτική επιτυχίας δε μπορεί παρά να εξετάζεται στη βάση μαρτυρίας: "Nevertheless, in my judgment it is still necessary for any plaintiff who is seeking interlocutory relief to adduce sufficiently precise factual evidence to satisfy the Court that he has a real prospect of succeeding in his claim for a permanent injunction at the trial. If the facts adduced by him in support of his motion do not by themselves suffice to satisfy the Court as to this, he cannot in my judgment expect it to assist him by inventing hypotheses of fact on which he might have a real prospect of success. For example, if he wishes the Court to grant him relief on the basis that another person has at all material times held certain assets as nominee for a third party, he must adduce sufficient factual evidence to show both the grounds on which such claim is made and that he has a real prospect of establishing that such assets are so held. Likewise, if he wishes the Court to grant him relief on the basis that certain trustees have in the past been acting in breach of trust, he must adduce factual evidence sufficient to show not only what acts or omissions are relied on but also that he has a real prospect of establishing that they constituted a breach of trust under the relevant system of law."» Η τρίτη προϋπόθεση συναρτάται με τα συγκεκριμένα γεγονότα της κάθε υπόθεσης, και όπως τονίστηκε στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Others (ανωτέρω), το ζήτημα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων εξετάζεται μέσα στα πλαίσια αυτής της προϋπόθεσης. Όσο απομακρύνεται η πιθανότητα να συνιστά επαρκή θεραπεία η θεραπεία των αποζημιώσεων, τόσο ενισχύεται η πιθανότητα να πληρούται η τρίτη προϋπόθεση. Αν η υπόθεση εκ της φύσης της δεν επιδέχεται τη θεραπεία των αποζημιώσεων ή ο υπολογισμός των αποζημιώσεων θα είναι αδύνατος, τότε εύκολα μπορεί να λεχθεί ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μελλοντικό στάδιο εκτός αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Αντίθετα, εκεί που η ζημιά μπορεί να υπολογιστεί, έστω και με κάποια δυσκολία, τότε δεν θεωρείται ανεπανόρθωτης φύσης και γι' αυτό δεν μπορεί να ευσταθήσει ο ισχυρισμός ότι το Δικαστήριο δεν είναι σε θέση να αποδώσει πλήρη δικαιοσύνη. Επιπρόσθετα, στην υπόθεση Κυρισάββας κ.ά. v. Κίζη
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1245, λέχθηκε ότι η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο, περιλαμβάνει και άλλα μεταβλητά κριτήρια, εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά, και ότι ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψιν. Σχετικές επί τούτου είναι επίσης οι υποθέσεις Zena Company Ltd v. Demenian Catering Ltd
(2011)1(Γ) Α.Α.Δ. 1848 και Παπαστράτης ν. Πιερίδης
(1979)1 C.L.R. 231. Επιπλέον, με την υπό κρίση αίτηση ζητούνται διατάγματα αποκάλυψης τα οποία εκδίδονται με βάση τις αρχές του δικαίου της επιείκειας και τα οποία έχουν καθιερωθεί μέσα από τις Αγγλικές αποφάσεις Norwich Pharmacal Co. and others v. Commissioners of Customs & Excise
(1973)2 All E.R. 943 και Banker's Trust v. Shapira
(1980)1 W.L.R. 1274. Οι εν λόγω αποφάσεις έχουν υιοθετηθεί και εφαρμοστεί από τα Κυπριακά Δικαστήρια σε αριθμό αποφάσεων, στις οποίες αναγνωρίστηκε ότι για την έκδοση τέτοιων διαταγμάτων το Δικαστήριο θα πρέπει να ικανοποιηθεί ότι συντρέχουν τόσο οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου όσο και οι υπόλοιπες προϋποθέσεις έκδοσης των διαταγμάτων αποκάλυψης. Ιδιαίτερα διαφωτιστική είναι η υπόθεση Avila Management Services Ltd κ.ά. v. Frantisek Stepanek κ.ά.
(2012)1(B) A.A.Δ. 1403, στην οποία γίνεται μία εκτενής ανάλυση των νομικών αρχών που διέπουν την έκδοση τέτοιων διαταγμάτων. Κρίνω σκόπιμο να παραθέσω το ακόλουθο απόσπασμα: «Από το 1871, με την υπόθεση Upmann v. Elkan
(1871)L.R. 12 Eq. 140, αναγνωρίσθηκε η ύπαρξη δικαιοδοσίας που επιβάλλει καθήκον σε ένα άτομο που αναμείχθηκε με αδικοπραξίες άλλων ώστε να τις διευκολύνει, παρά το γεγονός ότι μπορεί να μην έχει το ίδιο προσωπική ευθύνη, να παραχωρήσει τη βοήθεια του δίδοντας πλήρεις πληροφορίες, αποκαλύπτοντας και τα ονόματα των αδικοπραγούντων. Η αρχή αυτή υιοθετήθηκε από τη Βουλή των Λόρδων στη Norwich Pharmacal - ανωτέρω - , η οποία στη συνέχεια εφαρμόστηκε και αναπτύχθηκε σε σειρά άλλων υποθέσεων, όπως την P v. T Ltd
(1997)1 WLR 1309. Σ' αυτήν, η Norwich Pharmacal επεκτάθηκε έτσι ώστε η αποκάλυψη εναντίον εναγομένου να είναι δυνατό να προσφέρει στον ενάγοντα τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσει τους καρπούς της αποκάλυψης για να εγερθεί αγωγή εναντίον τρίτου προσώπου έστω και αν δεν θα ήταν δυνατό να διακριβωθεί χωρίς τις πληροφορίες, κατά πόσο το τρίτο αυτό πρόσωπο, διέπραξε αστικό αδίκημα εναντίον του ενάγοντα. Περαιτέρω, στην Ashworth Hospital Authority v. MGN Ltd
(2002)UKHL 29, η Βουλή των Λόρδων αποφάσισε ότι ως θέμα αρχής δεν χρειάζεται η δικαιοδοσία αποκάλυψης να περιορίζεται στην αποκάλυψη της ταυτότητας του αδικοπραγούντος εναντίον τρίτου προσώπου που αναμείχθηκε στην αδικοπραξία μόνο σε υποθέσεις αστικών αδικημάτων, αλλά η δικαιοδοσία αυτή είναι γενικής φύσεως, στο δίκαιο της επιείκειας, εφαρμόσιμη οποτεδήποτε ένα πρόσωπο, εναντίον του οποίου διατάσσεται η αποκάλυψη, αναμείχθηκε («mixed up») σε παράνομες ενέργειες που επεμβαίνουν και παραβιάζουν τα νόμιμα δικαιώματα του ενάγοντα. Και ενώ αρχικά το διάταγμα εκδιδόταν με αναφορά στην αναγκαιότητα αποκάλυψης της ταυτότητας του αδικοπραγούντος, στην πορεία μετεξελίχθηκε ώστε να είναι δυνατή και η συλλογή διαφόρων σχετικών πληροφοριών, (Mercantile Group (Europe) AG v. Aiyela
(1994)Q.B. 366). Στην Carlton Film Distributors Ltd v. VCI Plc
(2003)EWHC 616, η αρχή επεκτάθηκε ακόμη περαιτέρω ώστε να είναι δυνατή η εφαρμογή της σε προτιθέμενη αγωγή παραβίασης συμβατικών υποχρεώσεων. Η υπόθεση αφορούσε την αποκάλυψη πληροφοριών από τρίτο άτομο το οποίο κατασκεύαζε εμπορεύματα εκ μέρους του προτιθέμενου εναγόμενου στην αγωγή που θα εγειρόταν, ώστε ο προτιθέμενος ενάγων να μπορούσε να διαμορφώσει με ακρίβεια την αξίωση του. Οι πρϋποθέσεις εξέτασης και έκδοσης διατάγματος Norwich Pharmacal συνοψίστηκαν στην Mitsui & Co Ltd v. Nexen Petroleum UK Ltd
(2005)EWHC 625, όπου λέχθηκε ότι: «(
- i)a wrong must have been carried out, or arguably carried out, by an ultimate wrongdoer; (
- ii)there must be the need for an order to enable action to be brought against the ultimate wrongdoer; and (iii) the person against whom the order is sought must: (
- a)be mixed up in so as to have facilitated the wrongdoing; and (
- b)be able or likely to provide the information necessary to enable the ultimate wrongdoer to be sued.» Σε μετάφραση: «(
- i)πρέπει να έχει λάβει χώραν ή κατ΄ ισχυρισμόν να έχει λάβει χώραν μια αδικοπραξία από ένα τελικό αδικοπραγούντα, (
- ii)πρέπει να διαπιστώνεται ανάγκη για την έκδοση διατάγματος ώστε να είναι δυνατή η έγερση αγωγής εναντίον του τελικού αδικοπραγούντος και (iii) το πρόσωπο εναντίον του οποίου επιδιώκεται η έκδοση πρέπει: (α) να έχει αναμειχθεί κατά τρόπο που να έχει διευκολύνει την αδικοπραξία και (β) να είναι σε θέση ή πιθανόν να είναι σε θέση να παράσχει τις αναγκαίες πληροφορίες που θα καταστήσουν δυνατή την έγερση αγωγής εναντίον του τελικού αδικοπραγούντος.» Βεβαίως, η δυνατότητα έκδοσης του διατάγματος τελεί πάντοτε υπό την αίρεση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου το οποίο δεν θα ικανοποιήσει το αίτημα εάν οι πληροφορίες μπορούν να ληφθούν με κάποιο άλλο διαθέσιμο τρόπο ή το Δικαστήριο δεν πεισθεί ότι υπάρχει πράγματι πρόθεση έγερσης αγωγής εναντίον του αδικοπραγούντος. Περαιτέρω, το Δικαστήριο θα ζυγίσει παράγοντες όπως τη σοβαρότητα της συμπεριφοράς του κατ΄ ισχυρισμόν αδικοπραγούντος, (Interbrew SA v. Financial Times Ltd The Times 4.1.2002). Το ζητούμενο δεν είναι η ευκολία ή η επιθυμία λήψης των πληροφοριών, αλλά η αναγκαιότητα του όλου εγχειρήματος. Εάν υπάρχουν γεγονότα τα οποία χρήζουν διερεύνησης κατά τη δίκη, δεν θεωρείται πρέπον να εκδοθεί διάταγμα τύπου Norwich Pharmacal επί αιτήματος πριν την ίδια τη δίκη. Το διάταγμα δεν αποσκοπεί στην απλή ικανοποίηση της λήψης στοιχείων για σκοπούς περιέργειας.» Με βάση το περιεχόμενο του γενικώς οπισθογραφημένου κλητήριου, τη φύση των αιτούμενων θεραπειών, οι οποίες αφορούν κυρίως σε παράβαση εμπιστευτικής σχέσης, δόλιες αποξενώσεις περιουσιακών στοιχείων της Εναγομένης 1 και αμέλεια, καθώς και την ένορκη δήλωση ικανοποιούμαι ότι η Ενάγουσα έχει αποκαλύψει στο δικόγραφο της σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και γενικότερα γνωστές στον Νόμο βάσεις αγωγής. Αναφορικά με τη δεύτερη προϋπόθεση, ήτοι την ορατή πιθανότητα επιτυχίας της Αγωγής, σημειώνεται πως αποτελεί λόγο ένστασης ότι η Αιτήτρια δεν νομιμοποιείται στην έγερση της Αγωγής. Αυτός ο λόγος δεν αναλύεται στην ένορκη δήλωση του Εναγομένου 2 που συνοδεύει την ένσταση, παρά μόνο στην αγόρευση της η δικηγόρος των Καθ΄ ων αναφέρει πως κατά τον χρόνο μεταβίβασης στην Αιτήτρια μετοχών της εταιρείας Αστικά Λεωφορεία Λάρνακας Λτδ (προφανώς πρόκειται για την ΠΕΑΛ για την οποία θα γίνει αναφορά και κατωτέρω) είχε ήδη αρχίσει η διαδικασία εκκαθάρισης της τελευταίας και επομένως, με βάση το άρθρο 216 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113, η μεταβίβαση είναι άκυρη. Η δικηγόρος αναφέρει επίσης πως στις 26.5.21 εκδόθηκε διάταγμα εκκαθάρισης της και διορίστηκε ο Επίσημος Παραλήπτης ως προσωρινός εκκαθαριστής της. Εκτός του ότι η αγόρευση δικηγόρου δεν αποτελεί μαρτυρία στα πλαίσια της Αίτησης, αυτές οι θέσεις παραμένουν γενικές και αόριστες, καθιστώντας αδύνατο στο Δικαστήριο να τις συσχετίσει με το καθεστώς των μετοχών της Αιτήτριας και τις εξετάσει, έστω και για σκοπούς της υπό κρίση ενδιάμεσης διαδικασίας. Στην ένορκη του δήλωση ο ΝΚ προβάλλει ως βασικό ισχυρισμό πως ο Εναγόμενος 2, ως ο ιθύνων νους, ελέγχει πλήρως το διοικητικό συμβούλιο της Εναγομένης 1 και ασκεί δόλια την οικονομική της διαχείριση, και πως στη βάση κοινού σχεδίου με τους Εναγόμενους 3 και 4 παράνομα αποξενώνουν τα περιουσιακά στοιχεία, και ειδικότερα τα έσοδα από τη λειτουργία, της Εναγομένης 1. Αποτελεί κοινό έδαφος πως η Εναγομένη 1 είναι εταιρεία δεόντως εγγεγραμμένη στον Έφορο Εταιρειών και ασχολείται με τη διεξαγωγή εσωτερικών οδικών επιβατικών μεταφορών σε τακτικές γραμμές με τη χρήση αδειοδοτημένων λεωφορείων και οχημάτων τα οποία και οφείλει να συντηρεί. Η Εναγομένη 1 παρείχε τέτοιες υπηρεσίες δυνάμει συμφωνίας με την Κυπριακή Δημοκρατία ημ. 2.12.09, Τεκμήριο 3 στην ένορκη δήλωση του ΝΚ. Ο ΝΚ ισχυρίζεται πως οι Εναγόμενοι 2-4, χρησιμοποιώντας τη θέση τους και ασκώντας επιρροή, κατά τη διεξαγωγή των εργασιών της Εναγομένης 1, προβαίνουν σε μονομερείς, αυθαίρετες και δόλιες ενέργειες εις βάρος της εταιρείας και προς εξυπηρέτηση προσωπικών τους συμφερόντων. Αποδίδει στους Εναγόμενους 2-4 αποξένωση χρηματικών ποσών της Εναγομένης 1 με τη δημιουργία εικονικών οφειλών της τελευταίας και σύναψη δόλιων συμφωνιών μεταξύ της και τρίτων προσώπων, με τα οποία οι Εναγόμενοι 2-4 εμπλέκονται και έχουν άμεσο ή έμμεσο συμφέρον. Σύμφωνα με τον ΝΚ, οι Εναγόμενοι 2-4 εκμεταλλεύονται τη δυνατότητα υπογραφής επιταγών της Εναγομένης 1 από τα τρία εκ των τεσσάρων υποδειχθέντων στην Τράπεζα προσώπων, και υπογράφουν επιταγές καταδολιεύοντας την Εναγομένη 1 ενώ δεν τηρούν τις διαδικασίες σύγκλησης συνεδριών του διοικητικού συμβουλίου, τήρησης πρακτικών και ψηφοφορίας για τυχόν πληρωμές. Ο Εναγόμενος 2 ισχυρίζεται ότι για σκοπούς σύναψης της σύμβασης με τη Δημοκρατία, περί τον Ιούνιο του 2014 το Κράτος προέβη σε έλεγχο σε όλους τους τομείς της Εναγομένης 1, συμπεριλαμβανομένου και του οικονομικού, μέχρι και τον συγκεκριμένο μήνα, και δεν εντόπισε τα όσα ισχυρίζεται ο ΝΚ. Ο ΝΚ αναφέρεται ειδικότερα στην καταχρηστική και δόλια σύναψη συμφωνιών μεταξύ της Εναγομένης 1 και τρίτων εταιρειών στις οποίες οι Εναγόμενοι 2-4 έχουν συμφέρον και καταβάλλουν ποσά ή προχωρούν στον συμψηφισμό πιστωτικών υπολοίπων της Εναγομένης 1 με τον ΦΠΑ. Προς τούτο επισυνάπτει δύο επιστολές συμψηφισμού που αφορούν την εταιρεία Pefalia Trading Ltd, στην οποία διευθυντές είναι οι Εναγόμενοι 3 και 4, ημ. 6.3.19 και 22.10.18 (προφανώς η αναφορά στην ημερομηνία 14.9.18 είναι λανθασμένη), Τεκμήριο 5. Παρουσιάζει επίσης κατάσταση λογαριασμού, Τεκμήριο 6, στην οποία φαίνεται η οφειλή της Pefalia προς την Εναγομένη 1, ενώ ισχυρίζεται ότι η εταιρεία δεν προβαίνει σε οποιαδήποτε προσπάθεια είσπραξης των οφειλομένων, ούτε καν σε έγερση Αγωγής. Επί τούτου ο Εναγόμενος 2 ισχυρίζεται ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο διευθυντές της Εναγομένης 1 ήταν τρίτα πρόσωπα και όχι οι Εναγόμενοι 2-4 και ότι το μόνο πρόσωπο που γνώριζε τα γεγονότα ήταν ο κ. ΛΛ, τότε πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου της Εναγομένης 1, απορρίπτοντας την όποια εμπλοκή και ή γνώση των Εναγομένων 2-4. Για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας, το Δικαστήριο περιορίζεται να αναφέρει πως οι επιστολές του ΦΠΑ αναφέρονται σε ικανοποίηση του αιτήματος της Εναγομένης 1 για τη μεταφορά πιστωτικού υπολοίπου προς την Pefalia και πως η κατάσταση λογαριασμού αφορά τη χρονική περίοδο από 1.1.10 μέχρι και 31.12.20 και παρουσιάζει χρεώσεις και πιστώσεις. Μέσα από αυτά τα στοιχεία, δεν διαφαίνεται η σχέση της Pefalia με τους Εναγόμενους 3 και 4 αλλά ούτε και η αποδιδόμενη στους Εναγόμενους 2-4 δόλια συμπεριφορά και πρόθεση αναφορικά με τον ΦΠΑ και την κατάσταση λογαριασμού. Μάλιστα, ενώ στην πρώτη συμπληρωματική ένορκη δήλωση του ο ΝΚ παρουσιάζει ηλεκτρονική έρευνα από το αρχείο του Εφόρου Εταιρειών για τη σχέση των Εναγομένων 2-4 με κάποιες εταιρείες, δεν παρουσιάζει οτιδήποτε για την Pefalia. Εδώ κρίνεται σκόπιμο να λεχθεί πως ο ΝΚ παραπέμπει σε επιστολή ημ. 18.6.20 του Υπουργείου Μεταφορών, Επικοινωνιών και Έργων προς την Εναγομένη 1 ζητώντας στοιχεία και εξηγήσεις για τον Εναγόμενο 4, πλην όμως το συνημμένο ως Τεκμήριο 7 στην ένορκη του δήλωση είναι άλλη επιστολή του ιδίου του ΝΚ ημ. 2.1.18 προς το διοικητικό συμβούλιο της Εναγομένης 1. O NK ισχυρίζεται πως η Εναγομένη 1 εργοδοτούσε 16 συνολικά πρόσωπα, του οικογενειακού και φιλικού περιβάλλοντος των Εναγομένων 2-4, τα οποία μεταφέρθηκαν στη νέα εταιρεία η οποία κέρδισε την προσφορά του Κράτους (την οποία έχασε η Εναγομένη 1). Ο ισχυρισμός του Εναγομένου 2 πως ο ΝΚ δεν κατονομάζει τη νέα εταιρεία δεν φαίνεται να βρίσκει έρεισμα αφού στην πρώτη συμπληρωματική ένορκη δήλωση του ο ΝΚ αναφέρει το όνομα της εταιρείας. Επί τούτου θα πρέπει να λεχθεί πως ο ΝΚ αναγνωρίζει ότι η Εναγομένη 1 έχασε μεν την προσφορά, όμως αναφέρει ότι καταχωρίστηκε Προσφυγή και η απόφαση σε αυτή έχει εφεσιβληθεί. Επομένως διαφαίνεται πως η Εναγομένη 1 προωθεί δικαστική διαδικασία αναφορικά με την απώλεια της προσφοράς, κάτι το οποίο τείνει να καταδείξει την προώθηση και προστασία των συμφερόντων της και όχι πρόθεση για την οικονομική της καταστροφή. Ο ΝΚ ισχυρίζεται πως τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου της Εναγομένης 1 δίδουν οδηγίες προς τη Δημοκρατία για απ΄ ευθείας πληρωμή συγκεκριμένων μετόχων, ιδιοκτητών λεωφορείων, κάτι το οποίο είναι αντισυμβατικό, ενώ στην περίπτωση της Αιτήτριας, η Εναγομένη 1 λαμβάνει τα χρήματα όμως δεν τα καταβάλλει στην Αιτήτρια. Η κατάσταση λογαριασμού, Τεκμήριο 8, απλώς φαίνεται να δείχνει τους πιστωτές της Εναγομένης 1 οι οποίοι θα πληρωθούν απ΄ ευθείας από τη Δημοκρατία μόνο για τον μήνα Ιούλιο του 2019, ανάμεσα στους οποίους όμως δεν περιλαμβάνεται η Αιτήτρια. Αξίζει να σημειωθεί πως ο Εναγόμενος 2 απορρίπτει την όποια συνεννόηση της Εναγομένης 1 για απ΄ ευθείας πληρωμή και επεξηγεί πως η Εναγομένη 1 είχε ανάγκη και προέβη σε προσφορές για συνεργασία με εταιρείες εκτός των μετόχων της και πως οι ίδιες οι εταιρείες ζητούσαν εξόφληση από τη Δημοκρατία και απλά η Εναγομένη 1 υποχρεωνόταν να ανταποκριθεί στα πλαίσια των οικονομικών της δυνατοτήτων. Ο ΝΚ αναφέρεται σε συμφωνία ημ. 11.6.19 παροχής συμβουλευτικών υπηρεσιών με πρόσωπο συγγενικό του Εναγομένου 2, χωρίς απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της Εναγομένης 1, ενώ μάλιστα υπήρχε τέτοια συμφωνία με ημ. 2.4.19 και με κανένα τρόπο δεν δικαιολογείται η αμοιβή του. Με βάση το περιεχόμενο της συμφωνίας ημ. 11.6.19 και το τιμολόγιο ημ. 31.5.19 για την αμοιβή του για τον μήνα Μάιο του 2019 δυνάμει της συμφωνίας ημ. 2.4.19, Τεκμήριο 9, διαφαίνεται ότι ενδεχομένως η συμφωνία ημ. 11.6.19 να ακολουθεί της λήξης και ή του τερματισμού της προγενέστερης συμφωνίας ημ. 2.4.19. Επιπλέον, ο Εναγόμενος 2 ισχυρίζεται ότι οι υπηρεσίες και η συμφωνία ήταν εν γνώση της Αιτήτριας και έτυχαν της έγκρισης της Δημοκρατίας. Ο ΝΚ παρουσιάζει σειρά επιστολών ημ. 10.6.14 μέχρι και 28.2.20, Τεκμήριο 10, με τις οποίες «καταγγέλλει» τη στάση του διοικητικού συμβουλίου της Εναγομένης 1. Ο Εναγόμενος 2 επισημαίνει πως οι πλείστες επιστολές είναι ανυπόγραφες και δεν είναι βέβαιο κατά πόσο αυτές έχουν σταλεί και ή παραληφθεί. Διαφαίνεται όμως πως η Αιτήτρια ήγειρε ζητήματα εδώ και αρκετά έτη, εξ ου και σύμφωνα με τον ΝΚ έχουν εγερθεί και άλλες δικαστικές διαδικασίες. Επίσης ο ΝΚ κάνει λόγο για αθέτηση της απόφασης του διοικητικού συμβουλίου για συμψηφισμό του εκάστοτε τριμηνιαίου πιστωτικού υπολοίπου ΦΠΑ προς όφελος της Εναγομένης 1 με την εταιρεία ΠΕΑΛ Αστικά Λεωφορεία Λάρνακας Λτδ (τα δικαιώματα και υποχρεώσεις της οποίας ανέλαβε η Αιτήτρια), μέχρι ποσού εκ €118.000 και τελικώς τον αυθαίρετο συμψηφισμό μόνο ποσού εκ €80.000. Το πρακτικό και οι επιστολές που παρουσιάζει, Τεκμήρια 12 και 13, φαίνεται να αναφέρουν όσα προβάλλει ο ΝΚ. Ο Εναγόμενος 2 ισχυρίζεται ότι τελικώς έγινε συμψηφισμός ΦΠΑ προς όφελος της Αιτήτριας για ποσό εκ €120.000. Αυτό το γεγονός τείνει να καταδείξει τη διευθέτηση της οφειλής του ΦΠΑ, ενώ ο ισχυρισμός του ΝΚ πως κάποιοι διευθυντές της ΠΕΑΛ και της Αιτήτριας διώκονται ποινικά στο ΕΔ Λάρνακας φαίνεται να παραμένει γενικός και αόριστος. Ο ΝΚ αναφέρεται επίσης σε επιστολή της Εναγομένης 1 για τραπεζική εντολή προς όφελος της για το ποσό των €10.000 μηνιαίως, μέχρι την καταβολή του συνολικού ποσού των €200.000, το οποίο όφειλε η ΠΕΑΛ και θα αναλάμβανε η Εναγομένη 1 εφόσον αυτή οφείλει στην ΠΕΑΛ ποσά, αίτημα το οποίο η Τράπεζα Κύπρου έκανε δεκτό και τελικώς η Εναγομένη 1, εντελώς αδικαιολόγητα την ακύρωσε τον Μάρτιο του 2020 και έκτοτε δεν καταβάλλει αλλά οικειοποιείται το ποσό των €10.000 μηνιαίως. Ο Εναγόμενος 2 αναφέρεται στην ανωτέρω διευθέτηση - συμψηφισμό με τον ΦΠΑ, ισχυριζόμενος ότι είναι παράλογο η Αιτήτρια να έχει ακόμα απαίτηση από την Εναγομένη 1. Περαιτέρω, ο Εναγόμενος 2 αναφέρει πως η τραπεζική εντολή ουδέποτε ακυρώθηκε αλλά απλώς ανεστάλη λόγω κάποιων δυσκολιών ρευστότητας της Εναγομένης 1 και από τον Φεβρουάριο του 2020 η αναστολή ακυρώθηκε και η Εναγομένη 1 καταβάλλει τη μηνιαία δόση κανονικά και μέχρι στιγμής έχει καταβάλει στην Αιτήτρια το συνολικό ποσό των €30.000, το οποίο η τελευταία δεν αποκαλύπτει. Ο ΝΚ στη δεύτερη συμπληρωματική ένορκη δήλωση παρουσιάζει επιστολή ημ. 19.4.21 της Εναγομένης 1, Τεκμήριο 1 με την οποία ζητά από τον ΝΚ την υπογραφή του για παύση της τραπεζικής εντολής, όπως έπραξαν οι υπόλοιποι Εναγόμενοι 2-4 και το σχετικό αίτημα αναστολής της, Τεκμήριο 1Β, από την οποία διαφαίνεται ότι υπάρχει αίτημα αναστολής της εντολής από τον Μάιο του 2020, εξ ου και προφανώς ο ΝΚ ισχυρίζεται ότι από τον Μάιο του 2020 δεν εκτελείται η εν λόγω εντολή. Ο ΝΚ αποδίδει στον Εναγόμενο 2 συνάντηση με τον Υπουργό Μεταφορών στην οποία συμμετέχουν εκπρόσωποι της Εναγομένης 1 δικής του (Εναγομένου 2) προτίμησης και επιλογής και αποκλείοντας τον ΝΚ, αναφορικά με την οφειλή της Δημοκρατίας προς την εταιρεία ύψους €3.5εκ. Καταλογίζει επίσης στον Εναγόμενο 2 ότι δεν τήρησε τα συμφωνηθέντα ως προς το να προβεί σε συμφωνία με τη Δημοκρατία για να καταβάλει στην Εναγομένη 1 το εν λόγω ποσό το οποίο, μετά την πληρωμή άλλων υποχρεώσεων της Εναγομένης 1, θα καταβάλλετο στους μετόχους της σύμφωνα με το ποσοστό συμμετοχής τους στην εταιρεία. Σε αυτό το πλαίσιο ο ΝΚ ισχυρίζεται ότι οι Εναγόμενοι 2-4 δημιούργησαν οφειλές της Εναγομένης 1 προς εταιρείες δικών τους συμφερόντων και στις οποίες προτίθενται να προβούν σε πληρωμή, μετά τη σύναψη της ανωτέρω συμφωνίας με τη Δημοκρατία. Προς τούτο παρουσιάζει κατάσταση λογαριασμού, Τεκμήριο 15, σύμφωνα με την οποία η Εναγομένη 1 παρουσιάζει ως πιστωτή της την εταιρεία Pantelides Bros Transport Ltd, συμφερόντων των Εναγομένων 2-4. Η κατάσταση δείχνει οφειλή της Pantelides προς €71.745,58, οφειλή την οποία σημειώνεται ότι και ο Εναγόμενος 2 αναγνωρίζει και μάλιστα ισχυρίζεται ότι η εταιρεία κίνησε Αγωγή εναντίον της Εναγομένης 1 προς τούτο. Η αναφορά στην εγγυητική και οι εκατέρωθεν ισχυρισμοί θεωρώ ότι δεν δύνανται να αποτελέσουν αντικείμενο ενασχόλησης στην παρούσα από τη στιγμή που αυτή (η εγγυητική) αποτελεί αντικείμενο άλλης Αγωγής και εκδοθέντος απαγορευτικού διατάγματος. Αποτελεί βασικό ισχυρισμό του ΝΚ πως η Αιτήτρια έχει εκδώσει το τιμολόγιο ημ. 30.4.20 για €48.000 για μπογιατίσματα των οχημάτων της ενώ εισέπραξε μόνο €10.000, Τεκμήριο 18, ενώ ο Εναγόμενος 2 αναφέρει ότι με βάση τη συμφωνία με τη Δημοκρατία έπρεπε όλα τα λεωφορεία να είχαν το ίδιο χρώμα και ότι η Αιτήτρια είναι η μοναδική εταιρεία η οποία εισέπραξε από την Εναγομένη 1 το ποσό της γι΄ αυτό. Ο ΝΚ ισχυρίζεται ότι η Εναγομένη 2 της οφείλει περίπου €1.180.414 για τη χρονική περίοδο μεταξύ Ιανουαρίου του 2010 και Ιουνίου του 2016 και €512.869,03 από τότε μέχρι και τις 30.6.20 και παρουσιάζει κάποιες καταστάσεις, Τεκμήριο 19, στις οποίες φαίνεται η Εναγομένη 1 να πληρώνει ποσά όχι όμως στην Αιτήτρια. Ο Εναγόμενος 2 με τη σειρά του παρουσιάζει κατάσταση λογαριασμού, Τεκμήριο 4, η οποία δείχνει την εξόφληση της Αιτήτριας στις 31.12.18 και την ύπαρξη οφειλόμενου υπόλοιπου εκ €8.000 στις 10.8.19, ενώ εξακολουθούν να γίνονται πληρωμές προς την Αιτήτρια με την τελευταία στις 10.8.19. Εδώ σημειώνεται πως ο ΝΚ αναφέρει ότι η Αιτήτρια έχει εγείρει Αγωγή εναντίον της Εναγομένης 1 για το ισχυριζόμενο οφειλόμενο υπόλοιπο. Σύμφωνα με τον ΝΚ, λόγω αυτής της κατάστασης από τον Ιούλιο του 2020 η Εναγομένη 1 δεν διεξάγει εργασίες και δεν διαθέτει προσωπικό και παρά τις διαβεβαιώσεις πως θα γινόταν συνεδρία του διοικητικού συμβουλίου για απόφαση επί του τρόπου έκδοσης επιταγών, τελικώς αυτό δεν έγινε. Παρά ταύτα, στις 8.8.20 οι Εναγόμενοι 2-4 άνοιξαν τα γραφεία της Εναγομένης 1 και κάλεσαν μια πρώην υπάλληλο να περάσει νέα τιμολόγια πιστωτών (παρόλο που δεν διεξάγει εργασίες) και να εκδώσει επιταγές πληρωμών τους, ανάμεσα στους οποίους και ποσό €1.000 στον Εναγόμενο 3. Η κατάσταση λογαριασμού, Τεκμήριο 20, την οποία παρουσιάζει δείχνει μια πληρωμή ποσού €1.000 στις 14.8.20 και άλλες πληρωμές, χωρίς όμως να φαίνεται ότι πρόκειται για οφειλές που έχουν δημιουργηθεί μετά τις 8.8.20. Τέλος, ο ΝΚ ισχυρίζεται ότι οι Εναγόμενοι 2-4 έδωσαν οδηγίες για τη μεταφορά και αποθήκευση του εξοπλισμού της Εναγομένης 1 χωρίς οποιαδήποτε εξήγηση ή απόφαση του διοικητικού συμβουλίου ως προς το ζήτημα. Εξ ου και ο ΝΚ ισχυρίζεται πως η παρούσα Αγωγή αφορά και περιορίζεται στην προστασία της Εναγομένης 1 καθότι θεωρεί ότι έχει ήδη αποξενωθεί ποσό €500.000, και πως θα πρέπει να εκδοθεί και το αιτούμενο διάταγμα αποκάλυψης ούτως ώστε να διαφανεί η όλη κατάσταση και έκταση του ισχυριζόμενου δόλιου σχεδίου των Εναγομένων 2-4. Ο Εναγόμενος 2 με τη σειρά του αποδίδει στην Αιτήτρια πρόθεση οικονομικού ελέγχου της Εναγομένης 1 μέσω διαφόρων δικαστικών διαδικασιών εναντίον της και αγνοώντας τις συμβατικές της υποχρεώσεις. Αποδίδει στον ΝΚ άρνηση υπογραφής επιταγών, ισχυρισμό τον οποίο ο ΝΚ αρνείται στη δεύτερη συμπληρωματική ένορκη του δήλωση, παρουσιάζοντας έγγραφα που δείχνουν ότι υπέγραψε επιταγές για την αμοιβή του λογιστή της Εναγομένης 1 για την ετοιμασία των οικονομικών καταστάσεων της για το έτος 2019 και μηχανικού για εκτελεσθείσες εργασίες. Με βάση όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, και για σκοπούς της υπό κρίση ενδιάμεσης διαδικασίας, θεωρώ ότι η Αιτήτρια προβάλλει απλώς γενικούς ισχυρισμούς. Τα έγγραφα ή στοιχεία τα οποία η ίδια παρουσιάζει προς υποστήριξη των θέσεων της δεν φαίνεται να επιτυγχάνουν κάτι τέτοιο αφού δεν τείνουν να καταδείξουν τα όσα ισχυρίζεται, και ειδικότερα την ισχυριζόμενη παράβαση καθήκοντος, δόλο και αμέλεια από πλευράς των Εναγομένων 2-4 εις βάρος της Εναγομένης 1 και για δικό τους όφελος. Επιπλέον, συγκεκριμένοι ισχυρισμοί της Αιτήτριας φαίνεται να αντικρούονται από τις θέσεις και τα έγγραφα της πλευράς των Εναγομένων. Βασικά, στα πλαίσια της υπό κρίση διαδικασίας, το Δικαστήριο διαπιστώνει πως οι θέσεις της Αιτήτριας παραμένουν απλές τοποθετήσεις και υποψίες, εικασίες και πιθανολογήσεις, χωρίς να βρίσκουν έρεισμα στα γεγονότα και στα έγγραφα τα οποία η ίδια η Αιτήτρια επικαλείται και παρουσιάζει, αλλά αντιθέτως διαφαίνεται ότι προβάλλονται και απαντήσεις από την άλλη πλευρά. Σαφώς η μαρτυρία προς απόδειξη της Αγωγής θα προσκομιστεί κατά την ακρόαση και θα τύχει αξιολόγησης για σκοπούς κατάληξης σε τελικά ευρήματα, πλην όμως αυτό δεν αναιρεί την υποχρέωση παρουσίασης και σε αυτό το στάδιο εκείνης της μαρτυρίας η οποία, για σκοπούς της παρούσας ενδιάμεσης διαδικασίας, τείνει να υποστηρίξει την Αίτηση και θα ήταν ικανή να καταδείξει ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Ορατή σημαίνει να δύναται να εκτιμηθεί σήμερα ότι, αν μια τέτοια μαρτυρία γίνει αποδεκτή κατά την ακρόαση, θα μπορούσε σε τελικό στάδιο να στοιχειοθετήσει κάποιαν από τις βάσεις της Αγωγής. Στην προκειμένη περίπτωση, θεωρώ ότι στις βάσεις τις οποίες προωθεί η Αιτήτρια, ήτοι παράβαση καθήκοντος, δόλο και ή αμέλεια, δεν έχει παραμείνει κάτι το οποίο αξιολογούμενο θα μπορούσε, ακόμα και αν γινόταν δεκτό στο τέλος, να στοιχειοθετήσει επιτυχία αυτών των βάσεων. Επομένως, η μαρτυρία για τα πιο πάνω ζητήματα δεν κρίνεται ικανή να καταδείξει τέτοια πιθανότητα, πάντοτε στα πλαίσια και για σκοπούς της υπό κρίση Αίτησης. Οι πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου βρίσκουν έρεισμα στην προαναφερόμενη υπόθεση Κυτάλα κ.ά. ν. Χρυσάνθου κ.ά. (ανωτέρω) και στο σύγγραμμα Διατάγματα, Ερωτοκρίτου και Αρτέμη
(2016), και ειδικότερα στο ακόλουθο απόσπασμα από τη σελ. 123: «Το επίπεδο απόδειξης δεν είναι πολύ ψηλό. Αναμένεται από τον ενάγοντα μέσα από τα δικόγραφα του να εγείρει το αγώγιμο δικαίωμα του, το οποίο ισχυρίζεται ότι παραβιάζει ο εναγόμενος και να υποστηρίξει τους ισχυρισμούς του με στοιχεία που θα παραθέσει στην ένορκη του δήλωση. Όμως η ύπαρξη αγώγιμου δικαιώματος δεν είναι αρκετή. Ταυτόχρονα θα πρέπει να παραθέσει στοιχεία ότι ο εναγόμενος δεν έχει δικαίωμα να του παραβιάζει τα δικαιώματα του. Δεν χρειάζεται στο ενδιάμεσο στάδιο να αποδείξει το ουσιαστικό του δικαιώματος, αλλά να πείσει το δικαστήριο ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις υπέρ της ύπαρξης του. . αυτό δεν σημαίνει ότι η προβολή και μόνο ενός ισχυρισμού θα θεωρηθεί αρκετή. Η διακρίβωση της πιθανότητας επιτυχίας γίνεται με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία. Γι΄ αυτό και είναι επάναγκες όπως η μαρτυρία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια στα γεγονότα από τα οποία καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας. Στην ένορκη δήλωση πρέπει να αποφεύγονται οι γενικότητες.» (Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Σχετικά παραπέμπω επίσης στην πιο πρόσφατη υπόθεση Hazelwood Investment & Finance Ltd v. Manuel κ.ά., Πολ. Έφ. Ε14/17 και Ε209/17, ημ. 16.7.19, στην οποία η δεύτερη αυτή προϋπόθεση του άρθρου 32 αναλύεται ως εξής: «Η β΄ προϋπόθεση του άρθρου 32 έχει αναλυθεί ερμηνευτικά σε μεγάλο όγκο αυθεντιών. Εκείνο που ο αιτητής οφείλει να πράξει ως προς την ικανοποίηση αυτής της προϋπόθεσης είναι να καταδείξει «σοβαρές ενδείξεις δικαιωμάτων». Στην κλασική υπόθεση επί του θέματος Πουργουρίδη κ.α. ν. Μέζου κ.ά.
(1994)1 Α.Α.Δ. αναφέρθηκε: «Η δεύτερη προϋπόθεση επιβάλλει στις εφεσείουσες να δείξουν ότι έχουν πιθανότητα επιτυχίας. Όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates and Others
(1982)1 C.L.R. 557, η έννοια της πιθανότητας περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι το μέτρο απόδειξης στις αστικές υποθέσεις. Σύμφωνα με την Odysseos (πιο πάνω), στη σελίδα 569 η πιθανότητα στα πλαίσια της επιφύλαξης του άρθρου 32
(1)του Νόμου 14/60, απαιτεί από τις εφεσείουσες να δείξουν ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας.» Είναι εδραιωμένο αλλά και κοινή γνώση πως το Δικαστήριο κατά την εξέταση ειδικά της β΄ προϋπόθεσης αποφεύγει την σε βάθος ανάλυση των επίδικων σχέσεων και δεν μπορεί να εξάγει τελικά ή δεσμευτικά συμπεράσματα επ΄ αυτών. (βλ. Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστοφόρου κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248), Επίσημος Παραλήπτης κ.ά. ν. Nicantony Trading Co.Ltd,
(1998)1 A.A.Δ. 1653, Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co. Ltd and other
(2002)1Γ A.A.Δ. 2015). Όπως σοφά ετέθη στις υποθέσεις T.A. Micrologic Computer Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 A.A.Δ. 1802 και Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Beogradska Banka A.D.
(1999)1 A.A.Δ. 225, δεν χρειάζεται «η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του.»» (Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο δεν ικανοποιείται ότι η Αιτήτρια κατάφερε να παρουσιάσει τέτοια μαρτυρία η οποία να καταδεικνύει ότι έχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας στην παρούσα Αγωγή. Οι πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου προδιαγράφουν την περαιτέρω πορεία της Αίτησης η οποία και δεν μπορεί να πετύχει, χωρίς να καθίσταται αναγκαία η ενασχόληση με τους υπόλοιπους λόγους ένστασης ή τα ζητήματα που εγείρονται στα πλαίσια της παρούσας. Σαφώς η Αίτηση δεν μπορεί να πετύχει είτε αναφορικά με την έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων, την οριστικοποίηση του μονομερώς εκδοθέντος διατάγματος είτε αναφορικά με την έκδοση του διατάγματος αποκάλυψης Norwich Pharmacal. Ως εκ τούτου η Αίτηση αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Το προσωρινό διάταγμα ημ. 22.9.20 ακυρώνεται. Τα έξοδα της Αίτησης επιδικάζονται υπέρ των Εναγομένων - Καθ΄ ων η Αίτηση και εναντίον της Ενάγουσας - Αιτήτριας, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ................................ ΄Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Ε.Ε./Γ.Ι. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο