← Κύπρος

TOTAL FIL LTD ν. Δίγκλης, Αρ. Αγωγής: 278/14, 22/2/2022

TOTAL FIL LTD ν. Δίγκλης, Αρ. Αγωγής: 278/14, 22/2/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2022:A23 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Παπανδρέου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 278/14 Μεταξύ: TOTAL FIL LTD, εκ Λάρνακος Ενάγοντα -και- XXXXX Δίγκλης, εκ Λάρνακος Εναγόμενου Αίτηση ημερ. 9.11.20 για διακοπή της Αγωγής Ημερομηνία: 22.2.22 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα: κος Γ. Αργυρίδης για Γ. Αργυρίδης & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για Εναγόμενο: κος Η. Χρίστου για Ηλίας Χρίστου Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ Εισαγωγή

  1. Με την αγωγή τους οι Ενάγοντες αξιώνουν εναντίον του Εναγόμενου (α) διάταγμα του Δικαστηρίου διατάττον τον Εναγόμενο και/ή τους αντιπροσώπους του και/ή τους υπηρέτες του να παύσει να προβαίνει σε πράξεις διοίκησης και/ή λειτουργίας και/ή διαχείρισης του Γυμναστηρίου «TOTALFIT» στην Λάρνακα το, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς τους, είναι ιδιοκτησίας των Εναγόντων, (β) διάταγμα του Δικαστηρίου διατάττον τον Εναγόμενο και/ή τους αντιπροσώπους του και/ή τους υπηρέτες του να παύσει να παρουσιάζεται στους πελάτες του Γυμναστηρίου «TOTALFIT» ως υπάλληλος και/ή διευθυντής του και (γ) διάταγμα του Δικαστηρίου διατάττον τον Εναγόμενο και/ή τους αντιπροσώπους του και/ή τους υπηρέτες του να παύσει να αναμειγνύεται στην λειτουργία και/ή την διεξαγωγή των εργασιών του Γυμναστηρίου «TOTALFIT» (η «Αγωγή»).
  2. Το θέμα που καλείται το Δικαστήριο να επιλύσει στα πλαίσια της υπό κρίση αίτησης (η «Αίτηση») είναι κατά πόσο θα πρέπει να παρασχεθεί άδεια στους Ενάγοντες να διακόψουν την Αγωγή και, εάν ναι, υπό ποιους όρους.
  3. Αφετηρία του υπό εξέταση ζητήματος αποτελεί το ίδιο το λεκτικό της Διαταγής 15 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, επί της οποίας η Αίτηση στηρίζεται. Η Διαταγή 15 θεσμός 1 χωρίζεται σε δύο μέρη με αναφορά στο σημείο που βρίσκεται η διαδικασία: το πρώτο σκέλος αφορά στα της διακοπής της αγωγής όταν η διακοπή επιχειρείται πριν την παραλαβή της υπεράσπισης του Εναγόμενου ή κατόπιν της παραλαβής της υπεράσπισης του Εναγόμενου, αλλά πριν από τη λήψη οποιουδήποτε άλλου διαβήματος στην αγωγή, πλην της αίτησης για προσωρινό διάταγμα. Σε αυτή την περίπτωση, η αγωγή μπορεί να διακοπεί με την καταχώρηση γραπτής ειδοποίησης, ο ενάγοντας υποχρεούται όπως καταβάλει τα έξοδα του εναγόμενου και η διακοπή της αγωγής δεν αποτελεί υπεράσπιση σε τυχόν μεταγενέστερη αγωγή. Το δεύτερο σκέλος αφορά στα της διακοπής μιας αγωγής όταν η διακοπή επιχειρείται σε οποιοδήποτε άλλο στάδιο της διαδικασίας. Σε μια τέτοια περίπτωση ο ενάγοντας θα πρέπει να λάβει την άδεια του Δικαστηρίου για να τη διακόψει. Το Δικαστήριο δύναται ("may") να παραχωρήσει άδεια για διακοπή της αγωγής θέτοντας όρους ως προς τα έξοδα, ως προς το δικαίωμα του Ενάγοντα για επανακαταχώρηση της ή άλλως πως όπως κρίνει δίκαιο ("and otherwise as may be just").
  4. Στην Κοτσωνια ν. Αντωνίου

(2001)1 ΑΑΔ 975, με αναφορά στην Tsirou v. Shitta
(1974)6 JSC 753 διευκρινίστηκε ότι: «Η διακοπή της διαδικασίας δεν αποτελεί εμπόδιο για την καταχώρησης μιας νέας αγωγής που θα βασίζεται πάνω στην ίδια βάση, εκτός αν υπάρχει προς τούτο ρητή απαγορευτική πρόνοια»
  1. Όπως δε αναφέρεται στο Σύγγραμμα The Annual Practice 1958, Τόμος 1, σελ. 594: "But when the plaintiff has to obtain leave, it is only by the discretion of the Judge that he can discontinue with the right of bringing another action".
  2. Στην απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου στην υπόθεση Παμπορίδης v. Κτηματική Τράπεζα Κύπρου Λτδ
(1995)1 ΑΑΔ 670 επεξηγείται ότι: «Το ζήτημα καλύπτεται από τη Δ.15 των Θεσμών Περί Πολιτικής Δικονομίας. Οι προεκτάσεις της εξηγήθηκαν στις υποθέσεις Kypreos v. Kypreos
(1984)1 C.L.R.565 και Eleftheriades v. Cyprus Hotels
(1985)1 C.L.R.
  1. Με τη θέσπιση της η ελευθερία που αναγνωριζόταν στον Ενάγοντα για απόσυρση της αγωγής, οποτεδήποτε, διατηρώντας δικαίωμα επαναφοράς της αιτίας της αγωγής που αποτελούσε το αντικείμενο της με νέα αγωγή ή σε μεταγενέστερη διαδικασία, δεν υπάρχει πλέον. Ο Ενάγων μπορεί να αποφασίσει αν θα προωθήσει την αγωγή του ή αν θα την αποσύρει. Αυτό είναι δικό του προνόμιο και είναι ο κανόνας πως στο βαθμό που η απόσυρση της αγωγής διενεργείται για να οδηγηθεί η ορισμένη αντιδικία σε οριστικό τέλος, ούτε ο Εναγόμενος έχει λόγο αλλά ούτε και το Δικαστήριο. Εκείνο που δεν δικαιούται να κάμει είναι να τερματίσει οποτεδήποτε θέλει τη διαδικασία διατηρώντας μονομερώς το δικαίωμα να επανέλθει στα ίδια. Οι περιορισμοί εν προκειμένω είναι σαφείς. Ο Ενάγων δικαιούται να διακόψει (discontinue) με γραπτή ειδοποίηση την αγωγή, δηλαδή να την τερματίσει με δικαίωμα καταχώρησης νέας, οποτεδήποτε πριν την παραλαβή της Υπεράσπισης, ή μετά την παραλαβή της πριν προβεί σε οποιοδήποτε άλλο δικονομικό διάβημα (με επιφύλαξη ως προς οποιανδήποτε ενδιάμεση αίτηση). Από εκεί και πέρα ο Ενάγων παύει να είναι dominus litis. Η διακοπή της αγωγής τελεί πλέον υπό την αίρεση της εξασφάλισης άδειας από το Δικαστήριο.»
  2. Στα πλαίσια της υπό κρίση αίτησης, οι μεν Ενάγοντες, αιτούνται την άδεια του δικαστηρίου για να διακόψουν την Αγωγή εφόσον έχουν κλείσει τα δικόγραφα και η Αγωγή έχει ήδη οριστεί για ακρόαση, δηλαδή δεν βρισκόμαστε στο πρώτο στάδιο της Διαταγής 15, αλλά στο δεύτερο στάδιο.
  3. Η Αίτηση συνοδεύεται από την Διαβεβαίωση του κου Ανδρέα Δίγκλη, διευθυντή των Εναγόντων (η «Διαβεβαίωση Δίγκλη») δια μέσου της οποίας οι Ενάγοντες προβάλλουν ότι η αγωγή κατέστη άνευ αντικειμένου καθότι ο Εναγόμενος έχει συμμορφωθεί ήδη με τις αξιώσεις που οι Ενάγοντες προωθούν δια μέσου του Κλητήριου Εντάλματος τους. Προβάλλουν επίσης ότι επιθυμούν να διακόψουν την Αγωγή χωρίς να δημιουργείται προς τούτο δεδικασμένο «εις περίπτωση που ο Εναγόμενος επέμβει εκ νέου παρανόμως στο υπό αναφορά γυμναστήριο».[1] Ζητούν δε όπως τα έξοδα της Αγωγής επιδικαστούν υπέρ τους και εναντίον του Εναγόμενου καθότι, σύμφωνα με τη θέση τους, είναι η δική του παράνομη συμπεριφορά που οδήγησε στην ανάγκη για την έγερση της Αγωγής η οποία κατέστη σήμερα άνευ αντικειμένου καθότι ακριβώς ο ίδιος σταμάτησε να ενεργεί όπως ενεργούσε.
  4. Από την αντίπερα όχθη ο Εναγόμενος με τους 13 Λόγους Ένστασης που προβάλλει απορρίπτει τα όσα οι Ενάγοντες προβάλλουν, ισχυρίζεται ότι η παρούσα αίτηση αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας, υποβάλλεται με υπέρμετρη καθυστέρηση και ισχυρίζεται ότι σε περίπτωση διακοπής δεν θα πρέπει να επιτραπεί τους Ενάγοντες να επανέλθουν στα ίδια με την καταχώρηση νέας αγωγής ενώ σε κάθε περίπτωση τα έξοδα της αγωγής θα πρέπει να επιδικαστούν προς όφελος του Εναγόμενου και εναντίον των Εναγόντων. Η Ένσταση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση του ίδιου του Εναγόμενου (η «ΕΔ Δίγκλη»).
  5. Κατά την εκδίκαση της παρούσας αίτησης αμφότεροι οι συνήγοροι παρέδωσαν στο Δικαστήριο γραπτές αγορεύσεις υποστηρίζοντας τις εκατέρωθεν θέσεις τους. Ειδική αναφορά στο περιεχόμενο της Διαβεβαίωσης Δίγκλη, της ΕΔ Δίγκλη και τις γραπτές αγορεύσεις των μερών θα κάνω πιο κάτω όπου αυτό κρίνεται αναγκαίο.
  6. Στο σημείο αυτό κρίνω σκόπιμο να απασχοληθώ πρωτίστως με το ζήτημα που ο συνήγορος των Εναγόμενων θέτει μέσω της γραπτής του αγόρευσης, ήτοι τη θέση του ότι τα ζητήματα που εγείρουν οι Ενάγοντες δια μέσου της Διαβεβαίωσης Δίγκλη αποτελούν διαζευκτικούς ισχυρισμούς κατά τρόπο ανεπίτρεπτο. Τέτοιο ζήτημα δεν προβλήθηκε ως λόγος ένστασης κατά τρόπο σαφή και συγκεκριμένο, δεν εξειδικεύτηκε στα πλαίσια της ΕΔ Δίγκλη αλλά ούτε και στα πλαίσια της αγόρευσης του συνηγόρου για τον Εναγόμενο εξειδικεύεται σε ποιους ακριβώς ισχυρισμούς των Εναγόντων η πλευρά του αναφέρεται. Αποτέλεσμα τούτου, η θέση του δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή καθότι πρώτον, για πρώτη φορά τέθηκε στα πλαίσια της αγόρευσης του συνηγόρου του και δεύτερον δεν εξειδικεύεται επαρκώς ώστε το Δικαστήριο να είναι σε θέση να την εξετάσει. Κατά τα λοιπά, παρατηρώ ότι, οι θέσεις που προβάλλονται μέσω της Διαβεβαίωσης Δίγκλη είναι σαφείς και ουδείς λόγος υφίσταται για εξαγωγή συμπεράσματος ότι ο Εναγόμενος δεν ήταν θέση να αντιληφθεί και να απαντήσει στις θέσεις που προβλήθηκαν μέσω της Διαβεβαίωσης Δίγκλη, όπως και έπραξε, δια μέσου της μακροσκελούς ένορκης του δήλωσης που συνοδεύει την Ένσταση του στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας. Διαδικασία
  7. Για σκοπούς εξέτασης της Αίτησης θεωρώ ότι είναι χρήσιμο να γίνει αναφορά στο ιστορικό της υπόθεσης όπως αυτό προκύπτει από το δικαστικό φάκελο.
  8. Η Αγωγή καταχωρήθηκε στις 27.1.2014, η Έκθεση Απαίτησης των Εναγόντων στις 13.3.2014, η Υπεράσπιση του Εναγόμενου στις 31.3.
  9. Η δικογραφία ολοκληρώθηκε με την καταχώριση της Απάντησης των Εναγόντων στις 28.4.2014 και η υπόθεση ορίστηκε για την έκδοση οδηγιών από το Δικαστήριο μετά από σχετικό αίτημα της Ενάγουσας ημερομηνίας 23.5.
  10. Στις 2.6.2014 οι Ενάγοντες αποτάθηκαν στο Δικαστήριο μονομερώς και αιτήθηκαν την έκδοση εναντίον του Εναγόμενου, προσωρινού ενδιάμεσου απαγορευτικού διατάγματος. Τελικά, κατά την δικάσιμο της αίτησης στις 3.6.2014 οι Ενάγοντες δεν επέμειναν στην έκδοση προσωρινού διατάγματος και το Δικαστήριο, ασκώντας την διακριτική του ευχέρεια, έδωσε οδηγίες στους Ενάγοντες για την επίδοση της αίτησης στον Εναγόμενο.
  11. Στις 13.6.2014 καταχωρήθηκε ειδοποίηση αλλαγής δικηγόρου για τον Εναγόμενο ο οποίος και καταχώρησε ένσταση στην πιο πάνω αίτηση στις 1.7.
  12. Στις 4.9.2014 καταχωρήθηκε ειδοποίηση αλλαγής δικηγόρου για τους Ενάγοντες οι οποίοι με μεταγενέστερη αίτηση τους αιτήθηκαν άδεια για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης στα πλαίσια της αίτησης για προσωρινό διάταγμα. Κατόπιν παροχής σχετικής άδειας και καταχώρησης της εν λόγω συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης ακολούθησαν και άλλες ενδιάμεσες αιτήσεις. Τελικά, απόφαση εκδόθηκε στις 2.12.2014 δια της οποίας το Δικαστήριο απέρριψε την αίτηση για προσωρινό διάταγμα σημειώνοντας μεταξύ άλλων ότι «διαβήματα αλλαγής δικηγόρου στην εκπροσώπηση των διαδίκων και άλλα ενδιάμεσα αιτήματα των διαδίκων σχετιζόμενα με την αίτηση αυτή, κυρίως από πλευράς της Ενάγουσας, καθυστέρησαν την εκδίκαση της αίτησης επί της ουσίας της.»
  13. Ακολούθως η υπόθεση ορίστηκε για προγραμματισμό στις 7.10.2015, ημερομηνία κατά την οποία και πάλιν ο δικηγόρος του Εναγόμενου αποσύρθηκε από την εκπροσώπηση του και ανέλαβε το χειρισμό της υπόθεσης νέα δικηγόρος. Σε εκείνη την ημερομηνία, η Αγωγή ορίστηκε για ακρόαση στις 23.6.
  14. Κατόπιν, η εκδίκαση της αναβλήθηκε για επαναορίστηκε για ακρόαση στις 12.1.2017 και ακολούθως στις 16.10.2017 και στις 14.6.
  15. Στις 14.6.2018 όπως προκύπτει από το πρακτικό του Δικαστηρίου, οι Ενάγοντες ζήτησαν άδεια να αποσύρουν την αγωγή άνευ βλάβης με την κάθε πλευρά να επωμιστεί τα έξοδα της. Η πλευρά του Εναγόμενου έφερε ένσταση στο να αποσυρθεί ανεπιφύλακτα η Αγωγή και το Δικαστήριο έδωσε οδηγίες όπως το αίτημα των Εναγόντων υποβληθεί γραπτώς. Δόθησαν και προς τούτο οδηγίες για καταχώρηση ένστασης και η υπόθεση ορίστηκε για οδηγίες στις 21.9.
  16. Στις 21.9.2018 οι συνήγοροι δήλωσαν ενώπιον του Δικαστηρίου ότι «η υπόθεση σχετίζεται με την 541/15 που είναι ορισμένη στις 24.9.2018 και δεν καταχωρήθηκε σχετική αίτηση ως οι προηγούμενες οδηγίες του Δικαστηρίου διότι αναμένουμε την εξέλιξη σε εκείνη». Το Δικαστήριο όρισε την Αγωγή για ακρόαση στις 2.4.
  17. Στις 2.4.2019 κατόπιν σχετικών δηλώσεων των μερών η αγωγή ορίστηκε ξανά για οδηγίες στις 17.4.2019 για σκοπούς συμβιβασμού. Στις 17.4.2019 ορίστηκε ξανά για ακρόαση στις 24.2.
  18. Στις 4.9.2019 με ειδοποίηση αλλαγής δικηγόρου ανέλαβαν το χειρισμό της υπόθεσης για τον Εναγόμενο οι δικηγόροι που σήμερα τον εκπροσωπούν. Στις 24.2.20 τα μέρη ζήτησαν από κοινού αναβολή και ανέφεραν ότι απομένει το ζήτημα των δικηγορικών για διευθέτηση της αγωγής. Η υπόθεση ορίστηκε στις 4.5.20 για οδηγίες και ακολούθως για ακρόαση στις 14.1.
  19. Στις 9.11.20 καταχωρήθηκε η υπό κρίση αίτηση.
  20. Στις 14.1.2021 η αγωγή ορίστηκε ξανά για ακρόαση στις 11.5.
  21. Στις 11.5.21 η υπό κρίση αίτηση ορίστηκε για ακρόαση και η ακρόαση της αγωγής αναβλήθηκε και δόθηκαν οδηγίες για την καταχώρηση ένστασης. Διακοπή
  22. Οι παράμετροι οι οποίες διέπουν την παραχώρηση άδειας του Δικαστηρίου για διακοπή τίθενται με σαφήνεια στο ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Kypreos v. Kypreos
(1984)1 C.L.R. 565: "The Rule conditioning withdrawal of proceedings after a certain stage, that is, after a formal step is taken with a view to continuing the litigation after the filing of defence, replaced the common law rule to claim a nonsuit, and the rule of equity entitling a party to dismiss his bill at his own option that permitted the plaintiff to discontinue proceedings at any stage before judgment. The object of the new rule is to ensure no abuse is made of the judicial process. A litigant will not be allowed to withdraw an action in anticipation of the outcome of the proceedings. After a formal step is taken, subsequent to defence, signifying unequivocally a decision to pursue litigation, the leave of the Court is required before a party is allowed to discontinue litigation. A party will not ordinarily be compelled to litigate against his will. This is not the object of the rule requiring leave. The primary purpose of the rule is to empower the Court to refuse leave whenever it is sought thereby to gain a tactical advantage. Graham, J., I believe with respect, put the matter in a nutshell when he said, "The principles to be culled from these cases are, in my judgment, that the Court will, normally at any rate, allow a plaintiff' to discontinue, if he wants to, provided no injustice will be caused to the defendant. It is not desirable that a plaintiff should be compelled to litigate against his will' - Covell Matthews & Partners v. French Wools Ltd. [1977] 2 All E.R. 591 at p. 594, letters A-B." (Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) 24. Τα όσα λέχθηκαν στην εν λόγω υπόθεση υιοθετήθηκαν μεταγενέστερα στις υποθέσεις Πατσαλίδη v. Δίσπυρου
(2006)1Α Α.Α.Δ. 17 και Θεοδώρου v. Μάντη
(2010)1Β Α.Α.Δ.
  1. Αποτελεί κοινό έδαφος ότι η παρούσα αγωγή δεν είναι η μόνη αγωγή που εκκρεμεί με τους ίδιους διάδικους. Εκκρεμεί επίσης και η αγωγή 541/15 ενώπιον του ίδιου Δικαστηρίου (η «Δεύτερη Αγωγή»). Η Δεύτερη Αγωγή στρέφεται και κατά δεύτερου προσώπου, ο οποίος, ως τα μέρη αναφέρουν, είναι ο Παραλήπτης - Διαχειριστής ο οποίος διορίστηκε από τον Εναγόμενο δυνάμει συμφωνίας ομολόγου η εγκυρότητα της οποίας επίσης αποτελεί αντικείμενο της Δεύτερης Αγωγής. Αντίγραφο της εν λόγω αγωγής επισυνάφθηκε ως Τεκμήριο 1 στη Διαβεβαίωση Δίγκλη. Αποτελεί επίσης κοινό έδαφος ότι στις 24.3.2015 εκδόθηκε στα πλαίσια της Δεύτερης Αγωγής προσωρινό διάταγμα εναντίον των εναγόμενων, το οποίο επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 2 στην Διαβεβαίωσης Δίγκλη (το «Προσωρινό Διάταγμα».) Από το τεκμήριο 2 προκύπτει ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο της Λάρνακας εξέδωσε διάταγμα εναντίον των εκεί εναγόμενων δια του οποίου απαγορεύτηκε στον Εναγόμενο «ή/και σε οποιοδήποτε πρόσωπο διοριστεί από τον Καθ' ου η αίτηση 1 ή/και δυνατό να έλκει από αυτόν δικαίωμα ή/και συμφέρον από του να εισέρχονται χωρίς την συγκατάθεση της Αιτήτριας σε οποιαδήποτε υποστατικά κατέχει η Αιτήτρια ή/και με οποιονδήποτε τρόπο να επεμβαίνουν σε αυτά ή/και σε οτιδήποτε βρίσκεται σε αυτά ή/και να ασχολούνται με οποιονδήποτε τρόπο με την διοίκηση ή/και διαχείρισή τους ή/και ΟΠΟΙΟΝΔΗΠΟΤΕ θέμα εμπίπτει στις αρμοδιότητες του Συμβουλίου, της διεύθυνσης ή/και του προσωπικού της, μέχρι πλήρους εκδίκασης της υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγής ή/και μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Επίσης, απαγορεύτηκε στον πιο πάνω Παραλήπτη / Διαχειριστή «ή/και σε οποιοδήποτε πρόσωπο διοριστεί από τον Καθ' ου η αίτηση 1 ή/και δυνατό έλκει από αυτόν δικαίωμα ή/και συμφέρον από του να ενεργεί σαν διαχειριστής ή/και παραλήπτης ή/και αντιπρόσωπος ή/και πρόσωπο που έχει εξουσία να ασχολείται με την διοίκηση ή/και διαχείριση της Αιτήτριας ή/και οποιαδήποτε άλλη Ιδιότητα υπό την οποία να φαίνεται ή/και να παρουσιάζεται ότι ενεργεί εκ μέρους της Αιτήτριας, μέχρι πλήρους εκδίκασης της υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγής ή/και μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου.» Τέλος, αναγορεύτηκε και στους δύο Εναγόμενους «ή/και σε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο τυχόν διοριστεί ή/και εξουσιοδοτηθεί από αυτούς η άσκηση οποιουδήποτε δικαιώματος ή/και πράξης που δυνατό να απορρέει από τη Συμφωνία Ομολόγου (Debenture Agreement) ημερομηνίας 3.2.2012 μέχρι πλήρους εκδίκασης της υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγής ή/και μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου.»
  2. Αποτελεί τη θέση των Εναγόντων ότι: «κατ' επέκταση, και με την έκδοση του πιο πάνω αναφερόμενου απαγορευτικού διατάγματος έπαυσε και ο Εναγόμενος κ. Παύλος Δίγκλης να επεμβαίνει στο γυμναστήριο με οποιοδήποτε τρόπο και ουδέποτε έχει ξανά εμπλακεί με αυτό. Ως εκ τούτου καθίσταται φανερό ότι δεν είναι αναγκαία πλέον η προώθηση της παρούσας αγωγής αφού επί της ουσίας ο σκοπός για τον οποίο είχε καταχωρηθεί έχει πλέον εκλείψει. Κατ' επέκταση δεν θα υπήρχε οποιοσδήποτε λόγος η παρούσα αγωγή να προχωρήσει σε εκδίκαση αφού ο ίδιος ο Εναγόμενος έπραξε εμμέσως πλην σαφώς, προφανώς στη βάση του απαγορευτικού διατάγματος, αυτό που καλείτο να πράξει μέσω της παρούσας αγωγής.»[2] (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου).
  3. Ο Εναγόμενος προβάλλει ότι η παρούσα αίτηση αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας καθότι, όπως αναφέρει: «
  4. Όσον αφορά τον ισχυρισμό του XXXXX Δίγκλη στην παράγραφο 7 της διαβεβαίωσης του, είναι η θέση μου ότι ουδεμία παράβαση δεν υπήρξε από πλευράς μου καθώς είχα κάθε δικαίωμα να βρίσκομαι στο εν λόγω ακίνητο και υποστατικό. Περαιτέρω δε, να αναφέρω ότι ουδέποτε προκάλεσα οποιαδήποτε ζημιά στο γυμναστήριο και η οποιαδήποτε παρουσία μου στους χώρους του γυμναστηρίου και η χρήση του γυμναστηρίου πάντοτε ήταν μέσα στα πλαίσια των συμβατικών μου και νόμιμων δικαιωμάτων μου. Τα περιστατικά που αναφέρει ο XXXXX Δίγκλης στην διαβεβαίωση του που συνοδεύει την επίδικη αίτηση είναι παντελώς αναληθή και αυτό επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι, μετά από σχετική αίτηση της Αιτήτριας για έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων εναντίον μου, η εν λόγω αίτηση εν τέλει απορρίφθηκε με απόφαση του Δικαστηρίου ημερ. 02/12/2014 στην ως άνω υπ' αριθμόν και τίτλον αγωγή.
  5. Ακολούθως, η Αιτήτρια στις 23/03/2015 καταχώρησε την Αγωγή XXXXX/2015 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας εναντίον εμένα αλλά και του ο οποίος είχε διοριστεί ως Παραλήπτης/Διαχειριστής της Αιτήτριας. Στην εν λόγω αγωγή η και πάλι καταχώρησε σχετική αίτηση με τον οποία ζητούσε την έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων εις βάρος μου εμένα αλλά και του τελικά παραπλάνησε το Δικαστήριο και έκδωσε απαγορευτικό διάταγμα στις 24/03/
  6. Ως αποτέλεσμα, η Αιτήτρια κατέληξε να προωθεί καταχρηστικά, δύο αγωγές εις βάρος μου, ήτοι την ως άνω υπ' αριθμόν και τίτλον αγωγή καθώς και
  7. Συγκεκριμένα, η Αιτήτρια καταχώρησε την ως άνω υπ' αριθμόν και τίτλον αγωγή καθώς και σχετική αίτηση με την οποία ζητούσε την έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων εις βάρος μου, όπου και τελικά το Δικαστήριο δεν ικανοποιήθηκε και δεν έκδωσε τα αιτούμενα διατάγματα. Όταν η Αιτήτρια δεν πέτυχε τον σκοπό της αρχικά, αποφάσισε και καταχώρησε νέα αγωγή, ήτοι την Αγωγή XXXXX/15 και πάλι εις βάρος μου, με μεγαλύτερη κλίμακα έτσι ώστε να έχει ξανά πιθανότητες στην έκδοση απαγορευτικού διατάγματος. Ως αποτέλεσμα, η Αιτήτρια αντί να διακόψει την παρούσα αγωγή, προώθησε και τις 2 (δύο) αγωγές καταχρηστικά. Όταν η παρούσα αγωγή έφτασε στο στάδιο της ακρόασης, η Αιτήτρια γνωρίζοντας ότι θα τεθεί το ζήτημα της κατάχρησης της διαδικασίας λόγω προώθησης πολλαπλών διαδικασιών, αποφάσισε να καταχωρήσει την επίδικη αίτηση για διακοπή της ως άνω αγωγής. Επομένως, εξ' όσων ενημερώνομαι από τους δικηγόρους μου, εάν το Δικαστήριο εκδώσει τα αιτούμενα διατάγματα της επίδικης αίτησης θα είναι ωσάν να επιτρέπει στην Αιτήτρια να ενεργεί με οποιοδήποτε τρόπο αποφασίσει η ίδια και θα είναι σαν να την επιβραβεύει για τις πράξεις της και την κακοπιστία της εις βάρος μου».
  8. Ανατρέχοντας στο δικαστικό φάκελο της Αγωγής πράγματι προκύπτει ότι καταχωρήθηκε αίτηση για προσωρινό διάταγμα σε βάρος του Εναγόμενου το οποίο, εν τέλει απορρίφθηκε για τους λόγους που επεξηγούνται στην εκεί απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 12.4.
  9. Όμως, από τα ενώπιον μου στοιχεία δεν δύναται εύλογα να εξαχθεί συμπέρασμα περί κατάχρησης μέσω της προώθησης της υπό κρίση αίτησης ή μέσω προώθησης της Αγωγής. Τα ενώπιον μου στοιχεία δεν επαρκούν για να στοιχειοθετήσουν προώθηση όμοιου σκοπού με παράλληλα μέσα, όπως η πλευρά του Εναγόμενου ισχυρίζεται, εφόσον από τα Τεκμήρια 1 και 2 που επισυνάπτονται στην ΕΔ Δίγκλη προκύπτει ότι τα επίδικα θέματα της Δεύτερης Αγωγής αφορούν και την εγκυρότητα ενός ομολόγου και το διορισμό ενός Διαχειριστή - Παραλήπτη, ζήτημα το οποίο δεν εγείρεται στα πλαίσια της παρούσας αγωγής. Κατά τα λοιπά, δεν υφίσταται οποιοδήποτε άλλο στοιχείο ενώπιον μου σε ό,τι αφορά την Δεύτερη Αγωγή. Συναφώς, το Δικαστήριο δεν είναι σε θέση να προβεί σε εύρημα ή έστω να πιθανολογήσει ως προς το ζήτημα της κατάχρησης, όπως σήμερα εγείρεται εκ μέρους του Εναγόμενου.
  10. Η πλευρά του Εναγόμενου διατείνεται ότι επιχειρείται η αποκόμιση αθέμιτου πλεονεκτήματος από τους Ενάγοντες καθότι, όπως αναφέρει, η πλευρά του Εναγόμενου θα έχει απωλέσει το «επιχείρημα» της κατάχρησης που σήμερα έχει στα πλαίσια της Δεύτερης Αγωγής. Με βάση όμως τη διαπίστωση μου ότι το Δικαστήριο δεν είναι σε θέση να πιθανολογήσει ως προς το ζήτημα της κατάχρησης, για τους λόγους που επεξήγησα αμέσως πιο πάνω, ούτε και αυτή η θέση του Εναγόμενου μπορεί να γίνει αποδεκτή ούτε και να αξιολογηθεί κατά πόσο πρόκειται για πράγματι απώλεια κάποιου πραγματικού οφέλους εκ μέρους του. Αυτό όμως που με βεβαιότητα προκύπτει είναι ότι ουδεμία επεξήγηση προβάλλεται από πλευράς του Εναγόμενου για το λόγο για τον οποίο δεν εγέρθηκε το ζήτημα της κατάχρησης στα πλαίσια της Δεύτερης Αγωγής, της νεότερης αγωγής δηλαδή, η οποία εκκρεμεί 7 χρόνια στη βάση του ότι υπάρχει προγενέστερη Αγωγή για τα ίδια θέματα, όπως σήμερα προβάλλεται από την πλευρά του Εναγόμενου. Επίσης, από το ίδιο το πρακτικό του Δικαστηρίου ημερομηνίας 21.9.2018 στα πλαίσια της παρούσας Αγωγής προκύπτει ότι αμφότερες οι πλευρές δήλωσαν «από κοινού», ότι αναμένουν την έκβαση της Δεύτερης Αγωγής. Δεν φαίνεται να έχει τεθεί ζήτημα κατάχρησης τότε από την πλευρά του Εναγόμενου αλλά ούτε και σε οποιοδήποτε άλλο στάδιο στα πλαίσια της παρούσας Αγωγής. Προκύπτει δηλαδή ότι η πρώτη φορά που ο Εναγόμενος έθεσε ζήτημα κατάχρησης είναι στα πλαίσια της ένστασης του στην υπό κρίση αίτηση, χωρίς να δίδεται προς τούτο ικανοποιητική ή, έστω, οιαδήποτε επεξήγηση.
  11. Κατά τα λοιπά, ουδόλως έχει καταδειχθεί οποιοδήποτε αθέμιτο πλεονέκτημα όπως ήταν η περίπτωση στη Vianova Holdings Ltd v. Brassolis Holdings Ltd, Αρ. Αγωγής 3568/10, απόφαση ημερ. 14.1.2020 (υπό την Έντιμη Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ.) στην οποία ο συνήγορος του Εναγόμενου με έχει παραπέμψει. Στην εκεί περίπτωση το Δικαστήριο έκρινε ότι η υπό εξέταση περίπτωση παρουσίαζε ομοιότητα με τις περιστάσεις της Αγγλικής υπόθεσης Gilham v. Browning and another
(1998)1 All E.R.
  1. Παραθέτω αυτούσιο χαρακτηριστικό απόσπασμα από την πιο πάνω πρωτόδικη απόφαση: «ο ενάγων (Gilham) καταχώρισε την αγωγή για παράβαση συμφωνίας το 1991 και το επόμενο έτος οι εναγόμενοι καταχώρισαν ανταπαίτηση για αποζημιώσεις συνεπεία ψευδών παραστάσεων και παράβασης συμφωνίας. Το 1993 καταχωρίστηκαν οι Κλήσεις για Οδηγίες και η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση το
  2. Έξι βδομάδες πριν την ημερομηνία ακρόασης και αφού μεσολάβησε ο θάνατος του ενάγοντος, το Δικαστήριο αντικατέστησε τη σύζυγο του ως ενάγουσα και δεν έδωσε άδεια στους εναγόμενους να προσκομίσουν περαιτέρω μαρτυρία καθότι δεν έδωσαν ικανοποιητική δικαιολογία για την καθυστέρηση και θα προκαλείτο σοβαρός δυσμενής επηρεασμός στην ενάγουσα λόγω του θανάτου του Gilham. Έντεκα μέρες πριν την ακρόαση οι εναγόμενοι επέδωσαν ειδοποίηση διακοπής της ανταπαίτησης τους με σκοπό να εγείρουν νέες διαδικασίες στις οποίες θα μπορούσαν να παρουσιάσουν την αποκλεισθείσα μαρτυρία. Η Βουλή των Λόρδων επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση με την οποία παραμερίστηκε η ειδοποίηση διακοπής ως συνιστώσα κατάχρηση καθότι κρίθηκε ότι οι εναγόμενοι χρησιμοποιούσαν τη δικαστική διαδικασία για να λάβουν ένα πλεονέκτημα το οποίο δεν ήταν δίκαιο να λάβουν, ήτοι να αποφύγουν από την πλαϊνή πόρτα την πρώτη αγωγή στην οποία η ανταπαίτηση τους δε θα μπορούσε να αποδειχθεί με την υπάρχουσα μαρτυρία για να καταχωρίσουν νέα αγωγή στην οποία δεν θα παρουσιάζονταν οι ίδιες δυσκολίες απόδειξης. Οι περιστάσεις εκείνης της υπόθεσης σαφώς ομοιάζουν με αυτές της υπό κρίση Αγωγής καθότι αφενός παρατηρείται και στις δύο καθυστέρηση στην εκκρεμότητα της αγωγής και αφετέρου ο σκοπός της διακοπής είναι απλώς η αποφυγή και διακοπή των συνεπειών των δυσκολιών στη παρουσίαση της μαρτυρίας την οποία θα μπορούσαν να παρουσιάσουν σε νέα διαδικασία. Τέτοιες περιστάσεις δεν καθιστούν τη διακοπή προς το συμφέρον της δικαιοσύνης, αποτελούν κατάχρηση της διαδικασίας και δίδουν αθέμιτο πλεονέκτημα στον αιτούντα διάδικο, και επομένως δεν καθιστούν τη διακοπή πρόσφορο μέτρο.» (η έμφαση είναι το παρόντος Δικαστηρίου).
  3. Ουδόλως προκύπτει τέτοιο ή αντίστοιχο ζήτημα στην υπό εξέταση περίπτωση. Συνεπώς, το Δικαστήριο δεν δύναται εύλογα να αντλήσει καθοδήγηση από τη Vianova για το ζήτημα αυτό.
  4. Ούτε η θέση του κου Δέγκλη ότι σε περίπτωση διακοπής θα είναι «ωσάν να επιτρέπει στην Αιτήτρια να ενεργεί με οποιοδήποτε τρόπο αποφασίσει η ίδια και θα είναι σαν να την επιβραβεύει για τις πράξεις της και την κακοπιστία της εις βάρος μου» (βλ. παρ. 7 της ΕΔ Δίγκλη») με βρίσκει σύμφωνη. Δεν είναι σαφές, για ποιον σκοπό και για ποιο λόγο, κατά την εισήγηση του ιδίου θα πρέπει το Δικαστήριο να «κρατήσει» μια αγωγή «εν ζωή» εκεί όπου οι Ενάγοντες επιθυμούν να την διακόψουν στη βάση, μάλιστα, της θέσης που οι ίδιοι προβάλλουν ότι ο Εναγόμενος συμμορφώθηκε με όλες τις ενέργειες για τις οποίες ζητούν διηνεκή προστακτικά διατάγματα.
  5. Πέραν της αρχής που προβάλλεται από τη νομολογία του Δικαστηρίου ότι βασικός παράγοντας κατά την ενάσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου είναι ότι ο μη εξαναγκασμός σε διάδικο να προωθεί μια αγωγή (βλ. Kypreos), είναι θεμελιωμένο ότι τα δικαστήρια δεν ενεργούν επί ματαίω, δεν επιλύουν ακαδημαϊκά ζητήματα, ούτε προχωρούν σε επίλυση διαφορών οι οποίες έχουν εκλείψει λόγω μεταβολής των συνθηκών, εφόσον η επίλυση τους δεν θα καταλήξει σε οποιοδήποτε πρακτικό αποτέλεσμα Mohammed v. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπουργού Εσωτερικών κ.ά.
(2013)3 ΑΑΔ 753, Αναφορικά με την αίτηση της Sittika Abbas, ECLI:CY:AD:2021:A34, Πολιτική Έφεση Αρ. 19/2019, απόφαση ημρ. 4.2.2021. Με βάση επίσης τη σχετική επί του θέματος νομολογία, ο εξανεμισμός του αντικειμένου της θεραπείας καθιστά αχρείαστη τη συνέχιση της δίκης (βλ. Μαρίας Μιχαήλ Γεωργίου ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία κ.ά., ECLI:CY:AD:2016:A372, Πολιτική Έφεση Αρ. 212/2011, απόφαση ημερ. 20.7.2016, και, κατ' αναλογίαν, Αναφορικά με την Αίτηση για Certiorari του Victor Makushin
(2013)1 A.A.Δ. 2144). Αντλώ επίσης καθοδήγηση από την πρωτόδικη απόφαση στην Σιαμπή κ.ά. ν. Χριστοδούλου κ.ά., Αρ. Αγωγής 2714/04, απόφαση ημερ. 27.5.2011 όπου του Δικαστήριο (υπό Έντιμη Λ. Δημητριάδου - Ανδρέου, Α.Ε.Δ., όπως ήταν τότε) ανέφερε ότι: «Λαμβάνοντας υπόψη τα όσα οι Ενάγοντες/Αιτητές ισχυρίζονται και συγκεκριμένα το ότι, με βάση γεγονότα και στοιχεία που περιήλθαν στην αντίληψή τους μεταγενέστερα της καταχώρησης της παρούσας αγωγής, το επίδικο ακίνητο καλύπτεται από τον τίτλο ιδιοκτησίας με αρ. εγγραφής 4394 που, σύμφωνα πάντοτε με τους ισχυρισμούς των Εναγόντων, είναι εγγεγραμμένος μέχρι σήμερα στο όνομα του αποβιώσαντα Χαράλαμπου Χριστοφόρου, τον οποίο αντιπροσωπεύουν στην παρούσα αγωγή οι Ενάγοντες, πιστεύω ότι έχει δοθεί ικανοποιητική εξήγηση για το λόγο που επιζητείται η διακοπή της παρούσας αγωγής. Με βάση τα λεχθέντα των Εναγόντων δεν θα είχε πλέον νόημα και αντικείμενο η περαιτέρω προώθηση της παρούσας αγωγής σε μια αιτία αγωγής η οποία δεν συνάδει με τα γεγονότα και στοιχεία που οι Ενάγοντες εξασφάλισαν μεταγενέστερα, όπως είναι ο ισχυρισμός τους, και τα οποία αναιρούν, ουσιαστικά, αυτή τη βάση αγωγής.» (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου).
  1. Στην πιο πάνω υπόθεση το Δικαστήριο έδωσε άδεια διακοπής της αγωγής αφού η ακρόαση της είχε ξεκινήσει και είχαν ήδη ακουστεί έντεκα μάρτυρες για τους Ενάγοντες. Ακολούθησε η καταχώριση αίτησης τροποποίησης της έκθεσης απαίτησης με την οποία επιδιώκετο η εισαγωγή νέων ισχυρισμών και επιδιώκονταν νέες θεραπείες. Το Δικαστήριο απέρριψε την αίτηση τροποποίησης για τον λόγο ότι οι προτεινόμενες τροποποιήσεις αναιρούσαν και εξαφάνιζαν την υφιστάμενη βάση αγωγής. Ακολούθησε η εκεί υπό κρίση αίτηση διακοπής και το Δικαστήριο χορήγησε την άδεια καθότι έκρινε ότι οι Ενάγοντες είχαν δώσει ικανοποιητική εξήγηση για τον λόγο για τον οποίο ζητείτο η διακοπή.
  2. Έτσι και εδώ, εφόσον οι ίδιοι οι Ενάγοντες αναφέρουν ότι το αντικείμενο της Αγωγής έχει πλέον εκλείψει και ότι δεν υπάρχει πλέον αντικείμενο αγωγής ουδείς λόγος υφίσταται για να εξαναγκαστούν οι Ενάγοντες να την προωθήσουν.
  3. Ούτε τα όσα προβάλλει ο Εναγόμενος περί καθυστέρησης στην καταχώρησης της Αίτησης μπορούν να διαφοροποιούσουν τα πιο πάνω συμπεράσματα του Δικαστηρίου καθότι δεν έχει καταδειχθεί οποιαδήποτε ανεπανόρθωτη ζημιά σε βάρος του Εναγόμενου προκληθείσα από την καθυστέρηση αυτή ώστε οι Ενάγοντες να πρέπει να εμποδιστούν στην προώθηση της Αίτησης. Αντίθετα, η στάση του Εναγόμενου να εμμένει στην διαιώνιση εκκρεμοδικίας των διαδίκων στα πλαίσια της παρούσας Αγωγής παραμένει άνευ οποιαδήποτε ικανοποιητικής επεξήγησης. Παραπέμπω στο σημείο αυτό στην απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση του Victor Makushin, Πολιτική Έφεση Αρ. 430/2011 λέχθηκε ότι: «Η επιδίωξη λοιπόν σκοπού που παραμένει άνευ αντικειμένου και η εμμονή σ' αυτόν, όπως στην ουσία γίνεται εδώ, αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας.»
  4. Υπό το φως των πιο πάνω ουδείς λόγος υφίσταται για να μην δοθεί άδεια του Δικαστηρίου για διακοπή της Αγωγής και άδεια δίδεται. Επανακαταχώρηση
  5. Οι Ενάγοντες δια μέσου της παραγράφου 12 της Διαβεβαίωσης Δίγκλη αναφέρουν ότι αιτούνται τη διακοπή της αγωγής «με δικαίωμα επαναφοράς και επανακαταχώρησης της εις περίπτωση που ο Εναγόμενος επέμβει εκ νέου παρανόμως στο υπό αναφορά γυμναστήριο».
  6. Από αυτή την τοποθέτηση των Εναγόντων δεν προκύπτει ικανοποιητικός λόγος για τον οποίο η διακοπή της Αγωγής θα πρέπει να επιτραπεί με δικαίωμα επαναφοράς της. Σε περίπτωση που στο μέλλον ο Εναγόμενος ενεργήσει καθ' οιονδήποτε «παράνομο» τρόπο θα προκύπτει νέα αυτοτελή αδικοπραξία και, ενδεχομένως, αντικείμενο νέας αγωγής ή, ακόμα και, σύμφωνα με τους ίδιους τους ισχυρισμούς των Εναγόντων, αντικείμενο διαδικασίας παρακοής του Προσωρινού Διατάγματος. Δεν είναι δηλαδή δυνατό ούτε εύλογο να τεθεί όρος ως προς το δικαίωμα επανακαταχώρησης με αναφορά σε ένα μελλοντικό ενδεχόμενο σε σχέση με τον οποίο ούτε επαρκώς συγκεκριμένο περιεχόμενο ούτε χρονικός ορίζοντας προσδιορίζονται ή δύναται να προσδιοριστεί, ούτε δύναται να πιθανολογήσει οποιοσδήποτε αναφορικά με τη πιθανότητα επέλευσης του ως έχουν τα πράγματα σήμερα που το Δικαστήριο εξετάζει το αίτημα των Εναγόντων. Επαναλαμβάνω εδώ τη γενική αρχή ότι τα Δικαστήρια απασχολούνται με νομικά ζητήματα εφόσον αυτά είναι απαραίτητη για να επιλυθεί η διαφορά και δεν ενεργούν επί ματαίω και, συνεπώς, ούτε όρους θέτουν επί ματαίω. Ούτε τα Δικαστήρια επιλύουν ζητήματα ακαδημαϊκού ενδιαφέροντος ούτε «χορηγούν γνωμοδοτήσεις» (Χριστοφόρου κ.ά. ν. Κυπριακή Δημοκρατία μέσω Υπουργικού Συμβουλίου και ή Ανωτατου Συμβουλίου Κρίσεων Αξιωματικών, Αναθεωρητική Έφεση Αρ. 32/2014, απόφαση ημερ. 30.1.2020, Ertalu a.a. v. Υπουργείο Οικονομικών
(2011)3 ΑΑΔ 831, είτε άμεσα είτε έμμεσα, με αναφορά σε τυχόν μελλοντική αδικοπραξία.
  1. Υπό το φως των πιο πάνω και με δεδομένο (α) το ότι δεν προβάλλεται οποιοσδήποτε άλλος λόγος δια τον οποίο το Δικαστήριο θα πρέπει να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ της διακοπής της Αγωγής με δικαίωμα επανακαταχώρησης της, (β) το μακρύ χρόνο εκκρεμοδικίας της παρούσας Αγωγής από τις 27.1.2014 (ημερ. καταχώρησης της Αγωγής) αλλά και (γ) προώθησης της από το έτους 2015 άνευ ικανοποιητικού λόγου (βλ. παρ. 45-47 πιο κάτω), αποτελεί την κρίση του Δικαστηρίου, ότι η ανάγκη τελεσιδικίας ως ζήτημα δημοσίου συμφέροντος υπό τις περιστάσεις υπερισχύει[3] και η διακοπή της Αγωγής θα πρέπει να επιτραπεί χωρίς το δικαίωμα επαναφοράς ή επανακαταχώρησης της. Έξοδα
  2. Είναι ορθή η θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου για τους Ενάγοντες ότι στο στάδιο αυτό δεν υπάρχει επιτυχών διάδικος εφόσον η υπόθεση δεν έχει ακουστεί. Σχετική είναι και η απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας Peter Cyril Day κ.ά. ν. Christiana Alexandrou & Associates Ltd Αρ. Αγωγής 2306/2004, απόφαση ημερ. 24/11/
  3. Εκεί το ζήτημα αφορούσε σε έξοδα κατόπιν απόσυρσης της αγωγής η οποία και αποσύρθηκε εφόσον σύμφωνα με την θέση των εκεί εναγόντων το αντικείμενο της είχε εκλείψει και κατέστη συνεπώς «άνευ αντικειμένου». Αμφότερες οι πλευρές αξίωσαν τα έξοδα τους με την μεν πλευρά να προβάλλει ότι είχε κάθε λόγο να καταχωρήσει την αγωγή και με τη δε πλευρά να προβάλλει ότι η απόσυρση καθιστά τους εναγόμενους επιτυχόντες διάδικους, με αποτέλεσμα να πρέπει να επιδικαστούν τα έξοδα υπέρ τους. Λέχθηκε από το πρωτόδικο Δικαστήριο (υπό Λ. Δημητριάδου - Ανδρέου, Α.Ε.Δ., όπως ήταν τότε) ότι: «Στην προκειμένη περίπτωση πρέπει να επισημανθεί από την αρχή ότι η παρούσα αγωγή ουδέποτε εκδικάστηκε. Κανείς από τους διάδικους έχασε. Κανείς από τους διάδικους κέρδισε. Η πλευρά των εναγόντων επιχειρηματολόγησε ότι οι ενάγοντες πέτυχαν στο στόχο τους, πέτυχαν αυτό που ήθελαν να επιτύχουν με την αγωγή τους, την έκδοση ξεχωριστού τίτλου ιδιοκτησίας. Αντίθετα, η πλευρά των εναγομένων αντιτείνει ότι με την απόσυρση της αγωγής και, κατά συνέπεια, απόρριψη της οι εναγόμενοι αυτομάτως καθίστανται επιτυχόντες διάδικοι. Ισχυρίζεται, περαιτέρω, ότι οι εναγόμενοι ουδέποτε αρνήθηκαν την έκδοση των τίτλων ιδιοκτησίας αλλά ότι επικαλέστηκαν κάποιους λόγους στην Υπεράσπιση οι οποίοι, κατά την εισήγηση τους, θα οδηγούσαν στη δικαίωση τους. Θα συμφωνήσω με τη θέση της κας Ζαχαρίου ότι το Δικαστήριο δεν έχει ενώπιον του οποιαδήποτε γεγονότα παραδεκτά τα οποία να βαρύνουν την πλάστιγγα υπέρ της μίας ή της άλλης πλευράς. Ούτε μπορεί το Δικαστήριο να προβαίνει σε εικασίες αναφορικά με το ποιος από τους δύο διαδίκους θα πετύχαινε στην παρούσα υπόθεση σε περίπτωση εκδίκασης της. Το γεγονός δε της έκδοσης ξεχωριστού τίτλου ιδιοκτησίας δεν αποδεικνύει ότι οι ενάγοντες έχουν δικαιωθεί στα όσα ισχυρίζονταν στην αγωγή τους σε βάρος των εναγομένων. Δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου οποιοδήποτε πραγματικό υπόβαθρο για τις συνθήκες κάτω από τις οποίες εξεδόθη, τελικώς, τίτλος ιδιοκτησίας για την οικία των εναγόντων και για το κατά πόσο οι εναγόμενοι ευθύνονταν ή όχι για την καθυστέρηση που σημειώθηκε μέχρι την έκδοση του πρόσφατα στις 21.9.
  4. Ούτε, κατά τη γνώμη μου, μπορεί το Δικαστήριο να λάβει υπόψη τα γεγονότα μιας άλλης αγωγής της υπ΄ αρ. 2307/04, για τους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας η οποία είναι ξεχωριστή και, επαναλαμβάνω, δεν έχει εκδικαστεί ποτέ. Δεν είναι δυνατό, ούτε νοητό για το Δικαστήριο να προβαίνει σε οποιαδήποτε εικασία για το πιθανό αποτέλεσμα σε περίπτωση που η παρούσα αγωγή εκδικάζετο και μάλιστα λαμβάνοντας υπόψη τα γεγονότα μιας άλλης ξεχωριστής αγωγής επί τη βάση του ότι αφορά παρόμοια περίπτωση.»
  5. Αντλώ καθοδήγηση από την πιο πάνω πρωτόδικη απόφαση καθότι, με μόνο μια διαφοροποίηση, τα ίδια δύνανται εύλογα να λεχθούν αναφορικά με την υπό εξέταση περίπτωση. Δεν μου διαφεύγει ότι το εκεί ζήτημα αφορούσε σε ζήτημα εξόδων κατόπιν απόσυρσης και εδώ το θέμα εξόδων προκύπτει τα πλαίσια αιτήματος διακοπής δυνάμει της Διαταγής
  6. Η διαπίστωση αυτή όμως δεν διαφοροποιεί το συμπέρασμα ότι ουδείς δύναται να κριθεί ως επιτυχών διάδικος στα πλαίσια της παρούσας αγωγής με αναφορά στο τί έλαβε χώρα στα πλαίσια μιας άλλης αγωγής ή με αναφορά σε οποιονδήποτε άλλο παράγοντα. Αντίθετη προσέγγιση θα οδηγούσε εικασίες κατά τρόπο ανεπίτρεπτο. Επομένως, τα έξοδα δεν δύναται να επιδικαστούν είτε προς όφελος στης μιας πλευράς είτε προς όφελος της άλλης πλευράς με αναφορά σε πιθανολόγηση ως προς την επιτυχία ή αποτυχία των εκατέρωθεν ισχυρισμών επί της ουσίας της υπόθεσης.
  7. Όμως, η Peter Cyril διαφέρει από την υπό εξέταση περίπτωση ως προς την εξής πτυχή. Στην υπό εξέταση περίπτωση, υπάρχουν άλλα στοιχεία τα οποία γέρνουν την πλάστιγγα υπέρ της μιας πλευράς ως προς το θέμα των εξόδων που δεν σχετίζονται με την ουσία της υπόθεσης, τα οποία είναι σχετικά με την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας. Παρεμβάλλω εδώ ότι το ζήτημα το εξόδων αποτελεί ζήτημα της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου όχι μόνο με αναφορά στην ουσία της υπόθεσης αλλά και στη βάση άλλων σχετικών παραγόντων (Άρθρο 43 του Ν.14/60, Διαταγή 59 θ.1) όπως, είναι και θα πρέπει να είναι η ευρύτερη δικονομική στάση ή συμπεριφορά των διαδίκων[4] η οποία εξόφθαλμα οδηγεί σε αχρείαστη συσσώρευση δικηγορικών και δικαστικών εξόδων.
  8. Αυτό λοιπόν το οποίο εξόφθαλμα προκύπτει από τους ίδιους τους ισχυρισμούς των Εναγόντων είναι ότι τα ζητήματα που σήμερα επικαλούνται αποτελούν ζητήματα που, με βάση τους δικούς τους ισχυρισμούς, είναι γνωστά σε αυτούς από τότε που έχει εκλείψει το αντικείμενο της παρούσας αγωγής. Ειδικότερα, τα θέματα τα οποία σήμερα επικαλούνται, σύμφωνα πάντα με τους δικούς τους ισχυρισμούς, προέκυψαν και ήταν εντός της σφαίρας της γνώσης τους και επομένως θα μπορούσαν να είχαν εγείρει από το έτος 2015 δια μέσου καταχώρησης της παρούσας διαδικασίας. Αναφέρομαι ειδικά στα όσα αναφέρουν περί συμμόρφωσης του Εναγόμενου με το Προσωρινό Διάταγμα (βλ. παρ 26 πιο πάνω).
  9. Δεν επεξηγούν οι Ενάγοντες ποιος είναι ο λόγος που παρά τη δική τους θέση ότι, «με την έκδοση του πιο πάνω αναφερόμενου απαγορευτικού διατάγματος» ήτοι, στις 24.3.2015 ο Εναγόμενος «έπαυσε» «να επεμβαίνει στο γυμναστήριο με οποιοδήποτε τρόπο και ουδέποτε έχει ξανά εμπλακεί με αυτό», εντούτοις, προώθησαν την Αγωγή και την άφησαν να εκκρεμεί έκτοτε. Η ολιγωρία που παρατηρείται εκ μέρους των Εναγόντων προκύπτει και από τα προηγούμενα πρακτικά του Δικαστηρίου το οποίο κατά τη δικάσιμο ημερομηνίας 14.6.2018 παρείχε ρητές οδηγίες για καταχώρησης αίτησης για διακοπή ή απόσυρση δίδονται μάλιστα προς τούτο οδηγίες για ένσταση. Η θέση που προβλήθηκε κατά την αμέσως επόμενη δικάσιμο ότι «αναμένεται η εξέλιξη της υπόθεσης του 2015» δεν κρίνεται ικανοποιητική για τους σκοπούς για τους οποίους το ζήτημα αξιολογείται. Ούτε και το γεγονός ότι η θέση αυτή προβλήθηκε «από κοινού» διαφοροποιεί τα πράγματα καθότι είναι οι ενάγοντες είχαν πάντοτε την επιλογή αλλά και την ευθύνη των επιλογής τους, ως ζήτημα εξόδων, είτε να προωθήσουν την Αγωγή τους, είτε να την αποσύρουν, είτε να αποταθούν στο Δικαστήριο το συντομότερο δυνατό για να αιτηθούν τη διακοπή της Αγωγής ώστε να αποφευχθεί η αχρείαστη πρόκληση και συσσώρευση εξόδων.
  10. Δεν μου διαφεύγει ότι οι σημερινοί δικηγόροι που εκπροσωπούν τους ανέλαβαν την εκπροσώπηση τους μόλις στις 4.9.
  11. Όμως το Δικαστήριο δεν δύναται εύλογα με βάση μόνο το στοιχείο αυτό να δικαιολογήσει την αδράνεια των Εναγόντων από το έτος 2015 και να διατάξει όπως η άλλη πλευρά επωμιστεί τις συνέπειες της αδράνειας τους αυτής καταβάλλοντας μέρος των εξόδων που δημιουργήθηκαν ως αποτέλεσμα της.
  12. Με δεδομένα τα πιο πάνω αποτελεί την κρίση του Δικαστηρίου ότι: (α) από την καταχώρηση της Αγωγής μέχρι και τις 23.3.2015 (της ημερομηνία αυτής συμπεριλαμβανομένης) δεν υπάρχουν στοιχεία τα οποία να γέρνουν την πλάστιγγα είτε προς τη μια πλευρά είτε προς την άλλην πλευρά. Επομένως, για την πιο πάνω περίοδο, αποτελεί την κρίση του Δικαστηρίου ότι η κάθε πλευρά θα πρέπει να επωμιστεί τα έξοδα της. (β) από τις 24.3.2015 (ημερομηνία έκδοσης του Προσωρινού Διατάγματος) μέχρι και την παραμονή την παραμονή της καταχώρησης της Αίτησης, ήτοι μέχρι και τις 8.11.20 (των πιο πάνω ημερομηνιών συμπεριλαμβανομένων) και για τους λόγους που έχω εκθέσει στις παραγράφους 42-47 πιο πάνω, αποτελεί την κρίση του Δικαστηρίου ότι τα έξοδα της αγωγής θα πρέπει να επιδικαστούν υπέρ του Εναγόμενου και εναντίον των Εναγόντων, όπως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (γ) κατά τα λοιπά, δεν τίθεται θέμα εξόδων της αγωγής καθότι από την καταχώρηση της υπό κρίση και αίτησης και εντεύθεν δεν επιδικάζονταν οποιαδήποτε έξοδα σε σχέση με την αγωγή. Κατάληξη
  13. Ως εκ των πιο πάνω, δίδεται άδεια για διακοπής της Αγωγής, χωρίς το δικαίωμα επανακαταχώρησης της.
  14. Τα έξοδα της αγωγής επιδικάζονται ως εξής: (α) από την καταχώρηση της Αγωγής μέχρι και τις 23.3.2015 (της ημερομηνίας αυτής συμπεριλαμβανομένης) κάθε πλευρά να επωμιστεί τα έξοδα της, (β) από τις 24.3.2015 μέχρι τις 8.11.20 ((των πιο πάνω ημερομηνιών συμπεριλαμβανομένων) υπέρ του Εναγόμενου και εναντίον των Εναγόντων, όπως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο.
  15. Ενόψει της επιτυχίας των Εναγόντων στο αίτημα τους για τη διακοπή, τα έξοδα της Αίτησης επιδικάζονται υπέρ των Εναγόντων και εναντίον του Εναγόμενου, όπως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από του Δικαστήριο. (υπ.) ........... Ν. Παπανδρέου, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Βλ. παρ. 12 της Διαβεβαίωσης Δίγκλη. [2] Παρ. 10-11 της Διαβεβαίωσης Δίγκλη. [3] Βλ. κατ' αναλογίαν Phylachtou a.o. v. Michael
(1982)1 CLR 204 και Vianova Holdings Ltd v. Brassolis Holdings Ltd κ.ά., Αρ. Αγωγής 3568/10, απόφαση ημερ. 14.1.2020 - υπό την Έντιμη Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. [4] Θρασυβούλου ν. Arto Estates Ltd
(1993)1 ΑΑΔ 12, Χ''Αντώνη ν. Μιχαήλ κ.ά., ECLI:CY:AD:2014:A280, Πολιτική Έφεση Αρ. 323/09, απόφαση ημερ. 16.4.2014, Αρίστη ν. Λαδόκοννου
(1996)1 ΑΑΔ 646 και, κατ' αναλογίαν, Duncan Harrap v. Brighton & Sussex University Hospitals NHS Trust [2018] EWCA 1063 (QB), παρ. 22 - 23. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.