← Κύπρος

Madaco & Elomas Distributors Limited κ.α. ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία κ.α., Αρ. Αγωγής: 573/2019, 18/2/2022

Madaco & Elomas Distributors Limited κ.α. ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία κ.α., Αρ. Αγωγής: 573/2019, 18/2/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2022:A21 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: E. ΕΦΡΑΙΜ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 573/2019 Μεταξύ: 1. Madaco & Elomas Distributors Limited, υπό διαχείριση και εκκαθάριση, δια του Επίσημου Παραλήπτη ως Εκκαθαριστή της 2. XXXXX Κωνσταντίνου 3. XXXXX Νικολάου άλλως XXXXX Νικολάου Εναγόντων v. 1. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία 2. XXXXX Ιακωβίδη 3. T.M.H. Audit Services Limited 4. XXXXX Αναστασίου 5. XXXXX Θεμιστοκλέους Εναγομένων Και βάσει Ειδοποιήσεως (άρθρο 18 του Ν.169(Ι)/15) 1. Madaco & Elomas Distributors Limited, υπό διαχείριση και εκκαθάριση, δια του Επίσημου Παραλήπτη ως Εκκαθαριστή της 2. XXXXX Κωνσταντίνου 3. XXXXX Νικολάου άλλως XXXXX Νικολάου Εναγόντων v. 1. Gordian Holdings Limited 2. XXXXX Ιακωβίδη 3. T.M.H. Audit Services Limited 4. XXXXX Αναστασίου 5. XXXXX Θεμιστοκλέους Εναγομένων Αίτηση Εναγoμένης 3 ημ. 19.3.21 για διαγραφή Ενάγουσας 1 ή ασφάλεια εξόδων ή διαγραφή Αγωγής Ημερομηνία: 18 Φεβρουαρίου 2022 Εμφανίσεις: Για την Εναγομένη 3 - Αιτήτρια: κ. Ν. Κωνσταντίνου για Αργεντούλα Ιωάννου ΔΕΠΕ Για την Ενάγουσα 1 - Καθ΄ ης η Αίτηση: κ. Γ. Αργυρίδης για Γ. Αργυρίδης & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα Αίτηση η Εναγομένη 3 - Αιτήτρια ζητά την έκδοση διαταγμάτων με τα οποία: (
  2. i)να διαγράφεται η Ενάγουσα 1 λόγω του ότι δεν νομιμοποιείται να εγείρει την παρούσα Αγωγή χωρίς την προηγούμενη άδεια του Διαχειριστή Παραλήπτη και ή χωρίς την παροχή ασφάλειας και ή κάλυψης των εξόδων της Αγωγής (
  3. ii)διαζευκτικά με το (i), να διατάσσεται η Ενάγουσα 1 όπως παράσχει το ποσό των €28.926 συμπεριλαμβανομένου ΦΠΑ, ως εγγύηση και ή ασφάλεια εξόδων για τα έξοδα της Εναγομένης 3, εντός 30 ημερών ή οποιουδήποτε άλλου χρόνου ήθελε καθορίσει το Δικαστήριο (iii) επιπρόσθετα με το (ii), να αναστέλλεται κάθε περαιτέρω διαδικασία μέχρις ότου παρασχεθεί η ως άνω ασφάλεια εξόδων (
  4. iv)να διαγράφεται η Αγωγή λόγω καταχώρισης της κατά παράβαση των άρθρων 220 και 233 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113, και ή λόγω ακυρότητας και ή αντικανονικότητας της όλης διαδικασίας. Η Αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Εναγομένου 4 ο οποίος δηλώνει ότι είναι διευθυντής της Εναγομένης 3 - Αιτήτριας και εγκεκριμένος ελεγκτής και λογιστής. Ο ενόρκως δηλών αρχικά περιγράφει τους διάδικους και ισχυρίζεται πως από τη στιγμή που έχει διοριστεί Διαχειριστής Παραλήπτης της Ενάγουσας 1, τότε οι διευθυντές διατηρούν κατάλοιπο εξουσίας να εγείρουν αγωγή με την οποία να αμφισβητούν την εγκυρότητα του διορισμού του, νοουμένου όμως πως έχουν διαβεβαιώσει και ή αναλάβει να αποζημιώσουν την Ενάγουσα 1 σε περίπτωση έκδοσης διαταγής εξόδων εναντίον της. Σύμφωνα με τον Εναγόμενο 4, οι διευθυντές δεν έχουν πράξει κάτι τέτοιο στην υπό κρίση περίπτωση, με αποτέλεσμα η Ενάγουσα 1 να υπόκειται σε διαγραφή από την Αγωγή. Ο Εναγόμενος 4 επισυνάπτει προσχέδιο καταλόγου εξόδων βάσει του οποίου τα έξοδα υπολογίζονται να ανέλθουν στο ποσό των €28.926 συμπεριλαμβανομένου ΦΠΑ. Αναφέρει ότι η Ενάγουσα 1 δεν διαθέτει περιουσία η οποία θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για την πληρωμή τυχόν εξόδων ήθελαν επιδικαστεί εναντίον της. Ισχυρίζεται επίσης πως η Αγωγή θα πρέπει να διαγραφεί καθότι καταχωρίστηκε ενώ η Ενάγουσα 1 τελούσε υπό εκκαθάριση, χωρίς προηγουμένως να εξασφαλιστεί άδεια του Δικαστηρίου για την έναρξη και συνέχιση της διαδικασίας. Ο Εναγόμενος 4 παραθέτει τα γεγονότα της υπόθεσης ισχυριζόμενος ότι η Εναγομένη 3 - Αιτήτρια έχει καλή υπεράσπιση και δεν φέρει οποιαδήποτε ευθύνη για τυχόν ζημιά ήθελαν υποστεί οι Ενάγοντες λόγω των ενεργειών του Διαχειριστή Παραλήπτη, Εναγομένου 2. Τέλος, ο Εναγόμενος 4 ισχυρίζεται πως, σε περίπτωση μη διαγραφής της Ενάγουσας 1, με δεδομένη την οικονομική αδυναμία της η οποία την οδήγησε σε εκκαθάριση, είναι απολύτως αναγκαίο όπως διαταχθεί η παροχή ασφάλειας εξόδων. Οι λόγοι ένστασης είναι βασικά οι ακόλουθοι: 1. Η Αίτηση είναι νομικά και πραγματικά αβάσιμη. 2. Η Αίτηση είναι καταχρηστική και ή κακόπιστη και ή καταπιεστική και αποτελεί προϊόν δεύτερης σκέψης με σκοπό την καθυστέρηση της ακροαματικής διαδικασίας. 3. Τυχόν έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων παραβιάζει την αρχή της δίκαιης δίκης και του συνταγματικού δικαιώματος της Ενάγουσας 1 για απρόσκοπτη πρόσβαση στη δικαιοσύνη. 4. Η Αίτηση υποβλήθηκε με μεγάλη και ή υπέρμετρη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση. 5. Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση περιέχει αναληθή και ψευδή γεγονότα. 6. Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. 7. Το ύψος της αιτούμενης ασφάλειας είναι υπερβολικό και ή διογκωμένο. 8. Δεν είναι εύλογο και δίκαιο να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της κας ΕΚ (εφεξής «η ΕΚ»), δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο το οποίο εκπροσωπεί την Ενάγουσα 1 - Καθ΄ ης. Η ΕΚ αρχικά περιγράφει συνοπτικά τα γεγονότα για να καταδείξει τη συμμετοχή της Εναγομένης 3, η οποία ήταν η ελεγκτική εταιρεία που ετοίμαζε τις οικονομικές καταστάσεις της Ενάγουσας 1 για πολλά έτη, και συνεπώς την ύπαρξη καλής βάσης αγωγής. Ακολούθως βασικά επαναλαμβάνει και αναλύει τους λόγους ένστασης. Επισημαίνει πως η Αγωγή έχει εγερθεί νομότυπα καθότι καταχωρίστηκε από τον Εκκαθαριστή της Ενάγουσας 1, Επίσημο Παραλήπτη, κατόπιν γραπτής εξουσιοδότησης του ως προς τούτο. Επεξηγεί γιατί η Αίτηση καταχωρίστηκε με μεγάλη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση και γιατί το προτεινόμενο ύψος των εξόδων είναι υπερβολικό, λέγοντας πως σε περίπτωση επιτυχίας της Αγωγής τα έξοδα θα ανέλθουν στις €14.078,88 συμπεριλαμβανομένου ΦΠΑ. Τέλος, ισχυρίζεται ότι η καταχώριση ξεχωριστής παρόμοιας αίτησης από τους Εναγόμενους 4 και 5, λογιστές και ή εγκεκριμένους ελεγκτές στην Εναγομένη 3 ,καταδεικνύει την πρόθεση όλων αυτών να παρεμποδίσουν την Ενάγουσα 1 να ακουστεί εφόσον ζητούν διπλά έξοδα και επομένως η Αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί ως καταχρηστική και ή κακόπιστη. Είναι γεγονός ότι την ίδια μέρα καταχώρισης της παρούσας, καταχωρίστηκε αίτηση με πανομοιότυπα αιτητικά από τους Εναγόμενους 4 και 5. Η Ενάγουσα 1 προβάλλει τους ίδιους λόγους ένστασης. Το Δικαστήριο όρισε και τις δύο αιτήσεις την ίδια μέρα για ακρόαση, εξ ου και εκδίδει και τις δύο ενδιάμεσες αποφάσεις σε αυτές σήμερα. Η ακρόαση της Αίτησης διεξήχθη στη βάση γραπτών αγορεύσεων. Στα πλαίσια εξέτασης της Αίτησης, θα πρέπει να λεχθεί εξαρχής πως με βάση τόσο τα δικόγραφα των δύο πλευρών όσο και το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων που συνοδεύουν την Αίτηση και την ένσταση αντίστοιχα, αποτελεί κοινό έδαφος πως στις 26.11.13 ο Εναγόμενος 2 διορίστηκε Διαχειριστής Παραλήπτης του συνόλου της Ενάγουσας 1 εταιρείας δυνάμει δύο ομολόγων κυμαινόμενης επιβάρυνσης. Αποτελεί επίσης κοινό έδαφος πως η Ενάγουσα 1 τελεί υπό εκκαθάριση και εκκαθαριστής είναι ο Επίσημος Παραλήπτης. Σύμφωνα με τον αναντίλεκτο ισχυρισμό του Εναγομένου 4, όπως άλλωστε επιβεβαιώνεται από την έρευνα στην επίσημη ιστοσελίδα του Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη, Τεκμήριο Α στην ένορκη του δήλωση, διαφαίνεται πως από τις 19.9.14 η Ενάγουσα 1 εταιρεία τελεί υπό εκκαθάριση. Σύμφωνα με την ηλεκτρονική έρευνα από την επίσημη ιστοσελίδα του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου στο αρχείο εκκαθαρίσεων εταιρειών, Τεκμήριο Β, ο Επίσημος Παραλήπτης διορίστηκε εκκαθαριστής της Ενάγουσας 1 δυνάμει δικαστικού διατάγματος από τις 30.5.17. Η Εναγομένη 3 κάνει λόγο για το κατάλοιπο εξουσίας των διευθυντών της Ενάγουσας 1 εταιρείας να εγείρουν αγωγή υπό κάποιες προϋποθέσεις, αφότου η εταιρεία τελεί υπό διαχείριση. Το Δικαστήριο θεωρεί πως από τη στιγμή που πλέον η Ενάγουσα 1 τελεί υπό εκκαθάριση και μάλιστα η Αγωγή εκ μέρους της καταχωρίστηκε από την Εκκαθαριστή, Επίσημο Παραλήπτη, όπως φαίνεται από τον τίτλο της Αγωγής και το διοριστήριο δικηγόρου, τότε δεν μπορεί να γίνεται λόγος για επίκληση ή χρήση οποιασδήποτε εξουσίας των διευθυντών ως προς τούτο. Ο Επίσημος Παραλήπτης, Εκκαθαριστής της Ενάγουσας 1 εταιρείας, καταχώρισε την παρούσα Αγωγή εκ μέρους και για λογαριασμό της, στα πλαίσια των εξουσιών που του παρέχονται από τον περί Εταιρειών Νόμο, Κεφ. 113 και ειδικότερα το Μέρος V. Ανάμεσα στις εξουσίες του είναι και η έγερση οποιασδήποτε νομικής διαδικασίας στο όνομα και εκ μέρους της υπό εκκαθάριση εταιρείας, σύμφωνα με το άρθρο 233

(1)(α) του Κεφ. 113. Επομένως, δεν απαιτείτο όπως ο Επίσημος Παραλήπτης, ως Εκκαθαριστής, λάβει τη συγκατάθεση του Διαχειριστή Παραλήπτη ή προσφέρει εγγύηση όπως θα απαιτείτο στην περίπτωση έγερσης της Αγωγής εκ μέρους και για λογαριασμό της εταιρείας από τους διευθυντές της. Άλλωστε, η εισήγηση της Αιτήτριας περιορίζεται στους διευθυντές της εταιρείας και όχι στον Επίσημο Παραλήπτη, Εκκαθαριστή της. Επομένως, το πρώτο αιτητικό για διαγραφή της Ενάγουσας 1 δεν μπορεί να πετύχει και έτσι απορρίπτεται. Πριν την εξέταση του αιτητικού για παροχή ασφάλειας, θεωρώ ορθό να εξετάσω το τελευταίο αιτητικό που αφορά στη διαγραφή ολόκληρης της Αγωγής στη βάση του ότι αυτή καταχωρίστηκε παράτυπα και αντικανονικά και ως τέτοια είναι άκυρη. Και τούτο, καθότι ενδεχόμενη έγκριση αυτού του αιτητικού καθιστά άνευ αντικειμένου το αιτητικό για παροχή ασφάλειας εξόδων. Το άρθρο 233
(1)(α) του Κεφ. 113, αναφέρει τα εξής: «233.-
(1)Κατά την εκκαθάριση εταιρείας από το Δικαστήριο, ο εκκαθαριστής έχει εξουσία, μετά από έγκριση είτε του Δικαστηρίου ή της επιτροπής επιθεώρησης- (α) να εγείρει ή υπερασπίσει οποιαδήποτε αγωγή ή άλλη νομική διαδικασία στο όνομα και εκ μέρους της εταιρείας·» Το εν λόγω άρθρο παρέχει την εξουσία στον Εκκαθαριστή, Επίσημο Παραλήπτη, να εγείρει αγωγή αφού εξασφαλίσει την έγκριση του Δικαστηρίου ή της επιτροπής επιθεώρησης. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Η Εκκαθάριση Εταιρειών, 2η έκδοση, του Δρος Ανδρέα Π. Ποιητή, σελ. 123, η εξουσιοδότηση αυτή του Δικαστηρίου ή της επιτροπής επιθεώρησης θα πρέπει κατ΄ αρχήν να εξασφαλίζεται πριν από την έναρξη της δικαστικής διαδικασίας στην οποία αφορά. Παρά ταύτα, το Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να παράσχει αυτή την άδεια και μετά την έναρξη της διαδικασίας, αν πεισθεί ότι το θέμα ήταν εξαιρετικά επείγον, ώστε να δικαιολογείται η έγερση της αγωγής, χωρίς να έχει προηγουμένως εξασφαλιστεί η άδεια του Δικαστηρίου. Ανεξαρτήτως της δυνατότητας λήψης άδειας ακόμα και μετά την έγερση της αγωγής, το άρθρο 233
(1)θα πρέπει να εξεταστεί σε συνδυασμό και με το άρθρο 242 του Κεφ. 113, το οποίο αναφέρεται στις περιπτώσεις όπου δεν υπάρχει επιτροπή επιθεώρησης, όπως στην προκειμένη όπου δεν υπάρχει μαρτυρία περί ύπαρξης τέτοιας επιτροπής. Σύμφωνα με αυτό το άρθρο: «
  1. Όταν σε περίπτωση εκκαθάρισης εταιρείας, δεν υπάρχει επιτροπή επιθεώρησης, ο επίσημος παραλήπτης δύναται, μετά από αίτηση του εκκαθαριστή, να κάνει οποιαδήποτε πράξη ή πράγμα ή να δώσει οποιεσδήποτε οδηγίες ή άδεια για την οποία υπάρχει από το Νόμο αυτό εξουσιοδότηση ή απαίτηση να γίνει ή δοθεί από την επιτροπή.» Από τη στιγμή που ο ίδιος ο Νομοθέτης δίδει εξουσία στον Επίσημο Παραλήπτη να δώσει τη σχετική άδεια (π.χ. για έγερσης αγωγής) στον εκκαθαριστή, σαφώς και ο ίδιος δύναται να ασκήσει αυτή την εξουσία χωρίς την ανάγκη λήψης άδειας από οποιονδήποτε και δη τον εαυτό του. Και τούτο, καθότι ο Νομοθέτης είχε πρόθεση να υπάρχει έλεγχος πριν ο εκκαθαριστής εγείρει αγωγή, ο οποίος (έλεγχος) θα γινόταν από τον Επίσημο Παραλήπτη, επομένως στην περίπτωση που ο ίδιος είναι και εκκαθαριστής τότε λογικά ασκεί την ίδια εξουσία με δική του πρωτοβουλία χωρίς την ανάγκη εξασφάλισης άδειας από οποιονδήποτε και δη το Δικαστήριο. Άλλωστε ο εκκαθαριστής, είτε είναι ο Επίσημος Παραλήπτης είτε άλλο πρόσωπο, λόγω της ευρύτητας των εξουσιών που του παρέχει ο Νόμος, υπόκειται στον έλεγχο που καθορίζει ο ίδιος ο Νόμος. Στη σελ. 141 του ιδίου συγγράμματος, αναφέρεται πως στην περίπτωση εκκαθάρισης από το Δικαστήριο ο έλεγχος ασκείται και στα δύο στάδια των ενεργειών του εκκαθαριστή, ήτοι τόσο κατά τη διαχείριση του ενεργητικού της εταιρείας όσο και κατά τη διανομή της περιουσίας της μεταξύ των πιστωτών της. Επομένως, η απόφαση του Επίσημου Παραλήπτη να εγείρει αγωγή για την ανάκτηση περιουσίας της υπό εκκαθάριση εταιρείας δύναται μεν να ληφθεί από τον ίδιο αλλά και αυτή υπόκειται σε έλεγχο. Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, το Δικαστήριο καταλήγει ότι ούτε και το αιτητικό για τη διαγραφή της Αγωγής δύναται να πετύχει και έτσι απορρίπτεται. Επανερχόμενη τώρα στο αιτητικό για την παροχή ασφάλειας εξόδων, αυτό στηρίζεται στο άρθρο 382 του Κεφ. 113, το οποίο περιλαμβάνεται στη νομική βάση της Αίτησης και προνοεί ως ακολούθως: «
  2. Όταν εταιρεία είναι ενάγουσα σε οποιαδήποτε αγωγή ή άλλη νομική διαδικασία, κάθε δικαστής που έχει δικαιοδοσία στο θέμα δύναται, αν φαίνεται µε αξιόπιστη μαρτυρία ότι υπάρχει λόγος να πιστεύει ότι η εταιρεία είναι ανίκανη να πληρώσει τα έξοδα του εναγοµένου αν αυτός επιτύχει στην υπεράσπισή του, να ζητήσει να δοθεί ικανοποιητική εγγύηση για τα έξοδα εκείνα, και δύναται να αναστείλει όλες τις διαδικασίες μέχρι να δοθεί η εγγύηση.» Χρήσιμη καθοδήγηση επί της εφαρμογής του άρθρου 382 του Κεφ. 113 παρέχει η υπόθεση Λεωνίδας Κίμωνος ως Εκκαθαριστής της Blue Seal Shoes Ltd v. Χρ. Ιωάννου & Υιοί (Υποδήματα) Λτδ
(2015)1(Α) Α.Α.Δ. 147. Στην εν λόγω υπόθεση, αφού το Εφετείο τόνισε πως το ζήτημα επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, ακολούθως καθόρισε τους παράγοντες οι οποίοι πρέπει να λαμβάνονται υπόψιν στα πλαίσια άσκησης αυτής. Το ακόλουθο απόσπασμα είναι διαφωτιστικό: «Ως προς το ουσιαστικό μέρος της αίτησης, αν δηλαδή η εφεσείουσα εταιρεία είναι ικανή ή όχι να πληρώσει τα έξοδα της εφεσίβλητης σε περίπτωση αποτυχίας της έφεσης, όντως το άρθρο 382 του περί Εταιρειών Νόμου προβλέπει πως η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου να διατάξει την παροχή ασφάλειας εξόδων προϋποθέτει ότι ο αιτητής έχει αποσείσει το βάρος των ισχυρισμών του περί αφερεγγυότητας της εταιρείας με αξιόπιστη μαρτυρία. . Ό,τι προκύπτει σχετικά είναι ότι ναι μεν ο Νόμος δίδει δυνατότητα έκδοσης διαταγής για εξασφάλιση εξόδων εναντίον αφερέγγυας εταιρείας, αλλά κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου πρέπει να εξισορροπούνται τρεις παράγοντες. Ο πρώτος, η οικονομική αδυναμία της εταιρείας, ο δεύτερος, η εύλογη ανησυχία του αντιδίκου της ότι στην περίπτωση που επιτύχει στην υπεράσπισή του δεν θα επανακτήσει τα έξοδά του και, ο τρίτος, το δικαίωμα πρόσβασης κάθε φυσικού και νομικού προσώπου στο Δικαστήριο. Και αυτό πάντοτε στη βάση των περιστατικών της κάθε υπόθεσης, διαφορετικά δεν θα μπορούσε να γίνει λόγος για διακριτική ευχέρεια.» Στην εν λόγω υπόθεση γίνεται επίσης παραπομπή στην υπόθεση Genemp Trading Ltd v. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2011)1(Β) Α.Α.Δ. 1314, όπου λέχθηκε ότι «Το ζητούμενο σε κάθε περίπτωση είναι κατά πόσο η παροχή ασφάλειας εξόδων είναι αντικειμενικά δικαιολογημένη έχοντας υπόψη όλες τις συνθήκες, καθώς και το πιθανό βάρος επί των ώμων του διαδίκου που θα διαταχθεί να καταβάλει αυτή την ασφάλεια». Ο τρόπος άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου μέσω της εξισορρόπησης διαφόρων παραγόντων αναφέρεται με σαφήνεια και στο ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Επίσημος Παραλήπτης ως Εκκαθαριστής της K.S.S. Trading Ltd v. Γενικές Ασφάλειες Κύπρου Λτδ (αρ. 2)
(2005)1(Β) Α.Α.Δ. 1446: «Υπενθυμίζουμε κατ' αρχάς την Continental Ins. Co. of Hampshire v. O'Regan
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 1087, όπου αποφασίστηκε ότι η ασφάλεια εξόδων δεν πρέπει να λειτουργεί με τρόπο που να στερεί το δικαίωμα πρόσβασης στο Δικαστήριο. . Βέβαια, στην προκείμενη περίπτωση η οικονομική αδυναμία των εφεσειόντων αποτελούσε το έρεισμα του αιτήματος των εφεσιβλήτων για ασφάλεια εξόδων. Προβλέπεται, όπως προαναφέραμε, από το άρθρο 382 του περί Εταιρειών Νόμου, το οποίο παρέχει στο Δικαστήριο διακριτική ευχέρεια. Πρέπει όμως να ερμηνεύεται με τρόπο που να λαμβάνει υπόψη όχι μόνο την οικονομική αδυναμία ενάγουσας εταιρείας, όπως και την αντίστοιχη εύλογη ανησυχία αντίδικου για τα έξοδα του, αλλά και το δικαίωμα πρόσβασης στο Δικαστήριο. Αλλιώς δεν θα μπορούσε να δικαιολογηθεί η άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου υπέρ της έκδοσης διατάγματος. Χρειάζεται ισορροπία.» Το άρθρο 382 του Κεφ. 113 απασχόλησε επίσης στη σχετικά πρόσφατη υπόθεση Stirup Investments Ltd v. Μιχαήλ κ.ά., Πολ. Έφ. 308/12, ημ. 28.6.18, στην οποία λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Το άρθρο 382 υπήρξε αντικείμενο εξέτασης στην υπόθεση F.K. & S. (VAROSIA) PROPERTIES LIMITED v. SIMON GEORGE PENNEY κ.ά., Πολ. Έφ. 354/10, ημερ. 14/2/14, όπου αναφέρθηκαν τα εξής ως προς την εμβέλεια του συγκεκριμένου άρθρου. «Η Αίτηση στηρίζεται επίσης στο άρθρο 382 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113, με το οποίο παραχωρείται διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο στις περιπτώσεις που υπάρχει εύλογη υπόνοια ότι η ενάγουσα ή εφεσείουσα εταιρεία δεν θα είναι σε θέση να πληρώσει τα έξοδα που ήδη επιδικάστηκαν ή που θα επιδικαστούν να την διατάξει να παραχωρήσει ασφάλεια για τα έξοδα. Όμως το Δικαστήριο ενεργώντας στη βάση του άρθρου 382, διατηρεί διακριτική ευχέρεια, αφού λάβει υπόψη όλες τις περιστάσεις της υπόθεσης, να απορρίψει την αίτηση ακόμη και όταν αποδειχθεί η αδυναμία μιας εταιρείας να πληρώσει τα έξοδα του εναγομένου (βλ. σχετικά Sir LindsayParkinson and Co Ltd v. Triplan Ltd [1973] 2 All ER 273, στη σελ. 283, Annual Practice 1958, στη σελ. 395 και Halsbury´s Laws of England, 4η Έκδοση, Τόμος 37, παρ. 304). Όμως όταν αποδειχθεί η αδυναμία της εταιρείας να πληρώσει, συνήθως το δικαστήριο εκδίδει το αιτούμενο διάταγμα για παροχή ασφάλειας για τα έξοδα, εκτός αν καταλήξει ότι υπάρχουν ειδικές περιστάσεις που συνηγορούν υπέρ της μη έκδοσης του.» Με γνώμονα τις πιο πάνω νομικές αρχές, κατ΄ αρχάς το Δικαστήριο θεωρεί εύλογη και βάσιμη τη θέση της Εναγομένης 3 πως η Ενάγουσα 1 αντιμετωπίζει οικονομική αδυναμία και δεν θα είναι σε θέση να καταβάλει τα έξοδα που ήθελαν επιδικαστεί εναντίον της και υπέρ της Εναγομένης 3. Αυτή η θέση προκύπτει από τους ισχυρισμούς του Εναγομένου 4 οι οποίοι ουδόλως αντικρούονται με οποιονδήποτε τρόπο από την άλλη πλευρά και επιπλέον επιβεβαιώνονται και από τα έγγραφα τα οποία επισυνάπτει στην ένορκη του δήλωση. Συγκεκριμένα, αυτοί οι ισχυρισμοί του Εναγομένου 4 συνίστανται στα ακόλουθα: 1) Η Ενάγουσα 1 τελεί υπό διαχείριση. 2) Η Ενάγουσα 1 τελεί υπό εκκαθάριση. 3) Η Ενάγουσα 1 δεν έχει οποιαδήποτε ακίνητη ή κινητή περιουσία ή άλλα περιουσιακά στοιχεία από τα οποία θα μπορούσε να καλύψει τα δικηγορικά έξοδα καθότι στις 26.11.13 διορίστηκε Διαχειριστής Παραλήπτης ολόκληρης της περιουσίας της δυνάμει δύο ομολόγων κυμαινόμενης επιβάρυνσης ημ. 15.4.03 και 9.12.09 προς όφελος της . για εξασφάλιση του ποσού των ΛΚ100.000 (€170.860,14) και για απεριόριστο ποσό αντίστοιχα, πλέον τόκους και άλλα έξοδα, και στη συνέχεια από τις 19.9.14 τελεί υπό εκκαθάριση. 4) Η Ενάγουσα 1 έχει συνάψει και άλλο ομόλογο κυμαινόμενης επιβάρυνσης επί ολόκληρης της περιουσίας της προς όφελος της . για ποσό εκ €100.000 πλέον τόκους. 5) Το μοναδικό άλλο περιουσιακό στοιχείο της Ενάγουσας 1 είναι ένα οικόπεδο στην ., η αξία του οποίου ανέρχεται στο ποσό των €688.100 με βάση τις αξίες του 2018 του Κτηματολογίου, το οποίο όμως επιβαρύνεται με δύο υποθήκες προς όφελος της . και τέσσερα μέμο προς όφελος του . και δύο άλλων εταιρειών, για το συνολικό ποσό των €849.722,40 πλέον τόκους και έξοδα, το οποίο ξεπερνά την αξία του εν λόγω ακινήτου. Αυτά φαίνονται στο Πιστοποιητικό Έρευνας Ακίνητης Περιουσίας του Κτηματολογίου Λεμεσού ημ. 14.1.21, Τεκμήριο Δ. Σημειώνεται πως ο Εναγόμενος 4 επεξηγεί πως το εν λόγω ακίνητο είναι ιδιοκτησίας της Ενάγουσας 1 και στο Τεκμήριο Δ αναγράφεται το προηγούμενο όνομα της εταιρείας, θέση η οποία παρέμεινε αναντίλεκτη. Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Λεωνίδας Κίμωνος ως Εκκαθαριστής της Blue Seal Shoes Ltd v. Χρ. Ιωάννου & Υιοί (Υποδήματα) Λτδ (ανωτέρω), στα πλαίσια τέτοιας αίτησης για ασφάλεια εξόδων η αιτήτρια θα πρέπει να αποσείσει το βάρος των ισχυρισμών της περί αφερεγγυότητας της εταιρείας με αξιόπιστη μαρτυρία, και στην υπόθεση Iacovou Brothers (Constructions) Ltd v. Fashionwise Ltd
(2000)1(B) Α.Α.Δ. 1377, «η αφερεγγυότητα πρέπει να καταφαίνεται ως θετικό γεγονός», κριτήρια τα οποία σαφώς ικανοποιούνται με την πιο πάνω μαρτυρία. Από τη στιγμή που η Εναγομένη 3 κατάφερε να καταδείξει εκ πρώτης όψεως την αφερεγγυότητα της Ενάγουσας 1, τότε το Δικαστήριο δικαιούται να εξετάσει τις θέσεις της άλλης πλευράς και να αξιολογήσει κατά πόσο αυτή έχει καταφέρει να αντικρούσει τις εν λόγω θέσεις. Διαφορετική προσέγγιση θα απέληγε ενδεχομένως στη μετατόπιση του βάρους απόδειξης. Αυτές οι διαπιστώσεις του Δικαστηρίου βρίσκουν έρεισμα στις υποθέσεις Λεωνίδας Κίμωνος ως Εκκαθαριστής της Blue Seal Shoes Ltd v. Χρ. Ιωάννου & Υιοί (Υποδήματα) Λτδ (ανωτέρω) και Iacovou Brothers (Constructions) Ltd v. Fashionwise Ltd (ανωτέρω), στις οποίες, όπως έχει ήδη αναφερθεί, τονίστηκε η υποχρέωση του αιτητή να αποσείσει το βάρος απόδειξης για την απόδειξη των ισχυρισμών του ως προς την αφερεγγυόητα της εταιρείας. Κρίνω σκόπιμο να παραθέσω αυτούσιο το ακόλουθο απόσπασμα από την πρώτη υπόθεση: «Ως προς το ουσιαστικό μέρος της αίτησης, αν δηλαδή η εφεσείουσα εταιρεία είναι ικανή ή όχι να πληρώσει τα έξοδα της εφεσίβλητης σε περίπτωση αποτυχίας της έφεσης, όντως το άρθρο 382 του περί Εταιρειών Νόμου προβλέπει πως η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου να διατάξει την παροχή ασφάλειας εξόδων προϋποθέτει ότι ο αιτητής έχει αποσείσει το βάρος των ισχυρισμών του περί αφερεγγυότητας της εταιρείας με αξιόπιστη μαρτυρία. Στην υπό κρίση όμως περίπτωση η εφεσείουσα εταιρεία τελεί υπό εκκαθάριση και το γεγονός αυτό αποτελεί prima facie μαρτυρία ότι αδυνατεί να καταβάλει τα έξοδα, εκτός αν δοθεί προς το αντίθετο σχετική μαρτυρία (βλ. Genemp Trading Ltd (ανωτέρω) η οποία παραπέμπει στην Northhampton Goal, Iron & Waggon Co. v. Midland Wagon Co. [1878] 7 Ch.D. 500). Το βάρος επομένως απόδειξης ότι η εφεσείουσα εταιρεία έχει τη δυνατότητα να καταβάλει τα έξοδα της εφεσίβλητης σε περίπτωση αποτυχίας της έφεσης μετήλθε σ΄ αυτή και το ερώτημα που εγείρεται είναι κατά πόσο, στη βάση των ισχυρισμών που διατυπώνονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, το έχει αποσείσει.» (Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Έχει ήδη λεχθεί πως οι συναφείς περί τούτου ισχυρισμοί του Εναγομένου 4 ουδόλως αντικρούστηκαν με οποιονδήποτε τρόπο από την ΕΚ, η οποία μάλιστα δεν προβάλλει οποιονδήποτε ισχυρισμό περί της ικανότητας πληρωμής των εξόδων από πλευράς της Ενάγουσας 1 σε περίπτωση επιδίκασης εξόδων εναντίον της. Ουσιαστικά η Ενάγουσα 1 παραμένει παντελώς σιωπηλή ως προς αυτό το ζήτημα, με αποτέλεσμα την αποτυχία της να αντικρούσει τις θέσεις της Εναγομένης 3 ως προς την οικονομική της κατάσταση και την όποια δυνατότητα πληρωμής των εξόδων. Η Ενάγουσα 1 ισχυρίζεται ότι έχει καλή βάση αγωγής και επομένως τυχόν έγκριση της Αίτησης θα παραβιάζει το δικαίωμα της σε πρόσβαση στη δικαιοσύνη. Για σκοπούς εξέτασης αυτού του ισχυρισμού, κρίνεται σκόπιμη μια σύντομη αναφορά στις αξιώσεις των Εναγόντων και στους εκατέρωθεν ισχυρισμούς των δύο πλευρών στα δικόγραφα τους. Με την παρούσα Αγωγή οι Ενάγοντες αξιώνουν · απόφαση πως ο διορισμός του Εναγομένου 2 ως Παραλήπτη Διαχειριστή της Ενάγουσας 1 είναι εξ υπαρχής άκυρος · ειδικές και ή γενικές αποζημιώσεις εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 ξεχωριστά για παράνομες ενέργειες, σοβαρή αμέλεια, παράβαση καθήκοντος εμπιστοσύνης και ή καλής πίστης · ειδικές και ή γενικές αποζημιώσεις εναντίον της Εναγομένης 3 για παράβαση θέσμιου καθήκοντος και ή επιμέλειας έναντι της Ενάγουσας 1 στην ετοιμασία ορθών οικονομικών καταστάσεων και σε ορθό οικονομικό έλεγχο · ειδικές και ή γενικές αποζημιώσεις εναντίον των Εναγομένων 2-5 για παράνομη και ή δόλια και ή κακόπιστη και ή παράτυπη συνεννόηση και ή συμπαιγνία για την ετοιμασία λανθασμένων και ή ανακριβών οικονομικών καταστάσεων αναφορικά με τα περιουσιακά στοιχεία της Ενάγουσας 1 με σκοπό την καταδολίευση και ή οικειοποίηση της Ενάγουσας 1 στη βάση συνωμοσίας. Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης, η Εναγομένη 3 είναι η ελεγκτική και λογιστική εταιρεία της Ενάγουσας 1, ο Εναγόμενος 4 είναι εγκεκριμένος ελεγκτής και λογιστής, εργοδοτείτο από την Εναγομένη 3 και είναι ο εκτελεστικός διευθυντής και ή μοναδικός αξιωματούχος και ή ο κύριος μέτοχος της, και η Εναγομένη 5 επίσης εγκεκριμένη ελεγκτής και λογιστής και η ανώτερη ελέγκτρια της Εναγομένης
  1. Στον Εναγόμενο 2 αποδίδεται κακόπιστη, δόλια και αμελής συμπεριφορά καθώς επίσης και παράβαση καθήκοντος καλής πίστης καθότι πώλησε ολόκληρο το ενεργητικό της Ενάγουσας 1 κατά τον Ιανουάριο του 2014 για το ποσό των €321.300 εκ των οποίων οι €273.000 χρησιμοποιήθηκαν για την αμοιβή του και άλλες υποχρεώσεις της Ενάγουσας 1 και μόνο €131.000 καταβλήθηκαν έναντι των υποχρεώσεων της Ενάγουσας 1 προς την Εναγομένη 1, ενώ κατά τον χρόνο του διορισμού του η εκτιμημένη λογιστική αξία των περιουσιακών στοιχείων της εταιρείας ήταν €4.294.234,
  2. Στους Εναγόμενους 3-5 αποδίδεται η ετοιμασία εντύπων περιουσιακής κατάστασης της Ενάγουσας 1 κατά το 2014, στα οποία παρουσιάζεται λανθασμένη αξία για να δικαιολογήσει τις χαμηλές τιμές στις οποίες ο Εναγόμενος 2, ως Διαχειριστής Παραλήπτης, πώλησε τα περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας, καθιστώντας τους εκ προστήσεως υπεύθυνους για τις ενέργειες του, καθότι αυτοί όφειλαν να γνωρίζουν την πραγματική αξία της περιουσίας της εταιρείας εφόσον ενεργούσαν ως οι λογιστές και ελεγκτές της για πολλά χρόνια. Εξ ου και αποδίδουν συνωμοσία μεταξύ των Εναγομένων 3-5 και του Εναγομένου
  3. Στην υπεράσπιση της η Εναγομένη 3 εγείρει διάφορες προδικαστικές ενστάσεις και περαιτέρω ισχυρίζεται ότι η Εναγομένη 5 δεν είναι εγκεκριμένη ελεγκτής ή λογιστής αλλά εργοδοτείτο ως βοηθός λογίστρια στο ελεγκτικό τμήμα της Εναγομένης 3 και ενεργεί υπό τις οδηγίες του Εναγομένου
  4. Η Εναγομένη 3 ισχυρίζεται περαιτέρω πως ετοίμασε τις οικονομικές καταστάσεις της Ενάγουσας 1 μέχρι και το τέλος του 2012 και δεν γνωρίζει την οικονομική κατάσταση της εταιρείας από τότε, παρά μόνο κλήθηκε να ετοιμάσει τα έντυπα περιουσιακής της κατάστασης το 2014 στη βάση αποκλειστικά και μόνο των στοιχείων που δόθηκαν από τον Ενάγοντα 2, χωρίς γνώση της ίδιας για την κατάσταση της εταιρείας κατά τον διορισμό του Εναγομένου 2 και χωρίς οποιαδήποτε συνεννόηση μαζί του ή γνώση των ενεργειών του. Εξ ου και απορρίπτει τους ισχυρισμούς για συνωμοσία και ζητά την απόρριψη της Αγωγής. Οι ισχυρισμοί για τις συνθήκες ετοιμασίας των εντύπων το 2014 προβάλλονται με περαιτέρω λεπτομέρεια στην ένορκη δήλωση του Εναγομένου 4 που συνοδεύει την Αίτηση, εμμένοντας στη θέση περί άγνοιας της οικονομικής κατάστασης της Ενάγουσας 1 και των ενεργειών του Παραλήπτη και περί της ετοιμασίας των εντύπων με βάση τα στοιχεία που δόθηκαν από τους Ενάγοντες 1-3, τα οποία εν τέλει η Ενάγουσα 3 αρνήθηκε να υπογράψει. Βασικά ο Εναγόμενος 4 ισχυρίζεται ότι λόγω αδυναμίας εντοπισμού της Ενάγουσας 3, ο Εναγόμενος 2 παρακάλεσε την Εναγομένη 3 να συμπληρώσει την έκθεση περιουσιακής κατάστασης της εταιρείας την οποία η Ενάγουσα 3, ως διευθύντρια της Ενάγουσας 1, είχε υποχρέωση να υποβάλει, και η Εναγομένη 3 δέχθηκε να προβεί σε αυτή την εξυπηρέτηση. Έτσι απέστειλε το έντυπο στον Ενάγοντα 2, ταχυδρομικώς για να το παραδώσει στη θυγατέρα του, Ενάγουσα 3, να το συμπληρώσει. Εξ ου και η Εναγομένη 3 συμπλήρωσε το έντυπο με βάση τα στοιχεία που της δόθηκαν από τους Ενάγοντες 1-3, το οποίο τελούσε υπό την έγκριση τους και τελικώς δεν υπεγράφη από την Ενάγουσα
  5. Σύμφωνα πάντα με τον Εναγόμενο 4, το 2017 εντελώς ξαφνικά και αβάσιμα, η Ενάγουσα 3 ισχυρίστηκε ότι το έντυπο ετοιμάστηκε από τους Εναγόμενους 3-5 με σκοπό την πρόκληση ζημιάς στην Ενάγουσα 1 και ή σε όλους τους Ενάγοντες. Αυτοί οι ισχυρισμοί αντικρούονται στην ένορκη δήλωση της ΕΚ που συνοδεύει την ένσταση, με παραπομπή στην απαίτηση των Εναγόντων στη βάση πώλησης των περιουσιακών στοιχείων της Ενάγουσας 1 από τον Εναγόμενο 2 σε εξαιρετικά χαμηλές τιμές με αποτέλεσμα την πρόκληση οικονομικής ζημιάς στην Ενάγουσα 1, μέσω συνωμοσίας μεταξύ του Εναγομένου 2 και των Εναγομένων 3-5 οι οποίοι κατέγραψαν τις αξίες των περιουσιακών στοιχείων πολύ χαμηλότερες των πραγματικών για να νομιμοποιήσουν τις ενέργειες του Εναγομένου
  6. Η ΕΚ επισυνάπτει τις οικονομικές καταστάσεις που ετοιμάστηκαν από την Εναγομένη 3 για το έτος 2012, Τεκμήριο 1, τα έντυπα περιουσιακής κατάστασης τα οποία στάληκαν το 2013 για υπογραφή από τους Ενάγοντες, Τεκμήριο 2, και έκθεση, Τεκμήριο 3, από ανεξάρτητη ελεγκτική εταιρεία στην οποία φαίνεται ότι η αξία των περιουσιακών στοιχείων όπως καταγράφονται στο Τεκμήριο 2 δεν συνάδει με αυτή του Τεκμηρίου
  7. Η ΕΚ αναφέρει ότι με βάση το Τεκμήριο 3, η αξία των περιουσιακών στοιχείων της Ενάγουσας 1 κατά τον διορισμό του Εναγομένου 2 ήταν €4.294.234,36, τιμή πολύ ψηλότερη από αυτή που είχαν παρουσιάσει οι Εναγόμενοι 3-
  8. Σαφώς και σε αυτό το στάδιο και για σκοπούς της υπό κρίση Αίτησης, το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται σε αξιολόγηση των εκατέρωθεν ισχυρισμών, κάτι το οποίο θα γίνει κατά την ακρόαση της Αγωγής, πλην όμως για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας, εκείνο το οποίο το Δικαστήριο περιορίζεται να αναφέρει είναι πως οι ισχυρισμοί του Εναγομένου 4 αναφορικά με την ετοιμασία καταστάσεων μέχρι και το 2012 και τις συνθήκες ετοιμασίας του εντύπου της περιουσιακής κατάστασης της εταιρείας αργότερα κατά το 2014 δεν θεωρούνται εντελώς αβάσιμοι ούτως ώστε να θεωρηθεί ότι η υπεράσπιση της Εναγομένης 3 στερείται κάθε πιθανότητας επιτυχίας. Διαφαίνεται πως η Εναγομένη 3 έχει καλή, γνήσια και ουσιαστική υπεράσπιση. Με άλλα λόγια δεν μπορεί να λεχθεί πως η Ενάγουσα 1 έχει καταδείξει τέτοια δυνατή πιθανολόγηση επιτυχίας της απαίτησης της ούτως ώστε τυχόν έγκριση της Αίτησης να οδηγεί σε στέρηση του δικαιώματος της στην πρόσβαση στη δικαιοσύνη. Υπενθυμίζεται πως η Αίτηση αφορά μόνο την Εναγομένη 3, και ακόμα και αν ληφθεί υπόψιν και η αίτηση από τους Εναγόμενους 4 και 5, η Αγωγή παραμένει εναντίον των Εναγομένων 1 και 2, εκ των οποίων ο πιο ουσιαστικός εναγόμενος είναι σαφώς ο Εναγόμενος
  9. Χρήσιμη καθοδήγηση επί τούτου προσφέρει το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Genemp Trading Ltd v. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Πρώην Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ (ανωτέρω): «Διατείνεται επίσης η εφεσείουσα ότι τυχόν διάταγμα παροχής ασφάλειας εξόδων θα αποτελέσει δυσανάλογο εμπόδιο στο δικαίωμα πρόσβασης σε Δικαστήριο. Έγινε προς τούτο επίκληση της υπόθεσης Garcia Manibardo v. Spain [2002] 34 E.H.R.R. 6, του ΕΔΑΔ, καθώς και των αναφερομένων στο σύγγραμμα των Clayton and Tomlinson: "The Law of Human Rights", Τόμος 1ος, 2η έκδ.
(2009), όπου στη σελ. 745 μνημονεύεται η απόφαση Nasser v. United Bank of Kuwait [2002] 1 W.L.R. 1868, στην οποία κρίθηκε ότι οι πρόνοιες για την παροχή ασφάλειας εξόδων κατ' έφεση θα πρέπει να εξετάζονται υπό το φως των διατάξεων του άρθρου 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Το ζητούμενο είναι σε κάθε περίσταση κατά πόσο η παροχή ασφάλειας εξόδων είναι αντικειμενικά δικαιολογημένη έχοντας υπόψη τις όλες συνθήκες, καθώς και το πιθανό βάρος επί των ώμων του διαδίκου που θα διαταχθεί να καταβάλει αυτή την ασφάλεια. Παρατηρείται ότι οι πιο πάνω αναφορές δεν έχουν οποιαδήποτε εφαρμογή στην υπό κρίση περίπτωση. Στη Nasser λέχθηκε ότι η αναγκαιότητα παροχής ασφάλειας εξόδων δεν θα πρέπει να εμποδίζει την πρόσβαση στο Δικαστήριο, ενώ η παραχώρηση άδειας για έφεση έδειχνε τουλάχιστον «a real prospect» για επιτυχία της έφεσης. Στο ισχύον Κυπριακό σύστημα όμως, η παραχώρηση προηγούμενης άδειας για έφεση δεν υφίσταται και έτσι η καταχώρηση της έφεσης από μόνη της δεν είναι και ένδειξη πιθανής επιτυχίας της. Έπειτα, η επιδιωκόμενη παροχή ενός ποσού ύψους €5.000 δεν θα ήταν ποτέ δυνατόν να αποτελέσει βάσιμο στοιχείο που κωλύει την πρόσβαση στο Εφετείο, τη στιγμή μάλιστα που η εφεσείουσα διατείνεται, ως υπεδείχθη προηγουμένως, ότι έχει διαθέσιμο ένα ποσό της τάξης των €537.040 γερμανικών μάρκων. Έπεται ότι δεν μπορεί να αποτελεί και λόγο απαγόρευσης πρόσβασης στο Δικαστήριο, η μη συμμόρφωση με τυχόν διαταγή ασφάλειας εξόδων, εφόσον, όπως λέχθηκε και πριν, οι δικονομικές πρόνοιες δεν μπορούν να εφαρμόζονται μόνο προς όφελος της εφεσείουσας με την απρόσκοπτη δυνατότητα καταχώρησης εκ μέρους της έφεσης, αλλά όχι και προς όφελος της εφεσίβλητης ώστε να μην είναι γι' αυτήν λογικό να αναζητήσει ασφάλεια εξόδων. Αναφέρεται δε στο The White Book Service 2006, Civil Procedure Vol. 1, σελ. 633, στα σχόλια της παρ. 25.15.2, (με παραπομπή και στη Nasser), ότι η ορθή προσέγγιση είναι να εξετάζεται κατά πόσον είναι ορθό για ένα εφεσείοντα να προχωρά με την έφεση του, χωρίς να κινδυνεύει να πληρώσει τα έξοδα της άλλης πλευράς σε περίπτωση αποτυχίας. Ούτε συνάγεται ότι η άδεια και μόνο καταχώρησης έφεσης εξουδετερώνει την αναγκαιότητα έκδοσης διαταγής ασφάλειας εξόδων.» (Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Υπό το φως των πιο πάνω δεδομένων, το Δικαστήριο ικανοποιείται πως η Εναγομένη 3 έχει καταδείξει ότι η Ενάγουσα 1 έχει οικονομική αδυναμία και δεν θα είναι σε θέση να πληρώσει τα δικηγορικά έξοδα σε περίπτωση καταδίκης της σε αυτά και πως η υπεράσπιση δεν μπορεί εκ προοιμίου να θεωρηθεί ως παντελώς αβάσιμη και χωρίς προοπτική επιτυχίας ούτως ώστε να λεχθεί ότι τυχόν έγκριση της Αίτησης για παροχή ασφάλειας εξόδων στερεί το δικαίωμα της Ενάγουσας 1 στο να ακουστεί τα πλαίσια της παρούσας Αγωγής. Συνυφασμένος με αυτό το ζήτημα είναι ο ισχυρισμός της ΕΚ πως η Αίτηση είναι κακόπιστη και καταχρηστική λόγω του ότι οι Εναγόμενοι 3-5 επέλεξαν να εμφανιστούν με διαφορετικούς δικηγόρους και ζητούν διπλά έξοδα με μοναδικό σκοπό την παρεμπόδιση της Ενάγουσας 1 στην προώθηση της Αγωγής. Είναι γεγονός ότι οι Εναγόμενοι 3-5 εκπροσωπούνται από διαφορετικούς δικηγόρους, ήτοι η Εναγομένη 3 από ένα δικηγόρο και οι Εναγόμενοι 4 και 5 από άλλο κοινό δικηγόρο, και έχουν καταχωρίσει πανομοιότυπες αιτήσεις, πλην όμως θα πρέπει να λεχθεί πως η Εναγομένη 3 αποτελεί ξεχωριστή νομική οντότητα από τα φυσικά πρόσωπα και ο καθένας εξ αυτών έχει το δικαίωμα επιλογής δικηγόρου και του τρόπου χειρισμού από αυτόν της διαδικασίας. Με άλλα λόγια, δεν μπορεί να επιβληθεί από το Δικαστήριο η υποχρέωση εκπροσώπησης και των τριών διαδίκων από τον ίδιο δικηγόρο, εκεί όπου πρόκειται για διαφορετικές οντότητες, με μοναδικό σκοπό την αποφυγή πρόκλησης εξόδων. Από τη στιγμή που οι Ενάγοντες επιλέγουν να εγείρουν την απαίτηση τους εναντίον διάφορων προσώπων, νομικών και φυσικών, τότε ανάλογη και εύλογη είναι η πιθανότητα αυτά τα πρόσωπα να επιλέξουν ξεχωριστό δικηγόρο για την προστασία των δικών τους δικαιωμάτων και συμφερόντων. Είναι επίσης σημαντικό να λεχθεί πως οι υπερασπίσεις της Εναγομένης 3 και των Εναγομένων 4 και 5 διαφέρουν με αποτέλεσμα να ενδείκνυται η εκπροσώπηση τους από διαφορετικούς δικηγόρους, αφού οι Εναγόμενοι 4 και 5 εγείρουν ισχυρισμό ότι ουδέποτε ενεργούσαν υπό την προσωπική τους ιδιότητα αλλά ως εργοδοτούμενοι της Εναγομένης 3. Επίσης, με βάση τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, δεν έχει διαφανεί πως οι Εναγόμενοι 3-5 επιτηδευμένα επέλεξαν να εκπροσωπηθούν από δύο διαφορετικούς δικηγόρους με γνώμονα την πρόκληση περαιτέρω εξόδων και συνεπώς την παρεμπόδιση προώθησης της Αγωγής εναντίον τους. Υπό αυτή την έννοια, το Δικαστήριο αδυνατεί να καταλήξει πως η Αίτηση είναι καταχρηστική και ή κακόπιστη. Εκ μέρους της Ενάγουσας 1 εγείρεται και ζήτημα καθυστέρησης στην καταχώριση της υπό κρίση Αίτησης. Ο χρόνος υποβολής τέτοιας αίτησης είναι παράγοντας ο οποίος συνεκτιμάται στα πλαίσια άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου ως προς την έγκριση ή μη της Αίτησης. Στην υπόθεση Alahmari v. Alia Airline
(1990)1 Α.Α.Δ. 434 (η οποία βασιζόταν στη Δ.60 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας) λέχθηκε ότι η αίτηση θα πρέπει να γίνεται έγκαιρα, στην υπόθεση Sally Line Ltd v. Greenmar Nav. Ltd κ.ά.
(1993)1 Α.Α.Δ. 633 (η οποία βασιζόταν στον Καν. 101 των Θεσμών Ναυτοδικείου) το Εφετείο ικανοποιήθηκε ότι οι εναγόμενοι ενήργησαν με εύλογη σπουδή στην υποβολή της αίτησης τους, ενώ στην υπόθεση Genemp Trading Ltd v. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Πρώην Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ (ανωτέρω), σημειώθηκε πως η αίτηση υποβλήθηκε με φαινομενική καθυστέρηση, όμως με τις εξηγήσεις που δόθηκαν κρίθηκε τελικώς ότι δεν υπήρχε τέτοια καθυστέρηση που να καθιστούσε καταχρηστική ή απορριπτέα την όλη διαδικασία παροχής ασφάλειας εξόδων. Χρήσιμη καθοδήγηση προσφέρει και η υπόθεση Union De Cooperatives Agricole De Cereales De Semences v. Apak Agro Industries Ltd κ.ά.
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 1170, η οποία αφορούσε τη Δ.60, και στην οποία λέχθηκε ότι η καθυστέρηση διαδίκου να αποταθεί για ασφάλεια εξόδων, σε συσχετισμό με άλλους ενισχυτικούς παράγοντες, δυνατό να προσανατολίσει ένα Δικαστήριο στην απόρριψη τέτοιου αιτήματος, πλην όμως στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο έκρινε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο, αφού έλαβε υπόψιν την καθυστέρηση και τα υπόλοιπα στοιχεία, ορθώς αποφάσισε υπέρ της παροχής ασφάλειας. Με βάση το περιεχόμενο του φακέλου, φαίνεται ότι το γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο καταχωρίστηκε στις 7.5.19, η έκθεση απαίτησης στις 7.1.20, η υπεράσπιση της Εναγομένης 1 στις 3.6.20, η υπεράσπιση και ανταπαίτηση του Εναγομένου 2 στις 22.2.21, η υπεράσπιση της Εναγομένης 3 στις 19.3.21 και η υπεράσπιση των Εναγομένων 4 και 5 στις 22.3.
  1. Η Αίτηση από την Εναγομένη 3 καταχωρίστηκε στις 19.3.21 όπως επίσης και η Αίτηση των Εναγομένων 4 και
  2. Εκτός του ότι δεν παρατηρείται μεγάλη καθυστέρηση στην καταχώριση της υπό κρίση Αίτησης, η οποία σημειώνεται καταχωρίστηκε την ίδια μέρα με την υπεράσπιση, είναι σημαντικό να λεχθεί πως οι Ενάγοντες καταχώρισαν αίτηση για απόφαση εναντίον των Εναγομένων 2-5 στις 12.10.20 λόγω μη καταχώρισης υπεράσπισης, και ενώ αρχικά οι Εναγόμενοι 3-5 ζητούσαν χρόνο για την καταχώριση υπεράσπισης, σε κάποιο στάδιο και ενώ εκκρεμούσε η αίτηση αυτή, εξέφρασαν την πρόθεση τους για καταχώριση της υπό κρίση Αίτησης. Οι Εναγόμενοι 4 και 5 εξέφρασαν κάτι τέτοιο για πρώτη φορά στις 12.1.21 ενώ η Εναγομένη 3 στις 26.2.
  3. Μάλιστα, οι Εναγόμενοι 4 και 5 ζητούσαν χρόνο για την καταχώριση της αίτησης για διαγραφή και της υπεράσπισης και η θέση της Εναγομένης 3 ήταν πως θα έπρεπε να καταχωριστεί πρώτα η αίτηση διαγραφής και ασφάλειας εξόδων και μετά αναλόγως πορείας της αίτησης, να ακολουθήσει η καταχώριση της υπεράσπισης, ενώ η πλευρά των Εναγόντων είχε αντίθετη άποψη, με αποτέλεσμα το Δικαστήριο να δίνει οδηγίες για την καταχώριση υπεράσπισης και οποιασδήποτε άλλης αίτησης. Επίσης φαίνεται ότι η Εναγομένη 3 προέβαλε δικαιολογία για την καθυστέρηση στην καταχώριση τόσο της παρούσας όσο και της υπεράσπισης της, επικαλούμενη την πανδημία, είτε με την αναστολή προθεσμιών είτε με τη σοβαρή νόσηση του Εναγομένου 4 με κορωνοϊό, καθώς επίσης και για την καθυστέρηση στην καταχώριση τόσο της υπεράσπισης όσο και της υπό κρίση Αίτησης. Το πιο πάνω ιστορικό της διαδικασίας, και κυρίως η έκφραση της πρόθεσης καταχώρισης της παρούσας Αίτησης πριν την καταχώριση υπεράσπισης, η προβολή δικαιολογίας και η ταυτόχρονη καταχώριση των δύο, ενόψει των οδηγιών του Δικαστηρίου, δεν καταδεικνύει μεγάλη καθυστέρηση και δη αδικαιολόγητη που να οδηγεί δίχως άλλο σε απόρριψη της Αίτησης. Αντιθέτως, διαφαίνεται ότι η Εναγομένη 3 ενήργησε σχετικά γρήγορα εκφράζοντας την πρόθεση καταχώρισης τέτοιας αίτησης σύντομα και πολύ πριν την καταχώριση υπεράσπισης. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Stirup Investments Ltd v. Μιχαήλ κ.ά. (ανωτέρω), όταν αποδειχθεί η αδυναμία της εταιρείας να πληρώσει, συνήθως το Δικαστήριο εκδίδει το αιτούμενο διάταγμα για παροχή ασφάλειας για τα έξοδα, εκτός αν καταλήξει ότι υπάρχουν ειδικές περιστάσεις που συνηγορούν υπέρ της μη έκδοσης του. Στην προκειμένη περίπτωση, δεν έχει διαφανεί ότι συντρέχουν οποιεσδήποτε τέτοιες περιστάσεις που να δικαιολογούν τη μη παροχή ασφάλειας. Επομένως, απομένει το θέμα του ύψους της ασφάλειας. Στην υπόθεση Genemp Trading Ltd v. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Πρώην Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ (ανωτέρω), επισημάνθηκε η ορθότητα της επισύναψης καταλόγου εξόδων ο οποίος είναι βοηθητικός για τον υπολογισμό αυτών. Το ακόλουθο απόσπασμα είναι διαφωτιστικό: «Ένας τέτοιος υπολογισμός είναι ορθό να επισυνάπτεται σε αιτήσεις του είδους όπως είχε συμβεί στην υπόθεση Dagher a.o. v. Morace a.o.
(1985)1 C.L.R. 656, 665-666, όπου ο αναλυτικός πίνακας που προσφέρθηκε βοήθησε το Δικαστήριο στον υπολογισμό των αναγκαίων εξόδων. Όπως αναφέρεται στο Annual Practice 1966, στα σχόλια του αντίστοιχου O.23, r.3, σελ. 510: «It is a great convenience to the Court to be informed what are the estimated costs, and for this purpose a skeleton bill of costs usually affords a ready guide.»» Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Alahmari v. Alia Airline (ανωτέρω): «Το ποσό της ασφάλειας, όπως ορθά επισημαίνεται από το δικαστή Μαλαχτό στην υπόθεση Senior Service Ltd. and Others v. Chrysanthi Shipping Co. Ltd. and Another
(1975)1 C.L.R. 316, είναι κατά κανόνα εκείνο το οποίο υπό κανονικάς συνθήκας θα υποστεί ο διάδικος ο οποίος εξαιτείται την ασφάλεια. "Ordinarily, the amount to be given for security for costs is the amount which under normal circumstances, such costs are likely to be incurred by the party applying for such order." Ελληνική μετάφραση: "Συνήθως το ποσό το οποίο καθορίζεται ως ασφάλεια για τα έξοδα είναι το ποσό το οποίο υπό κανονικάς συνθήκας είναι πιθανό να υποστεί το μέρος το οποίο εξαιρείται την έκδοση της διαταγής." Ως θέμα ορθής πρακτικής το ποσό το οποίο επιζητείται ως ασφάλεια, πρέπει να υποστηρίζεται με λεπτομέρειες (προκαταρκτικό κατάλογο εξόδων) που να τείνουν να καθορίζουν το ύψος του.» Στην υπόθεση Charalambous-Stejaru v. Iωάννου (ανωτέρω) λέχθηκε ότι το ποσό της ασφάλειας είναι κατά κανόνα αυτό που κατά λογική πρόβλεψη θα υποστεί ο διάδικος ο οποίος εξαιτείται την ασφάλεια. Σε εκείνη την υπόθεση στην αίτηση για ασφάλεια εξόδων επισυνάφθηκε προκαταρκτικός κατάλογος στον οποίο περιλαμβάνονταν τα πιθανολογούμενα έξοδα. Στην υπόθεση Sally Line Ltd v. Greenmar Nav. Ltd κ.ά. (ανωτέρω) λέχθηκε ότι η ασφάλεια που θα διαταχθεί μπορεί να καλύπτει έξοδα που έχουν προκύψει μέχρι τη δεδομένη στιγμή και ακόμα μελλοντικά έξοδα. Οι δύο πλευρές διαφωνούν ως προς το ύψος των εξόδων. Ο Εναγόμενος 4, στην ένορκη του δήλωση, επισυνάπτει κατάλογο εξόδων, σύμφωνα με τον οποίο τα έξοδα υπολογίζονται στις €28.926, συμπεριλαμβανομένου ΦΠΑ, Τεκμήριο Γ. Όπως αναφέρει ο Εναγόμενος 4, στον κατάλογο εξόδων υπολογίζονται στην κλίμακα άνω των €2εκ. για πέντε εμφανίσεις για ακρόαση με την κατάθεση επτά μαρτύρων, λαμβανομένου υπόψιν ότι η Αγωγή στρέφεται εναντίον πέντε προσώπων που εκπροσωπούνται από τέσσερις διαφορετικούς δικηγόρους. Η ΕΚ αμφισβητεί το εν λόγω ποσό ως υπέρογκο και υπερβολικό και εισηγείται ότι το μέγιστο ποσό που θα μπορούσε να επιδικαστεί είναι €14.078,88 συμπεριλαμβανομένου ΦΠΑ. Αναφέρει πως για κάποια ζητήματα ζητείται το ψηλότερο ποσό στην κλίμακα, χωρίς να υπάρχουν ειδικές περιστάσεις, ζητείται εμφάνιση για οδηγίες πέραν της μιας φοράς, κάτι το οποίο δεν επιτρέπεται, και ζητούνται έξοδα για αλληλογραφία η οποία δεν υπάρχει και για ακρόαση η οποία αναβάλλεται λόγω έλλειψης χρόνου από το Δικαστήριο, το οποίο δεν δικαιολογείται. Κατ΄ αρχάς σημειώνεται ότι τα έξοδα περιλαμβάνουν και μελλοντικά έξοδα και όχι μόνο αυτά που έχουν προκύψει μέχρι στιγμής. Το Δικαστήριο θεωρεί λογικό τον υπολογισμό των εξόδων από την Εναγομένη 3, πλην όμως βρίσκει ότι για κάποια έξοδα ενδεχομένως η χρέωση να είναι υπερβολική και μη αναγκαία, όπως π.χ. δικαιολογείται χρέωση μόνο για μια ακρόαση που δεν πραγματοποιείται ενώ ζητούνται έξοδα για δύο τέτοιες ακροάσεις και για κάποια ενδεχομένως η χρέωση να είναι κάπως ψηλή. Στην προκειμένη περίπτωση, θεωρώ ότι το ποσό του συνημμένου καταλόγου εξόδων είναι γενικά λογικό πλην όμως με μια μικρή μείωση ούτως ώστε το ποσό των €28.000 είναι εύλογο και ικανοποιητικό υπό τις περιστάσεις. Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, το Δικαστήριο ικανοποιείται ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που συνηγορούν υπέρ της άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του για την έγκριση της Αίτησης με τον καθορισμό του ποσού στις €28.000. Ως εκ τούτου η παρούσα Αίτηση επιτυγχάνει. Εκδίδεται διάταγμα με το οποίο η Ενάγουσα 1 διατάσσεται όπως παράσχει ασφάλεια εξόδων στην Εναγομένη 3 για το ποσό των €28.000 είτε με κατάθεση μετρητών είτε με την παροχή τραπεζικής εγγύησης στον Πρωτοκολλητή του Δικαστηρίου, εντός 30 ημερών από σήμερα. Μέχρι την καταβολή του εν λόγω ποσού ή την εκπνοή του χρόνου που έχει καθοριστεί, η διαδικασία της παρούσας Αγωγής αναστέλλεται. Αν η Ενάγουσα 1 παραλείψει να παράσχει τη διαταχθείσα ασφάλεια εντός της καθορισμένης προθεσμίας, τότε η υπόθεση θα θεωρείται ότι έχει εγκαταλειφθεί από τον συγκεκριμένο διάδικο, θα θωρείται αυτομάτως απορριφθείσα και η Εναγομένη 3 θα δικαιούται τα έξοδα της Αγωγής όπως θα υπολογιστούν. Ενόψει της μερικής επιτυχίας της Αίτησης, τα έξοδα αυτής επιδικάζονται υπέρ της Εναγομένης 3 - Αιτήτριας και εναντίον της Ενάγουσας 1 - Καθ΄ ης η Αίτηση στο ½ του συνολικού ποσού των εξόδων όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Στην περίπτωση που υπάρξει συμμόρφωση με τη διαταγή για την παροχή της ασφάλειας εξόδων από την Ενάγουσα 1, τότε αμέσως ο Πρωτοκολλητής θα θέσει τον φάκελο της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου για τον ορισμό αυτής αναφορικά με την συγκεκριμένη Ενάγουσα από το Δικαστήριο. (Υπ.) ........ Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Ε.Ε./Γ.Ι. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.