VRONDER TRADING & CONSULTING LIMITED κ.α. ν. ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΛΤΔ, Αρ. Αγωγής: 920/2018, 26/1/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2022:A17 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: E. ΕΦΡΑΙΜ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 920/2018 Μεταξύ:
- VRONDER TRADING & CONSULTING LIMITED
- Σ. ΚΑΔΗΣ ΦΑΡΜ ΛΤΔ
- XXXXX Καδή
- XXXXX Χριστοδούλου Καδή Εναγόντων v. ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΛΤΔ Eναγομένης Αίτηση Ενάγουσας 4 ημ. 24.11.21 για Προσωρινό Διάταγμα Ημερομηνία: 26 Ιανουαρίου 2022 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα 4 - Αιτήτρια: Ευστάθιος Κ. Ευσταθίου ΔΕΠΕ και Μαρία Κυπριανού Για την Εναγομένη - Καθ΄ ης η Αίτηση: κ. Α. Ζαχαρίου για Ανδρέας Β. Ζαχαρίου & Σια ΔΕΠΕ Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την υπό κρίση δια κλήσεως Αίτηση η Ενάγουσα 4 - Αιτήτρια ζητά προσωρινό διάταγμα με το οποίο να ακυρώνεται ο ηλεκτρονικός πλειστηριασμός και ή η πώληση με τη διαδικασία πλειστηριασμού στις 26.1.22 της ακίνητης ιδιοκτησίας της και συγκεκριμένα δύο οικοπέδων στην Αθηαίνου, μέχρι την εκδίκαση της παρούσας Αγωγής. Η Αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της Ενάγουσας 4 - Αιτήτριας η οποία είναι σύζυγος του Ενάγοντος
- Όπως αναφέρει η Αιτήτρια, και οι δύο είναι γεωργοκτηνοτρόφοι και μέτοχοι στις Ενάγουσες 1 και 2, εταιρείες περιορισμένης ευθύνης οι οποίες ασχολούνται με γεωργοκτηνοτροφικές επιχειρήσεις και ή εργασίες. Η Αιτήτρια αναφέρει πως κατά τα έτη 2010 και 2012 οι Ενάγουσες 1 και 2 υπέγραψαν διάφορες συμφωνίες δανείων και πιστώσεων με τη ΣΠΕ Αθηαίνου. Σύμφωνα πάντα με την Αιτήτρια, ως εξασφάλιση των υποχρεώσεων της Ενάγουσας 1 οι Ενάγοντες 3 και 4 υπέγραψαν συμφωνίες εγγύησης και η Αιτήτρια παραχώρησε τις υποθήκες Υ..57/10 και Υ..59/10, ενώ ως εξασφάλιση των υποχρεώσεων της Ενάγουσας 2, παραχωρήθηκαν οι υποθήκες Υ..72/12 και Υ..78/
- Σημειώνει πως τα υπό κρίση ενυπόθηκα ακίνητα της αφορούν στην υποθήκη Υ..57/
- Η Αιτήτρια ισχυρίζεται πως οι συμφωνίες περιείχαν καταχρηστικές και ή παράνομες και ή άκυρες ρήτρες, οι υποθήκες ενεγράφησαν κατά παράβαση της νομοθεσίας και είναι άκυρες και ή επιβλήθηκαν από τη ΣΠΕ Αθηαίνου και οι λογαριασμοί των δανείων παρουσίαζαν υπερβολικό και ή αυθαίρετο και ή παράνομο υπόλοιπο. Εξ ου και οι Ενάγοντες καταχώρισαν την παρούσα Αγωγή εναντίον της Εναγομένης αφού επεξηγεί την εξέλιξη από τη ΣΠΕ Αθηαίνου στην Εναγομένη. Η Αιτήτρια αναφέρεται στην επίδοση από τη ΣΕΔΙΠΕΣ των ειδοποιήσεων ΙΑ και ΙΒ για τη διαδικασία πώλησης των υπό κρίση ενυπόθηκων ακινήτων μέσω ηλεκτρονικού πλειστηριασμού στις 26.1.
- Ισχυρίζεται πως η σκοπούμενη εκποίηση στηρίζεται σε νομικά ανύπαρκτες υποθήκες καθότι κατά τον χρόνο συνομολόγησης τους τα Συνεργατικά Πιστωτικά Ιδρύματα δεν δικαιούντο να προβαίνουν σε εμπράγματη εξασφάλιση με υποθήκευση ακινήτων αλλά μόνο με υποθήκευση κινητών. Έτσι, σύμφωνα με την Αιτήτρια, είναι άδικο να απωλέσει την περιουσία της και υποστεί ανεπανόρθωτη βλάβη, εξ ου και επιζητεί την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος για να διατηρηθεί η υφιστάμενη κατάσταση πραγμάτων μέχρι την εκδίκαση της Αγωγής. Οι λόγοι ένστασης εστιάζονται στα ακόλουθα: 1) Η νομική βάση της Αίτησης είναι λανθασμένη και ή ελλιπής. 2) Ο τίτλος της Αίτησης είναι λανθασμένος. 3) Η Αίτηση είναι κακόπιστη και καταχρηστική. 4) Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση είναι παράτυπη και ή αντικανονική καθότι περιέχει διαζεύξεις. 5) Η Αιτήτρια προβάλλει ψευδείς και ανυπόστατους ισχυρισμούς. 6) Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έγκριση της Αίτησης. 7) Υπάρχει υπέρμετρη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην καταχώριση της Αίτησης. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της κας ΑΒ (εφεξής «η ΑΒ»). Η ΑΒ αναφέρει ότι από την 1.2.18 εργάζεται ως υπάλληλος στην Altamira Asset Management (Cyprus) Ltd η οποία έχει συνάψει συμφωνία διαχείρισης και ρύθμισης δανείων με την Εναγομένη. Η ΑΒ με τη σειρά της αναφέρεται εκτενώς στο ιστορικό μέχρι και την ίδρυση της ΣΕΔΙΠΕΣ η οποία αντικατέστησε την Εναγομένη - Καθ΄ ης και στα γεγονότα με λεπτομερή αναφορά στις διάφορες συμφωνίες παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων και τις δοθείσες εξασφαλίσεις, ήτοι εγγυήσεις και υποθήκες. Η ΑΒ απορρίπτει όλους τους ισχυρισμούς της Αιτήτριας και ισχυρίζεται ότι οι συμφωνίες δανείων και οι υποθήκες είναι καθόλα νόμιμες και έγκυρες και δεν υπάρχουν παράνομες και αυθαίρετες χρεώσεις. Προσθέτει πως η υπό κρίση διαδικασία πώλησης με πλειστηριασμό είναι νόμιμη και ορθή και γίνεται στα πλαίσια άσκησης των νομίμων δικαιωμάτων της Καθ΄ ης. Η ΑΒ αναφέρεται σε άλλες δικαστικές διαδικασίες στις οποίες προέβη η Αιτήτρια, οι οποίες θεωρεί πως καταδεικνύουν το κακόπιστο και καταχρηστικό της παρούσας Αίτησης. Αρνείται ότι σε περίπτωση μη έγκρισης της Αίτησης η Αιτήτρια θα υποστεί ανεπανόρθωτη βλάβη και ισχυρίζεται ότι η Καθ΄ ης είναι φερέγγυα με δυνατότητα αποζημίωσης της Αιτήτριας σε περίπτωση που ήθελε φανεί ότι η τελευταία υπέστη ζημιά. Η ακρόαση της Αίτησης διεξήχθη στη βάση γραπτών αγορεύσεων. Κατ΄ αρχάς θα πρέπει να λεχθεί πως η Αίτηση είναι εκ προοιμίου καταδικασμένη σε απόρριψη καθότι στη νομική βάση αυτής δεν περιλαμβάνονται οι νομοθετικές πρόνοιες οι οποίες διέπουν την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων. Ούτε το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Ν.14/60ούτε και το άρθρο 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, περιλαμβάνονται στη νομική βάση της Αίτησης. Επομένως, ελλείπει παντελώς το πλαίσιο εκείνο το οποίο δίδει εξουσία στο Δικαστήριο να εκδώσει την αιτούμενη θεραπεία. Το Δικαστήριο θεωρεί επίσης πως δεν δύναται να εξετάσει την Αίτηση και ενδεχομένως εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα ασκώντας τη σύμφυτη του εξουσία η οποία περιλαμβάνεται στη νομική βάση της Αίτησης. Οι ακόλουθες υποθέσεις είναι διαφωτιστικές αναφορικά με τη φύση και τον τρόπο άσκησης αυτής από το Δικαστήριο. Στην υπόθεση Σοφοκλέους v. Τσεσμέλογλου (Αρ. 2)
(2012)1(Α) Α.Α.Δ. 158 λέχθηκαν τα εξής: «Περιγραφή της φύσης της σύμφυτης εξουσίας του Δικαστηρίου και της ενάσκησής της έγινε, μεταξύ άλλων, και στην πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην JSC BTABank v. Paul Kythreotis
(2011)1 Α.Α.Δ. 779, ως ακολούθως: "Η σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου και οι προεκτάσεις της εξετάστηκαν σε σωρεία υποθέσεων. Αυτό που προκύπτει από τη σχετική νομολογία είναι πως δεν πρόκειται για ανεξάρτητη πηγή εξουσίας, αλλά εξουσίας η οποία ενυπάρχει λόγω της ταύτισης της με το Δικαστήριο. Η ύπαρξη της είναι αναγκαία για τη λειτουργία του Δικαστηρίου σαν Δικαστηρίου δικαίου, η επίκληση της όμως πρέπει να γίνεται με εξαιρετική φειδώ. Ενδεικτικό της επί του προκειμένου θέσης της νομολογίας μας, συνιστά το πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση Ιερόθεος Χριστοδούλου Ρόπας
(2009)2 Α.Α.Δ. 235, στο οποίο αναφέρθηκε με επιδοκιμασία η Ολομέλεια στην απόφαση της στην υπόθεση Ευάγγελος Εμπεδοκλής και άλλοι (Αρ. 3)
(2009)1 Α.Α.Δ. 529 (πιο πάνω): "Η σύμφυτη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου έρχεται αρωγός εκεί όπου η χρήση της είναι αναγκαία για αυτή ταύτη τη λειτουργία του ίδιου του συστήματος και της αποτελεσματικής άσκησης των δικαιοδοσιών του, εντός των υφισταμένων και γνωστών δικαιϊκών αρχών, απορρέουσες και πλαισιούμενες, ως στυλοβάτες, από το Σύνταγμα και τους Νόμους της πολιτείας. (Σχετικές είναι οι υποθέσεις Α. Αντωνίου ν. Δημοκρατίας
(1998)3 Α.Α.Δ. 339 και Αχιλλέας Κορέλλης
(1999)1 Α.Α.Δ. 1122)."" Όπως είχε τονισθεί και στην απόφαση της Πλήρους Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Ιερόθεος Χριστοδούλου άλλως Ρόπας ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 226, οι συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου είναι "το απόθεμα εκείνο των εξουσιών (reserve power) του Δικαστηρίου, τις οποίες μπορεί να ασκεί εκεί όπου αν απέφευγε να το πράξει θα οδηγούμεθα σε αδικία. Μπορούν δε να ασκηθούν είτε σε συνδυασμό με την ύπαρξη σχετικών διαδικαστικών κανονισμών και/ή ανεξάρτητα από τους διαδικαστικούς κανονισμούς." Στην υπόθεση Ελεγκτική Υπηρεσία Συνεργατικών Εταιρειών ν. Παπαγεωργίου κ.ά.
(2000)3 Α.Α.Δ. 151, η Ολομέλεια, στη σελίδα 155, ανέφερε σχετικά τα ακόλουθα: "Η σύμφυτη δικαιοδοσία δεν πηγάζει ούτε από νόμο ούτε από κανονισμό αλλά από τη φύση της δικαστικής λειτουργίας. Γι' αυτό και προσδιορίζεται με το επίθετο «σύμφυτη». Η βασική εκδήλωση της εξουσίας αυτής είναι η ρύθμιση των θεμάτων που άπτονται των δικαστικών διαδικασιών. Περιλαμβάνει δε τομείς του δικαίου των οποίων η νομολογία αναγνώρισε την ύπαρξη. Όμως έχουν τεθεί όρια και αυτοπεριορισμοί για να διαφυλαχθεί η αποτελεσματική λειτουργία αυτής της εξουσίας στις ορθές διαστάσεις της. Όπως παρατήρησε εύστοχα ο καθηγητής M.S. Dockray στο άρθρο του «The Inherent Jurisdiction to Regulate Civil Proceedings
(1997)113 Law Quarterly Review, σελ. 120, στην οποία σχολιάζει στη σελ. 130, περιπτώσεις όπου τα δικαστήρια δε διέγνωσαν σύμφυτη εξουσία σε συγκεκριμένα θέματα: «These decisions are quite inconsistent with the idea that the inherent jurisdiction is an unlimited reservoir from which new powers can be fashioned at will.» " » Χρήσιμη καθοδήγηση προσφέρει επίσης η υπόθεση Ελεγκτική Υπηρεσία Συνεργατικών Εταιρειών v. Παπαγεωργίου κ.ά.
(2000)3 Α.Α.Δ. 151. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Αναφορικά με την εταιρεία Evand Promotions Ltd κ.ά.
(1998)1(B) Α.Α.Δ. 736, η εγγενής ή σύμφυτη δικαιοδοσία δεν επεκτείνεται πέραν του ορίου που προσδιορίζεται από την αναγκαιότητα της ίδιας της ύπαρξης της, ούτε κατά κανόνα αποτελεί πηγή εξουσίας ανεξάρτητη από τον νόμο και τους θεσμούς. Κατ΄ εξαίρεση η επίκληση της σύμφυτης εξουσίας είναι επιτρεπτή μόνο στην περίπτωση που η τυχόν άρνηση εξουσίας ή δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου θα ισοδυναμούσε με αποστέρηση συνταγματικά κατοχυρωμένου δικαιώματος διαδίκου. Επομένως, στην προκειμένη περίπτωση δεν τίθεται θέμα άσκησης της σύμφυτης εξουσίας του Δικαστηρίου εκεί όπου παρέχεται εξουσία έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος πλην όμως απλώς η Αιτήτρια παρέλειψε να την επικαλεστεί. Ως εκ τούτου η Αίτηση απορρίπτεται γι΄ αυτόν τον λόγο. Ανεξαρτήτως της πιο πάνω κατάληξης και για σκοπούς πληρότητας, το Δικαστήριο θα προχωρήσει να εξετάσει την Αίτηση στη βάση του άρθρου 32 του Ν.14/60 το οποίο και διέπει τέτοιας φύσης αιτήσεις, και προφανώς η Αιτήτρια το επικαλείται αφού κάνει λόγο για πρόκληση ανεπανόρθωτης ζημιάς στην ένορκη της δήλωση. Το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Ν.14/60 παρέχει το ουσιαστικό δίκαιο για την έκδοση συντηρητικών διαταγμάτων, κάτι το οποίο επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Οι προϋποθέσεις που πρέπει απαραίτητα να συνυπάρχουν για να δικαιολογείται η έκδοση προσωρινού διατάγματος με βάση το εν λόγω άρθρο είναι: (α) Ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, (β) Ύπαρξη πιθανότητας ότι ο ενάγων δικαιούται σε θεραπεία ή ότι έχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας, και (γ) Δυσκολία ή αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε κατοπινό στάδιο εκτός αν εκδοθεί το προσωρινό διάταγμα. Όπως υποδεικνύεται στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Others
(1982)1 C.L.R. 557, πέραν των πιο πάνω το Δικαστήριο θα πρέπει επιπρόσθετα να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει τέτοιο διάταγμα - βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Πασχάλη Χ΄΄Βασίλη
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 152. Σε τέτοιου είδους αιτήσεις, ο αιτητής πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι πληρούνται και οι τρεις προαναφερόμενες προϋποθέσεις για να δημιουργηθεί το υπόβαθρο πάνω στο οποίο το Δικαστήριο στην ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας θα προχωρήσει να αποφασίσει υπέρ ή εναντίον της έκδοσης του προσωρινού διατάγματος. Το Δικαστήριο, σε αυτό το στάδιο, δεν καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης, κάτι το οποίο θα αποτελέσει την κρίση του κατά την εξέταση της ουσίας της υπόθεσης. Αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας είναι η διαπίστωση περί του κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση του διατάγματος. Σχετικά παραπέμπω στις υποθέσεις Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 663 και Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστοφόρου κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248. Στην πιο πρόσφατη υπόθεση Milton Investment Co Ltd κ.ά. v. Dryden Group Ltd
(2014)1(Α) Α.Α.Δ. 731, τονίστηκε και πάλι πως «στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο το Δικαστήριο πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα που ουσιαστικά θα ισοδυναμούσαν με απόφαση επί της ουσίας της αγωγής». Για σκοπούς ικανοποίησης της πρώτης προϋπόθεσης, δηλαδή της ύπαρξης σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, είναι αρκετό να αποκαλύπτεται με βάση τα δικόγραφα συζητήσιμη υπόθεση. Στην έννοια του δικογράφου περιλαμβάνεται σε τέτοιες διαδικασίες και η ένορκη δήλωση. Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, αυτή της ύπαρξης πιθανότητας επιτυχίας, είναι αρκετό για το Δικαστήριο να ικανοποιηθεί ότι με βάση τη μαρτυρία που έχει προσαχθεί υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας του ενάγοντος στην αγωγή. Ενδεικτικά παραπέμπω το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Κυτάλα κ.ά. ν. Χρυσάνθου κ.ά.
(1996)1 Α.Α.Δ. 253: «Η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας που αποτελεί προϋπόθεση γίνεται στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας: Βλ. Odysseos v. Pieris Estates Ltd. and Others
(1982)1 C.L.R.557. Διευκρινίζουμε ότι η μαρτυρία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας. Το Εφετείο στην υπόθεση Constantinides v. Makriyiorghou
(1978)1 C.L.R.585, παρέθεσε επιδοκιμαστικά το εξής απόσπασμα από την απόφαση του δικαστή Slade J., στη Re Lord Cable (deceased) Garatt and Others v. Waters and Others
(1976)3 All E.R.417 (σελ.430) στην οποία εξηγείται ότι, ακόμα και μετά την απόφαση στην American Cyanamid v. Ethicon
(1975)1 All E.R.504, η προοπτική επιτυχίας δε μπορεί παρά να εξετάζεται στη βάση μαρτυρίας: "Nevertheless, in my judgment it is still necessary for any plaintiff who is seeking interlocutory relief to adduce sufficiently precise factual evidence to satisfy the Court that he has a real prospect of succeeding in his claim for a permanent injunction at the trial. If the facts adduced by him in support of his motion do not by themselves suffice to satisfy the Court as to this, he cannot in my judgment expect it to assist him by inventing hypotheses of fact on which he might have a real prospect of success. For example, if he wishes the Court to grant him relief on the basis that another person has at all material times held certain assets as nominee for a third party, he must adduce sufficient factual evidence to show both the grounds on which such claim is made and that he has a real prospect of establishing that such assets are so held. Likewise, if he wishes the Court to grant him relief on the basis that certain trustees have in the past been acting in breach of trust, he must adduce factual evidence sufficient to show not only what acts or omissions are relied on but also that he has a real prospect of establishing that they constituted a breach of trust under the relevant system of law."» Η τρίτη προϋπόθεση συναρτάται με τα συγκεκριμένα γεγονότα της κάθε υπόθεσης, και όπως τονίστηκε στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Others (ανωτέρω), το ζήτημα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων εξετάζεται μέσα στα πλαίσια αυτής της προϋπόθεσης. Όσο απομακρύνεται η πιθανότητα να συνιστά επαρκή θεραπεία η θεραπεία των αποζημιώσεων, τόσο ενισχύεται η πιθανότητα να πληρούται η τρίτη προϋπόθεση. Αν η υπόθεση εκ της φύσης της δεν επιδέχεται τη θεραπεία των αποζημιώσεων ή ο υπολογισμός των αποζημιώσεων θα είναι αδύνατος, τότε εύκολα μπορεί να λεχθεί ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μελλοντικό στάδιο εκτός αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Αντίθετα, εκεί που η ζημιά μπορεί να υπολογιστεί, έστω και με κάποια δυσκολία, τότε δεν θεωρείται ανεπανόρθωτης φύσης και γι' αυτό δεν μπορεί να ευσταθήσει ο ισχυρισμός ότι το Δικαστήριο δεν είναι σε θέση να αποδώσει πλήρη δικαιοσύνη. Επιπρόσθετα, στην υπόθεση Κυρισάββας κ.ά. v. Κίζη
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1245, λέχθηκε ότι η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο, περιλαμβάνει και άλλα μεταβλητά κριτήρια, εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά, και ότι ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψιν. Σχετικές επί τούτου είναι επίσης οι υποθέσεις Zena Company Ltd v. Demenian Catering Ltd
(2011)1(Γ) Α.Α.Δ. 1848 και Παπαστράτης ν. Πιερίδης
(1979)1 C.L.R. 231. Στα πλαίσια εξέτασης της Αίτησης, το πρώτο ζήτημα το οποίο θα απασχολήσει το Δικαστήριο είναι το ορθό και νομότυπο της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση. Η Καθ΄ ης εγείρει αυτό το ζήτημα στη βάση του ότι η ένορκη δήλωση της Αιτήτριας περιέχει διαζευκτικούς ισχυρισμούς, εισηγούμενη πως αυτό καθιστά την ένορκη δήλωση παράτυπη και αντικανονική και ως τέτοια αδύνατη να υποστηρίξει την Αίτηση. Είναι καθιερωμένη νομική αρχή πως μια ένορκη δήλωση δεν μπορεί να περιέχει διαζευκτικούς ισχυρισμούς ως προς τα γεγονότα. Σχετική είναι η υπόθεση El Fath Co v. E.D.T. Shipping κ.ά.
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 1255 στην οποία έγινε η διάκριση της ένορκης δήλωσης με το δικόγραφο στο οποίο δύνανται να περιέχονται διαζευκτικοί ισχυρισμοί και ακολούθως λέχθηκαν τα ακόλουθα: «.Τα γεγονότα μπορούν να επιδέχονται διαζευκτικούς νομικούς χαρακτηρισμούς ή να υπάγονται σε διαζευκτικές νομικές έννοιες. Διαζεύξεις όμως ως προς το τι ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα όπως η περιεχόμενη στην παρούσα ένορκη δήλωση, δεν χωρούν.» Στην προκειμένη περίπτωση η ένορκη δήλωση περιέχει σαφείς ισχυρισμούς ως προς τα γεγονότα, ήτοι τις συμφωνίες παροχής διευκολύνσεων, τις εγγυήσεις και τις ειδοποιήσεις για τον σκοπούμενο πλειστηριασμό, χωρίς διαζεύξεις. Η Αιτήτρια προβάλλει διαζευκτικούς ισχυρισμούς αναφορικά με την εγκυρότητα και νομιμότητα των συμφωνιών και εξασφαλίσεων. Ειδικότερα αναφέρει πως οι λογαριασμοί παρουσίαζαν «υπόλοιπο υπερβολικό και/ή παράνομο και/ή αυθαίρετο και/ή επεβλήθησαν επιβαρύνσεις και/ή χρεώσεις αχρεωστήτως και/ή παρανόμως» (παρ. 6), οι υποθήκες ενεγράφησαν «κατά παράβαση του Νόμου και είναι άκυρες και είχαν επιβληθεί και/ή υποδειχθεί από την ΣΠΕ Αθηαίνου προς τους ενάγοντες και/ή εμένα προσωπικά» (παρ. 7), και στα δάνεια «επεβλήθησαν ρήτρες καταχρηστικές και/ή άδικες και/ή ρήτρες παράνομες οι οποίες δεν δύνανται να εκτελεσθώσιν και οι οποίες θα πρέπει να παραμερισθούν ως άκυρες και/ή παράνομες και/ή καταχρηστικές» (παρ.8). Αυτές οι φαινομενικά διαζευκτικές θέσεις της Αιτήτριας απολήγουν ουσιαστικά στον ίδιο ισχυρισμό, ήτοι στην ακυρότητα και παρανομία των συμφωνιών και των υποθηκών και στην ισχυριζόμενη διόγκωση του ισχυριζόμενου οφειλόμενου υπολοίπου, σε συγκεκριμένη βάση. Εξ ου και ακολούθως, στις παρ. 10 και 12, η Αιτήτρια κάνει λόγο για την ακυρότητα των υποθηκών και την καταχώριση της Αγωγής για εξακρίβωση του ακριβούς υπολοίπου. Ως εκ τούτου, παρόλο που η ένορκη δήλωση ίσως να μην έχει γραφεί με πλήρως σαφή και θετικό τρόπο, εντούτοις το Δικαστήριο δεν θεωρεί πως είναι τέτοια που να θεωρηθεί δίχως άλλο αντικανονική και να μην πρέπει να ληφθεί υπόψιν. Τόσο στο γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο όσο και στην έκθεση απαίτησης περιλαμβάνονται αξιώσεις για ακυρότητα όλων των συμφωνιών δανείων, εγγύησης και υποθηκών, διαγραφή των καταχρηστικών και ή παράνομων και ή άδικων ρητρών σε αυτές, τη διαπίστωση του πραγματικού οφειλόμενου ποσού, δήλωση ότι η ΣΠΕ Αθηαίνου και συνακόλουθα η Εναγομένη δεν νομιμοποιούνται στη σύναψη των δανείων και ή λειτουργούσαν κατά παράβαση των Νόμων περί Ελέγχου Συγκεντρώσεων Επιχειρήσεων και περί Συνεργατικών Εταιρειών, καθώς επίσης και δήλωση ότι η Εναγομένη δεν έχει νομίμως υποκαταστήσει την ΣΠΕ Αθηαίνου και επομένως δεν νομιμοποιείται στην άσκηση οποιωνδήποτε ενεργειών δυνάμει των επίδικων συμφωνιών. Το Δικαστήριο θεωρεί ότι η φύση αυτών των αξιώσεων αποκαλύπτει την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση και γενικότερα γνωστών στον Νόμο βάσεων αγωγής. Και τούτο καθότι με την παρούσα Αγωγή εγείρεται ζήτημα νομιμοποίησης της ΣΠΕ Αθηαίνου στη σύναψη των συμφωνιών δανείων και την εξασφάλιση των υποθηκών, νομιμοποίησης της Εναγομένης στις ενέργειες της δυνάμει αυτών και εγκυρότητας όλων των επίδικων συμφωνιών. Ταυτόχρονα εγείρεται ζήτημα ύπαρξης καταχρηστικών και παράνομων ρητρών καθώς επίσης και υπερχρεώσεων. Αναφορικά με τη δεύτερη προϋπόθεση, ήτοι την ορατή πιθανότητα επιτυχίας της Αγωγής, το Δικαστήριο σημειώνει αρχικά ότι η Εναγομένη εγείρει ζήτημα λανθασμένου τίτλου εφόσον δεν περιλαμβάνεται ο ορθός εναγόμενος δυνάμει της ειδοποίησης μετονομασίας της Εναγομένης. Και οι δύο πλευρές αναγνωρίζουν ότι λόγω διαφόρων γεγονότων, οι υπό κρίση συμφωνίες περιήλθαν υπό τη διαχείριση της Εναγομένης. Η ΑΒ, στην ένορκη της δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, αναφέρει πως η επωνυμία της Εναγομένης αντικαταστάθηκε και μετονομάστηκε σε Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων (ΣΕΔΙΠΕΣ) και είναι αυτή που διαχειρίζεται τα περιουσιακά στοιχεία του Συνεργατισμού, συμπεριλαμβανομένων των επίδικων πιστωτικών διευκολύνσεων και εξασφαλίσεων. Πράγματι, στον φάκελο υπάρχει καταχωρημένη Ειδοποίηση Μετονομασίας ημ. 15.11.19 από τους δικηγόρους της Εναγομένης, δυνάμει μεταξύ άλλων των άρθρων 12
(4)και 49Γ-ΣΤ του περί Συνεργατικών Εταιρειών Ν.22/85, όπως τροποποιήθηκε. Στην Ειδοποίηση αναφέρεται πως η Εναγομένη μετονομάστηκε σε Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων με ισχύ από τις 3.9.18 και επισυνάπτεται το Πιστοποιητικό Εγγραφής με τη νέα ονομασία. Κατ΄ αρχάς σημειώνεται πως η Αγωγή καταχωρίστηκε με γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο στις 27.7.18, ήτοι πριν την αλλαγή του ονόματος της Εναγομένης, επομένως φαίνεται πως ορθώς καταχωρίστηκε εναντίον της. Το άρθρο 49ΣΤ του περί Συνεργατικών Εταιρειών Ν.22/85, όπως τροποποιήθηκε, αναφέρει μεταξύ άλλων τα εξής: «Νοείται ότι, ανεξάρτητα από τις διατάξεις οποιουδήποτε νόμου ή κανονισμού, στις περιπτώσεις που εκκρεμεί οποιαδήποτε δικαστική ή διαιτητική διαδικασία ή διαδικασία ενώπιον επαρχιακού κτηματολογικού γραφείου, η αντικατάσταση της επωνυμίας της μεταφέρουσας εταιρείας µε την επωνυμία της αποδεχόμενης εταιρείας, για τους σκοπούς της εκκρεμούσας διαδικασίας, πραγματοποιείται µε την καταχώριση από την αποδεχόμενη εταιρεία σχετικής ειδοποίησης προς το οικείο πρωτοκολλητείο ή τον Έφορο ή το επαρχιακό κτηματολογικό γραφείο, αντίστοιχα.» Ως εκ τούτου, φαίνεται πως η αντικατάσταση της Εναγομένης έχει πραγματοποιηθεί με την καταχώριση της σχετικής ειδοποίησης και η διαδικασία στην παρούσα Αγωγή εξακολουθεί να συνεχίζεται κανονικά με την αλλαγή που έχει επέλθει δυνάμει της ειδοποίησης. Επομένως, για σκοπούς της παρούσας ενδιάμεσης διαδικασίας, το Δικαστήριο θεωρεί πως η εξακολούθηση της αναγραφής της Εναγομένης στον τίτλο της Αγωγής και συνακόλουθα της Αίτησης, η οποία καταχωρίστηκε μετά την καταχώριση της Ειδοποίησης και τη μετονομασία της Εναγομένης, δεν φαίνεται να καθιστά δίχως άλλο την Αγωγή αντικανονική στη βάση του ότι αυτή έχει εγερθεί εναντίον λανθασμένου διάδικου ή ότι δεν στρέφεται εναντίον όλων των ορθών διαδίκων. Στην ένορκη δήλωση της η Αιτήτρια ισχυρίζεται πως η ΣΠΕ Αθηαίνου δεν είχε δικαίωμα απαίτησης παραχώρησης υποθήκης ακίνητης περιουσίας ως εξασφάλιση των πιστωτικών διευκολύνσεων που παραχώρησε στις Ενάγουσες 1 και 2. Για αυτό το ζήτημα σχετικά είναι τα άρθρα 23 και 24 του περί Συνεργατικών Εταιρειών Ν.22/85, όπως είχαν τροποποιηθεί κατά τα έτη 2010 και 2012 αντίστοιχα, καθ΄ ον χρόνο υπεγράφησαν οι συμφωνίες παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων και παραχωρήθηκαν οι σχετικές εξασφαλίσεις, ήτοι εγγυήσεις και υποθήκες. Ειδικότερα, αναφορικά με το 2010 κατά το οποίο παραχωρήθηκε η υπό κρίση υποθήκη Υ..57/10, τα δύο αυτά άρθρα, ως ίσχυαν τότε (αλλά και το 2012), παρείχαν το δικαίωμα στην ΣΠΕ να συνάψει συμφωνίες δανείων και άλλων πιστωτικών διευκολύνσεων και να δεχθεί ως εξασφάλιση την εγγραφή υποθήκης επί ακίνητης περιουσίας - άρθρο 24
(2). Αξίζει να σημειωθεί πως το ίδιο δικαίωμα παρέχεται από τα ίδια άρθρα του Νόμου μέχρι και σήμερα. Εκτός αυτού του ως άνω ισχυρισμού, η Αιτήτρια δεν προβάλλει οποιονδήποτε άλλο ισχυρισμό ο οποίος να αφορά στην εξουσία της ΣΠΕ Αθηαίνου να συνάψει τις επίδικες συμφωνίες και λάβει τις επίδικες εξασφαλίσεις, συμπεριλαμβανομένης και της υπό κρίση υποθήκης. Αξίζει να σημειωθεί πως ενώ στα αιτητικά του γενικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου και της έκθεσης απαίτησης, γίνεται αναφορά σε σύναψη των δανείων κατά παράβαση του περί Ελέγχου Συγκεντρώσεων Επιχειρήσεων Νόμου, Ν.22(Ι)/99, εντούτοις τέτοια θέση δεν εγείρεται στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της Αίτησης. Επίσης, στα αιτητικά των δικογράφων των Εναγόντων περιλαμβάνεται αξίωση για δήλωση του Δικαστηρίου πως η Εναγομένη δεν νομιμοποιείται να υποκαταστήσει τα δικαιώματα της ΣΠΕ Αθηαίνου, και μάλιστα στην έκθεση απαίτησης παρέχονται και λεπτομέρειες ως προς τούτο (παρ. 12). Συγκεκριμένα, αυτές συνίστανται στο ότι η συγχώνευση της ΣΠΕ Αθηαίνου με άλλες συνεργατικές εταιρείες έγινε χωρίς κοινοποίηση συγκεντρώσεως και ή συγχωνεύσεως κατά παράβαση του περί Προστασίας του Ανταγωνισμού και ή Συγκεντρώσεων Νόμου, χωρίς ομόφωνη απόφαση του διοικητικού συμβουλίου ή της Επιτροπείας της ΣΠΕ Αθηαίνου και οι διαδικασίες ψηφοφορίας ήταν παράνομες και παράτυπες. Παρά ταύτα, και πάλι στην ένορκη δήλωση της Αιτήτριας δεν περιλαμβάνονται αντίστοιχοι ισχυρισμοί. Αντιθέτως, στην ένορκη της δήλωση η Αιτήτρια αναφέρει επιγραμματικά τη διαδικασία εξέλιξης από την ΣΠΕ Αθηαίνου μέχρι και την Εναγομένη, χωρίς με οποιονδήποτε τρόπο να αμφισβητεί τη διαδοχή και το δικαίωμα της Εναγομένης αναφορικά με τις υπό κρίση πιστωτικές διευκολύνσεις. Σαφώς η μαρτυρία προς απόδειξη της Αγωγής θα προσκομιστεί κατά την ακρόαση και θα τύχει αξιολόγησης για σκοπούς κατάληξης σε τελικά ευρήματα, πλην όμως αυτό δεν αναιρεί την υποχρέωση παρουσίασης και σε αυτό το στάδιο εκείνης της μαρτυρίας η οποία, για σκοπούς της παρούσας ενδιάμεσης διαδικασίας, τείνει να υποστηρίξει την Αίτηση και θα ήταν ικανή να καταδείξει ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Στην προκειμένη περίπτωση, ελλείπει παντελώς μαρτυρία για τα πιο πάνω ζητήματα στα πλαίσια και για σκοπούς της υπό κρίση Αίτησης. Οι πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου βρίσκουν έρεισμα στην προαναφερόμενη υπόθεση Κυτάλα κ.ά. ν. Χρυσάνθου κ.ά. (ανωτέρω) και στο σύγγραμμα Διατάγματα, Ερωτοκρίτου και Αρτέμη
(2016), και ειδικότερα στο ακόλουθο απόσπασμα από τη σελ. 123: «Το επίπεδο απόδειξης δεν είναι πολύ ψηλό. Αναμένεται από τον ενάγοντα μέσα από τα δικόγραφα του να εγείρει το αγώγιμο δικαίωμα του, το οποίο ισχυρίζεται ότι παραβιάζει ο εναγόμενος και να υποστηρίξει τους ισχυρισμούς του με στοιχεία που θα παραθέσει στην ένορκη του δήλωση. Όμως η ύπαρξη αγώγιμου δικαιώματος δεν είναι αρκετή. Ταυτόχρονα θα πρέπει να παραθέσει στοιχεία ότι ο εναγόμενος δεν έχει δικαίωμα να του παραβιάζει τα δικαιώματα του. Δεν χρειάζεται στο ενδιάμεσο στάδιο να αποδείξει το ουσιαστικό του δικαιώματος, αλλά να πείσει το δικαστήριο ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις υπέρ της ύπαρξης του. . αυτό δεν σημαίνει ότι η προβολή και μόνο ενός ισχυρισμού θα θεωρηθεί αρκετή. Η διακρίβωση της πιθανότητας επιτυχίας γίνεται με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία. Γι΄ αυτό και είναι επάναγκες όπως η μαρτυρία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια στα γεγονότα από τα οποία καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας. Στην ένορκη δήλωση πρέπει να αποφεύγονται οι γενικότητες.» (Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Σχετικά παραπέμπω επίσης στην πιο πρόσφατη υπόθεση Hazelwood Investment & Finance Ltd v. Manuel κ.ά., Πολ. Έφ. Ε14/17 και Ε209/17, ημ. 16.7.19, στην οποία η δεύτερη αυτή προϋπόθεση του άρθρου 32 αναλύεται ως εξής: «Η β΄ προϋπόθεση του άρθρου 32 έχει αναλυθεί ερμηνευτικά σε μεγάλο όγκο αυθεντιών. Εκείνο που ο αιτητής οφείλει να πράξει ως προς την ικανοποίηση αυτής της προϋπόθεσης είναι να καταδείξει «σοβαρές ενδείξεις δικαιωμάτων». Στην κλασική υπόθεση επί του θέματος Πουργουρίδη κ.α. ν. Μέζου κ.ά.
(1994)1 Α.Α.Δ. αναφέρθηκε: «Η δεύτερη προϋπόθεση επιβάλλει στις εφεσείουσες να δείξουν ότι έχουν πιθανότητα επιτυχίας. Όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates and Others
(1982)1 C.L.R. 557, η έννοια της πιθανότητας περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι το μέτρο απόδειξης στις αστικές υποθέσεις. Σύμφωνα με την Odysseos (πιο πάνω), στη σελίδα 569 η πιθανότητα στα πλαίσια της επιφύλαξης του άρθρου 32
(1)του Νόμου 14/60, απαιτεί από τις εφεσείουσες να δείξουν ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας.» Είναι εδραιωμένο αλλά και κοινή γνώση πως το Δικαστήριο κατά την εξέταση ειδικά της β΄ προϋπόθεσης αποφεύγει την σε βάθος ανάλυση των επίδικων σχέσεων και δεν μπορεί να εξάγει τελικά ή δεσμευτικά συμπεράσματα επ΄ αυτών. (βλ. Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστοφόρου κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248), Επίσημος Παραλήπτης κ.ά. ν. Nicantony Trading Co.Ltd,
(1998)1 A.A.Δ. 1653, Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co. Ltd and other
(2002)1Γ A.A.Δ. 2015). Όπως σοφά ετέθη στις υποθέσεις T.A. Micrologic Computer Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 A.A.Δ. 1802 και Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Beogradska Banka A.D.
(1999)1 A.A.Δ. 225, δεν χρειάζεται «η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του.»» Πέραν των πιο πάνω διαπιστώσεων του Δικαστηρίου, θα πρέπει να λεχθεί πως η ΑΒ δίδει μια πολύ λεπτομερή περιγραφή της όλης διαδικασίας ως προς τούτο στην παρ. 1 της ένορκης της δήλωσης, και με παραπομπή στα σχετικά άρθρα του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου. Αξίζει να αναφερθεί πως η ΑΒ αναφέρεται στην εγγραφή στον Έφορο Υπηρεσίας Συνεργατικών Εταιρειών της συμφωνίας συγχώνευσης της Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Αλληλεγγύης Λτδ με, μεταξύ άλλων, την ΣΠΕ Αθηαίνου, την έγκριση αναδιοργάνωσης και συγχώνευσης της ΣΠΕ Αλληλεγγύης Λτδ από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, τη σχετική δημοσίευση στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας για τα πιο πάνω και τη συγχώνευση, μεταξύ άλλων, της ΣΠΕ Αλληλεγγύης με την Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα Λτδ, την αλλαγή του ονόματος της τελευταίας σε Συνεργατική Κυπριακή Τράπεζα Λτδ και στη συνέχεια σε ΣΕΔΙΠΕΣ, επισυνάπτοντας και τα σχετικά έγγραφα ως Τεκμήριο 1. Με βάση τα πιο πάνω, διαφαίνεται πως η όλη διαδικασία διεξήχθη στη βάση των σχετικών προνοιών του Νόμου και έτυχε της αναγκαίας εγγραφής και έγκρισης από τις αρμόδιες αρχές, ούτως ώστε να μην έχει καταδειχθεί η όποια ορατή πιθανότητα επιτυχίας της μη νομιμοποίησης της Εναγομένης και συνακόλουθα της ΣΕΔΙΠΕΣ να διαχειρίζεται τις υπό κρίση συμφωνίες και να προχωρεί με τη διαδικασία πώλησης των ενυπόθηκων ακινήτων δυνάμει της υπό κρίση υποθήκης. Όσον αφορά τους ισχυρισμούς της Αιτήτριας για ακυρότητα των συμφωνιών υποθήκης στη βάση της παραχώρησης τους κατά παράβαση του Νόμου ή κατόπιν επιβολής από την ΣΠΕ Αθηαίνου, την ύπαρξη καταχρηστικών και παράνομων ρητρών στις συμφωνίες και τη χρέωση αυθαίρετων και παράνομων χρεώσεων ούτως ώστε το ισχυριζόμενο οφειλόμενο υπόλοιπο να είναι διογκωμένο, το Δικαστήριο επισημαίνει πως αυτοί προβάλλονται με πλήρη γενικότητα και αοριστία. Πέραν της απλής αναφοράς σε αυτούς, η Αιτήτρια παραλείπει να παρουσιάσει ίχνος μαρτυρίας που να τείνει να τους υποστηρίξει και καταδείξει το βάσιμο αυτών, για σκοπούς πάντοτε της υπό κρίση ενδιάμεσης διαδικασίας. Αυτή η τοποθέτηση επιβεβαιώνει τη διαπίστωση του Δικαστηρίου πως η Αιτήτρια δεν κατάφερε να ικανοποιήσει το τι απαιτείται από αυτή στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο, καθότι αναμφίβολα η απλή προβολή ισχυρισμών χωρίς μαρτυρία ή έστω κάποιο στοιχείο που να τείνει να τους υποστηρίξει δεν αρκεί για σκοπούς ικανοποίησης αυτής της δεύτερης προϋπόθεσης. Στο σημείο αυτό παρεμβάλλεται πως η όποια ύπαρξη καταχρηστικών όρων και ή οι παράνομες και αντισυμβατικές χρεώσεις δεν οδηγούν αυτομάτως στην ακυρότητα των συμφωνιών παρά μόνο ενδεχομένως στη μείωση των οφειλόμενων ποσών. Με βάση όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, προκύπτει πως η Αιτήτρια δεν κατάφερε να καταδείξει ορατή πιθανότητα επιτυχίας της απαίτησης της. Οι πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου ως προς την αποτυχία της Αιτήτριας να καταδείξει ορατή πιθανότητα επιτυχίας της απαίτησης της και καλή βάση αγωγής καθορίζει και την πορεία της Αίτησης, χωρίς να καθίσταται αναγκαία η ενασχόληση με τους υπόλοιπους λόγους ένστασης και τα άλλα ζητήματα που εγείρονται στην παρούσα. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, το Δικαστήριο καταλήγει πως και επί της ουσίας της η Αίτηση δεν θα μπορούσε να πετύχει. Ως εκ τούτου η Αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα της Αίτησης επιδικάζονται υπέρ της Εναγομένης - Καθ΄ ης η Αίτηση και εναντίον της Ενάγουσας 4 - Αιτήτριας, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .......... ΄Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Ε.Ε./Γ.Ι. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο