← Κύπρος

Carboncor Technologies (PTY) Cyprus Ltd ν. S.K. Master Developments Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 1017/18, 15/2/2022

Carboncor Technologies (PTY) Cyprus Ltd ν. S.K. Master Developments Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 1017/18, 15/2/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2022:A19 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρήστου Γ. Φιλίππου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1017/18 Μεταξύ: Carboncor Technologies (PTY) Cyprus Ltd Ενάγουσας και

  1. S.K. Master Developments Ltd
  2. XXXXX Σταύρου
  3. XXXXX Σταύρου Εναγόμενων­ Ημερομηνία: 15 Φεβρουαρίου, 2022 Εμφανίσεις: Για Αιτήτρια: Ο κ. Παναγιώτης Μακρίδης για Χρυσαφίνης & Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε. Για Ενάγουσα/ Καθ' ης η αίτηση: Ο κ. Ιάκωβος Ροκόπος Για Εναγόμενους/Καθ' ων η αίτηση: Ο κ. Μιχάλης Βορκάς για Μιχάλης Βορκάς & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η (σε αίτηση ημερ.13.07.2021 για παραμερισμό εν όλω ή εν μέρει εκ συμφώνου απόφασης με ημερ.12.11.2018) Με την υπό κρίση αίτηση η Αιτήτρια Gordian Holdings Ltd αιτείται την έκδοση διατάγματος από το Δικαστήριο με το οποίο να παραμερίζει και/ή ακυρώνει την εκ συμφώνου απόφαση και/ή διάταγμα του Δικαστηρίου με ημερομηνία 12.11.2018 («το Διάταγμα»), καθ' ότι αυτό εκδόθηκε κατά παράβαση των Κανόνων της Φυσικής Δικαιοσύνης και/ή καθ' ότι οι πρόνοιες του Διατάγματος επηρεάζουν δυσμενώς τα έννομα συμφέροντα της Αιτήτριας η οποία δεν ενημερώθηκε και/ή δεν κλήθηκε να ακουστεί στην διαδικασία πριν να εκδοθεί το Διάταγμα. ΚΑΙ/Η ΔΙΑΖΕΥΚΤΙΚΑ Διάταγμα που να παραμερίζει και/ή ακυρώνει την 5η παράγραφο του Διατάγματος και/ή το μέρος του Διατάγματος που απαγορεύει την πώληση και/ή διάθεση και/ή αποξένωση και/ή επιβάρυνση των αναφερόμενων στο Διάταγμα ακινήτων, καθ' ότι η εν λόγω πρόνοια του Διατάγματος εκδόθηκε κατά παράβαση και/ή παραβιάζει τους Κανόνες Φυσικής Δικαιοσύνης και/ή καθ' ότι η εν λόγω πρόνοια του Διατάγματος επηρεάζει δυσμενώς τα έννομα συμφέροντα της Αιτήτριας η οποία δεν ενημερώθηκε και/ή δεν κλήθηκε να ακουστεί στην διαδικασία πριν εκδοθεί το Διάταγμα. Η αίτηση στηρίζεται στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας Άρθρα 23, 25, 26, 28, 29, 30, 35, 152, 155, 158 και 179, στον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμο Ν. 9/1965(όπως έχει τροποποιηθεί) άρθρα 12, 16, 23, 31, 32, 37 και Μέρος VIA, στον περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και για Συναφή Θέματα Νόμο Ν. 169(Ι)/2015, άρθρα 3, 18 και 19, στον περί Εταιρειών Νόμο Κεφ. 113 άρθρα 198, 199 και 200, στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς (Civil Procedure Rules) Δ.18 Θ.Θ. 1 και 2, Δ.19, Θ.Θ. 4, 11, 13, 15, 25 και 26, Δ.21 Θ.2, Δ.27 Θ.Θ. 1-3, Δ.39, Δ.48, 1 - 13, Δ.57, Δ.64, στη σχετική νομολογία, στην διακριτική ευχέρεια καθώς και στην εγγενή και συμφυή εξουσία και πρακτική του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα στα οποία βασίζεται η αίτηση υποστηρίζονται σε ένορκη δήλωση την οποία υπογράφει εκ μέρους των Αιτητών ο κ. XXXXX Δημητρίου και από τον φάκελο της δικογραφίας. Ο κ. Δημητρίου πέραν από την ιδιότητα του, τη γνώση των γεγονότων της υπόθεσης και από που προέρχεται αυτή όπως και τη νομική συμβουλή που έλαβε για όσα αναφέρει και αφορούν νομικά θέματα, την εξουσιοδότηση που έχει να προβεί στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης, δηλώνει ότι η αίτηση αποσκοπεί στην ακύρωση ή παραμερισμό της ολόκληρης ή έστω μέρους της εκ συμφώνου απόφασης με ημερ. 12.11.2018 καθ' ότι, σύμφωνα με νομική συμβουλή που έλαβε, η εν λόγω απόφαση και Διάταγμα του Δικαστηρίου αλλά και οι πρόνοιες αυτού εκδόθηκαν κατά παράβαση των Κανόνων Φυσικής Δικαιοσύνης. Ο λόγος, όπως δηλώνει, που οδήγησε τους Αιτητές σ' αυτό το αίτημά τους είναι διότι μέσω της εκδοθείσας απόφασης οι Αιτητές εμποδίζονται να ασκήσουν τα έννομα συμφέροντα τους όπως αυτά πηγάζουν μέσα από Συμβάσεις και Έγγραφα Υποθηκών οι οποίες ενεγράφηκαν στα αρχεία του Κτηματολογίου ήδη από τον Απρίλιο του 2004 και οι Αιτητές ουδέποτε ενημερώθηκαν για την παρούσα αγωγή πριν την έκδοση του Διατάγματος ούτως ώστε να υπερασπισθούν τα έννομα συμφέροντα τους, τα οποία προφανώς και επηρεάζονται δυσμενώς από τις πρόνοιες του Διατάγματος όπως εξηγεί στη συνέχεια της ένορκης δήλωσής του. Ο ενόρκως δηλών καταγράφει το ιστορικό της υπόθεσης και πως προέκυψε το ζήτημα αυτό. Οι Αιτητές, αναφέρει, αποτελούν εταιρεία εξαγοράς πιστωτικών διευκολύνσεων δεόντως αδειοδοτημένη και εποπτευόμενη από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου. Οι Εναγόμενοι 1 αποτελούν εταιρεία περιορισμένης ευθύνης δεόντως εγγεγραμμένη στη Δημοκρατία και είναι μέλος ενός Ομίλου εταιρειών ο οποίος στη συνέχεια θα αναφέρεται ως ο «Όμιλος» στον οποίο μέλη είναι επίσης οι C Q R properties Ltd, Linber Investments Ltd και Demenian Catering Ltd ο οποίος Όμιλος ελέγχεται ουσιαστικά από τον Εναγόμενο 2 κ. XXXXX Σταύρου (πλην της εταιρείας Linber Investments Ltd στην οποία συμμετέχουν μαζί με τον κ. Σταύρου ακόμη 2 πρόσωπα με ίσα μετοχικά κεφάλαια και της εταιρείας Demenian Catering Ltd στην οποία συμμετέχει ακόμα 1 πρόσωπο ) ενώ η σύζυγος του Εναγόμενου 2, κα XXXXX Σταύρου (Εναγόμενη 3), εγγυήθηκε (τόσο προσωπικά όσο και με την εγγραφή υποθηκών επί της ακίνητης περιουσίας της) τις πιστωτικές διευκολύνσεις που δόθηκαν τόσο στους Εναγόμενους 1 και 2 όσο και τις λοιπές εταιρείες του Ομίλου. Αρχικά, όπως εξηγεί, είχαν δοθεί και παραχωρηθεί στους Εναγόμενους από την Τράπεζα πιστωτικές διευκολύνσεις οι οποίες έχουν μεταβιβασθεί από την Τράπεζα προς τους Αιτητές κατ' εφαρμογή των προνοιών των άρθρων 18 και 19 του περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και Συναφή Θέματα Νόμου του 2015 (Ν. 169(Ι)/2015)ως έχει τροποποιηθεί και συγκεκριμένα δυνάμει των προνοιών Σχεδίου Διακανονισμού το οποίο επικυρώθηκε στις 23.05.2019 από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας με βάση τα άρθρα 198, 199 και 200 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113 και το οποίο τέθηκε σε ισχύ στις 30.05.
  4. Ένεκα των πιο πάνω, όλες οι πιστωτικές διευκολύνσεις, εγγυήσεις, εξασφαλίσεις και υποθήκες που είχαν παραχωρηθεί από την Τράπεζα προς τους Εναγόμενους αλλά και σε ολόκληρο τον Όμιλο (ή ενεγράφηκαν προς όφελος της Τράπεζας), συμπεριλαμβανομένων όλων των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων του Πιστωτή κάτω από και αναφορικά με αυτές, ανήκουν πια στην Αιτήτρια, η οποία από τις 30.05.2019, προωθεί τα συμφέροντά της στη βάση των όσων αναφέρονται ανωτέρω, ωσάν να επρόκειτο για την Τράπεζα. Ο ενόρκως δηλών επισυνάπτει ως Τεκμ. 1 αντίγραφο του εν λόγω Διατάγματος του Ε.Δ. Λευκωσίας με ημερομηνία 23.05.2019, στο οποίο ρητά αναφέρονται τόσο οι πιστωτικές διευκολύνσεις που τηρούνταν επ' ονόματι των μελών του Ομίλου SK Master όσο και οι σχετικές εξασφαλίσεις (προσωπικές, εμπράγματες και άλλως πως) που δόθηκαν εκ μέρους του Ομίλου στους πιο πάνω. Ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι όσον αφορά την Ενάγουσα στην αγωγή, οι Αιτητές δεν έχουν οποιαδήποτε συμβατική ή άλλως πως σχέση μαζί της, και δεν είναι σε θέση να γνωρίζει (τουλάχιστον στο παρόν στάδιο), όπως λέγει, τις σχέσεις μεταξύ Ενάγουσας-Εναγόμενων και τις διαφορές τους που προέκυψαν και που οδήγησαν στην καταχώριση της παρούσας Αγωγής αλλά και στην έκδοση του Διατάγματος, πέραν της αναφοράς της Ενάγουσας σε απόφαση έγκριση με ημερομηνία 11.07.2011 όπως εξηγεί στη συνέχεια. Ο ενόρκως δηλών καταγράφει τις διευκολύνσεις που παραχωρήθηκαν και τις εξασφαλίσεις που δόθηκαν από την Τράπεζα μεταξύ των ετών 2004 μέχρι το 2011 και τερματίστηκε με τον τερματισμό όλων των διευκολύνσεων που είχαν δοθεί στις 24.01.2014 όπως αυτές ίσχυαν κατά την ημερομηνία του τερματισμού, τις οποίες δεν κρίνω σκόπιμο να παραθέσω σε αυτό το μέρος της απόφασης μου αρκεί να καταγράψω ότι σύμφωνα με τον ενόρκως δηλούντα το σύνολο των υποχρεώσεων της S.K.Master Group ανερχόταν στο ποσό των €6.682.527,48σ. Ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι μετά τον τερματισμό των διευκολύνσεων που είχαν παραχωρηθεί, η Τράπεζα στη συνέχεια καταχώρισε δικαστικές διαδικασίες στις οποίες κάνει λεπτομερή αναφορά και επισυνάπτει ως Τεκμ. 2 αντίγραφα των Κλητηρίων Ενταλμάτων προς ανάκτηση όλων των οφειλόμενων ποσών και στις οποίες οι Αιτητές αντικατέστησαν την Τράπεζα λόγω και συνεπεία της εκχώρησης των διευκολύνσεων. Πέραν των πιο πάνω δικαστικών διαδικασιών, ο ίδιος ο Όμιλος S.K. Master (τόσο τα νομικά πρόσωπα αυτού όσο και τα φυσικά), προχώρησαν στην καταχώριση αρκετών δικαστικών διαδικασιών εναντίον της Αιτήτριας, επικαλούμενοι διάφορες βάσεις και αιτίες αγωγής στις οποίες και πάλι ο ενόρκως δηλών κάνει λεπτομερή αναφορά καταγράφοντας και τα δικαστικά διαβήματα που λήφθηκαν στο πλαίσιο αυτών μέχρι την ημερομηνία που προέβη στην ένορκη δήλωση και επισύναψε αντίγραφα τους ως Τεκμ.
  5. Πέραν των πιο πάνω διαδικασιών που ακόμη εκκρεμούν, ο ως άνω Όμιλος καταχώρισε και σωρεία Αιτήσεων-Εφέσεων μέσω των οποίων αξίωνε την ακύρωση των διαδικασιών πώλησης των ενυπόθηκων ακινήτων, τις οποίες είχε τροχιοδρομήσει η Αιτήτρια, Αιτήσεις-Εφέσεις οι οποίες έχουν πλέον ολοκληρωθεί, ενώ καταχώρισε επίσης στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού την Αγωγή υπ. Αριθμό 1830/19, η οποία έχει πια διακοπεί. Ο ενόρκως δηλών αναφέρεται ότι τα μέρη, μετά τον τερματισμό των πιστωτικών διευκολύνσεων και ανεξάρτητα των ως άνω δικαστικών διαδικασιών, προχώρησαν σε διαπραγματεύσεις οι οποίες έγιναν σε μία προσπάθεια εξώδικης διευθέτησης όλων των υποχρεώσεων του Ομίλου. Στα πλαίσια αυτών των διαπραγματεύσεων και συζητήσεων, ανταλλάχθηκε αλληλογραφία (Τεκμ. 5), μεταξύ των δικηγόρων των μερών, μέσω της οποίας εν τέλει ο Όμιλος εισηγήθηκε, προς πλήρη εξόφληση όλων των υποχρεώσεων του και εξάλειψη όλων των λοιπών εξασφαλίσεων και υποθηκών, όπως μεταβιβασθούν προς την Αιτήτρια μέσω της διαδικασίας Ανταλλαγής χρέους περιουσίας (DFAS), αριθμού ακινήτων ιδιοκτησίας είτε εταιρειών μελών του Ομίλου είτε των φυσικών προσώπων που τον ελέγχουν είτε των προσώπων που είναι Εναγόμενοι στις αγωγές που είχε καταχωρίσει η Τράπεζα και ακολούθως ανέλαβε η Αιτήτρια, τα οποία επίσης περιγράφει με λεπτομέρεια και επισυνάπτει ως Τεκμ. 4 αντίγραφα υποθηκών και εκχωρήσεων των αγοραπωλητηρίων εγγράφων. Ειδικότερα όσον αφορά δύο ακίνητα για τα οποία έχουν εκδοθεί ξεχωριστοί τίτλοι, ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι αυτά ναι μεν είναι ιδιοκτησίας της εταιρείας Chaps Property Developers Ltd, όμως έχουν πουληθεί στην Linber Investments Ltd δυνάμει αγοραπωλητηρίων εγγράφων ημερομηνίας 31.01.2007, τα οποία έχουν εκχωρηθεί προς όφελος των Αιτητών. Σύμφωνα με πληροφόρηση του, η ιδιοκτήτρια εταιρεία ήταν έτοιμη και πρόθυμη να προβεί στη μεταβίβαση των εν λόγω ακινήτων και συμπεριλήφθηκαν στην πρόταση του Ομίλου για εξώδικη διευθέτηση. Η εν λόγω πρόταση εκ μέρους του Ομίλου απορρίφθηκε από την Αιτήτρια καθ' ότι τυχόν αποδοχή της ουσιαστικά σήμαινε την διαγραφή ενός μεγάλου ποσού οφειλομένων αλλά και την απαλλαγή ενός ακινήτου στην Έγκωμη από την υποθήκη που το βάρυνε (και συνεχίζει να το βαρύνει) (Τεκμ. 6) αξίας €650.000,00, περίπου, διαγραφή η οποία δεν μπορούσε να δικαιολογηθεί ούτε και να αιτιολογηθεί από τις πραγματικές περιστάσεις και συνθήκες που περιέβαλαν και περιβάλουν τον Όμιλο. Έκτοτε, όπως αναφέρει ο ενόρκως δηλών, δεν υπήρξε οποιαδήποτε ουσιαστική επικοινωνία μεταξύ του Ομίλου και της Αιτήτριας ούτε και ο Όμιλος επανήλθε ποτέ με βελτιωμένες προτάσεις, με αποτέλεσμα η Αιτήτρια να προχωρήσει προς ολοκλήρωση τις διαδικασίες που είχε ξεκινήσει, τόσο δικαστικές όσο και εκποίησης των υποθηκευμένων ακινήτων, οι οποίες δεν είχαν σταματήσει ποτέ. Σε σχέση με την εμφάνιση και εμπλοκή της ενάγουσας, ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι σε σχέση με το Ακίνητο στη Σωτήρα η διαδικασία του ιδιωτικού πλειστηριασμού άρχισε τον Νοέμβριο του 2018 με την διενέργεια κτηματολογικής έρευνας για να καθορισθούν όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη στα οποία υποχρεωτικά θα έπρεπε να επιδοθούν οι νενομισμένες ειδοποιήσεις, όπως και έπραξε η Αιτήτρια, με την Ενάγουσα να μην εντοπίζεται στην εν λόγω κτηματολογική έρευνα αφού το ΜΕΜΟ της Ενάγουσας επί του εν λόγω ακινήτου εγγράφηκε μόλις στις 28.12.2018 ήτοι μετά την έναρξη της διαδικασίας του ιδιωτικού πλειστηριασμού και τη διενέργεια της κτηματολογικής έρευνας στις 28.11.
  6. Ο εν λόγω πλειστηριασμός ήταν ανεπιτυχής, υπό την έννοια ότι δεν υπήρξε επιτυχών προσφοροδότης και μέχρι σήμερα δεν έχει ενεργοποιηθεί εκ νέου η διαδικασία του πλειστηριασμού και το εν λόγω ακίνητο παραμένει εγγεγραμμένο επ' ονόματι της κας XXXXX Σταύρου (εναγόμενης 3). Σε σχέση με τα ακίνητα στο Πισσούρι και στην Έγκωμη, αναφέρει ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο και συγκεκριμένα στις 02.10.2019 και 11.10.2019 αντίστοιχα είχαν προγραμματισθεί να λάβουν χώρα οι πλειστηριασμοί. Οι εν λόγω πλειστηριασμοί ακυρώθηκαν από την Αιτήτρια για τον λόγο ότι διαφάνηκε ότι δεν είχαν επιδοθεί στην Ενάγουσα (η οποία είχε εγγράψει ΜΕΜΟ επί της περιουσίας τόσο της S K Master όσο και του κ. Σταύρου) οποιεσδήποτε εκ των Ειδοποιήσεων που προβλέπονται από την νομοθεσία ότι πρέπει να επιδοθούν στα Ενδιαφερόμενα Μέρη. Ο ενόρκως δηλών εξηγεί ότι η ακύρωση έλαβε χώρα μετά που καταχωρίστηκε από την Ενάγουσα και επιδόθηκε στην Αιτήτρια στις 19.09.2019 (ήτοι 10 μόλις ημέρες πριν την ημερομηνία που ήταν προγραμματισμένος ο επίδικος πλειστηριασμός) η Αίτηση-Έφεση στο Ε.Δ. Λεμεσού (Τεκμ. 7) από την Carboncor Technologies (PTY) Cyprus Ltd ν Gordian Holdings Ltd, μέσω της οποίας η Ενάγουσα μεταξύ άλλων ισχυριζόταν ότι: (α) Στις 12.11.2018 είχε εκδοθεί απόφαση υπέρ της στα πλαίσια της παρούσας αγωγής εναντίον όλων των Εναγομένων συνεπεία της οποίας είχε εγγράψει ΜΕΜΟ επί των ενυπόθηκων ακινήτων στο Πισσούρι. (β) Λόγω της εγγραφής του εν λόγω ΜΕΜΟ είχε καταστεί «ενδιαφερόμενο μέρος» εν τη εννοία του Νόμου και η Αιτήτρια είχε υποχρέωση να της επιδώσει όλες τις νενομισμένες Ειδοποιήσεις. (γ) Ουδέποτε επιδόθηκαν σε αυτήν οι Ειδοποιήσεις Ι, ΙΑ και ΙΒ με αποτέλεσμα να έχουν παραβιασθεί οι πρόνοιες της νομοθεσίας και ο επικείμενος πλειστηριασμός να πρέπει να ακυρωθεί. Η Ενάγουσα δεν επέδωσε το Διάταγμα στην Αιτήτρια ούτως ώστε να λάβει γνώση ούτε και βεβαίως ενημερώθηκε η Αιτήτρια είτε από την Ενάγουσα είτε από τους Εναγόμενους σχετικά με την ύπαρξη της παρούσας διαδικασίας ή την έκδοση του Διατάγματος. Ειδικότερα, όσον αφορά τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας αλλά και τους λόγους που προώθησε μέσω της Αίτησης-Έφεσης, όπως τον έχουν ενημερώσει οι δικηγόροι της Αιτήτριας, αυτοί επικεντρώθηκαν στο γεγονός της μη επίδοσης σε αυτήν των νενομισμένων Ειδοποιήσεων όσον αφορά τα συγκεκριμένα ακίνητα στο Πισσούρι και ουδεμία αναφορά γινόταν στα υπόλοιπα ακίνητα ή στο περιεχόμενο του Διατάγματος, αν και στα τεκμήρια που είχαν επισυναφθεί γινόταν αναφορά σε αυτά. Λόγω ακριβώς (α) των θέσεων και ισχυρισμών που προώθησε η Ενάγουσα μέσω της Αίτησης-Έφεσης και (β) του όγκου των Αιτήσεων-Εφέσεων που επιδίδονται στην Αιτήτρια, ισχυρίζεται ο ενόρκως δηλών, δεν έγινε άμεσα αντιληπτό από τους αρμόδιους λειτουργούς της Αιτήτριας ότι δυνάμει των προνοιών του Διατάγματος, είχε επιβληθεί απαγόρευση τόσο στους Εναγόμενους όσο και στο Κτηματολόγιο από το να πωλήσουν, διαθέσουν, αποξενώσουν και επιβαρύνουν τα αναφερόμενα στο Διάταγμα Ακίνητα, απαγόρευση η οποία όπως διαφάνηκε εκ των υστέρων ουσιαστικά εξουδετέρωσε και κατέστησε πλήρως ανενεργές τις υποθήκες οι οποίες είχαν εγγραφεί επί των εν λόγω ακινήτων υπέρ της Αιτήτριας. Και ακριβώς λόγω ακριβώς του γεγονότος αυτού η Αιτήτρια δεν προχώρησε άμεσα σε όλα τα απαραίτητα διαβήματα για τον παραμερισμό του Διατάγματος (όπως πράττει τώρα με την παρούσα αίτηση), παρά μόνο αποφάσισε να ενεργοποιήσει εκ νέου την διαδικασία πλειστηριασμού των ενυπόθηκων ακινήτων στην Έγκωμη αφού όσον αφορά τα ακίνητα στο Πισσούρι υπάρχει σε ισχύ το ενδιάμεσο προσωρινό διάταγμα το οποίο κατέστη απόλυτο στις 25.10.
  7. Τηρώντας τις πρόνοιες της νομοθεσίας, ισχυρίζεται ο ενόρκως δηλών, η Αιτήτρια επέδωσε στην Ενάγουσα τις νενομισμένες ειδοποιήσεις ενημερώνοντας την για τον εκ νέου προγραμματισμό του πλειστηριασμού για το ακίνητο στην Έγκωμη και η Ενάγουσα αντέδρασε επιδίδοντας (στις 16.03.2021) μέσω των δικηγόρων της, στην Αιτήτρια επιστολή με ημερομηνία 12.03.2021 (Τεκμ. 8), με την οποία μεταξύ άλλων την ενημέρωνε ότι (α) ενίστατο στην πώληση του ακινήτου καθ' ότι έχει εξασφαλίσει απαγορευτικό διάταγμα εκποίησης του εν λόγω ακινήτου επισυνάπτοντας για 1η φορά το Διάταγμα (τουλάχιστον όσον αφορά το ακίνητο στην Έγκωμη) και (β) ότι κατά παράβαση του Διατάγματος και παράνομα κατά την θέση της η Αιτήτρια προχώρησε την διαδικασία του ιδιωτικού πλειστηριασμού όσον αφορά το ακίνητο στην Σωτήρα. Αφού παραλήφθηκε η εν λόγω επιστολή, η Αιτήτρια αφενός μεν ανέστειλε τον προγραμματισμένο πλειστηριασμό του ακινήτου στην Έγκωμη προκειμένου να διερευνήσει τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας ενημερώνοντας την ταυτόχρονα γραπτώς στις 30.03.2021 (Τεκμ. 9), και αφετέρου έδωσε οδηγίες στους δικηγόρους της να μελετήσουν το Διάταγμα και να λάβουν τα απαραίτητα μέτρα και διαβήματα για προστασία των συμφερόντων της Αιτήτριας. Όταν συλλέχθηκαν όλα τα στοιχεία και αποστάληκαν στους δικηγόρους της Αιτήτριας, αποφασίσθηκε κατόπιν γνωμάτευσης τους όπως καταχωρισθεί η παρούσα αίτηση ούτως ώστε να παραμερισθεί το Διάταγμα είτε στην ολότητα του είτε τουλάχιστον όσον αφορά την απαγόρευση επιβάρυνσης και αποξένωσης των ακινήτων, απαγόρευση η οποία επηρεάζει δυσμενέστατα τα έννομα συμφέροντα της Αιτήτριας ως ενυπόθηκου δανειστή των ακινήτων. Μέχρι να γίνουν όλες οι απαραίτητες ενέργειες και να συλλεγούν τα απαραίτητα έγγραφα για να ληφθεί απόφαση σχετικά με τις ενέργειες και διαβήματα που θα έπρεπε να ληφθούν, η Ενάγουσα προχώρησε στην καταχώριση στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας της Ιδιωτικής Ποινικής Υπόθεσης υπ. Αρ. 3242/2021 (Τεκμ. 10), με την οποία κατηγορεί την Αιτήτρια και όλα τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της για απείθεια στο Διάταγμα. Η εν λόγω ποινική υπόθεση ήταν ορισμένη στις 30.11.2021 για Απάντηση στις κατηγορίες και επίδοση σε κάποιους από τους Κατηγορούμενους. Ο ενόρκως δηλών ως προς τις προϋποθέσεις έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων αναφέρει ότι, όπως φαίνεται ξεκάθαρα από όσα αναφέρει και καταγράφηκαν πιο πάνω, το Διάταγμα επηρεάζει δυσμενώς και ουσιαστικά ακυρώνει και εξουδετερώνει τα δικαιώματα της Αιτήτριας όπως αυτά πηγάζουν από τις επίδικες υποθήκες και τα οποία απέκτησε νόμιμα και νομότυπα σύμφωνα τόσο με τη σχετικής νομοθεσίας όσο και δυνάμει του Σχεδίου Διακανονισμού το οποίο εγκρίθηκε από το Ε.Δ. Λευκωσίας. Συγκεκριμένα με τις πρόνοιες του Διατάγματος ουσιαστικά εξουδετερώθηκε το δικαίωμα της Αιτήτριας να προβεί σε διαδικασίες πώλησης των ενυπόθηκων ακινήτων όπως η ίδια ήθελε επιλέξει προς εξόφληση (ολική ή μερική του χρέους που οι εν λόγω υποθήκες εξασφαλίζουν), δικαίωμα το οποίο όχι μόνο προβλέπεται ρητά από τα Έγγραφα υποθήκης που οι Εναγόμενοι παραδεκτά υπέγραψαν και προς τούτο παραπέμπει στους όρους 4 και 5 αυτών, αλλά έτι περαιτέρω, όπως ρητά προβλέπεται από την ίδια τη σχετική νομοθεσία και συγκεκριμένα το Μέρος VIA του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμου (Ν. 9/1965), όπως έχει τροποποιηθεί. Με άλλα λόγια η απαγόρευση που επιβλήθηκε τόσο στους Εναγόμενους όσο και στο Κτηματολόγιο από το να πωλήσουν, διαθέσουν, αποξενώσουν και επιβαρύνουν τα Ακίνητα στο Πισσούρι, στην Έγκωμη και στη Σωτήρα ουσιαστικά απαγορεύει και στην ίδια την Αιτήτρια να ενεργοποιήσει τα δικαιώματα της όπως αυτά πηγάζουν από τις υποθήκες και τον νόμο αφού εάν ήθελε προχωρήσει στις διαδικασίες εκποίησης των ενυπόθηκων ακινήτων και όντως τα ενυπόθηκα ακίνητα πωληθούν σε επιτυχόντα προσφοροδότη, η διαδικασία δεν θα μπορεί να ολοκληρωθεί με τη μεταβίβαση των ενυπόθηκων ακινήτων στους επιτυχόντες προσφοροδότες αφού δεν θα μπορεί να λάβει χώρα η μεταβίβαση των ακινήτων επ' ονόματι τους. Ως εκ των ανωτέρω και με δεδομένο ότι ως αποτέλεσμα των προνοιών του Διατάγματος ουσιαστικά η Αιτήτρια στερήθηκε της δυνατότητας άσκησης ενός υφιστάμενου περιουσιακού της δικαιώματος και άρα επηρεάσθηκαν δυσμενώς τα έννομα συμφέροντα της, είχε κάθε δικαίωμα να ενημερωθεί πλήρως για την παρούσα διαδικασία πριν από την έκδοση του Διατάγματος ούτως ώστε αφενός μεν να λάβει γνώση για την όλη διαδικασία και αφετέρου να λάβει όλα τα απαραίτητα μέτρα και διαβήματα για την προστασία των εννόμων συμφερόντων της, προβάλλοντας τις δικές της θέσεις και παραστάσεις, δικαίωμα το οποίο τόσο οι Ενάγοντες και οι Εναγόμενοι όσο και το ίδιο το Δικαστήριο όφειλαν να διασφαλίσουν ότι η Αιτήτρια είχε την γνώση, ευχέρεια και ευκαιρία να το ασκήσει . Περαιτέρω και με δεδομένο ότι το Διάταγμα εκδόθηκε χωρίς η Αιτήτρια να ειδοποιηθεί ανεξαρτήτως του ότι οι πρόνοιες αυτού επηρεάζουν δυσμενώς τα έννομα συμφέροντα της,, καθ' ότι το Διάταγμα εκδόθηκε κατά παράβαση των κανόνων φυσικής δικαιοσύνης, αφού εκδόθηκε στα πλαίσια μίας δικαστικής διαδικασίας η οποία ξεκάθαρα αφορούσε ακίνητη ιδιοκτησία και για την ύπαρξη της οποίας η Αιτήτρια ουδέποτε ενημερώθηκε ούτε και γνωστοποιήθηκαν σε αυτήν τα όποια δικόγραφα ανταλλάγηκαν, όπως επιτακτικά θα έπρεπε να είχε γίνει, αφού η Αιτήτριια ως εκ της ιδιότητας της ως ενυπόθηκου δανειστή των Εναγομένων και κατόχου των εμπραγμάτων βαρών τα οποία βαρύνουν τα επίδικα ακίνητα, επιβαλλόταν να λάβει γνώση της διαδικασίας ούτως ώστε να έχει την ευχέρεια να λάβει μέτρα για την προστασία των εννόμων συμφερόντων της. Περαιτέρω, ο ενόρκως δηλών ανεξαρτήτως των πιο πάνω τονίζει ότι η Αιτήτρια δεν είναι σε θέση να γνωρίζει στη βάση ποίων πραγματικών γεγονότων, εγγράφων και ισχυρισμών εκδόθηκε η εκ συμφώνου απόφαση ή έστω τη σχέση μεταξύ Ενάγουσας-Εναγομένων, και άρα δεν είναι σε θέση (στο παρόν τουλάχιστον στάδιο) να ισχυρισθεί ότι η εκ συμφώνου απόφαση είναι προϊόν συμπαιγνίας και δόλου ενώ βεβαίως η Αιτήτρια δεν είναι σε θέση να γνωρίζει εάν η Ενάγουσα και οι Εναγόμενοι ενημέρωσαν και αποκάλυψαν στο Δικαστήριο ότι επί των επίδικων ακινήτων υπήρχαν εγγεγραμμένες οι υποθήκες, ούτως ώστε το Δικαστήριο να είναι σε θέση να λάβει γνώση όλων των πραγματικών γεγονότων και αναλόγως να αποφασίσει κατά πόσον θα εξέδιδε το Διάταγμα ή εάν θα έδιδε οποιεσδήποτε άλλες οδηγίες προς τους διαδίκους. Αναφέρει ακόμα ότι, στα πλαίσια διερεύνησης και συλλογής όλων των απαραίτητων στοιχείων και εγγράφων προς τους δικηγόρους της Αιτήτριας με σκοπό την ετοιμασία της παρούσας αίτησης, εντοπίστηκε μία απόφαση/έγκριση της Τράπεζας ημερομηνίας 11.07.2011 (Τεκμ. 11), μέσω της οποίας εγκρίθηκε η παραχώρηση δανείου προς την C Q R Properties Ltd ύψους €600.000,00 η οποία έγινε εγγράφως αποδεκτή στις 03.08.
  8. Η σημασία της εν λόγω απόφασης/έγκρισης όσον αφορά τα ζητήματα της παρούσας αίτησης, εστιάζεται και φαίνεται στην 2η σελίδα αυτής όπου αναφέρονται οι σκοποί παραχώρησης του εν λόγω δανείου, όπου καταγράφεται επί λέξει ότι «.εξόφληση της υπέρβασης που παρουσιάζεται στον τρεχούμενο λογαριασμό αρ. XXXXX4839 στο όνομα της εταιρείας S. K. Master Developments Ltd. Σε περίπτωση που το ποσό δεν είναι αρκετό, μέρος της υπέρβασης να εξοφληθεί και από το λογαριασμό αρ. XXXXX1156, της εταιρείας Carboncor Technologies (PTY) Ltd.». Εν πάση περιπτώσει και ανεξαρτήτως του περιεχόμενου της απόφασης/έγκρισης το οποίο ενδεχομένως να καταδεικνύει ότι υπάρχει μία σχέση και διασύνδεση μεταξύ της Ενάγουσας και του Ομίλου, ο ενόρκως δηλών τονίζει ότι το παράπονο της Αιτήτριας τουλάχιστον όσον αφορά τα επίδικα ζητήματα της παρούσας αίτησης, είναι ότι με το Διάταγμα παραβιάσθηκαν δυσμενώς και κατ' ουσίαν εξουδετερώθηκαν δικαιώματα που είχε και συνεχίζει να έχει στα πλαίσια μίας διαδικασίας η οποία ουδέποτε της γνωστοποιήθηκε και στην οποία ουδέποτε κλήθηκε να συμμετάσχει κατά ρητή παράβαση των συνταγματικών της δικαιωμάτων αλλά και των κανόνων φυσικής δικαιοσύνης, με αποτέλεσμα το Διάταγμα θα πρέπει να ακυρωθεί από το Δικαστήριο. Για τους λόγους αυτούς αιτείται την έκδοση αιτούμενων διαταγμάτων. Οι ενάγοντες όπως και οι εναγόμενοι/ Καθ' ων η αίτηση στη συνέχεια («οι Καθ' ων η αίτηση») καταχώρησαν χωριστές ειδοποιήσεις περί της προθέσεώς τους να ενστούν στην Αίτηση. Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκές δηλώσεις τις οποίες υπογράφουν ο κ. XXXXX Κοντεμενιώτης για τους Ενάγοντες και ο κ. XXXXX Σταύρου για τους εναγόμενους. Ουσιαστικά παρατίθενται πανομοιότυποι λόγοι ένστασης όπως και οι ισχυρισμοί στις ένορκες δηλώσεις περιστρέφονται και περιορίζονται στη νομική αντίληψη τους για τη νομική πτυχή που διέπει το ζήτημα της ακύρωσης μιας Εκ Συμφώνου Απόφασης και όσα άλλα παρατίθενται σ'αυτές γίνεται κατά γενικό και αόριστο τρόπο, επίσης προβάλλεται ότι το διάβημα γίνεται με καθυστέρηση. Αποφεύγω σε αυτό το μέρος της απόφασης την παράθεση τόσο των λόγων ένστασης όσο και την αιτιολόγηση τους με τις ως άνω ένορκες δηλώσεις εφόσον όσα ενδιαφέρουν από αυτές θα τύχουν σχολιασμούς και ανάλυσης στην συνέχεια. ΟΙ ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ: Η ακρόαση της αίτησης έγινε στη βάση των ενόρκων δηλώσεων που συνοδεύουν αντίστοιχα την αίτηση και τις ενστάσεις και των αγορεύσεων των ευπαίδευτων συνηγόρων που εκπροσωπούν στην παρούσα όλες τις πλευρές, τις οποίες είχαν την καλοσύνη να ετοιμάσουν γραπτώς και μου αποστείλουν ηλεκτρονικά. Στις ικανές αγορεύσεις τους οι ευπαίδευτοι συνήγοροι με παρέπεμψαν εκτός από τα γεγονότα της υπόθεσης και σε νομική πτυχή που διέπει κατά την άποψη τους αυτής της φύσης αιτήματα με αναφορά στα συγκεκριμένα γεγονότα της υπόθεσης και τις ιδιαίτερες περιστάσεις αυτής. Τις έχω μελετήσει με προσοχή και λαμβάνω υπόψη μου τις εισηγήσεις τους, όπου δε χρειαστεί στη συνέχεια θα γίνει αναφορά σε αυτές. Απαντήσεις στις διάφορες εισηγήσεις και επιχειρήματα θα δοθούν με το σκεπτικό του Δικαστηρίου που θα ακολουθήσει χωρίς να απαιτείται να ενδιατρίψω σε κάθε επί μέρους εισήγηση ή επιχείρημα όταν κρίνεται ότι δεν εξυπηρετεί οποιονδήποτε σκοπό προς επίλυση των επίδικων ζητημάτων ή το οποίο κρίνεται ότι δεν είναι ουσιώδες ή νομικά αποδεκτό (βλ. Οδυσσέα v. Αστυνομίας

(1999)2 Α.Α.Δ. 490, Ανδρονίκου κ.α. v. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 486, την Έφεση Αρ.22/2018 του Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου Μ.Φ.Χ. v. M.X. με ημερ. 28.09.2021 και την εντελώς πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση του Δευτεροβάθμιου και πάλι Οικογενειακού Δικαστηρίου στην Έφεση Αρ. 20/2020 Γ.Λ. v. X.I. ημερ. 15.12.2021 όπου επαναλήφθηκαν τα ίδια ως άνω με την ακόλουθη διατύπωση: «.Όπως επανειλημμένα έχει λεχθεί δεν είναι έργο του Δικαστηρίου να σχολιάζει κάθε επιχείρημα ή δήλωση των διαδίκων ή των συνηγόρων τους. Καθήκον του είναι η διατύπωση καθαρής δικαστικής κρίσης η οποία να είναι αιτιολογημένη». Η ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΚΑΙ ΥΠΑΓΩΓΗ ΤΩΝ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ ΣΕ ΑΥΤΗ: Σύντομη αναφορά στη νομολογία καθώς επίσης και στο εφαρμοστέο νομοθετικό πλαίσιο που διέπει την εκδίκαση αιτήσεων όπως η υπό κρίση Αίτηση κρίνεται ως αναγκαία με σκοπό την καλύτερη κατανόηση της ανάλυσης που θα ακολουθήσει. Θα εξετάσω στη συνέχεια τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για να παραμεριστεί μια εκ Συμφώνου Απόφαση. Στην υπόθεση Ανδρέου ν. P & D Crystal Line Co Ltd
(2001)1 Α.Α.Δ. 1521 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «.Μια απόφαση που έχει εκδοθεί εκ συμφώνου μπορεί να ακυρωθεί με απόφαση που εκδίδεται σε νέα αγωγή που καταχωρείται για το σκοπό αυτό. (Emeris v. Woodward [1889] 43 Ch. D. 185, Ainsworth v. Wilding [1896] 1 Ch. 673). Αποφάσεις που έχουν εκδοθεί εκ συμφώνου έχουν ακυρωθεί γιατί η συμφωνία είχε στοιχεία παρανομίας (Windhill Local Board of Health v. Vint [1890] 45 Ch. D. 351), γιατί λήφθηκε κατόπιν απάτης (Priestman v. Thomas [1884] 9 P.D.70, 210, γιατί ήταν αποτέλεσμα αμοιβαίου λάθους (Wilding v. Sanderson [1897] 2 Ch. 534) και γιατί δεν υπήρχε η απαραίτητη εξουσιοδότηση (Sheperd v. Robinson [1919] 1 K.B. 474). Ακύρωση δικαστικής απόφασης που έχει εκδοθεί εκ συμφώνου δεν μπορεί να επιτευχθεί με την καταχώριση έφεσης. Όπως έχει τονισθεί στην υπόθεση Re Elsteins' Affairs [1945] 1 All E.R. 272, ανώτερα Δικαστήρια δεν μπορούν να ακυρώνουν δικαστικές αποφάσεις που εκδίδονται από κατώτερα Δικαστήρια. Η ακύρωση θα πρέπει να επιδιωχθεί με την καταχώριση νέας ανεξάρτητης αγωγής, όταν και ο εφεσείων θα έχει την ευχέρεια να καλέσει μαρτυρία για να αποδείξει τους ισχυρισμούς του.». Ο κανόνας που έχει τεθεί στην Ανδρέου ανωτέρω (όπως ο κάθε κανόνας) έχει και τις εξαιρέσεις του και στην νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου εντοπίζονται περιπτώσεις στις οποίες μία Εκ Συμφώνου Απόφαση παραμερίσθηκε από το ίδιο το Δικαστήριο που την εξέδωσε στα πλαίσια αίτησης και όχι νέας αγωγής. Στην ECLI:CY:AD:2018:A132, Πολ. Έφεση 411/11 Τρύφωνος ν. Τραπέζης Κύπρου Λτδ απόφαση ημερομηνίας 27/03/2018, το Ανώτατο Δικαστήριο εξέταζε έφεση εναντίον απόφασης του Πρωτόδικου Δικαστηρίου με την οποία απορρίφθηκε αίτηση της Εφεσείουσας με την οποία αξίωνε τον παραμερισμό Εκ Συμφώνου απόφασης η οποία δηλώθηκε εκ μέρους της από δικηγόρο ο οποίος κατά τον ουσιώδη χρόνο δεν ήταν διορισμένος από αυτήν και δεν υπήρχε στον φάκελο του Δικαστηρίου υπογραμμένο από την Εφεσείουσα διοριστήριο προς τον συγκεκριμένο δικηγόρο, ο οποίος παρουσιαζόταν να εκπροσωπεί την Εφεσείουσα μετά που ο διορισθείς δικηγόρος της αποβίωσε εκκρεμούσης της αγωγής. Το Πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε την αίτηση στηριζόμενο στον λόγο της Ανδρέου (ανωτέρω) και καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι μία Εκ Συμφώνου Απόφαση μπορεί να παραμερισθεί μόνο με νέα αγωγή. Το Ανώτατο Δικαστήριο έκανε αποδεκτή την Έφεση και στην απόφαση της πλειοψηφίας αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «.Προς επίλυση του προβλήματος το πρωτόδικο Δικαστήριο ανέτρεξε στις πρόνοιες της Δ.33 κ.15[1] που ορίζουν ότι ο παραμερισμός απόφασης που λήφθηκε με δόλο δύναται να γίνει με αγωγή. Τούτο, αν και αναγνώρισε πως εν προκειμένω δεν εγείρεται ζήτημα δόλου. Παρέπεμψε όμως στην υπόθεση Παναγιώτης Ανδρέου ν. P & D Crystal Line Co Ltd
(2001)1 ΑΑΔ 152, στην οποία αφού επαναβεβαιώθηκε η βασική αρχή ότι μια απόφαση που έχει εκδοθεί εκ συμφώνου, μπορεί να ακυρωθεί με απόφαση που εκδίδεται σε νέα αγωγή που καταχωρείται για το σκοπό αυτό, δόθηκαν παραδείγματα εκ συμφώνου αποφάσεων που ακυρώθηκαν ως λ.χ. γιατί η συμφωνία είχε στοιχεία παρανομίας (Windhill Local Board of Health v. Vint
(1890), 45 Ch.D. 351, C.A.), ή γιατί λήφθηκε κατόπιν απάτης (Priestman v. Thomas [1884] 9 P.D. 70, 210) ή γιατί ήταν αποτέλεσμα αμοιβαίου λάθους (Wilding v. Sanderson [1897] 2 Ch. 534) ή και γιατί δεν υπήρχε η απαραίτητη εξουσιοδότηση (Sheperd v. Robinson [1919] 1 KB 474).» (ο τονισμός δικός μου) Και πιο κάτω: Άλλωστε, η αντίληψη του πρωτοδίκου Δικαστηρίου ότι θα έπρεπε σε τέτοια περίπτωση ο επηρεαζόμενος διάδικος να καταχωρίσει αγωγή, θα οδηγούσε στο άδικο αποτέλεσμα να επιφορτίζεται κάθε φορά ένας διάδικος, ο οποίος δεν έχει υπογράψει το θεσμοθετημένο διορισμό δικηγόρου, με το βάρος να καταχωρεί αγωγή για να αποδείξει, με όλες τις δυσμενείς συνέπειες χρόνου, ταλαιπωρίας και εξόδων που θα υποστεί, ότι ο δικηγόρος ο οποίος αδιαμφισβήτητα δεν έχει νομοτύπως διοριστεί από τον ίδιο, δεν ήταν ο νόμιμος αντιπρόσωπός του στη δίκη. Η πρακτική αυτή διάσταση αποκαλύπτει και την ουσιαστική διαφορά της παρούσας περίπτωσης από τις περιπτώσεις που ο διάδικος επικαλείται δόλο ή πλάνη ή εξαναγκασμό κτλ. στις οποίες αναφέρεται το παραπάνω απόσπασμα από την υπόθεση Παναγιώτου Ανδρέου και από τα Halsbury's, σελ.
  1. Σε εκείνες τις περιπτώσεις είναι λογικό ότι απαιτείται διερεύνηση των περιστάσεων στο φυσιολογικό πλαίσιο μιας πλήρους αντιπαράθεσης, που είναι το πλαίσιο της ακρόασης μιας αγωγής. Όταν όμως είναι δεδομένο ότι ο δικηγόρος εξ αρχής δεν έχει διοριστεί νομοτύπως ως δικηγόρος του διαδίκου, με δεδομένο μάλιστα το δεσμευτικό λόγο της Charalambous ως προς τις συνέπειες, τί απομένει να διερευνηθεί σε μια νέα αγωγή ώστε να κριθεί ότι ο εμφανιζόμενος, κατά νόσφιση εξουσιοδότησης, δικηγόρος δεν είχε εξουσιοδότηση να συμβιβάσει την υπόθεση;..» Σχετική είναι επίσης η Πολ. Έφεση 112/18 Επί τοις αφορώσι την Γεωργοκτηνοτροφική Εταιρεία Α/φοι Γ.Χ.Γ. Λύτρα Λιμιτεδ, Απόφαση ημερομηνίας 29.03.2021, το Ανώτατο Δικαστήριο κατόπιν αίτησης του Εκκαθαριστή της Εταιρείας ακύρωσε την Εκ Συμφώνου Απόφαση που είχε εκδοθεί από το ίδιο το Εφετείο (υπό άλλη σύνθεση) και με την οποία ακυρώθηκε το Διάταγμα Εκκαθάρισης της Εταιρείας για τον λόγο ότι ο Εκκαθαριστής δεν είχε ενημερωθεί και δεν συμμετείχε (ως είχε κάθε δικαίωμα) στην διαδικασία που προηγήθηκε της έκδοσης της Εκ Συμφώνου Απόφασης ενώ με την έκδοση της Εκ Συμφώνου Απόφασης επηρεάσθηκαν δυσμενώς τα έννομα συμφέροντα του. Η απόφαση του Εφετείου ήταν ομόφωνη όπου αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «.Στην προκειμένη περίπτωση, όπως λέχθηκε ήδη, ο κ. Αντώνης Βασιλείου, ως ο διορισμένος εκκαθαριστής της εταιρείας και, κατά Νόμο, αντιπρόσωπός της, δεν ειδοποιήθηκε, για να λάμβανε μέρος στην προαναφερθείσα διαδικασία, η οποία διεξήχθη ενώπιον του Εφετείου στις 18.12.
  2. Υπάρχει ισχυρισμός, εκ μέρους του, ότι ο ίδιος δε γνώριζε καν για την ύπαρξη της έφεσης. Το θέμα αυτό, όμως, δεν έχει, στην πραγματικότητα, οποιαδήποτε σημασία, δεδομένων των, ως άνω, αδιαμφισβήτητων περιστάσεων, υπό τις οποίες πραγματοποιήθηκε η υπό αναφορά διαδικασία. Ως αποτέλεσμα, δε δόθηκε στον κ. Βασιλείου η ευκαιρία ο ίδιος να τοποθετηθεί στα όσα το Δικαστήριο είχε θέσει προς τους συνηγόρους των διαδίκων σε σχέση με τον επηρεασμό τυχόν τρίτων προσώπων από την ακύρωση του διατάγματος εκκαθάρισης και του διορισμού του ως εκκαθαριστή της εταιρείας. Για το λόγο αυτό, με την αίτηση, ζητείται η ακύρωση της απόφασης της 18.12.2019, κατ' επίκληση της συμφυούς εξουσίας του Δικαστηρίου, υπό την εφετειακή του δικαιοδοσία.». Και πιο κάτω: «.Στην υπόθεση Δημοκρατία ν. Πουλλή, διαπιστώθηκε μετά από την έκδοση απόφασης από την Ολομέλεια στη σχετική Αναθεωρητική ΄Εφεση αρ. 2572 ότι η έφεση και η αντέφεση δεν είχαν επιδοθεί στα ενδιαφερόμενα πρόσωπα. Επομένως, δεν τούς είχε δοθεί η ευκαιρία αυτά να εμφανιστούν κατά την ακρόαση της έφεσης εκείνης, προκειμένου να εξέθεταν τις θέσεις τους. Λόγω του πρωτότυπου του θέματος και της σημασίας του όσον αφορά την ορθή απονομή της δικαιοσύνης, τούτο εξετάστηκε από την Πλήρη Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου, η δε απόφαση της Ολομέλειας ακυρώθηκε. Όπως λέχθηκε, εν κατακλείδι, στη σελίδα 1067: «Διαπιστώνουμε ότι παρέχεται στο δικαστήριο σύμφυτη δικαιοδοσία ακύρωσης διαταγής ή απόφασης, που εκδίδεται σε διαδικασία η οποία δεν επιδίδεται σε ενδιαφερόμενο πρόσωπο. Αυτό ισχύει τόσο στην περίπτωση της έφεσης όσο και της αντέφεσης, που ακούονται χωρίς γνωστοποίηση της διαδικασίας σε κάθε διάδικο ή ενδιαφερόμενο πρόσωπο. Η ακύρωση αποτελεί χρέος προς αποκατάσταση της δικαιοσύνης και το χρέος αυτό μπορεί να πληρωθεί είτε μετά από διάβημα ενδιαφερομένου προσώπου ή με πρωτοβουλία του ιδίου του δικαστηρίου». Τέτοια είναι και η παρούσα περίπτωση, δεδομένων των περιστάσεών της, όπως αυτές έχουν παρατεθεί προηγουμένως. Στη βάση δε της πιο πάνω αρχής, η απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 18.12.2019 πρέπει να ακυρωθεί, η δε έφεση να αποκατασταθεί.». Προκύπτει από τις πιο πάνω αποφάσεις ότι οι αρχές που αφορούν και διέπουν τον παραμερισμό και ακύρωση μίας Εκ Συμφώνου Απόφασης είναι επιγραμματικά οι εξής: - Όταν ο αιτών τον παραμερισμό της Εκ Συμφώνου Απόφαση προβάλλει ισχυρισμούς δόλου, απάτης, παραπλάνησης ή λάθους τότε η Εκ Συμφώνου Απόφαση μπορεί να παραμερισθεί μόνο στα πλαίσια αγωγής όπου και θα προβληθούν οι σχετικοί ισχυρισμοί και το Δικαστήριο θα προβεί σε ευρήματα επί αυτών (βλ. Ανδρέου ανωτέρω). - Εάν η Εκ Συμφώνου Απόφαση πάσχει από θεμελιώδες ελάττωμα, τότε αυτή μπορεί να παραμερισθεί αυτεπάγγελτα από το ίδιο το Δικαστήριο ή κατόπιν αίτησης και όχι αγωγής, αίτηση η οποία μπορεί να καταχωρισθεί από οποιοδήποτε πρόσωπο ανεξαρτήτως του ότι δεν έλαβε μέρος στην διαδικασία της Εκ Συμφώνου Απόφαση ( βλ. Γεωργοκτηνοτροφική Λύτρα ανωτέρω). - Κλασσικό παράδειγμα θεμελιώδους ελαττώματος στην διαδικασία αποτελεί η έκδοση απόφασης στην απουσία προσώπου τα έννομα συμφέροντα του οποίου επηρεάζονται και επηρεάσθηκαν από την έκδοση της απόφασης (βλ. την απόφαση της Πλήρους Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Δημοκρατία ν. Πουλλή
(2001)3 Α.Α.Δ. 1060). - Εάν η διαδικασία που ακολουθήθηκε πάσχει από θεμελιώδες ελάττωμα τότε η όποια απόφαση εκδόθηκε στα πλαίσια αυτής (είτε είναι Εκ Συμφώνου είτε κατόπιν ακρόασης είτε λόγω μη καταχώρησης Σημειώματος Εμφάνισης) τότε αυτή πρέπει να παραμερίζεται και δεν χρειάζεται να γίνει οποιοδήποτε προδιαγεγραμμένο διαδικαστικό διάβημα, αφού μπορεί να παραμερισθεί αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο όταν αυτό λάβει γνώση του θεμελιώδους ελαττώματος (βλ. Πουλλή ανωτέρω). - Εάν όντως διαπιστωθεί θεμελιώδες ελάττωμα στην διαδικασία, τότε το Δικαστήριο έχει υποχρέωση και χρέος προς την Δικαιοσύνη όπως παραμερίσει την πάσχουσα θεμελιωδώς διαδικασία, απόφαση ή διάταγμα αφού δεν είναι ζήτημα άσκησης διακριτικής ευχέρειας ούτε στάθμισης οποιωνδήποτε άλλων παραγόντων ή δεδομένων. Η ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΚΑΙ ΥΠΑΓΩΓΗ ΤΩΝ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ ΣΕ ΑΥΤΗ: Προς αποφυγή επαναλήψεων θα προχωρήσω αμέσως στην παράλληλη εξέταση των θέσεων των Αιτητών και των λόγων ένστασης. Ερχόμενος τώρα στα γεγονότα που η παρούσα αίτηση αφορά θα πρέπει κατ' αρχάς να σημειωθεί ότι αυτά παρουσιάστηκαν αποκλειστικά και μόνο από την πλευρά των Αιτητών αφού τόσο η Ενάγουσα όσο και οι Εναγόμενοι επέλεξαν να μην αμφισβητήσουν την εκδοχή των Αιτητών αντικρούοντας τους ισχυρισμούς τους παρά μόνο (ως είχαν κάθε δικαίωμα) επέλεξαν να επικεντρώσουν τους Λόγους Ένστασης τους σε νομικής φύσεως ισχυρισμούς όπως ανέφερα και πιο πάνω. Τα πραγματικά γεγονότα όπως αυτά προκύπτουν από τις ένορκες δηλώσεις και τα τεκμήρια που τέθηκαν ενώπιον μου είναι σε συντομία τα εξής: (α) Οι Αιτητές δυνάμει σχετικού Σχεδίου Διακανονισμού το οποίο εγκρίθηκε από το ΕΔ Λευκωσίας, απέκτησαν από την Bank of Cyprus Public Company Ltd («Τράπεζα») διάφορα δικαιώματα και υποχρεώσεις όπως αυτά πηγάζουν από συμβάσεις πιστωτικών διευκολύνσεων που είχαν παραχωρηθεί από την Τράπεζα σε διάφορους πελάτες της. (β) Στα εν λόγω δικαιώματα που οι Αιτητές απέκτησαν συμπεριλαμβάνονται και τα δικαιώματα που είχε η Τράπεζα και οι υποχρεώσεις των Εναγομένων έναντι αυτής, όπως αυτά πηγάζουν από διάφορες συμφωνίες πιστωτικών διευκολύνσεων, εξασφαλίσεων, εγγυήσεων και υποθηκών. (γ) Στα δικαιώματα που οι Αιτητές απέκτησαν συμπεριλαμβάνονταν όλα τα δικαιώματα του ενυπόθηκου δανειστή όπως αυτά πηγάζουν από τις πιο κάτω υποθήκες: Υποθήκη υπ. Αριθμό Υ. XXXXX/04 επί των πιο κάτω ακινήτων: - Ακίνητο με αριθμό εγγραφής 0/XXXXX, Φ./Σχ 57/06, Τμήμα 0, Τεμάχιο XXXXX, Πισσούρι Λεμεσός, ιδιοκτησίας της S.K. Master Developments Ltd. - Ακίνητο με αριθμό εγγραφής 0/XXXXX, Φ./Σχ 57/06, Τμήμα 0, Τεμάχιο XXXXX, Πισσούρι Λεμεσός ιδιοκτησίας της S.K. Master Developments Ltd. - Ακίνητο με αριθμό εγγραφής 0/XXXXX, Φ./Σχ 57/06, Τμήμα 0, Τεμάχιο XXXXX, Πισσούρι Λεμεσός ιδιοκτησίας της S.K. Master Developments Ltd. - Ακίνητο με αριθμό εγγραφής 0/XXXXX, Φ./Σχ 57/06, Τμήμα 0, Τεμάχιο XXXXX, Πισσούρι Λεμεσός ιδιοκτησίας της S.K. Master Developments Ltd (συλλογικά «τα ακίνητα Πισσουρίου») Υποθήκη υπ. Αριθμό Υ. XXXXX/11 επί του πιο κάτω ακινήτου: - Ακίνητο με αριθμό εγγραφής 0/XXXXX Φ./Σχ 0/2-284-372, Τμήμα 22, Τεμάχιο XXXXX, Σωτήρα Αμμόχωστος, ιδιοκτησίας της κα. Αθηνούλλας Σταύρου («το ακίνητο Σωτήρας»), Υποθήκη υπ. Αριθμό Υ. XXXXX/11 επί του πιο κάτω ακινήτου: - Ακίνητο με αριθμό ,Έγγραφής 4/XXXXX Φ./Σχ 21/53W2, Τμήμα 4, Τεμάχιο XXXXX, Έγκωμη Λευκωσία ιδιοκτησίας του κ. XXXXX Σταύρου («το ακίνητο Έγκωμης») (δ) Στα δικαιώματα του ενυπόθηκου δανειστή που οι Αιτητές απέκτησαν από την Τράπεζα δυνάμει των πιο πάνω υποθηκών, περιλαμβάνεται και το δικαίωμα όπως οι Αιτητές προχωρήσουν στην εκποίηση των ενυπόθηκων ακινήτων για εξόφληση των οφειλών των Εναγομένων προς αυτούς (Τεκμ. 4 και 6 στην ΕΔ Δημητρίου αλλά και η παράγραφος 38 στην ΕΔ Δημητρίου). (ε) Το δικαίωμα εκποίησης των ενυπόθηκων ακινήτων το οποίο απέκτησαν οι Αιτητές αλλά και η διαδικασία εκποίησης, προβλέπεται αλλά και καθορίζεται πέραν από τα Έγγραφα Υποθηκών και στο Μέρος VIA του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμου (Ν. 9/1965). (στ) Στα πλαίσια της παρούσας αγωγής, στις 12/11/20218 εκδόθηκε το Διάταγμα με το οποίο απαγορεύθηκε τόσο στους Εναγόμενους όσο και τον Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας (και στους λειτουργούς αυτού) να πωλήσουν, διαθέσουν, αποξενώσουν και επιβαρύνουν ή να επιτρέψουν να γίνουν οι εν λόγω πράξεις όσον αφορά τα ακίνητα Πισσουρίου και τα ακίνητα Σωτήρας και Έγκωμης. (ζ) Συνεπεία και δυνάμει των προνοιών του Διατάγματος ουσιαστικά οι Αιτητές στερήθηκαν των δικαιωμάτων τους όπως αυτά πηγάζουν μέσα από τις υποθήκες υπ. Αριθμό Υ. XXXXX/04, Υ. XXXXX/11 και Υ. XXXXX/11 αφού δεν μπορούν να ενεργοποιήσουν το δικαίωμα εκποίησης της υποθήκης αφού έστω και εάν το ενεργοποιήσουν και τα ενυπόθηκα ακίνητα πωληθούν το Κτηματολόγιο δεν θα επιτρέψει την μεταβίβαση στον επιτυχόντα προσφοροδότη (παράγραφος 39 στην ΕΔ Δημητρίου) (η) Ήδη οι Αιτητές υποχρεώθηκαν να αναστείλουν την διαδικασία εκποίησης του ακινήτου στην Έγκωμη και να μην ασκήσουν το δικαίωμα εκποίησης που τα Έγγραφα Υποθήκης αλλά και το Νόμος τους δίδει λόγω ακριβώς της ύπαρξης του Διατάγματος. Με αυτά ως δεδομένα, το ερώτημα που το Δικαστήριο θα πρέπει να απαντήσει για να αποφασίσει εάν θα εγκρίνει ή απορρίψει την αίτηση είναι το κατά πόσον οι Αιτητές είχαν δικαίωμα να ενημερωθούν και να λάβουν μέρος στη διαδικασία πριν από την έκδοση της Εκ Συμφώνου Απόφασης υπό την έννοια ότι επηρεάσθηκαν δυσμενώς τα έννομα συμφέροντα τους από τις πρόνοιες του Διατάγματος. Εάν η απάντηση στο ερώτημα είναι καταφατική, ότι δηλαδή οι Αιτητές είχαν δικαίωμα να ενημερωθούν και να εμφανισθούν στην διαδικασία, τότε οι Αιτητές δικαιούνται και το Δικαστήριο οφείλει να εγκρίνει την αίτηση και να παραμερίσει το Διάταγμα στο μέτρο και βαθμό που οι πρόνοιες του επηρέασαν και επηρεάζουν τα έννομα συμφέροντα των Αιτητών, αφού το Διάταγμα εκδόθηκε κατά παράβαση των Κανόνων Φυσικής Δικαιοσύνης. Στη βάση των όσων έχω αναφέρει πιο πάνω αλλά και των γεγονότων που έχουν παρουσιασθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, θεωρώ ότι με την έκδοση του Διατάγματος το οποίο εκδόθηκε στην απουσία των Αιτητών και χωρίς αυτοί να λάβουν γνώση των προνοιών αυτού, επηρεάσθηκαν και συνεχίζουν να επηρεάζονται δυσμενώς τα έννομα συμφέροντα τους Αιτητών όπως αυτά πηγάζουν τόσο μέσα από τα Έγγραφα Υποθηκών όσο και μέσα από τον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμο (Ν. 9/1965), αφού ουσιαστικά δυνάμει των προνοιών του Διατάγματος εμποδίζονται από το να ασκήσουν το δικαίωμα τους να εκποιήσουν τις επίδικες υποθήκες. Περαιτέρω η απαγόρευση άσκησης του δικαιώματος εκποίησης των ενυπόθηκων ακινήτων έχει ως επιπρόσθετη και δυσμενή συνέπεια το ότι οι Αιτητές ουσιαστικά εμποδίζονται από του να αναλάβουν μέτρα για είσπραξη των ποσών που οι Εναγόμενοι και τα συνδεόμενα με αυτούς πρόσωπα τους οφείλουν με αποτέλεσμα να υφίστανται καθημερινά επιπλέον έξοδα και ζημιές. Επομένως, στη βάση των πιο πάνω κρίνω ότι οι Αιτητές, ως πρόσωπα τα έννομα συμφέροντα των οποίων επηρεάζονταν από τις πρόνοιες του Διατάγματος, είχαν απόλυτο δικαίωμα δυνάμει των Κανόνων Φυσικής Δικαιοσύνης, να ενημερωθούν για την διαδικασία πριν από την έκδοση του Διατάγματος ούτως ώστε να είναι σε θέση να λάβουν μέτρα για την προστασία των εννόμων συμφερόντων τους. ΟΙ Αιτητές ουδέποτε ενημερώθηκαν και ενόψει ακριβώς της έκδοσης του Διατάγματος στην απουσία και χωρίς ενημέρωση των Αιτητών, κρίνω ότι το Διάταγμα εκδόθηκε κατά παράβαση των Κανόνων Φυσικής Δικαιοσύνης, πάσχει νομικά από θεμελιώδες ελάττωμα και θα πρέπει να παραμερισθεί ως ζήτημα πλέον απονομής δικαιοσύνης (ex debito justitiea). Εξετάζοντας τώρα τους λόγους ένστασης στη βάση των όσων έχω ήδη καταγράψει πιο πάνω θεωρώ ότι οι πλείστοι από τους Λόγους Ένστασης που προωθούνται εκ μέρους της Ενάγουσας και των Εναγομένων έχουν απαντηθεί, πλην από τους Λόγους Ένστασης που αφορούν την νομιμοποίηση των Αιτητών να καταχωρήσουν και να προωθούν την παρούσα αίτηση και την καθυστέρηση στην καταχώριση της διαδικασίας. Νομιμοποίηση των Αιτητών Η νομιμοποίηση των Αιτητών αμφισβητείται αφενός μεν λόγω του ότι δεν κατέστηκαν διάδικοι στην αγωγή πριν την καταχώριση της παρούσας αίτησης και αφετέρου λόγω του ότι η απόκτηση των δικαιωμάτων της Τράπεζας έναντι των Εναγομένων από τους Αιτητές είναι παράνομη. Όσον αφορά την αμφισβήτηση της απόκτησης των δικαιωμάτων της Τράπεζας από τους Αιτητές, ενόψει και της επικύρωσης αυτής με δικαστικό διάταγμα το οποίο εκδόθηκε από το Ε.Δ. Λευκωσίας κρίνω ότι το παρόν Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να εξετάσει την νομιμότητα ή μη της εν λόγω μεταβίβασης καθ' ότι εάν το πράξει ουσιαστικά θα έχει ενεργήσει ως Εφετείο ομόβαθμου του Δικαστηρίου, πράγμα εντελώς ανεπίτρεπτο στην Κυπριακή έννομη τάξη. Παρόμοιο ζήτημα και ισχυρισμός εξετάστηκε μεταξύ άλλων και από τον κ. Α. Δαυίδ, Π.Ε.Δ. στην αγωγή του Ε.Δ. Λευκωσίας, Αγωγή υπ. Αριθμό 159/18, Elma Investments Ltd κ.α. ν Gordian Holdings Ltd, απόφαση ημερομηνίας 24.07.2019, όπου ανέφερε τα εξής με τα οποία συμφωνώ και υιοθετούνται και για τους σκοπούς της παρούσας αν και προσφέρουν καθοδήγηση αφού μόνο πειστική αξία μπορούν να έχουν για το παρόν Δικαστήριο (Ρωσική Ομοσπονδία
(2012)1 Α.Α.Δ. 20) : «.Η ως άνω μεταβίβαση, υποστηρίζει ο ευπαίδευτος συνήγορος των αιτητών, δεν μπορεί να θεωρηθεί σύννομη, αφού ο συγκεκριμένος νόμος, ως υποδεικνύει παραπέμποντας προς τούτο στην πρόνοια του άρθρου 3
(1)(α) και (β) του Ν.169(Ι)/2015, περιορίζει τη δυνατότητα μεταβίβασης χρέους σε ποσά κάτω του ενός εκατομμυρίου ευρώ, περιπτώσεις στις οποίες δεν εμπίπτει η υπό συζήτηση. Σημειώνω ασφαλώς την διαφορετική θεώρηση των πραγμάτων επί του ζητήματος από τον ευπαίδευτο συνήγορο των καθ' ων η αίτηση, ο οποίος, παραπέμποντας στο εδάφιο 2 του άρθρου 3 του ως άνω νόμου, προκρίνει τη θέση ότι σε σχέση με πιστωτικές διευκολύνσεις από πιστωτικά ιδρύματα, καθορίζεται διαφορετική διαδικασία. Πέραν και ανεξάρτητα από την ως άνω διάσταση θέσεων μεταξύ των δύο πλευρών, η ύπαρξη του ως άνω διατάγματος του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας με το οποίο, ως έχει τεθεί χωρίς να αμφισβητηθεί, επικυρώθηκε η ως άνω μεταβίβαση, δεν επιτρέπει εκ των πραγμάτων στο παρόν δικαστήριο να καταστήσει αντικείμενο εξέτασης και συζήτησης στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας το σύννομο ή μη της ως άνω μεταβίβασης και την ορθότητα ή μη του ως άνω διατάγματος του δικαστηρίου. Αποτελεί βασική αρχή της νομολογίας μας ότι δικαστήριο της Δημοκρατίας δεν μπορεί να αναθεωρεί αποφάσεις ομόβαθμου δικαστηρίου. Τούτο, θα αποτελούσε εξέλιξη ανεπίτρεπτη και αντινομική (βλ. ανάλυση και παραπομπή σε σχετική νομολογία επί του ζητήματος στην πρόσφατη απόφαση του σεβαστού δικαστή Ναθαναήλ, στην Αίτηση για έκδοση εντάλματος certiorari (σε σχέση με αποφάσεις και διατάγματα που εκδόθηκαν στο πλαίσιο της αγωγής 2928/2017 Ε.Δ. Λ/σου) Πολιτική ECLI:CY:AD:2019:D149, Αίτηση αρ. 32/2019 ημερ. 17.04.2019). Παρεμβάλλεται ότι η πλευρά των εναγόντων παρά την καταχώρηση σχετικής ειδοποίησης στην παρούσα για την ως άνω μεταβίβαση - αντικατάσταση - υποκατάσταση της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ από την εταιρεία Gordian Holdings Limited, αλλά και προγενέστερης ενημέρωσης που έτυχαν μέσω επιστολών για την ως άνω εξέλιξη, (ως οι πρόνοιες της σχετικής νομοθεσίας προβλέπουν) δεν φαίνεται να έλαβαν οποιοδήποτε μέτρο σε σχέση με το σύννομο ή μη της ως άνω μεταβίβασης και της ορθότητας του διατάγματος του δικαστηρίου που την επικύρωσε. Η εισήγηση ότι οι ενάγοντες δεν ήταν σε θέση να γνωρίζουν την ακριβή σχέση μεταξύ της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ και της Gordian Holdings Ltd δεν διαφοροποιεί ασφαλώς το ζήτημα. Συνακόλουθα, το ως άνω διάταγμα, η ύπαρξης και η ισχύς του οποίου δεν αμφισβητήθηκαν, εξακολουθεί να ισχύει, να δεσμεύει και να παράγει αποτελέσματα..». Όσον αφορά το έτερο σκέλος της εισήγησης, ήτοι ότι οι Αιτητές έπρεπε να καταστούν διάδικοι στην διαδικασία πριν να καταχωρίσουν και προωθήσουν την παρούσα αίτηση, η εισήγηση αυτή θεωρώ ότι δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή αφού αφενός μεν οι Αιτητές δεν γνώριζαν ούτε και μπορούσαν να γνωρίζουν τα επίδικα ζητήματα που η Ενάγουσα ήγειρε με την αγωγή της εναντίον των Εναγόμενων και αφετέρου οι Αιτητές ουδεμία σχέση συμβατική ή άλλως πως είχαν με την Ενάγουσα. Περαιτέρω η εισήγηση αυτή παραγνωρίζει πλήρως τα όσα αναφέρθηκαν στην Πουλλή ανωτέρω όσον αφορά την διαδικασία που πρέπει να ακολουθείται όταν παρατηρείται θεμελιώδες σφάλμα στην διαδικασία (όπως ακριβώς στην παρούσα περίπτωση) δηλαδή ότι: «.Δεν απαιτείται προδιαγεγραμμένη ενέργεια ή συγκεκριμένο δικονομικό διάβημα για την κινητοποίηση του δικαστηρίου να εκπληρώσει το οφειλόμενο προς τη δικαιοσύνη χρέος και να παραμερίσει άκυρη απόφαση. Εφόσον τα γεγονότα που εκθέτουν την απόφαση σε ακύρωση περιέλθουν σε γνώση του, το ίδιο το δικαστήριο μπορεί να θέσει το θέμα και να δράσει, αφού ακούσει πάντα ενδιαφερόμενο. Άλλη αντιμετώπιση θα προσέκρουε στις αρχές της φυσικής δικαιοσύνης, όπως υποδεικνύει ο Pennycuick V-C στη Fleet Mortgage v Lower Maisonette [1972] 2 All ER 737.» (ο τονισμός δικός μου) Στην υπόθεση Γεωργοκτηνοτροφική Λύτρα, η Εκ Συμφώνου Απόφαση παραμερίσθηκε κατόπιν αίτησης από τον Εκκαθαριστή κ. Βασιλείου, ο οποίος δεν ήταν μέρος της διαδικασίας ούτε και κατέστη ποτέ διάδικος και συνεπώς κρίνω ότι και εν προκειμένω δεν ήταν απαραίτητο οι Αιτητές να καταστούν διάδικοι στην διαδικασία για να είναι σε θέση και να νομιμοποιούνται στην καταχώριση και προώθηση της παρούσας διαδικασίας. Το ζήτημα της καθυστέρησης ενός ενδιαφερόμενου μέρους να επιδιώξει τον παραμερισμό και ακύρωσης μίας δικαστικής απόφασης η οποία εκδόθηκε στα πλαίσια διαδικασίας η οποία πάσχει από θεμελιώδες ελάττωμα (όπως κακή επίδοση ή όπως στην προκείμενη περίπτωση μη επίδοσης), εξετάστηκε στην Πολ. Έφεση 413/11, Μανώλη ν. Ελληνική Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ, απόφαση ημερομηνίας 03.02.2017, όπου αναφέρθηκαν τα εξής: «.Το ερώτημα που προκύπτει εν προκειμένω, αφορά το κατά πόσο, σε περίπτωση που διαπιστώνεται δικαίωμα παραμερισμού υπό την παραπάνω έννοια, μπορεί να υπάρξει απεμπόληση του δικαιώματος τούτου (waiver) ή να δημιουργηθεί κώλυμα, ως εκ της συμπεριφοράς του εναγόμενου, στην άσκησή του (estoppel). Προς αυτή την κατεύθυνση κατέτεινε η προσπάθεια του Lord Denning M.R. στην απόφαση μειοψηφίας στην υπόθεση Pritchard, με αναφορά, μάλιστα, στην περίπτωση διαδίκου ο οποίος, όπως εν προκειμένω ο εφεσείοντας, ενώ λαμβάνει γνώση της διαδικασίας, αφήνει την εκτέλεση της απόφασης να προχωρήσει εναντίον του χωρίς παράπονο και χωρίς να αιτηθεί τον παραμερισμό της απόφασης εντός εύλογου χρόνου. Κατά την πλειοψηφία, όμως, σε περίπτωση ακυρότητας και ειδικά σε περίπτωση κακής επίδοσης, δεν είναι δυνατή η θεραπεία του ελαττώματος ή η απεμπόληση του δικαιώματος προς παραμερισμό. Η ίδια προσέγγιση ακολουθήθηκε και στην υπόθεση Craig, όπως και στην υπόθεση Hamp-Adams v. Hall [1911] 2 K.B. 942, C.A. Πιο πρόσφατα και στο υψηλότερο δικαστικό επίπεδο της Κοινοπολιτείας, λέχθηκαν σχετικώς τα ακόλουθα στην απόφαση του Ανακτοσυμβουλίου (Privy Council) Strachan v. The Gleaner Co Ltd and Another [2005] UKPC 33: «The distinction between orders which are often (though in their Lordships' view somewhat inaccurately) described as nullities and those which are merely irregular is usually made to distinguish between those defects in procedure which the parties can waive and which the court has a discretion to correct and those defects which the parties cannot waive and which give rise to proceedings which the defendant is entitled to have set aside ex debito justitiae. The leading example is Craig v Kanssen [1943] kb 256, where the proceedings were not served on the defendant at all. The Court of Appeal held that the proceedings were a nullity which the defendant was entitled as of right to have set aside.» Ευθυγραμμισμένα με την προαναφερθείσα αγγλική νομολογία και με αναφορά σε αυτή, είναι τα όσα είχαν αναφερθεί από τον Στυλιανίδη, Δ. (ως ήτο τότε), στην υπόθεση Gesico Photographic Ltd v. J.K. Video Art Co. Ltd.,
(1991)1 ΑΑΔ 134, ότι δηλαδή διαδικασία που δεν επιδόθηκε και δεν περιήλθε σε γνώση του εναγομένου είναι άκυρη και όχι ακυρώσιμη, μη υποκείμενη σε θεραπεία ή νομιμοποίηση με οποιαδήποτε μεταγενέστερη πράξη ή διάβημα οποιουδήποτε μέρους.». Και πιο κάτω: «.Η έκδοση, όμως, ερήμην απόφασης επί ανυπόστατου νομικά υποβάθρου, ήτοι χωρίς (δέουσα) επίδοση, είναι κατά την πάγια νομολογία που παραθέσαμε, νομικά ανυπόστατη, εξ υπαρχής άκυρη, μη δυνάμενη να διασωθεί. Αυτή είναι η αρχή που εφαρμόστηκε και στην Hewitson με αποτέλεσμα να μην είχε σημασία η καθυστέρηση εκ μέρους του εναγομένου.». Επομένως στη βάση των πιο πάνω κρίνω ότι δεν μπορεί να εγερθεί θέμα καθυστέρησης, κωλύματος ή απεμπόλησης του δικαιώματος των Αιτητών να αιτηθούν τον παραμερισμό της Εκ Συμφώνου Απόφασης αφού αυτή εκδόθηκε κατά ρητή παράβαση των Κανόνων Φυσικής Δικαιοσύνης, πάσχει από θεμελιώδες ελάττωμα το οποίο δεν μπορεί να θεραπευθεί, ούτε βεβαίως να γίνει αποδεκτό είτε από τους Αιτητές είτε από το ίδιο το Δικαστήριο. ΚΑΤΑΛΗΞΗ: Με όσα προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω, καταλήγω να εγκρίνω την αίτηση καθώς η Εκ Συμφώνου Απόφαση, η οποία όπως εξήγησα πιο πάνω, εκδόθηκε στα πλαίσια μίας διαδικασίας η οποία έπασχε από θεμελιώδες ελάττωμα. Επομένως η Εκ Συμφώνου Απόφαση ημερ. 12.11.2018 παραμερίζεται και ακυρώνεται σε όσο μέρος αυτής επηρεάζει δυσμενώς τα δικαιώματα όπως εξηγήθηκε πιο πάνω των εδώ Αιτητών. Εκδίδεται διάταγμα με το οποίο παραμερίζεται και ή ακυρώνεται η 5η παράγραφος του Διατάγματος και/ή το μέρος του Διατάγματος που απαγορεύει την πώληση και/ή διάθεση και/ή αποξένωση και/ή επιβάρυνση των περιγραφόμενων στο Διάταγμα ακινήτων με Αύξων Αριθμό 1- 6. ΤΑ ΕΞΟΔΑ: Δεν βλέπω λόγο γιατί να αποστώ από τον κανόνα ότι ο επιτυχών διάδικος δικαιούται και τα έξοδα του. Επιδικάζονται έξοδα υπέρ των Αιτητών και εναντίον των Καθ' ων η αίτηση όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Νοείται ότι αυτά θα υπολογιστούν σε ένα σέτ εξόδων και ο κάθε Καθ' ου η αίτηση βαρύνεται με αυτά από κοινού ή/ και ξεχωριστά. (Υπ.) ........... Χρ. Γ. Φιλίππου, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.