Διαχειριστική Επιτροπή της Πολυκατοικίας Larnaca Beach House κ.α. ν. Διευθυντή Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας μέσω Επαρχιακού Κτηματολογικού Λειτουργού Λάρνακας κ.α., Αίτηση - Έφεση Αρ. : 123/2018, 24/1/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2022:A16 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: E. ΕΦΡΑΙΜ, Π.Ε.Δ. Αίτηση - Έφεση Αρ. : 123/2018 Επί τοις αφορώσι τον περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμο, Κεφ. 224, όπως έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα, άρθρα 58 και 80 Μεταξύ: 1. Διαχειριστική Επιτροπή της Πολυκατοικίας Larnaca Beach House 2. XXXXX XXXXX Χατζημιτσή 3. XXXXX XXXXX Χατζημιτσή 4. XXXXX XXXXX Σαββίδη 5. XXXXX Ανθίμου 6. XXXXX XXXXX Βάρδα 7. XXXXX Ηροδότου 8. XXXXX Ηροδότου 9. XXXXX XXXXX Ηροδότου 10. XXXXX XXXXX Αθηαινίτη 11. XXXXX Α. Αθηαινίτη 12. XXXXX XXXXX Κούνδουρου 13. XXXXX XXXXX Κωνσταντίνου 14. XXXXX XXXXX Πατσαλίδου 15. XXXXX XXXXX Οικονόμου 16. XXXXX - XXXXX Cooke 17. XXXXX Μυριστή Αιτητών - Εφεσειόντων v. 1. Διευθυντή Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας μέσω Επαρχιακού Κτηματολογικού Λειτουργού Λάρνακας 2. Έπαρχου Λάρνακας 3. Larnaca Beach House Ltd 4. XXXXX Μήλου 5. XXXXX Μαρσέλου 6. XXXXX Παφίτη 7. XXXXX Κ. Ράφτη 8. L.A. Miliana Investments Ltd 9. Euroang (Investments) Ltd 10. XXXXX XXXXX Ατσιήκκου Καθ΄ ων η Αίτηση - Εφεσίβλητων Ημερομηνία: 24 Ιανουαρίου 2022 Εμφανίσεις: Για τους Αιτητές - Εφεσείοντες: κ. Γ. Κουκούνης με κ. Κ. Κουκούνη και κα Χ. Ζαντή για Γεώργιος Κουκούνης ΔΕΠΕ Για τους Καθ΄ ων η Αίτηση 1 και 2 - Εφεσίβλητους: κα Θ. Κουμή για Γενικό Εισαγγελέα Για τους Καθ΄ ων η Αίτηση 3-5 και 8 - Εφεσίβλητους: κ. Α. Κλεάνθους για Ν.Κ. Κλεάνθους & Σια ΔΕΠΕ (ουδεμία εμφάνιση κατά την ακρόαση) Για τους Καθ΄ ων 6, 7, 9 και 10 - Εφεσίβλητους: ουδεμία εμφάνιση Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα Αίτηση οι Αιτητές - Εφεσείοντες ζητούν διάταγμα με το οποίο να ακυρώνεται η απόφαση και ή ειδοποίηση του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λάρνακας ημ. 6.11.18. Η εν λόγω απόφαση αφορά
- i)στον αναγκαστικό εκσυγχρονισμό εγγραφής του ακινήτου με αρ. εγγραφής 0/..36, Φ./Σχ. ., αρ. τεμ. ., το οποίο αποτελείται από «κατάστημα αρ. 5 στο ισόγειο και χώρος ημιτελές καφεστιατόριο αρ. 12 στο ισόγειο», μερίδιο το όλο, ιδιοκτησίας της Larnaca Beach House Ltd, με τις νέες εγγραφές με αρ. εγγραφής 0/.12-.21 «κατάστημα αρ. 5 στο ισόγειο, διαμέρισμα αρ. 12 στο ισόγειο, διαμέρισμα αρ. 14 στο ισόγειο και αποθήκη αρ. 5 στο μεσοπάτωμα, διαμέρισμα αρ. 15 στο ισόγειο, διαμέρισμα αρ. 16 στο ισόγειο, διαμέρισμα αρ. 17 στον 1ο όροφο, διαμέρισμα αρ. 18 στο ισόγειο, διαμέρισμα αρ. 19 στο ισόγειο και αποθήκη αρ. 4 στο μεσοπάτωμα, διαμέρισμα αρ. 20 στο ισόγειο και εστιατόριο αρ. 1 στον 6ο όροφο»,
- ii)στη διανομή και εγγραφή των νέων εγγραφών που προέκυψαν από τον εν λόγω αναγκαστικό εκσυγχρονισμό στο όνομα της προαναφερόμενης εταιρείας, και iii) στην εγγραφή ως κοινόκτητης οικοδομής της οικοδομής επί του ως άνω τεμαχίου και στην εγγραφή του μεριδίου στην κοινόκτητη ιδιοκτησία μετά τον καθορισμό της αγοραίας αξίας και του εμβαδού της κάθε μονάδας. Οι λόγοι στους οποίους στηρίζεται η Αίτηση είναι ουσιαστικά οι ακόλουθοι: 1. Η υπό κρίση απόφαση εκδόθηκε από τον Καθ΄ ου 1 κατά παράβαση δεδικασμένου και ή του διατάγματος κατεδάφισης το οποίο εκδόθηκε στα πλαίσια της ποινικής υπόθεσης υπ΄ αρ. XXXXX/01 ΕΔ Λάρνακας και κατέστη τελεσίδικο με την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Ποιν. Έφ. αρ. XXXXX στις XXXXX.04. 2. Η υπό κρίση απόφαση είναι παράνομη και ή παράτυπη και ή προϊόν πλάνης και ή καταχρηστική και ή λήφθηκε καθ΄ υπέρβαση εξουσίας. 3. Η υπό κρίση απόφαση παραβιάζει τα νόμιμα ιδιοκτησιακά δικαιώματα των Αιτητών στην επίδικη πολυκατοικία και ή την ελευθερία του συμβάλλεσθαι και ή τους θέτει σε δυσμενέστερη θέση και ή μειώνει την ιδιοκτησία και την κάρπωση της. 4. Οι Καθ΄ ων 2-10 παρανομούν με τη συμμετοχή και ή συνέργεια τους στην έκδοση της υπό κρίση απόφασης, ο Καθ΄ ου 2 με την έκδοση άδειας οριζόντιου διαχωρισμού και πιστοποιητικού έγκρισης της οριζόντιας διαίρεσης και ή πιστοποιητικού μη εξουσιοδοτημένων εργασιών κατά παράβαση της σχετικής νομοθεσίας και ή της ανωτέρω απόφασης και του διατάγματος κατεδάφισης, οι Καθ΄ ων 3-10 με την κατοχή και χρήση της εν λόγω οικοδομής η οποία ανήκει στους Αιτητές. Η Αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Αιτητή 5, ο οποίος είναι και ο πρόεδρος της Αιτήτριας 1 στην οποία βασικά επισυνάπτει αντίγραφο της υπό κρίση απόφασης και άλλων εγγράφων και επαναλαμβάνει τους λόγους στους οποίους στηρίζεται η Αίτηση. Εκ μέρους του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λάρνακας καταχωρίστηκε Έκθεση Γεγονότων από την κα ΠΟ (εφεξής «η ΠΟ»). Οι Καθ΄ ων 1 και 2 εμφανίστηκαν μέσω της δικηγόρου του Γενικού Εισαγγελέως και καταχωρίστηκε ένσταση σε σχέση με αυτούς. Οι λόγοι ένστασης αφορούν στην προδικαστική ένσταση περί έλλειψης δικαιοδοσίας του Επαρχιακού Δικαστηρίου να εκδικάσει την παρούσα, στο παράτυπο και αντικανονικό της Αίτησης, στη λανθασμένη συμπερίληψη του Καθ΄ ου 1 ως διαδίκου χωρίς την άδεια του Δικαστηρίου, στη λανθασμένη συμπερίληψη του Καθ΄ ου 2 ως διαδίκου και στην αναρμοδιότητα του Επαρχιακού Δικαστηρίου να εξετάσει την ορθότητα απόφασης του, στην ορθότητα της υπό κρίση απόφασης και στη μη παραβίαση των άρθρων 23 και 26 του Συντάγματος. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της ΠΟ η οποία είναι υπάλληλος στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λάρνακας και ειδικότερα Κτηματολογική Λειτουργός 2ης Τάξεως στον Κλάδο Επιτόπιων Ερευνών. Η ΠΟ αναφέρει την ιδιότητα του καθενός των διαδίκων, τα γεγονότα και επαναλαμβάνει τους λόγους ένστασης. Συνοδεύεται επίσης από ένορκη δήλωση του κ. ΚΚ (εφεξής «ο ΚΚ»), Βοηθού Επαρχιακού Επόπτη στην Επαρχιακή Διοίκηση Λάρνακας, στην οποία και αυτός με τη σειρά του περιγράφει τα γεγονότα και επαναλαμβάνει τους λόγους ένστασης. Ειδικότερα αναφέρει πως ο Καθ΄ ου 2 δεν προχώρησε στην υποβολή αίτησης παρακοής του διατάγματος κατεδάφισης καθότι διαπίστωσε ότι με την κατεδάφιση της μη εξουσιοδοτημένης οικοδομής στην ταράτσα θα προέκυπταν θέμα επικινδυνότητας και κάποια επιμέρους κατασκευαστικά και λειτουργικά προβλήματα και πως στις 29.1.14 εξέδωσε πιστοποιητικό μη εξουσιοδοτημένων εργασιών. Οι Καθ΄ ων 3-5 και 8 εμφανίστηκαν μέσω του ίδιου δικηγόρου και καταχώρισαν ξεχωριστές ενστάσεις με πανομοιότυπους λόγους ένστασης. Αυτοί αφορούν στην προδικαστική ένσταση περί έλλειψης δικαιοδοσίας του Επαρχιακού Δικαστηρίου να εκδικάσει την παρούσα, στο παράτυπο και αντικανονικό της Αίτησης και στη μη ικανοποίηση των προϋποθέσεων για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Οι ενστάσεις συνοδεύονται από ένορκες δηλώσεις των Καθ΄ ων 4 και 5 για τις δικές τους ενστάσεις και ως διευθυντών των Καθ΄ ων 8 και 3 αντίστοιχα, στις οποίες αναφέρονται στα γεγονότα και υιοθετούν τους λόγους ένστασης. Η Αίτηση επιδόθηκε και στους Καθ΄ ων 6, 7, 9 και 10 οι οποίοι δεν εμφανίστηκαν στην υπό κρίση διαδικασία. Εκ μέρους των Αιτητών - Εφεσειόντων καταχωρίστηκε συμπληρωματική ένορκη δήλωση από τον κ. ΧΑΣ (εφεξής «ο ΧΣ») ο οποίος είναι εγγεγραμμένος αρχιτέκτονας στο ΕΤΕΚ. Ο ΧΣ βασικά επεξηγεί γιατί θεωρεί την απόφαση του Καθ΄ ου 2 σε σχέση με την επικινδυνότητα κατεδάφισης και την έκδοση πιστοποιητικού μη εξουσιοδοτημένων εργασιών πλήρως λανθασμένη, ανακριβή και αδικαιολόγητη και χωρίς να είχε προηγηθεί δέουσα έρευνα. Κατά την ακρόαση της Αίτησης εμφανίστηκαν μόνο οι δικηγόροι των Αιτητών - Εφεσειόντων και των Καθ΄ ων 1 και 2 - Εφεσίβλητων οι οποίοι παρέδωσαν γραπτές αγορεύσεις και προέβησαν σε κάποιες επιπρόσθετες προφορικές τοποθετήσεις. Ο δικηγόρος των Καθ΄ ων 3-5 και 8 δεν εμφανίστηκε κατά την ακρόαση, πλην όμως απέστειλε γραπτή αγόρευση η οποία και βρίσκεται καταχωρημένη στον φάκελο του Δικαστηρίου. Σύμφωνα με το αιτητικό της Αίτησης, καθίσταται σαφές πως αυτή στρέφεται εναντίον της απόφασης - ειδοποίησης του Καθ΄ ου 1 ημ. 6.11.18 η οποία αφορά στον αναγκαστικό εκσυγχρονισμό εγγραφής ιδιοκτησίας ακινήτου. Η εξουσία αναγκαστικού εκσυγχρονισμού εγγραφής παρέχεται στον Διευθυντή του Κτηματολογίου δυνάμει του Μέρους VIA και ειδικότερα του άρθρου 65ΚΓ του περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου, Κεφ. 224, όπως έχει τροποποιηθεί. Το άρθρο 80 του Κεφ. 224 παρέχει το δικαίωμα υποβολής έφεσης σε οποιοδήποτε πρόσωπο έχει παράπονο κατά οποιασδήποτε διαταγής, ειδοποίησης ή απόφασης του Διευθυντή που λήφθηκε δυνάμει των διατάξεων του εν λόγω Νόμου. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Παπαγεωργίου v. Πατσαλίδη
(2001)1Β Α.Α.Δ. 1365: « Η έφεση ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου αποτελεί τη μόνη οδό για αναθεώρηση της απόφασης του Διευθυντή (Papa Loizou v. Themistokleous 22 C.L.R. 177). Όπως τονίστηκε και στην υπόθεση Ιωάννου ν. Κωνσταντίνου κ.ά.
(1999)1 Α.Α.Δ. 749, αντικείμενο της έφεσης βάσει του άρθρου 80 είναι ο έλεγχος, όχι μόνο της νομιμότητας, αλλά και της ορθότητας της απόφασης του Διευθυντή. Η εξουσία του Επαρχιακού Δικαστηρίου εκτείνεται, όχι μόνο στην ακύρωση, αλλά και στην τροποποίηση και αντικατάσταση της απόφασης κατά το δίκαιο του πράγματος (βλέπε επίσης μεταξύ άλλων Αθανάση κ.α. ν. Χ" Μάμα κ.α.
(1990)1 Α.Α.Δ. 208, Σολομώντος ν. Παπανεοκλή
(1992)1 Α.Α.Δ. 906). Όπως επίσης κρίθηκε στην υπόθεση Κραμβιάς κ.ά. ν. Θεοδοσίου
(2000)1 Α.Α.Δ. 267, διαφορά που ανάγεται στην αμφισβήτηση της ορθότητας ή του παραδεκτού της απόφασης του Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας να προβεί στην εγγραφή του κτήματος δεν μπορεί να συνιστά επίδικο θέμα αγωγής, ούτε και θα μπορούσε τέτοια αμφισβήτηση να εγερθεί δι' αγωγής. Η απόφαση του Διευθυντή, υπόκειται σε έφεση ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου, και μόνο. Όπως ορθά αναφέρθηκε (Σολομώντος ν. Παπανεοκλή, ανωτέρω), το άρθρο 80 του Κεφ. 224 προσφέρει το μηχανισμό για τον έλεγχο της ορθότητας των αποφάσεων, διαταγών και γνωστοποιήσεων του Διευθυντή που εμπίπτουν στη σφαίρα του ιδιωτικού δικαίου.» Οι ίδιες αρχές επαναλήφθηκαν στις πιο πρόσφατες υποθέσεις Διευθυντής Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας v. Σταύρου κ.ά.
(2015)1 Α.Α.Δ. 711, Οικονόμου κ.ά. v. Φιλίππου, Πολ. Έφ. 366/11, ημ. 6.11.17 και Χαραλάμπους v. Αντρέου, Πολ. Έφ. 474/12 και 474Α/12, ημ. 5.12.18. Επομένως, ορθώς οι Αιτητές καταχώρισαν την παρούσα Αίτηση - Έφεση με την οποία ζητείται η ακύρωση της υπό κρίση απόφασης του Καθ΄ ου 1 η οποία δεν θα μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο αμφισβήτησης μέσω αγωγής ή άλλης διαδικασίας. Στον Καν. 5
(2)των περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Κανονισμών 622/1956, αναφέρεται ρητώς πως όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη θα πρέπει να συνενώνονται ως διάδικοι στη διαδικασία και πως ο Διευθυντής δεν συνενώνεται ως διάδικος εκτός εάν πρόκειται για διαδικασία δυνάμει των άρθρων 42, 44, 60, 61, 71 και 72 του Κεφ. 224 ή εκτός με διαταγή του Δικαστηρίου. Στην προκειμένη περίπτωση η διαδικασία αφορά στο άρθρο 80 του Κεφ. 224 και δεν εκδόθηκε οποιαδήποτε διαταγή του Δικαστηρίου, επομένως ο Διευθυντής δεν έπρεπε να συμπεριλαμβάνεται ως διάδικος. Το κατά πόσο αναγράφηκε ορθώς ο Διευθυντής ως διάδικος δεν χρήζει εξέτασης καθότι αυτός δεν έπρεπε να είχε προστεθεί ως διάδικος. Βεβαίως ο Καν. 5
(3)προνοεί ότι, στις περιπτώσεις στις οποίες ο Διευθυντής δεν είναι διάδικο μέρος, τότε ο αιτητής υποχρεούται να του επιδώσει πιστό αντίγραφο της αίτησης - έφεσης και σύμφωνα με τον Καν. 6
(2)ο Διευθυντής υποχρεούται να καταχωρίσει στο Δικαστήριο Έκθεση στην οποία παρατίθενται οι λόγοι που τον οδήγησαν στη λήψη της προσβαλλόμενης απόφασης. Πράγματι, ανεξαρτήτως της συμπερίληψης του Διευθυντή ως διαδίκου, η Αίτηση - Έφεση επιδόθηκε σε αυτόν και καταχωρίστηκε εκ μέρους του Έκθεση στην οποία αναφέρονται τα γεγονότα και οι λόγοι που οδήγησαν στην έκδοση της υπό κρίση απόφασης. Επομένως, παρόλο που ο Διευθυντής εσφαλμένα και παράτυπα συμπεριλήφθηκε ως διάδικος, εντούτοις καταχώρισε την προβλεπόμενη από τον Νόμο Έκθεση η οποία σαφώς και θα ληφθεί υπόψιν και αξιολογηθεί από το Δικαστήριο στα πλαίσια εξέτασης της Αίτησης - Έφεσης. Βεβαίως στην προκειμένη περίπτωση ο Διευθυντής ως διάδικος, καταχώρισε εμφάνιση μέσω του Γενικού Εισαγγελέως και ένσταση. Από τη στιγμή που ο Διευθυντής καταχώρισε Έκθεση, δεν ήταν αναγκαία και η καταχώριση ένστασης η οποία καταχωρίστηκε εκ του περισσού. Αξίζει εδώ να σημειωθεί πως εκτός από την παράθεση των λόγων ένστασης, η ένορκη δήλωση της ΠΟ που συνοδεύει την ένσταση είναι ουσιαστικά πανομοιότυπη με την Έκθεση ως προς την περιγραφή των γεγονότων με την προσθήκη ισχυρισμών για την υιοθέτηση των λόγων ένστασης και περί της ορθότητας και συμφωνίας της υπό κρίση απόφασης με το Σύνταγμα. Ως εκ τούτου, θεωρώ πως το κατά πόσο η ένσταση δύναται να ληφθεί υπόψιν καθίσταται ακαδημαϊκού περιεχομένου εφόσον αφενός τα γεγονότα θα τύχουν αξιολόγησης από το Δικαστήριο ενώ οι νομικές τοποθετήσεις θα εξεταστούν ούτως ή άλλως από το Δικαστήριο στο πλαίσιο ενασχόλησης με το νομότυπο, ορθό και βάσιμο της όλης διαδικασίας. Έχει ήδη λεχθεί πως δυνάμει του Καν. 5
(2)σε αίτηση - έφεση θα πρέπει να συμπεριλαμβάνονται ως διάδικοι όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη. Αυτά σαφώς περιλαμβάνουν τους συνιδιοκτήτες ή δικαιούχους δυνάμει πωλητηρίων εγγράφων του υπό κρίση ακινήτου, Καθ΄ ων 3-10 ως επηρεαζόμενους από την απόφαση του Διευθυντή. Υπενθυμίζεται όμως πως η διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 80 του Κεφ. 224 αφορά μόνο σε απόφαση ή ειδοποίηση του Διευθυντή του Κτηματολογίου η οποία λήφθηκε δυνάμει του Κεφ. 224 και όχι σε απόφαση οποιασδήποτε άλλης αρμόδιας αρχής, όπως π.χ. του Έπαρχου Λάρνακας, Καθ΄ ου 2. Ως εκ τούτου ο Καθ΄ ου 2 θα μπορούσε ενδεχομένως να θεωρείται ως ενδιαφερόμενο πρόσωπο ενόψει της αρμοδιότητας του στα πλαίσια της οποίας έλαβε την απόφαση περί έκδοσης πιστοποιητικού μη εξουσιοδοτημένων εργασιών, όμως επ΄ ουδενί λόγω δεν μπορεί να θεωρηθεί ως διάδικο μέρος υπό την έννοια αμφισβήτησης της νομιμότητας και ορθότητας της όποιας δικής του απόφασης αφορά την υπό κρίση περίπτωση. Η όποια αμφισβήτηση οποιασδήποτε απόφασης του Καθ΄ ου 2 εμπίπτει στη δικαιοδοσία του Διοικητικού Δικαστηρίου δυνάμει του άρθρου 146 του Συντάγματος, και όχι στο Επαρχιακό βάσει αίτησης - έφεσης ως η παρούσα. Σχετικά παραπέμπω στις υποθέσεις Ηλία v. Συμβουλίου Βελτιώσεως Ξυλοφάγου
(1994)2 Α.Α.Δ. 137, Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού Λτδ v. Δήμου Λεμεσού
(1994)2 Α.Α.Δ. 145 και Συμβούλιο Εγγραφής Αρχιτεκτόνων και Πολιτικών Μηχανικών v. Κωνσταντίνου κ.ά.
(1994)3 Α.Α.Δ. 453, στις οποίες αναφέρθηκε, μεταξύ άλλων, πως αποκλειστική δικαιοδοσία για τον έλεγχο της νομιμότητας αποφάσεων, πράξεων ή παραλείψεων αρχών ή οργάνων της Δημοκρατίας που ασκούν εκτελεστική ή διοικητική λειτουργία έχει το Ανώτατο Δικαστήριο. Μόνο το Ανώτατο Δικαστήριο είναι αρμόδιο να προβεί στην αναθεώρηση πράξεων της Διοίκησης και να τις ακυρώσει για λόγους που προβλέπονται στο άρθρο 146.1. Επομένως, τονίζεται εκ προοιμίου ότι στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας η νομιμότητα και ή ορθότητα των αποφάσεων του Καθ΄ ου 2 δεν δύνανται ούτε και επιτρέπεται να αποτελέσουν αντικείμενο ενασχόλησης. Για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας, το Δικαστήριο αρκείται να αναφέρει απλώς πως ο Καθ΄ ου 2 φέρεται ως διάδικος απλώς και μόνο ως ενδιαφερόμενο πρόσωπο. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να λεχθεί πως τόσο πριν όσο και κατά τη διάρκεια της ακρόασης της Αίτησης - Έφεσης, ο δικηγόρος των Αιτητών εισηγήθηκε ότι η συμπεριφορά των Καθ΄ ων 3-5 και 8 συνιστά κατάχρηση και ή δεδικασμένο καθότι αυτοί οι Καθ΄ ων ήγειραν την Αίτηση - Έφεση 121/18 ΕΔ Λάρνακας κατά της ίδιας απόφασης του Διευθυντή και δεν νοείται στη μια διαδικασία να είναι αιτητές και να επιζητούν την ακύρωση της απόφασης και στην άλλη (την παρούσα) να είναι καθ΄ ων και να υπερασπίζονται την ορθότητα της ίδιας απόφασης. Και οι Καθ΄ ων 1 και 2 εγείρουν ως λόγο ένστασης πως η εκκρεμότητα της Αίτησης - Έφεσης 121/18 καθιστά την παρούσα καταχρηστική. Το Δικαστήριο αρχικά έδωσε χρόνο σε όλες τις πλευρές να τοποθετηθούν επί του ζητήματος, επισημαίνοντας πως δεν είχε τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου αντίγραφο της Αίτησης - Έφεσης 121/18 και πως δεν υπήρχε κοινό υπόβαθρο ή κοινώς αποδεκτή μαρτυρία ως προς το περιεχόμενο και τη βάση αυτής. Όλες οι πλευρές συμφωνούσαν μόνο ως προς την ύπαρξη των δύο αυτών διαδικασιών και ότι το Δικαστήριο το οποίο επιλήφθηκε εκείνης της Αίτησης - Έφεσης επιφύλαξε την απόφαση του. Παρά ταύτα, ακόμα και στο στάδιο της ακρόασης της παρούσας, δεν τέθηκε οποιαδήποτε κοινώς αποδεκτή μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου για την προγενέστερη Αίτηση - Έφεση. Πλην όμως υπάρχει η αναντίλεκτη μαρτυρία των Καθ΄ ων 4 και 5 στις ένορκες δηλώσεις των ενστάσεων των Καθ΄ ων 3-5 και 8 πως η Αίτηση - Έφεση 121/18 αφορά στους περιορισμούς που τέθηκαν στον τίτλο ιδιοκτησίας για τον 6ο όροφο επ΄ ονόματι της Καθ΄ ης 3 καθώς και η προφορική δήλωση του δικηγόρου των Αιτητών πως η προγενέστερη διαδικασία βασίζεται σε διαφορετικούς λόγους. Από αυτά προκύπτει πως η φύση των δύο διαδικασιών είναι διαφορετική καθότι επιζητείται η ακύρωση διαφορετικών διατακτικών της απόφασης ίδιας ημερομηνίας, ήτοι σε διαφορετική βάση και επομένως αυτό το στοιχείο δεν είναι ικανό από μόνο του να οδηγήσει σε διαπίστωση περί κατάχρησης της υπό κρίση διαδικασίας στην οποία οι Καθ΄ ων 3-5 και 8 είναι διάδικοι ως ενδιαφερόμενα πρόσωπα και υποστηρίζουν την ορθότητα της υπό κρίση απόφασης στα τμήματα και διατακτικά που δεν έχουν προσβάλει ήτοι σε άλλη βάση από αυτή για την οποία οι ίδιοι φαίνεται να επιζητούν την ακύρωση της. Στην υπόθεση Οικονόμου κ.ά. v. Φιλίππου (ανωτέρω), το Εφετείο περιέγραψε τη διαδικασία και την εξουσία του Δικαστηρίου σε αίτηση έφεση κατά απόφασης του Διευθυντή ως ακολούθως: «Η διαδικασία που προνοείται από το άρθρο 80 του Κεφ. 224 καθορίζεται από τους Κανονισμούς του 1956 και επιτρέπει, σύμφωνα με την Κάκουλλου ν. Ποχουζούρη κ.ά. (Αρ. 1)
(1992)1 Α.Α.Δ. 1143, την ουσιαστική αναψηλάφηση της απόφασης του Διευθυντή του Κτηματολογίου κατά την οποία το Δικαστήριο ακολουθεί τη διαδικασία που ακολουθεί το Ανώτατο Δικαστήριο στην αναθεωρητική του δικαιοδοσία στον τομέα του διοικητικού δικαίου. Η υπόθεση Kafieros v. Theophanous - πιο πάνω - επίσης αποτελεί αυθεντία ότι το Δικαστήριο με βάση το άρθρο 80, έχει εξουσία και ευχέρεια να υποκαταστήσει με την απόφαση του την απόφαση του Διευθυντή ασκώντας τη δική του διακριτική ευχέρεια στη βάση των επίδικων γεγονότων.» Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Χαραλάμπους v. Αντρέου (ανωτέρω): «Αποφασίζοντας κατά τον τρόπο αυτό κάθε απόφαση του Διευθυντή υπόκειται, κατά το άρθρο 80, σε έφεση στο Δικαστήριο εντός τριάντα ημερών, η δε διαδικασία που ακολουθείται ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου υπέχει θέση αναθεώρησης απόφασης διοικητικού οργάνου που επενεργεί όμως στον τομέα του ιδιωτικού δικαίου, (Κάκουλλου ν. Ποχουζούρη
(1992)1 Α.Α.Δ. 1503 και Κουντουρίδη κ.ά. ν. Νικολάου
(2008)1 Α.Α.Δ. 412). Το Δικαστήριο δύναται σε αυτές τις αιτήσεις-εφέσεις να αναψηλαφίσει την απόφαση του Διευθυντή ακολουθώντας συναφείς προς την αναθεωρητική δικαιοδοσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου αρχές, με τη διαφοροποίηση ότι δικαιούται να υποκαταστήσει την απόφαση του Διευθυντή με δική του, (Καφιέρος ν. Θεοχάρους
(1978)1 Α.Α.Δ. 619). Το Δικαστήριο εξετάζει την αιτιολογία που δίνεται από τον Διευθυντή υπό το φως της μαρτυρίας που είχε ενώπιον του ο Διευθυντής, αλλά και της μαρτυρίας που δίδεται ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου. Το Δικαστήριο έχει την εξουσία να ερευνήσει όχι μόνο το εύλογο της απόφασης του Διευθυντή, αλλά και την κατ΄ ουσία ορθότητα της, (Σάββα ν. Κώστα
(2003)1 Α.Α.Δ. 1944).» Στην υπόθεση Επί τοις αφορώσι την Έφεση του Σωφρόνιου Χρίστου Χατζησοφρωνίου ως πληρεξουσίου αντιπροσώπου του Αντώνη Χρίστου Χατζησωφρονίου κ.ά. v. Παναγιώτας Ονησιφόρου Δημοσθένους
(2011)1(Β) Α.Α.Δ 885, επαναλήφθηκαν οι πιο πάνω αρχές και τονίστηκε πως το Δικαστήριο θα πρέπει να παρέμβει στην απόφαση του Διευθυντή νοουμένου ότι έχουν καταδειχθεί ισχυροί λόγοι προς τούτο. Το ακόλουθο απόσπασμα είναι διαφωτιστικό: «. θεωρούμε ορθό να αναφερθούμε, έστω και περιληπτικά, στις αρχές που διέπουν τις εξουσίες του Διευθυντή και στη συνέχεια του Δικαστηρίου όταν εξετάζει Έφεση/Αίτηση με βάση το άρθρο 80 του Κεφ. 224 για τις οποίες υπάρχει αρκετή νομολογία. (Βλ. μεταξύ άλλων Αθανάση κ.ά. v. Χ"Μάμα κ.ά.
(1990)1 Α.Α.Δ. 208, Παύλου κ.ά. ν. Νεοφύτου μέσω Κλείτου Καζαφανιώτη ως πληρεξουσίου αντιπροσώπου
(1995)1 Α.Α.Δ. 973 και Αριστοτέλους v. Χ"Κυριάκου κ.ά.
(2001)1 Α.Α.Δ. 100). Στην τελευταία πιο πάνω υπόθεση σελ. 108 διαβάζουμε τα ακόλουθα: «Επομένως το Επαρχιακό Δικαστήριο κατά την αναθεώρηση της απόφασης του Διευθυντή πρέπει να εφαρμόζει τις αρχές που διέπουν το δικαστικό έλεγχο διοικητικών πράξεων ή αποφάσεων που εμπίπτουν εντός της σφαίρας του δημοσίου δικαίου με τη διαφορά πως το Επαρχιακό Δικαστήριο δικαιούται να αντικαταστήσει την κρίση του Διευθυντή με τη δική του. Ωστόσο το Επαρχιακό Δικαστήριο δεν θα αντικαταστήσει εύκολα την δική του διακριτική ευχέρεια με εκείνη του Διευθυντή. Θα υιοθετήσει τέτοια πορεία μόνο εφόσον υπάρχουν ισχυροί λόγοι οι οποίοι αποδεικνύονται με αποδεκτή μαρτυρία και οι οποίοι συνηγορούν προς αυτή την κατεύθυνση (βλ. Kafieros (πιο πάνω) σελ. 643, 644, Peyiotis and Another v. Polemides
(1982)1 C.L.R. 442, 450, Λιασίδης v. Γενικού Εισαγγελέα κ.ά.
(1989)1 Α.Α.Δ. 185, Αθανάση κ.ά. v. Χατζημάμα κ.ά.
(1990)1 Α.Α.Δ. 208, 210, Σολομώντος v. Παπανεοκλή
(1992)1 Α.Α.Δ. 906, 912, Παύλου κ.ά. v. Νεοφύτου μέσω Κλείτου Καζαφανιώτη ως πληρεξουσίου αντιπροσώπου
(1995)1 Α.Α.Δ. 973, 977. Βλ. και Georghiou v. Hjiphesa
(1970)1 C.L.R. 58)." Ενόψει των πιο πάνω, λόγοι ακύρωσης που λαμβάνονται υπόψη από το Ανώτατο Δικαστήριο για ακύρωση μιας διοικητικής πράξης, όπως για παράδειγμα παράβαση των αρχών της φυσικής δικαιοσύνης, έλλειψη δέουσας έρευνας, έλλειψη αιτιολογίας, πλάνη περί το νόμο ή τα πράγματα, τυγχάνουν ανάλογης εφαρμογής και σε υποθέσεις όπως την παρούσα. Αναφορικά με την αιτιολογία αυτή επιβάλλεται και από τον Καν. 6 των περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Διαδικαστικών Κανονισμών του 1956.» (Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Αποτελεί λόγο ένστασης πως η απόφαση του Διευθυντή παραβιάζει το δεδικασμένο και την απόφαση και το διάταγμα κατεδάφισης του Δικαστηρίου το οποίο εκδόθηκε στα πλαίσια της ποινικής υπόθεσης υπ΄ αρ. 14782/01 ΕΔ Λάρνακας. Αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των Αιτητών και των Καθ΄ ων 1 και 2 η καταχώριση από τον Έπαρχο Λάρνακας εναντίον του Καθ΄ ου 5 της προαναφερόμενης ιδιωτικής ποινικής υπόθεσης με την κατηγορία για παράνομη κατοχή και χρήση οικοδομής, ήτοι διαμερίσματος άνωθεν του 5ου ορόφου επί της πολυκατοικίας, χωρίς πιστοποιητικό έγκρισης από την αρμόδια Αρχή. Με την απόφαση του ημ. 26.1.03, Τεκμήριο 2 στην ένορκη δήλωση του Αιτητή 5 που συνοδεύει την Αίτηση, το Δικαστήριο έκρινε ένοχο τον κατηγορούμενο και εξέδωσε διάταγμα κατεδάφισης. Ο Αιτητής 5 ισχυρίζεται μεν πως κατά την επιβολή ποινής το Δικαστήριο εξέδωσε διάταγμα κατεδάφισης, πλην όμως, όπως ισχυρίζεται η ΠΟ και φαίνεται από το συνημμένο στην Έκθεση της συνταχθέν πρακτικό του Δικαστηρίου ως Παράρτημα 155, στις 17.2.04 το Δικαστήριο εξέδωσε διάταγμα «όπως ο κατηγορούμενος εντός δύο μηνών από σήμερα κατεδαφίσει την παράνομη οικοδομή .. Εκτός εάν εν τω μεταξύ εκδοθεί Πιστοποιητικό Έγκρισης σε σχέση με την εν λόγω οικοδομή από την αρμόδια αρχή». Όπως αναφέρει ο ΚΚ, η Επαρχιακή Διοίκηση διαπίστωσε τη μη συμμόρφωση με το εκδοθέν διάταγμα όμως δεν προχώρησε σε υποβολή αίτησης παρακοής καθότι διαπίστωσε πως με την κατεδάφιση της μη εξουσιοδοτημένης οικοδομής στην ταράτσα, θα προέκυπταν θέματα επικινδυνότητας για το υπόλοιπο μέρος της ταράτσας, τους ενοίκους και διερχομένους, καθώς επίσης και επιμέρους κατασκευαστικά και λειτουργικά προβλήματα. Αυτά αναφέρονται και σε σχετική επιστολή της Επαρχιακής Διοίκησης Λάρνακας ημ. 10.9.07 προς τον Επίτροπο Διοικήσεως αναφορικά με παράπονο της Αιτήτριας 1, στην οποία αναφέρεται επίσης πως ο κάτοχος της παράνομης οικοδομής συνεχίζει τις προσπάθειες του για τη νομιμοποίηση αυτής, μέρος του Τεκμηρίου 12 στην ένορκη δήλωση του ΚΚ. Ακολούθως, στις 29.1.14 η Επαρχιακή Διοίκηση εξέδωσε πιστοποιητικό μη εξουσιοδοτημένων εργασιών αφού διαπίστωσε στην ταράτσα της πολυκατοικίας ουσιώδεις αποκλίσεις της επιτόπου κατάστασης από τα εγκεκριμένα σχέδια του καφεστιατορίου και μη εξουσιοδοτημένη αλλαγή της χρήσης του καφεστιατορίου σε διαμέρισμα, καθώς επίσης και την κατασκευή του σε διαφορετική από την εγκεκριμένη στα σχέδια θέση, Τεκμήριο 13 στην ένορκη δήλωση του ΚΚ. Ακολούθησε η επιστολή προς τον Έπαρχο Λάρνακας του Διευθυντή του Κτηματολογίου με την οποία τον ενημέρωνε για την απόφαση του να προχωρήσει σε αυτεπάγγελτο εκσυγχρονισμό για το καφεστιατόριο ζητώντας την έγκριση-συγκατάθεση του για την έκδοση της 10ης επιπρόσθετης μονάδας, Τεκμήριο 14 στην ένορκη του δήλωση. Σύμφωνα με όσα αναφέρονται ανωτέρω, καθίσταται σαφές πως η απόφαση του Διευθυντή δεν παραβιάζει οποιοδήποτε δεδικασμένο ή απόφαση του Δικαστηρίου. Το διάταγμα κατεδάφισης εκδόθηκε υπό την επιφύλαξη έκδοσης πιστοποιητικού έγκρισης και ο Έπαρχος, αντί να καταχωρίσει αίτηση παρακοής, προέβη στην έκδοση του πιστοποιητικού νομιμοποιώντας έτσι την οικοδομή. Η απόφαση του Έπαρχου για την έκδοση πιστοποιητικού μη εξουσιοδοτημένων εργασιών δεν αποτελεί και δεν δύναται να αποτελέσει αντικείμενο της υπό κρίση διαδικασίας, επομένως το Δικαστήριο δεν δύναται να υπεισέλθει στην ορθότητα ή νομιμότητα εκείνης της απόφασης. Με δεδομένη την απόφαση του Έπαρχου για την έκδοση πιστοποιητικού μη εξουσιοδοτημένων εργασιών, ο Διευθυντής αποφάσισε αυτεπάγγελτα να προβεί σε εκσυγχρονισμό της εν λόγω εγγραφής. Επομένως, ο Διευθυντής ενήργησε μετά την απόφαση του Έπαρχου με την οποία νομιμοποιήθηκαν οι εργασίες και επομένως η απόφαση του Διευθυντή δεν παραβιάζει το δεδικασμένο ούτε και την απόφαση και το διάταγμα κατεδάφισης του Δικαστηρίου στην υπόθεση υπ΄ αρ. 14782/01 ΕΔ Λάρνακας. Περαιτέρω, δεν μπορεί να γίνεται λόγος περί ωφέλειας των Καθ΄ ων 3 και 5 από την παρανομία τους, ως η θέση του δικηγόρου των Αιτητών. Όπως περιγράφει η ΠΟ στην Έκθεση, τα ουσιώδη για την υπό κρίση διαδικασία γεγονότα έχουν ως εξής: 1) Στις 14.1.02 η εταιρεία Larnaca Beach House Ltd υπέβαλε στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λάρνακας την αίτηση με αρ. φακέλου ΑX.02 για οριζόντιο διαχωρισμό της μονάδας με αρ. εγγραφής ..36 σε εννέα μονάδες, ένα κατάστημα και οκτώ διαμερίσματα, σύμφωνα με τις άδειες διαίρεσης ..17 ημ. 30.11.01, την επιστολή ημ. 20.6.02 και το πιστοποιητικό έγκρισης .62 ημ. 31.1.03 του Έπαρχου Λάρνακας, Παραρτήματα 4-
- 2) Η εγγραφή ..36 εκδόθηκε σύμφωνα με το άρθρο 6 του Κεφ. 224 το οποίο καταργήθηκε με τον Ν.6(Ι)/93 για κοινόκτητες οικοδομές. Για να καταστεί δυνατή η εξέτασης της ως άνω αίτησης η εταιρεία υπέβαλε την αίτηση με αρ. φακέλου Α.02 για εγγραφή της οικοδομής ως κοινόκτητης οικοδομής, για καθορισμό του μεριδίου της κάθε μονάδας στην κοινόκτητη ιδιοκτησία και για καθορισμό του εμβαδού της κάθε μονάδας. 3) Η επιτόπια έρευνα για την εξέταση των δύο προαναφερόμενων αιτήσεων έγινε στις 31.1.03, όμως οι αιτήσεις δεν προχώρησαν για εγγραφή επειδή η εταιρεία διεκδίκησε και το ημιτελές roof garden restaurant στον 6ο όροφο το οποίο, ως ισχυρίζεται, ενεγράφη εκ παραδρομής ως κοινόκτητη ιδιοκτησία μαζί με την υπόλοιπη ταράτσα. Ο Επαρχιακός Κτηματολογικός Λειτουργός Λάρνακας είχε τότε ζητήσει από την εταιρεία άδεια οικοδομής και πιστοποιητικό έγκρισης καθώς επίσης και άδεια διαίρεσης και η εταιρεία παρουσίασε μόνο άδεια οικοδομής για το roof garden, γεγονός το οποίο οδήγησε το Κτηματολογικό Γραφείο να προχωρήσει στην έκδοση ξεχωριστών μονάδων με αρ. εγγραφής ..32-..71 ενώ το roof garden στον 6ο όροφο παρέμεινε ως κοινόκτητη ιδιοκτησία. 4) Σύμφωνα με την επιστολή του Γενικού Εισαγγελέως ημ. 10.7.08, Παραρτήματα 91-92, ανοίχθηκε από το Κτηματολόγιο η αίτηση διόρθωσης λάθους και στις 4.8.09 ο Διευθυντής έστειλε επιστολή προς όλους τους ιδιοκτήτες των μονάδων για την πρόθεση του για διόρθωση του λάθους αναφορικά με την ιδιοκτησία του roof garden restaurant, ούτως ώστε να συμπεριληφθεί στην εγγραφή ..
- Επειδή υποβλήθηκαν ενστάσεις από τους ιδιοκτήτες των μονάδων της κοινόκτητης οικοδομής καθότι θεωρούσαν το roof garden restaurant ως κοινόκτητη και κοινόχρηστη ιδιοκτησία, ο Διευθυντής επανεξέτασε το θέμα και στη βάση του ότι υπήρχε ιδιωτική διαφορά ως προς την ιδιοκτησία ανακάλεσε με νέα ειδοποίηση ημ. 11.1.10 την πρόθεση διόρθωσης λάθους και τερμάτισε την εν λόγω διαδικασία, Παραρτήματα 99-
- 5) Στις 23.4.13 ο Καθ΄ ου 4, αγοραστής δυνάμει πωλητηρίου εγγράφου το οποίο κατατέθηκε στο Κτηματολόγιο, κατέθεσε αίτημα για οριζόντιο εκσυγχρονισμό (οριζόντιο διαχωρισμό) της μονάδας αρ. ..36, βάσει του άρθρου 65ΚΓ του Κεφ.
- Το αίτημα εξετάστηκε με τον φάκελο ΑΧ.
- 6) Ακολούθησε η έκδοση του πιστοποιητικού μη εξουσιοδοτημένων εργασιών από τον ΄Επαρχο και κατόπιν οδηγιών του Διευθυντή, στις 6.5.16 ετοιμάστηκε πρόταση διαίρεσης η οποία στάληκε στον Έπαρχο. Ο Έπαρχος, με επιστολή του ημ. 19.7.16, ενέκρινε την πρόταση διαίρεσης για αναγκαστικό εκσυγχρονισμό της μονάδας εστιατόριο αρ. 1 στον 6ο όροφο και της αυλής αρ. 21 στο ισόγειο ως περιορισμένη κοινόκτητη ιδιοκτησία προς όφελος του διαμερίσματος αρ. 18 στο ισόγειο, Παραρτήματα 107-
- 7) Στις 24.11.16 έγινε νέα επιτόπια έρευνα για εξέταση των αιτήσεων ΑΧ.02 και Α.02 και ετοιμάστηκαν τα πιο κάτω · δέκα νέοι τύποι Ν63, · γραπτή δήλωση για καθορισμό μεριδίων στην κοινόκτητη ιδιοκτησία των εγγραφών ..32-..71 της οικοδομής, · γραπτή δήλωση για καθορισμό μεριδίων στην κοινόκτητη ιδιοκτησία των νέων εγγραφών .12-.21 που θα προκύψουν από τον διαχωρισμό της μονάδας ..36, · κατάλογος μεριδίων στην κοινόκτητη ιδιοκτησία με βάση την αγοραία αξία 1.1.1980 και κατάλογος εμβαδών κάθε μονάδας της οικοδομής, · έντυπα αντικατάστασης εγγραφής σε υποθήκη και μέμο αναφορικά με την υπό διαχωρισμό μονάδα ..36, · το ακίνητο ..36 βαρύνεται με εμπράγματα βάρη και · η άρνηση αγοραστή να υπογράψει δήλωση με την οποία ενημερώθηκε ότι δεν θα εγγραφεί χώρος στάθμευσης προς όφελος της μονάδας που αγόρασε επειδή δεν προβλέπεται στην έκδοθείσα άδεια οριζόντιου διαχωρισμού (Παραρτήματα 123-154). 8) Στις 21.4.18 η αίτηση ΑΧ.02 στάληκε στον Διευθυντή με εισήγηση για έκδοση απόφασης για αναγκαστικό εκσυγχρονισμό (οριζόντιο διαχωρισμό) του εστιατορίου στον 6ο όροφο και για διόρθωση λάθους καθότι το εστιατόριο ενεγράφη ως κοινόκτητη ιδιοκτησία, καθώς επίσης και για αναγκαστικό εκσυγχρονισμό των υπόλοιπων μονάδων με αρ. εγγραφής .12-.21 που προκύπτουν από τον οριζόντιο διαχωρισμό της μονάδας 8336 και ταυτόχρονα εγγραφή της κοινόκτητης οικοδομής. 9) Στις 18.7.18 ο Διευθυντής με σημείωμα πληροφόρησε την ΠΟ πως δεν φαίνεται να τίθεται θέμα διόρθωσης λάθους και για την απόφαση και το διάταγμα κατεδάφισης του Δικαστηρίου στην υπόθεση 14782/
- Μετά την έκδοση του πιστοποιητικού μη εξουσιοδοτημένων εργασιών, ο Διευθυντής την εξουσιοδότησε να προχωρήσει σε έκδοση απόφασης για εγγραφή του καφεστιατορίου στον 6ο όροφο με αποκλειστικό δικαίωμα χρήσης της ακάλυπτης βεράντας, όπως αναφέρεται στο πιστοποιητικό της αρμόδιας αρχής, για εγγραφή των εννέα μονάδων στο ισόγειο και εγγραφή της αυλής με αρ. 21 στο ειδικό σχέδιο του ισογείου, ως περιορισμένη κοινόκτητη ιδιοκτησία του διαμερίσματος προς όφελος του διαμερίσματος αρ. 18 στο ισόγειο και στην απόφαση να περιλαμβάνεται η εγγραφή του συγκροτήματος ως κοινόκτητη οικοδομή σύμφωνα με τον φάκελο Α.02, Παραρτήματα 105, 106, 115 και
- 10) Ενόψει των οδηγιών του Διευθυντή η ΠΟ προχώρησε στην έκδοση της υπό κρίση απόφασης, Παραρτήματα 156-
- Στην απόφαση αναφέρεται πως ο Διευθυντής προχώρησε στην εν λόγω απόφαση ¨ Επειδή η εταιρεία εξασφάλισε άδεια οριζόντιου διαχωρισμού με αρ. ..17, ημ. 30.11.01 και με την επιστολή του Έπαρχου ημ. 20.6.02 και πιστοποιητικό έγκρισης της οριζόντιας διαίρεσης με αρ. .62, ημ. 31.5.03, της μονάδας με αρ. εγγραφής .36 σε εννέα μονάδες ¨ Επειδή στις 29.5.15 ο Έπαρχος Λάρνακας εξέδωσε πιστοποιητικό μη εξουσιοδοτημένων εργασιών για το καφεστιατόριο στον 6ο όροφο εφόσον καλύπτεται από την άδεια οικοδομής αρ. .90 ημ. 23.3.77 ¨ Επειδή ακολούθως στις 6.5.16 ετοιμάστηκε πρόταση διαίρεσης και διαβιβάστηκε στον Έπαρχο Λάρνακας σύμφωνα με τις οδηγίες του Διευθυντή ¨ Επειδή η αρμόδια αρχή (ο Έπαρχος Λάρνακας) με την επιστολή του ημ. 19.7.16 ενέκρινε την πρόταση διαίρεσης για αναγκαστικό εκσυγχρονισμό της μονάδας εστιατόριο αρ. 1 στον 6ο όροφο και η αυλή αρ. 21 στο ισόγειο να εγγραφεί ως περιορισμένη κοινόκτητη ιδιοκτησία προς όφελος του διαμερίσματος αρ. 18 στο ισόγειο ¨ Και επειδή από τον αναγκαστικό εκσυγχρονισμό της εγγραφής επηρεάζεται αριθμός προσώπων. Έχει ήδη λεχθεί πως ο Διευθυντής είχε εξουσία να προβεί σε εκσυγχρονισμό, ακόμα και αυτεπάγγελτα, δυνάμει του άρθρου 65ΚΓ του Κεφ.
- Εδώ κρίνεται σκόπιμο να λεχθεί πως αυτή η απόφαση του Διευθυντή δεν έρχεται σε αντίθεση με τις πρόνοιες του άρθρου 38ΣΤ του Κεφ. 224, ως η θέση των Αιτητών καθότι εκείνο το άρθρο αναφέρεται σε απόφαση του 75% των κυρίων των μονάδων να χαρακτηρίσουν ως περιορισμένη κοινόκτητη ιδιοκτησία ορισμένο τμήμα αυτής και είναι εντελώς ανεξάρτητο από την εξουσία του Διευθυντή να προβεί σε εκσυγχρονισμό και καθορισμό οποιασδήποτε μονάδας ως κοινόκτητης ιδιοκτησίας. Ενόψει της έκδοσης του πιστοποιητικού έγκρισης μη εξουσιοδοτημένων εργασιών, ο Διευθυντής έχει εξουσία να καταχωρίσει σημείωση απαγόρευσης εκούσιας μεταβίβασης δυνάμει του άρθρου 65ΚΖ του Κεφ.
- Ο Διευθυντής έχει επίσης εξουσία να εγγράψει την κοινόκτητη οικοδομή βάσει του άρθρου 38ΛΑ του Κεφ. 224, να καθορίσει την αγοραία αξία της κάθε μονάδας κοινόκτητης οικοδομής όπως αυτή καθορίστηκε κατά την 1.1.1980, όπως ρητώς προνοεί το άρθρο 38Θ του Κεφ. 224 και να καθορίσει το εμβαδόν της κάθε μονάδας σύμφωνα με το άρθρο 38Η του Κεφ. 224, το οποίο ρυθμίζει τον τρόπο καθορισμού του εμβαδού. Με βάση το πιο πάνω ιστορικό, διαφαίνεται πως ο Διευθυντής ενεργούσε με βάση την εξουσία που του παρείχε ο Νόμος και αξιολογώντας τα πραγματικά δεδομένα τα οποία ίσχυαν κατά πάντα ουσιώδη χρόνο. Επομένως, το Δικαστήριο ικανοποιείται ότι η απόφαση του Διευθυντή εκδόθηκε στην ορθή νομική και πραγματική βάση. Ως εκ τούτου, πέραν του ότι οι λόγοι στους οποίους στηρίζεται η Αίτηση, ήτοι πως η απόφαση είναι παράνομη ή προϊόν πλάνης περί τον νόμο ή τα πράγματα, εκτίθενται με πλήρη γενικότητα και αοριστία, αυτοί κρίνονται εν πάση περιπτώσει αβάσιμοι και ανεδαφικοί. Επίσης η υπό κρίση απόφαση δεν είναι αντίθετη με την προηγούμενη απόφαση του Διευθυντή ημ. 11.1.10 για τερματισμό της διαδικασίας διόρθωσης λάθους, η οποία διέπεται από το άρθρο 61 του Κεφ.
- Μετά την έκδοση του πιστοποιητικού έγκρισης μη εξουσιοδοτημένων εργασιών ο Διευθυντής είχε την εξουσία να προβεί σε εκσυγχρονισμό εγγραφής, όπως και έπραξε. Εδώ σημειώνεται πως οι θέσεις του δικηγόρου των Αιτητών πως η υπό κρίση απόφαση δεν είναι δεόντως και ή καθόλου αιτιολογημένη ή πως ο Διευθυντής δεν ενήργησε με καλή πίστη δεν αναφέρονται καν στους λόγους στους οποίους στηρίζεται η Αίτηση και επομένως δεν δύνανται να εξεταστούν. Ανεξαρτήτως της πιο πάνω διαπίστωσης, το Δικαστήριο θεωρεί πως η απόφαση είναι επαρκώς αιτιολογημένη καθότι παρέχονται εξηγήσεις και γεγονότα από τα οποία διαφαίνεται πως ο Διευθυντής προέβη σε επιτόπιες έρευνες, έλαβε υπόψιν τις συνθήκες και τα δεδομένα κατά πάντα ουσιώδη χρόνο και μάλιστα δεν δίστασε να ανατρέψει αποφάσεις του εκεί που έκρινε αυτό ορθό και αναγκαίο. Αναφορικά δε με την ίδια την υπό κρίση απόφαση, στην ίδια την απόφαση - ειδοποίηση παρατίθεται ρητώς και συγκεκριμένα η αιτιολόγηση αυτής. Εδώ αξίζει να επαναληφθεί η νομική αρχή πως σε τέτοιου είδους εφέσεις το Δικαστήριο υποκαθιστά τη δική του διακριτική ευχέρεια με αυτή του Διευθυντή μόνο όπου έχουν καταδειχθεί ισχυροί λόγοι με αποδεκτή μαρτυρία και δεν αρκούν γενικόλογοι, αόριστοι και ατεκμηρίωτοι ισχυρισμοί για την όποια επέμβαση του Δικαστηρίου στην απόφαση του Διευθυντή, όπως παρατηρείται στην υπό κρίση περίπτωση όπου οι Αιτητές προβαίνουν σε γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς. Χρήσιμη καθοδήγηση προσφέρει η υπόθεση Παύλου κ.ά. v. Νεοφύτου
(1995)1 Α.Α.Δ. 973 από την οποία κρίνεται σκόπιμη η παραπομπή στο ακόλουθο απόσπασμα: «Η μόνη διαφορά είναι ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο αποφασίζοντας μιαν έφεση κάτω από το άρθρο 80 του Κεφ. 224 έχει την εξουσία να υποκαταστήσει τη δική του διακριτική ευχέρεια με αυτή του Διευθυντή σε αντίθεση με την εξουσία που έχει το Δικαστήριο σε περίπτωση προσφυγής κάτω από το άρθρο 146 του Συντάγματος, όπου το Διοικητικό Δικαστήριο δεν μπορεί να κάμει κάτι τέτοιο. Όμως το Επαρχιακό Δικαστήριο δεν θα υποκαταστήσει εύκολα τη δική του διακριτική ευχέρεια με αυτή του Διευθυντή εκτός εάν υπάρχουν ισχυροί λόγοι οι οποίοι να αποδεικνύονται με αποδεκτή μαρτυρία και οι οποίοι να συνηγορούν προς αυτή την κατεύθυνση. Η εξουσία του Διευθυντή είναι πράγματι ευρεία εξουσία σύμφωνα με το Νόμο και τους Κανονισμούς ιδιαίτερα γιατί είναι πρόσωπο περισσότερο ικανό σαν ειδικός να αποφασίσει την κατεύθυνση και την έκταση του δικαιώματος διόδου και το Δικαστήριο στην απουσία συγκεκριμένων και ισχυρών λόγων δεν μπορεί να θέσει υπό αμφισβήτηση τα συμπεράσματά του. Οι ίδιες αρχές υιοθετήθηκαν και εφαρμόστηκαν στην υπόθεση Peyiotis and Another ν. Polemidis
(1982)1 C.L.R. 442.» (Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Η ίδια αρχή διατυπώθηκε και στην υπόθεση Αριστοτέλους v. Χ΄΄Κυριάκου κ.ά.
(2001)1 Α.Α.Δ. 100. Στην Αίτηση προβάλλεται επίσης πως η υπό κρίση απόφαση στερεί ή περιορίζει τα ιδιοκτησιακά δικαιώματα των Αιτητών στην κοινόκτητη οικοδομή, κατά παράβαση μάλιστα συνταγματικών τους δικαιωμάτων. Αποτελεί πάγια νομολογιακή αρχή πως ζήτημα αντισυνταγματικότητας συνιστά νομικό θέμα ιδιάζουσας σημασίας και σπουδαιότητας και ως τέτοιο δεν εξετάζεται αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο αλλά θα πρέπει να περιλαμβάνεται στη δικογραφία και μάλιστα να εγείρεται εξειδικευμένα και με λεπτομέρεια. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Τσολάκη v. Στυλιανού κ.ά.
(2005)3 Α.Α.Δ. 528, Μαυρομμάτης v. Δημοκρατίας
(1998)3 Α.Α.Δ. 910 και Δημοκρατία v. Πογιατζή
(1992)3 Α.Α.Δ. 196. Στην πιο πρόσφατη υπόθεση Αχιλλέως κ.ά. v. Πιττάρα κ.ά.
(2012)1(Β) Α.Α.Δ. 1590, αναφέρθηκαν τα εξής: «Η νομολογία επιτάσσει ότι η εξέταση της συνταγματικότητας των νόμων δεν γίνεται αυτεπαγγέλτως ούτε ελέγχεται περιστασιακά ή συμπτωματικά. Σε κάθε περίπτωση το θέμα της συνταγματικότητας νόμου πρέπει να προσδιορίζεται επακριβώς στα δικόγραφα και να εξετάζεται στο πλαίσιο των νομικών επιχειρημάτων που το στοιχειοθετούν ενώ η σκοπιμότητα της νομοθετικής ρύθμισης εκφεύγει του δικαστικού ελέγχου. Βλ. Κούρτης κ.ά. ν. Δημοκρατίας κ.ά.
(1999)3 Α.Α.Δ. 408, Μαυρομάτης ν. Δημοκρατίας
(1998)3 Α.Α.Δ. 910 και Κυπριανού κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2003)3 Α.Α.Δ. 8.» Στην υπό κρίση περίπτωση, το Δικαστήριο θεωρεί πως οι Αιτητές εγείρουν θέμα περί παραβίασης του άρθρου 23 του Συντάγματος με επαρκή ακρίβεια ούτως ώστε αυτό να δύναται να εξεταστεί στα πλαίσια της παρούσας Αίτησης. Αντίθετη είναι η διαπίστωση αναφορικά με το άρθρο 26 του Συντάγματος καθότι ο ισχυρισμός περί παραβίασης του εν λόγω άρθρου αναφέρεται με γενικότητα στους λόγους στους οποίους στηρίζεται η Αίτηση, ουδόλως αναφέρεται στην ένορκη δήλωση του Αιτητή 5 που συνοδεύει την Αίτηση όπως ούτε και στην αγόρευση του δικηγόρου των Αιτητών. Ως εκ τούτου αυτός ο ισχυρισμός δεν δύναται να τύχει εξέτασης και εν πάση περιπτώσει θεωρείται περαιτέρω πως έχει εγκαταλειφθεί. Στην υπόθεση The Board for Registration of Architects & Civil Engineers v. Christodoulos Kyriakides
(1966)3 C.LR. 640, το Εφετείο υιοθέτησε και εφάρμοσε τις νομικές αρχές που διέπουν το θέμα συνταγματικότητας όπως αυτές ισχύουν στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής, και οι οποίες συνοψίζονται ως ακολούθως: (I) Μια ασφαλιστική δικλίδα (ή κανών προληπτικής φύσης) (a rule of precautionary nature) είναι ότι καμιά πρόνοια του Νόμου δεν καθίσταται άκυρη (void) εκτός σε πολύ καθαρές περιπτώσεις ή εκεί όπου η εν λόγω πρόνοια είναι αντισυνταγματική πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Με άλλα λόγια, ένας Νόμος τεκμαίρεται ότι είναι συνταγματικός μέχρι να αποδειχθεί το αντίθετο πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. (ΙΙ) Τα Δικαστήρια ασχολούνται με το θέμα της συνταγματικότητας του Νόμου και όχι με τον σκοπό, την πολιτική ή την σοφία του, ή με το κατά πόσο αυτός συνάδει με τη φυσική δικαιοσύνη, με τις βασικές αρχές της Κυβέρνησης ή με το πνεύμα του Συντάγματος - βλ. Parapanou v. Charalambous
(1980)1 J.S.C. 78, Vrahimis v. The Republic
(1971)3 C.L.R. 104 και Matsis v. The Republic
(1969)3 C.L.R. 245. (ΙΙΙ) Είναι βασική αρχή ότι τα Δικαστήρια ερμηνεύουν ένα Νόμο κατά τρόπο ώστε να συνάδει κατά το δυνατό με το Σύνταγμα - βλ. Matsis v. The Republic (ανωτέρω). (ΙV) Η εξουσία του Δικαστηρίου δεν επεκτείνεται στην απόφαση γενικών και αορίστων θεμάτων αλλά περιορίζεται στο να αποφασίσει θέματα συνταγματικότητας στις περιπτώσεις όπου είναι απόλυτα αναγκαίο για την απόφαση της υπό εξέταση υπόθεσης - βλ. Chimonides v. Manglis
(1967)1 C.L.R. 125. (V) Στις περιπτώσεις οι οποίες αφορούν Νόμους μέρος των οποίων είναι έγκυρο και μέρος άκυρο, τα Δικαστήρια διαχωρίζουν το έγκυρο από το άκυρο και διαγράφουν μόνο το τελευταίο εκτός αν τα δύο είναι πλήρως αλληλένδετα. Η ανάγκη απόδειξης της αντισυνταγματικότητας Νόμου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας έγκειται στο ότι αυτό είναι απόλυτα απαραίτητο για να διατηρείται μια υγιής ισορροπία μεταξύ της νομοθετικής κρατικής εξουσίας και της δικαστικής κρατικής εξουσίας και επομένως να διασφαλίζεται η ανωτερότητα (supremacy) της νομοθεσίας στον τομέα αυτό και ο στόχος του Νόμου για το κοινό όφελος όλων (common good) - Papapanou v. The Republic (ανωτέρω). Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Evlogimenos and Others v. The Republic of Cyprus
(1961)2 R.S.C.C. 139: «Further, the Court in examining the provisions of Article 23 of the Constitution has proceeded on the well-settled principle that the right to property safeguarded by an Article such as this is not a right in abstracto but a right as defined and regulated by the law relating to civil rights in property and the word property in paragraph 1 of Article 23 has to be understood and interpreted in this sense.» Το άρθρο 23 του Συντάγματος διασφαλίζει το δικαίωμα απόκτησης, κυριότητας, κατοχής, απόλαυσης και διάθεσης περιουσίας, κινητής και ακίνητης, το οποίο δεν είναι απόλυτο αλλά υπόκειται σε περιορισμούς όπως αυτοί καθορίζονται στο εν λόγω άρθρο. Το τι συνιστά στέρηση ή περιορισμό του δικαιώματος της περιουσίας εξαρτάται από τη φύση της κάθε υπόθεσης και σε ορισμένες περιπτώσεις αυτό μπορεί να είναι θέμα βαθμού. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Thymopoulos and Others v. The Municipal Committee of Nicosia
(1967)3 C.L.R. 588, Kirzis and Others v. The Republic of Cyprus
(1965)3 C.L.R. 46 και Holy See of Kitium v. Municipal Council of Limassol, 1 R.S.C.C. 15. Στην υπόθεση Δημητριάδη κ.ά. v. Υπουργικού Συμβουλίου κ.ά.
(1996)3 Α.Α.Δ. 85, τονίστηκε πως ο χαρακτηρισμός των όρων που επιβάλλονται για τη χρήση ιδιοκτησίας ως «περιορισμών» δεν είναι καθοριστικός για τον προσδιορισμό του χαρακτήρα τους. Εάν οι όροι οι οποίοι επιβάλλονται περιοριστικοί της χρήσης της ιδιοκτησίας, απολήγουν σε ουσιαστική εξουδετέρωση του δικαιώματος ιδιοκτησίας, η πράξη ακυρώνεται ως κατάχρηση εξουσίας. Όροι περιοριστικοί της χρήσης ιδιοκτησίας που αφήνουν άθικτο τον πυρήνα του δικαιώματος ιδιοκτησίας, συνιστούν περιορισμό και όχι στέρηση. Περιορισμοί στη χρήση ιδιοκτησίας απολήγουν σε στέρηση της μόνο όταν καθιστούν την ιδιοκτησία αδρανή. Σαφώς στην υπό κρίση περίπτωση με την απόφαση του Διευθυντή υπάρχει περιορισμός και όχι στέρηση του δικαιώματος ιδιοκτησίας. Χρήσιμη καθοδήγηση προσφέρει η υπόθεση Κουτσελίνη-Ιωαννίδου v. Δημοκρατίας
(2014)3 Α.Α.Δ. 361: «Το δικαίωμα της ιδιοκτησίας που διασφαλίζεται από το Άρθρο 23 δεν είναι απόλυτο αλλά καθορίζεται και ρυθμίζεται από σχετικούς νόμους αναφορικά με αστικά δικαιώματα σε περιουσία. Στερήσεις ή περιορισμοί του δικαιώματος αυτού, όμως, δεν μπορούν να επιβληθούν εκτός όπως προβλέπεται από το Άρθρο 23 (Άρθρο 23.2). Η τρίτη παράγραφος του Άρθρου 23 προβλέπει ότι η άσκηση του δικαιώματος ιδιοκτησίας μπορεί να υποβληθεί, με Νόμο, εις όρους, δεσμεύσεις ή περιορισμούς, απολύτως απαραίτητους προς το συμφέρον της δημόσιας ασφάλειας ή της δημόσιας υγείας ή των δημοσίων ηθών ή της πολεοδομίας ή της αναπτύξεως και χρησιμοποιήσεως οιασδήποτε ιδιοκτησίας προς προαγωγήν της δημόσιας ωφέλειας ή προς προστασία των δικαιωμάτων τρίτων. Για κάθε τέτοιο όρο, δέσμευση ή περιορισμό, ο οποίος μειώνει ουσιωδώς την οικονομική αξία της επηρεαζόμενης ιδιοκτησίας, θα πρέπει να καταβάλλεται το ταχύτερο δίκαιη αποζημίωση, καθοριζόμενη, σε περίπτωση διαφωνίας, από πολιτικό δικαστήριο. . Περιορισμός, όμως, θεμελιωδών δικαιωμάτων του ανθρώπου μπορεί να γίνει μόνο για τους λόγους που καθορίζει το Σύνταγμα (Δέστε: Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής των Αντιπροσώπων
(2000)3 Α.Α.Δ. 238). Τέτοιος περιορισμός τίθεται με νόμο, εφόσον κρίνεται αναγκαίος, και στο βαθμό που η ανάγκη τον επιβάλλει (Δέστε: Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής των Αντιπροσώπων (Αρ. 2)
(1992)3 Α.Α.Δ. 165). Η ανάγκη που επιβάλλει τέτοιο περιορισμό πρέπει να είναι όχι μόνον υπαρκτή αλλά και να έχει το χαρακτήρα πιεστικής κοινωνικής ανάγκης.» Σαφώς εδώ πρόκειται για κάποιον περιορισμό ο οποίος κρίθηκε αναγκαίος για τη χρήση οποιασδήποτε ιδιοκτησίας προς προστασία των δικαιωμάτων τρίτων, και εμπίπτει εντός των αναγνωρισμένων περιορισμών του άρθρου 23 του Συντάγματος. Εδώ ο εκσυγχρονισμός έγινε κατόπιν της έκδοσης πιστοποιητικού μη εξουσιοδοτημένων εργασιών και αφού λήφθηκαν υπόψιν η επιτόπια κατάσταση και τα δικαιώματα όλων των εμπλεκομένων. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο θεωρεί πως η υπό κρίση απόφαση η οποία λήφθηκε σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 65ΚΓ του Κεφ. 224 δεν παραβιάζει το άρθρο 23 του Συντάγματος. Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, η παρούσα Αίτηση δεν δύναται να πετύχει. Ως εκ τούτου η Αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα της Αίτησης επιδικάζονται εναντίον των Αιτητών - Εφεσειόντων αλληλεγγύως και ή κεχωρισμένως και υπέρ των Καθ΄ ων η Αίτηση - Εφεσίβλητων 1, 2, 3-5 και 8, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Αναφορικά με τους Καθ΄ ων 6, 7, 9 και 10 οι οποίοι δεν εμφανίστηκαν στην παρούσα διαδικασία, δεν εκδίδεται οποιαδήποτε διαταγή για έξοδα. (Υπ.) ........ ΄Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Ε.Ε./Γ.Ι. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο