← Κύπρος

CNP Asfalistiki Limited κ.α. ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Αρ. Αγωγής: 3018/13, 15/1/2022

CNP Asfalistiki Limited κ.α. ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Αρ. Αγωγής: 3018/13, 15/1/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2022:A28 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Α. Κάρνου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3018/13 Μεταξύ: 1. CNP Asfalistiki Limited από τη Λευκωσία 2. XXXXX Παναρέτου από τη Λευκωσία 3. XXXXX Τρύφωνος από τη Λευκωσία Εναγόντων και Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Εναγομένου Ημερομηνία: 15 Ιανουαρίου 2022 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες: ο κ. Κ. Γεωργιάδης για Chrysses Demetriades & Co LLC. Για Εναγόμενο: η κα Δ. Παπαμιλτιάδου, Δικηγόρος της Δημοκρατίας Ά. ΑΠΟΦΑΣΗ Εισαγωγή Με την ως άνω Αγωγή οι ενάγοντες αξιώνουν €13.109,89 πλέον τόκο από 11/7/2011 ως ειδικές αποζημιώσεις για ζημιές που προκλήθηκαν στην οικία των εναγόντων 2 και 3 συνεπεία της έκρηξης που έλαβε χώρα στη Ναυτική Βάση «Ευάγγελος Φλωράκης» στο Μαρί στις 11/7/2011 (εφεξής: «η έκρηξη στο Μαρί»). Οι ενάγοντες 1 είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης η οποία κατά τον ουσιώδη χρόνο ασχολούνταν με παροχή ασφαλιστικών υπηρεσιών και παρείχαν στους ενάγοντες 2 και 3 ασφαλιστική κάλυψη για την οικία τους έναντι, μεταξύ άλλων, πυρός και συμπληρωματικών κινδύνων. Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης, οι ενάγοντες 1 υποκαταστάθηκαν στα δικαιώματα των εναγόντων 2 και 3 και/ ή είναι εκδοχείς των δικαιωμάτων τους καθότι στις 30/8/2011 κατέβαλαν σε αυτούς ποσό €12.304,00 προς μερική κάλυψη των ζημιών που είχαν προκληθεί στην οικία των τελευταίων. Με βάση τους όρους του σχετικού ασφαλιστήριου συμβολαίου, οι ενάγοντες 2 και 3 επιβαρύνθηκαν με το ποσό απαλλαγής (excess) ύψους €171,00. Παραδεκτά Γεγονότα - Επίδικο Ζήτημα Κατά την ακροαματική διαδικασία δηλώθηκε από πλευράς εναγόμενου παραδοχή ότι φέρει την αποκλειστική ευθύνη για την έκρηξη στο Μαρί και κατατέθηκε εκ συμφώνου κείμενο παραδεκτών γεγονότων, στο οποίο αναφέρονται τα εξής: Οι ενάγοντες 1 είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης δεόντως εγγεγραμμένη στην Κύπρο, η οποία δυνάμει Ειδικού Ψηφίσματος άλλαξε το όνομά της από Λαϊκή Ασφαλιστική Εταιρεία Λιμιτεδ σε CNP ASFALISTIKI LIMITED και το νέο της όνομα καταχωρήθηκε στο Αρχείο του Εφόρου Εταιρειών κατά/ ή περί την 19/7/2013. Οι ενάγοντες 1 κατά πάντα ουσιώδη χρόνο προς την παρούσα Αγωγή ασχολούντο με την παροχή ασφαλιστικών υπηρεσιών. Οι ενάγοντες 2 και 3 είναι ιδιοκτήτες κατοικίας που βρίσκεται στον παραλιακό δρόμο στο Μαρώνι της Επαρχίας Λάρνακας (στο εξής αναφερόμενης ως «η κατοικία»). Οι ενάγοντες 1 κατά τον ουσιώδη χρόνο παρείχαν στους ενάγοντες 2 και 3 ασφαλιστική κάλυψη έναντι μεταξύ άλλων πυρός και συμπληρωματικών κινδύνων για την κατοικία, τον εξοπλισμό της, την επίπλωση τα έξοδα μετακίνησης ερειπίων και/ ή άλλως πως, δυνάμει των όρων του σχετικού ασφαλιστηρίου συμβολαίου. Κατά η περί την 11/7/2011, έλαβε χώρα η έκρηξη στο Μαρί με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί ωστικό κύμα και από αυτό να πληγεί η κατοικία και να προκληθούν σε αυτήν και στο περιεχόμενο της ζημιές και βλάβες και οι ενάγοντες να υποστούν ζημιές, απώλειες και έξοδα. Αποκλειστική ευθύνη για την έκρηξη φέρει ο εναγόμενος. Με προφορική ενημέρωση που είχε λειτουργός των εναγόντων 1 από τους ενάγοντες 2 και 3, οι πρώτοι ειδοποιήθηκαν για την απαίτηση των δεύτερων σε σχέση με τις ζημιές που υπέστη η κατοικία. Στις 11/7/2011 οι ενάγοντες 1 ειδοποίησαν τον εκτιμητή Πέτρο Ευλογημένο να επιθεώρησε την κατοικία. Ο κ. Ευλογημένος διερεύνησε το περιστατικό και ετοίμασε σχετική Έκθεση ημ.21/7/2011. Οι ενάγοντες 1 αποζημίωσαν τους ενάγοντες 2 και 3 για τις απώλειές τους δυνάμει των όρων του μεταξύ τους ασφαλιστηρίου συμβολαίου και συγκεκριμένα κατέβαλαν σε αυτούς ποσό €12.304,00. Ως εκ τούτου ενάγοντες 2 και 3 κατά/ ή περί την 30/8/2011 εκχώρησαν τα δικαιώματα τους και/ ή τις απαιτήσεις τους κατά του εναγόμενου στους ενάγοντες 1 και οι ενάγοντες 1 υποκαταστάθηκαν στα δικαιώματα των εναγόντων 2 και 3 και/ ή είναι εκδοχείς των δικαιωμάτων των εναγόντων 2 και 3. Βάσει των όρων του συμβολαίου, οι ενάγοντες 2 και 3 επιβαρύνθηκαν με το ποσό απαλλαγής ύψους €171 το οποίο παρέλαβαν από την Επαρχιακή Διοίκηση Λεμεσού και ως εκ τούτου αποσύρουν την αξίωσή τους για το εν λόγω ποσό εναντίον του εναγόμενου. Ο εναγόμενος αποδέχεται να αποζημιώσει τους ενάγοντες το συνολικό ποσό €4.300 πλέον €630 εκτιμητικά έξοδα, πλέον νόμιμο τόκο από την έκδοση της απόφασης. Ο εναγόμενος αρνείται να αποζημιώσει τους ενάγοντες 1 σε σχέση με τις κατ' ισχυρισμό ζημιές που υπέστη το στέγαστρο και/ ή θόλος της πισίνας των εναγόντων 2 και 3 ύψους €7.500 καθότι η ανέγερση, η κατοχή και η χρήση του είναι παράνομη με βάση τις πρόνοιες του περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμου. Συγκεκριμένα, ο εν λόγω θόλος και/ ή στέγαστρο δεν περιλαμβάνεται στα αρχιτεκτονικό σχέδια που υπέβαλαν για να αιτηθούν τη νενομισμένη δυνάμει της νομοθεσίας άδεια οικοδομής του υποστατικού, η οποία εγκρίθηκε στις 3/3/2006, χωρίς τον εν λόγω θόλο και ουδέποτε υπεβλήθησαν τροποποιητικά σχέδια με προσθηκομετατροπές και ούτε έχει εκδοθεί η από το Νόμο η προβλεπόμενη τελική έγκριση της οικοδομής μέχρι σήμερα. Ο εναγόμενος συμφωνεί ότι η ζημιά του θόλου της πισίνας αντιστοιχεί σε €5.000 πλέον νόμιμο τόκο από την έκδοση της απόφασης, υπό την επιφύλαξη του επίδικου ζητήματος το οποίο καθορίζεται πιο κάτω. Επομένως, οι διάδικοι καθορίζουν ως επίδικα θέματα το εάν ο εναγόμενος υποχρεούται να αποζημιώσει τους ενάγοντες για ζημιές σε παράνομο υποστατικό όπως καθορίζεται στην παράγραφο 1Α της τροποποιημένης υπεράσπισης. Δηλαδή, το κατά πόσον οι ενάγοντες κωλύονται να αξιώνουν αποζημίωση για ζημιές στον θόλο της κολυμβητικής τους δεξαμενής, του οποίου η ανέγερση η κατοχή και η χρήση είναι παράνομη, με βάση τις πρόνοιες του περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμου. Επιπλέον, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι καθόρισαν εκ συμφώνου το ύψος των δικηγορικών εξόδων των εναγόντων σε ποσό €1.000 πλέον ΦΠΑ. Με βάση τα πιο πάνω παραδεκτά γεγονότα, αυτό που απομένει να εξεταστεί από το Δικαστήριο είναι το κατά πόσον τυγχάνει εφαρμογής εν προκειμένω το δόγμα ex turpi causa non oritur action, ούτως ώστε να μην δικαιολογείται η επιδίκαση αποζημιώσεων στους ενάγοντες αναφορικά με τις ζημίες που προκλήθηκαν στο στέγαστρο της κολυμβητικής τους δεξαμενής, λόγω του ότι ανήγειραν και κατείχαν αυτό, κατά τον ουσιώδη χρόνο, παρανόμως, δηλαδή χωρίς να έχουν εξασφαλίσει την απαραίτητη άδεια οικοδομής. Θέσεις των Μερών Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι προσκόμισαν στο Δικαστήριο εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις, το περιεχόμενο των οποίων έχω μελετήσει προσεκτικά. Ο κύριος Γεωργιάδης υποστήριξε, με παραπομπή σε αγγλική και κυπριακή νομολογία, αλλά και σε αποφάσεις πρωτόδικων Δικαστηρίων, ότι το νομικό αξίωμα ex turpi causa non oritur action δεν μπορεί να αποτελέσει υπεράσπιση για τον εναγόμενο στην υπό κρίση υπόθεση, για τους εξής λόγους:
  2. i)Παρά το ότι η κατοχή από τους ενάγοντες 2 και 3 του στεγάστρου της πισίνας, χωρίς την απαραίτητη άδεια οικοδομής συνιστά ποινικό αδίκημα, βάσει του άρθρου 20 του περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμου, το αδίκημα αυτό δεν είναι σοβαρό, καθότι τιμωρείται συνήθως με επιβολή χρηματικής ποινής.
  3. ii)Επιπλέον, η διάπραξη του εν λόγω αδικήματος από τους ενάγοντες 2 και 3 δεν συνδέεται αιτιωδώς και/ ή άρρηκτα (inextricably) με την πρόκληση της έκρηξης στο Μαρί, για την οποία αποκλειστική ευθύνη φέρει ο εναγόμενος. Με άλλα λόγια η κατοχή του στεγάστρου, χωρίς άδεια, δεν προκάλεσε, ούτε συνέβαλε στην πρόκληση της έκρηξης στο Μαρί καθ' οιονδήποτε τρόπο, αφού ακόμα και αν το στέγαστρο είχε τις απαιτούμενες από το Νόμο άδειες και πάλι η φονική έκρηξη στο Μαρί θα προκαλούσε σε αυτό ζημιές. Επομένως, οι ενάγοντες 2 και 3 δεν κωλύονται να αξιώνουν αποζημιώσεις για τις ζημίες που υπέστησαν. Στον αντίποδα η ευπαίδευτη εκπρόσωπος του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας υποστήριξε ότι δεν είναι δυνατόν να αξιώνεται αποζημίωση για πρόκληση ζημιάς σε οικοδόμημα το οποίο με βάση τα δεδομένα της παρούσας υπόθεσης είναι ουσιαστικά «νομικά ανύπαρκτο». Πρόκειται για αυθαίρετο οικοδόμημα και όχι για μια απλή τυπική παρανομία η οποία θα μπορούσε να θεραπευθεί. Η κυρία Παπαμιλτιάδου εισηγήθηκε ότι η μη συμμόρφωση με τον περί Ρυθμίσεως και Οικοδομών Νόμο αποτελεί θέμα δημόσιας τάξης και ως εκ τούτου το δόγμα ex turpi causa non oritur action τυγχάνει εφαρμογής στην προκειμένη περίπτωση με σκοπό για λόγους δημόσιας πολιτικής. Το Δικαστήριο έχει καθήκον να προστατεύσει την ακεραιότητα του νομικού συστήματος, η οποία επηρεάζεται όταν η παραχώρηση της διεκδικούμενης αποζημίωσης θα επέτρεπε στους ενάγοντες να κερδοφορήσουν από την παράνομη συμπεριφορά τους. Τυχόν καταβολή αποζημίωσης στους ενάγοντες θα συνιστούσε επιβράβευση της παρανομίας τους. Ήταν απόφαση των εναγόντων 2 και 3 να παρανομήσουν ανεγείροντας οικοδόμημα κατά παράβαση του νόμου και ακολούθως να αδιαφορήσουν για αυτό. Επομένως, δεν δικαιολογείται η αποζημίωση τους για το αυθαίρετο και ουσιαστικά ανύπαρκτο νομικά οικοδόμημα. Νομική Πτυχή Ως αναφέρθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο (Ναθαναήλ Δ.) στην υπόθεση Χριστοδούλου και Lindsay v. Vraets [2009] 1Β Α.Α.Δ. 802: « Πρόκειται για περίπτωση εφαρμογής του λατινικού αξιώματος ex turpi causa non oritur action δηλαδή όπως το έθεσε από πολύ παλιά ο Lord Mansfiled CJ στη Holman v. Johnson [1775] 1 Cowp 341: "No court will lend tis aid to a man who founds his cause of action upon an immoral or illegal act" Ο γενικός κανόνας είναι ότι τα Δικαστήρια δεν επιτρέπουν την επανάκτηση μεταβιβασθέντων ωφελημάτων που προέρχονται από παράνομα συμβόλαια. Αυτή η αρχή υπερίσχυσε στην προσπάθεια να εξισορροπηθούν δυο αντικρουόμενες τάσεις, δηλαδή να εμποδίζεται από τη μια ο αδικαιολόγητος πλουτισμός και από την άλλη να απαγορεύεται η συνομολόγηση παράνομων συμβάσεων. Όπως εξηγείται στο σύγγραμμα Street on Torts 11η εκ. σελ 106 - 109 παρόλο που η αρχική εφαρμογή του δόγματος του ex turpi causa σχετιζόταν με το δίκαιο των συμβάσεων και όχι το δίκαιο των αστικών αδικημάτων, κανένα Δικαστήριο δεν θα εφαρμόσει μια συμφωνία που προέρχεται από παράνομη συναλλαγή, αυτό δε επεκτείνεται σε όλο το φάσμα του δικαίου. Όπως επί λέξει αναφέρεται: "[.] If the claimant must rely on an illegal contract to succeed in tort his action in tort must also fail. So, in Taylor v. Chester the claimant deposited a 50 pound note with the defendant as security for his agreement to pay her for the rent of her brothel for an orgy. His claim in detinue for return of the pledge failed because he could only deny the validity of the pledge by showing its illegal and immoral purpose"». Η εξέταση του νομικού αξιώματος ex turpi causa στα πλαίσια του δικαίου των αστικών αδικημάτων, αποδεικνύεται ιδιαίτερα δύσκολη και προβληματική. Υπάρχει πλούσια αγγλική νομολογία στην οποία τα Αγγλικά Δικαστήρια ακολούθησαν διαφορετικές προσεγγίσεις, αναλόγως των περιστατικών της κάθε υπόθεσης, με αποτέλεσμα να μην υπάρχει μια ξεκάθαρη και ομοιόμορφη προσέγγιση ως προς τις αρχές και τα κριτήρια που πρέπει να εφαρμόζονται από τα Δικαστήρια στα πλαίσια εξέτασης του εν λόγω αξιώματος. Παραπέμπω σχετικά στο σύγγραμμα Clerk & Lindsell on Torts, 22η έκδοση, Κεφάλαιο 2 με τίτλο 'General Defences' Section 2, παράγραφοι 3-02 έως 3-56, στο οποίο γίνεται εκτενής ανάλυση του θέματος. Σύμφωνα με το σύγγραμμα Π. Πολυβίου 'Αστικά Αδικήματα στο Κυπριακό Δίκαιο' σε σχέση με το υπό εξέταση ζήτημα αναφέρονται τα εξής (σελ.517): « Δεν είναι κάθε παρανομία που οδηγεί στην εφαρμογή της υπεράσπισης της παρανομίας. Χρειάζεται εξισορρόπηση συμφερόντων από το Δικαστήριο, επομένως πρέπει να είναι κάποια ενεργός εμπλοκή σε παρανομία που να οδηγεί στην ενεργοποίηση της υπεράσπισης της παρανομίας.» Ακολούθως, ο συγγραφέας παραπέμπει στη σχετικά πρόσφατη απόφαση του Δικαστή Toulson στην υπόθεση Patel v. Mirza [2017] A.C. 467 από την οποία παραθέτω τις κάτωθι περικοπές: «Looking behind the maxims, there are two broad discernible policy reasons for the common law doctrine of illegality as a defence to a civil claim. One is that a person should not be allowed to profit from his own wrongdoing. The other, linked, consideration is that the law should be coherent and not self- defeating, condoning illegality by giving with the left hand what it takes with the right hand [.] The essential rational of the illegality doctrine is that it would be contrary to the public interest to enforce a claim if to do so would be harmful to the integrity of the legal system. In assessing whether the public interest would be harmed in that way it is necessary (
  4. a)to consider the underlying purpose of the prohibition which has been transgressed and whether that purpose will be enhanced by denial of the claim, (
  5. b)to consider any other relevant public policy on which the denial of the claim might have an impact and (
  6. c)to consider whether denial of the claim would be a proportionate response to the illegality, bearing in mind that punishment is a matter for the criminal court. Within that framework, various factors may be relevant, but it would be a mistake to suggest that the court is free to decide a case in an undisciplined way». Σχολιάζοντας την πιο πάνω απόφαση, ο Π. Πολυβίου στο προαναφερθέν σύγγραμμα, αναφέρει τα εξής: « Η πιο πάνω προσέγγιση δεν είναι εύκολη απλούστατα διότι δεν είναι ούτε απόλυτη ούτε σαφής. Το κοινοδίκαιο θα μπορούσε να υιοθετήσει τη θέση ότι το αστικό δίκαιο της αμέλειας δεν έχει οποιαδήποτε σχέση με την πάταξη της παρανομίας και ότι το μόνο αντικείμενό του είναι αν έχει προκύψει αγώγιμο δικαίωμα υπέρ του ενάγοντα με βάση τις παραδοσιακές έννοιες του αστικού δικαίου. Η ακριβώς αντίθεση προσέγγιση είναι ότι αντίκειται στη δημόσια πολιτική να «επιβραβεύονται» από το νομικό σύστημα πρόσωπα που έχουν λάβει μέρος σε παρανομία και ότι συνεπώς είναι υποχρέωση κάθε συστήματος δικαίου και κάθε τομέα αυτού να μην επιτρέψουν σε πρόσωπα που έχουν λάβει μέρος σε παράνομες ενέργειες (που σχετίζονται με τα γεγονότα από τα οποία έχει προκύψει το κατ' ισχυρισμό αγώγιμο δικαίωμα) να καρπωθούν οποιοδήποτε όφελος, έστω αποζημιώσεις, σε σχέση με ζημιά ή απώλεια που υπέστησαν κατά τη διάρκεια ή σε σχέση ή αναφορικά με την παράνομη και/ ή αντικοινωνική συμπεριφορά τους. Από τη στιγμή όμως που το νομικό σύστημα δεν έχει υιοθετήσει ούτε τη μια, ούτε την άλλη απόλυτη ή τουλάχιστον σαφή προσέγγιση, αλλά κάποια ενδιάμεση τοποθέτηση που άλλοτε επιτρέπει και άλλοτε απαγορεύει την εξασφάλιση αποζημιώσεων σε περιπτώσεις όπου το αγώγιμο δικαίωμα του ενάγοντα «έχει σχέση» με παρανομία ή παράνομες ενέργειες, τότε επιβάλλεται όχι μόνο προσεκτική ανάλυση των γεγονότων αλλά και εξισορρόπηση συγκρουόμενων συμφερόντων και δικαιωμάτων, με τελική αναφορά στο δημόσιο συμφέρον και ειδικότερα στο χαρακτήρα του νομικού συστήματος ως δέσμης αξιών και αρχών. Δεν είναι καθόλου εύκολη στο χώρο αυτό η εφαρμογή του Αγγλικού κοινοδικαίου όπως έχε διαμορφωθεί, ιδιαίτερα αν βασικό κριτήριο είναι η «ακεραιότητα» (integrity) του νομικού συστήματος και ενδεχομένως η δημόσια πολιτική (φράση ιδιαίτερα ασαφής στο χώρο αυτό). Μια συναφής τοποθέτηση που χρησιμοποιείται στην πρόσφατη νομολογία είναι ότι η απόρριψη του αγώγιμου δικαιώματος του ενάγοντα λόγω συμμετοχής του σε παράνομες ενέργειες ή δραστηριότητες πρέπει να είναι «αναλογική» (proportionate) δηλαδή όχι δυσανάλογη με κάποιο θεμιτό στόχο.» Κρίση Δικαστηρίου Έχοντας υπόψιν μου όλα τα ανωτέρω, κρίνω σκόπιμο να εξετάσω, κατ' αρχάς, την εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου των εναγόντων ότι η διαπιστωθείσα παρανομία από πλευράς εναγόντων 2 και 3, δεν συνδέεται επαρκώς με το αστικό αδίκημα της αμέλειας και την πρόκληση ζημιάς με αποκλειστική ευθύνη του εναγόμενου και ως εκ τούτου δεν τυγχάνει εφαρμογής το δόγμα ex turpi causa. Στην απόφαση της Βουλής των Λόρδων στην υπόθεση Grey v. Thames Trains Ltd [2009] UKHL, ο Λόρδος Hoffmann ανέφερε τα εξής σχετικά: «52 The wider principle was applied by the Court of Appeal in Vellino v Chief Constable of the Greater Manchester Police [2002] 1 WLR 218. The claimant was injured in consequence of jumping from a second-floor window to escape from the custody of the police. He sued the police for damages, claiming that they had not taken reasonable care to prevent him from escaping. Attempting to escape from lawful custody is a criminal offence. The Court of Appeal (Schiemann LJ and Sir Murray Stuart-Smith; Sedley LJ dissenting) held that, assuming the police to have been negligent, recovery was precluded because the injury was the consequence of the plaintiff's unlawful act. 53 This decision seems to me based upon sound common sense. The question, as suggested in the dissenting judgment of Sedley LJ, is how the case should be distinguished from one in which the injury is a consequence of the plaintiff's unlawful act only in the sense that it would not have happened if he had not been committing an unlawful act. An extreme example would be the car which is damaged while unlawfully parked. Sir Murray Stuart-Smith, at para 70, described the distinction: "The operation of the principle arises where the claimant's claim is founded upon his own criminal or immoral act. The facts which give rise to the claim must be inextricably linked with the criminal activity. It is not sufficient if the criminal activity merely gives occasion for tortious conduct of the defendant." 54 This distinction, between causing something and merely providing the occasion for someone else to cause something, is one with which we are very familiar in the law of torts. It is the same principle by which the law normally holds that even though damage would not have occurred but for a tortious act, the defendant is not liable if the immediate cause was the deliberate act of another individual. Examples of cases falling on one side of the line or the other are given in the judgment of Judge LJ in Cross v Kirkby [2000] CA Transcript No 321. It was Judge LJ, at para 103, who formulated the test of "inextricably linked" which was afterwards adopted by Sir Murray Stuart-Smith in Vellino v Chief Constable of the Greater Manchester Police [2002] 1 WLR 218. Other expressions which he approved, at paras 100 and 104, were "an integral part or a necessarily direct consequence" of the unlawful act (Rougier J: see Revill v Newbery [1996] QB 567, 571) and "arises directly ex turpi causa" (Bingham LJ in Saunders v Edwards [1987] 1 WLR 1116, 1134). It might be better to avoid metaphors like "inextricably linked" or "integral part" and to treat the question as simply one of causation. Can one say that, although the damage would not have happened but for the tortious conduct of the defendant, it was caused by the criminal act of the claimant? (Vellino v Chief Constable of the Greater Manchester Police [2002] 1 WLR 218). Or is the position that although the damage would not have happened without the criminal act of the claimant, it was caused by the tortious act of the defendant? (Revill v Newbery [1996] QB 567).» (Ο τονισμός είναι του Δικαστηρίου). Στο σύγγραμμα Clerk and Lindsell on Τorts ανωτέρω, αναφέρονται τα εξής στην παράγραφο 3 - 36: «(
  7. ii)- Causal connection with the claimant's loss 3-36 However reprehensible the claimant's own wrongdoing, a plea of ex turpi will only succeed if the claimant's conduct has a sufficient causal connection with the injury of which he complains. 111 (Hence Lord Asquith's comment that a burglar whose pocket is picked by another burglar on their way to the scene of the intended crime could sue the thief: National Coal Board v England [1954] A.C. 403 at 428 - 429. There is essentially no causal connection between the theft and the criminal enterprise upon which they are engaged. See also Saunders v Edwards [1987] 1 W.L.R. 1116 (no causal connection between claimant's agreement with defendant to undervalue property for the purpose of evading tax and defendant's fraudulent misrepresentation to claimant inducing claimant to purchase the property); Sweetman v Nathan [2003] EWCA Civ 1115; [2004] P.N.L.R. 7 (claimant's fraud against a bank in relation to a property transaction did not preclude a claim for negligence against the firm of solicitors acting for him in the transaction; the fact that the loss may not have occurred but for the claimant's deceit of the bank was irrelevant); Churchill Car Insurance v Kelly [2006] EWHC 18 (QB); [2007] R.T.R. 26 (no causal connection between claimant driving a vehicle unlawfully displaying a stolen tax disc and accident caused by the defendant's negligent driving); McLaughlin v Morrison [2013] CSOH 163; 2014 S.L.T. 111 at [42] (injuries caused by defender's decision to drive her vehicle deliberately at the pursuer, not the pursuer's alleged criminal involvement in attacking a building); McCracken v Smith [2015] EWCA Civ 380; [2015] P.I.Q.R. P19 (no causal connection between claimant passenger's joint criminal enterprise with the rider of a trail bike to ride it dangerously and the negligence of a motorist in contributing to the cause of a crash between the bike and his vehicle, though the claimant was contributorily negligent; Clarke LJ, at [87], observed that: "If the position were otherwise, any driver whose road traffic offence constituted turpitude, but who was only partially to blame, would fail to recover from anyone else whose negligence caused the accident.")). The "connection" of the illegality with the claimant's injury is essentially a causation test which, since the decision of the House of Lords in Gray v Thames Trains, is increasingly treated by the courts as the crucial factor. 112 In Delaney v Pickett113 the Court of Appeal held that a claim by a passenger injured by the negligent driving of the defendant was not defeated by ex turpi causa, notwithstanding that it was probable that both defendant and claimant were in possession of cannabis with intent to supply it at the time of the accident. The criminal behaviour was not causally linked to the claimant's damage. As Ward LJ put it: "Here the crucial question is whether, on the one hand, the criminal activity merely gave occasion for the tortious act of the defendant to be committed or whether, even though the accident would never have happened had they not made the journey, which at some point involved their obtaining and/or transporting drugs with the intention to supply, or on the other hand whether the immediate cause of the claimant's damage was the negligent driving. The answer to that question is in my judgment quite clear. Viewed as a matter of causation, the damage suffered by the claimant was not caused by his or their criminal activity. It was caused by the tortious act of the defendant in the negligent way in which he drove his motor car. In those circumstances the illegal acts are incidental and the claimant is entitled to recover his loss.» (Ο τονισμός είναι του Δικαστηρίου). Εφαρμόζοντας τις ανωτέρω αρχές στην παρούσα υπόθεση, καταλήγω ότι η διαπιστωθείσα παρανομία από πλευράς των εναγόντων 2 και 3 και συγκεκριμένα η κατοχή από αυτούς οικοδομήματος χωρίς την απαραίτητη άδεια οικοδομής, δεν συνδέεται αιτιωδώς με την πρόκληση της ζημιάς σε αυτό, συνεπεία της έκρηξης στο Μαρί. Δηλαδή, η έκρηξη στο Μαρί έλαβε χώρα λόγω της αποκλειστικής αμέλειας κρατικών αξιωματούχων και/ ή υπαλλήλων. Η ύπαρξη του στεγάστρου των εναγόντων 2 και 3 χωρίς την απαραίτητη άδεια οικοδομής κατά το χρόνο της έκρηξης, κατέστησε απλώς δυνατή την πρόκληση ζημιάς σε αυτό. Το αστικό αδίκημα της αμέλειας θα διαπράττετο από το κράτος ούτως ή άλλως, είτε υπήρχε, είτε δεν υπήρχε το παρανόμως ανεγερθέν στέγαστρο των εναγόντων. Επομένως, απαντώντας στο ερώτημα που έθεσε ο Λόρδος Hoffmann στην υπόθεση Gray ανωτέρω, θεωρώ ότι μπορεί να λεχθεί με βεβαιότητα ότι: «although the damage would not have happened without the criminal act of the claimant, it was caused by the tortious act of the defendant». Δηλαδή, παρά το ότι η ζημιά δεν θα προκαλούνταν χωρίς την παράνομη πράξη των εναγόντων να κατέχουν στέγαστρο χωρίς την απαραίτητη άδεια οικοδομής, εντούτοις, η εν λόγω ζημιά προκλήθηκε από το αστικό αδίκημα που διέπραξε ο εναγόμενος. Συνεπώς θεωρώ ότι δεν κωλύονται οι ενάγοντες λόγω της παρανομίας τους, από τη διεκδίκηση αποζημιώσεων για τη ζημιά που ο εναγόμενος τους προκάλεσε, απλούστατα διότι ελλείπει ο απαραίτητος συσχετισμός της εν λόγω παρανομίας, με τη διάπραξη του αστικού αδικήματος της αμέλειας από πλευράς του κράτους και την πρόκληση ζημιάς στους ενάγοντες. Το ίδιο θα ίσχυε για παράδειγμα εάν στην αυλή της οικίας των εναγόντων 2 και 3 βρισκόταν, κατά το χρόνο της έκρηξης, αλλοδαπό πρόσωπο, χωρίς την απαραίτητη άδεια διαμονής στη Δημοκρατία, το οποία συνεπεία της έκρηξης τραυματιζόταν σοβαρά. Η διάπραξη από πλευράς του προσώπου αυτού του ποινικού αδικήματος της διαμονής στην Κυπριακή Δημοκρατία χωρίς άδεια, δεν θα συνιστούσε, κατά την κρίση μου, κώλυμα στη διεκδίκηση αποζημιώσεων για τον τραυματισμό του, απλούστατα διότι η παρανομία του τραυματία και ο τραυματισμός του λόγω αμελών πράξεων κρατικών λειτουργών, δεν συνδέονται αιτιωδώς, ούτε επαρκώς εν πάση περιπτώσει. Η κυρία Παπαμιλτιάδους παρέπεμψε το Δικαστήριο στην απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου της Αγγλίας στην υπόθεση Hounga v. Allen [2014] JKSC 47 προς υποστήριξη της εισήγησής της ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να αποστερήσει τους ενάγοντες από τις διεκδικούμενες αποζημιώσεις για λόγους δημόσιας πολιτικής και προστασίας της ακεραιότητας του νομικού συστήματος, καθότι τυχόν αποζημίωση των εναγόντων για παράνομο οικοδόμημα, θα συνιστούσε επιβράβευσή τους και θα επέτρεπε σε αυτούς να κερδοφορήσουν από την παράνομη συμπεριφορά τους. Έχοντας μελετήσει την απόφαση Hounga ανωτέρω, η εισήγηση της ευπαίδευτης συνηγόρου δεν με βρίσκει σύμφωνη. Στην απόφαση Hounga λέχθηκαν τα εξής σχετικά, από το Δικαστή Wilson JSC, αφού πρώτα ανέφερε στην παράγραφο 40 της απόφασης ότι δεν υπήρχε κατά την κρίση του επαρκής διασύνδεση (inextricable link) μεταξύ της παρανομίας από πλευράς της εφεσείουσας, η οποία εν γνώση της αφίχθη και εργοδοτήθηκε παράνομα στο Ηνωμένο Βασίλειο και της διάπραξης από πλευράς της εφεσίβλητης - εργοδότριάς της, του αστικού αδικήματος της δυσμενούς διάκρισης, αλλά και της σωματικής, λεκτικής και συναισθηματικής κακοποίησης της εφεσείουσας : «41 But the bigger question is whether the inextricable link test is applicable to Mrs Allen's defence. Public policy 42 The defence of illegality rests on the foundation of public policy. "The principle of public policy is this ." said Lord Mansfield by way of preface to his classic exposition of the defence in Holman v Johnson

(1775)1 Cowp 341, 343. "Rules which rest on the foundation of public policy, not being rules which belong to the fixed or customary law, are capable, on proper occasion, of expansion or modification": Maxim Nordenfelt Guns and Ammunition Co v Nordenfelt [1893] 1 Ch 630, 661 (Bowen LJ). So it is necessary, first, to ask "What is the aspect of public policy which founds the defence?" and, second, to ask "But is there another aspect of public policy to which application of the defence would run counter?" 43 An answer to the first question is provided in the decision of the Canadian Supreme Court in Hall v Hebert [1993] 2 SCR 159. After they had been drinking heavily together, Mr Hebert, who owned a car, allowed Mr Hall to drive it, including initially to give it a rolling start down a road on one side of which there was a steep slope. The car careered down the slope and Mr Hall was seriously injured. The Supreme Court held that the illegality of his driving did not bar his claim against Mr Hebert but that he was contributorily negligent as to 50%. At the outset of her judgment on behalf of the majority, McLachlin J, at p 169, announced her conclusion about the basis of the power to bar recovery in tort on the ground of illegality, which later she substantiated in convincing terms by reference to authority. Her conclusion was as follows: "The basis of this power, as I see it, lies in [the] duty of the courts to preserve the integrity of the legal system, and is exercisable only where this concern is in issue. This concern is in issue where a damage[s] award in a civil suit would, in effect, allow a person to profit from illegal or wrongful conduct, or would permit an evasion or rebate of a penalty prescribed by the criminal law. The idea common to these instances is that the law refuses to give by its right hand what it takes away by its left hand." 44 Concern to preserve the integrity of the legal system is a helpful rationale of the aspect of policy which founds the defence even if the instance given by McLachlin J of where that concern is in issue may best be taken as an example of it rather than as the only conceivable instance of it. I therefore pose and answer the following questions: (
  1. a)Did the tribunal's award of compensation to Miss Hounga allow her to profit from her wrongful conduct in entering into the contract? No, it was an award of compensation for injury to feelings consequent on her dismissal, in particular the abusive nature of it. (
  2. b)Did the award permit evasion of a penalty prescribed by the criminal law? No, Miss Hounga has not been prosecuted for her entry into the contract and, even had a penalty been thus imposed on her, it would not represent evasion of it. (
  3. c)Did the award compromise the integrity of the legal system by appearing to encourage those in the situation of Miss Hounga to enter into illegal contracts of employment? No, the idea is fanciful. (
  4. d)Conversely, would application of the defence of illegality so as to defeat the award compromise the integrity of the legal system by appearing to encourage those in the situation of Mrs Allen to enter into illegal contracts of employment? Yes, possibly: it might engender a belief that they could even discriminate against such employees with impunity. 45 So the considerations of public policy which militate in favour of applying the defence so as to defeat Miss Hounga's complaint scarcely exist.» (Ο τονισμός είναι του Δικαστηρίου). Στην ίδια απόφαση, στην παράγραφο 59, ο Δικαστής Hughes, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν υπήρχε επαρκής σύνδεση (sufficiently close connection) μεταξύ της παρανομίας από πλευράς της εφεσείουσας και του αστικού αδικήματος που διέπραξε η εφεσίβλητη, ώστε να δικαιολογείται απόρριψη της αξίωσης της πρώτης. Λέχθηκαν σχετικά τα εξής: «58 ..., when the illegality is not sufficiently closely connected to the claim, and can properly be regarded as collateral, or as doing no more than providing the context for the relationship which gives rise to the claim, the bar of illegality will not fall. An example is Saunders v Edwards [1987] 1 WLR 1116, where a claim in fraud relating to the sale of real property was not defeated by a collateral agreement between the parties to deflate the price in order to avoid stamp duty. Bingham LJ stated the principle thus, at p 1134: "Where issues of illegality are raised, the courts have . to steer a middle course between two unacceptable positions. On the one hand it is unacceptable that any court of law should aid or lend its authority to a party seeking to pursue or enforce an object or agreement which the law prohibits. On the other hand, it is unacceptable that the court should, on the first indication of unlawfulness affecting any aspect of a transaction, draw up its skirts and refuse all assistance to the plaintiff, no matter how serious his loss nor how disproportionate his loss to the unlawfulness of his conduct . on the whole the courts have tended to adopt a pragmatic approach to these problems, seeking where possible to see that genuine wrongs are righted so long as the court does not thereby promote or countenance a nefarious object or bargain which it is bound to condemn. Where the plaintiff's action in truth arises directly ex turpi causa, he is likely to fail . Where the plaintiff has suffered a genuine wrong, to which allegedly unlawful conduct is incidental, he is likely to succeed ."» (Ο τονισμός είναι του Δικαστηρίου). Επομένως, απαντώντας στα ερωτήματα που τέθηκαν στην υπόθεση Hounga ανωτέρω από το Δικαστή Wilson, υπό το φως των δεδομένων της παρούσας υπόθεσης, καταλήγω ως ακολούθως: (α) τυχόν αποζημίωση των εναγόντων 2 και 3 δεν ισοδυναμεί, κατά την κρίση μου, με κερδοφορία από πλευράς τους στη βάση της παρανομίας τους, καθότι οι ενάγοντες έχουν ήδη υποστεί ζημιά στην περιουσία τους και σκοπός της αξιούμενης αποζημίωσης είναι η αποκατάσταση της εν λόγω ζημιάς με χρήμα. Ποιο είναι λοιπόν το κέρδος; (β) Η αποζημίωση σαφώς και δεν οδηγεί σε αποφυγή των συνεπειών οποιασδήποτε ποινής επιβληθείσας για το αδίκημα της κατοχής οικοδομής χωρίς την απαραίτητη άδεια. Δεν έχει τεθεί καμία μαρτυρία ενώπιόν μου ότι οι ενάγοντες 2 ή και 3 διώχθηκαν ποινικά στη βάση του περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμου. Εάν η αρμόδια αρχή επιθυμεί να προωθήσει τέτοια ποινική δίωξη μπορεί ή μπορούσε και κατά τον ουσιώδη χρόνο κάλλιστα να το πράξει. (γ) Τυχόν επιδίκαση αποζημιώσεων στους ενάγοντες δεν συνιστά πλήγμα στην ακεραιότητα του συστήματος απονομής της δικαιοσύνης, καθότι δεν ισοδυναμεί με ενθάρρυνση στη διάπραξη του αδικήματος της κατοχής οικοδομής χωρίς την απαραίτητη άδεια. Τέτοιος συλλογισμός είναι ακραίος και εξωπραγματικός. (δ) Αντιθέτως, σε περίπτωση επιτυχίας της υπεράσπισης της παρανομίας στην υπό κρίση υπόθεση, αυτό ενδεχομένως να δημιουργούσε την εσφαλμένη εντύπωση ότι αδικοπραγήσας που με δική του αποκλειστική ευθύνη προκαλεί ζημιά σε περιουσία άλλου προσώπου, δικαιούται να αποφύγει την καταβολή αποζημιώσεων, για το λόγο ότι το πρόσωπο αυτό δεν κατέχει τη ζημιωθείσα περιουσία σύμφωνα με το Νόμο. Ασφαλώς και η τήρηση του Νόμου και η αποτροπή από τη διάπραξη ποινικών αδικημάτων είναι ζητήματα δημόσιας πολιτικής ως ορθά εισηγήθηκε η ευπαίδευτη συνήγορος για τη Δημοκρατία. Όταν όμως τα αδικήματα αυτά δεν οδηγούν, ούτε συμβάλλουν στη διάπραξη αστικών αδικημάτων και στην πρόκληση ζημιάς, αλλά διαπράττονται παρεμπιπτόντως, δεν βλέπω το λόγο γιατί να πρέπει να αποστερηθεί ο ενάγων του δικαιώματος αποζημίωσης από τον εναγόμενο για τις ζημιές που ο τελευταίος του έχει προκαλέσει και μάλιστα με αποκλειστική ευθύνη. Τόσο η αποτροπή από τη διάπραξη παρόμοιων αδικημάτων, όσο και η τιμωρία των υπαιτίων, είναι ζητήματα που θα έπρεπε κατά την κρίση μου να τύχουν χειρισμού στα πλαίσια ποινικής δίωξης. Κατάληξη: Για όλους τους πιο πάνω λόγους, η εισήγηση του εναγόμενου περί εφαρμογής του δόγματος ex turpi causa αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Εκδίδεται απόφαση υπέρ των εναγόντων 1 και εναντίον του εναγόμενου για ποσό €9.930 πλέον νόμιμο τόκο από την έκδοση της απόφασης, πλέον €1.000 ως δικηγορικά έξοδα, πλέον ΦΠΑ, πλέον νόμιμο τόκο από την έκδοση της απόφασης. Σημειώνεται ότι τόσο η επιδίκαση του τόκου από την έκδοση της απόφασης όσο και η επιδίκαση των πιο πάνω χρηματικών ποσών, έχουν συμφωνηθεί μεταξύ των διαδίκων. ......... Α. Κάρνου Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.