← Κύπρος

Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ ν. Ιωάννου κ.α., Αρ. Αγωγής? 3884/1999, 10/2/2022

Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ ν. Ιωάννου κ.α., Αρ. Αγωγής? 3884/1999, 10/2/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2022:A29 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιονː Μ. Ναθαναήλ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγήςː 3884/1999 Μεταξύ: Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ Ενάγοντες και

  1. XXXXX Ιωάννου
  2. XXXXX Αποστολίδης
  3. XXXXX Παρπέρη
  4. XXXXX Παντελή
  5. XXXXX Σιακού
  6. XXXXX Ιωάννου Εναγόμενοι Ημερομηνία: 10.2.22 Αίτηση ημερομηνίας 23.10.20 για Άδεια Εκτέλεσης Δικαστικών Αποφάσεων Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες/ Αιτητές: κα. Χαραλάμπους για Α. Κ. Καράς Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενο 3/ Καθ'ού η αίτηση 3: κα. Ι. Ευσταθίου για Κ. Χριστοφόρου Για Εναγόμενη 6/ Καθ΄ης η αίτηση 6: κα. Σιαθά για Σ. Ιωάννου Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αίτηση, ζητείται από τους ενάγοντες: (Α) Άδεια για παράταση του χρόνου καταχώρησης της υπό κρίση αίτησης ούτως ώστε αυτή να θεωρείται εμπρόθεσμη και (Β) Άδεια του Δικαστηρίου για εκτέλεση των Δικαστικών Αποφάσεων ημερομηνιών 22.10.1999 και 10.11.2000 για περίοδο 10 ετών ή για χρόνο που το Δικαστήριο θα κρίνει δίκαιο και εύλογο. Νομική βάση της αίτησης είναι οι Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμοί Δ.40 Θ.1-4 και Θ.8, Δ.48 Θ.8

(1)(κκ), Θ.
  1. Δ.25, Δ.57, Δ.64, τα άρθρα 19, 198,199,201 Α-ΣΤ και 220 του Κεφ. 113, καθώς και οι γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Ασκώντας Δικαστική κρίση, το Δικαστήριο διέταξε την επίδοση της αίτησης, με τους ενάγοντες να εντοπίζουν τελικώς και να την επιδίδουν, μόνο στους εναγόμενους 3 και
  2. Το αίτημα αναφορικά με τους εναγόμενους 1,2 4 και 5 αποσύρθηκε. Οι εναγόμενοι 3 και 6 μέσω ξεχωριστών συνηγόρων, εμφανίστηκαν στην διαδικασία ζητώντας χρόνο για καταχώρηση ένστασης. Με δεδομένο αφενός ότι το ενώπιον μου αίτημα αφορά από κοινού τους εναγόμενους 3 και 6 και αφετέρου ότι παρά την καταχώρηση δύο ξεχωριστών ενστάσεων, οι λόγοι που προβάλλονται από αμφότερους τους εναγόμενους για απόρριψης της αίτησης είναι επί της ουσίας τους οι ίδιοι, το Δικαστήριο, εξετάζοντας αμφότερες τις θέσεις των διαδίκων, και καθοδηγούμενο από τις Νομολογιακές αρχές που διέπουν το ζήτημα, θα εκδώσει μίαν απόφαση επί του προκείμενου. Η αίτηση: Την αίτηση στηρίζει με ένορκη δήλωση του ο κ. XXXXX Σωτηρίου υπάλληλος στην εταιρεία Altamira Asset Management (Cyprus) Ltd από την 2.5.
  3. Η προαναφερθείσα εταιρεία (εφεξής η Altamira), δηλώνει, έχει συνάψει συμφωνία διαχείρισης και ρύθμισης δανείων με τους ενάγοντες, και ως εκ τούτου, ενεργώντας δια λογαριασμό των εναγόντων, ανέλαβαν την διαχείριση αριθμού χρηματοπιστωτικών διευκολύνσεων, μία εκ των οποίων και η παρούσα. Ο. κ. Σωτηρίου δηλώνει πλήρως εξουσιοδοτημένος όπως προβεί στην παρούσα ένορκη δήλωση, ενώ γνώση των γεγονότων αντλεί από τα έγγραφα που έχει στην κατοχή του. Επισυνάπτει ως Τεκμήριο Α την Απόφαση που εκδόθηκε μεταξύ άλλων και εναντίον του εναγόμενου 3 ημερομηνίας 20.10.1999 και ως Τεκμήριο Γ την Απόφαση που εκδόθηκε εναντίον του εναγόμενου 6 ημερομηνίας 10.11.
  4. Για σκοπούς πληρότητας παραθέτω , ως αποτυπώνονται στην εν λόγω ένορκη δήλωση τα μέτρα εκτέλεσης που έλαβαν οι ενάγοντες για εκτέλεση των Δικαστικών Αποφάσεων, στο βαθμό βεβαίως που αυτά αφορούν τους εναγόμενους 3 και 6: «
  5. Συγκεκριμένα περί την 7.11.2001 εξεδόθη Διάταγμα καταβολής του εξ' αποφάσεως χρέους δια μηνιαίων δόσεων εκ μέρους του εναγόμενου
  6. Περί την 31.10.2001 εκδόθηκε διάταγμα καταβολής μηνιαίων δόσεων εναντίον της εναγόμενης
  7. Οι ενάγοντες είχαν προωθήσει περαιτέρω αιτήσεις προς είσπραξη των οφειλόμενων μηνιαίων δόσεων εναντίον των καθ'ων η αίτηση από το 2004 μέχρι και το 2006, και στα πλαίσια αυτών, είχαν εκδοθεί εντάλματα φυλάκισης, είσπραξης ενώ, μέχρι το 2008, γίνονταν εισπράξεις των οφειλόμενων δόσεων μέσω της εκτέλεσης των ενταλμάτων φυλάκισης, γι' αυτό οι ενάγοντες δεν προώθησαν περαιτέρω μέτρα εκτέλεσης. Για την αλήθεια του περιεχομένου αυτής της δήλωσης παραπέμπουμε το Σεβαστό Δικαστήριο στα έγγραφα του Δικαστικού φακέλου.
  8. Επιπρόσθετα, οι ενάγοντες προέβησαν σε εγγραφή εμπράγματων βαρών σε ακίνητη περιουσία των εναγόμενων. Συγκεκριμένα, εναντίον του εναγόμενου 3, ΕΒ 775/2001 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λάρνακας το οποίο έχει ανανεωθεί μέχρι και την 13.8.
  9. Οι Αποφάσεις στην παρούσα αγωγή έτυχαν τελευταίας ανανέωσης την 13.6.2007». Η όποια καθυστέρηση παρουσιάστηκε στην προώθηση αιτήματος για ανανέωση των Δικαστικών Αποφάσεων δηλώνει ο ομνύοντας, είναι γιατί υπήρξαν υποσχέσεις εκ μέρους των Καθ' ών η αίτηση περί εξόφλησης του εξ' αποφάσεως χρέους. Έχουν όμως σημειώνει, παρέλθει 10 χρόνια από την έκδοση της Απόφασης με τους εναγόμενους να μην έχουν προβεί στην εξόφληση του χρέους, παρά το γεγονός ότι συνεχίζουν μέχρι και σήμερα να καταβάλλουν διάφορα προς ικανοποίηση των Αποφάσεων, ποσά. Με δεδομένο τονίζει, ότι το εξ΄αποφάσεως υπόλοιπο μειώνεται, οι ενάγοντες δεν έλαβαν περαιτέρω μέτρα εναντίον των Καθ'ων η αίτηση. Παρά την καταβολή όμως των όποιων ποσών, δεν μπορεί να λησμονηθεί ότι, δυνάμει της επισυναπτόμενης στην αίτηση κατάστασης λογαριασμού Τεκμήριο ΣΤ, παραμένει σήμερα, ένα οφειλόμενο υπόλοιπο της τάξεως των €5.248,
  10. Αν δεν ανανεωθούν οι Δικαστικές Αποφάσεις, δηλώνει, οι αιτητές δεν θα μπορέσουν να προχωρήσουν στην είσπραξη του οφειλόμενου υπολοίπου το οποίο δικαιούνται δυνάμει αυτών, ενώ θα αποστερηθούν του δικαιώματος τους όπως εκτελέσουν αυτές με σκοπό πάντα την είσπραξη του λαβείν τους, υποστηρίζοντας την θέση ότι αν δεν εγκριθεί το παρόν αίτημα, οι εναγόμενοι 3 και 6 θα καταστούν αδικαιολόγητα πλουσιότεροι σε βάρος των συμφερόντων των αιτητών. Τονίζει τελικώς, ότι η μη έγκαιρη ανανέωση των Δικαστικών Αποφάσεων δεν οφείλεται σε κακοπιστία των αιτητών, ενώ παράλληλα καμία αδικία δεν θα προκληθεί στους εναγόμενους από τυχόν έγκριση του αιτήματος. Αμφότερες οι ενστάσεις: Απαρχή αποτελεί η ένσταση του εναγόμενου
  11. Με δέκα λόγους ένστασης, οι οποίοι επαναλαμβάνονται στο σώμα της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει αυτήν, ο εναγόμενος 3 αναφέρει ότι σε κανένα ουσιαστικό διάβημα δεν προέβησαν οι ενάγοντες εναντίον του με σκοπό την είσπραξη του λαβείν τους, αφήνοντας επίτηδες ουσιαστικά, μια Δικαστική Απόφαση ληφθείσα το 1999 να «εκκρεμεί», με αποκλειστικό σκοπό την αύξηση αντιστοίχως του ποσού και των τόκων. Πέραν του γεγονότος ότι, η αίτηση είναι νομικά αβάσιμη, με τις προϋποθέσεις της Δ.40 Θ.8 να μην πληρούνται, οι αιτητές υπέβαλαν το παρόν αίτημα με αδικαιολόγητη και υπέρμετρη καθυστέρηση, μέσω ενός ομνύοντα ο οποίος εξ' αντικειμένου καμία γνώση δεν έχει επί των γεγονότων αφού, ως ο ίδιος καταγράφει στην παράγραφο 1 της ένορκης του δήλωσης, εργοδοτείται στην Altamira από το 2019 και εντεύθεν. Πέραν της καθυστέρησης που παρατηρείται στην καταχώρηση του αιτήματος, η οποία ισοδυναμεί με κατάχρηση της διαδικασίας, η κατάσταση του ιδίου έχει, από το 1999 αλλάξει, με τα συμφέροντα του να επηρεάζονται δυσμενώς από τυχόν έγκριση του αιτήματος. Στο ίδιο μήκος κύματος κινείται και η ένσταση της εναγόμενης
  12. Η κα. Ιωάννου, αναφέρει στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση της ότι η αίτηση στερείται του κατάλληλου υποβάθρου, με τους ενάγοντες να μην έχουν δικαιολογήσει την καθυστέρηση με την οποία υπέβαλαν το παρόν αίτημα. Επιπλέον, δεν έχουν καταδείξει κανένα ουσιαστικό ή ικανοποιητικό λόγο ως προς το γιατί, η παρούσα αίτηση υποβάλλεται 20 κα πλέον χρόνια μετά την έκδοση της Δικαστικής Απόφασης ημερομηνίας 10.11.
  13. Οι ενάγοντες, δηλώνει, έχουν επιδείξει αδράνεια σε τέτοιο βαθμό, που κωλύονται στην έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων. Κανένα ειδικό λόγο που είναι υπαγορεύει παρέκκλιση από τον γενικό κανόνα ότι μία Απόφαση Δικαστηρίου πρέπει να εκτελείται εντός της καθορισμένης από τους Θεσμούς προθεσμία, δεν έχει δοθεί, ενώ είναι οξύμωρο, πώς ο ομνύοντας δηλώνει γνώση αναφορικά με γεγονότα που χρονολογούνται από το 1999, όταν ο ίδιος βρίσκεται στην υπηρεσία της Altamira από το 2019, μόνον. Υπογραμμίζει περαιτέρω το γεγονός ότι ο παρόν φάκελος του Δικαστηρίου αποτελεί υποκατάστατο φάκελο, με τους δικηγόρους της, οι οποίοι έκαναν έρευνα σε αυτόν, να μη εντοπίζουν τίποτα άλλο εντός του περιεχομένου του, παρά μόνο την υπό κρίση αίτηση και τις ενστάσεις. Τα όποια στοιχεία στα οποία κάνουν αναφορά οι ενάγοντες περί των ήδη ληφθέντων μέτρων εκτέλεσης εναντίον των, ουδόλως επαληθεύονται. Καμία αναφορά περαιτέρω, δεν κάνει ο ομνύοντας στην αίτηση ως προς το ποια, είναι τα μέτρα που επιθυμούν όπως τώρα, λάβουν οι ενάγοντες εναντίον της, με την κατάσταση της να έχει, από το 2000, αλλάξει ριζικά, και/ή σε βαθμό τέτοιο που να επηρεάζονται τα συμφέροντα και δικαιώματα της. Οι ενάγοντες, δηλώνει, δεν έχουν καταδείξει το σημερινό οφειλόμενο υπόλοιπο, αλλά ούτε και τις πληρωμές που έλαβαν χώρα μέχρι και σήμερα, ενώ καμία ουσιαστική αναφορά κάνουν στις κατ΄ισχυρισμόν υποσχέσεις που η ίδια δήθεν έδωσε, σε ,αυτούς περί εξόφλησης του χρέους, αφήνοντας τους εκεί ισχυρισμούς τους μετέωρους και ανυποστήρικτους από γεγονότα που να επιβεβαιώνουν τα λεγόμενα τους. Πώς μπορεί να δόθηκαν υποσχέσεις, διερωτάται η εναγόμενη όταν, οι ίδιοι οι ενάγοντες τα τελευταία 14 χρόνια, (από το 2007 και εντεύθεν), κρατούν μια παθητική στάση έναντι της λήψης οποιονδήποτε μέτρων εκτέλεσης εναντίον των εναγομένων; Κατά την ίδια, δεν υπάρχουν, στην παρούσα περίπτωση, εκείνα τα δεδομένα που να επιτρέπουν την άσκηση της διακριτικής ευκαιρίας του Δικαστηρίου υπέρ της έγκρισης του αιτήματος, τονίζοντας παράλληλα ότι δεν είναι ορθό όπως η ίδια παραμείνει υπόλογη έναντι των εναγόντων για απεριόριστο χρονικό διάστημα. Νομική Πτυχή / Υπαγωγή στα Yπό Kίση γεγονότα: Η Δ.40 Θ.8 ως τροποποιήθηκε από τον Περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικό) (Αρ.1) Διαδικαστικό Κανονισμό 2020, προνοεί ως ακολούθως: 8.« Όταν παρέλθουν δώδεκα έτη από την απόφαση ή την ημερομηνία του διατάγματος, ή όταν έχει γίνει οποιαδήποτε αλλαγή στους διαδίκους οι οποίοι δικαιούνται ή υπόκεινται σε εκτέλεση, ο διάδικος ο οποίος ισχυρίζεται ότι δικαιούται σε εκτέλεση μπορεί να υποβάλει αίτηση στο Δικαστήριο ή το Δικαστή για άδεια να εκτελέσει ανάλογα. Και το Δικαστήριο ή ο Δικαστής αν ικανοποιηθεί ότι ο διάδικος, ο οποίος υποβάλει την αίτηση αυτή, δικαιούται να εκτελέσει, μπορεί να εκδώσει διάταγμα προς αυτό το σκοπό, ή μπορεί να διατάξει όπως οποιοδήποτε επίδικο θέμα ή ζήτημα αναγκαίο για να αποφασιστούν τα δικαιώματα των διαδίκων εκδικαστεί με οποιοδήποτε από τους τρόπους με τους οποίους μπορεί να εκδικαστεί οποιοδήποτε ζήτημα σε αγωγή. Και σε κάθε μία από τις περιπτώσεις, το Δικαστήριο ή ο Δικαστής μπορεί να επιβάλει τέτοιους όρους ως προς τα έξοδα ή διαφορετικά, οι οποίοι θα είναι δίκαιοι». Ας λεχθεί για σκοπούς πληρότητας ότι πριν την ισχύ της παρούσας τροποποίησης το 2020, το 2011, και συγκεκριμένα την 9.9.11, είχε τεθεί σε ισχύ ο Περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικός) (Αρ.1) Διαδικαστικός Κανονισμός του 2011, ο οποίος επέκτεινε την ισχύ μίας Δικαστικής απόφασης από έξι
(6)χρόνια που είχε αρχικά ο θεσμός, σε δέκα
(10). Στην παρούσα αγωγή, οι εξασφαλισθείσες Δικαστικές αποφάσεις ήταν το 1999 και το 2020 αντίστοιχα. Ως επιμαρτυρείται από την ίδια την ένορκη δήλωση Σωτηρίου, οι Δικαστικές Αποφάσεις ανανεώθηκαν για τελευταία φορά το 2007. Συνεπώς, στο παρόν στάδιο αυτές έχουν χάσει την εκτελεστότητα τους. Σημειώνεται ότι ο παρόν φάκελος αποτελεί, ως θα επεξηγηθεί κατωτέρω, υποκατάστατο φάκελο της αγωγής. Συνεπώς το Δικαστήριο δεν μπορεί να γνωρίζει στο παρόν στάδιο τον αριθμό των ετών εντός των οποίων, το Δικαστήριο με διαφορετική σύνθεση, είχε εγκρίνει, το αίτημα για εκτέλεση των. Στο γεγονός αυτό, καμία αναφορά κάνουν οι αιτητές στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει το αίτημα τους. Τονίζεται όμως ότι, στην καλύτερη των περιπτώσεων, οι αιτητές ενδέχεται, να είχαν πετύχει την λήψη άδειας για εκτέλεση των Δικαστικών Αποφάσεων τους για 6 χρόνια, ως ήταν τότε η πρόνοια των Θεσμών. Συνεπώς, ακόμη και έτσι να είχαν τα πράγματα, αυτό συνάγεται ότι οι Δικαστικές Αποφάσεις έχουν χάσει την εκτελεστότητα τους τα τελευταία 9 χρόνια. Η νομολογία επί του ζητήματος είναι ομολογουμένως πλούσια, με τις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου να διανθίζονται με την πάροδο των χρόνων, ως προς τα κριτήρια που το Δικαστήριο οφείλει όπως λάβει υπόψη κατά την ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας όταν εξετάζει τέτοιου είδους αιτήσεις. Αρχική καθοδήγηση οφείλει όπως αντλήσει το Δικαστήριο από το Annual Practice 1958 σελ.1019-1020, το οποίο αναλύει την αντίστοιχη Διαταγή 46 Θ.2 των Αγγλικών Θεσμών. Εκεί αναφέρεται ότι η μαρτυρία που οφείλει όπως προσκομίσει ο αιτητής προς υποστήριξη της αίτησης του θα πρέπει να αναφέρει: (α) την ημερομηνία έκδοσης της Δικαστικής απόφασης, (β) το ποσό του εξ' αποφάσεως χρέους, (γ) το υπόλοιπο αυτού, (δ) τον λόγο της καθυστέρησης, αν υπάρχει, και (ε) ότι τα γεγονότα συνηγορούν υπέρ της θέσης ότι ο αιτητής δικαιούται σε εκτέλεση. Παρά το γεγονός ότι: «Tα κριτήρια που θα πρέπει να απασχολήσουν το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να εγκρίνει ή όχι αίτηση για άδεια εκτέλεσης, δεν απαριθμούνται στην Δ.40 Θ.8» (βλ.Γιαννάκης Κτωρίδης v Alpha Bank Cyprus Ltd
(2014)1(B) A.A.Δ. 1173), η νομολογία των Κυπριακών Δικαστηρίων είναι πλήρως ευθυγραμμισμένη με τα κριτήρια και προϋποθέσεις που έχουν τεθεί μέσω των Αγγλικών Δικονομικών Θεσμών (βλ. ενδεικτικά στις Τράπεζα Κύπρου ν Μακρίδης κ.α
(2012)1 Α.Α.Δ. 1218 και Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Κοντέας ν Μιχαήλ κ.α
(2012)1 Α.Α.Δ. 1604). Στην παρούσα περίπτωση είναι αυταπόδεικτο ότι οι ενάγοντες έχουν, μέσω της ένορκης τους δήλωσης, καταγράψει την ύπαρξη και ημερομηνία έκδοσης των Δικαστικών αποφάσεων, το σημερινό οφειλόμενο προς αυτούς ποσό, και το γεγονός ότι κατά την κρίση τους, δικαιούνται σε εκτέλεση αυτής. Με δεδομένο ότι πλείστα εκ των κριτηρίων αφορούν στην εκπλήρωση και/ή παράθεση εκ μέρους των αιτητών, τυπικών στοιχείων, το Δικαστήριο καλείται όπως εξετάσει και ικανοποιηθεί ως προς τις ενέργειες που έλαβαν οι αιτητές κατά τον διαρρεύσαντα από την εξασφάλιση της Δικαστικής απόφασης μέχρι και το αίτημα τους δια εκτέλεσης αυτής, χρόνο. Για ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας επί του παράγοντα χρόνου, το Δικαστήριο καλείται όπως εγκύψει επί των ιδιαίτερων και συγκεκριμένων, ενώπιον του γεγονότων, σε μια προσπάθεια εξισορρόπησης του αναφαίρετου δικαιώματος του εξ΄αποφάσεως πιστωτή σε εκτέλεση της υπέρ του Δικαστικής απόφασης (βλ. Roberts Petroleum v Bernar Kenny Ltd
(1983)2 AC σελ. 207E και Credit Lyonnais v SK Global Hong Ltd
(2003)HKCA 250 και του ζητήματος επηρεασμού του οφειλέτη με την πάροδο των χρόνων. Αντιλαμβάνεται συνεπώς κανείς γιατί ο παράγοντας χρόνος, έχει, και όχι αδίκως, χαρακτηριστεί στην απόφαση Κτωρίδης (ante) ως η «λυδία λίθος» για την ενάσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, αφού δεν πρέπει να λησμονείται ότι ο βασικός κανόνας, ως λεχθεί μεταξύ άλλων στις Patel v Singh
(2002)EWCA 1668 και W.T. Lamb & sons v Rider
(1948)2 All E.R. 402, είναι ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου πρέπει να είναι ενάντια στην έγκριση της αίτησης μετά την παρέλευση τότε 6, πλέον 12 ετών, εκτός αν υπάρχουν γεγονότα που να δεικνύουν ότι η δικαιοσύνη εξυπηρετείται καλύτερα με την έγκριση αυτής. Είναι δια αυτό τον λόγο που το Δικαστήριο πάντοτε υποβοηθείται όταν επί των ενόρκων δηλώσεων που συνοδεύουν τέτοιου είδους αιτήσεις γίνεται αναφορά όχι μόνο στα διαβήματα και/ή ενέργειες που έλαβε ο αιτητής με σκοπό την εκτέλεση της απόφασης και την είσπραξη του λαβείν του, αλλά και οταν ο διαρρεύσαντας χρόνος και/ή η καθυστέρηση, αν υπάρχουν, επεξηγούνται, σε συνάρτηση πάντα με τις δυνατότητες ή μη, εκτέλεσης μιας Δικαστικής απόφασης. Οι αντικειμενικές δυσκολίες στην εκτέλεση Δικαστικών αποφάσεων και η Κυπριακή επί του προκείμενου, πραγματικότητα, αντανακλώνται μέσω της αναγκαιότητας δια τροποποίηση του συγκεκριμένου άρθρου, δύο φορές, τροποποιήσεις οι οποίες επέκτειναν τον χρόνο εκτέλεσης μιας Δικαστικής απόφασης από έξι
(6)σε δέκα
(10)χρόνια αρχικώς, και από δέκα
(10)σε δώδεκα
(12), γεγονός το οποίο δεν πρέπει να διαλανθάνει της προσοχής του Δικαστηρίου κατά την εξέταση του βάσιμου τέτοιων αιτήσεων. Επανερχόμενο στην εξέταση του παράγοντα χρόνου και/ή καθυστέρησης, το Δικαστήριο οφείλει όπως εξετάζει αυτόν, υπό το πρίσμα του βαθμού ή του μεγέθους επηρεασμού του εξ αποφάσεως οφειλέτη. Με σαφή και ευθύ τρόπο, οι αποφάσεις Westacre Investments Inc v Yugoimport SDPR [2008] EWCH 801 και Good Challenger Nevugante SA v Metalexportimport SA [2004] 1 Lloyd's Rep 67, έδωσαν την απάντηση στον τρόπο ερμηνείας του ως άνω περιγραφόμενου κριτηρίου. Έχει ο εξ΄αποφάσεως πιστωτής με την απραξία του οδηγήσει τον οφειλέτη στο συμπέρασμα ότι το εξ΄αποφάσεως χρέος δεν θα απαιτηθεί; Σημειώνεται ότι η πιο πάνω νομική προσέγγιση υιοθετήθηκε μεταξύ άλλων και στην πολύ πρόσφατη απόφαση Ορφανίδη ν S. & G. Securities and General Finance Ltd Π.Ε. 302/13 ημερ. 8.4.21 στην οποία και παραπέμπω. Έχω εξετάσει με την δέουσα προσοχή τις εκατέρωθεν εισηγήσεις των συνηγόρων ως αυτές αποτυπώνονται στις αγορεύσεις τους, και καθοδηγούμενη από την πιο πάνω νομολογία και γεγονότα, κρίνω ότι οι αιτητές δεν έχουν ικανοποιήσει τα υπό την νομολογία τεθέντα κριτήρια, σε βαθμό τέτοιο, που να δικαιούνται στην υπέρ τους έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων είτε εναντίον του εναγόμενου 3, είτε εναντίον της εναγόμενης,
  1. Παρά την εκπλήρωση των υπό των κριτηρίων (α) μέχρι (γ) ανωτέρω, καμία ουσιαστική αναφορά δεν γίνεται, πέραν του γενικού και ανυποστήρικτου επί του σημείου, ισχυρισμού του κ. Σωτηρίου ότι υπήρξαν υποσχέσεις από αντίστοιχους τους εναγόμενους περί εξόφλησης του χρέους, στην παρατηρηθείσα καθυστέρηση με την οποία υποβάλλεται η παρούσα αίτηση, εξ΄ου και το αιτητικό (Α) στο σώμα της αίτησης με το οποίο αιτούνται παράταση του χρόνου καταχώρησης της παρούσας, ούτως ώστε αυτή να θεωρείται εμπρόθεσμη. Τα κριτήρια συνεπώς (δ) και (ε), ήτοι ο λόγος καθυστέρησης στην υποβολή του αιτήματος, και ότι τα γεγονότα συνηγορούν υπέρ της θέσης ότι ο αιτητής δικαιούται σε εκτέλεση, ουδόλως ικανοποιούνται, με τους αιτητές να μην έχουν αποσείσει το βάρος που αποκλειστικά φέρουν προς υποστήριξη του αιτήματος τους. Το καίριο ερώτημα που πρέπει τελικώς να απαντηθεί από το Δικαστήριο είναι, αν οι αιτητές έχουν συμπεριφερθεί με τέτοιο τρόπο που να έχουν δώσει στους εναγόμενους την εντύπωση ότι δεν επιθυμούν όπως εκτελέσουν και/ή συνεχίσουν να λαμβάνουν μέτρα προς είσπραξη του λαβείν τους. Το Δικαστήριο, για λόγους που θα εξηγήσω ευθύς αμέσως, φρονεί ότι η παρούσα εμπίπτει στις περιπτώσεις που θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι οι ενάγοντες επέδειξαν πλήρη αδιαφορία για την είσπραξη του λαβείν τους τα τελευταία 9, τουλάχιστον χρόνια. Και εξηγώ. Δεν μπορεί παρά να μνημονευθεί το αναντίλεκτο, ως προκύπτει από τις ένορκες δηλώσεις γεγονός, ότι, σε καμία ενέργεια δεν προέβησαν οι ενάγοντες για λήψη άδειας από το Δικαστήριο με σκοπό την εκτέλεση των Αποφάσεων, και συνεπακόλουθα για είσπραξη του λαβείν τους από το έτος 2007, είτε εναντίον του εναγόμενου 3, είτε εναντίον της εναγόμενης 6, αφήνοντας μεταξύ άλλων όπως το καταχωρηθέν εναντίον της περιουσίας του εναγόμενου 3 ΜΕΜΟ, λήξει, το έτος
  2. Κανένα άλλο Δικαστικό μέτρο ή διάβημα δεν έλαβε χώραν από το 2007, ενώ, ούτε οποιαδήποτε άλλα Δικαστικά μέτρα επιμαρτυρούνται μέσω της ένορκης δήλωσης Σωτηρίου ότι λήφθηκαν εναντίον των εναγομένων σε σχέση με την μη ανταπόκριση τους στην δέσμευση που είχαν για εξόφληση των Αποφάσεων, μέσω των παλαιότερα εκδοθέντων Διαταγμάτων για καταβολή μηνιαίων δόσεων. Συνεπώς ούτε και μετά την ανανέωση της ισχύος των Δικαστικών αποφάσεων το 2007, έλαβαν τα οποιαδήποτε μέτρα. Ιδιαίτερη βαρύτητα σε ότι αφορά τον εναγόμενο 3 δίδεται στην αναφορά Σωτηρίου ότι το ΜΕΜΟ με το οποίο βαρύνετο η περιουσία του άφησαν όπως λήξει ή εκπνεύσει το 2015, με τους ενάγοντες να έχουν αποποιηθεί της μέγιστης προστασίας των δικαιωμάτων τους, ως αυτή προσφέρεται σε έναν εξ΄αποφάσεως πιστωτή μέσω του δραστικού κατά τα άλλα, μέτρου εκτέλεσης που παρέχει το Άρθρο 14 του Κεφαλαίου
  3. Οι αιτητές έχουν επιδείξει στον μέγιστο, με αυτή τους την πράξη βαθμό, την αδιαφορία τους στην εξασφάλιση των δικαιωμάτων τους. Αφήσαν δηλαδή, τον τελικό σκοπό της εγγραφής επιβάρυνσης, όπως καταστεί ανενεργός και/ή χωρίς καμία ουσία, επιβεβαιώνοντας έτσι, τις όποιες σκέψεις που ένας μέσος λογικός άνθρωπος θα είχε μετά την πάροδο 14 ετών ότι οι ενάγοντες εγκατέλειψαν ουσιαστικά την προσπάθεια τους στην λήψη μέτρων για εκτέλεση της απόφασης. Ως έχει λεχθεί στην Αγωγή 3049/12 Ε.Δ. Λευκωσίας από τον Έντιμο Δικαστή Λιάτσο ΠΕΔ (ως ήταν τότε): «Το οποιοδήποτε μέτρο εκτέλεσης σκοπό έχει βεβαίως την ικανοποίηση της απόφασης και θα πρέπει να λαμβάνονται μέτρα με όλη τη δυνατή σπουδή προς την κατεύθυνση αυτή. Τέλος, να σημειωθεί ότι η εγγραφή απόφασης επί ακίνητης ιδιοκτησίας εντάσσεται στη γενικότερη μορφή της διαθέσιμης δικαστικής διαδικασίας η οποία παρέχεται, προκειμένου ένας διάδικος να επιτύχει επίτευξη της ικανοποίησης απόφασης που έλαβε προς όφελος του. Η εγγραφή επιβάρυνσης τελικό σκοπό βεβαίως έχει, μέσω της εγγύησης που εξασφαλίζεται, την πώληση του ακινήτου και με αυτό τον τρόπο την ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που λήφθηκε. Αντί όμως να το πράξουν αυτό οι ενάγοντες, για 20 περίπου χρόνια, και καταχρώμενοι τη δικαστική διαδικασία ανανέωναν συνεχώς την εγγραφή χωρίς να προβαίνουν σε οποιαδήποτε ουσιαστική ενέργεια για σκοπούς εκτέλεσης και ικανοποίησης της απόφασης τους» . Σημειώνεται παρενθετικά η ορθότητα της εισήγησης της εναγόμενης 6 περί μη υποστήριξης μέσω του περιεχομένου του φακέλου ούτε των ενεργειών που έλαβαν οι ενάγοντες προ του 2007, με τον παρόν φάκελο να αποτελεί υποκατάστατο φάκελο στην διαδικασία. Το Δικαστήριο καθηκόντως, απευθυνόμενο προς την Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας με σημείωμα του ημερομηνίας 3.2.2022 ζήτησε ενημέρωση ως προς την ύπαρξη του αρχικού φακέλου. Η Πρωτοκολλητής εις απάντηση της ιδίας ημερομηνίας ανέφερε ότι «Με βάση τα στοιχεία/αρχεία που τηρούνται στο Πρωτοκολλητείο, η αγωγή 3884/1999 Ε.Δ. Λάρνακας, φαίνεται ότι καταστράφηκε σύμφωνα με τα κριτήρια του Α.Δ για τη διαχείριση φακέλων». Τα πιο πάνω λίγη σημασία έχουν με δεδομένη την παραδοχή των αιτητών ότι μετά το 2007 οι εν λόγω Δικαστικές Αποφάσεις δεν έτυχαν εκτέλεσης. Τούτων λεχθέντων, αποτελεί αδιαμφησβήτητο γεγονός, ότι έχει παρέλθει μεγάλο χρονικό διάστημα, εντός του οποίου οι ενάγοντες έχουν εγκαταλείψει κάθε προσπάθεια για εκτέλεση των Δικαστικών Αποφάσεων που έλαβαν τα έτη 1999 και
  4. Αυτό επιμαρτυρείται από την δική τους παραδοχή ότι η τελευταία φορά που έτυχαν ανανέωσης αυτές ήταν, το
  5. Παρά την νομολογιακή τάση που παρατηρείται τα τελευταία έτη, όπως τα Δικαστήρια δίδουν άδεια για εκτέλεση των Δικαστικών αποφάσεων, δεν μπορεί παρά να μνημονευθεί ότι σε περιπτώσεις, ως η παρούσα, όπου οι ενάγοντες δεν έχουν, ομολογουμένως προβεί σε κανένα μέτρο εκτέλεσης, για αριθμό ετών, το όλο ζήτημα να δημιουργεί έντονο προβληματισμό αφού, η εκτέλεση των αποφάσεων των Δικαστηρίων είναι πάντοτε κάτω από την επίβλεψη και έλεγχο τους, προκειμένου να διαπιστώνεται ότι ο εξ' αποφάσεως πιστωτής, κάθε φορά που αιτείται άδεια για ανανέωση αυτής, έχει στον διαρρεύσαντα από το προηγούμενο αίτημα του χρόνο, λάβει όλα εκείνα τα μέτρα, εντός της εμβέλειας των δυνατοτήτων του, τα οποία δεν μπόρεσαν να καρποφορήσουν εντός της προβλεπόμενης χρονικής περιόδου, λαμβανομένης υπόψιν και της Κυπριακής επί τούτου, πραγματικότητας (βλ. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ v
  6. Χαρίτων Ευσταθίου κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ, 47/2013 ημερ. 10.6.2019). Η Νομολογία που διέπει το ζήτημα εκτέλεσης Δικαστικών αποφάσεων σε καμία περίπτωση δεν υποστηρίζει όπως οι εξ' αποφάσεως πιστωτές αφήνουν σε αδράνεια την εκτέλεση των Δικαστικών Αποφάσεων που εξασφάλισαν προς όφελος τους, με σκοπό την ανανέωση τους όταν οι ίδιοι επιθυμούν και κρίνουν ορθό. Στην παρούσα περίπτωση δεν μπορεί παρά να μνημονευθεί η αδικαιολόγητη λήθη στην οποία έχουν περιπέσει οι ενάγοντες τα τελευταία 9, αν όχι και περισσότερα, χρόνια. Σκοπός του Νομοθέτη, ουδέποτε ήταν η διαιώνιση Δικαστικών Διαδικασιών, επ' αόριστον, ή η εναπόθεση στα χέρια των πιστωτών του δικαιώματος όπως ανανεώνουν Δικαστικές αποφάσεις κατά το δοκούν, όταν οι ίδιοι, κρίνουν πρόσφορο, ή όπως θεωρούν ότι δικαιωματικά μπορούν να τυγχάνουν έγκρισης τα αιτήματα τους, ακόμη και σε περιπτώσεις που έχει, εξ΄αντικειμένου επιδειχθεί αδικαιολόγητη αδράνεια. Ακόμη και οι θέσεις των εναγόντων ότι μέχρι σήμερα καταβάλλονται ποσά προς αποπληρωμή του χρέους, δεν υποστηρίζονται επαρκώς από την μαρτυρία που προσκόμισαν. Αυτό γιατί ο κ. Σωτηρίου καμία αναφορά δεν κάνει στην ένορκη του δήλωση ότι είναι οι συγκεκριμένοι εναγόμενοι που καταβάλλουν ποσά δια εξόφληση του χρέους τους, στο δε Τεκμήριο Στ, κατάσταση λογαριασμού φαίνεται μόνον, η πίστωση εμβασμάτων από το Υπουργείο Άμυνας στον λογαριασμό που διατηρεί η τράπεζα επ' ονόματι του εναγόμενου 1 στην αγωγή, XXXXX Π. Βάσου, στα πλαίσια της Πτώχευσης με αριθμό XXXXX/
  7. Όπως ευθέως τέθηκε στην πρόσφατη επί του θέματος, Λάμπρος Κυπριανού & Υιοί (Εργολάβοι) Λτδ κ.α. ν. Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ, Πολιτική Έφεση 179/2013, ημερομηνίας 27.11.2019, ECLI:CY:AD:2019:A492: « Από την Αγγλική νομολογία, την οποία παράθεσε το πρωτόδικο δικαστήριο (δέστε, μεταξύ άλλων, Patel v. Singh
(2002)EWCA, 1668), ο κανόνας φαίνεται να είναι ότι η διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου ασκείται εναντίον της έγκρισης της αίτησης για εκτέλεση, μετά την παρέλευση της προθεσμίας των δέκα ετών, εκτός αν υπάρχουν τέτοια γεγονότα που δείχνουν ότι η δικαιοσύνη εξυπηρετείται καλύτερα με την έγκριση της αίτησης. Το βάρος απόδειξης ότι ο αιτητής δικαιούται αδείας εκτέλεσης το φέρει ο ίδιος ο αιτητής (δέστε, ΣΠΕ Κοντέας, ανωτέρω). Επομένως δεν αποτελεί δικαίωμα του εξ αποφάσεως πιστωτή, η εκτέλεση της δικαστικής απόφασης μετά την παρέλευση των δέκα ετών και ο εξ αποφάσεως πιστωτής οφείλει να δώσει εξηγήσεις, στην απουσία ειδικών περιστάσεων, για το λόγο της καθυστέρησης». Αποτελεί γεγονός ότι, η συμμόρφωση με δικαστικές αποφάσεις και η εκτέλεση αυτών είναι θεμελιακής σημασίας σε ένα κράτος δικαίου. Είναι στοιχείο που συναρτάται άμεσα με το κύρος της δικαστικής διαδικασίας και με την αξιοπιστία της δικαιοσύνης, η οποία εξαρτάται άμεσα και από την αποτελεσματικότητά της (βλ.Εθνική Τράπεζα της Ελλάδας ν. Κωνσταντίνου
(2000)1 Α.Α.Δ. 1034 και Αδελφοί Θράσου και Συνεργάτες (Ομόρρυθμη Εταιρεία) ν. Άβιβου Βασιλαρά κ.ά.
(2008)1 Α.Α.Δ. 830). Η παροχή της αιτούμενης άδειας δεν είναι δικαιωματική, αλλά υπόκειται στην εφαρμογή των προϋποθέσεων και κριτηρίων της Διαταγής 40 Θ.8, ως αυτά ερμηνεύτηκαν νομολογιακά. Οφείλεται εδώ να σημειωθεί ότι παρά την άσκηση της κρίσης του Δικαστηρίου ενάντια στην έγκριση του αιτήματος, αυτό, επ΄ουδενί δεν αφαιρεί από τον εξ' αποφάσεως πιστωτή την λήψη μέτρων, εκτός της εμβέλειας του άρθρου 14 του Κεφαλαίου 6 για είσπραξη του εξ΄αποφάσεως χρέους αλλά ούτε και την οικειοθελή ανταπόκριση των εναγομένων προς εξόφληση του χρέους, χωρίς την παρέμβαση του Δικαστηρίου. Το πραγματικό υπόβαθρο περί αδικαιολόγητης καθυστέρησης που έθεσαν οι Καθ' ων η αίτηση 3 και 6 στο πλαίσιο των ενστάσεων τους, κρίνω ότι τεκμηριωμένα κλίνουν την πλάστιγγα της δικαιοσύνης υπέρ της θέσης των, ότι θα ήταν άδικο να εγκριθεί η χορήγηση άδειας εκτέλεσης των Δικαστικών αποφάσεων μετά από παρέλευση 21 και 20 ετών αντίστοιχα, από την έκδοσή τους και μετά από 9 τουλάχιστον, χρόνια αδράνειας από πλευράς Αιτητών. Ενόψει των πιο πάνω, η αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ των Καθ'ων η αίτηση 3 και 6 και εναντίον των αιτητών, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............ Μ. Ναθαναήλ, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.