Αντωνιάδη κ.α. ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ κ.α., Αρ. Αγωγής: 2031/2019, 11/4/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2022:A38 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ : Χρήστος Γ. Φιλίππου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2031/2019 Μεταξύ:
- XXXXX Αντωνιάδη
- XXXXX Αντωνιάδου
- XXXXX Αντωνιάδου
- XXXXX Αντωνιάδη Εναγόντων και
- Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ
- Gordian Holdings Limited Εναγόμενων Ημερομηνία: 11 Απριλίου, 2022 Εμφανίσεις: Για τους Εναγόμενους/Αιτητές: Ο κ. Παναγιώτης Μακρίδης και Ραφαήλ Βερζανλής για Χρυσαφίνης και Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε. Για τους Ενάγοντες/ Καθ' ων η αίτηση: Η κα Κωνσταντίνα Παπαστεφάνου για Μαρκίδης & Μαρκίδης & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Ε Ν ΔΙ Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η (σε αίτηση ημερ. 14.05.2021 για παραμερισμό της αγωγής) Οι εναγόμενοι/ αιτητές («οι Αιτητές») αιτούνται στην υπό κρίση αίτησή τους την έκδοση διατάγματος με το οποίο να παραμερίζεται και/ή διαγράφεται και/ή ακυρώνεται η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγή και/ή το Γενικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα και/ή η Έκθεση Απαίτησης καθ' ότι δεν αποκαλύπτουν καλή και/ή βάσιμη αιτία αγωγής (no reasonable cause of action) και/ή διαζευκτικά διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να παραμερίζεται και/ή διαγράφεται και/ή ακυρώνεται και/ή αναστέλλεται η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγή καθ' ότι η αγωγή είναι επιπόλαιη και/ή ενοχλητική (frivolous or vexatious) και/ή καθ' ότι το Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να εκδώσει τα αιτούμενα Διατάγματα και/ή θεραπείες που αξιώνονται σε αυτή. Η αίτηση βασίζεται στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.19 Θ.4, Θ.5 και Θ.26, Δ.27, Θ.1,2,3, Δ.48, Θ.1,2,3,4,8 και 9, επί των συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου και επί των αρχών που διέπουν την διακριτική ευχέρεια αυτού καθώς επίσης και επί των γενικών αρχών του δικαίου. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η αίτηση εκτίθενται σε ένορκη δήλωση την οποία υπογράφει ο κ. XXXXX Δημητρίου (Ε/Δ Π.Δ.), ο οποίος πέραν από την ιδιότητα του ως υπαλλήλου των Αιτητών δηλώνει ότι εξουσιοδοτήθηκε να προβεί στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης καθώς γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα της υπόθεσης ως εκ της θέσεως την οποία κατέχει στους Αιτητές, όσα δε από αυτά δεν γνωρίζει προσωπικά τυγχάνει σχετικής πληροφόρησης, την πηγή της οποίας αποκαλύπτει, όπως και ότι έλαβε νομική συμβουλή όπου αναφέρεται σε νομικά θέματα από τους δικηγόρους που εκπροσωπούν στην παρούσα τους Αιτητές. Επί της ουσίας δηλώνει τα ακόλουθα: « Όπως φαίνεται ξεκάθαρα μέσα από τον φάκελο της δικογραφίας, και ιδιαίτερα μέσα από την παράγραφο 9 της ένορκης δήλωσης της Καθ' ης η Αίτηση 2 ημερομηνίας 19/12/2019 (η οποία ένορκη δήλωση έγινε εκ μέρους και για λογαριασμό όλων των Καθ' ων η Αίτηση στα πλαίσια αίτησης ίδιας ημερομηνίας για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων) η μόνη βάση αγωγής αλλά και αξίωση των Καθ' ων η Αίτηση εναντίον των Αιτητών έγκειται στην αμφισβήτηση της νομιμότητας της μεταβίβασης του εξ' αποφάσεως χρέους και των επίδικων υποθηκών από την Τράπεζα στην Gordian. Αντίγραφο της εν λόγω αίτησης μαζί με την συνοδευτική αυτής ένορκη δήλωση (χωρίς όμως τα Τεκμήρια αυτής) επισυνάπτω ως Τεκμήριο 1 στην παρούσα μου. Η ίδια δήλωση και παραδοχή ήτοι ότι η μόνη βάση αγωγής και αξίωση των Καθ' ων η Αίτηση εναντίον των Αιτητών έγκειται στην αμφισβήτηση της νομιμότητας της μεταβίβασης του εξ' αποφάσεως χρέους και των επίδικων υποθηκών από την Τράπεζα στην Gordian επαναλήφθηκε και από την δικηγόρο των Εναγομένων ενώπιον του Δικαστηρίου στις 17/01/2020 κατά την ακρόαση της πιο πάνω αίτησης ημερομηνίας 19/12/
- Περαιτέρω, εξ' όσων αντιλαμβάνομαι και με ενημερώνουν οι δικηγόροι των Αιτητών οι ίδιοι ισχυρισμοί και θέσεις περί παρανομίας της μεταβίβασης του εξ' αποφάσεως χρέους και των επίδικων υποθηκών από τους Αιτητές 1 προς τους Αιτητές 2 επαναλαμβάνονται και στην καταχωρηθείσα εκ μέρους των Καθ' ων η Αίτηση Έκθεση Απαίτησης ενώ αξιώνονται θεραπείες οι οποίες κατ' ουσίαν επιδιώκουν την ακύρωση και παραμερισμό της μεταβίβασης του εξ' αποφάσεως χρέους και των επίδικων υποθηκών από τους Αιτητές 1 προς τους Αιτητές 2 ως παράνομης. Σημειώνω ότι η εν λόγω μεταβίβαση του εξ' αποφάσεως χρέους και των επίδικων υποθηκών από την Τράπεζα στην Gordian (που είναι παραδεκτό ότι έγινε) εγκρίθηκε και έγινε αποδεκτό από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας στις 23/05/22019 στα πλαίσια της Γενικής Αίτησης υπ. αριθμό 372/19 Επί τοις αφορώσι την Bank of Cyprus Public Co Ltd κ.α. όπου και εκδόθηκε σχετικό διάταγμα ημερομηνίας 23/03/2019 (το οποίο τέθηκε σε ισχύ στις 30/05/2019) μέσω του οποίου επικυρώθηκαν οι πρόνοιες σχετικού Σχεδίου Διακανονισμού με βάση τα άρθρα 198, 199 και 200 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113 και η εν λόγω μεταβίβαση η οποία έγινε κατ' εφαρμογή των προνοιών των άρθρων 18 και 19 του περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και Συναφή Θέματα Νόμου του 2015 (Ν. 169(Ι)/2015) όπως έχει τροποποιηθεί. Επισυνάπτω επίσης ως Τεκμήριο 2 αντίγραφο του εν λόγω Διατάγματος του ΕΔ Λευκωσίας ημερομηνίας 23/05/2019, στο οποίο ρητά αναφέρονται τόσο οι επίδικες υποθήκες όσο και οι τραπεζικοί λογαριασμού τους οποίους εξασφαλίζουν ως ακολούθως: i. Υποθήκη Υ. XXXXX/82: Καταγράφεται στη σελίδα 317 του Συνημμένου στο Διάταγμα Σχεδίου Διακανονισμού. ii. Υποθήκη Υ. XXXXX/82: Καταγράφεται στη σελίδα 317 του Συνημμένου στο Διάταγμα Σχεδίου Διακανονισμού iii. Λογαριασμός υπ. αριθμό XXXXX4668: Καταγράφεται στην σελίδα 115 του Συνημμένου στο Διάταγμα Σχεδίου Διακανονισμού. iv. Λογαριασμός υπ. Αριθμό XXXXX1124: Καταγράφεται στην σελίδα 137 του Συνημμένου στο Διάταγμα Σχεδίου Διακανονισμού. Στη βάση των εν λόγω ενόρκων παραδοχών, των δηλώσεων των δικηγόρων των Καθ' ων η Αίτηση (οι οποίες όπως με συμβουλεύουν οι δικηγόροι των Αιτητών είναι δεσμευτικές για αυτούς) και των δικογραφημένων ισχυρισμών των Καθ' ων η Αίτηση σε συνδυασμό με τις πρόνοιες του Διατάγματος ημερομηνίας 23/05/2019, ειλικρινά πιστεύω και έχω τύχει νομικής συμβουλής ότι η παρούσα αγωγή θα πρέπει να παραμερισθεί και να απορριφθεί καθ' ότι δεν έχει καμία πιθανότητα επιτυχίας αφού το παρόν Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία και εξουσία να ελέγξει το κατά πόσον η μεταβίβαση και εκχώρηση έγινε νόμιμα και νομότυπα ούτε βεβαίως έχει εξουσία να διατάξει την ακύρωση της εν λόγω μεταβίβασης (όπως αξιώνουν οι Καθ' ων η Αίτηση) καθ' ότι εάν το πράξει ουσιαστικά θα ενεργήσει ως Εφετείο ομόβαθμου του Δικαστηρίου. Περαιτέρω, ειλικρινά πιστεύω και έχω τύχει νομικής συμβουλής ότι οι ισχυρισμοί και αξιώσεις των Καθ' ων η Αίτηση, πέραν του ότι δεν αποτελούν «καλή βάση αγωγής», δεν έχουν καμία πιθανότητα επιτυχίας και ως εκ τούτου είναι σκανδαλώδεις και ενοχλητικοί και το Δικαστήριο θα πρέπει να ασκήσει την διακριτική του ευχέρεια παραμερίζοντας την παρούσα αγωγή από το πρώιμο αυτό στάδιο της διαδικασίας, παραμερισμός και απόρριψη η οποία είναι προς το συμφέρον της Δικαιοσύνης αφού θα οδηγήσει στην εξοικονόμηση πολύτιμου δικαστικού χρόνου αλλά και εξόδων». Οι Καθ' ων η αίτηση καταχώρισαν ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης την οποία βασίζουν στη Δ.19, ΘΘ.4, 5 και 26, Δ.20, ΘΘ.1 και 2, Δ.27, ΘΘ.1, 2 και 3, Δ.48, ΘΘ.1, 2
(1)και
(3), 3, 4
(1), 5, 6, 7, 9(
- j)και (
- o)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στα άρθρα 2 - 5, 18 και 19 του περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και για Συναφή Θέματα Νόμου του 2015 (Ν.169(I)/2015, ως έχει τροποποιηθεί), στο Άρθρο 30 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, στο Άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, στις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου και των αγγλικών Δικαστηρίων, στις αρχές του Δικαίου της Επιείκειας και του Κοινοδικαίου και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Προβάλλουν τους ακόλουθους λόγους ένστασης: « ΛΟΓΟΣ ΕΝΣΤΑΣΗΣ 1: Η Αίτηση δεν πληροί τις προϋποθέσεις της Διαταγής 19, Θεσμός 26 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, ως συγκεκριμενοποιούνται από τη Νομολογία: (α) Δεν ικανοποιείται το περιεχόμενο των όρων «αχρείαστο» ("unnecessary"), «σκανδαλώδες» ("scandalous") και «τείνει να προκαλέσει δυσχέρεια και/ή αμηχανία και/ή να παρακωλύσει τη δίκαιη διεξαγωγή της διαδικασίας» ("tend to prejudice, embarrass, or delay the fair trial of the action"), καθότι η Έκθεση Απαίτησης των Καθ' ων η Αίτηση (στη βάση του καταχωρηθέντος Γενικώς Οπισθογραφημένου Κλητηρίου Εντάλματος (το «Κλητήριο Ένταλμα»)) εγείρει σοβαρό νομικό ζήτημα προς εκδίκαση, η απόφανση επί του οποίου είναι δυνατή μόνο κατά την τελική εκδίκαση της ουσίας της Αγωγής και όχι κατά μια ενδιάμεση δικαστική διαδικασία, ως η παρούσα της Αίτησης. (β) Η Έκθεση Απαίτησης των Καθ' ων η Αίτηση (στη βάση του Κλητηρίου Εντάλματος) είναι νομικά επιτρεπτή και/ή το περιεχόμενο και/ή η βάση και/ή γεγονότα που στηρίζουν την Έκθεση Απαίτησης δεν στερούνται οποιουδήποτε νομικού ερείσματος, αλλά αντίθετα από την όψη της Έκθεσης Απαίτησης προκύπτει η ύπαρξη αγώγιμου δικαιώματος. (γ) Η ύπαρξη μίας και μόνο βάσης της Αγωγής, η οποία αφορά σοβαρό νομικό ζήτημα, δεν δύναται να αποτελέσει λόγο προς ικανοποίηση των προϋποθέσεων της Διαταγής 19, Θεσμός 26 ή της Διαταγής 27, Θεσμός 3 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. (δ) Το Διάταγμα Δικαστηρίου ημερομηνίας 23.05.2019 (βλ. παρ. 9 της Ένορκης Δήλωσης Παύλου Δημητρίου ημερομηνίας 14.05.2021 υποστηρίζουσα την Αίτηση καθώς και το Τεκμήριο 2 αυτής (η «ΕΔΠΔ»), δεν αποτελεί δεδικασμένο μεταξύ των Αιτητών και των Καθ' ων η Αίτηση στη βάση (και) σχετικών Πρωτοβάθμιων Αποφάσεων Δικαστηρίου. (ε) Ως εκ των ανωτέρω υπό (δ), το Διάταγμα Δικαστηρίου ημερομηνίας 23.05.2019, δεν καθορίζει ούτε και επηρεάζει την απόφανση του Δικαστηρίου επί των επίδικων ζητημάτων στην Αγωγή, ήτοι επί της παρανομίας της μεταβίβασης από τους Καθ' ων η Αίτηση 1 στους Καθ' ων η Αίτηση 2 των Υποθηκών υπ. Αρ. XXXXX/1982 και XXXXX/1982 και των Λογαριασμών XXXXX4668 (παλαιός αριθμός XXXXX0145) και XXXXX1124 (παλαιός αριθμός XXXXX6146). (στ) Άνευ επηρεασμού των ανωτέρω υπό (α) έως και (ε), οι Αιτητές δεν έχουν συγκεκριμενοποιήσει ποιων αξιώσεων του Κλητηρίου Εντάλματος και/ή ισχυρισμών της Έκθεσης Απαίτησης των Καθ' ων η Αίτηση επιδιώκεται η διαγραφή συγκεκριμένα. (ζ) Στη βάση των ανωτέρω υπό (α) έως και (γ), η Αγωγή, ως προκύπτει από το Κλητήριο Ένταλμα και την Έκθεση Απαίτησης των Καθ' ων η Αίτηση, δεν συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. ΛΟΓΟΣ ΕΝΣΤΑΣΗΣ 2: Η Αίτηση δεν πληροί τις προϋποθέσεις που θέτει η Διαταγή 27, Θεσμός 3 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, ως τυγχάνουν συγκεκριμενοποίησης από τη Νομολογία καθότι: (α) Δεν ικανοποιείται το περιεχόμενο των όρων «δεν αποκαλύπτει εύλογη αιτία αγωγής» ("it discloses no reasonable cause of action or answer") και «επιπόλαιη ή ενοχλητική» ("frivolous or vexatious"), καθότι η Έκθεση Απαίτησης των Καθ' ων η Αίτηση (στη βάση του Κλητηρίου Εντάλματος) αποκαλύπτει εύλογη αιτία αγωγής και/ή αγώγιμο δικαίωμα των Εναγόντων εναντίον των Εναγόμενων, εγείροντας σοβαρό νομικό ζήτημα προς εκδίκαση, η απόφανση επί του οποίου είναι δυνατή μόνο κατά την τελική εκδίκαση της ουσίας της Αγωγής και όχι κατά μια ενδιάμεση δικαστική διαδικασία, ως η παρούσα της Αίτησης. (β) Εν πάση περιπτώσει, δεν έχει μέχρι σήμερα εκδοθεί νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου επί του επίδικου (νομικού) ζητήματος, η οποία να δεσμεύει το παρόν Δικαστήριο και/ ή να επηρεάζει καθ' οιονδήποτε τρόπο το αγώγιμο δικαίωμα των Εναγόντων. (γ) Προς αποφυγή επαναλήψεων επαναλαμβάνονται οι παράγραφοι (β) - (στ) του Λόγου Ένστασης 1. ΛΟΓΟΣ ΕΝΣΤΑΣΗΣ 3: Η Αίτηση είναι παράτυπη και εν πάση περιπτώσει πρέπει να εξεταστεί και να αξιολογηθεί στην όψη της Έκθεσης Απαίτησης κατ' απομόνωση του περιεχομένου της, χωρίς συνάρτηση με οποιαδήποτε προσκομισθείσα μαρτυρία. Ως εκ τούτου, η Ε.Δ. Π.Δ. και τα συνημμένα σε αυτήν Τεκμήρια (και δη το Τεκμήριο 2) είναι απαράδεκτα και/ ή δεν έχουν οποιαδήποτε αποδεικτική αξία για τους σκοπούς της Αίτησης και συνεπώς, δεν πρέπει να ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο. Σημειώνεται περαιτέρω ότι η Ε.Δ. Π.Δ. έχει καταχωρηθεί κατά παράβαση των αρχών της σχετικής Νομολογίας που αφορά την προώθηση και εξέταση αιτήσεων βάσει της Διαταγής 19, Θεσμός 26 και της Διαταγής 27, Θεσμός 3 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. ΛΟΓΟΣ ΕΝΣΤΑΣΗΣ 4: Η επιτυχία της Αίτησης θα βλάψει ουσιωδώς τα δικαιώματα των Καθ' ων η Αίτηση κατά παράβαση του Άρθρου 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και του Άρθρου 30 του Συντάγματος. ΛΟΓΟΣ ΕΝΣΤΑΣΗΣ 5: Η Αίτηση αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας (abuse of the process of the court) και/ή είναι κακόπιστη και/ή κακόβουλη και/ή εκδικητική και/ή καταπιεστική και/ή έγινε για αλλότριους σκοπούς και ειδικότερα προς καθυστέρηση και/ή εκτροχιασμό της εκδίκασης της ουσίας της Αγωγής». Η ένσταση δεν υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση και προς υποστήριξη των γεγονότων της γίνεται παραπομπή στο φάκελο της υπόθεσης. ΟΙ ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ: Η ακρόαση της αίτησης έγινε στη βάση της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση και στους λόγους ένστασης όπως καταγράφονται στην Ειδοποίηση Ένστασης και στα γεγονότα της υπόθεσης όπως αυτά εμφαίνονται στο φάκελο της υπόθεσης στον οποίο γίνεται παραπομπή από τους ενιστάμενους. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των δύο πλευρών είχαν την καλοσύνη να ετοιμάσουν εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τις οποίες απέστειλαν ηλεκτρονικά. Στις αγορεύσεις τους με παρέπεμψαν τόσο στα γεγονότα της υπόθεσης όσο και στη νομική πτυχή που διέπει κατά την άποψη τους αυτής της φύσης τα αιτήματα με αναφορά σε συγκεκριμένα γεγονότα και τις ιδιαίτερες περιστάσεις της υπόθεσης. Τις έχω μελετήσει με προσοχή και λαμβάνω υπόψη μου τις εισηγήσεις τους, όπου δε χρειαστεί στη συνέχεια θα γίνει αναφορά σε αυτές. Απαντήσεις στις διάφορες εισηγήσεις και επιχειρήματα θα δοθούν με το σκεπτικό του Δικαστηρίου που θα ακολουθήσει χωρίς να απαιτείται να ενδιατρίψω σε κάθε επί μέρους εισήγηση ή επιχείρημα όταν κρίνεται ότι δεν εξυπηρετεί οποιονδήποτε σκοπό προς επίλυση των επίδικων ζητημάτων ή το οποίο κρίνεται ότι δεν είναι ουσιώδες ή νομικά αποδεκτό (βλ. Οδυσσέα v. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 490, Ανδρονίκου κ.α. v. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 486, την Έφεση Αρ.22/2018 του Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου Μ.Φ.Χ. v. M.X. με ημερ. 28.09.2021 και την εντελώς πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση του Δευτεροβάθμιου και πάλι Οικογενειακού Δικαστηρίου στην Έφεση Αρ. 20/2020 Γ.Λ. v. X.I. ημερ. 15.12.2021 όπου επαναλήφθηκαν τα ίδια ως άνω με την ακόλουθη διατύπωση: «.Όπως επανειλημμένα έχει λεχθεί δεν είναι έργο του Δικαστηρίου να σχολιάζει κάθε επιχείρημα ή δήλωση των διαδίκων ή των συνηγόρων τους. Καθήκον του είναι η διατύπωση καθαρής δικαστικής κρίσης η οποία να είναι αιτιολογημένη». ΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ ΚΑΙ ΥΠΑΓΩΓΗ ΤΟΥΣ ΣΤΗ ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΠΟΥ ΔΙΕΠΕΙ ΤΟ ΖΗΤΗΜΑ: Σύμφωνα με το μαρτυρικό υλικό που τέθηκε ενώπιον μου τα ακόλουθα θεωρούνται αναμφισβήτητα γεγονότα: (α) Ότι η μόνη βάση αγωγής αλλά και αξίωση των εναγόντων εναντίον των εναγόμενων έγκειται στην αμφισβήτηση της νομιμότητας της μεταβίβασης του εξ' αποφάσεως χρέους και των επίδικων υποθηκών από την Τράπεζα στην Gordian (βλ. Τεκμήριο 1 στην Ε/Δ Π.Δ.). Οι θεραπείες δε που αξιώνονται επιδιώκουν ουσιαστικά την ακύρωση και παραμερισμό της μεταβίβασης του εξ' αποφάσεως χρέους και των επίδικων υποθηκών από την Τράπεζα στην Gordian ως παράνομης. (β) Ότι η εν λόγω μεταβίβαση του εξ' αποφάσεως χρέους και των επίδικων υποθηκών από την Τράπεζα στην Gordian εγκρίθηκε και έγινε αποδεκτό από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας στις 23/05/22019 στα πλαίσια της Γενικής Αίτησης υπ. αριθμό 372/19 Επί τοις αφορώσι την Bank of Cyprus Public Co Ltd κ.α. όπου και εκδόθηκε σχετικό διάταγμα ημερομηνίας 23/03/2019 (το οποίο τέθηκε σε ισχύ στις 30/05/2019) μέσω του οποίου επικυρώθηκαν οι πρόνοιες σχετικού Σχεδίου Διακανονισμού με βάση τα άρθρα 198, 199 και 200 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113 και η εν λόγω μεταβίβαση η οποία έγινε κατ' εφαρμογή των προνοιών των άρθρων 18 και 19 του περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και Συναφή Θέματα Νόμου του 2015 (Ν. 169(Ι)/2015) όπως έχει τροποποιηθεί. Αντίγραφο του εν λόγω Διατάγματος, στο οποίο ρητά αναφέρονται τόσο οι υποθήκες όσο και οι τραπεζικοί λογαριασμοί τους οποίους εξασφαλίζουν με αναφορά στις συγκεκριμένες σελίδες του Παραρτήματος του Σχεδίου Διακανονισμού. Το Δικαστήριο επομένως καλείται ουσιαστικά να εξετάσει κατά πόσον έχει εξουσία και δικαιοδοσία να αποδώσει τις αιτούμενες θεραπείες όταν η βάση αγωγής αλλά και όλοι οι σχετικοί ισχυρισμοί και θέσεις που προωθούνται από την πλευρά των Καθ' ων η αίτηση βασίζονται αποκλειστικά και μόνο στην εισήγηση ότι η μεταβίβαση του εξ' αποφάσεως χρέους τους και των επίδικων υποθηκών από την Τράπεζα στην Gordian είναι παράνομη καθ' ότι έγινε κατά παράβαση των ρητών προνοιών του άρθρου 3 του περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και για Συναφή Θέματα Νόμο Ν. 169(Ι)/2015. Η παράθεση εδώ σε συντομία και της νομικής πτυχής που διέπει το ζήτημα της εξουσίας του Δικαστηρίου να διατάξει τον παραμερισμό ενός δικογράφου ή μιας δικαστικής διαδικασίας θα είναι υποβοηθητική στην κατανόηση της ανάλυσης στην οποία θα προβώ στη συνέχεια. Η Δ.19 Θ. 26 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας προνοεί τα ακόλουθα: «The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, order to be struck out or amended any matter in any indorsement or pleading which may be unnecessary or scandalous or which may tend to prejudice, embarrass, or delay the fair trial of the action». Σε μετάφραση: «Το Δικαστήριο ή Δικαστής μπορεί καθ' οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας να διατάξει τη διαγραφή ή τροποποίηση οποιουδήποτε ζητήματος σε οποιαδήποτε οπισθογράφηση ή δικόγραφο η οποία μπορεί να θεωρηθεί μη αναγκαία ή σκανδαλώδης ή που θα τείνει να προκαταβάλλει, περιπλέξει ή καθυστερήσει την όλη εκδίκαση της αγωγής». Η δε Δ.27 Θ 3 προνοεί τα ακόλουθα: «The Court may order any pleading to be struck out on the ground that it discloses no reasonable cause of action or answer, and in any such case or in case of the action or defence being shown by the pleading to be frivolous or vexatious or judgment to be entered accordingly as may be just». Σε μετάφραση: «Το Δικαστήριο μπορεί να διατάξει όπως οποιοδήποτε δικόγραφο διαγραφεί για τον λόγο ότι δεν περιέχει λογικό αγώγιμο δικαίωμα ή απάντηση και σε τέτοια περίπτωση ή σε περίπτωση που η αγωγή ή υπεράσπιση φανεί από τα δικόγραφα ότι είναι μηδαμινή η ενοχλητική το Δικαστήριο μπορεί να διατάξει όπως η αγωγή ανασταλεί ή απορριφθεί, ή να εκδώσει απόφαση που θα είναι δικαία». Το εύρος και έκταση της εξουσίας του Δικαστηρίου να διατάξει την διαγραφή και παραμερισμό μίας αγωγής ως μη αποκαλύπτουσα αγώγιμο δικαίωμα, όπως αυτή προβλέπεται από τις Δ.19 Θ.26 και Δ.27 Θ.3 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, έτυχαν εκτεταμένης ανάλυσης και ερμηνείας από το Ανώτατο Δικαστήριο στην κλασσική θα έλεγα υπόθεση In re Pelmaco
(1991)1 Α.Α.Δ. όπου ο Πικής Δ. (ως ήταν τότε) ανέφερε τα ακόλουθα: «Στην απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου ορθά επισημαίνεται ότι η διαγραφή αίτησης για διάλυση, όπως και κάθε αίτημα για διαγραφή δικογράφου, συνιστά εξαιρετικό μέτρο το οποίο δικαιολογείται μόνο όταν αδιαμφισβήτητα το δικόγραφο στερείται νομικού ή πραγματικού ερείσματος. Υποδεικνύεται επίσης στην πρωτόδικη απόφαση ότι το δικόγραφο του οποίου επιδιώκεται η διαγραφή, αξιολογείται αυτοτελώς με βάση την αντικειμενική υπόσταση του περιεχομένου του, ανεξάρτητα από τη μαρτυρία η οποία το υποστηρίζει (βλ. Buttes Gas & Oil Co. v. Hammer [1975] 2 W.L.R., 425). Σημειώνεται επίσης ότι η επίκληση της συμφυούς δικαιοδοσίας του δικαστηρίου για τη διαγραφή δικογράφου, ασκείται με εξαιρετική φειδώ και μόνο εφόσον διαπιστώνεται ότι το δικόγραφο συνιστά κατάχρηση της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου· δηλαδή, χρήση των μέσων του δικαίου για αλλότριους σκοπούς. Αναλύεται επίσης η έννοια του όρου "frivolous and vexatious" (Βλ. Bullen & Leake and Jacob's, Precedents of Pleadings, 12th ed., p. 145). (κακόβουλου και ενοχλητικού δικονομικού μέτρου), για να διαπιστωθεί αν το Υπόμνημα για διάλυση έχει αυτά τα χαρακτηριστικά, όπως υπάρχει ισχυρισμός». Και πιο κάτω: «Η διαγραφή δικογράφου, και ιδιαίτερα δικογράφου με το οποίο ο διάδικος επικαλείται την άσκηση της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου, αποτελεί εξαιρετικό μέτρο το οποίο δικαιολογείται μόνο εφόσον το δικόγραφο κρίνεται αναντίλεκτα ανυπόστατο. Διαφορετικά, η διαγραφή θα συνεπαγόταν και παραβίαση του δικαιώματος διαδίκου να προσφύγει ενώπιον δικαστηρίου στο οποίο δικαιούται να προσφύγει βάσει του Συντάγματος, το οποίο κατοχυρώνεται από το Συντάγματος». Και πιο κάτω: «Η διαπίστωση αν η δικογραφία αποκαλύπτει αγώγιμο δικαίωμα, δεν είναι θέμα διακριτικής ευχέρειας αλλά θέμα δικαίου. Επομένως το Εφετείο είναι σε θέση ουσιαστικά, όπως και το πρωτόδικο δικαστήριο, να καταλήξει σε συμπεράσματα σε σχέση με τη δικαιϊκή υπόσταση δικογράφου». Οι αρχές επομένως που διέπουν την εξουσία και δικαιοδοσία του Δικαστηρίου να παραμερίσει οποιοδήποτε δικόγραφο μπορούν να συνοψιστούν στις ακόλουθες: (α) Το Δικαστήριο έχει εξουσία να διατάξει την διαγραφή και παραμερισμό ενός δικογράφου εάν κρίνει ότι το δικόγραφο αδιαμφησβήτητα στερείται νομικού ή πραγματικού ερείσματος. (β) Η εν λόγω εξουσία του Δικαστηρίου αποτελεί εξαιρετικό μέτρο και πρέπει να ασκείται με φειδώ και μόνο στις περιπτώσεις που το δικόγραφο κρίνεται αναντίλεκτα ανυπόστατο. (γ) Η κρίση και εύρημα κατά πόσον το δικόγραφο είναι αναντίλεκτα ανυπόστατο γίνεται αφού το δικόγραφο εξετασθεί εν τη όψει του και εάν από το περιεχόμενο του φαίνεται ότι αυτό στερείται νομικού ή πραγματικού ερείσματος, ανεξαρτήτως της μαρτυρίας που ενδεχομένως να το υποστηρίζει. Σε σχέση με το ζήτημα της έλλειψης εξουσίας και δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου να εξετάσει, ερμηνεύσει και αναθεωρήσει αποφάσεις και διατάγματα ομόβαθμού του Δικαστηρίου είναι πολύ καλά γνωστή η αρχή του Δικαίου μας ότι Δικαστήριο δεν μπορεί να λειτουργήσει ως Εφετείο ομόβαθμου του Δικαστηρίου ούτε και μπορεί να αναθεωρήσει οποιαδήποτε απόφαση ενός άλλου ισόβαθμου Δικαστηρίου αφού αυτό θα ανέτρεπε και θα εξουδετέρωνε την αποτελεσματικότητα της Δικαιοσύνης. Σχετικά είναι όσα ανέφερε ο κ. Ναθαναήλ. Δ. (όπως ήταν τότε) στην Πολ. Αίτηση 32/19 Επί τοις αφορώσι τον Λοϊζίδη, Παραλήπτη Διαχειριστή της ΚΠΧ Περατικός Λτδ, απόφαση ημερομηνίας 17/04/2019: «Επί της ουσίας, η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου συγκλίνει στο ότι δεν είναι δυνατό για ένα Δικαστήριο να αναθεωρεί αποφάσεις ομοβάθμου Δικαστηρίου με δεδομένο ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο θεωρείται ενιαίο για σκοπούς απονομής της δικαιοσύνης και δεν έχει σχέση, ούτε και θα μπορούσε νόμιμα να αποτελούσε παράγοντα που επηρεάζει μια απόφαση, η κατά περίπτωση σύνθεση του κατωτέρου Δικαστηρίου. Δεν μπορεί, με άλλα λόγια, εφόσον έχει αποφασιστεί ένα ορισμένο ζήτημα κατά ένα τρόπο, στη συνέχεια ένα άλλο ομόβαθμο Δικαστήριο στο οποίο αναλόγισε η υπόθεση στην πορεία της διαδικασίας, να αποφασίζει κατά άλλο τρόπο». Και πιο κάτω: «Ο λόγος είναι η ανάγκη για ύπαρξη συνέπειας στις αποφάσεις των πρωτόδικων Δικαστηρίων ώστε η διαδικασία να συνεχίζεται απρόσκοπτα στη βάση των λαμβανομένων σχετικών αποφάσεων, διαφορετικά η αποτελεσματικότητα της δικαιοσύνης εξουδετερώνεται, οι δε διάδικοι βρίσκονται σε αμηχανία προγραμματισμού ουσιαστικά και δικονομικά των κινήσεων τους στην υπόθεση. Δεν είναι συνεπώς δυνατό για ένα κατώτερο Δικαστήριο να αναθεωρηθεί αποφάσεις του ιδίου Δικαστηρίου έστω και αν διατηρεί άλλη άποψη εισερχόμενο έτσι την σφαίρα αρμοδιότητας του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ενεργώντας ως Εφετείο». Οι αρχές όμως που αναφέρθηκαν στην Λοϊζίδης ανωτέρω, είχαν ήδη τεθεί σε εφετειακό επίπεδο μεταξύ άλλων και στην Ματθαίου ν. Σολωμόντος κ.α.
(2010)1201, όπου ο Πασχαλίδης Δ. ανέφερε τα εξής: «Είναι πασιφανές ότι ο πρωτόδικος Δικαστής τόσο στη μια όσο και στην άλλη περίπτωση, κατά παράβαση της πάγιας αρχής που θέλει ένα Δικαστή να μην ενεργεί ως εφέτης του εαυτού του ή ομόβαθμου Δικαστηρίου, ενεδύθη δευτεροβάθμια δικαιοδοσία και ανέλαβε ρόλο εφετείου, ουσιαστικά με το ίδιο και στις δύο περιπτώσεις αποτέλεσμα να αποστερηθεί η εφεσείουσα, μαρτυρίας σχετικής με την αξιοπιστία των μαρτύρων και τη θεμελίωση της υπεράσπισης, πράγμα που καθιστούσε την αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων και συγκεκριμένα των εφεσιβλήτων, από τον πρωτόδικο Δικαστή, ακροσφαλή.». Προκύπτει επομένως ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας και εξουσίας να εξετάσει, ερμηνεύσει, αναθεωρήσει, ή τροποποιήσει απόφαση άλλου Επαρχιακού Δικαστηρίου αφού η εξουσία αυτή ασκείται αποκλειστικά και μόνο από το Ανώτατο Δικαστήριο κατά την άσκηση της Δευτεροβάθμιας δικαιοδοσίας του. Ούτε βεβαίως υπάρχει η δυνατότητα ή εξουσία του Επαρχιακού Δικαστηρίου να αναθεωρήσει απόφαση του εαυτού του, υπό την έννοια ότι όταν το Επαρχιακό Δικαστήριο έχει εκδώσει μία απόφαση ή ένα Διάταγμα με το οποίο αποφασίσθηκε ένα ζήτημα, τότε η απόφαση αυτή είναι τρόπον τινά δεσμευτική για το συγκεκριμένο Δικαστήριο και δεν μπορεί να αναθεωρηθεί ούτε και να τροποποιηθεί από το ίδιο το Δικαστήριο υπό άλλη σύνθεση, στην περίπτωση κατά την οποία η νέα σύνθεση του Επαρχιακού Δικαστηρίου ενδεχομένως να διαφωνεί με την απόφαση της προηγούμενης σύνθεσης. Προκύπτει από τα πιο πάνω ότι το Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να εκδώσει τις αιτούμενες θεραπείες που αξιώνονται με την αγωγή καθ' ότι τα πραγματικά γεγονότα στα οποία στηρίζεται η παρούσα Αίτηση αλλά και το αίτημα των Αιτητών για παραμερισμό της παρούσας αγωγής είναι απλά και ξεκάθαρα και εμφαίνονται μέσα: (α) από την Έκθεση Απαίτησης που καταχωρίστηκε εκ μέρους των Καθ' ων η αίτηση, (β) από την ένορκη δήλωση της Καθ' ης η αίτηση 2 ημερομηνίας 19/12/2019, (γ) από την αναντίλεκτη Ε/Δ Π.Δ. και τα συνημμένα σε αυτήν τεκμήρια και μάλιστα το Διάταγμα του Ε.Δ. Λευκωσίας ημερομηνίας 23.05.2019 και (δ) από την απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 27.01.2020 η οποία βρίσκεται στο φάκελο της υπόθεσης και άρα το Δικαστήριο μπορεί να αντλήσει γνώση όσων αναφέρονται σε αυτή (βλ. Γεωργίου v. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ (Αρ.2)
(1999)1 Α.Α.Δ. 1938) ότι δηλαδή: (α) Η μόνη βάση αγωγής αλλά και αξίωση των Καθ' ων η αίτηση εναντίον των Αιτητών έγκειται στην κατά την θέση τους παράνομη μεταβίβαση του εξ' αποφάσεως χρέους τους αλλά και των επίδικων υποθηκών από την Τράπεζα προς την Gordian (βλ. παράγραφος 9 στην ένορκη δήλωση της Καθ' ης η αίτηση 2 ημερομηνίας 19/12/2019, τεκμήριο 2 στην Ε/Δ ΠΔ). (β) Οι ίδιοι ισχυρισμοί, ήτοι περί δήθεν παράνομης μεταβίβασης επαναλαμβάνονται στην Έκθεση Απαίτησης των Καθ' ων η αίτηση αλλά και στις δικογραφημένες αξιώσεις τους (βλ. παράγραφοι 22, 23 και 24 της Έκθεσης Απαίτησης αλλά και τις παραγράφους 25 Α μέχρι ΣΤ (αμφότερων περιλαμβανομένων) . (γ) Η μεταβίβαση του εξ' αποφάσεως χρέους τους αλλά και των επίδικων υποθηκών από την Τράπεζα προς την Gordian επικυρώθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας μέσω σχετικού Δικαστικού Διατάγματος ημερομηνίας 23.05.2019 το οποίο εκδόθηκε στα πλαίσια της Γεν. Αίτησης 372/19 (βλ. Τεκμήριο 2 στην Ε/Δ Π.Δ.). (δ) Οι Καθ' ων η αίτηση δεν αμφισβήτησαν καθ' οιονδήποτε τρόπο την θέση του κ. Δημητρίου ότι η μεταβίβαση του εξ' αποφάσεως χρέους τους αλλά και των επίδικων υποθηκών επικυρώθηκε μέσω του Διατάγματος του Ε.Δ. Λευκωσίας με ημερομηνία 23.05.2019. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι δηλώσεις στις οποίες έχει προβεί ενόρκως η Καθ' ης η αίτηση 2 εκ μέρους όλων των Καθ' ων η αίτηση είναι ξεκάθαρες, ρητές και χωρίς καμία επιφύλαξη και είναι οι εξής: «Εν όψει των αναφερόμενων στις παραγράφους 6 και 7 γεγονότων και κατόπιν σχετικής νομικής που λάβαμε από την δικηγόρο κ. XXXXX Πατσαλίδου, καταχωρήθηκε η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγή, μέσω της οποίας (ως προκύπτει από το Γενικώς Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα) αμφισβητούμε και προσβάλλουμε την νομιμότητα της αναφερόμενης στην παράγραφο 6 μεταβίβασης και της νομιμοποίησης και δυνατότητας της Gordian να προωθήσει, αντικαθιστώντας την Τράπεζα Κύπρου, τις διαδικασίες εκποίησης των Υποθηκών XXXXX/82 και XXXXX/1982 καθώς και των Υποθηκών XXXXX/7 και XXXXX/94». Το ερώτημα που προκύπτει είναι το κατά πόσο το παρόν Δικαστήριο έχει εξουσία και δικαιοδοσία να εξετάσει τους δικογραφημένους ισχυρισμούς των Καθ' ων η αίτηση και να εκδώσει τις αιτούμενες θεραπείες, αναγνωρίζοντας ουσιαστικά ότι η μεταβίβαση του εξ' αποφάσεως χρέους των Καθ' ων η αίτηση αλλά και των επίδικων υποθηκών από την Τράπεζα προς την Gordian είναι παράνομη; Στο ερώτημα αυτό κατά την άποψη μου η απάντηση δεν μπορεί να είναι καταφατική καθώς: (α) Στη βάση των ρητών παραδοχών των Αιτητών οι οποίες έγιναν μέσω της ένορκης δήλωσης της Καθ' ης η Αίτηση 2 στην Ε.Δ. ημερ.19.12.2019 και η οποία είναι δεσμευτική για αυτούς (βλ. Τ. Ηλιάδη και Ν. Σάντη «Το Δίκαιο της Απόδειξης: Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές» σελίδα 279 αλλά και την Union des Cooperatives Agricoles de Cereales de Semences ν. Apak Agro Industries Ltd. κ.ά.
(1998)1 Α.Α.Δ. 542), η μόνη ουσιαστικά βάση αγωγής που έχει παραμείνει και μπορούν να επικαλεστούν οι Καθ' ων η αίτηση είναι αποκλειστικά η αμφισβήτηση της νομιμότητας μεταβίβασης του εξ' αποφάσεως χρέους και των επίδικων υποθηκών από την Τράπεζα στην Gordian, η οποία τονίζεται και πάλι ότι έχει επικυρωθεί και αναγνωρισθεί δικαστικά από το Ε.Δ. Λευκωσίας μέσω της έκδοσης του Διατάγματος Επικύρωσης του Σχεδίου Διακανονισμού ημερομηνίας 23.05.2019. (β) Επομένως, το παρόν Δικαστήριο δεν έχει εξουσία να εξετάσει τους δικογραφημένους ισχυρισμούς των Καθ' ων η αίτηση με ενδεχόμενο και προοπτική να εκδώσει τις αιτούμενες θεραπείες αφού εάν το πράξει ουσιαστικά θα έχει επενεργήσει ως εφετείο ομόβαθμου Δικαστηρίου παραμερίζοντας και ανατρέποντας το Διάταγμα ημερομηνίας 23.05.2019 του Ε.Δ. Λευκωσίας με το οποίο επικυρώθηκε και κρίθηκε ουσιαστικά ως παντελώς νόμιμη και νομότυπη η μεταβίβαση, πράγμα εντελώς ανεπίτρεπτο στην Κυπριακή Έννομη τάξη αφού η ερμηνεία, αμφισβήτηση και ενδεχομένως διαφοροποίηση των αποφάσεων των Επαρχιακών Δικαστηρίων γίνεται αποκλειστικά και μόνο από το Ανώτατο Δικαστήριο στα πλαίσια της δευτεροβάθμιας δικαιοδοσίας του. (γ) Δεν μπορεί να παραγνωριστεί ότι το παρόν Δικαστήριο (υπό άλλη σύνθεση) στην απόφαση του ημερομηνίας 27.01.2020 έκρινε ότι οι Καθ' ων η αίτηση δεν έχουν καλή βάση αγωγής (ήτοι δεν έχουν αιτία αγωγής γνωστή στο Νόμο) αναφέροντας χαρακτηριστικά τα εξής στην σελίδα 9 της απόφασης του: «Με βάση όλα τα πιο πάνω καταλήγω ότι το Δικαστήριο δεν κέκτηται καν εξουσίας να εξετάσει την εισήγηση των Αιτητών περί παρανομίας του διατάγματος εκχώρησης των επίδικων πιστωτικών διευκολύνσεων. Επί της πιο πάνω εισήγησης εδράζεται η αγωγή των Εναγόντων -Αιτητών». Πρόσθετα με βάση τα όσα έχουν αναφερθεί από το παρόν Δικαστήριο (υπό άλλη σύνθεση) στην απόφαση του με ημερομηνία 27.01.2020 αλλά και του ευρήματος περί ανυπαρξίας καλής βάσης αγωγής, θεωρώ ότι αυτά είναι δεσμευτικά για το παρόν Δικαστήριο και δεν υπάρχει η δυνατότητα να μην ακολουθηθούν. Σχετικά επί του θέματος είναι τα όσα λέχθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο στην απόφαση Λοϊζίδη ανωτέρω και συγκεκριμένα ότι: «.Επί της ουσίας, η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου συγκλίνει στο ότι δεν είναι δυνατό για ένα Δικαστήριο να αναθεωρεί αποφάσεις ομόβαθμου Δικαστηρίου με δεδομένο ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο θεωρείται ενιαίο για σκοπούς απονομής της δικαιοσύνης και δεν έχει σχέση, ούτε και θα μπορούσε νόμιμα να αποτελούσε παράγοντα που επηρεάζει μια απόφαση, η κατά περίπτωση σύνθεση του κατωτέρου Δικαστηρίου. Δεν μπορεί, με άλλα λόγια, εφόσον έχει αποφασιστεί ένα ορισμένο ζήτημα κατά ένα τρόπο, στη συνέχεια ένα άλλο ομόβαθμο Δικαστήριο στο οποίο αναλόγισε η υπόθεση στην πορεία της διαδικασίας, να αποφασίζει κατά άλλο τρόπο.». Σχετική για το ίδιο ζήτημα είναι και η απόφαση του κ. Α. Δαυίδ, ΠΕΔ, στην αγωγή του Ε.Δ. Λευκωσίας Αγωγή υπ. Αριθμό 159/18 Elma Investments Ltd κ.α. ν. Gordian Holdings Ltd απόφαση ημερομηνίας 24.07.2019 η οποία προσφέρει μία χρήσιμη καθοδήγηση αφού μόνο πειστική αξία μπορούν να έχουν για το παρόν Δικαστήριο (βλ. Ρωσική Ομοσπονδία
(2012)1 Α.Α.Δ. 20) όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα: «.Η ως άνω μεταβίβαση, υποστηρίζει ο ευπαίδευτος συνήγορος των αιτητών, δεν μπορεί να θεωρηθεί σύννομη, αφού ο συγκεκριμένος νόμος, ως υποδεικνύει παραπέμποντας προς τούτο στην πρόνοια του άρθρου 3
(1)(α) και (β) του Ν.169(Ι)/2015, περιορίζει τη δυνατότητα μεταβίβασης χρέους σε ποσά κάτω του ενός εκατομμυρίου ευρώ, περιπτώσεις στις οποίες δεν εμπίπτει η υπό συζήτηση. Σημειώνω ασφαλώς την διαφορετική θεώρηση των πραγμάτων επί του ζητήματος από τον ευπαίδευτο συνήγορο των καθ' ων η αίτηση, ο οποίος, παραπέμποντας στο εδάφιο 2 του άρθρου 3 του ως άνω νόμου, προκρίνει τη θέση ότι σε σχέση με πιστωτικές διευκολύνσεις από πιστωτικά ιδρύματα, καθορίζεται διαφορετική διαδικασία. Πέραν και ανεξάρτητα από την ως άνω διάσταση θέσεων μεταξύ των δύο πλευρών, η ύπαρξη του ως άνω διατάγματος του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας με το οποίο, ως έχει τεθεί χωρίς να αμφισβητηθεί, επικυρώθηκε η ως άνω μεταβίβαση, δεν επιτρέπει εκ των πραγμάτων στο παρόν δικαστήριο να καταστήσει αντικείμενο εξέτασης και συζήτησης στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας το σύννομο ή μη της ως άνω μεταβίβασης και την ορθότητα ή μη του ως άνω διατάγματος του δικαστηρίου. Αποτελεί βασική αρχή της νομολογίας μας ότι δικαστήριο της Δημοκρατίας δεν μπορεί να αναθεωρεί αποφάσεις ομόβαθμου δικαστηρίου. Τούτο, θα αποτελούσε εξέλιξη ανεπίτρεπτη και αντινομική (βλ. ανάλυση και παραπομπή σε σχετική νομολογία επί του ζητήματος στην πρόσφατη απόφαση του σεβαστού δικαστή Ναθαναήλ, στην Αίτηση για έκδοση εντάλματος certiorari (σε σχέση με αποφάσεις και διατάγματα που εκδόθηκαν στο πλαίσιο της αγωγής 2928/2017 Ε.Δ. Λ/σου) Πολιτική Αίτηση αρ. 32/2019 ημερ. 17.04.2019), ECLI:CY:AD:2019:D149. Παρεμβάλλεται ότι η πλευρά των εναγόντων παρά την καταχώρηση σχετικής ειδοποίησης στην παρούσα για την ως άνω μεταβίβαση - αντικατάσταση - υποκατάσταση της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ από την εταιρεία Gordian Holdings Limited, αλλά και προγενέστερης ενημέρωσης που έτυχαν μέσω επιστολών για την ως άνω εξέλιξη, (ως οι πρόνοιες της σχετικής νομοθεσίας προβλέπουν) δεν φαίνεται να έλαβαν οποιοδήποτε μέτρο σε σχέση με το σύννομο ή μη της ως άνω μεταβίβασης και της ορθότητας του διατάγματος του δικαστηρίου που την επικύρωσε. Η εισήγηση ότι οι ενάγοντες δεν ήταν σε θέση να γνωρίζουν την ακριβή σχέση μεταξύ της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ και της Gordian Holdings Ltd δεν διαφοροποιεί ασφαλώς το ζήτημα. Συνακόλουθα, το ως άνω διάταγμα, η ύπαρξης και η ισχύς του οποίου δεν αμφισβητήθηκαν, εξακολουθεί να ισχύει, να δεσμεύει και να παράγει αποτελέσματα». ΚΑΤΑΛΗΞΗ/ ΕΞΟΔΑ: Στην βάση επομένως όλων όσων έχω προσπαθήσει να εξηγήσω και καταγράψει πιο πάνω, καταλήγω ότι κατά την ενάσκηση της διακριτικής μου ευχέρειας μπορώ να εγκρίνω την αίτηση και να εκδώσω το αιτούμενο διάταγμα παραμερίζοντας και διαγράφοντας την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή (Γενικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα και/ή Έκθεση Απαίτησης με έξοδα υπέρ των Εναγόμενων/ Αιτητών και εναντίον των Εναγόντων/ Καθ' ων η αίτηση όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ........... Χρ. Γ. Φιλίππου, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο