← Κύπρος

MARINOS KINEYIROU ESTATE AGENCIES LTD ν. Κωνσταντίνου, Αρ. Αγωγής? 805/21, 14/2/2022

MARINOS KINEYIROU ESTATE AGENCIES LTD ν. Κωνσταντίνου, Αρ. Αγωγής? 805/21, 14/2/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2022:A30 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιονː Μ. Ναθαναήλ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγήςː 805/21 Μεταξύ: MARINOS KINEYIROU ESTATE AGENCIES LTD, Ενάγοντες -και- XXXXX Κωνσταντίνου Εναγόμενη Ημερομηνία: 14.2.22 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες/ Αιτητές: κ. Α. Π. Ποιητής Για Εναγόμενη / Καθ'ης η αίτηση: κα. Μ. Σιαθά για Σ. Ιωάννου Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Δικογραφία/ Έκθεση Απαίτησης: Με Ειδικώς Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα ημερομηνίας 25.6.21 οι ενάγοντες αξιώνουν εναντίον της εναγόμενης ποσό €14.875 πλέον νόμιμο τόκο και έξοδα, ως πληρεξούσιας αντιπροσώπου του XXXXX Χριστοφή. Αποτελεί θέση των εναγόντων ότι δυνάμει συμφωνίας ημερομηνίας 28.7.20 μεταξύ των διαδίκων, κατά την οποία η εναγόμενη παρουσιαζόταν ως πληρεξούσια αντιπρόσωπος του XXXXX Χριστοφή, η εναγόμενη διόρισε τους ενάγοντες ως κτηματομεσίτες με σκοπό τη εξεύρεση αγοραστή αναφορικά με το διαμέρισμα υπ΄αρ. XXXXX στο συγκρότημα με την ονομασία «XXXXX Κώρτ» στον Οδό XXXXX 4, στην Λάρνακα έναντι προμήθειας 5% πλέον ΦΠΑ, που θα καταβαλλόταν στην ενάγουσα όταν ο αγοραστής κατέβαλλε το 30% του τιμήματος. Οι ενάγοντες ήταν επιτυχείς στην πώληση του διαμερίσματος. Στο πωλητήριο έγγραφο ανεγράφετο ότι η πώληση έλαβε χώραν έναντι του τιμήματος των €250.000, η δε προμήθεια των εναγόντων ανερχόταν σε 5% πλέον ΦΠΑ πάνω στην τιμή πώλησης, ήτοι στο ποσό των €14.

  1. Παρά ταύτα, ούτε ο πωλητής, ούτε η εναγόμενη κατέβαλαν το όποιο ποσό προς τους ενάγοντες. Με δεδομένο ότι ο πωλητής είναι πρόσωπο το οποίο διαμένει στην αλλοδαπή, και οι ενάγοντες δεν γνωρίζουν ούτε αν έχει περιουσία στην Δημοκρατία ούτε και την διεύθυνση του στο εξωτερικό, προχώρησαν στην λήψη δικαστικών μέτρων εναντίον της εναγόμενης μόνο, η οποία, ως ισχυρίζονται, υπέχει προσωπική ευθύνη. Ιστορικό/ Αιτήσεις που προηγήθηκαν της παρούσης: (Α) Οφείλει το Δικαστήριο για σκοπούς πληρότητας όπως προβεί σε μια σύντομη αναφορά στο ιστορικό που προηγήθηκε της καταχώρησης της παρούσας αίτησης. Με την καταχώρηση της αγωγής, ακολούθησε την ίδια ημέρα αίτηση των εναγόντων για έκδοση Διατάγματος που να εμποδίζει την εναγόμενη από την απόσυρση οποιοδήποτε ποσού χρημάτων που βρίσκετο κατατεθειμένο στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λίμιτεδ κατά τρόπο που να παραμένει λιγότερο ποσό από €14.875, πλέον τα έξοδα της εν παρούσας υπόθεσης πλέον ΦΠΑ. Το εκδικάζουν Δικαστήριο για τους λόγους που αποτυπώνονται στο πρακτικό του ίδιας ημερομηνίας όρισε την αίτηση για επίδοση την 1.7.
  2. Σημειώνεται ότι την 1.7.21 ο φάκελος είχε απωλεσθεί από το Πρωτοκολλητείο, και τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου την 2.7.
  3. Κατά την εν λόγω ημερομηνία, και αφού το Δικαστήριο βεβαιώθηκε ότι τόσο το Κλητήριο ένταλμα, αλλά και η αίτηση είχαν επιδοθεί στην εναγόμενη προσωπικά την 25.6.21, εξέδωσε κατόπιν αιτήματος των συνηγόρων των εναγόντων το σχετικό Διάταγμα. (Β) Της έκδοσης του Διατάγματος ακολούθησε αίτηση ημερομηνίας 7.7.21 με την οποία οι ενάγοντες ζητούσαν Διάταγμα του Δικαστηρίου όπως η εναγόμενη παραδώσει στους ενάγοντες εντός τριών

(3)ημερών από την ημέρα έκδοσης του Διατάγματος Λεπτομέρειες και αντίγραφο των όποιων καταστάσεων λογαριασμών της με την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λίμιτεδ για την περίοδο 25.6.21μέχρι και 7.7.
  1. Η αίτηση συνάντησε την ένσταση της εναγόμενης, με το Δικαστήριο να εκδίδει επί του προκείμενου, απόφαση ημερομηνίας 6.10.
  2. Το αίτημα απορρίφθηκε με το Δικαστήριο να κρίνει ότι η έκδοση διαταγής για αποκάλυψη καταστάσεων λογαριασμών ή εγγράφων προ της ημερομηνίας του εκδοθέντος Διατάγματος, ήταν εκτός της εμβέλειας των εξουσιών του Δικαστηρίου, με αυτήν να περιορίζεται στην έκδοση του Διατάγματος από την 2.7.21 και εντεύθεν. (Γ) Της απόρριψης του αιτήματος των εναγόντων ακολούθησε η καταχώρηση νέας αίτησης εκ μέρους των εναγόντων ημερομηνίας 15.10.21, με την οποία ζητείτο η έκδοση Διατάγματος για παροχή Λεπτομερειών και Αντίγραφα Καταστάσεων Λογαριασμών από την 2.7.21 και εντεύθεν, Διάταγμα το οποίο το Δικαστήριο εξέδωσε την 17.11.21 και με το οποίο η εναγόμενη συμμορφώθηκε. Η Υπό κρίση αίτηση: Η συμμόρφωση της εναγόμενης με το προαναφερθέν Διάταγμα ημερομηνίας 17.11.21 φανέρωσε ότι στους λογαριασμούς υπήρχαν ποσά πολύ μικρότερα του αξιούμενου, γεγονός που θορύβησε τους ενάγοντες, οι οποίοι με αίτημα τους, το οποίο εγκρίθηκε από το Δικαστήριο την 24.11.21 ζητούσαν όπως απαγορευθεί στην εναγόμενη από το να πωλήσει, μεταβιβάσει, αποξενώσει ή δεσμεύσει τα ακόλουθα ακίνητα: (α) Χωράφι με αρ. Εγγ. 0/XXXXX Τοποθεσία Πάφος, Μαραθούντα- Πετρόβουνος, Φ/σχ 45/61, τεμάχιο XXXXX, Μείδιο 1/
  3. (β) Χωράφι με αρ. Εγγ. 0/XXXXX Τοποθεσία Πάφος, Μαραθούντα- Βουνιές, Φ/σχ 51/06, τεμάχιο XXXXX, Μερίδιο 2/
  4. (γ) Χωράφι με αρ. Εγγ. 0/XXXXX Τοποθεσία Πάφος, Μαραθούντα- Ροδιά Βουνιές, Φ/σχ 51/06, τεμάχιο XXXXX, Μερίδιο 2/
  5. Νομική βάση της αίτησης αποτελεί το Άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, τα άρθρα 4-9 του Κεφαλαίου 6 και η Διαταγή 48 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Παραπομπή γίνεται στα γεγονότα της υπόθεσης ως αυτά αποτυπώνονται μέσω της δικογραφίας, αλλά και των ενόρκων δηλώσεων που συνόδευαν τα κατά καιρούς αιτήματα των εναγόντων, ως επίσης και στην επισυνημμένη στην αίτηση ένορκη δήλωση του κυρίου XXXXX Κυναιγείρου, Διευθυντή των εναγόντων. Ο ομνύοντας αναφέρει ότι υιοθετεί το περιεχόμενο της ένορκης του δήλωσης ημερομηνίας 25.6.21, και έχοντας καλή υπόθεση στην ουσία της αγωγής, καλεί το Δικαστήριο όπως οριστικοποιήσει το αιτούμενο Διάταγμα, αφού η άρνηση της εναγόμενης όπως παραδώσει στοιχεία αναφορικά με τους λογαριασμούς της προ της 2.7.21 ενισχύει ξεκάθαρα την θέση των, ως είχε και αρχικά τεθεί, ότι είχε ήδη αποσύρει ή μεταφέρει χρήματα από τους λογαριασμούς της από την 25.6.21 μέχρι την 2.7.
  6. Επισυνάπτει ως Τεκμήριο Α τις καταστάσεις λογαριασμών που παρέδωσε η εναγόμενη σε συμμόρφωση με το Διάταγμα του Δικαστηρίου, με τα ποσά σε αυτές να ανέρχονται στο συνολικό ποσό περίπου των €3.000 μόνο, ενώ σύμφωνα με την έρευνα που διεξήγαγε στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο -Τεκμήριο Β, η εναγόμενη κατέχει τέτοια ακίνητη περιουσία από την δέσμευση της οποίας θα μπορούσε να ικανοποιηθεί όλο ή μέρος της απαίτησης των εναγόντων. Το Δικαστήριο έχοντας ικανοποιηθεί για την πλήρωση των εν λόγω προϋποθέσεων, προχώρησε στην έκδοση του εν λόγω Διατάγματος, το οποίο τώρα, με την ένσταση τους, η εναγόμενη επιχειρεί να ακυρώσει. Η ένσταση: H ένσταση βασίζεται στα Άρθρα 29-32 του Περί Δικαστηρίων Νόμο, στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.6 άρθρα 4-9 και 86-91, στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.39, 40, 48 64, στο άρθρο 44Α του Νόμου 9/65, στο άρθρο 30
(2)και
(3)του Κυπριακού Συντάγματος, στην αρχές της φυσικής δικαιοσύνης και στην συμφυή εξουσία και πρακτική του Δικαστηρίου. Οι 14 λόγοι ένστασης συνοψίζονται ως ακολούθως, επαναλαμβάνονται δε στην ένορκη δήλωση της εναγόμενης που συνοδεύει αυτήν. Οι αιτητές, δηλώνει η εναγόμενη δεν έχουν επιδείξει ορατή πιθανότητα επιτυχίας στην αγωγή, ούτε αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της, με την ίδια να μην φέρει οποιαδήποτε προσωπική ευθύνη αφού ουδέποτε είχε την οποιαδήποτε συμβατική σχέση με τους ενάγοντες. Παράλληλα ούτε το στοιχείο του κατεπείγοντος έχει ικανοποιηθεί, ούτε πληρούνται οι εκ του άρθρου 32 του Ν. 14/60 προϋποθέσεις. Αντίθετα, οριστικοποίηση του Διατάγματος ενδέχεται να αποτελέσει παραβίαση του εκ του Συντάγματος κατοχυρωμένου δικαιώματος της περί απόλαυσης της περιουσίας της, ενώ σε καμία περίπτωση δεν έχει αποδειχθεί από τους αιτητές ότι θα είναι δύσκολο ή ακατόρθωτο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε κατοπινό στάδιο, αφού κανένα στοιχείο δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου ότι η ίδια έχει πρόθεση όπως αποξενώσει την περιουσία της. Προς επίρρωση των θέσεων της επισυνάπτει ως Τεκμήριο Α αντίγραφο της συμφωνίας ημερομηνίας 28.7.20, το περιεχόμενο της οποίας, κατά την ίδια φανερώνει ότι η οποιαδήποτε ενοχική σχέση υπήρξε, ήταν μεταξύ των εναγόντων και του XXXXX Χριστοφή μόνον, ενώ ως Τεκμήριο Β καταθέτει αντίγραφο Πληρεξουσίου Εγγράφου ημερομηνίας 10.5.19. Η οριστικοποίηση του Διατάγματος, δηλώνει η ομνύουσα δεν θα διατηρήσει το Status Quo Ante μεταξύ των διαδίκων καλώντας το Δικαστήριο όπως απορρίψει το αίτημα όπως νομικά και πραγματικά αβάσιμο με έξοδα εναντίον των αιτητών. Ακροαματική Διαδικασία: Αμφότεροι συνήγοροι παρουσιάστηκαν την 1.2.22 ενώπιον του Δικαστηρίου παραδίδοντας τις γραπτές τους αγορεύσεις επί της αιτήσεως. Ο κ. Ποιητής αγορεύοντας και προφορικώς επί του αιτήματος, σημείωσε την αναγκαιότητα στην οριστικοποίηση των Διαταγμάτων ούτως ώστε να μπορέσει να υπάρξει ικανοποίηση επί της ουσίας της αγωγής, στην απόδειξη της οποίας οι πελάτες του έχουν πολύ καλές πιθανότητες επιτυχίας, τονίζοντας ότι το μερίδιο που κατέχει η εναγόμενη σε έκαστο εκ των ακινήτων είναι μηδαμινής αξίας, εξ'ου και η αναγκαιότητα για διατήρηση του Διατάγματος σε ισχύ, δηλώνοντας παράλληλα την πρόθεση των εναγόντων όπως, αν συναινεί η εναγόμενη περιοριστεί το αίτημα των σε ένα ή δύο εκ των τριών ακινήτων ή σε αυτά εν πάση περιπτώσει που έχουν την λιγότερη αξία. Η εν λόγω εισήγηση απορρίφθηκε από την πλευρά της εναγόμενης με την κα. Σιαθά να υιοθετεί και προφορικώς το περιεχόμενο των γραπτών της αγορεύσεων. Προϋποθέσεις Αρ.32 & Άρ. 5 Κεφ. 6/ Υπαγωγή στα γεγονότα της παρούσας: Έχοντας αναφέρει τα πιο πάνω, η γενική εξουσία του Δικαστηρίου για έκδοση συντηρητικών διαταγμάτων πηγάζει από το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60, όπως αυτό έχει τροποποιηθεί. Το Δικαστήριο διατηρεί ευρεία διακριτική ευχέρεια στην έκδοση τέτοιων διαταγμάτων σε περίπτωση που ικανοποιηθεί ότι: (α) υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, (β) ότι ο αιτών έχει ορατή πιθανότητα να δικαιούται σε θεραπεία και (γ) ότι σε περίπτωση που δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να αποδοθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Σε περίπτωση ικανοποίησης των τριών προϋποθέσεων, τίθεται προς εξέταση και το ισοζύγιο της ευχέρειας. Δεν μπορεί να λησμονηθεί στο παρόν στάδιο ότι το αίτημα δεν εδράζεται μόνο επί του άρθρου 32 του Νόμου 14/60, αλλά και επί του άρθρου 5 του Κεφ. 6 οι πρόνοιες του οποίου διαβάζουν ως ακολούθως: «
(1)Κάθε Δικαστήριο, στο οποίο εκκρεμεί αγωγή για χρέος ή αποζημίωση, δύναται, σε οποιοδήποτε χρόνο μετά την έγερση της αγωγής, να διατάξει όπως ο εναγόμενος παρεμποδιστεί να απαλλοτριώσει τόσο μέρος της ακίνητης ιδιοκτησίας που είναι εγγεγραμμένη στο όνομα του ή για την οποία δικαιούται κατά νόμο να εγγραφεί ως ιδιοκτήτης, όσο, κατά τη γνώμη του Δικαστηρίου, είναι επαρκές να ικανοποιήσει την απαίτηση του ενάγοντα μαζί με τα έξοδα της αγωγής.
(2)Το διάταγμα αυτό δεν εκδίδεται εκτός αν φαίνεται στο Δικαστήριο ότι ο ενάγων έχει καλή βάση αγωγής, και ότι με την πώληση ή τη μεταβίβαση της ιδιοκτησίας σε τρίτο είναι πιθανό να εμποδιστεί ο ενάγων στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που τυχόν θα εκδοθεί υπέρ του.» Σύμφωνα με την νομολογία (βλ. ABP Holdings Ltd. ν. Κιταλίδης κ.ά.
(1994)1 Α.Α.Δ. 692) οι πρόνοιες του άρθρου 5 του Κεφ. 6 δεν αφαιρούν οτιδήποτε από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Ν. 14/60 που, όπως αναφέρεται πιο πάνω, προσδιορίζει το γενικό πλαίσιο της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου στην έκδοση προσωρινών διαταγμάτων. Επομένως, το Δικαστήριο καλείται να εφαρμόσει και τα κριτήρια που αφορούν στην ικανοποίηση των προνοιών του άρθρου 5 αναφορικά με την ειδική ρύθμιση της κατάστασης στην οποία αναφέρεται, με τους αιτητές να πρέπει να πείσουν το Δικαστήριο ότι πέραν των γενικών προϋποθέσεων του άρθρου 32, πληρούνται και τα ακόλουθα στοιχεία: (α) Οτι ο κίνδυνος μετακίνησης ή αποξένωσης των περιουσιακών στοιχείων είναι υπαρκτός και (β) Ότι ο κίνδυνος μη ικανοποίησης τυχόν μελλοντικής απόφασης είναι υπαρκτός.(βλ. Potlava Petroleum Co v. Mexana Oil Ltd
(2001)1B 1301, 1319 και Σύγγραμμα του Γ. Ερωτοκρίτου και Π. Αρτέμη, Διατάγματα, Εκδ. 2016, σελίδα 215). Έχει μέσω Δικαστικού λόγου στην Τσιολάκκη κ.α ν. Στυλιανίδη
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 782, προσδιοριστεί ότι ο όρος «καλή αιτία αγωγής» αναφέρεται στο βάσιμο της αγωγής για την έκδοση συντηρητικού διατάγματος αναφορικά με ακίνητη ιδιοκτησία, που δεν αποτελεί επίδικο θέμα της αγωγής, και έχει την ίδια έννοια με τον όρο «σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση» που τίθεται στο άρθρο 32 του Ν. 14/60. Και στις δύο περιπτώσεις βεβαίως, είναι επάναγκες όπως καταδειχθεί συζητήσιμη υπόθεση. Αντιστοίχως, το δεύτερο κριτήριο του Άρθρου 5 του Κεφ. 6, αντιστοιχεί ουσιαστικά στην τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32, όπως αυτή αποτυπώθηκε στην απόφαση C. Phasarias (Automotive Centre) Ltd. ν. Σκυροποιΐα «Λεωνίκ» Λτδ.
(2001)1 Α.Α.Δ. 785. Είναι γνωστό ότι οι προϋποθέσεις που αποτυπώνονται στο άρθρο 32 του N. 14/60, η σωρευτική ύπαρξη των οποίων αποτελεί προαπαιτούμενο για την έκδοση των διαταγμάτων, έχoυν ερμηνευθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Παραπέμπω ενδεικτικά στις Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Another
(1982)1 C.L.R. 557, Ανδρέας Σάββα Κυτάλα v. Άννα Χρυσάνθου
(1996)1 Α.Α.Δ. 253, Parico Aluminium Designs Ltd. v. Muskita Aluminium Co Ltd κ.α.
(2002)1Γ Α.Α.Δ. 2015 και Εκδόσεις «Αρκτίνος» Λτδ κ.α ν Λοιζίδου (Π.Ε. Ε7/18 ημερ. 21/3/19). Εξετάζοντας τις προϋποθέσεις του άρθρου και ασκώντας την διακριτική του ευχέρεια, το Δικαστήριο δεν αποφασίζει επί της ουσιαστικής απαίτησης του αιτητή, ενώ επιμελώς θα πρέπει να αποφεύγει όπως προβεί σε ευρήματα ή συμπεράσματα επί της ουσίας της διαφοράς, περιοριζόμενο στην εξέταση του κατά πόσον πληρούνται οι υπό τον Νόμο προϋποθέσεις (βλ T.A. Micrologic Consultants Ltd v Microsoft Corporation
(2002)1Γ Α.Α.Δ. 1802). Οι πρώτες δύο προϋποθέσεις που θέτει το Άρθρο 32 του Ν. 14/60 θα εξεταστούν μαζί από το Δικαστήριο ως άρρηκτα συνδεδεμένες μεταξύ τους, αφού η αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης εκ μέρους των εναγόντων και οι ορατές πιθανότητες επιτυχίας στην αγωγή αφορούν ουσιαστικά την αποκάλυψη βάσης αγωγής εναντίον της εναγόμενης προσωπικά και κατά πόσον αυτή η απαίτηση ενδέχεται να επιτύχει. Αυτές, φρονεί το Δικαστήριο, ικανοποιούνται, έχοντας υπόψη το περιεχόμενο της Έκθεσης Απαίτησης, με την αξίωση να αφορά σε προμήθεια δυνάμει συμφωνίας, ενώ πέραν των γενικών αρχών του δικαίου των Συμβάσεων, το αγώγιμο δικαίωμα των εναγόντων είναι αναγνωρισμένο και μέσω του Άρθρο 20 του περί Κτηματομεσιτών Νόμου του 2010, στο οποίο αναφέρεται ότι, όταν εγγεγραμμένος και αδειούχος κτηματομεσίτης μεσολαβεί για επίτευξη κτηματικής συναλλαγής: «αυτός δικαιούται να αξιώσει και εισπράξει την συμφωνηθείσα αμοιβή» και η οποία «θα είναι απαιτητή και πληρωτέα με την επίτευξη της κτηματικής συναλλαγής, ήτοι με την σύναψη της συμφωνίας πώλησης ή ενοικίασης». Στην παρούσα, οι ενάγοντες ως δικογραφούν, αποτελούν κτηματομεσιτική εταιρεία, η οποία μέσω της εναγόμενης, η οποία ενεργούσε ως πληρεξούσια αντιπρόσωπος του XXXXX Χριστοφή, μεσολάβησε για την αγορά ενός διαμερίσματος του εντολέα. Με την συμπλήρωση της μεταβίβασης, οι ενάγοντες διεκδίκησαν την προμήθεια που καταγράφεται στην μεταξύ των μερών συμφωνία, ήτοι το αξιούμενο με την παρούσα, ποσό. Σε απάντηση των θέσεων της εναγόμενης ότι κανένα αγώγιμο δικαίωμα δεν απεκάλυψαν οι ενάγοντες εναντίον της είναι αρκετό στο παρόν στάδιο όπως το Δικαστήριο παραπέμψει στα άρθρα 146 και 147 του Κεφαλαίου 149, που αφορούν σε πληρεξουσιότητα αντιπροσώπου, αλλά και στις πρόνοιες του άρθρου 190 του ιδίου Νομοθετήματος, οι οποίες επεξηγούνται στο Σύγγραμμα των Pollock & Mulla «The Indian Contract & Specific Relief Acts 16η έκδ. Τόμος 2, σελ. 1807), σε σχέση με το πότε ή κάτω από ποιες περιστάσεις ενδέχεται ένας αντιπρόσωπος να φέρει προσωπική ευθύνη. Σύμφωνα λοιπόν με το πιο πάνω Σύγγραμμα (σελ. 1807) υπό τον τίτλο «Foreign Principal», διαβάζουμε τα ακόλουθα: «An agent will have to make a contract clearly showing an intention not to incur personal liability, when he intents not be personally liable. Agent is liable where principal is resident abroad, whether principal is disclosed or not. Disclosure or non-disclosure or principal is immaterial for application of section 230
(1). On the question whether an agent is to be considered as having contracted personally, the true intention has to be deduced, as in other cases, from the terms of the contract and surrounding circumstances. The circumstances that the principal is a foreigner gives rise to a presumption, but only a presumption, of an intention of contract personally, and the presumption may be rebutted by indication of an intention to the contrary. Where an agent was described as contracting «on behalf of » a foreign principal, who was named, it was held that there would be a presumption that there is a contract to the contrary under which the agent would be personally bound» (βλ. Radhakrisna Sivadutta Rai v Tayeballi Dawoodbhai, AIR, 1962SC 538). Όπως δικογραφείται ρητώς, αλλά και ως αναφέρεται στην ένορκη δήλωση του κ. Μ. Κυναιγείρου ημερ.25.06.2021, ο αντιπροσωπευόμενος XXXXX Χριστοφή βρίσκεται στο εξωτερικό και επομένως, η εναγόμενη ενδέχεται να υπέχει προσωπική ευθύνη για την πληρωμή του χρέους. Δεν μπορεί να παραγνωριστεί ότι για όλα τα πιο πάνω, υπάρχει επαρκής μαρτυρία στην ένορκη δήλωση του κ. Κυναιγείρου ημερ. 25.06.2021 που συνοδεύει την αίτηση ημερ. 25.06.2021, στην οποία παρουσίασε: (α) αντίγραφο του πληρεξουσίου εγγράφου, (β) την γραπτή συμφωνία για καταβολή προμήθειας και (γ) το πωλητήριο έγγραφο του κτήματος για το οποίο η Ενάγουσα εξηύρε αγοραστή. Υπογραμμίζεται ότι η ύπαρξη των εν λόγω εγγράφων είναι αποδεκτή από την εναγόμενη, με την ίδια να επισυνάπτει και αυτή τα εν λόγω έγγραφα στην δική της ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, το δε περιεχόμενο τους, καμίας αμφισβήτησης δεν έτυχε, ενώ ως αναντίλεκτο παραμένει στο παρόν στάδιο, ως επιμαρτυρείται επί της συμφωνίας ημερομηνίας 28.7.20 ότι η εναγόμενη εναπόθεσε την υπογραφή της επί αυτής προσωπικά, αφήνοντας τα σημεία με τις ενδείξεις: «Δια., ¨Όνομα., Tίτλος.», κενά. Η εκ πρώτης όψεως συνεπώς εξέταση της προσκομισθείσας μαρτυρίας εκ μέρους των διαδίκων, χωρίς βεβαίως να κρίνεται η αξιοπιστία της ή το βάσιμο των εν λόγω ισχυρισμών, τείνει να καταδείξει ότι οι ενάγοντες διατηρούν αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της εναγόμενης, με αυτούς να έχουν παράλληλα υπερπηδήσει το επίπεδο του αποδεικτικού εμποδίου περί τεκμηρίωσης μιας πιθανότητας επιτυχίας στην αγωγή τους. Η ικανοποίηση των πρώτων δύο προϋποθέσεων του άρθρου 32, οδηγούν αναπόφευκτα και στην ικανοποίηση της πρώτης προϋπόθεσης του άρθρου 5 του Κεφ. 6, οι πρόνοιες του οποίου έχουν καταγραφεί ανωτέρω. Στρεφόμενη τώρα στην εξέταση της δεύτερης προϋπόθεσης του άρθρου 5 του Κεφ. 6, η οποία δυνάμει της Νομολογίας (βλ.Ρένα Αριστοτέλους Λτδ κ.α ν Benfleet Enterprises Ltd κ.α. [2006] 1 Α.Α.Δ. 280), ταυτίζεται ουσιαστικά με την 3η προϋπόθεση του άρθρου 32, φαίνεται από το ενώπιον μου μαρτυρικό υλικό ότι υπάρχει μια εκ πρώτης όψεως πιθανότητα παρεμπόδισης των εναγόντων από το να ικανοποιήσουν τυχόν απόφαση υπέρ τους εάν η εναγομένη πωλήσει ή μεταβιβάσει την ακίνητη περιουσία. Οι ενάγοντες έχουν προσκομίσει σχετική μαρτυρία (Τεκμήριο Β στην αίτηση), αποδεικνύοντας ότι η εναγόμενη έχει εγγεγραμμένη επ' ονόματι της ακίνητη περιουσία, όπως και την εκτιμημένη αξία αυτής (βλ.Σύγγραμμα των Αρτέμη και Ερωτοκρίτου, «Διατάγματα» (ante) σελ. 113), με το Δικαστήριο να διατηρεί την ευχέρεια όπως δεσμεύσει όση περιουσία θεωρεί επαρκή προς ικανοποίηση της απαίτησης και των εξόδων. Τα πιο πάνω, αποτελούν παράγοντες που οφείλουν όπως εξεταστούν συνδυαστικά με την οικονομική κατάσταση της εναγόμενης. Στην παρούσα, η ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία, δείχνει ότι υπάρχει ορατό το ενδεχόμενο όπως η ίδια στο μέλλον μην είναι σε θέση να ανταποκριθεί σε ικανοποίηση τυχόν απόφασης που θα εκδοθεί εναντίον της, και αυτό δυνάμει των ποσών που φαίνονται κατατεθειμένα στους λογαριασμούς της (Τεκμήριο Α στην αίτηση), ως η ίδια απεκάλυψε σε συμμόρφωση με το Διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 17.11.21. Υπενθυμίζεται περαιτέρω ότι, για την εξέταση της προϋπόθεσης αυτής, δεν απαιτείται μαρτυρία ότι η εναγομένη όντως προτίθεται να μεταβιβάσει ή επιβαρύνει την περιουσία της. Εκείνο που μετρά είναι ο πιθανός κίνδυνος για μη ικανοποίηση της απόφασης από τυχόν αποξένωση ή επιβάρυνση (βλ.Larticon Co v. Detergenta Developments Ltd [2004] 1 Α.Α.Δ 1121 και την Phasarias (ante)). Δεν μπορεί παρά να μνημονευθεί από το Δικαστήριο η απουσία από μέρους της εναγόμενης σε αναφορά περί ενδεχόμενης ύπαρξης άλλων ποσών ή άλλων πηγών εσόδων ή περιουσίας η οποία να μπορούσε να χρησιμοποιηθεί προς ικανοποίηση τυχόν απόφασης, αφού δυνάμει της Νομολογίας (βλ. Καλογήρου v. C.C.F. Credit Capital Finance Ltd [2005] 1 ΑΑΔ 1237), όταν ο αιτητής παρουσιάζει στοιχεία σε σχέση με τα περιουσιακά στοιχεία του καθ' ου η Αίτηση, τα οποία μπορούν να δεσμευτούν με διάταγμα για μελλοντική ικανοποίηση τυχόν απόφασης εναντίον του, τότε ο τελευταίος έχει την υποχρέωση να δείξει ότι: (α) αυτά έχουν μεγαλύτερη αξία από την απαίτηση, σε βαθμό που δικαιολογείται η διαφοροποίηση του διατάγματος, και (β) ότι κατέχει και άλλη περιουσία ικανή για ικανοποίηση τυχόν απόφασης, με αποτέλεσμα να μην είναι αναγκαία η έκδοση ή οριστικοποίηση του διατάγματος. Είναι ορθή η τοποθέτηση των εναγόντων στην αγόρευση τους ότι, με λίγες απλές μαθηματικές πράξεις, προκύπτει ότι το συμφέρον της εναγομένης για το τεμάχιο 945 είναι περίπου €7.100 (€78.100 ÷ 11), για το τεμάχιο 188 είναι περίπου €440 (€8.800 ÷ 40 x 2) και για το τεμάχιο 1091 είναι περίπου €16.163,63 (€177.800 ÷ 11). Υπενθυμίζεται ότι η απαίτηση είναι για το ποσό των €14.875 πλέον Φ.Π.Α. Σ' αυτά προστίθενται τα έξοδα της αγωγής, τα οποία συνεχώς αυξάνονται με την πάροδο του χρόνου, πλέον Φ.Π.Α., πλέον έξοδα επίδοσης, τα έξοδα της αίτησης ημερ. 25.06.2021 (πλέον Φ.Π.Α.) και τυχόν έξοδα της υπό εκδίκαση αίτησης (πλέον Φ.Π.Α.). Έχοντας ικανοποιηθεί για την σωρευτική εκπλήρωση των τριών προϋποθέσεων του άρθρου 32 αλλά και των νομολογικά καθοριζομένων κριτηρίων του άρθρου 5 του Κεφαλαίου 6, το Δικαστήριο στρέφεται στην εξέταση του που κλίνει το ισοζύγιο της ευχέρειας δηλαδή υπέρ της μιας ή της άλλης πλευράς, με γνώμονα μεταξύ άλλων ποιος διάδικος θα υποστεί την μεγαλύτερη ταλαιπωρία από την έκδοση ή μη του Διατάγματος (βλ. American Cyanamid Co v Ethicon Ltd
(1975)1 All ER 504). Η ανάλυση του σκεπτικού του Δικαστηρίου αναφορικά με την ικανοποίηση των τριών προϋποθέσεων, ως αυτή έχει αποτυπωθεί ανωτέρω, οδηγεί το Δικαστήριο στην κρίση ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ των εναγόντων, έχοντας πάντα κατά νου ότι το Δικαστήριο ασχολείται στην ουσία με την Δικαιοσύνη και όχι με την ευχέρεια των διαδίκων. (Francome v Mirror Group Newspaper [1984] 1 W.L.R. 892). Εάν φανεί στο τέλος της υπόθεσης ότι το Διάταγμα λανθασμένα οριστικοποιήθηκε, ουδεμία αδικία θα προκληθεί στην εναγομένη, αφού η ακίνητή της περιουσία θα είναι απλώς δεσμευμένη μέχρι την εκδίκαση της ουσίας, με την ίδια να μπορεί στο μεσοδιάστημα να απολαμβάνει αυτήν ως η ίδια επιθυμεί (Jus Utendi) ή ακόμη και να καρπώνεται από αυτήν (Jus Fruendi). Εάν η αγωγή εναντίον της αποτύχει, θα αρθούν όλοι οι περιορισμοί χωρίς να πάθει οποιαδήποτε ζημιά. Είναι σημαντικό το ότι ούτε η ίδια η εναγόμενη, δια της ένορκης δήλωσής της που υποστηρίζει την ένσταση, ισχυρίζεται ότι από την οριστικοποίηση του διατάγματος θα υποστεί οποιαδήποτε ζημιά, ενώ καμία αναφορά δεν κάνει στην δήλωση Κυναιγείρου ότι πρόθεση της είναι όμως μετακομίσει στο εξωτερικό, θέσεις τις οποίες ευλόγως αναμένετο από το Δικαστήριο ότι θα αντίκρουε μέσω της μαρτυρίας της, με γεγονότα. Εύστοχη η παραπομπή των συνηγόρων των αιτητών στην απόφαση Commerzbank Auslandbanken Holding AG v. Adeona Holdings Ltd, Πολ. Έφ. υπ' αρ. Ε6/2014, ημερ. 27.02.2015, το σκεπτικό της οποίας, δίδει και την απάντηση στην θέση της εναγόμενης περί μη ύπαρξης κατεπείγοντος. Εκεί λέχθηκε ότι: «Υπάρχει όμως και μια άλλη διάσταση στο θέμα του κατεπείγοντος. Όπου εκδίδεται μονομερώς ένα διάταγμα και στη συνέχεια, αφού ακουστεί και ο εναγόμενος, τεθεί θέμα ότι το διάταγμα δεν θα έπρεπε να είχε εκδοθεί μονομερώς, το Δικαστήριο θα πρέπει με φειδώ να προχωρεί σε ακύρωση του παρεμπίπτοντος διατάγματος, ιδιαίτερα όταν ο ενάγων δεν συνέβαλε και ούτε απέκρυψε οποιαδήποτε στοιχεία ώστε να θεωρηθεί ότι παραπλάνησε το δικαστήριο για να δεχθεί να εξετάσει την αίτηση στην απουσία της άλλης πλευράς. Όπως νομολογήθηκε πρόσφατα από το Ανώτατο Δικαστήριο στην Κούππα ν. Πουλλά Τσαδιώτη Λίμιτεδ κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. 312/10, ημερ. 17.7.2014, όταν εγερθεί θέμα κατεπείγοντος μετά που ακουστεί ο εναγόμενος, το θέμα δεν «θα πρέπει να αφήνεται να καταστρατηγεί το ζητούμενο .. και να αποπροσανατολίζει από τον στόχο, αλλά να εκλαμβάνεται εξ αρχής ως καθήκον του Δικαστηρίου να εξετάζει με προσοχή το υλικό που τίθεται ενώπιον του ..». Εδώ οι περιστάσεις είναι σαφώς ιδιαίτερες, καθότι η εναγόμενη έχει μονάχα ακίνητη περιουσία εγγεγραμμένη στο όνομά της, δήλωσε την πρόθεση της περί μετοίκησης της στο εξωτερικό, θέση την οποία ουδόλως αντίκρουσε, ενώ η αποκάλυψη των στοιχείων της, μετά την εκδίκαση σχετικών επί του προκείμενου αιτήσεων οδήγησε στην φανέρωση περί έλλειψης ποσών που να μπορούν να ικανοποιήσουν τυχόν έκδοση εναντίον της απόφασης. Δυνάμει των προνοιών του Άρθρου 32
(2)του Νόμο 14/60, του Άρθρου 5 του Κεφαλαίου 6, αλλά και της Νομολογίας το Δικαστήριο προχωρεί συνεπώς στην οριστικοποίηση του εκδοθέντος Διατάγματος με την διαφοροποίηση ότι αυτό θα αφορά μόνο τα ακίνητα με αριθμούς εγγραφής 0/9169 τεμάχιο 188 και 0/9409 Τεμάχιο 1091, τα οποία φέρουν και την μικρότερη, δυνάμει των μεριδίων των, αξία. Συνεπώς το Διάταγμα ημερομηνίας 25.11.21 οριστικοποιείται σε σχέση με τα περιγραφόμενα στην αίτηση (Β) και (Γ) ακίνητα μέχρι την τελική εκδίκαση της αγωγής. Το Διάταγμα αναφορικά με το ακίνητο υπό το αιτητικό (Α) ακυρώνεται. Τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται υπέρ των αιτητών και εναντίον της Καθ'ης η αίτηση, ως αυτά θα υπολογιστούν και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της αγωγής. (Υπ.) .................................... Μ .Ναθαναήλ, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.