Marinos Kineyirou Estate Agencies Ltd ν. Ηρακλέους κ.α., 1598/2021, 7/4/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2022:A55 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. ΛΟΥΚΑ. ΕΔ. 1598/2021 Μεταξύ: Marinos Kineyirou Estate Agencies Ltd Εναγόντων v.
- XXXXX XXXXX Ηρακλέους
- XXXXX XXXXX XXXXX Ηρακλέους Εναγόμενων Αίτηση για έκδοση προσωρινού διατάγματος ημ. 21/12/21 Ημερομηνία: 7/4/2022 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες Αιτητές: κ. Ποιητής μαζί με τον κ. Κότροφο Για Εναγόμενους Καθ' ων η αίτηση: κα. Σφήκα ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή αξιώνεται ποσό ύψους €14.875, ως προμήθειας, λόγω πρόκλησης διάρρηξης συμφωνίας από τους Εναγόμενους - Καθ' ων η αίτηση (στο εξής «οι Καθ' ων η αίτηση». Η συμφωνίας αυτή ήταν μεταξύ των Εναγόντων- Αιτητών (στο εξής «οι Αιτητές») και πληρεξούσιου πωλητή διαμερίσματος που θα αγόραζαν οι Καθ' ων η αίτηση. Την 29/12/2021, μετά από αίτηση των Αιτητών, εκδόθηκε διάταγμα με το οποίο απαγορευόταν να πωληθεί μεταβιβαστεί, επιβαρυνθεί αποξενωθεί ή δεσμευθεί το Διαμέρισμα υπ' αριθμόν XXXXX στο XXXXX Κωρτ στην οδό XXXXX 7, στη Λάρνακα, (στο εξής «το Διαμέρισμα»). Την αίτηση συνοδεύει ένορκη δήλωση του κ. XXXXX Κυναίγειρου, διευθυντή των Αιτητών. Οι τελευταίοι είχαν συμφωνία με την αντιπρόσωπο του ιδιοκτήτη του Διαμερίσματος για εξεύρεση αγοραστή. Αυτή η συμφωνία προέβλεπε προμήθεια 5% πλέον ΦΠΑ για τους Αιτητές. Οι Καθ' ων η αίτηση διαπραγματεύτηκαν με την πληρεξούσια αντιπρόσωπο και είχε συμφωνηθεί ποσό τιμήματος για το διαμέρισμα αυτό των €250.
- Υπογράφηκε και σχετικό πωλητήριο έγγραφο μεταξύ Καθ' ων η αίτηση και του αντιπροσώπου του ιδιοκτήτη, δυνάμει του οποίου καταβλήθηκε ποσό €2000 και συμφωνήθηκε πλήρης εξόφληση εντός 3 μηνών. Επί του πωλητηρίου συμφωνήθηκε όπως καταβληθεί στους Αιτητές το ποσό των €14.875, ως προμήθεια πριν την μεταβίβαση του ακινήτου. Αντί να ολοκληρωθεί η πώληση του διαμερίσματος, οι Καθ' ων η αίτηση ζήτησαν μείωση του τιμήματος πώλησης κάτι που δεν αποδέχτηκαν Αιτητής και πληρεξούσιος αντιπρόσωπος του ιδιοκτήτη. Τελικά έπεισαν την τελευταία να παρακάμψει τους Αιτητές, ζημιώνοντας τους. Εγέρθηκε αγωγή και εναντίον της πληρεξούσιας αντιπροσώπου και ζητήθηκε και εκεί προσωρινό διάταγμα, παράλληλα με την διαδικασία εν προκειμένω. Το επείγον έγκειται στην όλη συμπεριφορά των Καθ' ων η αίτηση που δεικνύει μια προσπάθεια αποφυγής της πληρωμής. Με συμπληρωματική ένορκη δήλωση κατατέθηκε η συμφωνία Καθ' ων η αίτηση και πληρεξούσιας αντιπροσώπου του ιδιοκτήτη, (στο εξής «η Συμφωνία»). Επί της συμφωνίας προκύπτει ότι εάν δεν εξοφλείτο το συμφωνημένο ποσό μέχρι την 30/9/2020 το πωλητήριο έγγραφο θα ακυρωνόταν (όρος Δ.3). Επίσης προβλέπετο ότι κατά την μεταβίβαση θα πληρωνόταν το απαιτούμενο με την παρούσα ποσό στους Αιτητές από τον πωλητή- ιδιοκτήτη (όρος 8). Οι Καθ' ων η αίτηση προβαίνουν σε μια σειρά λόγων ένστασης. Το ότι τελικά αναπτύσσεται μέσω της μαρτυρίας που προκύπτει από την ένορκη δήλωση και την αγόρευση τους είναι το εξής: Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση του διατάγματος, δεν καταδείχθηκε κίνδυνος αποξένωσης ή μη ικανοποίησης της όποιας απόφασης, δίδεται λανθασμένη διεύθυνση του διαμερίσματος, η Συμφωνία κατέστη άκυρη, οι Αιτητές δεν προσέρχονται με καθαρά χέρια, υπάρχει καθυστέρηση και καταπατούνται ανθρώπινα δικαιώματα των Καθ' ων η αίτηση με την έκδοση του διατάγματος. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Καθ' ου η αίτηση
- Αυτή είναι συνταγμένη στην αγγλική γλώσσα και ως τεκμήριο 1 κατατέθηκε μεταφρασμένο από ορκωτό μεταφραστή κείμενο. Εκεί αναφέρει ότι η διεύθυνση του Διαμερίσματος όπως αναφέρεται στο εν ισχύ διάταγμα είναι λανθασμένη. Το Διαμέρισμα βρίσκεται στην XXXXX 4 και όχι
- Παραδέχεται ότι υπέγραψαν οι Καθ' ων η αίτηση την Συμφωνία την 4/8/
- Ο ίδιος ο ομνύοντας ζήτησε να τεθεί επί της Συμφωνίας ότι ο πωλητής θα καταβάλει την προμήθεια των Αιτητών. Δεν τους δόθηκε αντίγραφο από τους Αιτητές, ούτε τους άφησε να το φωτογραφίσουν ή να το διαβάσουν αρκετά για να το αντιληφθούν, δεδομένου ότι η μητρική τους γλώσσα είναι η αγγλική. Τελικά άλλη ακίνητη περιουσία τους δεν πωλήθηκε στην τιμή που ανέμεναν και δεν μπορούσαν να αγοράσουν το Διαμέρισμα. Επιβεβαίωσαν προφορικά αναφέρει ότι ενημέρωσαν σχετικά του Αιτητές αλλά οι ίδιοι επέμειναν. Έχοντας χάσει τα χρήματα που κατέβαλαν ως προκαταβολή και με την Συμφωνία να είχε λήξει, προσέγγισαν τους Αιτητές ελπίζοντας να πετύχουν νέα συμφωνία εντός του προϋπολογισμού τους. Αργότερα το Νοέμβριο του 2020 μίλησαν με τον πωλητή, ο οποίος τους ανάφερε ότι θα μπορούσε να τους το πωλήσει σε τιμή εντός του προϋπολογισμού τους αφού η Συμφωνία είχε λήξει και τίποτα δεν οφειλόταν στους Αιτητές, ως προμήθεια. Η πώληση τελικά πραγματοποιήθηκε την 22/12/
- Οι Αιτητές τον Ιούλιο του 2021 τους τηλεφώνησαν και τους εξέφρασαν απειλές και ψευδείς κατηγορίες. Κύρια θέση των Καθ' ων η αίτηση είναι ότι η Συμφωνία ακυρώθηκε την 30/9/2020, εφόσον δεν έγινε η προβλεπόμενη πληρωμή μέχρι τότε και ότι εν πάση περιπτώσει ευθύνη για την πληρωμή της προμήθειας είχε ο πωλητής. Ο ομνύοντας αναφέρει ότι έχει αρκετή περιουσία για να διασφαλιστεί πληρωμή των Αιτητών αν εξασφαλίσουν εναντίον τους απόφαση, ενώ μιλά για κατάσχεση του Διαμερίσματος. Οι συνήγοροι των μερών απέστειλαν γραπτές αγορεύσεις προς υποστήριξη των επιχειρημάτων τους, στις οποίες θα γίνεται αναφορά όπου κρίνεται σκόπιμο. Κατά προτεραιότητα θα απασχολήσουν το Δικαστήριο τα ζητήματα της καθυστέρησης και της απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων. Ως προς την καθυστέρηση στην Τσιαντή ν. Hellenic Bank (Investments) Limited
(2001)1 Α.Α.Δ. 2029, έγινε επισκόπηση της σχετικής με το θέμα της καθυστέρησης θέσης της Νομολογίας. Οι αρχές οι οποίες προκύπτουν από τη νομολογία είναι οι εξής:
(1)Η καθυστέρηση, εκτός αν επεξηγηθεί, στην προώθηση της αίτησης για προσωρινό διάταγμα είναι γενικώς μοιραία.
(2)Το ζήτημα της καθυστέρησης πρέπει να σταθμίζεται με την πιθανότητα του ενάγοντα να πετύχει τελικά στην αγωγή του και να λαμβάνεται υπόψη κατά πόσο ο εναγόμενος έχει επηρεασθεί με οποιοδήποτε τρόπο λόγω της καθυστέρησης ή έχει καθησυχασθεί ότι όλα ήταν ασφαλή ή έχει πλανηθεί λόγω της απραξίας του ενάγοντα.
(3)Το κατεπείγον του θέματος μπορεί να προκύψει και μετά τη γένεση της βάσης της αγωγής.
(4)Η έκταση της καθυστέρησης η οποία είναι αναγκαία για να αποτρέψει τη χορήγηση θεραπείας εξαρτάται από τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης και δεν μπορούν να διατυπωθούν άκαμπτοι κανόνες. Εν προκειμένω η καθυστέρηση έχει σαφώς αιτιολογηθεί. Οι Αιτητές από τον Ιούνιο του 2021 καταχώρησαν αγωγή εναντίον της πληρεξούσιας αντιπροσώπου του ιδιοκτήτη του Διαμερίσματος και εξασφάλισαν σχετικά διατάγματα. Για αυτή την αγωγή παραδεκτά οι Καθ' ων η αίτηση ενημερώθηκαν από τον Ιούλιο του 2021(βλ. παρ. 20 της ένορκης δήλωσης Καθ' ου η αίτηση 1). Την ίδια περίοδο προέβησαν σε οχλήσεις οι Αιτητές στους Καθ' ων η αίτηση για να εξασφαλίσουν όσα θεωρούν ότι τους οφείλονται. Ακόμα και την περίοδο που διέρρευσε μέχρι την καταχώρηση της παρούσας τον Δεκέμβριο του 2021, προέβησαν σε περαιτέρω αιτήσεις για έκδοση διαταγμάτων εναντίον της πληρεξούσιας αντιπροσώπου. Επομένως κατ' ουδένα λόγο δεν μπορεί να ισχυρισθεί κάποιος ότι οι Αιτητές κωλυσιέργησαν ή καθυστέρησαν. Τουναντίον με μια σειρά μέτρων επιχείρησαν διεκδικήσουν τα όσα ζητούν και σίγουρα δεν έδωσαν την εντύπωση στους Καθ' ων η αίτηση ότι όλα ήταν ασφαλή, ούτε επηρεάστηκαν με τον όποιο τρόπο τα δικαιώματα των τελευταίων. Σε σχέση με την απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων όπως την εγείρουν οι Καθ' ων η αίτηση ως έχει νομολογηθεί: δεν είναι η κάθε παράλειψη που οδηγεί στην ακύρωση διατάγματος που εκδόθηκε ex parte. Το γεγονός που δεν αποκαλύφθηκε πρέπει να είναι ουσιώδους σημασίας ώστε να δικαιολογείται η ακύρωση. Χαρακτηριστικό είναι τα όσα αναφέρθηκαν στην απόφαση του Πική, Π. στην Resola v. Χρίστου
(1998)1 A.A.Δ. 598, επί της οποίας κρίθηκε ότι η έννοια του «ουσιώδους γεγονότος» ερμηνεύεται ως ουσιώδους σημασίας στοιχείο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου. Σχετική είναι και η Εκκλησία Παναγίας Αγίας Νάπας ν Δήμου Αγίας Νάπας, όπου επαναλήφθηκε ότι το κριτήριο του τι συνιστά ουσιώδες γεγονός είναι αντικειμενικό. Αξίζει να αναφερθεί ότι η παράλειψη των Αιτητών να καταθέσουν την Συμφωνία, θεραπεύτηκε μέσω συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, την οποία τελικά αποδέχτηκαν και οι Καθ' ων η αίτηση. Η παράδοση αυτής δεν γεννά την όποια απόκρυψη ουσιώδους γεγονότος. Εκείνο που ισχυρίζονται οι Αιτητές είναι ότι οι Καθ' ων η αίτηση προκάλεσαν την διάρρηξη σύμβασης τους με τον ιδιοκτήτη του Διαμερίσματος. Αυτή η σύμβαση προκύπτει από την Συμφωνία, αφού εκεί ξεκάθαρα αναφέρεται πως ο πωλητής θα καταβάλει το αξιούμενο ποσό στους Αιτητές. Συνεπώς περισσότερο επιβεβαιώνεται το επιχείρημα των Αιτητών μέσω της Συμφωνίας παρά να προκύπτει απόκρυψη εξ αυτής. Επιπλέον το ζήτημα του αν έληξε ή ακυρώθηκε η Συμφωνία είναι νομικό επίδικο, εγείρεται από τους Καθ' ων η αίτηση και θα εξεταστεί, στο μέτρο που επιτρέπεται σε ενδιάμεσο στάδιο, κατωτέρω. Δεν προκύπτει, επομένως, η όποια απόκρυψη που να ακουμπά ουσιώδες επίδικο ζήτημα, το οποίο θα μετέβαλλε την κρίση του Δικαστηρίου, όταν εξέτασε μονομερώς την επίδικη αίτηση. Στην παρούσα τυγχάνουν εξέτασης οι πρόνοιες του άρθρου 5
(1)και
(2)του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφάλαιο 6, στο οποίο προβλέπεται ότι: «
(1)Κάθε Δικαστήριο, στο οποίο εκκρεμεί αγωγή για χρέος ή αποζημίωση, δύναται, σε οποιοδήποτε χρόνο μετά την έγερση της αγωγής, να διατάξει όπως ο εναγόμενος παρεμποδιστεί να απαλλοτριώσει τόσο μέρος της ακίνητης ιδιοκτησίας που είναι εγγεγραμμένη στο όνομα του ή για την οποία δικαιούται κατά νόμο να εγγραφεί ως ιδιοκτήτης, όσο, κατά τη γνώμη του Δικαστηρίου, είναι επαρκές να ικανοποιήσει την απαίτηση του ενάγοντα μαζί με τα έξοδα της αγωγής.
(2)Το διάταγμα αυτό δεν εκδίδεται εκτός αν φαίνεται στο Δικαστήριο ότι ο ενάγων έχει καλή βάση αγωγής, και ότι με την πώληση ή τη μεταβίβαση της ιδιοκτησίας σε τρίτο είναι πιθανό να εμποδιστεί ο ενάγων στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που τυχόν θα εκδοθεί υπέρ του.» Ο τρόπος αξιολόγησης του εν λόγω άρθρου έχει καθοριστεί στην Τσιολάκκη και άλλη ν. Στυλιανίδη
(1992)1 Α.Α.Δ. 782, με το κάτωθι τρόπο. «Ο όρος "good cause of action", που προσδιορίζει, βάσει του άρθρου 5 του Κεφ. 6, το βάσιμο της αγωγής για την έκδοση συντηρητικού διατάγματος αναφορικά με ακίνητη περιουσία που δεν αποτελεί επίδικο θέμα της αγωγής, έχει την ίδια έννοια με τον όρο "υπάρχει σοβαρόν ζήτημα προς εκδίκασιν" που τίθεται στην επιφύλαξη του άρθρου 32
(1)του Ν 14/60. Και στις δυο περιπτώσεις επιβάλλεται η αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης (arguable case) ως προϋπόθεση για την έκδοση συντηρητικού διατάγματος [βλ. Odysseos v. Pieris Estates Ltd. - σελ. 569). Το άλλο στοιχείο που πρέπει να αποδειχθεί για την παρεμπόδιση αποξένωσης γης βάσει του άρθρου 5
(2)του Κεφ. 6, είναι η πιθανότητα παρεμβολής εμποδίου (hindered) στην ικανοποίηση απόφασης η οποία ήθελε εκδοθεί υπέρ του ενάγοντος.» Aναλόγως του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960 ακόμα και σε αυτό το στάδιο, μετά δηλαδή την έκδοση μονομερώς διατάγματος, το Δικαστήριο οφείλει να επανεξετάσει τις εν λόγω προϋποθέσεις (βλ. Union General Armenienne de Bienfaisance και Άλλοι ν. Της Α.Π. του Mesrob Mutafyan, Πατριάρχου Προϊσταμένου του Αρμενικού Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως
(2006)1 ΑΑΔ 1376 και Alexander Nikitin ν. Grigorey Alexander
(2013)1 ΑΑΔ 1093). Ως προς την συζητήσιμη υπόθεση ή σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, αυτό είναι αλληλένδετο με την βάση της αγωγής. Δηλαδή αν μέσω των αναφερόμενων στην Έκθεση Απαίτησης υπάρχει, γεννάται βάση αγωγής. Σχετικά είναι και τα όσα αναφέρθηκαν στην πολύ πρόσφατη Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Cybarco Contracting LTD κ.α., Πολιτική Έφεση αρ. E53/21, 10/2/2022, όπου τονίστηκε πως η έννοια του «σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση» δεν αφορά στη «σοβαρότητα της υπόθεσης», αλλά στο κατά πόσον το δικόγραφο του ενάγοντα αποκαλύπτει αγώγιμο δικαίωμα. Επί του παρόντος σαφώς και αποκαλύπτεται αγώγιμο δικαίωμα. Μέσω της έκθεσης απαίτησης τους οι Αιτητές προβάλλουν ότι ενώ δικαιούνταν προμήθειας, λόγω των υπηρεσιών μεσιτείας που προσέφεραν στους Καθ' ων η αίτηση και τον ιδιοκτήτη του Διαμερίσματος, οι πρώτοι έπεισαν τον δεύτερο και εν αγνοία των Αιτητών προχώρησαν στην αγοραπωλησία του Διαμερίσματος χωρίς να τους καταβάλουν την σχετική προμήθεια. Υποστηρίζεται, δε, επί της Έκθεσης Απαίτησης ότι με αυτή τους την συμπεριφορά προέβησαν σε πρόκληση διάρρηξης της συμφωνίας για καταβολή της προμήθειας τους. Ακόμα όμως και αν είχε ισχύ το άρθρο 32 του Νόμου 14/1960, το οποίο ας σημειωθεί ότι αποτελεί τη νομική βάση της αίτησης, κρίνεται ότι εν προκειμένω ενυπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής, ως η δεύτερη προϋπόθεση του εν λόγω άρθρου. Ειδικότερα η έννοια της ορατής πιθανότητας έννοια της πιθανότητας περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι το μέτρο απόδειξης στις αστικές υποθέσεις (Odysseos v. Pieris Estates and Others
(1982)1 C.L.R. 557). Όπως ετέθη στις υποθέσεις T.A. Micrologic Computer Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 A.A.Δ. 1802 και Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Beogradska Banka A.D.
(1999)1 A.A.Δ. 225, δεν χρειάζεται η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του. Αξίζει αρχικά να τεθεί ότι οι Καθ' ων η αίτηση επέμειναν στην θέση ότι δεν είχαν συμβατική σχέση με τους Αιτητές. Οι τελευταίοι όμως δεν εισηγήθηκαν κάτι τέτοιο. Δεν επιζητούν το αξιούμενο ποσό από τους Καθ' ων η αίτηση λόγω παράβαση της όποιας μεταξύ τους σύμβασης ή γιατί τους το οφείλουν δυνάμει κάποιας άλλη αιτίας. Εκείνο που εισηγούνται, μέσω της Έκθεσης Απαίτησης και της ένορκης δήλωσης που συνοδέυει την αίτηση τους, είναι ότι οι Καθ' ων η αίτηση προκάλεσαν την διάρρηξη της συμφωνίας των Αιτητών με την πληρεξούσια αντιπρόσωπο του ιδιοκτήτη για παροχή προμήθειας από την πώληση του Διαμερίσματος. Τέτοια πρόνοια υπήρχε και στην Συμφωνία, το πωλητήριο έγγραφο μεταξύ Καθ' ων η αίτηση και ιδιοκτήτη. Άρα η όποια υπόθεση εν προκειμένω αφορά πρόκληση διάρρηξης σύμβασης μεταξύ Αιτητών και τρίτου προσώπου και όχι την όποια συμβατική σχέση τους με τους Καθ' ων η αίτηση. Το εν λόγω αστικό αδίκημα προβλέπεται στο άρθρο 34 του Κεφαλαίου 148 και ορίζει ότι: «Πρόσωπo τo oπoίo, για λόγoυς άλλoυς από τηv πρoώθηση απεργίας ή αvταπεργίας σε σχέση με εργατική διαφoρά πoυ δημιoυργήθηκε στηv εργασία ή τη βιoμηχαvία στηv oπoία απασχoλoύvται oι απεργoί ή αvταπεργoί, εv γvώσει και χωρίς επαρκή δικαιoλoγία, πρoκαλεί oπoιoδήπoτε άλλo πρόσωπo vα παραβεί κατά vόμo δεσμευτική σύμβαση με τρίτo, διαπράττει αστικό αδίκημα κατά τoυ τρίτoυ.» Ανάλογο αδίκημα προβλέπεται και στην Αγγλία. Η σχετική αρχή τέθηκε στην Allen v Flood, [1898] A.C. 1, με τον εξής απλοϊκό τρόπο: «He who wilfully induces another to do an unlawful act which, but for his persuasion, would or might never have been committed, is rightly held to be responsible for the wrong which he procured.» Διεξοδική ανάλυση της μέχρι τότε νομολογίας και καθορισμός των συστατικών στοιχείων του αδικήματος έλαβε χώρα στην OBG Ltd v Allan, [2008] 1 A.C. 1. Ως συστατικά στοιχεία καθορίστηκαν η γνώση για την ύπαρξη της συμφωνίας, η πρόθεση διάρρηξης της και τέλος πρέπει να υπάρχει εκ των πραγμάτων διάρρηξη της συμφωνίας. Στην προκειμένη περίπτωση παραδεκτά οι Καθ' ων η αίτηση γνώριζαν την συμφωνία μεταξύ Αιτητή και πωλητή, είχε τεθεί άλλωστε στην Συμφωνία, όπου ήταν αντισυμβαλλόμεννοι. Παραδέχονται επίσης ότι για να μειώσουν το κόστος της αγοράς του Διαμερίσματος συμφώνησαν την αγορά του χωρίς να καταβληθεί η όποια προμήθεια στους Αιτητές. Κύριο επιχείρημα των Καθ' ων η αίτηση όμως είναι ότι αυτή η Συμφωνία είχε λήξει. Συγκεκριμένα ισχυρίζονται ότι εφόσον ο όρος Δ.3 προέβλεπε ότι εάν δεν εξοφλείτο το συμφωνημένο ποσό μέχρι την 30/9/2020 το πωλητήριο έγγραφο θα ακυρωνόταν, από τη στιγμή που δεν εξοφλήθηκε το ποσό μέχρι την 30/9/20 η Συμφωνία έπαψε να ισχύει. Κάτι τέτοιο δεν ισχύει. Το άρθρο 55
(1)του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφάλαιο 149 προβλέπει ότι: «Αν ένας από τους συμβαλλόμενους ανέλαβε την υποχρέωση να προβεί σε ορισμένη ενέργεια εντός ορισμένου χρόνου ή πριν από το χρόνο αυτό, ή σε ορισμένες ενέργειες εντός ορισμένων χρόνων ή πριν από τους χρόνους αυτούς, και παραλείψει να προβεί σε οποιαδήποτε τέτοια ενέργεια κατά ή πριν από τον ορισμένο χρόνο, η σύμβαση ή το μέρος της σύμβασης που δεν εκπληρώθηκε ακόμη καθίσταται ακυρώσιμο κατ' εκλογή του δανειστή, αν πρόθεση των συμβαλλόμενων ήταν να καταστήσουν το χρόνο ουσιώδη όρο της σύμβασης.» Η διαφορά μεταξύ άκυρης και ακυρώσιμης πράξης είναι ότι η μεν πρώτη θεωρείται ως να μην συνάφθηκε, ενώ η δεύτερη γεννά δικαίωμα στο μη υπαίτιο μέρος για ακύρωση της (Cybarco Ltd ν. Gillian Guest και Άλλου
(2010)1 ΑΑΔ 2071, IRIS DEVELOPMENT LIMITED ν. Τάκης Λαζαρίδης
(2000)1 ΑΑΔ 1504). Στην παρούσα δεν έχει καταδειχθεί ότι ο πωλητής έχει προβεί σε ακύρωση της Συμφωνίας. Δεν τέθηκε τίποτα ενώπιον μου που να δεικνύει ακύρωση της Συμφωνίας ή ακόμη την δημιουργία άλλης που να την αντικαθιστά. Όχι μόνο δεν προκύπτει τέτοια ακύρωση αλλά η αγοραπωλησία τελικά πραγματοποιήθηκε, υποσκελίζοντας τις υπηρεσίες των Αιτητών. Δηλαδή φαίνεται ότι πραγματοποιήθηκαν τα όσα συμφωνούντο μέσω της Συμφωνίας, έστω με καθυστέρηση. Αν και έλαβε χώρα η πραγματοποίηση των συμφωνηθέντων μεταξύ Καθ' ων η αίτηση και πωλητή, η συμφωνία του δεύτερου με τους Αιτητές, δεν τιμήθηκε, όπως γίνεται παραδεκτό. Δεν μπορεί, λοιπόν να κριθεί ότι η Συμφωνία δεν έχει ισχύ, αφενός γιατί δεν ακυρώθηκε και αφετέρου γιατί φαίνεται να πραγματοποιήθηκαν τα όσα προέβλεπε. Τα ως άνω αναφέρονται χωρίς σε καμία περίπτωση να προβαίνω σε πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης. Αποτελούν τα ευρήματα του Δικαστηρίου σε αυτό το πρώιμο ενδιάμεσο στάδιο, σύμφωνα πάντα με τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου μέσω των ενόρκων δηλώσεων των μερών. Άλλωστε στο πρώιμο αυτό στάδιο της διαδικασίας δεν αναμένεται ούτε και είναι ορθό να επιλύονται και να αποφασίζονται αντικρουόμενα πραγματικά ζητήματα ή δύσκολα νομικά σημεία, για τα οποία θα ακολουθήσει λεπτομερής επιχειρηματολογία και ώριμη εξέταση στα πλαίσια της ακρόασης της ουσίας της αγωγής (Κοζάκου κ.α. ν. Νικολάου, Πολιτική Εφεση Αρ. E127/2013, 13/6/2019). Σε σχέση με την προϋπόθεση της ανεπανόρθωτης βλάβης ή την πιθανότητα παρεμβολής εμποδίου στην ικανοποίηση απόφασης, ως την ορίζει το άρθρο 5 του Κεφαλαίου 6, αξίζει να αναφερθεί ότι στην χώρα μας έχει αναπτυχθεί ευρέως η νομολογία σε σχέση με τη δέσμευση περιουσίας. Σχετική είναι η C. Phasarias (Automotive Center) Ltd v. Σκυροποιϊα «ΛΕΩΝΙΚ»
(2001)1 A.A.Δ. 785, ενώ ακολούθησε η υιοθέτηση των αρχών που τέθηκαν σε σειρά μεταγενέστερων αποφάσεων. Σε περιπτώσεις έκδοσης προσωρινών διαταγμάτων ο αιτητής δεν έχει το βάρος να αποδείξει την πραγματική πρόθεση του καθ' ου η αίτηση να προβεί σε μεταβίβαση της περιουσίας του (Φετοκάκης Γιάννης ν. Λάμπρου Χριστοφή και Άλλης
(2006)1 ΑΑΔ 800). Εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή η επιβάρυνση, εφόσον γίνουν, στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί. Ο κίνδυνος, δηλαδή, να μην ικανοποιηθεί η δικαστική απόφαση αν μεταβιβαστεί ή επιβαρυνθεί η περιουσία. Στην υπό εξέταση περίπτωση, προκύπτει ότι αποξένωση του Διαμερίσματος πιθανόν να επιδράσει στην ικανοποίηση τυχόν δικαστικής απόφασης. Αξίζει να αναφέρουμε ότι ναι μεν από το Τεκμήριο 5 της ένορκης δήλωσης Κυναίγειρου προκύπτει ότι οι Καθ' ων η αίτηση έχουν σειρά ακινήτων αλλά αφενός επ' αυτού δεν προκύπτουν οι τυχόν επιβαρύνσεις των ακινήτων αυτών και αφετέρου η ύπαρξη αυτής της περιουσίας δεν παρέχει και τα εχέγγυα ικανοποίησης πιθανής δικαστική απόφασης (C. Phasarias (Automotive Centre) Ltd v. Σκυροποιία ΛΕΩΝΙΚ ΛΤΔ
(2001)1 Α.Α.Δ. 785). Το γεγονός ότι μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα η όποια ζημιά των Αιτητών, ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη (Κυρίσαββα κ.α ν Χάρη Γεώργιου Κύζη ως Διαχειριστή της περιουσίας της Αποβιωσάσης Μαριτσούς Κωστή Κίζη
(2001)1Α.Α.Δ.1245). Η όλη συμπεριφορά των Καθ' ων η αίτηση κατέδειξε άτομα τα οποία αποκλειστικό σκοπό είχαν να εξοικονομήσουν χρήματα. Ενώ είχαν υπογράψει πωλητήριο έγγραφο, στο οποίο προβλεπόταν προμήθεια για τους Αιτητές, στη συνέχεια προσπάθησαν να διαπραγματευτούν το συμφωνημένο ποσό και όταν δεν το κατάφερα επέλεξαν να προχωρήσουν στην αγοραπωλησία αγνοώντας το λαβείν των Αιτητών. Δεν έδειξαν δηλαδή την εικόνα προσώπων που η περιουσία τους είναι τέτοια που θα τους επέτρεπε έστω να συμβαδίσουν με τα όσα είχαν ήδη συμφωνηθεί. Κάθε άλλο, επιδίωξαν για να γλιτώσουν το 5% της συμφωνημένης αξίας του Διαμερίσματος, που θα λάμβαναν οι Αιτητές ως προμήθεια, να έλθουν σε συμφωνία απευθείας με τον πωλητή, αγνοώντας τις υπηρεσίες μεσιτείας των Αιτητών. Επομένως κρίνεται ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 5
(2)του Κεφαλαίου 6, αφού κρίνεται πιθανό να εμποδιστούν οι Αιτητές στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που τυχόν θα εκδοθεί υπέρ τους, ενώ έχουν καλή βάση αγωγής. Ακόμα και αν σταθμιστεί το ισοζύγιο της ευχέρειας, αυτό γέρνει υπέρ των Αιτητών. Υπάρχει μια συμφωνία, τα μέρη της οποίας οι ίδιοι οι Αιτητές έφεραν σε επαφή, αυτά συμφώνησαν όπως καταβληθεί στους Αιτητές ένα ποσό και τελικά δεν τους καταβλήθηκε επειδή τούτο αποφάσισαν μεταξύ τους Καθ' ων η αίτηση και o πωλητής του Διαμερίσματος. Το διάταγμα θα δεσμεύσει μεν μια ακίνητη περιουσία των Καθ' ων η αίτηση, αλλά θα διασφαλίσει και την εκτέλεση της απόφασης που επιδιώκουν να εκδώσουν οι Αιτητές. Η ασφάλεια, εξασφάλιση της εκτέλεσης μιας απόφασης, κρίνεται ότι υπερισχύει της δέσμευσης μιας ακίνητης περιουσίας, την οποία εν πάση περιπτώσει οι Καθ' ων η αίτηση μπορούν να απολαμβάνουν. Αναφορικά τέλος με τον ισχυρισμό περί καταπάτησης ανθρωπίνων δικαιωμάτων των Καθ' ων η αίτηση με την έκδοση του εν λόγω διατάγματος, αρκεί απλώς να υπομνησθεί ότι το Συντάγματος ορίζει ότι το δικαίωμα απόλαυσης της ακίνητης ιδιοκτησίας μπορεί να περιοριστεί με Νόμο προς προστασία των δικαιωμάτων τρίτων. Αυτό προνοεί και το άρθρο 5 του Κεφαλαίου 6, επομένως η όποια δέσμευση περιουσίας στη βάση αυτού δεν μπορεί αφ' εαυτής να κριθεί και ως παραβιάζουσα ανθρώπινα δικαιώματα. Στην βάση των ως άνω και έχοντας υπόψη ότι η αναγραφόμενη στο εν ισχύ διεύθυνση είναι λανθασμένη, θα ασκήσω τις εξουσίες που μου παρέχονται μέσω του άρθρου 32
(2)του Νόμου 14/1960 για να τροποποιήσω το εκδοθέν διάταγμα ως εξής: Εκδίδεται διάταγμα με το οποίο απαγορεύεται να πωληθεί μεταβιβαστεί, επιβαρυνθεί αποξενωθεί ή δεσμευθεί το Διαμέρισμα υπ' αριθμόν XXXXX στο XXXXX Κωρτ στην οδό XXXXX 4, στη Λάρνακα. Το εν λόγω διάταγμα καθίσταται απόλυτο. Τα έξοδα της διαδικασίας αυτής επιδικάζονται υπέρ των Αιτητών και εναντίον των Καθ' ων η αίτηση όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)............ Α. Λουκά Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο