← Κύπρος

Συντεχνείας Υπαλλήλων Ξενοδοχείων και Κέντρων Αναψυχής Κύπρου ΠΕΟ - Τμήμα Λάρνακας ν. Sunnyseeker Management Ltd, Αρ. Αγωγής: 522/21, 24/2/2022

Συντεχνείας Υπαλλήλων Ξενοδοχείων και Κέντρων Αναψυχής Κύπρου ΠΕΟ - Τμήμα Λάρνακας ν. Sunnyseeker Management Ltd, Αρ. Αγωγής: 522/21, 24/2/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2022:A49 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Α. ΛΟΥΚΑ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 522/21 Mεταξύ: Συντεχνείας Υπαλλήλων Ξενοδοχείων και Κέντρων Αναψυχής Κύπρου ΠΕΟ - Τμήμα Λάρνακας Ενάγοντων -και- Sunnyseeker Management Ltd Εναγόμενων Αίτηση των Εναγομένων ημ. 16/7/21 για απόρριψη λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας Ημερομηνία: 24/2/2022 Εμφανίσεις: Για Εναγόμενους - Αιτητές : κα. Ορφανίδου Για Ενάγοντες - Kαθ' ων η αιτηση: κα. Παναγή ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι Καθ' ων η αίτηση με την αγωγή τους αξιώνουν ποσό €27,988.53, ως χρέος ή αποζημιώσεις για παράβαση ή αθέτηση σύμβασης. Στην βάση των δικογράφων συλλογική σύμβαση του Παγκύπριου Συνδέσμου Ξενοδόχων με τις Συντεχνίες, μεταξύ αυτών και των Εναγόντων, προέβλεπε την αποκοπή ποσού από τους εργοδοτούμενους και την απόδοση του στις Συντεχνίες ως συνδρομής, αλλά και εισφορές ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης. Οι Εναγόμενοι, πάντα ως η Έκθεση Απαίτησης υποστηρίζει, παρέλειψαν να καταβάλουν τα εν λόγω ποσά για τους εργοδοτούμενους σε συγκεκριμένο ξενοδοχείο και αυτά απαιτούνται με την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή. Με τη υπό εξέταση αίτηση επιδιώκεται απόρριψη της αγωγής λόγω μη δικαιοδοσίας του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας. Με το αιτητικό Β ζητείται διάταγμα με το οποίο να διατάζεται η απόρριψη της αγωγής ως αντικανονική παράτυπη, καταχρηστική και/ή νόμω αβάσιμη. Η αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της κας. XXXXX Γεωργούλα. Σε αυτή ουσιαστικά υποστηρίζεται ότι εφόσον με την αγωγή αξιώνονται ισχυριζόμενες οφειλές που προκύπτουν από συλλογική σύμβαση εργασίας, δικαιοδοσία εκδίκασης της υπόθεσης έχει το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών και όχι το παρόν. Με την ειδοποίηση τους περί προθέσεως ένστασης οι Καθ' ων η αίτηση αντιτείνουν ότι η μεταξύ των μερών διαφορά δεν είναι εργατική, ώστε να καταστεί το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών αρμόδιο για την εκδίκαση της. Δεν υπάρχει εν προκειμένω σχέση εργοδότη εργοδοτούμενου και το παρόν Δικαστήριο είναι καθ' ύλη αρμόδιο να εκδικάσει την επίδικη αξίωση. Το ότι προστίθεται στην ένορκη δήλωση της κας. XXXXX Παναγή, προς υποστήριξη των λόγων ένστασης είναι ότι παραμένει γενική η αναφορά των Αιτητών ότι το άρθρο 12

(1)(ε) του περί Ετησίων Αδειών μετ' Απολαβών Νόμου του 1967 (8/1967) ορίζει ως αρμόδιο για την εκδίκαση της παρούσας υπόθεσης το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των μερών καταχώρησαν εμπεριστατωμένες αγορεύσεις, στις οποίες θα γίνεται αναφορά όπου κρίνεται σκόπιμο. Αμφότερες πλευρές στηρίχθηκαν στις ίδιες νομοθετικές και νομολογιακές αρχές. Συγκεκριμένα προέβησαν σε ανάλυση του άρθρου 12
(1)(ε) του περί Ετησίων Αδειών μετ' Απολαβών Νόμου του 1967 (8/1967) και της απόφασης Toni Guy Limassol Ltd κ.α ν. Κυριάκος Θεοδώρου, Πολιτική Έφεση Αρ. 392/2006, 18 Απριλίου 2008. Το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών κέκτειται αρμοδιότητας εκδίκασης διαφορών που αφορούν αυτοτελείς αξιώσεις που εγείρονται από τη σύμβαση εργασίας και περιλαμβάνουν απαιτήσεις για ετήσιες άδειες, δεδουλευμένο ημερομίσθιο, φιλοδώρημα, δέκατο τρίτο μισθό και οποιοδήποτε άλλο δικαίωμα προκύπτει από νόμο, κανονισμό, έθιμο, ατομική ή συλλογική σύμβαση, ως προβλέπει το ως άνω αναφερόμενο άρθρο. Είναι σαφή η ερμηνεία της εργατικής διαφοράς στο άρθρο 2 του ίδιου Νόμου (8/1967) ως κάτωθι: «σημαίνει οιανδήποτε διαφοράν μεταξύ εργοδοτών και εργοδοτουμένων ή μεταξύ εργοδοτουμένων και εργοδοτουμένων, εν σχέσει προς την απασχόλησιν ή την μη απασχόλησιν ή τας συνθήκας απασχολήσεως ή τους όρους απασχολήσεως οιωνδήποτε προσώπων είτε εργοδοτουμένων υπό του εργοδότου μετά του οποίου εγείρεται η διαφορά είτε μη» Το μόνο συνεπώς ερώτημα που καλείται να απαντήσει το Δικαστήριο εν προκειμένω είναι αν η αναφορά του ως άνω άρθρου σε συλλογικές συμβάσεις εργασίας, περικλείει κάθε διαφορά που προκύπτει εξ' αυτών ή μόνο εργατικές διαφορές. Το ερώτημα επιλύει η Toni Guy Limassol Ltd, πιο πάνω, αφού ρητά αναφέρει ότι: «Εξετάσαμε με πολλή προσοχή όλα τα ενώπιον μας στοιχεία και καταλήξαμε στο συμπέρασμα ότι η απάντηση στα θέματα που εγείρονται με την υπό εξέταση έφεση βρίσκεται στο λεκτικό του προαναφερόμενου Άρθρου 12
(1)(ε). Για να εμπίπτει μια αυτοτελής αξίωση, όπως αυτή που περιλαμβάνεται στην έκθεση απαίτησης, στην αποκλειστική αρμοδιότητα του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών θα πρέπει αυτή η αυτοτελής αξίωση να εγείρεται «από τη σύμβαση εργασίας Κατά την κρίση μας ο όρος αυτοτελής αξίωση που εγείρεται από τη σύμβαση εργασίας, εξυπακούει αξίωση που αφορά στην εργασιακή σχέση εργοδότη και εργοδοτούμενου και βασίζεται στη μεταξύ τους σύμβαση εργασίας.» Και επιλύει το ζήτημα η αμέσως πιο πάνω απόφαση αφού καθορίζει ως απαίτηση για την λήψη αρμοδιότητας του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών, η αξίωση να εγείρεται από σύμβαση εργασίας. Εδώ δεν υπάρχει τέτοια σύμβαση εργασίας μεταξύ των μερών. Δεν έχουν δηλαδή τα μέρη τις ιδιότητες του εργοδότη και του εργοδοτούμενου για να μπορεί να λάβει καθ' ύλην αρμοδιότητα το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών. Τουναντίον, οι αξιώσεις των Καθ' ων η αίτηση προκύπτουν μέσω εισφορών που κατ' ισχυρισμό δικαιούνται μέσω της συλλογικής σύμβασης εργασίας, μεν, αλλά υπό την ιδιότητα τους ως Συντεχνία και όχι εργοδοτούμενοι, δε. Ακόμα στην βρετανική νομολογία γίνεται πολλής λόγος για το αν οι Συντεχνίες λειτουργούν ως αντιπρόσωπος των εργοδοτουμένων ή ως αυθύπαρκτη νομική οντότητα που συναλλάσσεται, για δικό της λογαριασμό, με τους εργοδότες. Στην Burton Group v Smith, 1977 WL 59211, αναφέρθηκε ότι: «There is no reason at all why, in a particular case, union representatives should not be the agents of an employee to make a contract, or to receive a notice, or otherwise effect a binding transaction on his behalf. But that agency so to do does not stem from the mere fact that they are union representatives and that he is a member of the union; it must be supported in the particular case by the creation of some specific agency, and that can arise only if the evidence supports the conclusion that there was such an agency.» Στην μεταγενέστερη Highland Council v TGWU, [2008] I.C.R. 1150, κρίθηκε ότι: «It follows that, before a trade union member can rely on the actings of a trade union in a collective bargaining exercise as being actings carried out on his behalf, he requires to show that the union was specifically authorised so to act. It cannot be presumed that it is or was doing so» Από τις ως άνω αυθεντίες προκύπτει ότι ναι μεν οι Συντεχνίες λειτουργούν ως αντιπρόσωποι των εργοδοτούμενων, αλλά υπό προϋποθέσεις και αφού τέτοια εξουσιοδότηση τους δοθεί. Σε σχέση με το επίδικο ερώτημα, καθίσταται ξεκάθαρο ότι οι κρίσιμη για την παρούσα υπόθεση όροι της συλλογική σύμβασης εργασίας, δεν αφορούσαν απευθείας τους εργοδοτούμενους. Αφορούσαν συνδρομή προς την Συντεχνία και εισφορές που η τελευταία θα χρησιμοποιούσε για ιατροφαρμακευτική περίθαλψη εργοδοτοτούμενων. Δηλαδή επ' αυτών των όρων δεν προκύπτει ότι η Συντεχνία λειτουργούσε έστω ως αντιπρόσωπος των εργοδοτούμενων, για να μπορεί να κριθεί ότι επηρεάζετο με τον όποιο τρόπο η όποια σύμβαση εργασίας. Τουναντίον οι όροι αυτοί εξασφάλιζαν την παροχή ωφελημάτων στην Συντεχνία και όχι στους εργοδοτούμενους, καθιστώντας έτσι την διαφορά των μερών αστική και απομακρυσμένη από εργατική. Στην βάση των ως άνω κρίνεται ότι είναι το παρόν Δικαστήριο αρμόδιο για την εκδίκαση της ως άνω περιγραφόμενης επίδικης διαφοράς, τουλάχιστον όπως προκύπτει από τα εκατέρωθεν δικόγραφα και ένορκες δηλώσεις. Συνακόλουθα ή αίτηση απορρίπτεται με έξοδα €600, εναντίον των Αιτητών και υπέρ των Καθ' ων η αίτηση. (Υπ.)............ Α. Λουκά Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.