← Κύπρος

Cleverpath Holdings Limited ν. Σωτηρίου, Αρ. Αγωγής:194/21, 27/1/2022

Cleverpath Holdings Limited ν. Σωτηρίου, Αρ. Αγωγής:194/21, 27/1/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2022:A43 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Α. ΛΟΥΚΑ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής:194/21 Mεταξύ: Cleverpath Holdings Limited Ενάγοντες -και- XXXXX Σωτηρίου Εναγόμενου Αίτηση για συνοπτική απόφαση ημερομηνίας 20/05/2021 Ημερομηνία: 27/01/2022 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες- Αιτητές: κ. Αντωνιάδης Για Εναγόμενο - Kαθ' ου η αιτηση: κ. Σωτηρίου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Την 24/2/21 καταχωρήθηκε η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή. Με αυτήν αξιώνεται ποσό €14,950, δυνάμει γραμματίου συνήθους τύπου, όπως η Ενάγουσα διευκρίνισε κατά την εκδίκαση της υπό εξέταση αίτησης. Η εν λόγω συμφωνία υπογράφηκε την 30/11/2019, για ποσό €16,000, στη Λάρνακα. Ο Εναγόμενος θα κατέβαλλε το ποσό σε 107 μηνιαίες δόσεις των €

  1. Ο τόκος ήταν αυτός του 9% μέχρι εξοφλήσεως, το γραμμάτιο υπογράφηκε στην παρουσία δύο μαρτύρων και γινόταν αποκοπή από τον μισθό του Εναγόμενου, ως υπαλλήλου της Ενάγουσας. Καταβλήθηκε συνολικό ποσό €1050 δια αποκοπής, ενώ την 16/9/2020 ανακοινώθηκε στον Εναγόμενο ότι δεν θα αποκόπτεται πλέον ποσό από τον μισθό του και ήταν υπεύθυνος να καταβάλλει ο ίδιος το ποσό των €150 μηνιαίως. Την 16/10/2020 τερματίστηκε η εργοδότηση του Εναγόμενου στην Ενάγουσα. Από την 30/9/2020 δεν κατέβαλε κανένα ποσό και όλο το υπόλοιπο του γραμματίου κατέστη ληξιπρόθεσμο και αμέσως απαιτητό. Παρά την αποστολή επιστολής στον Εναγόμενο και τις συνεχείς οχλήσεις κανένα ποσό δεν κατέβαλε. Η υπό εξέταση αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της κας. XXXXX Ελισσαίου. Σε αυτήν αναφέρει ότι είναι Γενική Διευθύντρια της Ενάγουσας, γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα, είχε προσωπική εμπλοκή στην συνομολόγηση του επίδικου γραμματίου και στα θέματα που αφορούν την αγωγή. Σε ότι αφορά το περιεχόμενο της ένορκης της δήλωσης, αυτό συνάδει με το Κλητήριο Ένταλμα. Επισυνάπτει το γραμμάτιο συνήθως τύπου ως Τεκμήριο
  2. Επισυνάπτει επίσης τις επιστολές που στάλθηκαν στον Εναγόμενο για παύση της δια αποκοπής καταβολής ποσού και για τον τερματισμό της εργοδότησης του (Τεκμήρια 3 και 4). Σε αυτές φαίνεται να υπογράφει παραλαβή ο Εναγόμενος. Επισυνάπτεται τέλος και η επιστολή ημ. 4/11/20 η οποία προειδοποιούσε τον Εναγόμενο με νομικά μέτρα αν δεν κατέβαλλε το υπόλοιπο δυνάμει της μεταξύ των μερών σύμβασης και του επιδόθηκε προσωπικά. Ο Εναγόμενος με την ειδοποίηση του περί πρόθεση ένστασης εγείρει μια σειρά λόγων ένστασης. Όσοι προωθήθηκαν αφορούν το αβάσιμο της αίτησης, ότι η ένορκη δήλωση Ελισσαίου δεν πληροί τις προϋποθέσεις που οι Θεσμοί θέτουν, έχει καλή υπεράσπιση, το επίδικο γραμμάτιο είναι εικονικό, άκυρο, προϊόν πίεσης και μη δεόντως χαρτοσημασμένο και τέλος ότι αν επιτύχει η αίτηση θα καταπατηθούν ανθρώπινα του δικαώματα. Στην ένορκη του δήλωση ο Εναγόμενος αναφέρει ότι η κα. Ελισσαίου δεν έχει προσωπική γνώση των γεγονότων, δεν αποκαλύπτει τις πηγές γνώσης της, δεν είναι διευθύντρια της Ενάγουσας ούτε παρουσίασε σχετική έγγραφη εξουσιοδότηση. Πέραν της γενικής αρνήσεως των ισχυρισμών Ελισσαίου, αναφέρει ότι δεν ήταν παρόντες οι μάρτυρες που φαίνονται σε αυτό, αυτοί οι μάρτυρες είναι εικονικοί, ουδέποτε έχει υπογραφεί γραμμάτιο από τον ίδιο αλλά υπογράφηκε κατόπιν ψευδών παραστάσεων, ψυχικών πιέσεων, εξαναγκασμού, απάτης και παραπληροφόρησης σε σχέση με τους όρους και έννομες συνέπειες του. Κανένα ποσό δεν οφείλει, δεν εμφαίνεται αιτία αγωγής και δεν παρουσιάζει όλα τα πραγματικά γεγονότα και περιστάσεις η Ενάγουσα, για να προσθέσει ότι παραδέχεται ότι υπήρξε εργοδοτούμενος της αλλά ουδέποτε συμφώνησε προφορικώς αποκοπή ποσού από τον μισθό του. Αρνείται ότι έλαβε τις επιστολές Τεκμήρια 3 έως
  3. Προσθέτει τέλος ότι δεν είναι δεόντως χαρτοσημασμένο το επίδικο γραμμάτιο. Αξίζει να αναφερθεί ότι έχει καταχωρηθεί σημείωμα εμφάνισης την 29/3/2021 και υπεράσπιση του Εναγόμενου την 13/9/
  4. Η υπόθεση τέθηκε ενώπιον μου μετά από εξαίρεση αδερφής μου δικαστού την 25/11/
  5. Οι συνήγοροι των μερών κατέθεσαν εμπεριστατωμένες αγορεύσεις, στις οποίες θα γίνεται αναφορά κατωτέρω, όπου χρειαστεί. Τα τυπικά κριτήρια προς εξέταση σε αιτήσεις για συνοπτική απόφαση, όπως εξάγονται τόσο από το λεκτικό της Δ.18 όσο και από τις πιο πάνω αυθεντίες, έχουν καθοριστεί στην Παναγιώτης Νεάρχου κ.α. ν Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ

(2005)1 ΑΑΔ 818, ως περιληπτικά τα εξής:- «(α) Το κλητήριο πρέπει να είναι ειδικά οπισθογραφημένο σε Δ.2, Κ.
  1. (β) Ο εναγόμενος να έχει καταχωρήσει εμφάνιση στην αγωγή. (γ) Η ένορκη δήλωση για υποστήριξη της αίτησης για συνοπτική απόφαση πρέπει να συμμορφώνεται προς ορισμένα κριτήρια π.χ. να είναι από τον ίδιο τον ενάγοντα ή άλλο πρόσωπο που να μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης, και τη βάση της αγωγής και περαιτέρω να δηλώνει ρητά ότι απ' ότι πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Εκεί που ο Αιτητής είναι νομικό πρόσωπο τότε μπορεί να ορκισθεί κάποιο άλλο πρόσωπο που εργοδοτείται από την εταιρεία το οποίο όμως να μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης και να επιβεβαιώνει την βάση της αγωγής και το αιτούμενο ποσό και όχι τα όσα αναφέρει να είναι πληροφορίες που πήρε από άλλους ή να στηρίζεται απλώς στα όσα ο ίδιος πιστεύει. (Βλ. Spyros Stavrinides v. Ceskoslovenska Banka S.A. πιο πάνω, σελ. 136-138) όπου γίνεται αναφορά και σε αγγλική νομολογία). Αυτές είναι βασικές προϋποθέσεις που θα πρέπει να ικανοποιήσει ο ενάγων-αιτητής προτού το Δικαστήριο ασκήσει την εξουσία αν θα εκδώσει ή όχι συνοπτική απόφαση.» Οι δύο πρώτες προϋποθέσεις παραδεκτά πληρούνται, από τα όσα αναφέρονται ως άνω. Ως προς το τελευταίο σημείο, δηλαδή την προσωπική γνώση της ομνύουσας παρατηρείται ότι εν προκειμένω η κα. Ελισσαίου είναι η Γενική Διευθύντρια της Ενάγουσας και είχε προσωπική εμπλοκή στην συνομολόγηση του επίδικου γραμματίου και των θεμάτων που αφορούν την αγωγή. Ο Εναγόμενος αντιτείνει ότι δεν είναι η εγγεγραμμένη στον Έφορο διευθύντρια της Ενάγουσας και ότι δεν παρέθεσε το οτιδήποτε που να δεικνύει προσωπική γνώση περί των γεγονότων. Οφείλω να συμφωνήσω με την Ενάγουσα. Η κα. Ελισσαίου δεν ανάφερε ότι είναι γραμματέας ή διευθυντής, αξιωματούχος δηλαδή της Ενάγουσας. Ανάφερε ότι είναι η Γενική της Διευθύντρια και έχοντας στην κατοχή της όλα τα έγγραφα που αφορούν την υπό κρίση υπόθεση τα κατέθεσε. Κατέθεσε την αυθεντική επίδικη σύμβαση και τις επιστολές που αποστάλθηκαν στον Εναγόμενο, ενώ όπως ανάφερε ενεπλάκη στην σύνταξη τους. Όπως έχει άλλωστε νομολογηθεί, στη Νεάρχου, πιο πάνω, όταν ενόρκως δηλών, εκτός από τη διατύπωση της προσωπικής του γνώσης την οποία δικαιολογεί λόγω της όλης εμπλοκής του στις επίδικες συμβάσεις, επισυνάπτει ως τεκμήρια τα έγγραφα τα οποία επικαλείται στην ένορκη δήλωση του, πληροί την σχετική προϋπόθεση της διαταγής
  2. Αναλόγως και στην παρούσα η κα. Ελισσαίου όχι μόνο ευαγγελίζεται προσωπική εμπλοκή στην συνομολόγηση της επίδικης σύμβασης αλλά την επισυνάπτει, αποδεικνύοντας έτσι την προσωπική της γνώση. Οι σχετικοί, λοιπόν, λόγοι ένστασης απορρίπτονται. Επί της ουσίας συνοπτική απόφαση πρέπει να εκδίδεται μόνο όπου είναι αναμφίβολο ότι ο εναγόμενος στερείται υπεράσπισης. Όπου παρέχονται λεπτομέρειες που δείχνουν την ύπαρξη καλόπιστης υπεράσπισης ή, όπου σε απάντηση της αξίωσης εγείρονται θέματα που θα πρέπει να εκδικαστούν ή αποκαλύπτονται γεγονότα που κρίνονται ως αρκετά να του δώσουν το δικαίωμα να προβάλει υπεράσπιση, τότε του παρέχεται δικαίωμα για υπεράσπιση (Trans Middle East (Trading) (T.M.E.T.) Ltd v. Tlais
(1991)1 A.A.Δ. 239 και Μεττή Χριστόδουλος και Άλλος ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(2002)1 ΑΑΔ 417). Στην πρόσφατη Χαραλάμπους (Καρούσου) V. Μελά, Πολιτική Έφεση ΑΡ. E242/2014, 3/9/2020, τέθηκε ότι: «Ό,τι απαιτείται από τον εναγόμενο είναι να δείξει πως υπάρχει δικάσιμο θέμα «ανεξάρτητα αν το δικαστήριο πιστεύει πως τελικά η προβαλλόμενη υπεράσπιση μπορεί να μην επιτύχει», κριτήριο το οποίο δεν ικανοποιείται χωρίς την παροχή λεπτομερειών σε λογική έκταση (βλ. N. V. Caterchef v P.C.P Electronics Ltd
(1999)ΑΑΔ 1912). Υπενθυμίζουμε συναφώς και την αναφορά στην υπόθεση Λαζάρου κ.ά ν Μακεδόνα
(1999)1 ΑΑΔ 817,822 ότι, «όπου η υπεράσπιση μπορεί να περιγραφεί ως κάτι περισσότερο από σκιώδης αλλά λιγότερο από πιθανή, θα πρέπει να δίδεται άδεια για υπεράσπιση». Εν προκειμένω εκείνο που παρατηρείται είναι η γενικής άρνηση των ισχυρισμών της κας. Ελισσαίου από τον Εναγόμενο και η παράθεση μιας σειράς υπερασπίσεων. Ότι δηλαδή δεν ήταν παρόντες οι μάρτυρες που φαίνονται στο Τεκμήριο 2 της ένορκης δήλωσης Ελισσαίου, αυτοί οι μάρτυρες είναι εικονικοί, ουδέποτε έχει υπογραφεί γραμμάτιο από τον ίδιο αλλά υπογράφηκε κατόπιν ψευδών παραστάσεων, ψυχικών πιέσεων, εξαναγκασμού, απάτης και παραπληροφόρησης σε σχέση με τους όρους και έννομες συνέπειες του. Εν πρώτοις αυτοί οι ισχυρισμοί είναι αντιφατικοί. Αφού δεν υπεγράφη το εν λόγω γραμμάτιο πως ήταν προϊόν ψευδών παραστάσεων; Αντιφάσκει δηλαδή σαφώς ο ισχυρισμός για μη υπογραφή του Τεκμηρίου 2 με αυτό για υπογραφή του, έστω μετά από ψυχική πίεση, απάτη ή εξαναγκασμό. Έπειτα γεννώνται μια σειρά αναπάντητα ερωτήματα. Ποιες ήταν οι ψευδείς παραστάσεις; Τι παρίστανε η Ενάγουσα ως αληθές ενώ δεν ήταν; Ποια η απάτη και ο εξαναγκασμός; Ποιου είδους η ψυχική πίεση; Υπήρχε κάποια σχέση εμπιστοσύνης και πώς την εκμεταλλεύτηκε η Ενάγουσα; Η απλή παράθεση των εν λόγω υπερασπίσεων, σωρευτικά κιόλας με αποτέλεσμα να συγκρούονται, δεν αρκεί για να καταδείξει έστω αδύναμη υπεράσπιση. Όπως αναλόγως έχει λεχθεί στην πρόσφατη Φιλίππου κ.α. ν. Κούτρα, Πολιτική ΄Εφεση Αρ. 397/2012, 20/6/2019, ECLI:CY:AD:2019:A235: «Επιπρόσθετα, ορθή είναι και η διαπίστωση του εκδικάσαντος Δικαστηρίου ότι, ουδεμία μαρτυρία τέθηκε ενώπιον του, προκειμένου να καταδεικνυόταν σε τι συνίστατο η ψυχική πίεση, την οποία η εφεσείουσα 2 ισχυρίστηκε ότι αυτός άσκησε, σε βάρος της εφεσείουσας 1 και την οδήγησε στη σύναψη της συμφωνίας πώλησης. Όπως αυτό υπέδειξε, η επίκληση και μόνο της προαναφερθείσας αιτίας, άνευ οποιουδήποτε περιεχομένου δεν ήταν αρκετή προς ικανοποίηση της συγκεκριμένης απαίτησης της Δ.18, Κ.1(α). Επομένως, είναι ορθή η διαπίστωση του Δικαστηρίου ότι η εφεσείουσα 2 προβάλλοντας την, κατ΄ ισχυρισμόν, υπεράσπιση της ιδίας και της εφεσείουσας 1, «περιορίστηκε σε αοριστολογίες και γενικότητες». Στην κρινόμενη περίπτωση, όχι μόνο παρέμειναν έωλοι οι ισχυρισμοί του Εναγόμενου, χωρίς την παραμικρή τεκμηρίωση, αλλά αντιφάσκουν κιόλας μεταξύ τους. Δεν μπορούν, συνεπώς τα όσα ισχυρίζεται ο Εναγόμενος να ικανοποιήσουν την απαίτηση της Δ.18 για ύπαρξη καλής υπεράσπισης. Αναφορικά με το συνταγματικό δικαίωμα του Εναγόμενου να υπερασπιστεί τον εαυτό του, αυτό δεν είναι απεριόριστο. Και για να μπορέσει να το ασκήσει η νομολογία έχει θέσει μια σειρά από προϋποθέσεις, ένα επίπεδο απόδειξης, ώστε να διασφαλίσει και το δικαίωμα του Ενάγοντα σε σύντομη εκδίκαση, όταν αναμφίβολα δεν υπάρχει υπεράσπιση. Αυτό το επίπεδο απόδειξης είναι που απέτυχε να προσεγγίσει ο Εναγόμενος, καταθέτοντας μια σειρά αστήρικτων και αντιφατικών ισχυρισμών. Αξίζει παρενθετικά να αναφέρουμε, ότι σε κανένα σημείο της μαρτυρίας του ο Εναγόμενος δεν αιτιολόγησε την υπογραφή του ως παραλήπτης στις επιστολές της Ενάγουσας (Τεκμήρια 3 και 4) ή την προσωπική επίδοση της επιστολής Τεκμήριο 5. Προκύπτει εκ των ως άνω τεκμηρίων ότι είχε γνώση της ύπαρξης των υποχρεώσεων του ως απέρρεαν από το επίδικο γραμμάτιο και ουδέποτε αντέδρασε. Το Τεκμήριο 2 αποτελεί γραμμάτιο συνήθους τύπου, αφού συγκεντρώνει όλα τα στοιχεία που το άρθρο 78 του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφάλαιο 149 ορίζει. Υπογράφεται από τον Εναγόμενο, παρουσία δύο μαρτύρων, των οποίων η ικανότητα προς το συμβάλλεσθαι δεν πλήχθηκε με μαρτυρία, για πληρωμή σε προσδιορισμένο μέλλοντα χρόνο προς πρόσωπο το οποίο ορίζεται στο γραμμάτιο, ποσού χρημάτων, πλέον τόκο που ορίζεται σε αυτό κατά ανώτατο όριο προς εννέα τοις εκατό κατ' έτος. Επιπλέον το περιεχόμενο του εν λόγω γραμματίου συνιστά, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 80 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, αµάχητη απόδειξη των γεγονότων που εκτίθενται σε αυτό. Επομένως, μαρτυρία που στοχεύει στην αντίκρουση της αλήθειας του περιεχομένου γραμματίου συνήθους τύπου δεν είναι αποδεκτή (ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ (ΚΑΡΟΥΣΟΥ) v. ΜΕΛΑ, ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. E242/2014, 3/9/2020 και Raif v Dervish
(1971)1 C.L.R. 158 και Λοϊζίδης ν Τσιακλή κ.ά.
(1997)1 ΑΑΔ 1418). Οι όποιες επομένως αναφορές του Εναγόμενου ότι δεν οφείλει το εκεί αναφερόμενο ποσό δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτές. Στην βάση της ως άνω αποδεκτής μαρτυρίας κρίνεται ότι η Ενάγουσα έχει αποδείξει την υπόθεση της και ο Εναγόμενος δεν έχει καταδείξει την όποια καλή υπεράσπιση. Παρά την υπογραφή γραμματίου συνήθους τύπου και την πληρωμή κάποιων δόσεων, παρέλειψε να καταβάλλει τις συμφωνηθείσες δόσεις από την 30/9/20 με αποτέλεσμα ολόκληρο το οφειλόμενο ποσό του γραμματίου συνήθους τύπου να καταστεί απαιτητό, ως η συμφωνία των μερών προέβλεπε. Έκτοτε κανένα ποσό δεν κατέβαλε. Σε σχέση με την μη χαρτοσήμανση του Τεκμηρίου 2, έγγραφο δεν καθίσταται άκυρο εξ αυτού και μόνο του λόγου. Το Δικαστήριο δύναται να δώσει οδηγίες ότι η απόφαση δεν θα εκδοθεί εκτός αν όλα τα σχετικά έγγραφα χαρτοσημανθούν δεόντως (Maximos Court Ltd. ν. Xριστόφορου Πιερή και Άλλου
(2001)1 ΑΑΔ 875). Ως εκ τούτου, εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας κι εναντίον του Εναγομένου για το ποσό των €14.950 πλέον τόκο προς 9% ετησίως από 31.10.2020 μέχρι εξόφλησης πλέον έξοδα περιλαμβανομένου των εξόδων της παρούσας αίτησης και της μέχρι τώρα διαδικασίας, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Η απόφαση δεν θα εκδοθεί εκτός το Τεκμήριο 2 χαρτοσημανθεί δεόντως και παραδοθεί στο Δικαστήριο. (Υπ.)............ Α. Λουκά Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.