Ιακωβίδης υπό την ιδιότητα του ως εκκαθαριστής της Ο1 Group Limited ν. Rokiana Holdings Limited, Αρ. Αίτησης: 93/2020, 25/1/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2022:A42 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. ΛΟΥΚΑ, Ε.Δ. Αρ. Αίτησης: 93/2020 Αναφορικά με τον περί Αποφάσεων Αλλοδαπών Δικαστηρίων (Αναγνώριση, Εγγραφή και Εκτέλεση δυνάμει Συμβάσεως) Νόμος του 2000 (Ν 121(Ι)/2000) -και- Αναφορικά με τον περί της Συμβάσεως περί της Αναγνωρίσεως και Εκτελέσεως Αλλοδαπών Διαιτητικών Αποφάσεων (Κυρωτικό) Νόμο του 1979 (Ν 84/1979) -και- Αναφορικά με τον περί Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας Νόμο του 1987 (Ν 101/1987) -και- Αναφορικά με την απόφαση ημ. 26/11/19 στη διαιτησία με αρ. υπόθεσης Μ- 205/2018 του Δικαστηρίου Διεθνούς Διαιτησίας της Ρωσικής Ομοσπονδίας (ICAC) μεταξύ Rokiana Holdings Limited ως αιτητή και της Ο1 Group Limited ως Καθ' ης η αίτηση Μεταξύ: XXXXX (XXXXX) Ιακωβίδης υπό την ιδιότητα του ως εκκαθαριστής της Ο1 Group Limited Αιτητές -και- Rokiana Holdings Limited Καθ΄ ων η αίτηση Ημερομηνία: 25/1/2022 Εμφανίσεις: Για Αιτητές: κ. Βασιλείου Για Καθ' ων η αίτηση: κ. Πίττας ΑΠΟΦΑΣΗ Οι Αιτητές επιδιώκουν την έκδοση διατάγματος με το οποίο να εγγράφεται στην Κύπρο η διαιτητική απόφαση ημερομηνίας 25/9/2019 που εκδόθηκε στα πλαίσια της διαιτησίας με αριθμό υπόθεσης Μ-205/2018 μεταξύ των μερών στο Δικαστήριο Διεθνούς Δικαιοδοσίας της Ρωσικής Ομοσπονδίας (στο εξής το «Διαιτητικό Δικαστήριο»). Ο κ. XXXXX (XXXXX) Ιακωβίδης με ένορκη του δήλωσης υποστηρίζει την αίτηση. Αναφέρεται στο βιογραφικό του και την επί έτη ενασχόληση του με αποκατάσταση, ανασυγκρότηση και εκκαθάριση εταιρειών ακόμα και σε διασυνοριακό επίπεδο. Σε ότι αφορά την Αιτήτρια Εταιρεία, αυτή είναι εγκεγραμμένη στην Κύπρο και έχει τεθεί σε εκούσια εκκαθάριση. Η Καθ' ης η αίτηση εταιρεία, ξεκίνησε διαδικασίες εναντίον της Αιτήτριας στο Διαιτητικό Δικαστήριο. Επισύναψε την συμφωνία διαιτησίας και αναφέρθηκε στις σχετικές Συμφωνίες Διευκόλυνσης και Εγγύησης και Αποζημίωσης. Η αξίωση της Καθ' ης η αίτηση ήταν εναντίον της Αιτήτριας και μιας άλλης Εταιρείας, της Katalama, με τον ισχυρισμό ότι δεν τήρησαν τη συμφωνία διαιτησίας. Το Διαιτητικό Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι η Καθ' ης η αίτηση απέτυχε να αποδείξει ότι ήταν συμβαλλόμενο μέρος στην συμφωνία και επιδίκασε έξοδα €197241,14, υπέρ της Αιτήτριας. Αυτή την, τελεσίδικη και οριστική, απόφαση είναι που επιχειρεί να εγγράψει και αναγνωρίσει η Αιτήτρια. Αναφέρεται σε μια σειρά άλλων ενεργειών των μερών που είχαν λάβει χώρα μέχρι την καταχώρηση της υπό εξέταση αίτησης και καταλήγει ότι επιδιώκει εγγραφή και αναγνώριση της εν λόγω απόφασης με σκοπό να προβεί σε εκτέλεση της. Τελειώνει με αναφορά ότι όπως τον ενημερώνει ο κύπριος δικηγόρος του «αποτελεί κοινό έδαφος ότι υπέγραψαν και επικύρωσαν (την Σύμβαση περί της Αναγνώρισης και Εκτέλεσης Αλλοδαπών Διαιτητικών Αποφάσεων του 1958) η Κυπριακή Δημοκρατία δια μέσου του κυρωτικού νόμου Ν 84/79 όσο και η Ρωσική Ομοσπονδία». Η Καθ' ης η αίτηση ήγειρε και προώθησε τους εξής συνοπτικά αναφερόμενους λόγους ένστασης: Α. Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτει επιτακτικά ο Κυρωτικός Νόμος 84/79 και η Σύμβαση της Νέας Υόρκης. Συγκεκριμένα στην αγόρευση τους υποστηρίζουν ότι δεν έχει τεθεί μαρτυρία που να υποστηρίζει ότι η Ρωσική Ομοσπονδία κύρωσε την εν λόγω Σύμβαση. Β. Δεν έχει τεθεί κεκυρωμένο πρωτότυπο της απόφασης του Διαιτητικού Δικαστηρίου, ούτε οι απαραίτητες σχετικές συμφωνίες. Γ. Επιμένουν στους ισχυρισμούς τους περί αναστολής της διαδικασίας ως είχαν τεθεί με ενδιάμεση αίτηση και αποφάσισε ως προς αυτή το Δικαστήριο με απόφαση του ημ. 9/12/21. Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του κ. XXXXX Αργυρίδη, ως εξουσιοδοτημένου της Καθ' ης η αίτηση. Προβαίνει σε περίληψη του πραγματικού υπόβαθρου της υπόθεσης. Αναφέρεται σε μια σειρά συμφωνιών που είχαν συναφθεί μεταξύ Εταιρειών συνδεδεμένων με τα μέρη. Εστιάζει στις Συμφωνίες Πλαισίου και Προαίρεσης (Call Option) και Προαίρεσης (Put Option). Τελικά υπογράφησαν Τελικό Φύλλο Όρων και Τελική Τροποποίηση στα οποία δεν πειριέχετο όρος για διαιτησία ενώ τα Έγγραφα Συνδιαλλαγής περιείχαν τέτοιους. Στην βάση των εν λόγω συμφωνιών η Καθ' ης η αίτηση παραχώρησε δάνειο στην Εταιρεία Katalama ποσού Ρωσικών Ρουβλιών 3.000.000.000 περίπου, το οποίο ήταν πληρωτέο την 1/11/2019, με εγγυήτρια την Αιτήτρια, λόγω οικονομικών προβλημάτων που αντιμετώπιζαν. Η Διαιτητική Υπόθεση, η απόφαση της οποίας επιδιώκεται να εγγραφεί είχε καταχωρηθεί από την Καθ' ης η αίτηση κατά της Katalama λόγω παραβίασης των όρων του Τελικού Φύλου Όρων και της Τελικής Τροποποίησης. Προσθέτει ότι σκόπιμα και απατηλά τέθηκε υπό εκκαθάριση η Αιτήτρια. Κάνει αναφορά σε δεύτερη υπόθεση στο Διαιτητικό Δικαστήριο την Μ-23/2020 όπου η Katalama απαιτεί το τίμημα της Συμφωνίας Προαίρεσης από την Καθ' ης η αίτηση πλέον τόκους και έξοδα. Η Καθ΄ ης η αίτηση καταχώρησε Υπεράσπιση, Ανταξίωση και Απαίτηση εναντίον Πρόσθετου Διαδίκου με την οποία απαιτεί εναντίον της Katalama αποζημίωση για την παράβαση της Συμφωνίας Διευκόλυνσης πλέον τόκους και έξοδα. Εναντίον της Αιτήτριας (ως πρόσθετο μέρος) επιδιώκει δήλωση ότι έχει παραβιάσει την Συμφωνία Εκχώρησης Απαιτήσεων με βάση το Ειδικό Συμβόλαιο που έγινε μεταξύ των μερών και ότι η εν λόγω παράβαση προκάλεσε απώλειες και ζημιές ως και διάταγμα που να διατάζει την Αιτήτρια να επαναεκχωρήσει στην Καθ' ης η αίτηση όλα τα δικαιώματα που απορρέουν από την Συμφωνία Διευκόλυνσης πλέον έξοδα. Τέλος συνοψίζει τους λόγους για τους οποίους θεωρεί ότι πρέπει να απορριφθεί η αίτηση όπως θα αναλυθούν κατωτέρω. Με τις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους οι συνήγοροι των μερών επιχειρηματολόγησαν προς επίρρωση των επιχειρημάτων τους. Αναφορά σε αυτά θα γίνεται κατωτέρω όπου κρίνεται σκόπιμο. Ο δικαστικός έλεγχος σε τέτοιου είδους διαδικασίας έχει καθοριστεί από την κλασσική πλέον Αίτηση Beogradska Banka DD
(1995)1 Α.Α.Δ. 737, ως κάτωθι: «Το Δικαστήριο ενώπιον του οποίου γίνεται η επίκληση της απόφασης, έχει περιορισμένο εποπτικό έλεγχο όπως προνοείται από τα άρθρα IV και V της Σύμβασης και δεν υπεισέρχεται στην ουσία της υπόθεσης, ούτε και στη σοφία της διαιτητικής απόφασης. Το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε διάγνωση δικαιωμάτων, ούτε με την αίτηση για αναγνώριση και εκτέλεση εγείρονται αγώγιμα δικαιώματα. (Βλ. Ρ.Ι.Κ. και Άλλοι ν. Νικολαΐδη
(1993)1 Α.Α.Δ. 364). Πέραν τούτου, δόθηκε η ευκαιρία στους αιτητές για παραμερισμό. Συνεπώς δεν γίνεται διάγνωση ουσίας και δεν υπήρξε υπό αυτή την έννοια υπέρβαση δικαιοδοσίας ή παρανομία.» Σε αυτήν αναφέρεται η πιο σύγχρονη Intersputnik International Organization of Space Communications (Διεθνης Οργανισμος Διαστημικης Επικοινωνιας Ιντερσπουτνικ) v. Alrena Investments Limited, Πολιτική Έφεση Αρ. 298/2013, 4/4/2017, ECLI:CY:AD:2017:A122, για να τονίσει όμως ότι: «Οι Διεθνείς Συμβάσεις ερμηνεύονται αυστηρά, εφόσον ενσωματώνονται στην Κυπριακή έννομη τάξη, με δεδομένο ότι αναφέρονται σε διαδικασίες εκτέλεσης σε τρίτη χώρα αποφάσεων που εκδίδονται στο έδαφος άλλης χώρας. Η φιλοσοφία όμως ταυτόχρονα αυτών των Διεθνών Συμβάσεων που διέπουν τις διεθνείς εμπορικές διαιτησίες, είναι η παροχή ενός γρήγορου μηχανισμού απονομής δικαιοσύνης και επίλυσης των διαφορών σε διεθνές επίπεδο.» Κατωτέρω θα εξεταστεί έκάστο επίδικο όπως αναφύεται από του λόγους ένστασης και τις αγορεύσεις, στο πλαίσιο που θέτουν οι ως άνω αυθεντίες. Α. Μαρτυρία για την κύρωση της Σύμβασης Αναγνωρίσεως και Εκτελέσεως Αλλοδαπών Διαιτητικών Αποφάσεων του 1958 (Σύμβαση της Νέας Υόρκης) η Ρωσική Ομοσπονδία. Η πρώτη επιφύλαξη που φέρει η Σύμβαση της Νέας Υόρκης είναι αυτή του «reciprocity». Ότι δηλαδή τα διαλαμβανόμενα στη Σύμβαση μπορούν να εφαρμοστούν μόνο μεταξύ των μερών αυτής. Η σχετική επιφύλαξη της Σύμβασης της Νέας Υόρκης στο άρθρο Ι
(3)αναφέρει ότι: «When signing, ratifying or acceding to this Convention, or notifying extension under article X hereof, any State may on the basis of reciprocity declare that it will apply the Convention to the recognition and enforcement of awards made only in the territory of another Contracting State. It may also declare that it will apply the Convention only to differences arising out of legal relationships, whether contractual or not, which are considered as commercial under the national law of the State making such declaration.» Τέτοια επιφύλαξη έχει τεθεί και στον κυπριακό κυρωτικό νόμο στο ανάλογο άρθρο, με αναφορά μάλιστα σε αμοιβαιότητα. Όταν η Κύπρος εισχώρησε στη Σύμβαση έγινε επίσης εξής διακήρυξη «The Republic of Cyprus will apply the Convention, on the basis of reciprocity, to the recognition and enforcement of wards made only in the territory of another Contracting State; furthermore it will apply the Convention only to differences arising out of legal relationships, whether contractual or not, which are considered as commercial under its national law.» Κρίνεται ότι επιτρέπεται η έγερση και ανάπτυξη του εν λόγω ζητήματος αφού έχει δικογράφηθεί στον λόγο ένστασης ως προς την μη πλήρωση των προϋποθέσεων που θέτει επιτακτικά ο Κυρωτικός Νόμος 84/79 και η Σύμβαση της Νέας Υόρκης. Η μόνη αναφορά που γίνεται στην ένορκη δήλωση Ιακωβίδη ως προς το εν λόγω ζήτημα είναι η αναφερόμενη πιο πάνω, ότι όπως τον ενημερώνει ο κύπριος δικηγόρος του «αποτελεί κοινό έδαφος ότι υπέγραψαν και επικύρωσαν (την Σύμβαση περί της Αναγνώρισης και Εκτέλεσης Αλλοδαπών Διαιτητικών Αποφάσεων του 1958) η Κυπριακή Δημοκρατία δια μέσου του κυρωτικού νόμου Ν 84/79 όσο και η Ρωσική Ομοσπονδία». Αξίζει να αναφερθεί ότι όπως διαφάνηκε κάθε άλλο παρά κοινό έδαφος αποτελεί, αφού ως προς αυτό το σημείο η Καθ' ης η αίτηση ενίσταται και ενδιάτριψε αγορεύοντας. Επαρκεί όμως αυτή η δήλωση του κ. Ιακωβίδη για να ξεπεράσει τον σκόπελο της αμοιβαιότητας; Όπως αναφέρθηκε στην Αναφορικα με την Αίτηση του XXX XXX Rostovtsev, Πολιτική Aίτηση Αρ. 40/2020, 30/4/2020: «Στο εσωτερικό πεδίο, εκάστου των συμβαλλομένων Κρατών, η ερμηνεία διεθνούς σύμβασης είναι έργο του Δικαστηρίου και όπου το νομοθετικό σώμα εκδίδει ερμηνευτικό μιας διεθνούς σύμβασης νόμο, αυτός επίσης ερμηνεύεται από το Δικαστήριο.» Η Καθ' ης η αίτηση παρέπεμψε στην πρωτόδική Intersputnik International Organization of Space Communications (Διεθνής Οργανισμός Διαστημικής Επικοινωνίας Ιντερσπουτνικ) ν. Alrena Investments Limited, Αρ. Αίτησης 32/2012, 19/1/2018 στην οποία αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Το Δικαστήριο έχει διέλθει την Αίτηση και την Ένορκη Δήλωση που την υποστηρίζει. Δεν υπάρχει καμιά αναφορά και ο ομνύοντας δεν ισχυρίζεται ότι η Ρωσική Ομοσπονδία είναι συμβαλλόμενο μέρος στη Σύμβαση της Νέας Υόρκης. Ούτε και στην αγόρευση των δικηγόρων του Αιτητή γίνεται υπόδειξη σε συναφές σημείο μαρτυρίας. Αυτό που υποβάλλουν οι δικηγόροι είναι ότι δεν έχει αμφισβητηθεί η υπογραφή της Σύμβασης από τη Ρωσική Ομοσπονδία, όμως, όπως έχει πιο πάνω υποδειχθεί το ζήτημα δεν τεκμαίρεται ούτε λαμβάνεται ως δεδομένο εφόσον δεν αμφισβητείται, αλλά είναι παράμετρος της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου που πρέπει να καταδεικνύεται. Εισηγούνται οι δικηγόροι του Αιτητή ότι η αναφορά στο άρθρο V
(2)(β) της Σύμβασης σε «δημόσια τάξη» περιλαμβάνει το καθήκον του κράτους να σέβεται τις υποχρεώσεις του προς τα άλλα κράτη και διεθνείς οργανισμούς και ως εκ τούτου το Δικαστήριο μπορεί αυτεπάγγελτα να εξετάσει και να επιβεβαιώσει την επικύρωση της Σύμβασης από τη Ρωσική Ομοσπονδία. Το ζήτημα δεν έχει τη διάσταση που εισηγούνται οι δικηγόροι του Αιτητή. Τα Δικαστήρια της Δημοκρατίας ασφαλώς και σέβονται τις υποχρεώσεις της Κύπρου προς άλλα κράτη και διεθνείς οργανισμούς και θα αναγνωρίσουν και θα εκτελέσουν αλλοδαπές διαιτητικές αποφάσεις όπως ο Νόμος ορίζει. Όμως, η απόρριψη μιας τέτοιας αίτησης που αφορά σε διαιτητική απόφαση που εκδόθηκε σε συμβαλλόμενο κράτος για το λόγο ότι ο Αιτητής δεν έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου τα απαραίτητα στοιχεία με κανένα τρόπο δεν συνιστά έλλειψη σεβασμού προς το αναφερθέν κράτος. Ο Αιτητής όφειλε να θέσει τη σχετική μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου. Είναι σχεδόν βέβαιο ότι εάν το έπραττε δεν θα αμφισβητείτο από την άλλη πλευρά. Ούτε επεδίωξε ο Αιτητής να αποκαταστήσει την παράλειψη του. Είναι η καταληκτική κρίση του Δικαστηρίου ότι ο Αιτητής απέτυχε να καταδείξει ότι η περίπτωση του εμπίπτει μέσα στο πεδίο εφαρμογής του Νόμου και ότι το Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία δυνάμει του Νόμου να εκδώσει το εξαιτούμενο διάταγμα.» Στην πιο πάνω υπόθεση αν και δεν γινόταν αναφορά στην μαρτυρία ως προς την κύρωση της Σύμβασης της Νέας Υόρκης από την Ρωσική Ομοσπονδία, οι δικηγόροι των Αιτητών φαίνεται να αγόρευσαν προς τούτο. Στην παρούσα υπάρχει απλή αναφορά στην ένορκη δήλωση Ιακωβίδη, αλλά και πάλι κανένα είδος τεκμηρίωσης ή απτής έγγραφης μαρτυρίας που να υποστηρίζει ότι η Ρωσική Ομοσπονδία κύρωσε την εν λόγω Σύμβαση. Αυτή η υποχρέωση για προσκόμιση σχετικής μαρτυρίας ως απαιτεί η Ιντεσπούτνικ, διά του έντιμου ΠΕΔ Μαλαχτού, όπως ήταν τότε, επιβεβαιώνεται και από την διεθνή νομολογία. Στην Μαλαισιανή απόφαση Lombard Commodities Limited v Alami Vegetable Oil Products Sdn. Bhd - NO: 02(f)-37-2008(W) [2009] MYFC 76 (3 November 2009), έστω obiter τέθηκε ότι: «the issue whether a State is a party to the NYC can be proved by adducing such other evidence as may be appropriate.» Στην παρούσα δεν έχει παρουσιαστεί μαρτυρία τεκμηριωμένη που να αποδεικνύει ότι η Ρωσική Ομοσπονδία κύρωσε τη Σύμβαση της Νέας Υόρκης. Τόσο η Ιντερσπούτνικ όσο και η Lombard, πιο πάνω απαιτούν σχετική μαρτυρία (evidence) προς τον σκοπό της απόδειξης συμβαλλόμενου μέρους. Ο περί Αποδείξεως Διεθνών Συμβάσεων Νόμος του 2002 (103(I)/2002) ορίζει ότι γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας ή πιστοποιητικό ως προς την γνωστοποίηση περί του γεγονότος προσχώρησης ξένου κράτους σε Διεθνή Σύμβαση, ως απόδειξη ότι το συγκεκριμένο κράτος έχει προσχωρήσει στη Σύμβαση (Άρθρο 4
(1)(α) (ιιι)). Καμία τέτοια αποδεκτή μαρτυρία δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Κανένα τέτοιο πιστοποιητικό ή έστω έγγραφο δεν παρουσιάστηκε που να συνάδει με το Νόμο και να είναι πρόσφορο προς απόδειξη του ότι η Ρωσική Ομοσπονδία προσχώρησε στη Σύμβαση της Νέας Υόρκης. Συνεπώς δεν κρίνεται ότι υπάρχει μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου που να αποσαφηνίζει το υπό εξέταση επίδικο ζήτημα. Όπως αναφέρθηκε και στην Πολ. Έφεση 298/13, πιο πάνω, οι Διεθνείς Συμβάσεις ερμηνεύονται αυστηρά και τέτοια αυστηρή προσέγγιση δεν επιτρέπει την αποδοχή απλής αναφοράς ως προς συμβαλλόμενο μέρος χωρίς την σχετική τεκμηρίωση. Το Δικαστήριο δεν μπορεί να λάβει δικαστική γνώση ως προς το εν λόγω ζήτημα. Το άρθρο 7 του περί Ερμηνείας Νόμου αναφέρει ότι κάθε νόμος με την δημοσίευση του καθίσταται δικαστικά γνωστός. Εκ των ως άνω νοείται ότι ο κυρωτικός νόμος Ν 84/1979 έχει καταστεί δικαστικά γνωστός, αλλά δεν μπορούν ταυτόχρονα να καταστούν δικαστικά γνωστά και τα μέρη που κύρωσαν την σύμβαση, αφού δεν τυγχάνουν αναφοράς σε αυτόν. Νομολογιακά άλλωστε, ο κανόνας της Δικαστικής Γνώσης επιτρέπει σε ένα Δικαστήριο να δέχεται ως αποδεδειγμένα μερικά αναμφισβήτητα και πασίδηλα γεγονότα. Στην Νεοκλέους ν. Γενικός Εισαγγελέας
(1993)1 Α.Α.Δ (31.5.93) λέχθηκε ότι «Δικαστική Γνώση μπορεί να ληφθεί μόνο για γεγονότα τα οποία είναι πασίγνωστα σε βαθμό που να αποτελούν κοινή γνώση», και το ποια κράτη κύρωσαν την Σύμβαση της Νέας Υόρκης δεν μπορεί να αποτελεί τέτοια. Στην βάση των ως άνω η αίτηση αποτυγχάνει. Θα εξεταστούν όμως και οι υπόλοιποι λόγοι ένστασης, έτσι ώστε να υφίσταται η κρίση του Δικαστηρίου σε περίπτωση ανατροπής της απόφασης του ως προς το πιο πάνω ζήτημα. Β. Δεν έχει τεθεί κεκυρωμένο πρωτότυπο της απόφασης του Διαιτητικού Δικαστηρίου, ούτε οι απαραίτητες σχετικές συμφωνίες. Σχετικά με το εν λόγω ζήτημα είναι τα όσα διαλαμβάνονται στο Άρθρο IV της Σύμβασης της Νέας Υόρκης ως εξής: «
- Προς επίτευξιν της εν τω προηγουμένω άρθρω αναφερομένης αναγνωρίσεως και εκτελέσεως, το αιτούν την αναγνώρισιν και εκτέλεσιν μέρος οφείλει, κατά τον χρόνο της υποβολής της αιτήσεως, να προσκομίση: (α) το δεόντως κεκυρωμένον πρωτότυπον της αποφάσεως ή δεόντως πιστοποιημένον αντίγραφον αυτής· (β) το πρωτότυπον της εν άρθρω ΙΙ αναφερομένης συμφωνίας ή δεόντως πιστοποιημένον αντίγραφον αυτής.
- Εάν η ειρημένη απόφασις ή συμφωνία δεν συνετάχθη εις την επίσημον γλώσσαν της χώρας εις την οποία γίνεται επίλυσις αυτής, το αιτούν την αναγνώρισιν και εκτέλεσιν της αποφάσεως μέρος δέον να προσκομίση μετάφρασιν των εγγράφων τούτων, εις την γλώσσαν ταύτην. Η μετάφρασις δέον να πιστοποιήται υπό επισήμου ή ορκωτού μεταφραστού ή υπό διπλωματικού ή προξενικού αντιπροσώπου.» Σχετική ανάλυση της διεθνούς νομολογία και βιβλιογραφίας ως προς το εν λόγω ζήτημα έλαβε χώρα στην Πολ. Έφεση 298/13[1], πιο πάνω. Απαύγασμα της εν λόγω ανάλυσης είναι ότι: «Η ένθεση των πρωτότυπων υπογραφών από τα ίδια τα άτομα που εκδίκασαν τη διαιτησία, καθώς και η επίσημη σφράγιση της απόφασης, δεν αφήνουν περιθώρια αμφισβήτησης περί της δικής τους αρμοδιότητας αφενός και του γνησίου της εκδοθείας απόφασης αφετέρου.» Εν προκειμένω φαίνεται να υπάρχει η επίσημη σφραγίδα και υπογραφή. Μπορεί να μην υπάρχει επ' ακριβής μετάφραση στο ελληνικό κείμενο, αλλά σε αυτήν (Τεκμήριο 6 της ένορκης δήλωσης Ιακωβίδη) καταγράφεται σαφώς ότι υπάρχει η επίσημη σφράγιση από το Διαιτητικό Δικαστήριο και οι σχετικές υπογραφές (βλ. σελίδα 62). Οι σχετικές σφραγίδες και υπογραφές φαίνονται και επί του Τεκμηρίου 5, την διαιτητική απόφαση. Μπορεί δηλαδή να μην υπάρχει μεταφρασμένο το κείμενο μετά την απόφαση, αλλά αναφέρεται ρητώς ότι υπάρχουν στο κείμενο σχετικές υπογραφές και σφραγίδες. Συνεπώς τα εν λόγω τεκμήρια συγκεντρώνουν όλα τα απαραίτητα στοιχεία που η νομολογία έκρινε ότι απαιτούνται, στην βάση της Σύμβασης της Νέας Υόρκης. Σε σχέση με την συμφωνία διαιτησίας εκείνο που εγείρεται από τους Καθ' ων η αίτηση είναι ότι θα έπρεπε να επισυναφθούν και οι συμφωνίες στις οποίες βασίστηκε η απαίτηση της Καθ' ης η αίτηση και όχι μόνο οι Συμβάσεις οι οποίες γέννησαν την συμφωνία διαιτησίας, ήτοι η Συμφωνία Διευκόλυνσης και η Συμφωνία Εγγύησης και Αποζημίωσης. Στην Dardana Ltd v Yukos Oil Co (No.1), [2002] C.L.C. 1120 αποφασίστηκε ότι: «That conclusion supports, rather than undermines, the further conclusion that, at the first stage, all that is required by way of an arbitration agreement is apparently valid documentation, containing an arbitration clause, by reference to which the arbitrators have accepted that the parties had agreed on arbitration or in which the arbitrators have accepted that an agreement to arbitrate was recorded with the parties' authority.» Επίσης η πρωτόδικη Αναφορικά με την Joint-Stock Commercial Bank "Bank of Moscow" (Open Joint-Stock Company) ν. Αναφορικά με την Drimaco Ltd, Γενική Αίτηση αρ. : 226/2015, 18/2/2016 στην οποία παραπέμπει η Καθ' ης η αίτηση ορίζει ότι: «Στις περιπτώσεις Συμφωνίας στην οποία είναι ενσωματωμένη η ρήτρα διαιτησίας, το Δικαστήριο θεωρεί ότι η όποια υποχρέωση παρουσίασης της Συμφωνίας Διαιτησίας αυτόματα απαιτεί την παρουσίαση και της Συμφωνίας στην οποία αυτή περιέχεται.» Κρίνεται ότι εν προκειμένω έχει παρουσιαστεί και η συμφωνία διαιτησίας και οι συμφωνίες στις οποίες περιέχετο. Μεταγενέστερες συμφωνίες που πιθανόν να επηρέαζαν τα δικαιώματα των μερών δεν μπορούν να επηρεάσουν αυτή την υποχρέωση και να μεταβάλουν την υποχρέωση των αιτητών. Ως αναφέρθηκε και στην Beogradska, πιο πάνω, ο έλεγχος είναι εποπτικός και όχι ουσίας. Η κρατούσα, δε, άποψη και διεθνώς είναι ότι απαιτείται εκ πρώτης όψεως απόδειξη ότι ενυπάρχει συμφωνία διαιτησίας και όχι σχετικής ανάλυση της ή επισύναψη όλων των σχετικών συμφωνιών (βλ. Denmark Skibstekniske Konsulenter A/S I Likvidation (formerly known as Knud E Hansen A/S) v. Ultrapolis 3000 Investments Ltd. (formerly known as Ultrapolis 3000 Theme Park Investments Ltd.), High Court, Singapore, 9 April 2010, 108, 2010 S.L.R. 661 και Guide on the Convention on the Recognition and Enforcement of Foreign Arbitral Awards: New York, 1958, 7/2017 σελ. 124). Επομένως οι σχετικοί λόγοι ένστασης απορρίπτονται. Γ. Αναστολή της διαδικασίας Ο συγκεκριμένος λόγος ένστασης προωθείται και σε τελικός στάδιο παρά την απόφαση του Δικαστηρίου την 9/12/2021, ώστε να μην περιοριστούν τα σχετικά δικαιώματα της Καθ' ης η αίτηση. Παραθέτω την κατάληξη αυτής, για εύκολη αναφορά. «Στην βάση των πιο πάνω και με γνώμονα τα κριτήρια που καθόρισε η νομολογία ως προς το επίδικο θέμα παρατηρείται ότι: εκείνο που εγείρεται από τους Αιτητές είναι ότι δύναται να μην μπορεί να εκτελεστεί πιθανή απόφαση που θα εκδοθεί υπέρ τους στην Μ-23/
- Δηλαδή αν και τα μέρη είναι τα ίδια και οι υποθέσεις αφορούν την ίδια σειρά συμβάσεων, ουδέν προκύπτει που να επηρεάζει επί της ουσίας ή την ίδια την τελεσιδικία της Μ-205/
- Αυτή άλλωστε είναι απόφαση για έξοδα που οφείλονται στους Καθ' ων η αίτηση από τους Αιτητές, τα οποία ουδέποτε αμφισβήτησαν ότι οφείλουν. Δεν υπάρχει δηλαδή παράλληλη διαδικασία η οποία δυνατόν να αλλοιώσει αυτό κάθε αυτό το αποτέλεσμα της επιδιωκόμενης προς εγγραφή απόφαση. Η διεκδίκηση ποσών vice versa φρονώ ότι δεν θα μπορούσε να αποτελέσει λόγο αναστολής της διαδικασίας. Από τους παράγοντες που συνυπολογίζονται, όπως προβλέπει η Hulley, πιο πάνω, προκύπτει ότι στην παρούσα: δεν προκύπτει κίνδυνος αποφάσεων που θα αντιφάσκουν, αφού το ότι επιχειρείται να εγγραφεί είναι διαταγή για έξοδα, η οποία δεν αμφισβητήθηκε. Δεν υπάρχουν, δε, ζητήματα τα οποία θα αποφασίσει το παρόν Δικαστήριο και επηρεάζουν με τον όποιο τρόπο τις διαδικασίες του Δικαστηρίου Διεθνούς Διαιτησίας της Ρωσικής Ομοσπονδίας. Θα προκαλείτο μεγαλύτερη ταλαιπωρία και σύγχυση αν εγκρίνετο το αίτημα για αναστολή, αφού όπως ορθά επισημαίνουν οι Καθ' ων η αίτηση η απόφαση στην Μ- 23/2020 αναμένετο, όπως οι Αιτητές υποστήριξαν, να εκδοθεί την Άνοιξη - Φθινόπωρο 2021, χωρίς αποτέλεσμα μέχρι σήμερα όμως. Τυχόν επιτυχία συνεπώς της παρούσας θα καθιστούσε την όλη διαδικασία μετέωρη χωρίς χρονικό ορίζοντα ως προς τον χρόνο απόφασης της δεύτερης διαδικασίας. Τέλος αξίζει να σημειωθεί ότι στην Μ- 23/2020 έχουν μεν προστεθεί ως πρόσθετο μέρος οι Καθ' ων η αίτηση, για δηλωτικές αποφάσεις δε. Η εναντίον τους απαίτηση θα προκύψει, πάλι ως οι ίδιοι οι Αιτητές εγείρουν, από σύμβαση εγγύησης που υπέγραψαν, δημιουργώντας νέα διαδικαστικά ζητήματα που πιθανόν να τεθούν ακόμα και αν η ανταπαίτηση των Αιτητών στην Μ- 23/2020 επιτύχει. Με βάση όλα τα πιο πάνω, αν και συμφωνώ με τους Αιτητές ότι υπάρχει σύμφυτη εξουσία αναστολή της διαδικασίας, κρίνεται ότι στην παρούσα τέτοιο διάταγμα δεν μπορεί να εκδοθεί.» Επομένως ούτε αυτός ο λόγος ένστασης ευσταθεί. Μετά την επιτυχία του λόγου ένστασης αρ. 4, πρώτου λόγου που εξετάστηκε επί της παρούσας, η αίτηση αποτυγχάνει με έξοδα € 1100 εναντίον της Αιτήτριας και υπέρ της Καθ' ης η αίτηση. (Υπ.)............ Α. Λουκά Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Αξίζει να αναφερθεί ότι την ίδια προσέγγιση ακολουθούν και άλλες ευρωπαϊκές χώρες (βλ. O Limited (Cyprus) v. M Corp. (formerly A, Inc.) (United States) and others, Supreme Court, Austria, 3 September 2008, 3Ob35/08f, XXXIV Y.B. Com. Arb. 409
(2009)cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο