← Κύπρος

Day ν. Alpha Bank Cyprus Limited, Αρ. Αγωγής: 1323/2018, 13/1/2022

Day ν. Alpha Bank Cyprus Limited, Αρ. Αγωγής: 1323/2018, 13/1/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2022:A58 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. ΛΟΥΚΑ Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1323/2018 Μεταξύ: XXXXX Day Ενάγουσας -και- Alpha Bank Cyprus Limited Εναγόμενης Αίτηση ημερομηνίας 16/4/2021 για έκδοση προσωρινού διατάγματος Ημερομηνία: 13/1/2022 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα - Αιτήτρια: κ. Γεωργίου Για Εναγόμενη- Καθ' ης η αίτηση: κα. Στυλιανού ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΌΦΑΣΗ Με την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή η Ενάγουσα Αιτήτρια (στο εξής η «Ενάγουσα») αιτείται μιας σειράς διαταγμάτων. Με αυτά επιδιώκεται δήλωση ότι συμφωνία δανείου σε ξένο νόμισμα ημερομηνίας 16/6/2006, και άλλες συνακόλουθες συμφωνίες, στις οποίες προέβησαν τα μέρη, είναι άκυρες λόγω παρανομίας, γιατί είχαν υπογραφεί κατά παράβαση των σχετικών οδηγιών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Κεντρικής Τράπεζας, λόγω παράλειψης, αμέλειας ή ψευδών παραστάσεων της Εναγόμενης και των αντιπροσώπων της. Σε άλλα αιτητικά επιδιώκεται η έκδοση διατάγματος ή δήλωσης ότι η σύμβαση κατέστη άκυρη λόγω παράβασης ουσιωδών όρων από την Εναγόμενη. Διαζευκτικά και/ή περαιτέρω αιτείται επιδίκαση αποζημιώσεων υπέρ της, λόγω της παράνομης φύσης της Συμφωνίας Δανείου και αφαίρεση υπερχρεώσεων αν κριθεί ότι η Συμφωνία δεν είναι άκυρη. Σημαντικό αιτητικό για τους σκοπούς της παρούσας αποτελεί το (Λ) με το οποίο επιδιώκεται δήλωση του Δικαστηρίου ότι η υποθήκη με αρ. XXXXX/07 είναι άκυρη και διαγραφή της. Η αγωγή καταχωρήθηκε την 2/11/

  1. Κοντολογίς, στην Έκθεση Απαίτησης δικογραφείται η υπογραφή συμφωνίας δανείου μεταξύ των μερών την 16/6/2006 για ποσό CHF 119.
  2. Είχε εκχωρηθεί Συμφωνία Πωλήσεως, συγκεκριμένου ακινήτου αξίας € 93973,08, για την αγορά του οποίου είχε συνομολογηθεί η Συμφωνία Δανείου. Το εν λόγω ακίνητο υποθηκεύτηκε με αριθμό υποθήκης XXXXX/
  3. Δεν αναφέρθηκαν ποτέ στην Ενάγουσα οι κίνδυνοι που προέκυπταν από την λήψη χρηματοδότησης σε ξένο συνάλλαγμα, κάτι που όπως ισχυρίζεται καθιστά την Συμφωνία Δανείου άκυρη, ενώ η ίδια ζημιώθηκε. Δικογραφούνται επίσης λεπτομέρειες αμέλειας, πλημμελούς εκτέλεσης νόμιμων και συμβατικών καθηκόντων της Εναγόμενης. Η Εναγόμενη με Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση της, πέραν της άρνησης των ισχυρισμών της Ενάγουσας περί του ότι δεν επιθυμούσε δανεισμό σε ελβετικό φράγκο εγείρει υπεράσπιση κωλύματος λόγω εγγράφων και παραστάσεων. Ότι η Ενάγουσα με την υπογραφή της στην Συμφωνία Δανείου και σε άλλες συνακόλουθες και μεταγενέστερες συμφωνίες αποδέχτηκε την εγκυρότητα αυτών. Με ανταπαίτηση επιδιώκει ποσό CHF 112008,89, ως οφειλόμενο ποσό δυνάμει της Συμφωνίας Δανείου και αναγνώριση των δικαιωμάτων της που προκύπτουν εκ της εν λόγω Συμφωνίας. Αξίζει να αναφερθεί ότι η Εναγόμενη αναφέρεται και σε έτερη υποθήκη στην ανταπαίτηση της, πέραν της XXXXX/07, την XXXXX/
  4. Φαίνεται να αφορούν το ίδιο Τεμάχιο, όμως η δεύτερη εξειδικεύει το διαμέρισμα που υποθηκεύεται. Την 16/4/2021 καταχωρήθηκε αίτηση για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων από την Ενάγουσα με τα οποία ουσιαστικά αιτείται να απαγορευθεί στην Εναγόμενη Καθ' ης η αίτηση (στο εξής «η Εναγόμενη») να προχωρήσει σε διαδικασία εκποίησης μέσω πλειστηριασμού του ακινήτου, δυνάμει των υποθηκών με αριθμό Υ4161/07 και 4170/
  5. Συγκεκριμένα επιδιώκει την έκδοση διαταγμάτων με τα οποία να: Απαγορεύεται στην Εναγόμενη να ξεκινήσει (Γ), προχωρήσει (Β), διεκδικήσει το επίδικο ακίνητο (Δ) μέσω διαδικασίας εκποίησης του, να ακυρώσει σχετική διαδικασία (Α) και τέλος να επιτρέπει στην Ενάγουσα να καταχωρήσει σχετική αίτηση Έφεση δυνάμει του άρθρου 44Γ του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου του 1965 (9/1965) (Ε). Η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της Ενάγουσας. Έλαβε χώρα στα αγγλικά, αλλά επισυνάπτεται μεταφρασμένο στα ελληνικά κείμενο. Σε αυτήν καταγράφεται το ιστορικό της σύναψης των επίδικων συμφωνιών, δανείου και υποθήκης. H ίδια διαμένει επί έτη στην Κύπρο. Δεν έχει γνώσεις περί χρηματοοικονομικών ή επενδύσεων σε ξένο νόμισμα. Το 2006 και όταν ενδιαφέρθηκε για την αγορά ακινήτου στην Βορίκλινη αποτάθηκε στην τράπεζα για την λήψη δανείου ύψους 43000 ΛΚ. Με το δάνειο θα λάμβανε χώρα υποθήκευση του ακινήτου, ως τελικά έγινε με την XXXXX/
  6. Υπάλληλοι της Εναγόμενης της παρουσίασαν ως μόνη επιλογή τον δανεισμό σε Ελβετικό Φράγκο. Της παρουσιάστηκε ως η καλύτερη δυνατή λύση, η οποία συνεπάγετο και χαμηλότερο επιτόκιο. Δεν της αναφέρθηκε ο όποιος κίνδυνος από τον δανεισμό σε ξένο νόμισμα. Έτσι προέβη στην υπογραφή του εν λόγω δανείου, εκχώρησε επίσης το πωλητήριο από τον τότε ιδιοκτήτη του ακινήτου και προέβη στην υπογραφή των συμφωνιών υποθήκης με αρ. XXXXX/07 και XXXXX/
  7. Λόγω της μη επεξήγησης από τους υπαλλήλους της Εναγόμενης των όποιων κινδύνων εκ του δανεισμού σε ξένο νόμισμα, υποστηρίζει ότι η συμφωνία είναι άκυρη και παράνομη, ενώ περιέχει και επαχθής όρους. Αναφέρει δε και μια σειρά ψευδών και ανακριβών παραστάσεων, όπως μεταξύ άλλων, την παρότρυνση χορήγησης δανείου σε ξένο νόμισμα χωρίς να της υποδειχθούν εναλλακτικές λύσεις δανεισμού, απόκρυψη των σχετικών κινδύνων με αποτέλεσμα τελικά να κληθεί να καταβάλει τριπλάσιο από το δανειζόμενο ποσό και ότι η επίδικη συμφωνία ουδέποτε της δόθηκε για να την μελετήσει πριν την υπογραφή της. Παραθέτει στην συνέχεια μια σειρά Τεκμηρίων προς νομική υποστήριξη της θέσης της μετά από συμβουλή του δικηγόρου της. Επισυνάπτει ως Τεκμήριο 7 Έκθεση από εμπειρογνώμονες, με την οποία κρίνεται ότι οφείλει ποσό ύψους €26970,96, ήτοι CHF 42141,59 και όχι CHF 112008,
  8. Τα πρώτα ποσά τα αναφέρει ως ποσά που ήταν έτοιμη να καταβάλει άνευ βλάβης και όχι γιατί εγκαταλείπει την βάση αγωγής της ως προς την ακυρότητα των συμβάσεων. Έναυσμα για την καταχώρηση της εν λόγω αιτήσεως υπήρξε επιστολή και συγκεκριμένο ηλεκτρονικό μήνυμα προς την Ενάγουσα, με το οποίο της αναφέρετο ότι θα ξεκινήσει η σχετική διαδικασία πλειστηριασμού, όταν ναυάγησαν προσπάθειες για διευθέτηση της υπόθεσης (σχετικά είναι τα Τεκμήρια 8 και 9). Τέλος επιχειρηματολογεί ως προς την πλήρωση των προϋποθέσεων που απαιτούνται για έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Η Εναγόμενη με μια σειρά λόγων ένστασης αντιτίθεται στην έκδοση διαταγμάτων. Εν συντομία, όσοι από αυτούς τελικώς αναπτύχθηκαν, εγείρουν ότι η υπό εξέταση αίτηση είναι πρόωρη και άνευ αντικειμένου, υπέρμετρη καθυστέρηση, δεν έχει η αίτηση πραγματικό υπόβαθρο, δεν πληρούνται οι σχετικές προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν. 14/
  9. Η ένσταση υποστηρίζεται από Ένορκη Δήλωση του κ. Φερελή, ο οποίος είναι στην υπηρεσία της Εναγόμενης. Αρνείται συλλήβδην τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας. Μετά από αίτηση της Ενάγουσας, υποστηρίζει, υπογράφτηκε δάνειο σε ελβετικό φράγκο για CHF119500 και συνακόλουθα συνομολογήθηκαν οι συμβάσεις υποθήκης με αρ. XXXXX/07 και XXXXX/
  10. Η Ενάγουσα την 28/12/2010 δέχθηκε το υπόλοιπο της και ζήτησε τροποποίηση των όρων του δανείου. Την 18/2/2019 τερματίστηκε η Συμφωνία Δανείου λόγω παράβασης των όρων της από την Ενάγουσα. Η τελευταία είχε ενημερωθεί ορθά και νομότυπα για τους κινδύνους της εν λόγω συμφωνίας. Προς τούτο επισυνάφθηκε ως Τεκμήριο 4 δήλωση συναλλαγματικού κινδύνου ημερομηνίας 24/10/
  11. Υποστηρίζει ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί, καθώς δεν υπάρχει τη δεδομένη χρονική στιγμή καθορισμένος προς διεξαγωγή πλειστηριασμός, ούτε έχει ξεκινήσει η όποια σχετική διαδικασία. Η όποια ενημέρωση της Ενάγουσας μέσω ηλεκτρονικού μηνύματος για το ενδεχόμενο έναρξης τέτοιας διαδικασίας δεν έχει βαρύτητα. Επιπλέον και να ξεκινήσει τέτοια διαδικασία της παρέχεται η δυνατότητα καταχώρησης αίτησης έφεσης. Στην συνέχεια εξηγεί γιατί κατά την θέση του δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν 14/1960, υποστηρίζοντας την κύρια νομική επιχειρηματολογία της ένστασης και της υπεράσπισης της Εναγομένης. Κύριοι πυλώνες αυτής της επιχειρηματολογίας είναι ότι η Ενάγουσα κωλύετε λόγω υπογραφής σε έγγραφα να προωθεί την αγωγή, αυτοβούλως υπέγραψε τις επίδικες συμφωνίες, εν πάση περιπτώσει δεν παρουσιάζει απτή μαρτυρία ως προς τους ισχυρισμούς της, ενώ αποδέχεται την ύπαρξη οφειλών εκ της συμφωνίας δανείου. Τέλος αναφέρεται στην πιθανότητα ύπαρξης ανεπανόρθωτης ζημιάς, αναφέροντας ότι η Εναγόμενη είναι φερέγγυα και μπορεί να καταβάλει τυχόν αποζημιώσεις σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής, αφού η όποια ζημιά θα μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα. Οι συνήγοροι των μερών προέβησαν σε εμπεριστατωμένες αγορεύσεις υποστηρίζοντας τις θέσεις τους. Θα γίνεται αναφορά σε αυτές όπου κρίνεται σκόπιμο πιο κάτω. Κατά προτεραιότητα θα εξεταστούν οι λόγοι ένστασης που έχουν να κάνουν με την καθυστέρηση. Το ζήτημα αυτό εξετάστηκε στην Τσιαντή ν. Hellenic Bank (Investments) Limited

(2001)1 Α.Α.Δ. 2029, όπου έγινε επισκόπηση της σχετικής με το θέμα Νομολογίας. Οι αρχές οι οποίες προκύπτουν είναι οι εξής:
(1)Η καθυστέρηση, εκτός αν επεξηγηθεί, στην προώθηση της αίτησης για προσωρινό διάταγμα είναι γενικώς μοιραία.
(2)Το ζήτημα της καθυστέρησης πρέπει να σταθμίζεται με την πιθανότητα του ενάγοντα να πετύχει τελικά στην αγωγή του και να λαμβάνεται υπόψη κατά πόσο ο εναγόμενος έχει επηρεασθεί με οποιοδήποτε τρόπο λόγω της καθυστέρησης ή έχει καθησυχασθεί ότι όλα ήταν ασφαλή ή έχει πλανηθεί λόγω της απραξίας του ενάγοντα.
(3)Το κατεπείγον του θέματος μπορεί να προκύψει και μετά τη γένεση της βάσης της αγωγής.
(4)Η έκταση της καθυστέρησης η οποία είναι αναγκαία για να αποτρέψει τη χορήγηση θεραπείας εξαρτάται από τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης και δεν μπορούν να διατυπωθούν άκαμπτοι κανόνες. Χρήσιμα είναι τα όσα αναφέρθηκαν και στην Ρένα Αριστοτέλους Λτδ. και Άλλοι ν. Benfleet Enterprises Ltd και Άλλων
(2006)1 ΑΑΔ 280 ως εξής: «Παραβλέπουν ακόμα ένα σημαντικότατο παράγοντα ότι η επίκληση της αρχής της επιείκειας για καθυστέρηση (laches) προϋποθέτει, πρώτον, μη εύλογη καθυστέρηση έναρξης της διαδικασίας και δεύτερο, οι συνέπειες που προκάλεσε η καθυστέρηση να καθιστούν την παροχή της αιτούμενης θεραπείας άδικη (βλέπε I.C.F. Spry, The Principles of Equitable Remedies, 4η έκδοση, σελ.223). Στην παρούσα υπόθεση καταλήγουμε ότι δεν υπήρξε μη εύλογη καθυστέρηση έναρξης της διαδικασίας, ενώ δεν υποστηρίκτηκε καν από τους εφεσείοντες ότι υπέστηκαν οποιαδήποτε αρνητική συνέπεια από την καθυστέρηση. Εξ άλλου, αν δεχόμαστε το επιχείρημα των εφεσειόντων, θα καταλήγαμε στη λανθασμένη θέση ότι εκτός αν η αγωγή εγείρεται αμέσως μετά τη δημιουργία του αγώγιμου δικαιώματος, ο ενάγων δεν δικαιούται της προστασίας συντηρητικού διατάγματος. Ούτε η καθυστέρηση μεταξύ αγωγής και αίτησης για συντηρητικό διάταγμα λειτουργεί αρνητικά εναντίον του αιτητή, εκτός αν από την καθυστέρηση επηρεάζονται τα δικαιώματα του αντιδίκου του.» Στην παρούσα παρατηρείται ότι δεν υπήρξε η όποια καθυστέρηση στην καταχώρηση της υπό εξέταση αίτησης. Το τι «πυροδότησε» την καταχώρηση αυτής ήταν το ηλεκτρονικό μήνυμα Τεκμήριο 9, το οποίο έλαβε χώρα μόλις 16 μέρες πριν την καταχώρηση. Επίσης η όποια καθυστέρηση στην καταχώρηση της αγωγής, δεν είναι ζήτημα που θα αποφασιστεί στο πλαίσιο της υπό εξέταση αίτησης. Η τελευταία καταχωρήθηκε για ένα πολύ συγκεκριμένο σκοπό. Την διαφύλαξη του επίδικου ακινήτου και την αποτροπή εκποίησης του, όπως αυτή εκφράστηκε πρώτη φορά 16 μέρες πριν την καταχώρηση σχετικής αίτησης. Ακόμα διαφωνώ με τον ισχυρισμό της Εναγομένης ότι η παρούσα εγείρεται επί ματαίω. Πράγματι η νομολογία ορίζει ότι τα Δικαστήρια δεν ασχολούνται με οτιδήποτε θα αποδειχθεί ότι είναι ανώφελο, άσκοπο ή αναποτελεσματικό (βλ. Ερωτοκρίτου και Αρτέμης, Διατάγματα, Πρώτη Έκδοση, 2016, σελ.69). Αναλόγως στην PT Dharma Niaga Ltd ν. Earnest Nav. Co. Ltd
(1996)1 ΑΑΔ 962, υποδείχθηκε ότι «Περιουσιακό στοιχείο που δεν ανήκει ακόμα στον εναγόμενο δεν μπορεί να γίνει το αντικείμενο απαγορευτικού διατάγματος για μη αποξένωση με μόνο την προοπτική ότι αυτό το περιουσιακό στοιχείο θα ανήκει στο μέλλον στον εναγόμενο.» Η παρούσα όμως πόρρω απέχει από την Dharma και από όποια άλλη διαδικασία κριθείσα ως ανώφελη. Εδώ υπάρχει ένα υποθηκευμένο ακίνητο και μια σαφής ένδειξη για άμεση εκκίνηση διαδικασίας εκποίησης του. Αυτή την διαδικασία είναι που επιχειρεί να παρεμποδίσει η Ενάγουσα. Προκύπτει, λοιπόν, σαφώς αντικείμενο για το οποίο ζητούνται τα αιτούμενα διατάγματα. Εν προκειμένω τυγχάνουν εξέτασης οι πρόνοιες του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίωv Νόμoυ τoυ 1960 (14/1960). Εξετάζεται η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, η πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής και αν θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, χωρίς την έκδοση του Διατάγματος. Ως προς τον τρόπο εξέτασης των προϋποθέσεων που το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 θέτει. Απολύτως σχετικά είναι τα όσα αναφέρθηκαν στην πολύ πρόσφατη Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας v. Φίλιππου Α. Τρικωμίτη & Υιοί Λίμιτεδ, Πολιτική Έφεση αρ. Ε91/2015, 5/4/2021: «Στην προσπάθειά του να απονέμει δικαιοσύνη στο προκαταρκτικό στάδιο μιας υπόθεσης, όταν καλείται να εξετάσει κατά πόσο θα εκδώσει προσωρινό διάταγμα, το Δικαστήριο δεν αποφασίζει επί της απαίτησης του ενάγοντα και επιμελώς θα πρέπει να αποφεύγει την κρίση της ουσίας της αγωγής. Περιορίζεται και προσεγγίζει το μαρτυρικό υλικό με μόνο σκοπό τη διακρίβωση της ύπαρξης ή όχι των προϋποθέσεων του άρθρου 32 και κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα (Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263, 267). Οποιεσδήποτε διαπιστώσεις γίνονται για σκοπούς της εξέτασης της έκδοσης ή μη του προσωρινού διατάγματος και όλα τα ζητήματα που εγείρονται στην αγωγή παραμένουν ζωντανά για να αποφασιστούν όταν θα εκδικαστεί η ουσία της (Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Beogradska Banka D.D.
(1999)1(A) A.A.Δ. 225, 236).» Στην βάση των πιο πάνω το Δικαστήριο αρχικά εξετάζει αν υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. Το σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση είναι αλληλένδετο με την βάση της αγωγής. Όπως αναφέρθηκε και παραπάνω δικογραφούνται λεπτομέρειες αμέλειας, παράβασης και πλημμέλειας ως προς την εκτέλεση των καθηκόντων και των συμβατικών καθηκόντων της Εναγόμενης και των υπαλλήλων τους. Πεμπτουσία των επιχειρημάτων της αποτελεί η μη επεξήγηση των κινδύνων από δανεισμό σε ξένο νόμισμα, ζήτημα το οποίο γεννά πολύ συγκεκριμένες νομικές συνέπειες, οι οποίες θα αναλυθούν κατωτέρω κατά την εξέταση της δεύτερης προϋπόθεσης. Εν πάση περιπτώση εκ των δικογράφων, ακόμα και της Εναγόμενης, σαφώς προκύπτει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. Σχετικά με την δεύτερη προϋπόθεση, την πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής, στην Κυτάλα κ.ά. ν. Χρύσανθου κ.ά.
(1996)1 ΑΑΔ 253, αναφέρθηκε ότι η μαρτυρία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας. η έννοια της πιθανότητας περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι το μέτρο απόδειξης στις αστικές υποθέσεις (Odysseos v. Pieris Estates and Others
(1982)1 C.L.R. 557). Όπως ετέθη στις υποθέσεις T.A. Micrologic Computer Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 A.A.Δ. 1802 και Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Beogradska Banka A.D.
(1999)1 A.A.Δ. 225, δεν χρειάζεται η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του. Σε αυτό το στάδιο, δεν γίνονται ευρήματα ουσίας. Δεν αξιολογούνται οι εκδοχές για να επιλεγεί μια εξ' αυτών (Hazlewood Investment & Finance LTD ν. Μanuel κ.α., Πολιτική ΄Εφεση Αρ. Ε14/2017 και Ε209/2017, 16/7/2019). Από τα ενώπιον μου Τεκμήρια και την σχετική μαρτυρία προκύπτει ότι η Συμφωνία Δανείου υπογράφηκε το 2006 και η Ενάγουσα πρώτη φορά ενημερώθηκε για τους κινδύνους που προκύπτουν από τον δανεισμό σε ξένο νόμισμα το 2010 (βλ. Τεκμήριο 4 στην Ένορκη Δήλωση Φερελή). Το δάνειο προέβλεπε αποπληρωμή του σε ελβετικά φράγκα αλλά σκοπός της λήψης του ήταν η καταβολή τιμήματος ακινήτου σε λίρες Κύπρου, όπως παραδέχονται άλλωστε τα μέρη. Επομένως δεν είναι αμφισβητούμενο ότι λήφθηκε δάνειο σε ξένο νόμισμα και η πληρωμή έγινε με ημεδαπό νόμισμα. Σε σχέση με το εν λόγω ζήτημα υπάρχουν πολλές, ακόμα και πρόσφατες, αποφάσεις του Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι οποίες λήφθηκαν στο πλαίσιο της ερμηνείας της όδηγίας 93/13. Στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C‑776/19 έως C‑782/19, το ΔΕΕ με απόφαση του ημερομηνίας 10/6/2021 αποφάσισε ότι; «2) Το άρθρο 4, παράγραφος 2, της οδηγίας 93/13 έχει την έννοια ότι οι ρήτρες της συμβάσεως δανείου που προβλέπουν ότι το ξένο νόμισμα αποτελεί το λογιστικό νόμισμα και το ευρώ το νόμισμα πληρωμής και οι οποίες έχουν ως αποτέλεσμα τη μετακύλιση του συναλλαγματικού κινδύνου στον δανειολήπτη εμπίπτουν στη διάταξη αυτή οσάκις καθορίζουν ουσιώδες στοιχείο το οποίο χαρακτηρίζει την οικεία σύμβαση. 3) Το άρθρο 4, παράγραφος 2, της οδηγίας 93/13 έχει την έννοια ότι, στο πλαίσιο συμβάσεως δανείου συνομολογηθείσας σε ξένο νόμισμα, η απαίτηση περί διαφάνειας των ρητρών της συμβάσεως αυτής, κατά τις οποίες το ξένο νόμισμα αποτελεί το λογιστικό νόμισμα και το ευρώ το νόμισμα πληρωμής και οι οποίες έχουν ως αποτέλεσμα τη μετακύλιση του συναλλαγματικού κινδύνου στον δανειολήπτη, πληρούται εφόσον ο επαγγελματίας παρέχει στον καταναλωτή επαρκείς και ακριβείς πληροφορίες οι οποίες επιτρέπουν στον μέσο καταναλωτή, ο οποίος έχει τη συνήθη πληροφόρηση και είναι ευλόγως προσεκτικός και ενημερωμένος, να κατανοήσει τη συγκεκριμένη λειτουργία του επίμαχου χρηματοοικονομικού μηχανισμού και, επομένως, να εκτιμήσει τον κίνδυνο των δυνητικώς σημαντικών αρνητικών οικονομικών συνεπειών των συμβατικών ρητρών επί των χρηματοοικονομικών του υποχρεώσεων καθ' όλη τη διάρκεια της οικείας συμβάσεως. 4) Η οδηγία 93/13 έχει την έννοια ότι αντιτίθεται στο να φέρει ο καταναλωτής το βάρος αποδείξεως του σαφούς και κατανοητού χαρακτήρα συμβατικής ρήτρας, κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 2, της οδηγίας αυτής.» Στην C‑212/20, ημερομηνίας 18/11/2021, αποφασίστηκε ότι: «Τα άρθρα 5 και 6 της οδηγίας 93/13 έχουν την έννοια ότι αποκλείουν τη δυνατότητα του εθνικού δικαστηρίου, το οποίο διαπίστωσε τον καταχρηστικό χαρακτήρα, κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής, μιας ρήτρας υπολογισμού σε αξία ξένου νομίσματος περιλαμβανόμενης σε σύμβαση δανείου συναφθείσα μεταξύ επαγγελματία και καταναλωτή, να ερμηνεύει την εν λόγω ρήτρα κατά τρόπο ώστε να αμβλύνεται ο καταχρηστικός χαρακτήρας της, ακόμη και αν η συγκεκριμένη ερμηνεία αντικατοπτρίζει την κοινή βούληση των συμβαλλομένων μερών.» Τέλος στην ακόμα πιο πρόσφατη C 670/20, ημερομηνίας 6/12/21, η οποία ακουμπά ακριβώς τα επίδικα θέματα αποφασίστηκε ότι: «Article 4
(2)of Council Directive 93/13/EEC of 5 April 1993 on unfair terms in consumer contracts must be interpreted as meaning that the requirement of transparency of terms of a loan agreement denominated in a foreign currency, which expose the borrower to a foreign exchange risk, is satisfied only where the seller or supplier has provided him or her with accurate and sufficient information on the foreign exchange risk, to enable an average consumer, who is reasonably well informed and reasonably observant and circumspect to evaluate the risk of potentially significant adverse economic consequences of such terms on his or her financial obligations throughout the term of the agreement. In that regard, the fact that the consumer declares himself or herself to be fully aware of the potential risks arising from entering into that agreement does not, in itself, have any relevance for the purposes of the assessment of whether the seller or supplier has met that requirement of transparency.» Από τα ως άνω προκύπτει όχι μόνο ότι ο παροχέας δανείου σε ξένο νόμισμα, πρέπει να ενημερώσει διεξοδικά τον λήπτη του δανείου ως προς τους κινδύνους και τα ρίσκα που αναλαμβάνει από τέτοιου είδους σύμβαση, αλλά και ότι δεν πρέπει να επαναπαυθεί από την όποια δήλωση του ότι είναι ενήμερος για αυτά. Επιπλέον το βάρος αποδείξεως του σαφούς και κατανοητού χαρακτήρα συμβατικής ρήτρας φαίνεται να το φέρει η Τράπεζα. Αποπνέεται δηλαδή μια αυστηρότητα ως προς το τι θα πρέπει να πράξει ένας παροχέας δανείου σε ξένο νόμισμα, αφού αυτός θα πρέπει να ολοκληρώσει μια διαδικασία ενδελεχούς ενημέρωσης του λήπτη ως προς όλους τους κινδύνους και τα ρίσκα που αυτό φέρει. Επί του προκείμενου ο ισχυρισμός της Ενάγουσας είναι ότι δεν ενημερώθηκε για κανένα ρίσκο ή κίνδυνο που έφερε ο δανεισμός της σε ξένο νόμισμα. Τουναντίον, αυτό το είδος δανεισμού της προτάθηκε μετ' επιτάσεως, ως η πιο συμφέρουσα λύση, ενώ κατέληξε να οφείλει δυσανάλογο ποσό, από αυτό που επωφελήθηκε. Το Δικαστήριο δεν θα σταθμίσει τις εισηγήσεις των μερών σε αυτό το στάδιο, αλλά τα όσα δεικνύονται από την ένορκη δήλωση Φερελή, είναι ότι καμία ενημέρωση δεν έλαβε η Ενάγουσα, τουλάχιστον γραπτώς, πριν την συνομολόγηση του δανείου, ως προς το ρίσκο που αναλάμβανε από τον δανεισμό σε ξένο νόμισμα. Μόνο το 2010, 4 χρόνια μετά την υπογραφή των επίδικων συμβάσεων, υπέγραψε την δήλωση συναλλαγματικού κινδύνου, παρά ταύτα οι συνέπειες των κινδύνων αυτών έτρεχαν από το 2006 όταν και υπογράφτηκε η συμφωνία δανείου. Τα ως άνω αναφέρονται χωρίς σε καμία περίπτωση να προβαίνω σε πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης. Θα ήταν, άλλωστε, παρακινδυνευμένο να προβώ σε τελικά συμπεράσματα χωρίς να έχω ενώπιον μου όλα τα απαραίτητα στοιχεία ή μαρτυρία σε αυτό το στάδιο. Πάντα, όμως, με την αξιολόγηση που λαμβάνει χωρά εν προκειμένω και χωρίς να γίνονται τελικά ευρήματα, παρά μόνο με βάση τις ενώπιον μου ένορκες δηλώσεις φαίνεται ότι στην παρούσα περίπτωση υπάρχει επαρκής μαρτυρία που να δεικνύει ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Το άρθρο 32 του Νόμου 14/60 προβλέπει ότι το Δικαστήριο δεν εκδίδει παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα εκτός εάν ικανοποιηθεί ότι με την μη έκδοση του διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Είναι νομολογημένο ότι αν δεν είναι δυνατός ο δίκαιος υπολογισμός ζημιών, το Διάταγμα μπορεί να δοθεί (Karydas Taxi Services Ltd v. Komodikis
(1975)1 ΑΑΔ 330). Σε περίπτωση όμως που η επιδίκαση αποζημιώσεων στον Αιτητή στο τελικό στάδιο είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων του, τότε η έκδοση προσωρινού διατάγματος δεν είναι απαραίτητη (βλ. ΚΟΤ ν. Θεωρή
(1989)1 ΑΑΔ Ε 255). Στην παρούσα η Ενάγουσα επιδιώκει να αποτρέψει τον πλειστηριασμό του δυνάμει του επίδικου δανείου υποθηκευμένου ακινήτου. Σε σχέση με τέτοιου είδους δικαιώματα χρήσιμη είναι η επισκόπηση της νομολογίας και τα όσα αναφέρθηκαν στην Loucas Panayiotou Estates Ltd v. Hellenic Bank Public Company Ltd, Πολ. Εφ. Ε203/2013 ημερ. 11.9.2019, ως κάτωθι: «Στην Κυρίσαββα κ.ά. ν. Κύζη
(2001)1 Α.Α.Δ. 1245 αναφέρθηκε ότι «η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο περιλαμβάνει και άλλα, μεταβλητά κριτήρια, εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά. Ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη». (Βλ. επίσης Παπαστράτης ν. Πιερίδης
(1979)1 C.L.R. 231). Η πιο πάνω αντίκριση επαναλήφθηκε και στην υπόθεση Zena Company Ltd v. Demenian Catering Ltd
(2011)1 Α.Α.Δ. 1848. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Highgate Primary School Ltd κ.ά. v. Στέλιου Φυλακτίδη κ.ά.
(2009)1(Α) Α.Α.Δ. 317, «η έννοια της απονομής πλήρους δικαιοσύνης δεν είναι ταυτόσημη με την αποκατάσταση μόνο της υλικής ζημιάς, αλλά είναι ευρύτερη και σ' αυτήν περιλαμβάνεται και η προστασία των δικαιωμάτων των Αιτητών. Το γεγονός δηλαδή ότι οι Εφεσείοντες μπορεί να είναι σε οικονομική κατάσταση που τους επιτρέπει να αποζημιώσουν τους Εφεσίβλητους σε περίπτωση επιτυχίας των Εφεσιβλήτων στην αγωγή, δεν εξυπακούει αυτόματα ότι δεν θα προκληθεί οποιαδήποτε αδικία στους Εφεσίβλητους-Ενάγοντες, υπό την ευρύτερη έννοια». Η πιο πάνω νομολογία σαφώς προσδιορίζει ότι η έννοια της απονομής πλήρους δικαιοσύνης δεν είναι ταυτόσημη με την υποκατάσταση της υλικής ζημιάς. Θα πρέπει, συνεπώς, να λαμβάνονται υπόψη και άλλα στοιχεία, περιλαμβανομένης της προστασίας των δικαιωμάτων των αιτητών. Το θέμα αυτό, βεβαίως, δεν εξετάζεται αορίστως, αλλά είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με το περιεχόμενο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον του δικαστηρίου και συμπεριλαμβάνονται μέσα στην ένορκη δήλωση, επί του προκειμένου, των εφεσειόντων. Στην ένορκη δήλωση του xxx Παναγιώτου που κατατέθηκε για σκοπούς υποστήριξης της δια κλήσεως αίτησης, αναφέρονται τα εξής: ″9. Πιστεύω ότι υπάρχει καλή υπεράσπιση και ανταπαίτηση εις βάρος των εναγόντων και ότι έχουμε καλή πιθανότητα επιτυχίας, είναι αναγκαία δε η έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων, γιατί μόνο έτσι θα διασφαλιστεί η ακίνητη περιουσία των Εναγομένων σε περίπτωση που απορριφθεί η Αγωγή των Εναγόντων και πετύχει η ανταπαίτηση μας. Σε διαφορετική περίπτωση θα είναι αδύνατη η παραμονή της ιδιοκτησίας της ακίνητης περιουσίας των Εναγομένων στα ονόματα τους, αφού υπάρχει σοβαρός και άμεσος κίνδυνος πώλησης των επιδίκων ακινήτων σε τρίτα πρόσωπα και σε περίπτωση αποξένωσης τους δεν θα υπάρχει δυνατότητα επιστροφής τους στους Εναγόμενους ιδιοκτήτες τους.″ Είναι έκδηλο από το περιεχόμενο της πιο πάνω παραγράφου ότι η επίκληση της «παραμονής της ιδιοκτησίας» στους εφεσείοντες, ως παράγοντας έκδοσης του συντηρητικού διατάγματος, είναι ασαφής, αόριστη και ελλιπής. Δεν επεκτείνεται, με οποιοδήποτε τρόπο, και δεν ικανοποιείται η αναγκαία βάση για την «ζημιά» την οποία θα υποστούν οι εφεσείοντες σε περίπτωση μη έκδοσης του συντηρητικού διατάγματος. Η «παραμονή» της ιδιοκτησίας στους εφεσείοντες με δική τους συγκατάθεση έχει, εκ των προτέρων, τεθεί υπό αμφισβήτηση καθότι τα συγκεκριμένα ακίνητα έχουν αποτελέσει αντικείμενο υποθήκης. Με αυτό τον τρόπο οι ίδιοι οι εφεσείοντες έχουν απεμπολήσει ένα μέρος της δικής τους απολύτου ιδιοκτησίας, θέτοντας την περιουσία υπό ενδεχόμενη πώληση λόγω εκποίησης της υποθήκης.» Αναλόγως και στην παρούσα. Η όποια αναφορά της Ενάγουσας ως προς της ανεπανόρθωτη ζημιά έγκειται στην παραμονή του ακινήτου στην ιδιοκτησία της και την μη εκποίηση του ως ενυπόθηκο. Κάτι τέτοιο όπως έχει κριθεί στην Loucas Panayiotou, πιο πάνω, όμως, δεν τεκμηριώνει ανεπανόρθωτη βλάβη, ενώ η ίδια η υποθήκευση του ακινήτου οδηγεί σε απεμπολήσει του απόλυτου της ιδιοκτησίας της Ενάγουσας. Η όποια πώληση του ακινήτου μέσω πλειστηριασμού δεν φέρει συνέπειες που να μην μπορούν να αποτιμηθούν σε χρήμα. Είναι ευχερές να υπολογιστεί μέσω εκτίμησης η αξία του ακινήτου, αλλά και η ίδια η εκποίηση του θα φέρει συγκεκριμένο αντίτιμο σε χρήμα. Είναι δηλαδή από την φύση της τέτοια η διαδικασία εκποίησης που παρέχει καθορισμένο χρηματικό ποσό, άρα η όποια ζημιά θα είναι επαρκώς καθορισμένη. Ακόμα, η Εναγόμενη είναι πιστωτικό ίδρυμα φερέγγυο, ως ήγειρε και δεν αμφισβητήθηκε. Είναι ικανή να αποζημιώσει την Ενάγουσα σε περίπτωση που επιτύχει η αγωγή και κριθεί ότι δημιουργήθηκε η όποια ζημιά από πιθανή εκποίηση του επίδικου ακινήτου. Σχετικός ισχυρισμός τίθεται στην παράγραφο 47 της ένορκης δήλωσης Φερελή. Συνεπώς δεν θα προκληθεί ανεπανόρθωτη ζημιά στην Ενάγουσα από τη στιγμή που τα επίδικα ενυπόθηκα ακίνητα υποθηκεύτηκαν προς όφελος της Εναγομένης δίδοντάς της το δικαίωμα δυνάμει των Συμβάσεων και Δηλώσεων Υποθήκευσης Ακινήτων να τα πωλήσουν προς είσπραξη του ενυπόθηκου χρέους, ένεκα της παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων. Η πώληση των συγκεκριμένων υποθηκευμένων ακινήτων μπορεί να αποστερεί την Ενάγουσα από την ακίνητη περιουσία της, αλλά δεν υπάρχει θέμα δυσκολίας ή αδυναμίας απονομής δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Συνεπώς, καταλήγω ότι η τρίτη προϋπόθεση που θέτει το άρθρο 32 του Ν.14/60 δεν συντρέχει. Δεν συντρέχει αφενός γιατί δεν έχει καταδειχθεί ζημιά που να μην μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα και αφετέρου γιατί αυτή την ζημιά δεν καταδείχθηκε ότι δεν μπορεί να την καλύψει, να την καταβάλει η Εναγόμενη σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής. Στην βάση των ως άνω η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα €800 εναντίον των Εναγόντων. (Υπ.)............ Α. Λουκά Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.