Δημητρίου ν. Κεντρική Τράπεζα Κύπρου κ.α., Αγωγή Αρ. 2382/2014, 19/4/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2022:A64 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Τ. Παρασκευαϊδου-Καρακάννα, Π.Ε.Δ. Αγωγή Αρ. 2382/2014 Μεταξύ: ΧΧΧΧ ΧΧΧΧ Δημητρίου, εξ Αγγλίας Ενάγοντα -και- Κεντρική Τράπεζα Κύπρου, υπό την ιδιότητα της ως Αρχή Εξυγίανσης, δυνάμει του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και άλλων Ιδρυμάτων Νόμου 17(Ι)/2013, εκ Λευκωσίας Cyprus Popular Bank Public Co Ltd δια του Ειδικού Διαχειριστή και/ή Διαχειρίστριας και/ή οποιουδήποτε άλλου εξουσιοδοτημένου προσώπου δυνάμει του Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμου 17(Ι)/2013 και/ή δυνάμει οποιουδήποτε άλλου Νόμου και/ή Κανονισμού, εκ Λευκωσίας Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, εκ Λευκωσίας Κυπριακή Δημοκρατία δια του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Εναγομένων ----------------------------------------- Ημερ.: 19 Απριλίου 2022 Για τον Ενάγοντα: κα Χ. Αλεξάνδρου με κ. Π. Χατζηπέτρου για Δημητρίου & Δημητρίου ΔΕΠΕ Για την Εναγομένη 1: κα Θ. Ραφτοπούλου για Αλέκος Ευαγγέλου & Σία ΔΕΠΕ Για την Εναγομένη 2: κ. Δ. Σύζινος για Σύζινος & Συνεργάτες ΔΕΠΕ (Για να ακούσει την απόφαση κα Σιναπίδου) Για την Εναγομένη 4: κα Ε. Φλωρέντζου για τον Γενικό Εισαγγελέα (Για να ακούσει την απόφαση κα. Θ. Κουμή) Α Π Ο Φ Α Σ Η Αντικείμενο της παρούσας αγωγής είναι η απομείωση των καταθέσεων που διατηρούσε ο Ενάγοντας στην Εναγόμενη 2. Η απομείωση έγινε με βάση τις πρόνοιες του Νόμου 17(Ι)/2013 και της Κ.Δ.Π. 104/2013. Ο Ενάγοντας προβάλλει τη θέση ότι έχουν παραβιαστεί, από τους Εναγόμενους, τα συνταγματικά του δικαιώματα που προστατεύονται από τα Συντάγματος. Οι ενέργειες των Εναγομένων έγιναν καθ' υπέρβαση των προνοιών του Νόμου 17(Ι)/2013 συμπεριλαμβανομένου και του άρθρου 3 και δεν τηρήθηκαν οι προϋποθέσεις του άρθρου 7
(1)του πιο πάνω Νόμου. Στην Έκθεση Απαίτησης εγείρονται και σωρεία άλλων λόγων εναντίον όλων των Εναγόμενων, οι οποίοι δεν προωθήθηκαν κατά την ακρόαση και ως εκ τούτου δεν κρίνω καν σκόπιμο να τους παραθέσω. Στην Έκθεση Απαίτησης προβάλλεται επίσης η θέση ότι οι Εναγόμενοι παραβίασαν το καθήκον επιμέλειας που είχαν προς τον Ενάγοντα και ενήργησαν με βαριά αμέλεια. Με τις πράξεις και παραλείψεις τους οδήγησαν στην απομείωση των καταθέσεων του Ενάγοντα κατά €975.916,
- Παραθέτω αμέσως πιο κάτω τις λεπτομέρειες της αμέλειας που o Ενάγοντας αποδίδει σε κάθε Εναγόμενο ξεχωριστά. Κεντρική Τράπεζα - Εναγόμενη 1: I. Παρέλειψε να ελέγχει και να εποπτεύει τη λειτουργία του τραπεζικού τομέα και να συμβουλεύει επαρκώς τις τράπεζες. II. Δεν συμβούλευαν επαρκώς τις τράπεζες σε σχέση με τις επενδύσεις και ή ενέργειες τους. III. Δεν συμβούλευσε επαρκώς για να αποτρέψει την πολιτική του κράτους που είχε ως αποτέλεσμα την κατάρρευση της Κυπριακής οικονομίας. IV. Δεν έλεγξε (απέτρεψε) την Εναγόμενη 2 να αγοράσει τα Ομόλογα Ελληνικού Δημοσίου. V. Ενώ η Εναγόμενη 2 δεν ήταν αξιόχρεη αποδέχτηκε τη χορήγηση δανεισμού εσχάτης προσφυγής ELA. Το κράτος δεν είχε τα μέσα να αποπληρώσει τη βοήθεια σε ELA και κατέστη δέσμιο στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. Το γεγονός αυτό συνέτεινε στην επιβολή σκληρότερων όρων κατά τη σύναψη της μνημονιακής συμφωνίας. VI. Ενώ η Εναγόμενη 2 δεν ικανοποιούσε τους δείκτες κεφαλαιουχικής επάρκειας και δεν ήταν αξιόχρεη, επέτρεψε και ή αποδέχτηκε τη χορήγηση δανεισμού εσχάτης προσφυγής ELA, με αποτέλεσμα να συνδράμει στην χρεοκοπία της και ή στο να τεθεί αυτή σε καθεστώς εξυγίανσης. VII. Παρά την εμφανή αισθητή μείωση της κερδοφορίας των κυπριακών τραπεζών ουδέν αντισταθμιστικό και ή επαρκώς αποτρεπτικό μέτρο έλαβε. VIII. Ενώ γνώριζε ότι υπήρχε ενδεχόμενο απομείωσης των καταθέσεων εξαπάτησε τους καταθέτες με την ανακοίνωση που εξέδωσε ότι το ΄κούρεμα' των καταθέσεων «αποκλείεται ως ενδεχόμενο καθότι αντίκειται στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας». Εναγόμενη 2: I. Παραχώρησε πιστωτικές διευκολύνσεις σε μέλη του διοικητικού συμβουλίου ή σε άτομα συνδεόμενα με αυτή. II. Αναλάμβανε υπερβολικούς κινδύνους με σκοπό τον προσπορισμό βραχυπρόθεσμου οφέλους. III. Αγόρασε Ομόλογα Ελληνικού Δημοσίου, ύψους 3.5 δις, ενώ επρόκειτο για επισφαλή επένδυση και συνέχισε να τα κατέχει. IV. Παραχώρησε δάνεια χωρίς τις αναγκαίες εξασφαλίσεις. Κυπριακή Δημοκρατία - Εναγόμενη 4: I. Προέβη σε αύξηση των δημοσιονομικών δαπανών και διασπάθιση του δημοσίου χρήματος, γεγονότα που οδήγησαν το κράτος στα πρόθυρα πτώχευσης. Αγνόησε τις υποδείξεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των εμπειρογνωμόνων και δεν έλαβε μέτρα για την αντιμετώπιση της «οικονομικής διολίσθησης». II. Στήριξε την Εναγόμενη 2 με 1.8 δισεκατομμύρια, άνευ δέουσας έρευνας και αχρείαστα, χωρίς να τεθούν υπόψη τους στοιχεία για τη βιωσιμότητα της Τράπεζας. III. Αγνόησε την εισήγηση εμπειρογνωμόνων για ένταξη στον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Στήριξης και αρνήθηκε να υποβάλει αίτημα για στήριξη εγκαίρως. Η καθυστερημένη υποβολή αιτήματος επέφερε 'σκληρότερους και ή χειρότερους' όρους μνημονιακής συμφωνίας κατά η περί τον Μάρτιο του
- IV. Συγκατατέθηκε σε απομείωση και ή κούρεμα των ομολόγων της Ελληνικής Δημοκρατίας, μέρος των οποίων κατείχαν οι Κυπριακές Τράπεζες προκαλώντας τους ζημιές 4.5 δισεκατομμύρια, ισοδύναμο με 25% του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος της Δημοκρατίας. V. Γνώριζε και ή ευλόγως όφειλε να γνωρίζει κατά η περί την 29.11.2012 και ή την 01.02.2013 για ενδεχόμενη εφαρμογή μέτρου απομείωσης και ή κούρεμα και δεν έλαβε οποιαδήποτε μέτρα για να αποφευχθεί η απομείωση των τραπεζικών λογαριασμών. ΧΙΙ. Παρέλειψε να ενημερώσει τους καταθέτες της Εναγόμενης 2 για το ενδεχόμενο απομείωσης και αμελώς κατά τον Μάρτιο και ή Απρίλιο του 2013 διαβεβαίωναν το κοινό ότι αποκλείετο να υπάρξει απομείωση και ή κούρεμα των καταθέσεων. Στην Έκθεση Απαίτησης προβάλλονται και πολλές άλλες θέσεις οι οποίες όμως δεν προωθήθηκαν κατά την ακρόαση και ως εκ τούτου κρίνω αχρείαστο να τις παραθέσω. Στο σημείο αυτό επισημαίνω ότι η αγωγή εναντίον της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ αποσύρθηκε αμέσως μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας. Όλοι οι Εναγόμενοι καταχώρισαν Υπεράσπιση, ο καθένας ξεχωριστά. Όλοι οι Εναγόμενοι αναγνωρίζουν ότι έγινε απομείωση των καταθέσεων του Ενάγοντα κατά €975.916,97, ισχυρίζονται όμως ότι αυτή ήταν νόμιμη και δεν έχουν παραβιασθεί οποιαδήποτε δικαιώματα του. Συνοψίζω αμέσως μετά τις θέσεις που πρόβαλαν στα δικόγραφα τους και τις οποίες προώθησαν κατά την ακροαματική διαδικασία. Οι θέσεις που δεν έχουν προωθηθεί δεν εκτίθονται στην απόφαση. Η Εναγόμενη 1 εισηγείται ότι δεν αποκαλύπτεται οποιαδήποτε βάση αγωγής εναντίον της και ότι η απαίτηση για αποζημίωση είναι πρόωρη καθότι τα μέτρα εξυγίανσης δεν έχουν ολοκληρωθεί. Η Τράπεζα θα τεθεί υπό εκκαθάριση και το προϊόν από τις εισπράξεις από την πώληση των περιουσιακών στοιχείων θα διανεμηθεί στους πιστωτές σύμφωνα με τη σειρά προτεραιότητας που προβλέπεται από τη νομοθεσία. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι ο Ενάγοντας δεν βρίσκεται σε δυσμενέστερη οικονομική θέση ως αποτέλεσμα της εφαρμογής των μέτρων εξυγίανσης της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd συγκριτικά με τη θέση που θα βρισκόταν αν αυτή ετίθετο σε εκκαθάριση και ότι το Δικαστήριο δεν έχει αρμοδιότητα να εξετάσει τη νομιμότητα των διαταγμάτων που εκδόθηκαν δυνάμει του Ν.17
(1)/
- Απορρίπτει τη θέση ότι η ίδια ενήργησε κατά την άσκηση των καθηκόντων της χωρίς καλή πίστη και ή με δόλιο τρόπο και ή με βαριά αμέλεια. Απορρίπτει τη θέση ότι υπήρξε παραβίαση των συνταγματικών δικαιωμάτων του Ενάγοντα και προβάλλει τη θέση ότι τα επίδικα μέτρα που οδήγησαν στην απομείωση των καταθέσεων είχαν ως γνώμονα το δημόσιο συμφέρον και λήφθηκαν με βάση το δίκαιο της ανάγκης, δεν υπήρχαν άλλες εναλλακτικές επιλογές. Η Εναγόμενη 2 προβάλλει τη θέση ότι η αγωγή έχει καταχωρηθεί πρόωρα καθότι δεν έχει ολοκληρωθεί η εξυγίανση της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd και το ύψος της ζημιάς δεν μπορεί να καθορισθεί στο παρόν στάδιο. Αμφισβητεί ότι ο Ενάγοντας έχει αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της και προβάλλει τη θέση ότι η αγωγή καταχωρήθηκε κατά παράβαση του άρθρου 19 του Ν.17(Ι)/
- Αναγνωρίζει ότι ο Ενάγοντας διατηρούσε καταθέσεις, αυτός όμως δεν είναι 'ιδιοκτήτης των καταθέσεων' αλλά 'δανειστής της Τράπεζας'. Αναγνωρίζει επίσης ότι οι καταθέσεις του έχουν απομειωθεί λόγω των μέτρων εξυγίανσης που λήφθηκαν, ισχυρίζεται όμως ότι η ίδια δεν ήταν σε θέση να αποτρέψει την ψήφιση των πιο σχετικών νόμων, ενώ απορρίπτει τη θέση ότι επέδειξε οποιαδήποτε αμέλεια στην εκτέλεση των εργασιών της.. Ο Εναγόμενος 4 προβάλλει τη θέση ότι το Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο να εξετάσει τη συνταγματικότητα των διαταγμάτων που εκδόθηκαν δυνάμει του Ν.17(Ι)/
- Στο δικόγραφο του παραθέτει τα γεγονότα που έλαβαν χώρα λίγο πριν την απομείωση των καταθέσεων και όσα ακολούθησαν το γεγονός τη δύσκολη θέση στην οποία βρισκόταν η Κυπριακή Δημοκρατία κατά τον επίδικο χρόνο. Και οι Εναγόμενες 2 και 4 απορρίπτουν τη θέση ότι ενήργησαν αμελώς και ότι φέρουν οποιαδήποτε ευθύνη για την απομείωση των λογαριασμών του Ενάγοντα. Απορρίπτουν επίσης τη θέση ότι παραβιάσθηκαν τα συνταγματικά του δικαιώματα. Η ακροαματική διαδικασία διήρκησε πολλούς μήνες, χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι τα πρακτικά της διαδικασίας υπερβαίνουν τις 700 σελίδες. Ενώπιο του Δικαστηρίου κατατέθηκε επίσης πολύ μεγάλος αριθμός εγγράφων, σύνολο 15 , μερικά εκ των οποίων αποτελούνται από πολύ μεγάλο αριθμό σελίδων. Η κάθε πλευρά κάλεσε από έξι μάρτυρες. Εκ μέρους του Ενάγοντα έδωσαν μαρτυρία ο ΧΧΧΧ Κραμβής Μ.Ε.2, ο ΧΧΧΧ Κυαμίδης, Μ.Ε.3, ο ΧΧΧΧ Βαρνάβα, Μ.Ε.4, η ΧΧΧΧ Αντωνιάδου, Μ.Ε.5, ο ΧΧΧΧ Ζένιος, Μ.Ε.6 και ο ίδιος ο Ενάγοντας, Μ.Ε.
- Εκ μέρους της Εναγόμενης 1 κατέθεσαν ο ΧΧΧΧ Στυλιανού, Μ.Υ.1, ο ΧΧΧΧ Φανόπουλος, Μ.Υ.2, ο ΧΧΧΧ Μυλωνάς, Μ.Υ.3 και ο ΧΧΧΧ Κωνσταντίνου Μ.Υ.
- Εκ μέρους της Εναγόμενης 2 κατέθεσε ο ΧΧΧΧ Λέφα, Μ.Υ.5 και εκ μέρους της Εναγόμενης 4, ο ΧΧΧΧ Παντελή, Μ.Υ.
- Το μεγαλύτερο μέρος της μαρτυρίας ήταν παραδεκτό από όλα τα μέρη, εκείνο που αμφισβητήθηκε έντονα ήταν κατά πόσο η Κεντρική Τράπεζα, Εναγόμενη 1, ασκούσε ικανοποιητικό εποπτικό έλεγχο της Εναγόμενης 2, τα προβλήματα που αντιμετώπιζε η Εναγόμενη 2 από το 2009 μέχρι το Μάρτιο του 2013, κατά πόσο η Εναγόμενη 2 ήταν φερέγγυα το 2012 όταν της δόθηκε από την Εναγόμενη 1 κρατική στήριξη €1.8 δις (emergency liquidity assistance - ELA) ή αν θα έπρεπε να είχε τεθεί από τότε σε εκκαθάριση. Μεγάλο μέρος της μαρτυρίας αναλώθηκε και στο κατά πόσο ο Ενάγοντας θα ήταν σε καλύτερη θέση εάν η τράπεζα εκκαθαρίζετο αντί να ετίθετο σε καθεστώς εξυγίανσης. Πρόκειται για πρωτότυπη υπόθεση, αφορά τα πρωτόγνωρα γεγονότα που οδήγησαν στην απομείωση των καταθέσεων των δύο μεγαλύτερων τραπεζών της χώρας μας, της Τράπεζας Κύπρου και της Εναγόμενης
- Ακούστηκε μαρτυρία επί οικονομικών θεμάτων, αναλύθηκαν οικονομικές έννοιες και θεωρίες και ακούστηκαν διάφορες απόψεις για τους λόγους που οδήγησαν στην κατάρρευση των δύο πιο πάνω τραπεζών και της οικονομίας του κράτους γενικότερα. Θα εξετάσω τα πιο πάνω θέματα, μόνο στο βαθμό που αυτά σχετίζονται με τις αξιώσεις του Ενάγοντα και την υπεράσπιση των Εναγομένων. Προτού παραθέσω συνοπτικά τη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιο του δικαστηρίου κρίνω σκόπιμο να παραθέσω τα γεγονότα που είναι παραδεκτά από τα δικόγραφα όπως επίσης και αυτά που παρέμειναν αδιαμφισβήτητα κατά την ακροαματική διαδικασία, αμέσως πιο κάτω. Με τον τρόπο αυτό θα γίνει πιο εύκολα κατανοητή η υπόλοιπη μαρτυρία και οι θέσεις που προβλήθηκαν εκατέρωθεν. Το 2007 συγχωνεύτηκαν στην Ελλάδα οι εργασίες της Laiki Bank (Hellas) S.A. η οποία ήταν θυγατρική της Εναγόμενης 2, της Marfin Bank S.A. και της Egnatia Bank S.A. και δημιουργήθηκε η Marfin Egnatia Bank S.A. Η Marfin Egnatia Bank S.A ήταν θυγατρική της Εναγόμενης 2, μέχρι το
- Το 2011 η Marfin Egnatia Bank S.A «απορροφήθηκε» από την Εναγόμενη 2, στην ουσία η πρώτη έγινε υποκατάστημα της δεύτερης. Κατά τα έτη 2009 και 2010 η Marfin Egnatia Bank SA επένδυσε το μεγαλύτερο μέρος των κεφαλαίων της, συγκεκριμένα το 70%, σε Ομόλογα Ελληνικού Δημοσίου. Κατά ή περί τα μέσα του 2011 η Κυπριακή Δημοκρατία αποκλείστηκε για σκοπούς χρηματοδότησης από τις διεθνείς αγορές, ενώ οι διεθνείς οίκοι αξιολόγησης Fitch, Moody's, Standard & Poor's υποβάθμισαν το αξιόχρεο της. Τον ίδιο χρόνο, ήτοι το 2011, η ρευστότητα της Εναγόμενης 2 επιδεινώθηκε σημαντικά λόγω της χειροτέρευσης της ποιότητας του δανειακού της χαρτοφυλακίου και των αυξημένων εκροών καταθέσεων. Το Σεπτέμβριο του 2011 η Εναγόμενη 2 ζήτησε για πρώτη φορά την παροχή έκτακτης ρευστότητας (emergency liquidity assistance - ELA), από την Κεντρική Τράπεζα, Εναγόμενη
- Την 21.07.2011, το Συμβούλιο Αρχηγών Κρατών της Ευρωζώνης αποφάσισε, την εμπλοκή και του ιδιωτικού τομέα στο σχέδιο διάσωσης της Ελληνικής οικονομίας (PSI), με την απομείωση της αξίας των Ομολόγων Ελληνικού Δημοσίου. Η Ελληνική οικονομία αντιμετώπιζε τότε πολύ σοβαρά προβλήματα. Η απόφαση για την απομείωση των Ομολόγων Ελληνικού Δημοσίου που καταγράφηκε σε επίπεδο Συνόδου Κορυφής για το ευρώ τον Οκτώβριο του 2011 συγκεκριμενοποιήθηκε περαιτέρω σε επίπεδο Eurogroup το Φεβρουάριο του
- Αποφασίστηκε όπως η αξία των πιο πάνω ομολόγων απομειωθεί σε ποσοστό 76%. Οι Αρχηγοί των Κρατών Μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με απόφαση τους, ημερομηνίας 26.10.2011, συμφώνησαν μεταξύ άλλων να απαιτηθεί από τις Ευρωπαϊκές τράπεζες, συμπεριλαμβανομένης και της Εναγόμενης 2, όπως διατηρούν ελάχιστο δείκτη κύριων βασικών πρωτοβάθμιων κεφαλαίων 9%, μετά την αφαίρεση των λογιστικών ζημιών που προέκυπταν από επενδύσεις σε κυβερνητικά ομόλογα, περιλαμβανομένων και των ομολόγων ελληνικού δημοσίου. Ο πιο πάνω δείκτης θα έπρεπε να επιτευχθεί μέχρι τον Ιούνιο του
- Η πιο πάνω Συμφωνία προνοούσε, μεταξύ άλλων, ότι για τη χρηματοδότηση της κεφαλαιακής ενίσχυσης, οι τράπεζες έπρεπε πρωτίστως να χρησιμοποιήσουν ιδιωτικούς κεφαλαιακούς πόρους και εάν χρειαζόντουσαν βοήθεια, οι εθνικές κυβερνήσεις θα έπρεπε να παρέχουν σχετική οικονομική στήριξη. Σε περίπτωση που μια κυβέρνηση δεν διέθετε τους αναγκαίους πόρους και δεν μπορούσε να παρέχει κρατική στήριξη, τότε η ανακεφαλαιοποίηση θα έπρεπε να χρηματοδοτηθεί μέσω δανείου από τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Στήριξης (ΕΜΣ). Την 8.12.2011 η Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών ενεργώντας στη βάση της πιο πάνω Συμφωνίας, απαίτησε από τις τράπεζες να έχουν ελάχιστο δείκτη πρωτοβάθμιων κεφαλαίων 9% και επιπρόσθετα να δημιουργήσουν προσωρινό απόθεμα κεφαλαίου το οποίο θα κάλυπτε τις ζημιές από την υποτίμηση των κυβερνητικών ομολόγων που κατείχαν συμπεριλαμβανομένων των Ομολόγων Ελληνικού Δημοσίου. Το Δεκέμβριο του 2011 οι κεφαλαιακές ανάγκες της Εναγόμενης 2, για να ικανοποιήσει το δείκτη του 9%, υπολογίστηκαν σε €1,971 δις. Το πιο πάνω ποσό ήταν το απαιτούμενο ύψος κύριων πρωτοβάθμιων κεφαλαίων το οποίο η Εναγόμενη 2 θα έπρεπε να αντλήσει μέχρι την 30.06.2012, ώστε ο δείκτης των κύριων πρωτοβάθμιων κεφαλαίων της να ικανοποιεί το πιο πάνω ποσοστό. Τη 3.01.2012 η Κεντρική Τράπεζα, Εναγόμενη 1, με επιστολή της, Τεκμήριο 81, απαίτησε από την Εναγόμενη 2 να διατηρεί ελάχιστο δείκτη πρωτοβάθμιων κεφαλαίων σε ενοποιημένη βάση ύψους 15.86%. Το ποσό των € 3.062 δις ήταν το απαιτούμενο ύψος κύριων πρωτοβάθμιων κεφαλαίων το οποίο η Εναγόμενη 2 θα έπρεπε να αντλήσει ώστε ο δείκτης των κύριων πρωτοβάθμιων κεφαλαίων της να ικανοποιεί το πιο πάνω ποσοστό. Η απόφαση για απομείωση των ελληνικών ομολόγων είχε μεγάλο αντίκτυπο στην Εναγόμενη 2 και στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, λόγω της μεγάλης έκθεσης και των δύο τραπεζών, στα Ομόλογα Ελληνικού Δημοσίου. Οι πιο πάνω τράπεζες υπέστησαν ζημιές που αντιστοιχούσαν περίπου σε €4,5 δις το οποίο ισοδυναμεί στο 25% του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος (ΑΕΠ) της Κύπρου, ποσοστό πολύ μεγαλύτερο από οποιαδήποτε άλλη χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ειδικότερα η Εναγόμενη 2, υπέστη ζημιά της τάξεως των €2,4 δις, ενώ η Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, υπέστη ζημιά της τάξεως των €1,9 δις. Η Κυπριακή Δημοκρατία δεσμεύθηκε ότι θα στήριζε την Εναγόμενη 2 σε περίπτωση που το σχέδιο ανακεφαλαίωσης της, μέσω ιδιωτικών πόρων, δεν υλοποιείτο πλήρως. Η Εναγόμενη 2 παρά τις προσπάθειες της απέτυχε να αντλήσει κεφάλαια από ιδιωτικούς πόρους για κάλυψη του κεφαλαιακού της ελλείμματος και αιτήθηκε κρατικής στήριξης, όπως προβλέπετο από την πιο πάνω Συμφωνία Αρχηγών. Τη 15.5.2012, ο τότε Διοικητής της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου, εισηγήθηκε στον Υπουργό Οικονομικών την αποδοχή της πρότασης της Εναγόμενης 2 για αναδοχή από την Κυβέρνηση των δικαιωμάτων προτίμησης της προγραμματισμένης τότε έκδοσης κεφαλαίου της τράπεζας ύψους €1,8 δις. Τη 18.05.2012, το Υπουργείο Οικονομικών σε συνεργασία με την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου και με την προκαταρκτική σύμφωνη γνώμη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, εξέδωσε διάταγμα για την αναδοχή των δικαιωμάτων προτίμησης της Εναγόμενης 2, ύψους €1,8 δις. Σκοπός του διατάγματος ήταν, η εξ ολοκλήρου αναδοχή των δικαιωμάτων προτίμησης της έκδοσης κεφαλαίου ύψους €1.8 δις από την Εναγόμενη 2 για την ενίσχυση της κεφαλαιακής της βάσης. Τη 18.05.2012 η Βουλή των Αντιπροσώπων ενέκρινε κρατική στήριξη προς την Εναγόμενη 2, ύψους €1.8 δισεκατομμύρια, με την έκδοση της ΚΔΠ 182/2012, με σκοπό τη συμμόρφωση με το δείκτη 9% και την κάλυψη του πιο πάνω κεφαλαιακού ελλείμματος. Ενόψει τούτου, το υπόλοιπο μετοχικό κεφάλαιο της Εναγόμενης 2, αξίας €1.796.986.439 που αντιστοιχεί στο 84% του μετοχικού κεφαλαίου της τράπεζας, αναλήφθηκε από την Κυπριακή Δημοκρατία. Στις οικονομικές καταστάσεις της Εναγόμενης 2 για το έτος 2011 που ελέγχθηκαν από τους ελεγκτικούς οίκους Price Waterhouse (PwC) και Grant Thorton, αυτή χαρακτηρίζεται ως «δρώσα οικονομική μονάδα», Τεκμήριο
- Τον Ιούνιο του 2012 η Κυπριακή Δημοκρατία λόγω της αδυναμίας της να αντλήσει χρηματοδότηση από τις διεθνείς αγορές και στη βάση της Συμφωνίας των Αρχηγών Κρατών, ημερομηνίας 26.10.2011, απευθύνθηκε για οικονομική βοήθεια στους Ευρωπαϊκούς Μηχανισμούς Στήριξης, καθώς και στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ). Η οικονομική βοήθεια που ζήτησε θα κάλυπτε μεταξύ άλλων και τις ανάγκες του χρηματοπιστωτικού τομέα, περιλαμβανομένης και της Εναγόμενης
- Το Νοέμβριο του 2012, αποστολή εκπροσώπων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (η Τρόικα) συμμετείχε σε διαπραγματεύσεις στην Κύπρο σχετικά με τους όρους του προγράμματος αναπροσαρμογής. Οι διαπραγματεύσεις κατέληξαν σε Προκαταρκτικό Μνημόνιο Συναντίληψης την 29.11.
- Οι εκπρόσωποι της Τρόικας, κατά τη διάρκεια των συναντήσεων κατέστησαν σαφές στους εκπροσώπους της Κυπριακής Δημοκρατίας ότι οι τελικοί όροι του προγράμματος αναπροσαρμογής δεν θα οριστικοποιούνταν μέχρι την ολοκλήρωση του ελέγχου από τον οίκο αξιολόγησης PIMCO. Η αξιολόγηση του πιο πάνω οίκου περιλάμβανε μία ανασκόπηση της χρηματοοικονομικής κατάστασης και της ανθεκτικότητας των Κυπριακών τραπεζών για τον προσδιορισμό των κεφαλαιακών αναγκών κάθε τράπεζας ξεχωριστά, συμπεριλαμβανομένης και της Εναγόμενης
- Η Pimco εκτίμησε τις κεφαλαιακές απαιτήσεις κάθε συμμετέχοντος τραπεζικού ιδρύματος κατά την 30.06.2012, με ελάχιστο δείκτη βασικών πρωτοβάθμιων κεφαλαίων το 9%, για το βασικό κεφάλαιο και 6% για το ακραίο κεφάλαιο. Με βάση το πόρισμα της Pimco, Τεκμήριο 15, το οποίο υποβλήθηκε την 1.02.2013, τα περιουσιακά στοιχεία της Εναγόμενης 2 υπολείπονταν σημαντικά των υποχρεώσεων της. Το έλλειμμα των κεφαλαίων της υπολογίστηκε σε €2.782 δισεκατομμύρια, με βάση το βασικό σενάριο και σε €3.835 δισεκατομμύρια με βάση το ακραίο σενάριο. Στο σημείο αυτό παρενθετικά αναφέρω ότι η Εναγόμενη 2 κατά την χρονική περίοδο Σεπτεμβρίου 2011 - Μαρτίου 2013, αντλούσε ρευστότητα μέσω του μηχανισμού έκτακτης παροχής ρευστότητας (emergency liquidity assistance - ELA). To συνολικό ποσό που έλαβε η Εναγόμενη 2 από την Κεντρική Τράπεζα, μέχρι την 22.03.2013, ανερχόταν σε € 9.5 δις. Για σκοπούς άντλησης ELA, η Εναγόμενη 2, παρείχε εξασφαλίσεις επί των περιουσιακών της στοιχείων. Τη 16/03/2013 επιτεύχθηκε στο Εurogroup πολιτική συμφωνία με τις κυπριακές αρχές για την εφαρμογή ενός προγράμματος οικονομικής προσαρμογής, όπου, μεταξύ άλλων, καταγράφηκε η δέσμευση των κυπριακών αρχών να λάβουν πρόσθετα μέτρα, αντλώντας εσωτερικά πόρους, προκειμένου να περιορίσουν το μέγεθος της χρηματοδότησης από την Τρόικα. Αυτά τα μέτρα περιλάμβαναν, μεταξύ άλλων, την εισαγωγή μιας εφάπαξ εισφοράς σταθεροποίησης (upfront one-off stability levy) που θα επιβαλλόταν στους καταθέτες σε όλο το τραπεζικό σύστημα καθώς και τη λήψη μέτρων για την αναδιάρθρωση και ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών. Στη βάση της πιο πάνω πολιτικής συμφωνίας κατατέθηκε νομοσχέδιο από το Υπουργείο Οικονομικών, το οποίο προέβλεπε για εφάπαξ εισφορά (τέλος) επί των καταθέσεων σε όλα τα πιστωτικά ιδρύματα. Τη 19.03.2013 η Βουλή των Αντιπροσώπων καταψήφισε το πιο πάνω νομοσχέδιο. Την 21.03.2013 το Διοικητικό Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας αποφάσισε ότι θα επέτρεπε τη συνέχιση παροχής έκτακτης ρευστότητας από την Κεντρική Τράπεζα, Εναγόμενη 1, προς τις τράπεζες, περιλαμβανομένης της Εναγόμενης 2, στα μέχρι τότε επίπεδα μέχρι την 25.03.
- Στη συνέχεια, η παροχή έκτακτης ρευστότητας ELA θα εξεταζόταν μόνον υπό την προϋπόθεση ότι θα ετίθετο σε εφαρμογή πρόγραμμα οικονομικής προσαρμογής της Eυρωπαϊκής Ένωσης/Διεθνούς Nομισματικού Ταμείου, το οποίο θα εξασφάλιζε τη φερεγγυότητα των επηρεαζόμενων τραπεζών. Σε περίπτωση που δεν εφαρμοζόταν πρόγραμμα οικονομικής στήριξης μέχρι την 25.03.2013, η παροχή του ELA δεν θα ανανεωνόταν και το ποσό που είχαν αντλήσει η Εναγόμενη 2 και η Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ θα καθίστατο άμεσα απαιτητό. Από το συνολικό ποσό χρηματοδότησης μέσω ELA και το απόθεμα ρευστών διαθεσίμων που είχε η κάθε τράπεζα την 22.03.2013, προέκυπτε ότι και οι δύο τράπεζες δεν θα ήταν σε θέση να ικανοποιήσουν άμεσα τις υποχρεώσεις τους αν εξέλειπε το ELA και θα έπρεπε να κηρύξουν στάση πληρωμών. Την 22/03/2013 η Βουλή των Αντιπροσώπων ψήφισε σειρά νόμων που αφορούσαν την κυπριακή οικονομία, περιλαμβανομένου του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμου17(Ι)/
- Την 25.03.2013 επιτεύχθηκε νέα πολιτική συμφωνία της Κυβέρνησης με το Εurogroup για την εγκαθίδρυση ενός προγράμματος οικονομικής προσαρμογής, προς αποφυγή χρεοκοπίας της Κυπριακής Δημοκρατίας. Συμφωνήθηκε όπως η Εναγόμενη 2 τεθεί άμεσα σε εξυγίανση με πλήρη συνεισφορά των μετόχων, ομολογιούχων και ανασφάλιστων καταθετών στη βάση απόφασης της ΚΤΚ, με την χρήση του νέου νομοθετικού πλαισίου για την εξυγίανση τραπεζών. Περαιτέρω, η πολιτική συμφωνία στο Eurogroup προνοούσε το διαχωρισμό της τράπεζας σε 'καλή' και 'κακή', και την απορρόφηση της 'καλής τράπεζας' από την Τράπεζα Κύπρου και τη σταδιακή διάλυση της 'κακής τράπεζας' (run down over time). Με την «καλή» τράπεζα θα μεταφέρονταν €9 δις έκτακτης ρευστότητας (ELA) και οι ασφαλισμένες καταθέσεις μέχρι του ποσού των €100.
- Το Τμήμα Εποπτείας & Ρύθμισης Τραπεζικών Ιδρυμάτων της ΚΤΚ ετοίμασε Έκθεση προς το Διοικητή της ΚΤΚ ημερομηνίας 24.3.2013 με θέμα 'Τρέχουσα οικονομική κατάσταση της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd'. Σύμφωνα με την πιο πάνω Έκθεση λόγω απουσίας προοπτικής ανακεφαλαιοποίησης της Εναγομένης 2, από το πρόγραμμα οικονομικής προσαρμογής με τους διεθνείς δανειστές, αυτή είχε καταστεί μη βιώσιμη εφόσον διαφαίνετo εύλογος κίνδυνος ότι δυνατό να μην ήταν σε θέση να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της ή να συνεχίσει να λειτουργεί ως δρώσα οικονομική μονάδα (going concern). Στη βάση των πιο πάνω δεδομένων και ενεργοποιώντας τις πρόνοιες του Νόμου 17(Ι)/2013, την 24.03.2013, η Μονάδα Εξυγίανσης ετοίμασε έκθεση αξιολόγησης των προϋποθέσεων που έθετε το άρθρο 6 του Νόμου 17(Ι)/2013 για τη λήψη μέτρων εξυγίανσης στην Λαϊκή Τράπεζα. Η έκθεση κατέληγε στο συμπέρασμα ότι ισχύουν όλες οι πιο πάνω προϋποθέσεις του άρθρου 6 του Νόμου 17(Ι)/2013 για λήψη μέτρων εξυγίανσης στη Λαϊκή Τράπεζα με βάση τις πρόνοιες του Νόμου. Την 25.03.2013 λήφθηκε η από κοινού απόφαση της Αρχής Εξυγίανσης και του Υπουργού Οικονομικών για λήψη μέτρων εξυγίανσης στην Εναγόμενη
- Στη συνέχεια, η Αρχή Εξυγίανσης, ασκώντας τις εξουσίες που της είχαν παρασχεθεί δυνάμει του Νόμου 17(Ι)/2013, εξέδωσε διατάγματα αναφορικά με τα μέτρα εξυγίανσης στην Εναγόμενη 2, περιλαμβανομένου του Διατάγματος Κ.Δ.Π.104/
- Το Μάρτιο του 2013 η Εναγόμενη 2 τέθηκε σε καθεστώς εξυγίανσης. Το μέτρο εξυγίανσης που εφαρμόστηκε στην περίπτωση της Εναγόμενης 2 ήταν αυτό της πώλησης εργασιών. Σύμφωνα με το Διάταγμα Κ.Δ.Π.104/2013 όπως τροποποιήθηκε μεταγενέστερα με τα Διατάγματα Κ.Δ.Π.133/2013, Κ.Δ.Π.156/2013 και Κ.Δ.Π.276/2013, η Εναγόμενη 2 μεταβίβασε στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, όλες τις ασφαλισμένες καταθέσεις των πελατών της, την οφειλή της προς την Κεντρική Τράπεζα σε σχέση με τον ELA, καθώς και σχεδόν όλα τα περιουσιακά της στοιχεία. Η απόφαση για μεταφορά του ELA από τη Εναγόμενη 2 προς την Τράπεζα Κύπρου ήταν μέρος και περιλαμβάνεται στην απόφαση του Eurogroup της 25.03.2013 για την παροχή οικονομικής στήριξης στη Δημοκρατία, την οποία η Κεντρική Τράπεζα κλήθηκε να εφαρμόσει κατά τη λήψη μέτρων εξυγίανσης. Τα περιουσιακά στοιχεία της Λαϊκής Τράπεζας μεταβιβάστηκαν στην Τράπεζα Κύπρου στη βάση Έκθεσης Αποτίμησης από τον ανεξάρτητο ελεγκτικό οίκο KPMG LLP UK ημερομηνίας 26.07.
- Σύμφωνα με την πιο πάνω Έκθεση της KPMG, η εύλογη αξία των περιουσιακών στοιχείων που μεταβιβάστηκαν από τη Λαϊκή Τράπεζα στην Τράπεζα Κύπρου υπολογίστηκε στα €15.999 εκ. και η εύλογη αξία των υποχρεώσεων στα €15.617 εκ.. Μετά την αφαίρεση της εύλογης αξίας των υποχρεώσεων από την εύλογη αξία των περιουσιακών στοιχείων παρέμεινε το ποσό των €382 εκ.. Το ποσό αυτό εξοφλήθηκε με την έκδοση μετοχών ισόποσης αξίας της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ προς την Εναγόμενη
- Η Αρχή Εξυγίανσης αφού έλαβε υπόψη τη σύμφωνη γνώμη του Υπουργού Οικονομικών, εξέδωσε το Διάταγμα Κ.Δ.Π. 279/
- Σύμφωνα με το Διάταγμα αυτό η Τράπεζα Κύπρου εξέδωσε και παραχώρησε στη Λαϊκή Τράπεζα αριθμό Μετοχών Τάξης Α'. Η Εναγόμενη 2 απέκτησε το 18,056% του συνολικού μετοχικού κεφαλαίου της Τράπεζας Κύπρου ως αντίτιμο για την καθαρή αξία των περιουσιακών στοιχείων της Εναγόμενης 2 που μεταβιβάστηκαν στην Τράπεζα Κύπρου. Συνοψίζω στη συνέχεια τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, στο βαθμό που αυτή είναι σχετική με τα επίδικα θέματα. Πρώτος κατέθεσε ο Ενάγοντας. Η ιστορία του είναι τραγική. Σε πολύ νεαρή ηλικία αναγκάστηκε να μεταναστεύσει στο Ηνωμένο Βασίλειο για βιοποριστικούς λόγους. Προερχόταν από φτωχή οικογένεια και η μόρφωση του ήταν πολύ περιορισμένη. Εργάσθηκε πολύ σκληρά σε διάφορες εργασίες, χειρωνακτικής φύσεως, κάτω από αντίξοες συνθήκες, για να μπορέσει να επιβιώσει. Μετά από δεκαετίες σκληρής δουλειάς αυτός και η σύζυγος του κατάφεραν να αποταμιεύσουν ένα αρκετά μεγάλο ποσό. Λόγω των παροτρύνσεων κάποιου γνωστού του, που κατείχε διευθυντική θέση στην Εναγόμενη 2, μετάφερε το εν λόγω ποσό από την Αγγλία στην Κύπρο και το κατέθεσε στην Εναγόμενη
- Πρόκειται για τους επίδικους λογαριασμούς που με βάση τα παραδεκτά γεγονότα που παραθέτω ανωτέρω έχουν απομειωθεί. Ο ΧΧΧΧ Κραμβής, Μ.Ε.2, είναι πρώην Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου και ήταν μέλος της Ερευνητικής Επιτροπής που διόρισε το Υπουργικό Συμβούλιο τον Μάρτιο του 2013 για να εξετάσει την κατάσταση στην οποία περιήλθε το τραπεζικό σύστημα και η οικονομία της Κυπριακής Δημοκρατίας. Ο μάρτυρας κατέθεσε την Έκθεση που ετοίμασε η τριμελής επιτροπή, Τεκμήριο
- Ο ΧΧΧΧ Κυαμίδης, Μ.Ε.3, είναι οικονομολόγος και κατέχει παράλληλα τον τίτλο του Chartered Accountant. Εργάσθηκε για σειρά ετών σε διεθνείς ελεγκτικούς οίκους, σε τράπεζες του εξωτερικού και είναι σύμβουλος σε διάφορες επενδυτικές και ασφαλιστικές εταιρείες. Ο μάρτυρας κατέθεσε για τη δεινή οικονομική κατάσταση που περιήλθε το κράτος σταδιακά, από τις αρχές του 2011 μέχρι τις αρχές του
- Το κράτος απέτυχε να διαχειρισθεί με σωστό τρόπο τα έσοδα και τα έξοδα του με αποτέλεσμα το έλλειμμα του κράτους, με την πάροδο του χρόνου να αυξηθεί. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα την υποβάθμιση της πιστοληπτικής ικανότητας του κράτους. Το κράτος δεν είχε πλέον την ικανότητα να δανείζεται χρήματα σε 'market rates' από τις αγορές. Αναφέρθηκε και στη δεινή κατάσταση που βρισκόταν η Εναγόμενη 2 και επέρριψε ευθύνες στην Εναγόμενη 1 ότι δεν ασκούσε επαρκή εποπτικό έλεγχο. Μετά την ένταξη της Κύπρου στο ευρώ, η Εναγόμενη 2, ως ανέφερε χαρακτηριστικά, 'μεγάλωνε, μεγάλωνε' ανεξέλεγκτα, ελάμβανε καταθέσεις, 'γέμισε η τράπεζα με ευρώ' και μετά, ως ανέφερε χαρακτηριστικά, 'έτρεχαν να το δανείσουν'. Η Εναγόμενη 2 είχε θέσει ως στόχο την αύξηση των δανείων της κατά 30% κάθε έτος, αυτό οδήγησε σε 'παράλογο δανεισμό, περισσότερο εις την Ελλάδα ... σε φίλους και γνωστούς και χωρίς υποθήκες και χωρίς feasibility study, για να μπει δάνειο πάνω στα βιβλία της Λαϊκής, να θεωρηθεί ότι μεγάλωσε διότι το δάνειο είναι το asset'. Η Εναγόμενη 1 δεν ήταν σε θέση να 'κοντρολάρει' την πιο πάνω κατάσταση, 'της ξέφυγε'. Η Εναγόμενη 1 παρέλειψε να ελέγξει και την επένδυση που έκανε η Εναγόμενη 2 σε Ομόλογα Ελληνικού Δημοσίου, τα οποία στη συνέχεια ΄κουρεύτηκαν΄ κατά 80%. Ανέφερε χαρακτηριστικά ότι η Εναγόμενη 1, 'έπρεπε να εμποδίσει με οποιοδήποτε τρόπο τη Λαϊκή Τράπεζα από το να επενδύσει στα ομόλογα του ελληνικού δημοσίου'. Υποδείχθηκε στο μάρτυρα η επιστολή Τεκμήριο 17, πρόκειται για επιστολή της Εναγομένης 1 προς την Εναγόμενη 2 όπου επισημαίνεται η μεγάλη έκθεση της τράπεζας σε Ελληνικά ομόλογα και τους κινδύνους που εγκυμονούν. Ο μάρτυρας ανέφερε ότι η αποστολή της εν λόγω επιστολής δεν ήταν αρκετή. Οι κεφαλαιακές ανάγκες της Εναγομένης 2, το 2011, προέκυψαν από τα κόκκινα δάνεια, οι ζημιές των οποίων 'έτρωγαν' το κεφάλαιο και από τα Ομόλογα Ελληνικού Δημοσίου, που ήταν το 'τελειωτικό κτύπημα'. Κατέκρινε και το γεγονός ότι η Εναγόμενη 2 αντλούσε ρευστότητα από το μηχανισμό έκτακτης παροχής ρευστότητας (Emergency Lquidity Assistance - ELA), ενώ αυτή δεν ήταν φερέγγυα, με αποτέλεσμα οι υποχρεώσεις της Εναγόμενης 2 σε ELA, να ανέλθουν σε € 9.5 δις, το Μάρτιο του
- Το ELA είχε για την Εναγόμενη 2, σύμφωνα πάντα με το μάρτυρα 'καταστροφικές συνέπειες'. Αντεξεταζόμενος για τις καταστροφικές συνέπειες, έδωσε την πιο κάτω απάντηση, την οποία παραθέτω αυτούσια: «Ήταν καταστροφικό το ELA για τη Λαϊκή, διότι το κύριο μέρος των κόκκινων δανείων από τα ολικά 6, τα ¾ ήταν στην Ελλάδα, όπου είχε μεγάλη παρουσία η Λαϊκή με τη Marfin παίρναμε το ELA και το διοχετεύαμε στην Ελλάδα. Το διοχετεύαμε σε δάνεια φίλων και γνωστών, που ουδέποτε θα αποπληρωνόντουσαν. Όμως ο φορολογούμενος της Κύπρου είχε να υποφέρει το ELA. Δεν είναι απίστευτο;» Σε κάποιο άλλο στάδιο της αντεξέτασης του συμφώνησε με τη θέση που τού υποβλήθηκε ότι η παροχή ELA, από την Κεντρική Τράπεζα προς τις εμπορικές τράπεζες προϋποθέτει τη μη ένσταση του διοικητικού συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Ο μάρτυρας πρόβαλε επίσης τη θέση ότι η Εναγόμενη 2 θα έπρεπε να είχε τεθεί υπό εκκαθάριση από το 2011, καθότι έκτοτε δεν ήταν φερέγγυα. Αν η τράπεζα ετίθετο υπό εκκαθάριση από τότε, τα δάνεια θα μεταφέρονταν σε άλλες τράπεζες και τα ποσά που θα ελάμβαναν οι καταθέτες, συμπεριλαμβανομένου και του Ενάγοντα, θα ήταν πολύ μεγαλύτερα. Αμέσως μετά πρόσθεσε ότι θα ήταν πρόσφορο να δημιουργηθεί μια νέα τράπεζα στην οποία θα μεταφέρονταν οι καταθέσεις και τα δάνεια. Αναγνώρισε ότι δεν υπήρχε το νομικό πλαίσιο τότε για να γίνει αυτή η ενέργεια δήλωσε όμως ότι '... εύκολα περνά η Βουλή τη νομοθεσία που χρειάζεται για τις αλλαγές'. Το λάθος της Κεντρικής Τράπεζας ήταν ότι αντί να σταματήσει τη λειτουργία της Εναγόμενης 2 ή να αναλάβει τη διαχείριση της, της παραχώρησε ELA, ενέργεια που ήταν σε βάρος της οικονομίας και 'των πάντων'. Ερωτηθείς κατά πόσο, σε περίπτωση εκκαθάρισης, το 2011, οι καταθέτες θα ελάμβαναν μεγαλύτερο ποσό από αυτό που τελικά έλαβαν, ήτοι το ποσό των €100.000, αυτός ανέφερε τα πιο κάτω τα οποία θεωρώ σκόπιμο όπως παραθέσω αυτούσια: «Τουλάχιστον περισσότερα από ότι πήραν. Τουλάχιστον πάνω από τις €100.000, αν γινόταν σωστή διαχείριση μέσα σε μερικούς μήνες το 2011, μιλούμε για το 2011 υπήρχαν αξίες πολύ περισσότερες από το 2013.» Σε κάποιο άλλο στάδιο της αντεξέτασης του ανέφερε ότι σε περίπτωση εκκαθάρισης τα δάνεια και τα περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας δεν θα πωλούνταν σε χαμηλότερη τιμή από την πραγματική τους ενώ λίγο αργότερα πρόσθεσε ότι τα 'καλά δάνεια' θα πωλούνταν σε μεγαλύτερη αξία από την πραγματική τους αξία, πρόκειται ως ανέφερε χαρακτηριστικά για ΄θησαυρό'. Ο μάρτυρας κατέκρινε επίσης την απόφαση της Εναγόμενης 1 να θέσει υπό εξυγίανση την Εναγόμενη 2, όταν αυτή ήδη βρισκόταν σε πολύ δεινή οικονομική θέση, όταν η τράπεζα, ως ανέφερε χαρακτηριστικά, ήταν ήδη 'πεθαμένη'. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι η ανακεφαλαίωση των τραπεζών από εισφορές που θα προέρχονταν από όλους τους καταθέτες, σε οποιαδήποτε τράπεζα, θα ήταν 'εγκληματικό'. Η ΧΧΧΧ Αντωνιάδου, Μ.Ε.4, είναι η πρώην Ειδική Διαχειρίστρια της Εναγόμενης
- Η μάρτυρας κλήθηκε να καταθέσει την Ένορκη Δήλωση του Α. Γλυκύ, ημερομηνίας 29.04.2013, που καταχωρήθηκε στα πλαίσια αίτηση για έκδοση απαγορευτικού διατάγματος. Η αίτηση καταχωρήθηκε από την Εναγόμενη 2 και στρεφόταν εναντίον των Βγενόπουλου, Μπολούτα, Μάγειρα και άλλων. Ο Α. Γλυκύς στην Ένορκη Δήλωση του, Τεκμήριο 25, αναφέρει μεταξύ άλλων ότι οι Καθ' ων η Αίτηση, στην εν λόγω αίτηση, ενήργησαν 'δόλια και απατηλά' κατά παράβαση 'των καθηκόντων πίστης και κατά παράβαση των εμπιστευτικών καθηκόντων τους', με σκοπό την προώθηση των δικών τους συμφερόντων. Ο ΧΧΧΧ Βαρνάβα, Μ.Ε.5, κλήθηκε να καταθέσει μια επιστολή, ημερομηνίας 11.02.2013, από το Δρ Γ. Γεωργίου, λειτουργό της Εναγόμενης 1 προς τον Τ. Φειδία, acting chief executive, της Εναγόμενης
- Στην εν λόγω επιστολή o συντάκτης κάνει αναφορά σε άρθρο των Financial Times και τονίζει ότι οποιαδήποτε ενέργεια που έχει σαν σκοπό την μείωση, στέρηση ή περιορισμό των περιουσιακών δικαιωμάτων των καταθετών αντίκειται στις πρόνοιες του Συντάγματος και του Πρώτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Ο ΧΧΧΧ Ζένιος, Μ.Ε.6, είναι ακαδημαϊκός, καθηγητής χρηματοοικονομικών στο Πανεπιστήμιο Κύπρου και κάτοχος μεταξύ άλλων διδακτορικού τίτλου για τη διαχείριση χρηματοοικονομικών κινδύνων. Διετέλεσε πρύτανης του Πανεπιστημίου Κύπρου για δύο θητείες, διορίστηκε ως εμπειρογνώμονας συνεργάτης της ερευνητικής επιτροπής για την οικονομία της Κύπρου το 2013 και διετέλεσε μη εκτελεστικό μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της Εναγόμενης από το 2013 μέχρι το
- Ο μάρτυρας κατέθεσε δύο συγγράμματα που συνέταξε το ίδιος. Το πρώτο φέρει τον τίτλο 'Η καταστροφή της Κυπριακής Οικονομίας: Από την Έλλειψη Ευθυκρισίας στην Ελλειμματική Διαχείριση, Τεκμήριο 29 και το δεύτερο φέρει τον τίτλο Fairness and reflexivity in the Cyprus bail-in, Τεκμήριο 30'. Ο μάρτυρας κατέθεσε σε σχέση με τα ομόλογα Ελληνικού Δημοσίου και για το ELA και τους παράγοντες που συνέβαλαν στη δημιουργία της οικονομικής κρίσης στην Κύπρο που άρχισε το
- Το 2008, σύμφωνα πάντα με το μάρτυρα, άρχισε η οικονομική κρίση στις Η.Π.Α, η οποία μεταφέρθηκε στη συνέχεια και στην Ευρώπη. Μεταξύ των Ευρωπαϊκών χωρών που επηρεάστηκαν από την κρίση ήταν η Ελλάδα. Οι κυπριακές τράπεζες, περιλαμβανομένης της Εναγόμενης 2, ήταν 'πάρα πολύ μεγάλες' και άρχισαν να έχουν προβλήματα λόγω 'υπερβολικού δανεισμού' και των Ομολόγων Ελληνικού Δημοσίου. Οι τράπεζες λόγω του μεγάλου μεγέθους τους δεν μπορούσαν να έχουν στήριξη από το κράτος, αλλά και το ίδιο το κράτος αντιμετώπιζε προβλήματα, λόγω της αύξησης του δημόσιου χρέους. Μειώθηκε τόσο η πιστοληπτική ικανότητα του κράτους όσο και των τραπεζών. Η κατάσταση του τραπεζικού τομέα στην Κύπρο, λόγω του μεγάλου μεγέθους του, είχε άμεσο αντίκτυπο στην αξιοπιστία του δημοσίου και αντίστροφα. Ο μάρτυρας παρομοίασε τον τραπεζικό τομέα και το δημόσιο, στην περίπτωση της Κύπρου, ως δύο 'σιαμαία΄, οι ενέργειες του ενός παιδιού έχουν άμεσο αντίκτυπο στο άλλο παιδί. Στη συνέχεια πρόσθεσε όμως ότι με βάση μελέτη που είχε κάνει, ακόμη και στην περίπτωση που το κράτος δεν είχε πρόβλημα με τα οικονομικά του, ο τραπεζικός τομέας θα αντιμετώπιζε πρόβλημα. Ο τραπεζικός τομέας και συγκεκριμένα η Τράπεζα Κύπρου και η Εναγόμενη 2 είχαν υποστεί μεγάλο πλήγμα λόγω της επένδυσης τους σε Ομόλογα Ελληνικού Δημοσίου, που ήταν, σύμφωνα πάντα με το μάρτυρα, 'υψηλού κινδύνου'. Διευκρίνισε ότι ' ... οι Κανόνες της Βασιλείας και της Ευρωπαϊκής Οδηγίας' επέτρεπαν σε χώρες της Eυρωζώνης να δίνουν μηδενικό συντελεστή στα ομόλογα που εξέδιδαν, τόνισε όμως ότι, 'άλλο το επέτρεπαν να δίνουν μηδενικό συντελεστή .. και άλλο να έχουν μηδενικό συντελεστή'. Η Εναγόμενη 2 παραβιάζοντας μια σημαντική αρχή στη διαχείριση κινδύνων που είναι "η διασπορά", ήτοι 'να μη βάζει κάποιος όλα τα αυγά του στο ίδιο καλάθι', επένδυσε το μεγαλύτερο μέρος των κεφαλαίων της στο πιο πάνω προϊόν. Με απόφαση των Αρχηγών των Κρατών της Ευρωπαϊκής Ένωσης υπήρξε απομείωση στην αξία των πιο πάνω ομολόγων. Αυτό είχε άμεσο αντίκτυπο όχι μόνο στις τράπεζες που είχαν επενδύσει στα ομόλογα αλλά και στην οικονομία γενικότερα, καθότι η Εναγόμενη 2 ήταν πολύ μεγάλη, συγκρινόμενη με το Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν (ΑΕΠ) της χώρας. Αυτή ήταν η μοναδική περίπτωση που ο ιδιωτικός τομέας ενεπλάκη στην αναδιάρθρωση χρέους χώρας της Ευρωζώνης. Το γεγονός αυτό, σύμφωνα πάντα με το μάρτυρα ήταν 'έκπληξη για πολλούς'. Ο μάρτυρας πρόσθεσε σε σχέση με το συγκεκριμένο θέμα ότι στη Συνθήκη Εγκαθίδρυσης της Ευρωπαϊκής Ένωσης περιλαμβάνεται πρόνοια ότι οι χώρες μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν μπορούν να αναλάβουν τα χρέη άλλων κρατών μελών και κατ' επέκταση η απόφαση των Αρχηγών των Κρατών Μελών ότι ο ιδιωτικός τομέας θα έπρεπε να αναλάβει τα χρέη της Ελλάδας ήταν σε αντίθεση με τις πρόνοιες της Συνθήκης Εγκαθίδρυσης. Το γεγονός όμως ότι η πιο πάνω απόφαση ήταν 'έκπληξη', δεν σήμαινε ότι δεν ήταν «αναμενόμενο», εφόσον η Ελλάδα είχε οικονομικά προβλήματα, τουλάχιστο από το
- Στην έκθεση του, Τεκμήριο 29, σελίδα 34, αναφέρει χαρακτηριστικά τα πιο κάτω σε σχέση με τις επιπτώσεις που είχε η απομείωση των Ελληνικών Ομολόγων Δημοσίου, στην οικονομία της Κύπρου: «.... Η αναδιάρθρωση του Ελλαδικού δημόσιου χρέους με συμμετοχή του ιδιωτικού τομέα (PSI και PSI+) όπως αποφασίστηκε τον Ιούλιο και Οκτώβριο 2011 υπήρξε καταλυτική στην εξέλιξη της κυπριακής κρίσης αφού προκάλεσε στην οικονομία ζημιές που αντιστοιχούν στο 23% του ΑΕΠ της χώρας. Καμία άλλη ευρωπαϊκή οικονομία δεν υπέστη ανάλογες ζημιές από την αναδιάρθρωση των Ομολόγων Ελληνικού Δημοσίου (ΟΕΔ). ................................................................................................................. Οι κυπριακές τράπεζες ήταν από τους μεγαλύτερες δανειστές της Ελλάδας τόσο σε απόλυτα μεγέθη αλλά και ως ποσοστό του ΑΕΠ της χώρας. Ως αποτέλεσμα η συμμετοχή των κυπριακών τραπεζών στο ελληνικό PSI ήταν κατ' αναλογία ΑΕΠ, διπλάσιες από ότι ήταν στην Ελλάδα και 100πλάσιες από άλλες ευρωπαϊκές χώρες.» Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας σε σχέση με την Εναγόμενη 1, τί μέτρα έλαβε όταν αντιλήφθηκε τους κινδύνους που είχαν δημιουργηθεί από την υπερβολική έκθεση της Εναγόμενης 2 στα Ομόλογα Ελληνικού Δημοσίου, ο μάρτυρας δεν ήταν σε θέση να δώσει οποιαδήποτε στοιχεία, ανέφερε όμως ότι η 'εντύπωση που υπάρχει' ήταν ότι πέραν της επιστολής που είχε σταλεί, Τεκμήριο 17, 'δεν έγιναν πολλά πράγματα'. Λίγο αργότερα πρόσθεσε ότι η Κεντρική Τράπεζα ΄έχει πολλά εργαλεία στη διάθεση της για να επηρεάσει τις ενέργειες μιας εμπορικής τράπεζας', δεν διευκρίνισε όμως σε ποια 'εργαλεία' αναφερόταν. Η παρέμβαση της Κεντρικής Τράπεζας έπρεπε να είχε γίνει, σύμφωνα με το μάρτυρα, όταν τα spreads της Ελλάδας άρχισαν να ανεβαίνουν σε ανησυχητικό βαθμό και όταν άρχισαν οι συζητήσεις για κούρεμα των ομολόγων. Αργότερα όμως συμφώνησε με τη θέση ότι αν η Εναγόμενη 2 πωλούσε τα ομόλογα όταν τα spreads ανέβαιναν, αυτή θα υφίστατο ζημιές. Παρενθετικά αναφέρω ότι τα «spreads» είναι το επιτόκιο με βάση το οποίο δανείζονται τα κράτη. Όταν κατά το δανεισμό τα «spreads», ήτοι το επιτόκιο, είναι ψηλό, αυτό αποτελεί ένδειξη ότι η οικονομία του κράτους που δανείζεται δεν είναι εύρωστη. Όσο μεγαλύτερο είναι το πρόβλημα που αντιμετωπίζει μια χώρα τόσο μεγαλύτερα είναι τα «spreads» της. Σε κάποιο άλλο στάδιο της μαρτυρίας του όμως τόνισε ότι ανεξαρτήτως τί προβλέπει η νομοθεσία για το θέμα της παρέμβασης των Κεντρικών Τραπεζών με τις εργασίες των εμπορικών τραπεζών, ο ίδιος είχε την πεποίθηση ότι οι Κεντρικές Τράπεζες 'δεν είναι καλό' να επεμβαίνουν. Ο μάρτυρας επέκρινε την απροθυμία του κράτους να ζητήσει έγκαιρα βοήθεια από τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Στήριξης για ενδυνάμωση των δημοσίων οικονομικών. Επέκρινε και το γεγονός ότι παραχωρήθηκε στην Εναγόμενη 2 κρατική στήριξη (ELA) ενώ εκείνη δεν ήταν φερέγγυα. Κατά την άποψη του θα έπρεπε να εφαρμοσθούν άλλα εργαλεία, όπως είναι το 'resolution', το οποίο εισηγήθηκε η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. Ερωτηθείς τί είναι το «resolution», αυτός δεν ήταν σε θέση να πει, δεν γνώριζε την ελληνική μετάφραση του όρου ούτε ήταν σίγουρος για ΄όλες τις νομικές πτυχές του τί σημαίνει resolution'. Σε σχέση με το 'κούρεμα' των καταθέσεων ο μάρτυρας ανέφερε ότι θα ήταν πολύ καλύτερα να γινόταν ένα 'οριζόντιο κούρεμα', ύψους 15%, επί όλων των καταθέσεων. Με τον τρόπο αυτό, ως ανέφερε χαρακτηριστικά θα συγκεντρωνόταν το αναγκαίο ποσό, ' ... αντί να οδηγηθούμε σε αυτό που οδηγηθήκαμε'. Ο ΧΧΧΧ Στυλιανού, Μ.Υ.1 είναι βοηθός Διευθυντής και Προϊστάμενος του Τμήματος Εξυγίανσης της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου. Η μαρτυρία του επικεντρώθηκε στα γεγονότα που οδήγησαν στην έκδοση των διαταγμάτων για την εξυγίανση της Εναγόμενης
- Η μαρτυρία του επί του συγκεκριμένου θέματος δεν αμφισβητήθηκε. Ο μάρτυρας εξετάσθηκε και σε σχέση με τους λόγους που η Τρόικα δεν παραχώρησε τελικά το ποσό των €10 δις που προβλέπονταν στο προκαταρκτικό μνημόνιο. Παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα από τη μαρτυρία του. «Ε. Πέστε μας τότε από τον Νοέμβρη του 2012 που είχε υπογραφτεί το προκαταρκτικό αυτό μνημόνιο που γίνεται πρόνοια των 10 δις τι άλλαξε από τον Νοέμβρη μέχρι τον Μάρτιο του 2013 και μας είπαν οι Ευρωπαίοι όχι κύριοι, δεν θα σας δώσουμε ούτε σεντ; A. Αυτό που άλλαξε ήταν η στάση της Τρόικα. Δυστυχώς η Τρόικα φαίνεται ότι παραχώρησε από τις αρχικές δεσμεύσεις της και επίσης από αυτό που είχε συμφωνηθεί τον Οκτώβρη του 2011 στη συνάντηση των αρχηγών κρατών και από αυτό το οποίο προνοούσε η σύσταση της Ευρωπαϊκής Αρχής Τραπεζών. Η Τρόικα έκρινε ότι αν χορηγούσε δάνειο στην Κυπριακή Δημοκρατία με το οποίο θα ανακεφαλαιοποιούσε τις τράπεζες το χρέος θα ήταν μη βιώσιμο, δηλαδή η Δημοκρατία δεν θα ήταν σε θέση να αποπληρώσει αυτό το χρέος και άλλαξε πολιτική και καταλήξαμε στα αποτελέσματα που φαίνονται στις αποφάσεις του Eurogroup του Μαρτίου του 2013.» Κατέθεσε και σε σχέση με τη θέση που θα βρίσκονταν οι καταθέτες της Εναγόμενης 2 σε περίπτωση που η τελευταία τίθετο σε εκκαθάριση τον Μάρτιο του 2013, αντί σε εξυγίανση. Υποστήριξε ότι σε περίπτωση εκκαθάρισης οι καταθέτες θα βρίσκονταν σε δυσμενέστερη οικονομική θέση από αυτή που βρέθηκαν μετά τη λήψη των μέτρων εξυγίανσης της Τράπεζας. Τα μέτρα εξυγίανσης στην Εναγόμενη 2 εφαρμόστηκαν με σκοπό την προστασία του δημοσίου συμφέροντος και αφού λήφθηκε υπόψιν η αρχή ότι οι πιστωτές ιδρύματος που υπόκειται σε εξυγίανση επωμίζονται τις ζημιές μετά τους μετόχους, σύμφωνα με τη σειρά προτεραιότητας των απαιτήσεων τους δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 4 του Νόμου 17(Ι)/
- Σε κάθε περίπτωση, οι πιστωτές/καταθέτες, σε περίπτωση που η Εναγόμενη 2 το Μάρτιο του 2013 τίθετο σε εκκαθάριση, θα βρίσκονταν σε δυσμενέστερη θέση από αυτήν που βρέθηκαν με τη λήψη μέτρων εξυγίανσης. Με τη λήψη των πιο πάνω μέτρων εξυγίανσης που έλαβε η Αρχή Εξυγίανσης, το Μάρτιο του 2013, έχουν επιτευχθεί, σύμφωνα με το μάρτυρα, τα εξής: (i) Η διατήρηση και η συνέχιση προσφοράς των βασικών και κρίσιμων τραπεζικών εργασιών, με αποτέλεσμα να διασφαλιστεί η χρηματοοικονομική σταθερότητα του Κυπριακού τραπεζικού συστήματος στην ολότητα του. (ii) Προστατεύτηκαν πλήρως οι καταθέσεις που θα αποζημιώνονταν από το Ταμείο Προστασίας Καταθέσεων σε περίπτωση ενεργοποίησης του με τη διασφάλιση των ασφαλισμένων καταθέσεων. (iii) Δεν μετακυλίστηκε το κόστος εξυγίανσης των τραπεζών στους φορολογούμενους. (iv) Αποφεύχθηκε το ενδεχόμενο χιλιάδες εργαζομένων της Τράπεζας Κύπρου και της Λαϊκής Τράπεζας να βρεθούν στην ανεργία. Περαιτέρω αναφορά στη μαρτυρία του για το συγκεκριμένο θέμα θα γίνει και σε κατοπινό στάδιο. Ο ΧΧΧΧ Φανόπουλος, Μ.Υ.2, είναι διευθυντής στην Εναγόμενη
- Από την ημερομηνία πρόσληψης του μέχρι και την 31.12.2012, εργαζόταν στη Διεύθυνση Ρύθμισης και Εποπτείας Τραπεζικών Ιδρυμάτων. Από το Νοέμβριο του 2009 μέχρι την 31.12.2012, κατείχε τη θέση διευθυντή στην πιο πάνω διεύθυνση. Ο μάρτυρας κατέθεσε σε σχέση με τα καθήκοντα της Εναγόμενης 1 ως Εποπτικής Αρχής και τις ενέργειες της, στα πλαίσια των εποπτικών της αρμοδιοτήτων. Κατέθεσε μεταξύ άλλων ότι η Εναγόμενη 1 καθορίζει το ρυθμιστικό και νομοθετικό πλαίσιο με βάση τις διεθνείς και ευρωπαϊκές οδηγίες και Κανονισμούς και εναπόκειται στο Διοικητικό Συμβούλιο της κάθε Τράπεζας να διασφαλίσει την εφαρμογή τους. Τόνισε ότι η ορθή εφαρμογή της Νομοθεσίας αποτελεί καθήκον κάθε εποπτευόμενου. Η Εναγόμενη 1, ενεργώντας ως επόπτρια, δεν υποκαθιστά την διοίκηση της Τράπεζας στις ενέργειες της. Ο ρόλος της είναι να διενεργεί δειγματοληπτικούς ελέγχους για να ελέγχει κατά πόσο ο εποπτευόμενος έχει λάβει όλα τα απαραίτητα μέτρα για την ορθή εφαρμογή της Νομοθεσίας. Η Κεντρική Τράπεζα δεν έχει εξουσία να επέμβει στις αποφάσεις μιας εμπορικής τράπεζας σε σχέση με τις επενδύσεις της. Στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν είχε εξουσία να απαγορεύσει στη Εναγόμενη 2 να αγοράσει τα Ομόλογα Ελληνικού Δημοσίου. Η εποπτεία από μόνη της δεν μπορεί να εξασφαλίσει τη βιωσιμότητα μιας τράπεζας, καθότι η βιωσιμότητα επηρεάζεται και από άλλους εξωγενείς παράγοντες. Ο μάρτυρας αναφέρθηκε στους ελέγχους που διενήργησε η Εναγόμενη 1 σε σχέση με την Εναγόμενη 2 και κατέθεσε για το σκοπό αυτό μέρος της αλληλογραφίας που ανταλλάχθηκε μεταξύ των μερών για το σκοπό αυτό. Δήλωσε ότι μετά τη συγχώνευση των τριών τραπεζών, έγιναν επί τόπου έλεγχοι στη Marfin Egnatia Bank, από την Κεντρική Τράπεζα, το 2008 και το
- Μέσα από τους ελέγχους διαπιστώθηκε ότι η τράπεζα θα έπρεπε να λάβει διορθωτικά μέτρα. Εντοπίστηκαν προβλήματα στη διαδικασία χορήγησης δανείων, οι εξασφαλίσεις που είχαν δοθεί σε μεγάλο αριθμό δανείων δεν ήταν επαρκείς, ενώ σε άλλα δάνεια η αποπληρωμή τους θα γινόταν στο τέλος και όχι σταδιακά. Το 2009 εντοπίστηκε ότι υπήρχε και 'κίνδυνος συγκέντρωσης'. Ο κίνδυνος συγκέντρωσης δημιουργείται όταν η τράπεζα δανείζει μεγάλο μέρος του κεφαλαίου της σε ένα πρόσωπο ή επενδύει σε ένα προϊόν. Τα ίδια προβλήματα εντοπίστηκαν και το
- Το 2010 διαπιστώθηκε ότι η τράπεζα είχε πέραν των πιο πάνω προβλημάτων και πρόβλημα ρευστότητας. Η Κεντρική Τράπεζα, μετά τον εντοπισμό των πιο πάνω προβλημάτων, ζήτησε από την Εναγόμενη 2 λάβει διορθωτικά μέτρα και να έχει αυξημένο ελάχιστο δείκτη κεφαλαίων για να είναι σε θέση να αντεπεξέλθει σε τυχόν κινδύνους που δυνατό να υφίστατο, με βάση το επιχειρηματικό της μοντέλο. Τη 13.07.2009, με επιστολή Τεκμήριο 79, της ζητήθηκε να έχει ελάχιστο δείκτη κεφαλαίων ύψους 11%, τη 11.08.2010, με επιστολή, Τεκμήριο 80, ο ελάχιστος δείκτης που απαιτήθηκε ήταν 11.35% και τη 3.12.2012, με επιστολή, Τεκμήριο 81, απαιτήθηκε ελάχιστος δείκτης ύψους 15.86%. Σε σχέση με την τελευταία απαίτηση της Κεντρικής Τράπεζας σχετική είναι η επιστολή Τεκμήριο
- Σε κάποιο άλλο στάδιο της μαρτυρίας του εξήγησε ότι 'η δουλειά όλων των τραπεζών είναι να αναλαμβάνουν κινδύνους'. Αυτό γίνεται καθημερινά με την χορήγηση των δανείων. Προβλήματα όπως αυτά που αντιμετώπιζε η Εναγόμενη 2, παρουσιάζονται σε όλες τις τράπεζες. Καθήκον της Κεντρικής Τράπεζας είναι να επιβάλει στις τράπεζες να έχουν τα αναγκαία κεφάλαια για να καλύψουν τους μελλοντικούς κινδύνους. Ο μάρτυρας κατά την αντεξέταση του συμφώνησε με τη θέση που τού τέθηκε ότι η Εναγόμενη 2 συστηματικά αγνοούσε τις εισηγήσεις της Εναγόμενης 1 για τη λήψη διορθωτικών μέτρων, κατέθεσε όμως ότι όταν η Εναγόμενη 1 είδε την απροθυμία της Εναγομένης 2 να συμμορφωθεί με τις συστάσεις της, της ζήτησε να έχει επιπρόσθετο κεφάλαιο για κάλυψη όλων αυτών των κινδύνων. Η Εναγόμενη 2 είχε συνεχώς €1δις επιπρόσθετο κεφάλαιο για κάλυψη των πιο πάνω κινδύνων. Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας απόρριψε τη θέση που τού υποβλήθηκε ότι η Εναγόμενη 2 αντιμετώπιζε θέμα «κακοδιαχείρισης», εκείνο που τη χαρακτήριζε ήταν, ως ανέφερε χαρακτηριστικά, 'μεγαλύτερη ανάληψη κινδύνων΄. Κατά τα έτη 2008 - 2010 η Εναγόμενη 2 ήταν κερδοφόρα. Το 2008 είχε κέρδη €500 εκατομμυρίων, το 2009 είχε κέρδη €450 εκατομμυρίων και το 2010, €366 εκατομμυρίων. Η Εναγόμενη 2 συνέχισε να είναι κερδοφόρα μέχρι και το Σεπτέμβριο του
- Η κερδοφορία της τράπεζας ανατράπηκε λόγω του κουρέματος των Ομολόγων Ελληνικού Δημοσίου. Σε κάποιο άλλο στάδιο της μαρτυρίας του ανέφερε ότι τα πιο σημαντικά προβλήματα έκθεσης κινδύνου που αντιμετώπιζε η Εναγόμενη 2, κατά τα έτη 2011-2012, ήταν η απώλεια καταθέσεων και τα δάνεια που δεν αποπληρώνονταν. Υποβλήθηκε στο μάρτυρα ότι η Κεντρική Τράπεζα θα έπρεπε να είχε απαιτήσει από την Εναγόμενη 2, τουλάχιστο το 2009, την πώληση των Ομολόγων Ελληνικού Δημοσίου. Ήταν η θέση του ότι 2009 δεν συνέτρεχαν οποιεσδήποτε προϋποθέσεις για πώληση των ομολόγων. Το ίδιο ίσχυε και το
- Εάν η Κεντρική Τράπεζα εξανάγκαζε την Εναγόμενη 2 να πωλήσει τα πιο πάνω ομόλογα, ενώ δεν συνέτρεχαν οποιεσδήποτε προϋποθέσεις, πιθανό να υπήρχαν αγωγές εναντίον της Κεντρικής Τράπεζας. Η Εναγόμενη 2 αντιμετώπιζε και πρόβλημα ρευστότητας, το οποίο άρχισε από το Μάιο του
- Η Κεντρική Τράπεζα απέστειλε επιστολή τη 11.10.2010, Τεκμήριο 98, με την οποία ζήτησε από την Εναγόμενη 2 να την ενημερώσει για τους λόγους της μείωσης της ρευστότητας. Το 2011 η ρευστότητα έπεσε στο 4.9% αντί στο 20%, που ήταν ο απαιτούμενος δείκτης και στα ξένα νομίσματα, στο 5.43% αντί στο 70%, που ήταν ο απαιτούμενος δείκτης. Μέχρι το Νοέμβριο του 2011 'είχαν φύγει' ως ανέφερε χαρακτηριστικά, €4.1 δις. Το Νοέμβριο του 2011 ζητήθηκε η απομάκρυνση του κ. Μπουλούτα, διευθύνοντα συμβούλου της Εναγόμενης 2, καθότι κρίθηκε ότι η παρακολούθηση του κινδύνου ρευστότητας από την τράπεζα δεν ήταν ικανοποιητική. Η Κεντρική Τράπεζα για ένα έτος ζητούσε από την Εναγόμενη 2 να λάβει μέτρα για να βελτιώσει την κατάσταση της ρευστότητας της, αυτή παρέλειψε να το πράξει και ως εκ τούτου τέθηκε σε εφαρμογή το πιο πάνω μέτρο. Το Νοέμβριο του 2011 η κεφαλαιακή επάρκεια της Εναγόμενης 2 ήταν 12.19%, στο ποσοστό αυτό όμως δεν είχε ληφθεί υπόψη το 'κούρεμα' των Ομολόγων Ελληνικού Δημοσίου. Ο μάρτυρας εξήγησε ότι ο λόγος που δεν λήφθηκε υπόψη το κούρεμα ήταν καθότι μέχρι το Μάρτιο του 2012 κανένας δεν γνώριζε ποιόν θα ήταν το ύψος του κουρέματος. Το Δεκέμβριο του 2011 η κεφαλαιακή επάρκεια της Εναγόμενης 2 ήταν 4.8%. Στα ίδια επίπεδα ήταν και τους επόμενους τρείς μήνες, κυμαινόταν στο 4% περίπου. Αντεξεταζόμενος για την οικονομική στήριξη που η Εναγόμενη 2 έλαβε από το κράτος, ήτοι το ELA ύψους €1.8 δις, ο μάρτυρας κατέθεσε ότι η τράπεζα, μετά που έλαβε το €1.8 δις υπολειπόταν € 750 εκατομμύρια για να καλύψει το 9%. Το ποσό αυτό αναμενόταν να καλυφθεί από τους ομολογιούχους, οι οποίοι όμως δεν άσκησαν το δικαίωμα τους. Συμφώνησε ότι η τράπεζα χρειαζόταν €1.5 δις για να ικανοποιήσει το δείκτη κεφαλαιακής επάρκειας 15.86 % που της είχε επιβάλει η Κεντρική Τράπεζα, το Δεκέμβριο του 2011, με την επιστολή της, Τεκμήριο
- Ισχυρίσθηκε ότι η κάλυψη του €1.5 δις, θα γινόταν σε δεύτερο στάδιο, αφού πρώτα ικανοποιείτο ο δείκτης του 9% που είχε θέσει η Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών. Αναγνώρισε ότι η τράπεζα δεν είχε οποιοδήποτε πλάνο πώς θα αντλούσε κεφάλαια για να ικανοποιήσει το δείκτη που της έθεσε η Κεντρική Τράπεζα. Αντεξετάσθηκε επισταμένα για το συγκεκριμένο θέμα και αυτός έδωσε κάποιες μακροσκελείς απαντήσεις παραπέμποντας σε όλες τις περιπτώσεις στην προθυμία που είχε εκφράσει η Τρόϊκα να στηρίξει το τραπεζικό μας σύστημα. Κατά την επομένη δικάσιμο ισχυρίσθηκε ότι μόλις η τράπεζα ικανοποιούσε τον «ψηλό» κεφαλαιακό δείκτη του 9%, αυτή ' ... θα ήταν έτοιμη να αντλήσει κεφάλαια από επενδυτές'. Πρόσθεσε στη συνέχεια τα πιο κάτω, τα οποία θεωρώ σκόπιμο να παραθέσω αυτούσια: '... Δηλαδή μια τράπεζα η οποία έχει κεφαλαιακό δείκτη 9% σημαίνει ότι είναι φερέγγυα και μπορεί να αντλήσει περαιτέρω κεφάλαια για να καλύψει και τους ενδεχόμενους κινδύνους που ήταν στο δεύτερο μέρος, όπως το ονόμασα προηγουμένως. Και η ουσία ήταν να φτάσεις στο 9%. Μετά τα πράγματα ήταν πολύ πιο εύκολα.' Λίγο αργότερα πρόσθεσε ότι ' . με βάση την πολιτική της Κεντρικής Τράπεζας αν ο δείκτης κεφαλαιουχικής επάρκειας είναι πάνω στο 8%, τότε η τράπεζα είναι φερέγγυα και μπορεί να της παραχωρήσει έκτακτη ρευστότητα το γνωστό ELA'. Ο μάρτυρας, στην προσπάθεια του να καταδείξει ότι η χορήγηση ELA στην Εναγόμενη 2 ήταν νόμιμη, τόνισε πέραν της μιας φοράς, ότι η οικονομική στήριξη, ELA που δόθηκε στην Εναγόμενη 2 ήταν χωρίς την ένσταση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Ο ΧΧΧΧ Μυλωνάς, Μ.Υ.3, είναι λειτουργός στην Εναγόμενη
- Από το 2005, εργάζεται στο Τμήμα Χρηματοοικονομικών Δραστηριοτήτων, στην Υπηρεσία Διαχείρισης Ενεργητικού. Λόγω της πιο πάνω θέσης του ενεπλάκη στο χειρισμό των θεμάτων έκτακτης ενίσχυσης σε ρευστότητα (Emergency Liquidity Assistance), γνωστό και ως ELA. Η Κεντρική Τράπεζα παρείχε ELA στην Εναγόμενη 2 με βάση τον Νόμο 138(Ι)/2002 όπως ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο. Το ELA που ελάμβανε η Εναγόμενη 2 αντικατέστησε άλλες πηγές χρηματοδότησης από τις οποίες ελάμβανε ρευστότητα προηγουμένως. Το ELA δεν χρησιμοποιήθηκε από την Τράπεζα για να χρηματοδοτήσει νέα δραστηριότητες και δεν οδήγησε σε αύξηση του ισολογισμού της Τράπεζας. Ο ΧΧΧΧ Κωνσταντίνου, Μ.Υ.4, είναι οικονομολόγος και κατέχει και τον τίτλο του chartered accountant από το
- Εργάζεται στον ελεγκτικό οίκο Price Waterhouse, PwC, τα τελευταία τριάντα τρία
(33)χρόνια και εξειδικεύεται σε υπηρεσίες στον χρηματοοικονομικό τομέα. Ο ελεγκτικός οίκος PwC ήταν οι ελεγκτές της Εναγόμενης 2 από το 2002 μέχρι το 2006 και 'συνελεγκτές' μαζί με τον ελεγκτικό οίκο Grant Thornton, από το 2007 μέχρι το
- Ο μάρτυρας εξήγησε ότι η ευθύνη του ελεγκτή είναι να ελέγξει κατά πόσο οι καταστάσεις που καταρτίζονται από ένα πρόσωπο δίνουν 'αληθινή και δίκαιη εικόνα'. Ο έλεγχος γίνεται με βάση διεθνή ελεγκτικά πρότυπα και τις πρόνοιες του περί Εταιρειών Νόμου. Ο μάρτυρας αναγνώρισε το Τεκμήριο 10, την ετήσια έκθεση της Εναγομένης 2 για το έτος
- Κατέθεσε ότι οι οικονομικές καταστάσεις της Εναγόμενης 2 ετοιμάστηκαν από τη διεύθυνση της, εγκρίθηκαν από το διοικητικό της συμβούλιο και στη συνέχεια ελέγχθηκαν από την PwC και τη Grant Thorton. Ο ίδιος συμμετείχε στον έλεγχο των συγκεκριμένων οικονομικών καταστάσεων. Η έκθεση, Τεκμήριο 10, υπογράφηκε εκ μέρους της PwC από τον ίδιο, την 30.04.
- Παρενθετικά αναφέρω ότι την ιδίαν ημέρα οι οικονομικές καταστάσεις εγκρίθηκαν από το Διοικητικό Συμβούλιο της Εναγόμενης
- Η έκθεση ετοιμάστηκε με βάση την αρχή της συνεχιζόμενης δραστηριότητας (going concern). Το 2011, η Εναγόμενη 2, με βάση την Έκθεση, Τεκμήριο 10, είχε πραγματοποιήσει ζημιές ύψους €3.646.302.000, ενώ το αμέσως προηγούμενο έτος, το 2010, είχε κέρδη ύψους €89.228.
- Οι ζημιές οφείλονταν σε τρείς λόγους: I. Οι αυξημένες ζημιές στο δανειακό χαρτοφυλάκιο της τράπεζας. II. Η τεράστια ζημιά από την απομείωση σε μετοχές και ομόλογα, ύψους €2.527.000.000, εκ των οποίων €2.300.000.000 ήταν από την απομείωση των Ομολόγων της Ελληνικής Δημοκρατίας. III. Η απομείωση της υπεραξίας ύψους €820.000.000, που αφορούσε τη διαγραφή της υπεραξίας των ελληνικών εργασιών, λόγω της σοβαρής επιδείνωσης της Ελληνικής οικονομίας. Το γεγονός ότι η Εναγόμενη 2 πραγματοποίησε ζημιές, το 2011, δεν δικαιολογούσε, σύμφωνα πάντα με το μάρτυρα, το κλείσιμο της. Ανέφερε δε ότι πολλές τράπεζες είχαν ζημιές το συγκεκριμένο χρόνο. O μάρτυρας κατέθεσε επίσης ότι σε περίπτωση εκκαθάρισης μιας επιχείρησης, η τιμή στην οποία θα πωληθούν τα περιουσιακά της στοιχεία είναι πολύ χαμηλότερη από την τιμή που θα πωλούνταν αν αυτή ήταν δρώσα οικονομική μονάδα. Ανέφερε ενδεικτικά ότι το χαρτοφυλάκιο των δανείων ενός χρηματοπιστωτικού ιδρύματος, σε περίπτωση εκκαθάρισης, πωλείται σε πολύ πιο χαμηλή τιμή από τη τιμή που καταγράφεται στις οικονομικές της καταστάσεις. Εξήγησε όμως ότι κατά τον επίδικο χρόνο δεν υπήρχε νομικό πλαίσιο για την πώληση δανείων στην Κύπρο. Η νομοθεσία που επιτρέπει την πώληση δανείων ψηφίστηκε το 2017 και οι πρώτες πωλήσεις δανείων έγιναν το
- Τέθηκε στο μάρτυρα η θέση που είχε προωθηθεί από την πλευρά του Ενάγοντα, ότι σε περίπτωση που η Εναγόμενη 2 τίθετο σε εκκαθάριση το 2013, το δανειακό της χαρτοφυλάκιο θα πωλείτο έναντι του ποσού των €15 δις, το οποίο θα κατανέμετο μεταξύ των καταθετών. Ο μάρτυρας απάντησε ότι ακόμη και στην υποθετική περίπτωση που το χαρτοφυλάκιο πωλείτο για €15 δις, το ποσό αυτό δεν θα κατανέμετο μεταξύ των καταθετών. Το ποσό των €9 δις θα έπρεπε πρώτα να διατεθεί για την εξόφληση του ELA και το υπόλοιπο €6 δις, θα κατανέμετο μεταξύ των καταθετών. Θα κατανέμετο μεταξύ των καταθετών το ποσό των €6 δις, αντί το ποσό των €7,5 δις που τελικά κατανεμήθηκε στους εγγυημένους καταθέτες. Στη σελίδα 60 του τεκμηρίου 10, σημείωση 2 καταγράφονται κάπoιες παρατηρήσεις, πολύ σημαντικές σε σχέση με την οικονομική κατάσταση της Τράπεζας και συνοψίζονται οι ζημιές τις οποίες έχει υποστεί η Εναγόμενη 2 , λόγω της επιδείνωσης της Ελληνικής και Κυπριακής οικονομίας και ειδικότερα της αναδιάρθρωσης του Ελληνικού δημόσιου χρέους. Στο σημείο αυτό κρίνω σκόπιμο να παραθέσω αυτούσιο μέρος του εν λόγω σημειώματος. «Ο Όμιλος έχει υποστεί σημαντική ζημιά απομείωσης ως αποτέλεσμα της αναδιάρθρωσης του Ελληνικού δημόσιου χρέους (PSI ) (.), όπως και αυξημένη ζημιά απομείωσης στο δανειακό χαρτοφυλάκιο (...). Οι ζημιές αυτές είχαν αντίστοιχο αντίκτυπο στα αποτελέσματα και στα εποπτικά κεφάλαια του Ομίλου, στις 31 Δεκεμβρίου, 2011, τα οποία δεν πληρούσαν τις ελάχιστες κεφαλαιακές απαιτήσεις (...). Όσον αφορά τη ρευστότητα του, ο Όμιλος έχει αυξανόμενη εξάρτηση από χρηματοδοτικές διευκολύνσεις του Ευρωσυστήματος. Στις 26 Οκτωβρίου 2011 η κεφαλαιακή άσκηση που προτάθηκε από την Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών (ΕΑΤ) και εγκρίθηκε από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο απαιτούσε από τις τράπεζες να ενισχύσουν την κεφαλαιακή τους θέση με τη δημιουργία αποθέματος κεφαλαίου έναντι ανοιγμάτων σε δημόσιο χρέος για να αντικατοπτρίζει τρέχουσες τιμές αγοράς. Επιπρόσθετα, απαιτούσε τη δημιουργία τέτοιου αποθέματος ώστε ο δείκτης κύριων βασικών ιδίων κεφαλαίων να φτάσει το 9% μέχρι το τέλος Ιουνίου,
- Ο Όμιλος έλαβε μέρος στη κεφαλαιακή άσκηση της ΕΑΤ. Το ποσό του κεφαλαιακού ελλείμματος υπολογίστηκε χρησιμοποιώντας στοιχεία 30 Σεπτεμβρίου, 2011 και το εκτιμημένο κεφαλαιακό έλλειμμα του Ομίλου υπολογίστηκε σε €1,97 δις. Ο Όμιλος θα πρέπει να εξασφαλίσει ότι μέχρι τέλος Ιουνίου 2012, ο δείκτης κύριων βασικών ιδίων κεφαλαίων θα ανέλθει στο 9%. Στις 20 Ιανουαρίου 2012 ο Όμιλος μέσα στα πλαίσια της κεφαλαιακής άσκησης, κατέθεσε στην Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου ένα ολοκληρωμένο πλάνο οικονομικής ενίσχυσης με το οποίο ο Όμιλος διασφαλίζει τη συμμόρφωση του δείκτη κύριων βασικών ιδίων κεφαλαίων στο 9%, μετά τη ζημιά που προκύπτει από τη απομείωση των Ομολόγων Ελληνικού Δημοσίου και τις προβλέψεις για απομείωση του δανειακού χαρτοφυλακίου.» Ο μάρτυρας τόνισε ότι το πιο πάνω σημείωμα 'ξεκάθαρα αναφέρει' ότι εκείνη τη δεδομένη στιγμή η τράπεζα δεν πληρούσε τις ελάχιστες κεφαλαιουχικές απαιτήσεις αλλά ήταν στη διαδικασία ανακεφαλαιοποίησης, υπήρχε όμως η γραπτή διαβεβαίωση της Κυπριακής Δημοκρατίας ότι θα στήριζε την Τράπεζα για να αντιμετωπίσει 'προβλήματα ρευστότητας, φερεγγυότητας και κεφαλαιακής επάρκειας' έτσι ώστε αυτή να συνεχίσει να λειτουργεί ως 'δρώσα οικονομική μονάδα' για τους επόμενους 12 μήνες΄. Παρά το γεγονός ότι η Εναγομένη 2 δεν πληρούσε τον ελάχιστο δείκτη κεφαλαιακής επάρκειας, ούτε καν αυτό που είχε απαιτήσει η Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών, το 9%, οι δύο ελεγκτικοί οίκοι την έκριναν, ως δρώσα οικονομική μονάδα (on going concern), βασιζόμενοι στη γραπτή διαβεβαίωση του κράτους ότι θα τη στήριζε με το ποσό των ευρώ 1.8 δις. Ο μάρτυρας αντεξετάσθηκε κατά πόσο ο δείκτης των κύριων κεφαλαίων που έπρεπε να διατηρεί η Εναγόμενη 2 ήταν το 9% ή κάποιος άλλος δείκτης. Απάντησε ότι δεν είχε υπόψη του οποιονδήποτε άλλο δείκτη. Τού υποδείχθηκε στη συνέχεια η επιστολή που απέστειλε η Κεντρική Τράπεζα προς την Εναγόμενη 2, ημερομηνίας 3.01.2012, με την οποία της ζητήθηκε να διατηρεί ελάχιστο δείκτη πρωτοβάθμιων κεφαλαίων, 15.86%, Τεκμήριο
- Ο μάρτυρας δήλωσε ότι η πιο πάνω επιστολή δεν ήταν σε γνώση του. Στη συνέχεια όταν ρωτήθηκε κατά πόσο υπήρξε απόκρυψη του πιο πάνω γεγονότος, εκ μέρους της Εναγόμενης 2, αυτός διαφώνησε και όταν ρωτήθηκε για τους λόγους που διαφώνησε περιορίσθηκε να αναφέρει ότι θα έπρεπε να ελέγξει το θέμα. Ο μάρτυρας αντεξετάσθηκε επί μακρόθεν για το συγκεκριμένο θέμα και έδωσε διάφορες απαντήσεις. Τελικά όμως συμφώνησε ότι ο δείκτης του 15.86%, δεν συμπεριλήφθηκε στις οικονομικές καταστάσεις της Εναγόμενης 2 για το έτος 2011 αλλά ούτε για το πρώτο εξάμηνο του 2012, Τεκμήριο
- Σε σχέση με τις οικονομικές καταστάσεις του πρώτου εξαμήνου του 2012, διευκρίνισε ότι αυτές «επισκοπήθηκαν» από την PwC, δεν ελέγχθηκαν όμως από αυτή. Υποβλήθηκε στο μάρτυρα ότι σε περίπτωση που μια τράπεζα δεν διαθέτει τα απαιτούμενα κεφάλαια, αυτή θεωρείται ως 'μη βιώσιμη' και κατ' επέκταση δεν μπορεί να συνεχίσει ως ΄δρώσα οικονομική μονάδα'. Ο μάρτυρας διαφώνησε 'κάθετα' και έδωσε την πιο κάτω απάντηση: «Α. Διαφωνώ κάθετα. Οι τράπεζες δεν κλείνουν από έλλειψη κεφαλαίου, κλείνουν από έλλειψη ρευστότητας.» Ο ΧΧΧΧ Λέφας, Μ.Υ.5, κατέθεσε εκ μέρους της Εναγόμενης
- Ο μάρτυρας από το Μάρτιο του 2014 μέχρι σήμερα προσφέρει υπηρεσίες προς τον εκάστοτε διαχειριστή της Εναγόμενης
- Αναφέρθηκε στο νομικό πλαίσιο, με βάση το οποίο η Εναγόμενη 2 τέθηκε σε εξυγίανση και των γεγονότων που προηγήθηκαν. Η Εναγόμενη 2 τελεί σε καθεστώς εξυγίανσης μέχρι σήμερα. Η διαδικασία εξυγίανσης βαίνει προς το τέλος, ως ανέφερε χαρακτηριστικά, καθότι έχει καταχωρηθεί Αίτηση για εκκαθάριση της Εναγόμενης
- Όταν θα διορισθεί εκκαθαριστής, αυτός θα προχωρήσει στη διανομή των χρημάτων που έχουν συλλεχθεί, ανάλογα με 'την ιεραρχία και τις προτεραιότητες που προνοεί η σχετική νομοθεσία'. Τελευταίος κατέθεσε ο ΧΧΧΧ Παντελή, Μ.Ε.6, γενικός διευθυντής του Υπουργείου Οικονομικών. Ο μάρτυρας είναι ο εκπρόσωπος της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Οικονομική και Δημοσιονομική Επιτροπή (Economic and Financial Committee), στην Ομάδα Εργασίας της Ευρωομάδας (Eurogroup Working Group) και μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας. Από το 2005 έως το 2014, υπηρέτησε ως Ανώτερος Οικονομικός Λειτουργός στη Διεύθυνση Προϋπολογισμού του Υπουργείου Οικονομικών και ο ρόλος του περιλάμβανε την εποπτεία της προετοιμασίας του Κρατικού Προϋπολογισμού καθώς και την ευθύνη για τη διαμόρφωση της Δημοσιονομικής Πολιτικής. Είναι κάτοχος πτυχίου στα Οικονομικά και μεταπτυχιακού στη Διοίκηση του Δημόσιου Τομέα. Ο μάρτυρας αναφέρθηκε στα γεγονότα που οδήγησαν στην απομείωση των Ομολόγων Ελληνικού Δημοσίου, δίδοντας έμφαση στις αποφάσεις που λήφθηκαν για το θέμα αυτό από τα όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τη ζημιά που υπέστησαν η Τράπεζα Κύπρου και η Εναγόμενη 2 από την πιο πάνω απομείωση. Δήλωσε, μεταξύ άλλων, ότι η συμμετοχή του ιδιωτικού τομέα στη διάσωση ενός κράτους μέλους, ήτοι της Ελλάδας, ήταν 'πρωτόγνωρο γεγονός' για την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, για την Ευρωπαϊκή Ένωση γενικά. Ανέφερε χαρακτηριστικά ότι κανένας δεν ανέμενε ότι ΄θα εξελίσσετο έτσι η πορεία των πραγμάτων'. Οι συνομιλίες που είχαν ως σκοπό τη διάσωση της Ελληνικής οικονομίας με την εμπλοκή του ιδιωτικού τομέα (Private Sector Involvement - PSI), ξεκίνησαν με ένα ποσοστό 21%, ήτοι ότι θα γινόταν απομείωση των ομολόγων ελληνικού δημοσίου σε ποσοστό 21%, στην πορεία όμως και συγκεκριμένα το Φεβρουάριο του 2012, λήφθηκε απόφαση για απομείωση σε ποσοστό 83%. Κατέθεσε και σε σχέση με την αδυναμία του κράτους να στηρίξει οικονομικά τις πιο πάνω τράπεζες. Ανέφερε χαρακτηριστικά ότι το κράτος είχε να αντιμετωπίσει τότε δύο ΄πολύ δύσκολες προκλήσεις', να συγκεντρώσει τα απαραίτητα κεφάλαια για τις ανάγκες ανακεφαλαιοποίησης των τραπεζών που επηρεάστηκαν υπέρμετρα από την απομείωση των ελληνικών ομολόγων και την εξεύρεση πόρων για την χρηματοδότηση των αναγκών της Κύπρου. Περιέγραψε με λεπτομέρεια τις ενέργειες που έγιναν εκ μέρους του κράτους για να αντιμετωπισθεί το κεφαλαιακό έλλειμμα των τραπεζών, τις επαφές με την Τρόϊκα και τις προτάσεις που έγιναν για το σκοπό αυτό. Το Υπουργείο Οικονομικών πρότεινε τελικά την επιβολή τέλους επί των τόκων στο σύνολο των καταθέσεων των Κυπριακών τραπεζών. Η πρόταση έγινε δεκτή από την Τρόϊκα αλλά το σχετικό νομοσχέδιο απορρίφθηκε από τη Βουλή των Αντιπροσώπων, τη 19.03.
- Την 21.03.2013, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα ανακοίνωσε ότι η έκτακτη παροχή ρευστότητας των τραπεζών (ELA) θα παρέμενε διαθέσιμη στις Κυπριακές τράπεζες μόνο εάν ένα αποδεκτό πρόγραμμα στήριξης θα τίθετο σε εφαρμογή μέχρι την 25.03.
- Εάν η έκτακτη παροχή ρευστότητας σταματούσε τόσο η Τράπεζα Κύπρου όσο και η Εναγόμενη 2, θα κατέρρεαν αμέσως καθώς εξαρτώνταν από την έκτακτη παροχή ρευστότητας και δεν θα μπορούσαν να βρουν εναλλακτικές πηγές ρευστότητας στον απαιτούμενο χρόνο. και αυτό θα είχε ως αποτέλεσμα την 'άτακτη κατάρρευση τους'. Κάτι τέτοιο, σύμφωνα πάντα με το μάρτυρα θα είχε καταστροφικές επιπτώσεις στους πιστωτές των τραπεζών και στον Κυπριακό χρηματοπιστωτικό τομέα και την οικονομία στο σύνολο της. Η κυβέρνηση προώθησε τότε στη Βουλή των Αντιπροσώπων νομοθεσίες που θα ήταν απαραίτητες για την εφαρμογή των όρων της Τρόϊκα. Την 22.03.2013, η Βουλή των Αντιπροσώπων ψήφισε μια σειρά νόμων, συμπεριλαμβανομένου του Νόμου περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και άλλων Ιδρυμάτων Ν17(Ι)/
- Ο Νόμος 17(Ι)/2013 ετοιμάστηκε σε συνεργασία με την Τρόικα και βασίστηκε στην πρόταση της Επιτροπής για την Ανάκαμψη και Εξυγίανση Πιστωτικών Ιδρυμάτων που είχε εκδοθεί τον Ιούνιο του
- Παραθέτω στη συνέχεια αυτούσια την αναφορά του μάρτυρα σε σχέση με τα γεγονότα που ακολούθησαν, ως αυτά καταγράφονται στην Ένορκη Δήλωση του: «Περαιτέρω διαπραγματεύσεις με την Τρόικα συνεχίστηκαν μέσα στην εβδομάδα με μια συνάντηση της Ευρωομάδας στις 25 Μαρτίου
- Έγιναν διάφορες προσπάθειες από την Κυβέρνηση για να αποκτήσει ένα πρόγραμμα που θα είχε ήπιο αντίκτυπο στους πιστωτές των τραπεζών, συμπεριλαμβανομένης της προσπάθειας να πειστεί η Τρόικα να συμφωνήσει σε αύξηση του ανώτατου ορίου χρέους της Δημοκρατίας, ώστε να μπορεί να παρασχεθεί περισσότερη χρηματοδότηση διάσωσης, αλλά οι προσπάθειες ήταν ανεπιτυχείς. Κατέστη αναπόφευκτο και προφανές ότι η Κυβέρνηση θα έπρεπε να αποδεχτεί τους όρους της Τρόικα. Δεδομένου ότι η Έκτακτη Παροχή Ρευστότητας (ELA- Emergency Liquidity Assistance) των τραπεζών θα αποσύρετο στις 25 Μαρτίου 2013, η Κυβέρνηση θα μπορούσε είτε να συνάψει συμφωνία με την Τρόικα πριν ανοίξουν οι τράπεζες το πρωί της 26ης Μαρτίου 2013 είτε να τις αφήσει να καταρρεύσουν. Σε αυτό το πλαίσιο, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας συμφώνησε με την πρόταση της Τρόικα και στις 25 Μαρτίου 2013, η κυβέρνηση κατέληξε σε μια νέα πολιτική συμφωνία με την Ευρωομάδα («Συμφωνία Ευρωομάδας») σχετικά με τα βασικά στοιχεία του προγράμματος προσαρμογής. Καταθέτω στο Δικαστήριο τη Δήλωση της Ευρωομάδας για την Κύπρο με ημερομηνία 25/3/2013 ως Τεκμήριο. Όπως εξήγησε αργότερα ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, η μόνη εναλλακτική λύση θα ήταν η άτακτη κατάρρευση της Τράπεζας Κύπρου και της Λαϊκής Τράπεζας, κάτι που θα είχε ως αποτέλεσμα την κατάρρευση ολόκληρου του Κυπριακού χρηματοπιστωτικού τομέα και της οικονομίας με αποτέλεσμα η Κυπριακή Δημοκρατία να μην έχει τη δυνατότητα να εκπληρώσει το δημόσιο χρέος της. Αναπόφευκτα θα ακολουθούσε άμεση έξοδος από την Ευρωζώνη χωρίς να υπάρχει χρόνος για την προετοιμασία αντικατάστασης του νομίσματος. Επομένως, η ανάγκη για συμφωνία της Ευρωομάδας στις 15-16 και 24-25 Μαρτίου 2013 ήταν επιτακτική και απαραιτήτως αναγκαία, έστω και με δυσμενείς όρους, διαφορετικά ο τραπεζικός τομέας θα καταστρεφόταν ολοκληρωτικά, αφού τυχόν άτακτη κατάρρευση της Λαϊκής Τράπεζας, σενάριο που ήταν βέβαιο με τα συγκεκριμένα δεδομένα, θα συμπαρέσυρε όλο το τραπεζικό σύστημα σε κατάρρευση, λόγω της συστημικότητας της τράπεζας αυτής. Ως προς την Τράπεζα Κύπρου, η δυνατότητα επιβίωσης της δεν θα μπορούσε να ξεπεράσει τις λίγες μέρες, ακόμα και αν δεν συμπαρασυρόταν άμεσα από τη Λαϊκή Τράπεζα. Η κατάρρευση αυτών των 2 τραπεζών, και η συνεπακόλουθη κατάρρευση του συνόλου του τραπεζικού τομέα, θα είχε ως αποτέλεσμα την άμεση χρεωκοπία του Κράτους.» Ο μάρτυρας κατέθεσε επίσης ότι με την εξυγίανση της Εναγόμενης 2, έχει επιτευχθεί η διατήρηση και συνέχιση προσφοράς των βασικών και κρίσιμων τραπεζικών εργασιών με αποτέλεσμα να διασφαλίζεται η χρηματοοικονομική σταθερότητα του Κυπριακού τραπεζικού συστήματος στην ολότητά του. Επιπλέον έχουν προστατευθεί πλήρως οι καταθέτες που θα αποζημιώνονταν από το Ταμείο Προστασίας Καταθέσεων σε περίπτωση ενεργοποίησής του, διασφαλίζοντας την άμεση πρόσβαση των καταθετών στις ασφαλισμένες καταθέσεις και δεν μετακυλίστηκε το κόστος εξυγίανσης των τραπεζών στους φορολογούμενους. Εξέφρασε την πεποίθηση ότι οι καταθέτες των δύο επηρεαζόμενων τραπεζών δεν βρίσκονται σε δυσμενέστερη θέση από αυτήν στην οποία θα βρίσκονταν αν δεν λαμβάνονταν τα πιο πάνω μέτρα, εφόσον η άτακτη κατάρρευση των τραπεζών ήταν αναμενόμενη με δυσμενέστερα αποτελέσματα για όλους τους εμπλεκόμενους. Αντεξεταζόμενος για το θέμα αυτό είπε ότι μια «άτακτη χρεωκοπία» θα ήταν καταστροφική για τους καταθέτες γιατί θα έχαναν το ποσό των εγγυημένων καταθέσεων €100.000, αλλά θα έμεναν 'εγκλωβισμένοι' σε μια μακροχρόνια διαδικασία εκκαθάρισης της τράπεζας, χωρίς να έχουν πρόσβαση στις καταθέσεις τους. Πέραν τούτου, ως ανέφερε χαρακτηριστικά, 'μια τέτοιου είδους εκκαθάριση θα συμπαρέσυρε ολόκληρο το τραπεζικό μας σύστημα' θα δημιουργείτο 'κοινωνική αναταραχή' και θα 'κατέρρεε η Κυπριακή οικονομία'. Ο μάρτυρας αντεξετάσθηκε επιστάμενα και για το κεφαλαιακό έλλειμμα της Εναγόμενης
- Κατέθεσε ότι το Υπουργείο Οικονομικών δεν γνώριζε ποιο ήταν το κεφαλαιακό έλλειμμα της Εναγόμενης 2, το 2011, γνώριζε όμως ότι το κεφαλαιακό της έλλειμμα, τον Ιούνιο του 2012 ήταν €1,8 δις, αυτό ήταν το ποσό που υπολείπετο για να φτάσει στο 9% που ήταν ο δείκτης κεφαλαιακής επάρκειας που είχε θέσει η Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών για όλες τις τράπεζες. Ο μάρτυρας αγνοούσε ότι η Κεντρική Τράπεζα, Εναγόμενη 1 είχε απαιτήσει από την Εναγόμενη 2, με επιστολή ημερομηνίας 3.01.2012, Τεκμήριο 81, να διατηρεί ποσοστό κεφαλαιακής επάρκειας 15.86%, αγνοούσε επίσης ότι το κεφαλαιακό έλλειμμα της Εναγομένης 2 ήταν €3 δις περίπου και όχι €1,8 δις. Σε κάποιο άλλο στάδιο της αντεξέτασης του κατέθεσε ότι τα πιο πάνω στοιχεία δεν ήταν γνωστά στο Υπουργείο Οικονομικών. Το έλλειμμα της Εναγόμενης 2 έγινε γνωστό στο Υπουργείο Οικονομικών μέσω της έκθεσης της PIMCO. Υποβλήθηκε στο μάρτυρα η θέση ότι οι πραγματικές ανάγκες της Εναγόμενης 2, το Μάιο του 2012 δεν ήταν μόνο €1,8 δις, αυτός ήταν και ο λόγος που μετά που δόθηκε η κρατική στήριξη των €1,8 δις, οι πραγματικές της ανάγκες δεν είχαν καλυφθεί. Ο μάρτυρας έδωσε την πιο κάτω απάντηση την οποία θεωρώ σκόπιμο να παραθέσω αυτούσια: «Α. Αντιθέτως, εκείνο που επιβεβαιώνεται είναι ότι με τη στήριξη του κράτους με το ποσό του €1,8 δις, η Τράπεζα συνέχισε να λειτουργεί, συνέχισε να διατηρεί την άδεια λειτουργίας της μέχρι και το Μάρτιο του
- Αν ίσχυε αυτό που λέτε οι επόπτες θα αφαιρούσαν την άδεια της Τράπεζας. Άρα αυτό που λέτε δεν ευσταθεί.» Αυτή ήταν συνοπτικά η μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιο του Δικαστηρίου. Η αξιολόγηση των μαρτύρων έγινε ακολουθώντας τις αρχές που καθορίστηκαν από τη νομολογία. Κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν περιορίστηκα στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας κάθε μάρτυρα ξεχωριστά, αλλά την αντιπαράβαλα και την εξέτασα σε σχέση με το σύνολο της υπόλοιπης μαρτυρίας. Η αξιολόγηση θα επικεντρωθεί στους ισχυρισμούς που κατέστησαν επίμαχοι καθότι δεν θεωρώ σκόπιμο να επεκταθώ σε ισχυρισμούς που δεν αμφισβητήθηκαν και ή που δεν σχετίζονται άμεσα με τα επίδικα θέματα. Αφού εξέτασα τη μαρτυρία στο σύνολο της, κατέληξα σε ευρήματα και συμπεράσματα, τα οποία παραθέτω πιο κάτω, όχι με βάση την αλληλουχία των σκέψεων μου αλλά με βάση τη σειρά, η οποία κατά την κρίση μου αποτελεί την καλύτερη δομή της απόφασης μου. Η μαρτυρία των Α. Κραμβή, Μ.Ε.2, Α. Αντωνιάδου Μ.Ε.4, Β. Βαρνάβα Μ.Ε.5, και Γ. Λέφα Μ.Υ.5 ήταν εντελώς τυπική, δεν έχει αμφισβητηθεί σε οποιοδήποτε ουσιώδες σημείο και γίνεται δεκτή από το Δικαστήριο. Χωρίς ουσιαστική αμφισβήτηση ήταν η μαρτυρία του Α. Μυλωνά, Μ.Υ.3, που κατέθεσε σε σχέση με το ELA. Η μαρτυρία του είχε συνοχή, ήταν εμπεριστατωμένη και γίνεται δεκτή στο σύνολο της. Ο Ενάγοντας κατέθεσε σε σχέση με τις προσωπικές του συνθήκες, τους λόγους που τον οδήγησαν να μεταφέρει τα χρήματα του στην Κύπρο και να τα καταθέσει στην Εναγόμενη 2 και την απώλεια του μεγαλύτερου μέρους των καταθέσεων του, το Μάρτιο του
- Ο μάρτυρας μού έκανε πολύ καλή εντύπωση και η μαρτυρία του, η οποία στην ουσία δεν έχει αμφισβητηθεί από την Υπεράσπιση, γίνεται δεκτή από το Δικαστήριο. Οι μάρτυρες που κλήθηκαν να καταθέσουν ως εμπειρογνώμονες, θα αξιολογηθούν έχοντας υπόψη τη νομολογιακή αρχή ότι η μαρτυρία ενός εμπειρογνώμονα γίνεται αποδεκτή για να προμηθεύσει το Δικαστήριο με επιστημονικά κριτήρια για την αξιολόγηση της ορθότητας των συμπερασμάτων του για να μπορέσει το Δικαστήριο να σχηματίσει τη δική του ανεξάρτητη γνώμη, εφαρμόζοντας αυτά τα κριτήρια στα γεγονότα που αποδεικνύονται με μαρτυρία. (Κοινοτικό Συμβούλιο Ομόδους ν Κονναρή Π.Ε. 290/2008, 23.12.2011). Πέραν τούτου, η μαρτυρία του θα πρέπει να αιτιολογείται και να τεκμηριώνεται με απόλυτη επάρκεια και πειστικότητα. (Αυγουστή και Ιωάννου
(2005)1 Α.Α.Δ. 1498). Οι μάρτυρες ΧΧΧΧ Κυαμίδης, Μ.Ε.3, ΧΧΧΧ Ζένιος Μ.Ε.6 ΧΧΧΧ Στυλιανού, Μ.Υ.1, ΧΧΧΧ Φανόπουλος, Μ.Υ.2, ΧΧΧΧ Κωνσταντίνου Μ.Υ.4 και Γ. Παντελή, Μ.Υ.6 κατείχαν τα απαραίτητα προσόντα και την πείρα σε σχέση με οικονομικά θέματα και ως εκ τούτου τούς θεωρώ όλους εμπειρογνώμονες επί του συγκεκριμένου θέματος. Ο ΧΧΧΧ Κωνσταντίνου, Μ.Υ.4, ως ανέφερα και πιο πάνω, είναι chartered accountant και ενόψει τούτου θεωρώ ότι είναι εμπειρογνώμονας και σε θέματα λογιστικής. Έχοντας υπόψη τη φύση της μαρτυρίας τους, έκρινα σκόπιμο να μη αξιολογήσω τη μαρτυρία του καθενός ξεχωριστά, αλλά να την αξιολογήσω στα πλαίσια εξέτασης του κάθε επιμέρους θέματος που εγείρεται, όπου θα μου δοθεί η ευκαιρία να αντιπαραβάλω τις εκατέρωθεν θέσεις. Με βάση τη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιο του Δικαστηρίου από τους Σ. Ζένιο, Μ.Ε.6 και Κ. Κυαμίδη, Μ.Ε.3 και η οποία δεν έχει αμφισβητηθεί προκύπτει ότι το κράτος απέτυχε να διαχειρισθεί με σωστό τρόπο τα έσοδα και τα έξοδα του με αποτέλεσμα το έλλειμμα του κράτους, με την πάροδο του χρόνου, να αυξηθεί. Τα πρώτα σημάδια της οικονομικής κρίσης φάνηκαν το 2007 όταν το δημόσιο χρέος έφτασε στο 59% του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος (ΑΕΠ). Η οικονομία είχε συσσωρεύσει υπερβολικά ψηλό δανεισμό και έχασε το δυναμισμό της και την ανταγωνιστικότητα της. Το χρέος όλων των παραγόντων της οικονομίας - νοικοκυριών, επιχειρήσεων και κράτους- αυξανόταν σε επίπεδα πέραν της ικανότητας τους να το εξυπηρετήσουν. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα την υποβάθμιση της πιστοληπτικής ικανότητας του κράτους. Το κράτος, από το 2011 και εντεύθεν αποκλείσθηκε από τις διεθνείς χρηματαγορές και δεν είχε πλέον την ικανότητα να δανείζεται χρήματα σε 'market rates'. Κατά την ίδια περίοδο ο τραπεζικός τομέας είχε μεγαλώσει σε πολύ μεγάλο βαθμό, αντιστοιχούσε στο 700% του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος. Από τη στιγμή που το δημόσιο δεν μπορούσε να εγγυηθεί αξιόπιστα τη σταθερότητα των τραπεζών λόγω του μεγάλου μεγέθους του, αυτό είχε άμεσο αρνητικό αντίκτυπο στην αξιοπιστία του δημοσίου και αντίστροφα. Κατά τη χρονική περίοδο 2008 - 2010, μέχρι και τους πρώτους μήνες του 2011, η Εναγόμενη 2, με βάση τις καταστάσεις που παρουσιάστηκαν στο δικαστήριο, πραγματοποιούσε κέρδη, αποτελεί όμως αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι είχε αναλάβει αυξημένους κινδύνους, όσον αφορά το δανεισμό, ιδιαίτερα το δανεισμό στην Ελλάδα και την επένδυση σε Ομόλογα Ελληνικού Δημοσίου. Η ανάληψη αυξημένων κινδύνων διαφάνηκε από τους ελέγχους που διενήργησε η Εναγόμενη
- Ένας από αυτούς τους κινδύνους, ως αναφέρω αμέσως πιο πάνω, ήταν η πολύ μεγάλη συγκέντρωση σε Ομόλογα Ελληνικού Δημοσίου. Η Εναγόμενη 2 είχε επενδύσει το 70% των κεφαλαίων της στα πιο πάνω ομόλογα, τα οποία είχαν αγοραστεί κατά την χρονική περίοδο 2009-
- Οι μάρτυρες Σ. Ζένιος , Μ.Ε.6 και Κ. Κυαμίδης, Μ.Ε.3, θεώρησαν την πιο πάνω ενέργεια 'ριψοκίνδυνη' καθότι, παραβίασε μια πολύ σημαντική αρχή στη διαχείριση κινδύνων, που είναι η ανάγκη της 'διασποράς', ήτοι να μην επενδύει κάποιος όλα του τα κεφάλαια σε ένα προϊόν, ή όπως αναφέρθηκε 'να μη βάζει κάποιος όλα του τα αυγά σε ένα καλάθι'. Η μαρτυρία του λειτουργού της Εναγόμενης 1, Χ. Φανόπουλου Μ.Υ.2, δεν ήταν ξεκάθαρη επί του συγκεκριμένου θέματος. Αφενός αναγνώριζε ότι δεν ήταν ορθή η επένδυση του 70% του κεφαλαίου της τράπεζας σε Ομόλογα Ελληνικού Δημοσίου, αφετέρου όμως επαναλάμβανε ότι με βάση τη Συνθήκη της Βασιλείας και τη σχετική Ευρωπαϊκή Οδηγία τα ομόλογα ήταν «μηδέν ρίσκου». Δέχομαι τη θέση που προβλήθηκε εκ μέρους του Ενάγοντα ότι η πιο πάνω ενέργεια εγκυμονούσε κινδύνους, ανεξαρτήτως αν ' ... οι Κανόνες της Βασιλείας και της Ευρωπαϊκής Οδηγίας' επέτρεπαν σε χώρες της ευρωζώνης να δίνουν μηδενικό συντελεστή κινδύνου στα ομόλογα που εξέδιδαν. Με βάση τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιο του δικαστηρίου και παρέμεινε αναντίλεκτη, κατά τον επίδικο χρόνο, ήτοι από το 2008 και εντεύθεν, υπήρχε διεθνής κρίση, η οποία επηρέασε σε πολύ μεγάλο βαθμό την Ελλάδα, που αντιμετώπιζε σοβαρά οικονομικά προβλήματα. Ο Σ. Ζένιος, Μ.Ε.6, δήλωσε για το θέμα αυτό, 'άλλο το επέτρεπαν να δίνουν μηδενικό συντελεστή .. και άλλο να έχουν μηδενικό συντελεστή' και πρόσθεσε ότι η απομείωση ήταν «αναμενόμενη». Συμφωνώ με τη θέση του ότι το να χαρακτηρίζεται κάποιο προϊόν με 'μηδενικό ρίσκο', δεν εξυπακούεται αυτόματα ότι είναι μηδενικού ρίσκου, δεν θα υιοθετήσω όμως την άποψη του ότι η απομείωση των συγκεκριμένων ομολόγων ήταν 'αναμενόμενη', ήτοι ότι προβλεπόταν να συμβεί με μεγάλη βεβαιότητα. Κρίνω όμως ότι υπό τις περιστάσεις, η απομείωση των ομολόγων ήταν ένα πιθανό γεγονός. Θεωρώ ότι ένας έμπειρος οικονομολόγος, που γνώριζε την κατάσταση στην οποία βρισκόταν η ελληνική οικονομία και τα μεγάλα προβλήματα που αντιμετώπιζε, θα ήταν σε θέση να προβλέψει ότι η συγκεκριμένη επένδυση δεν είχε μηδενικό συντελεστή κινδύνου. Εφόσον η Ελλάδα, η χώρα που εξέδωσε τα ομόλογα ήταν σε μεγάλη οικονομική κρίση τα ίδια τα ομόλογα δεν θα μπορούσαν να ήταν μηδενικού ρίσκου. Καταλήγω ότι η απομείωση, με τον τρόπο που έγινε, δεν ήταν αναμενόμενη, ήτοι προβλέψιμη με βεβαιότητα, έχοντας υπόψη ότι με βάση τη μαρτυρία όλων των μαρτύρων που κατέθεσαν για το συγκεκριμένο θέμα, ουδέποτε στο παρελθόν οι Αρχηγοί Κρατών της Ευρωπαϊκής Ένωσης είχαν λάβει παρόμοια απόφαση για απομείωση κρατικών ομολόγων σε βάρος των ιδιωτών επενδυτών. Παράλληλα όμως, έχοντας υπόψη ότι η Ελληνική οικονομία ήταν σε δεινή κατάσταση και το κράτος αδυνατούσε να ανταποκριθεί στις οικονομικές του υποχρεώσεις, κρίνω ότι υπήρχε πιθανότητα η Ελληνική Δημοκρατία να μην ήταν σε θέση να τιμήσει τις υποχρεώσεις που ανέλαβε σε σχέση με τα συγκεκριμένα ομόλογα. Τους κινδύνους από τη συγκεκριμένη επένδυση τούς είχε προβλέψει και η ίδια η Εναγόμενη 1, σε ανύποπτο χρόνο και συγκεκριμένα από το 2010, πριν αρχίσουν οι συζητήσεις για 'κούρεμα' των συγκεκριμένων ομολόγων. Υπενθυμίζω ότι η Κεντρική Τράπεζα από το 2010 είχε αποστείλει επιστολή στην Εναγόμενη 2, Τεκμήριο 17, με την οποία επεσήμανε τους κινδύνους από τη συγκέντρωση μεγάλου αριθμού Ομόλογων Ελληνικού Δημοσίου και την κάλεσε να καταρτίσει στρατηγική για να αντιμετωπίσει τους κινδύνους που ανέλαβε. Έχοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω, συμπεριλαμβανομένης και της αποστολής της πιο πάνω επιστολής, κρίνω ότι δεν μπορώ να δώσω οποιαδήποτε βαρύτητα στη θέση του λειτουργού της Εναγόμενης 1, Χ. Φανόπουλου, Μ.Υ.2, ότι δεν υπήρχε οποιοσδήποτε λόγος ανησυχίας για την πιο πάνω επένδυση κατά το 2010, καθότι τα ομόλογα είχαν χαρακτηρισθεί με μηδενικό συντελεστή κινδύνου. Αν δεν υπήρχε οποιοσδήποτε λόγος ανησυχίας, η Κεντρική Τράπεζα δεν είχε λόγο να αποστείλει την πιο πάνω επιστολή, Τεκμήριο
- Ένα άλλο θέμα για το οποίο αναλώθηκε μεγάλος χρόνος ήταν η κεφαλαιακή επάρκεια της Τράπεζας. Ο Χ. Φανόπουλος, Μ.Υ.2 τόνισε επανειλημμένα ότι λόγω των αυξημένων κινδύνων που η Εναγόμενη 2 αναλάμβανε, η Εναγόμενη 1 της ζητούσε, ακόμη και για τα έτη που είχε κερδοφορία, να έχει αυξημένο ελάχιστο δείκτη κεφαλαίων για να είναι σε θέση να ανταπεξέλθει σε τυχόν κινδύνους που δυνατό να υφίστατο. Σε σχέση με τον ελάχιστο δείκτη κεφαλαιακής επάρκειας που η Κεντρική Τράπεζα επέβαλε στην Εναγόμενη 2 παρατηρώ τα πιο κάτω: Το Νοέμβριο του 2011 ο ελάχιστος δείκτης κεφαλαιακής επάρκειας που επιβλήθηκε ήταν 12.19%. Στο ποσοστό αυτό δεν λήφθηκε υπόψη η απομείωση των Ομολόγων Ελληνικού Δημοσίου. Εάν λαμβανόταν η απομείωση των πιο πάνω ομολόγων τότε εύλογα θα αναμενόταν ότι ο ελάχιστος δείκτης κεφαλαιακής επάρκειας που θα απαιτείτο θα ήταν πολύ ψηλότερος. Ο Χ. Φανόπουλος, Μ.Υ.2, αντεξετάσθηκε επί του συγκεκριμένου σημείου και ισχυρίσθηκε ότι ο λόγος που δεν λήφθηκε υπόψη 'το κούρεμα' των Ομολόγων Ελληνικού Δημοσίου ήταν καθότι μέχρι το Μάρτιο του 2012 κανένας δεν γνώριζε ποιόν θα ήταν το ύψος 'του κουρέματος'. Η πιο πάνω θέση δεν είναι πειστική, έχοντας υπόψη ότι τη 3.01.2012, αρκετούς μήνες πριν το Μάρτιο του 2012, η Κεντρική Τράπεζα απέστειλε επιστολή προς την Εναγόμενη 2, Τεκμήριο 81 και της ζήτησε να διατηρεί ελάχιστο δείκτη πρωτοβαθμίων κεφαλαίων σε ενοποιημένη βάση ύψους 15.86%. Κρίνω ότι το περιεχόμενο της πιο πάνω επιστολής είναι ουσιώδους σημασίας και το παραθέτω αυτούσιο: «Σε συνέχεια των επιστολών μας ημερομηνίας 24 Αυγούστου και 27 Δεκεμβρίου 2011 αναφορικά με τα πορίσματα των επιτόπιων εποπτικών ελέγχων μας .στις εργασίες Ελλάδας και Κύπρου, και έχοντας υπόψη τα αποτελέσματα των σεναρίων προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων όπως υπολογίστηκαν από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου - εξαιρούμενων των κινδύνων από την έκθεση σε κυβερνητικά ομόλογα - καλείστε όπως διατηρείτε ελάχιστο δείκτη πρωτοβάθμιων κεφαλαίων (Tier 1) σε ενοποιημένη βάση ύψους 15,86%. Επιπρόσθετα, τα κεφάλαια που απαιτούνται για τους κινδύνους από την έκθεση σε κυβερνητικά ομόλογα ανέρχονται σε €1.561 εκ. και αντιπροσωπεύουν τη διαφορά μεταξύ της λογιστικής αξίας των ομολόγων μετά την απομείωση και της αγοραίας αξίας τους κατά την'30η Σεπτεμβρίου 2011 με βάση τις τιμές που χρησιμοποίησε η τράπεζα. Το απαιτούμενο ποσό κεφαλαίου θα πρέπει να καλυφθεί ως ακολούθως:
- Ποσό ύψους €1.971 εκ. αφορά το απαιτούμενο ποσό που προκύπτει σύμφωνα με την άσκηση διατήρησης κεφαλαιακού αποθέματος της Ευρωπαϊκής Αρχής Τραπεζών, και αφού ληφθούν υπόψη τα υφιστάμενα μετατρέψιμα αξιόγραφα ενισχυμένου κεφαλαίου, μειώνεται σε €1,906εκ., ποσό το οποίο θα πρέπει να καλυφθεί μέχρι τις 30 Ιουνίου 2012 (η επιστολή μας ημερομηνίας 27 Δεκεμβρίου 2011 με θέμα κεφαλαιακή ενίσχυση είναι σχετική).
- Αναφορικά με το υπολειπόμενο ποσό του ελλείμματος, ύψους €1.156εκ., καλείστε όπως μέχρι τις 15 Φεβρουάριου 2012, υποβάλετε το σχέδιό σας για κάλυψη του εν λόγω ελλείμματος.
- Σημειώνεται ότι η επάρκεια κεφαλαίων αξιολογείται δυναμικά σε συνεχή βάση ώστε πιθανές μεταβολές στα πραγματικά δεδομένα να λαμβάνονται υπόψη άμεσα με αποτέλεσμα την ενδεχόμενη τροποποίηση των απαιτούμενων κεφαλαίων.» Η αποστολή της πιο πάνω επιστολής υποδηλοί ότι η Εναγόμενη 1 γνώριζε πολύ πριν τον Μάρτιο του 2012 ότι η απομείωση των ελληνικών ομολόγων είχε επηρεάσει αρνητικά, σε πολύ μεγάλο βαθμό την κεφαλαιακή επάρκεια της Εναγόμενης
- Πέραν τούτου η πιο πάνω θέση του Χ. Φανόπουλου Μ.Υ.2 δεν συνάδει με τα όσα ο ίδιος αναφέρει στη γραπτή δήλωση του. Στην παράγραφο 47 καταγράφει με ρητό τρόπο ότι «. σύμφωνα με το PSI του Ιουλίου του 2011, η ζημιά από τα ΟΕΔ ανερχόταν στο 21%» και στη συνέχεια «..συγκεκριμένα τον Οκτώβριο 2011 όταν αποφασίστηκε το PSI και η ζημιά από τα ΟΕΔ υπολογιζόταν στο 50%». Η δήλωση του Χ. Φανόπουλου Μ.Υ.2, ότι ο λόγος που δεν λήφθηκε υπόψη το Νοέμβριο του 2011 στον καθορισμό του ελάχιστου δείκτη κεφαλαιακής επάρκειας της Εναγόμενης 2 το «κούρεμα» των Ομολόγων Ελληνικού Δημοσίου ήταν γιατί δεν γνώριζαν «το ύψος του κουρέματος» δεν γίνεται δεκτός. Αξιοσημείωτο και άκρως ανησυχητικό, κατά την άποψη μου, είναι το γεγονός ότι το Υπουργείο Οικονομικών δεν γνώριζε ότι ο ελάχιστος δείκτης κεφαλαιακής επάρκειας που έπρεπε να είχε η Εναγόμενη 2, με βάση την οδηγία της Κεντρικής Τράπεζας, Τεκμήριο 81, ήταν 15.86% και όχι 9%. Οι λόγοι που δεν ενημερώθηκε σχετικά το υπουργείο παραμένουν άγνωστοι στο δικαστήριο. Σχετική επί του θέματος είναι η δήλωση του Γενικού Διευθυντή του Υπουργείου Οικονομικών, Γ. Παντελή, Μ.Υ.6, ότι αγνοούσε ότι η Κεντρική Τράπεζα, Εναγόμενη 1 είχε απαιτήσει από την Εναγόμενη 2, με επιστολή ημερομηνίας 3.01.2012, Τεκμήριο 81, να διατηρεί ελάχιστο ποσοστό κεφαλαιακής επάρκειας 15.86%, αγνοούσε επίσης ότι το κεφαλαιακό έλλειμμα της Εναγομένης 2 ήταν άνω των €3 δις και όχι €1,9 δις. Σε κάποιο άλλο στάδιο της αντεξέτασης του κατέθεσε ότι τα πιο πάνω στοιχεία δεν ήταν γνωστά στο Υπουργείο Οικονομικών. Οι πιο πάνω δηλώσεις του Γ. Παντελή, Μ.Υ.6 γίνονται δεκτές από το Δικαστήριο και αποτελούν εύρημα του.. Διαπιστώνω δε ότι στην αλληλογραφία με την οποία ζητήθηκε η χορήγηση από το κράτος οικονομικής στήριξης (ELA) για την Εναγόμενη 2, δεν γίνεται αναφορά στο ποσοστό των 15.86% που ήταν το ελάχιστο ποσοστό κεφαλαιουχικής επάρκειας που είχε απαιτηθεί από την Εναγομένη 2 ή στο ποσό που αντιστοιχούσε το πιο πάνω ποσοστό, ήτοι σε άνω των ευρώ 3 δις. Ο Χ. Φανόπουλος, Μ.Υ.2, αντεξεταζόμενος γιατί δεν είχε αποκαλυφθεί το γεγονός αυτό στην αλληλογραφία που αφορούσε την παροχή ELA στην Εναγόμενη 2 ύψους €1.8 δις, πρόβαλε την εκδοχή ότι τα κεφάλαια θα καλύπτοντα σε δύο στάδια, στο πρώτο στάδιο θα έπρεπε να ικανοποιηθεί ο ελάχιστος δείκτης κεφαλαίων 9% που απαίτησε η Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών από όλες τις ευρωπαϊκές τράπεζες, συμπεριλαμβανομένης και της Εναγόμενης 2 και σε δεύτερο στάδιο θα έπρεπε να ικανοποιηθεί ο αυξημένος δείκτης, 15.86%, που απαίτησε η Κεντρική Τράπεζα από την Εναγόμενη
- Ο μάρτυρας αναγνώρισε ότι η Εναγόμενη 2 δεν είχε 'οποιοδήποτε πλάνο', πώς θα αντλούσε κεφάλαια για να ικανοποιήσει το δείκτη του 15.86 %. Καμιά θετική μαρτυρία έθεσε ενώπιο του δικαστηρίου πως θα ικανοποιείτο ο αυξημένος ελάχιστος δείκτης κεφαλαίων που απαίτησε η Κεντρική Τράπεζα, ως εποπτική αρχή. Οι εξηγήσεις που ο μάρτυρας έδωσε δε για το συγκεκριμένο θέμα, μέσα από μακροσκελείς απαντήσεις, δεν έριξαν φως στο ερώτημα. Πέραν τούτου η μαρτυρία του επί του συγκεκριμένου θέματος δεν καλύπτεται από οποιαδήποτε στοιχεία. Ως ανέφερα και πιο πάνω, ενώπιο του δικαστηρίου κατατέθηκε πολύ μεγάλος αριθμός τεκμηρίων, σε κανένα όμως εξ αυτών γίνεται αναφορά ότι ο ελάχιστος δείκτης του 15.86% θα ικανοποιείτο σε 'δεύτερο στάδιο', μόλις ικανοποιείτο ο δείκτης του 9% ή ότι είχε δοθεί παράταση χρόνου στην Εναγόμενη 2 για να ικανοποιήσει το συγκεκριμένο δείκτη. Το γεγονός δε ότι η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα δεν έφερε ένσταση στην χορήγηση της στήριξης (ELA), ύψους €1.8δις, δεν προσθέτει οτιδήποτε στις θέσεις του μάρτυρα. Ο μάρτυρας, στην προσπάθεια του να καταδείξει ότι η απόφαση χορήγησης του ELA ήταν ορθή, επικαλέσθηκε επανειλημμένα το πιο πάνω γεγονός. Το γεγονός ότι η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα δεν έφερε ένσταση δεν οδηγεί αυτόματα στο συμπέρασμα ότι η εν λόγω απόφαση ήταν ορθή. Παραμένουν άγνωστα στο Δικαστήριο τα στοιχεία που είχαν τεθεί ενώπιον της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Έχοντας δε υπόψη ότι το Υπουργείο Οικονομικών δεν είχε λάβει ενημέρωση ότι ο ελάχιστος δείκτης κεφαλαίων που η Κεντρική Τράπεζα είχε απαιτήσει από την Εναγόμενη 2 ήταν 15.86%, δεν μπορώ να αποκλείσω το ενδεχόμενο το γεγονός αυτό να μη είχε αποκαλυφθεί ούτε στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. Η μαρτυρία του Χ. Φανόπουλου, Μ.Υ.2 για το συγκεκριμένο θέμα δεν γίνεται δεκτή. Για το θέμα της ελάχιστης κεφαλαιακής επάρκειας ύψους 15.86%, που η Κεντρική Τράπεζα απαίτησε από την Εναγομένη 2,αντεξετάσθηκε και ο διευθυντής του ελεγκτικού οίκου PwC, Σ. Κωνσταντίνου, Μ.Υ.
- Η μαρτυρία του επί του συγκεκριμένου σημείου δεν ήταν θετική, στερείτο συνοχής και θα την χαρακτήριζα ως 'νεφελώδη'. Αφενός υποστήριζε ότι η επιστολή αυτή δεν ήταν υπόψη του και αφετέρου διαφωνούσε ότι υπήρξε απόκρυψη του συγκεκριμένου γεγονότος. Όταν ρωτήθηκε για τους λόγους που διαφωνούσε απάντησε ότι θα έπρεπε να ελέγξει το θέμα αφήνοντας ανοικτό το ενδεχόμενο να είχαν λάβει τη συγκεκριμένη επιστολή. Εκείνο που είναι σημαντικό από τη μαρτυρία του συγκεκριμένου μάρτυρα είναι το γεγονός ότι στις οικονομικές καταστάσεις της Εναγόμενης 2, τόσο για το έτος 2011, οι οποίες ετοιμάστηκαν τον Απρίλιο του 2012 όσο και για το πρώτο εξάμηνο του 2012 λήφθηκε υπόψη, ως ελάχιστος δείκτης κεφαλαιακής επάρκειας, το ποσοστό των 9% αντί το 15.86% που απαιτήθηκε από την εποπτική αρχή ήτοι την Εναγόμενη
- Κατ' επέκταση η Εναγόμενη 2 αξιολογήθηκε από τους δύο ελεγκτικούς οίκους, Price Waterhouse και Grant Thorton, ότι μπορούσε να συνεχίσει ως «δρώσα οικονομική μονάδα», κατά τους επόμενους δώδεκα μήνες, βασιζόμενοι σε ελάχιστο δείκτη κεφαλαιακής επάρκειας, ύψους 9% και όχι σε αυτό που απαιτήθηκε από την Κεντρική Τράπεζα που ήταν πολλές μονάδες ψηλότερος, 15.86 %. Εν κατακλείδι, οι ελεγκτικοί οίκοι PwC και Granτ Thorton, την αξιολόγησαν ως 'δρώσα οικονομική μονάδα', ήτοι ως επιχείρηση που θα μπορούσε να συνεχίσει τις εργασίες της για τους επόμενους δώδεκα μήνες, λαμβάνοντας υπόψη λανθασμένα στοιχεία σε σχέση με την κεφαλαιακή επάρκεια της τράπεζας. Σχετικό είναι και το απόσπασμα που παραθέτω ανωτέρω, από τις καταστάσεις λογαριασμών του 2011, Τεκμήριο 10, όπου ρητά αναφέρεται ότι ο δείκτης κεφαλαιακής επάρκειας που έπρεπε η Εναγόμενη 2 να ικανοποιήσει ήταν 9%. Στο εν λόγω τεκμήριο πουθενά δεν γίνεται αναφορά στο 15.86%. Με βάση τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιο μου καταλήγω στα πιο κάτω ευρήματα: Η Εναγόμενη 1 είχε απαιτήσει από την Εναγόμενη 2, από την 3.01.2012, όπως αυτή τηρεί ως ελάχιστο δείκτη κεφαλαιακής επάρκειας ποσοστό 15.86%, γεγονός το οποίο αγνοούσε το Υπουργείο Οικονομικών. Το Μάϊο του 2012 δόθηκε στην Εναγόμενη 2 η κρατική στήριξη (ELA) των ευρώ 1.8 δις, αυτή δεν ήταν αρκετή για να καλύψει τις κεφαλαιακές ανάγκες της Εναγόμενης 2 καθότι αυτές ήταν πολύ μεγαλύτερες. Χρειαζόταν να αντλήσει περισσότερα κεφάλαια, άνω των ευρώ 3 δις, για να καλύψει τις ελάχιστες κεφαλαιακές της ανάγκες, όπως τις είχε αξιολογήσει η Εναγόμενη
- Το κράτος χορήγησε στην Εναγόμενη 2 στήριξη (ELA) ύψους €1.8 δις, ενώ δεν είχε υπόψη του όλα τα στοιχεία που αφορούσαν τη βιωσιμότητα της τράπεζας και δη τις κεφαλαιακές της ανάγκες. Ο Ενάγοντας στην Έκθεση Απαίτησης του προβάλλει τη θέση ότι η Εναγόμενη 1 ενώ γνώριζε ότι η Εναγόμενη 2 δεν ήταν αξιόχρεη, αποδέχτηκε τη χορήγηση δανεισμού εσχάτης προσφυγής ELA. Το κράτος δεν είχε τα μέσα να αποπληρώσει τη βοήθεια σε ELA και κατέστη δέσμιο στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. Το γεγονός αυτό συνέτεινε στην επιβολή σκληρότερων όρων κατά τη σύναψη της μνημονιακής συμφωνίας. Σε σχέση με το πρώτο μέρος της εισήγησης, αυτό για τους λόγους που εξήγησα πιο πάνω γίνεται δεκτό, σε σχέση όμως με το δεύτερο μέρος αυτής, κρίνω ότι καμιά μαρτυρία έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου σε σχέση με τη συγκεκριμένη θέση, ήτοι ότι το κράτος δεν είχε τα μέσα να αποπληρώσει τη βοήθεια σε ELA και κατέστη δέσμιο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Ατεκμηρίωτη παρέμεινε και η θέση ότι η χορήγηση του ELA συνέτεινε στην επιβολή σκληρότερων όρων. Οι πιο πάνω θέσεις απορρίπτονται. Στο δικόγραφο του αναφέρει επίσης ότι ενώ η Εναγόμενη 2 δεν ικανοποιούσε τους δείκτες κεφαλαιουχικής επάρκειας και δεν ήταν αξιόχρεη, οι Εναγόμενοι επέτρεψαν και ή αποδέχτηκαν τη χορήγηση δανεισμού εσχάτης προσφυγής ELA, με αποτέλεσμα να συνδράμουν στην χρεοκοπία της και ή στο να τεθεί αυτή σε καθεστώς εξυγίανσης. Επί του σημείου αυτού, ήτοι ότι το ELA συνέδραμε στην χρεοκοπία της Εναγομένης 2, κατέθεσε ο Κ. Κυαμίδης, Μ.Ε.3, ο οποίος ανέφερε ότι το ELA είχε για την Εναγόμενη 2 'καταστροφικές συνέπειες' . Αντεξεταζόμενος για τις 'καταστροφικές συνέπειες', έδωσε την πιο κάτω απάντηση, την οποία παραθέτω αυτούσια: «Ήταν καταστροφικό το ELA για τη Λαϊκή, διότι το κύριο μέρος των κόκκινων δανείων από τα ολικά 6, τα ¾ ήταν στην Ελλάδα, όπου είχε μεγάλη παρουσία η Λαϊκή με τη Marfin παίρναμε το ELA και το διοχετεύαμε στην Ελλάδα. Το διοχετεύαμε σε δάνεια φίλων και γνωστών, που ουδέποτε θα αποπληρωνόντουσαν. Όμως ο φορολογούμενος της Κύπρου είχε να υποφέρει το ELA. Δεν είναι απίστευτο;» Με βάση την πιο πάνω δήλωση του, εκείνο που εξάγεται είναι ότι το ELA χρησιμοποιήθηκε για μη αποδεκτούς σκοπούς και ότι από τη χορήγηση του ELA έχει ζημιωθεί ο Κύπριος φορολογούμενος. Πουθενά δεν αναφέρει ότι η χορήγηση του συνέδραμε στην χρεοκοπία της τράπεζας ή στην εξυγίανση της. Σε κάποιο άλλο μέρος της μαρτυρίας του δήλωσε ότι το λάθος της Κεντρικής Τράπεζας ήταν ότι αντί να σταματήσει τη λειτουργία της Εναγόμενης 2 ή να αναλάβει τη διαχείριση της, της παραχώρησε ELA, ενέργεια που ήταν σε βάρος της οικονομίας και 'των πάντων'. Ούτε αυτή η δήλωση υποστηρίζει τη δικογραφηθείσα θέση ότι η χορήγηση του ELA συνέδραμε στην χρεοκοπία ή την εξυγίανση της Εναγόμενης
- Για το θέμα της χορήγησης ELA κατέθεσε και ο Σ. Ζένιος Μ.Υ.6 που δήλωσε ότι δεν πρέπει να δίδεται ELA σε ένα ίδρυμα όταν δεν είναι φερέγγυο. Σε τέτοια περίπτωση θα έπρεπε να εφαρμοσθούν άλλα μέτρα όπως είναι το "resolution" που εισηγήθηκε η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. Ο μάρτυρας δεν ήταν σε θέση να εξηγήσει τι εννοούσε με τον όρο "resolution» ενώ αναγνώρισε ότι δεν γνώριζε τις νομικές πτυχές της εν λόγω διαδικασίας. Ενόψει τούτου, καμιά βαρύτητα μπορεί να δοθεί στην εν λόγω μαρτυρία. Για την παροχή έκτακτης ρευστότητας ELA κατέθεσε και ο Α. Μυλωνάς Μ.Υ.3 . Με βάση τη μαρτυρία του προκύπτει ότι κατά την περίοδο Σεπτεμβρίου 2011 - Μαρτίου 2013, η παροχή ELA αντικατέστησε κατά κύριο λόγο το μεγαλύτερο μέρος της χρηματοδότησης που λάμβανε η Εναγόμενη 2 από τις πιο κάτω πηγές: «i. Απώλεια χρηματοδότησης που αντλούσε η Λαϊκή Τράπεζα από το Ευρωσύστημα μέσω των πιστοδοτικών πράξεων νομισματικής πολιτικής. Tην 26/09/2011 ο εν λόγω δανεισμός ήταν €7,6 δισ.. Το ποσό αυτό μειώθηκε σταδιακά και μηδενίστηκε στις 3/7/2012 όταν η πρόσβαση της τράπεζας στις πιστοδοτικές αυτές πράξεις ανεστάλη. ii Λήξη και μη ανανέωση συμφωνιών επαναγοράς (repos) με ελληνικές τράπεζες, καθώς και μη ανανέωση άλλων διατραπεζικών τοποθετήσεων στη Λαϊκή Τράπεζα ύψους πέραν των €2,5 δισ.. ίίί. Αποπληρωμή ομολόγου (Senior Debt) ύψους €0,34 δισ. που είχε εκδώσει η τράπεζα. ίν. Απώλεια καταθέσεων από την 1.10.2011 μέχρι τις 15.3.2013 ύψους €5,2 δισ. (€4,2 δισ. στην Κύπρο και €1 δισ. στην Ελλάδα).» Κατά τον ουσιώδη χρόνο, σύμφωνα πάντα με το Μ.Υ.3, η Εναγόμενη 2, ως αποτέλεσμα και υποδείξεων της Εναγόμενης 1, βρισκόταν σε διαδικασία «απομόχλευσης», δηλαδή σε διαδικασία ρευστοποίησης των περιουσιακών στοιχείων (π.χ. πωλήσεις ομολόγων, μείωση πελατειακών δανείων) με στόχο την αποπληρωμή και μείωση των υποχρεώσεων της. Τα ποσά που προέκυπταν από την «απομόχλευση» διοχετεύονταν προς τη μερική αποπληρωμή του ELA. Το ELA δεν αποτελούσε πρόσθετο δανεισμό για τη Εναγόμενη 2, αλλά αντικατάσταση υφιστάμενου δανεισμού. Αντίστοιχα, ο τόκος που πλήρωνε η Εναγόμενη 2 για τον δανεισμό ELA αντικαθιστούσε τον τόκο που πλήρωνε η Εναγόμενη 2 για τον δανεισμό της από άλλες πηγές χρηματοδότησης. Συνεπώς, η παροχή ELA ούτε από πλευράς κερδοφορίας επιβάρυνε τη Εναγόμενη
- Όπως αναφέρω και πιο πάνω η μαρτυρία του Α. Μυλωνά, Μ.Υ.3, η οποία δεν έχει αμφισβητηθεί είναι δεκτή από το Δικαστήριο και γίνεται εύρημα μου. Καταλήγω ότι ο ισχυρισμός του Κ. Κυαμίδη Μ.Ε.3 ότι η παροχή στήριξης ELA, είχε καταστροφικές συνέπειες για τη Εναγόμενη 2 δεν υποστηρίζεται από οποιαδήποτε στοιχεία και κατ' επέκταση απορρίπτεται. Ο Κ. Κυαμίδης Μ.Ε.3 καταθέτοντας ενώπιον του Δικαστηρίου δήλωσε μεταξύ άλλων, ότι η Εναγόμενη 2 θα έπρεπε να είχε τεθεί υπό εκκαθάριση από το 2011 και σε τέτοια περίπτωση το ποσό που θα ελάμβανε ο Ενάγοντας και οι υπόλοιποι καταθέτες θα ήταν μεγαλύτερο των €100.000 που τελικά έλαβαν. Τέτοια θέση δεν προβάλλεται στο δικόγραφο του Ενάγοντα και ως εκ τούτου δεν θα τύχει οποιασδήποτε εξέτασης. Μεγάλο μέρος των αξιώσεων των Εναγόντων 2 εδράζεται, ως προανάφερα, στο αδίκημα της αμέλειας. To άρθρο 51
(1)του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ.148 ορίζει τι συνιστά αμέλεια. Παραθέτω το σχετικό άρθρο αυτούσιο: «51. Αμέλεια συvίσταται- (α) στηv τέλεση πράξης τηv oπoία υπό τις περιστάσεις δεv θα τελoύσε λoγικό συvετό πρόσωπo ή στηv παράλειψη τέλεσης πράξης τηv oπoία υπό τις περιστάσεις τέτoιo πρόσωπo θα τελoύσε͘ ή (β) στηv παράλειψη καταβoλής τέτoιας δεξιότητας ή επιμέλειας για τηv άσκηση επαγγέλματoς, επιτηδεύματoς ή ασχoλίας όπως έvα λoγικό συvετό πρόσωπo, πoυ έχει τα πρoσόvτα για τηv άσκηση τoυ επαγγέλματoς αυτoύ, επιτηδεύματoς ή ασχoλίας θα κατέβαλλε υπό τις περιστάσεις, και στηv πρόκληση ζημιάς εξαιτίας αυτής: Νoείται ότι για αυτή δύvαται vα τύχει απoζημίωσης μόvo τo πρόσωπo έvαvτι τoυ oπoίoυ o υπαίτιoς της αμέλειας υπείχε υπoχρέωση, υπό τις περιστάσεις, vα μηv επιδείξει αμέλεια.» Για να αποδειχθεί το αδίκημα της αμέλειας το Δικαστήριο θα πρέπει το Δικαστήριο να ικανοποιηθεί ότι υπάρχει καθήκον επιμέλειας, ότι υπήρξε παράβαση του πιο πάνω καθήκοντος, είτε δια της τέλεσης κάποιας πράξης είτε δια της παράλειψης τέλεσης κάποιας πράξης και ότι ο ενάγοντας υπέστη ζημιά λόγω της τέλεσης ή της παράλειψης τέλεσης της πράξης. Θα πρέπει δηλαδή να υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράβασης του καθήκοντος και της πρόκλησης ζημιάς. Ο Ενάγοντας θα πρέπει να αποδείξει ότι η συμπεριφορά η παράβαση από την πλευρά του Εναγόμενου, ήταν η αιτία της ζημιάς του. Η αιτιώδης συνάφεια είναι θέμα πραγματικό που θα πρέπει να αποδειχθεί κατά τη δίκη. (Βλέπετε σχετικά Μακρίδης ν Λουκά
(2003)1 Α.Α.Δ. 447. Στην υπόθεση Ξενοφώντος ν KN Zoo Bar Restaurant Ltd κ.α, Πολ. Εφ. 447/2011, ημερομηνίας 15.12.2016, ECLI:CY:AD:2016:A554, αναφέρθηκαν τα πιο κάτω σε σχέση με την έννοια της νομικής αμέλειας και του καθήκοντος επιμέλειας: «Το καθήκον επιμέλειας, η διάρρηξη του καθήκοντος αυτού και η επέλευση ζημιάς ως αποτέλεσμα αποτελούν τα τρία κλασσικά συστατικά ή παράγοντες που ο ενάγων πρέπει να αποδείξει για να στοιχειοθετήσει ισχυριζόμενη αμέλεια εκ μέρους του εναγόμενου. Δεν είναι όμως η έλευση κάθε ζημιάς από τρίτο που καθιερώνει αξίωση αμέλειας. Κατά τη νομολογιακή προσέγγιση της έννοιας της αμέλειας είναι απαραίτητη πρωταρχικά η απόδειξη ότι το άτομο, φυσικό ή νομικό, που προκάλεσε τη ζημιά, όφειλε καθήκον επιμέλειας, έναντι του ζημιωθέντος («duty of care») που περικλείεται στη ρήση του Lord Atkin στην πασίγνωστη υπόθεση Donoghue v Stevenson
(1932)AC 562, με τη χρήση της έννοιας ή κριτηρίου του γείτονα («neighbour principle»). Όπου πρόσωπο βρίσκεται σε τέτοια γειτνίαση με άλλο ώστε το τελευταίο να αντιλαμβάνεται ως θέμα εύλογης αποτίμησης των δεδομένων («reasonable foreseeability»), ότι πράξη ή παράλειψη του πιθανόν να επιφέρει στο πρώτο ζημιά, τότε αναδύεται καθήκον επιμέλειας.» Εν πρώτοις θα ήθελα να παρατηρήσω ότι η Κυπριακή Δημοκρατία και η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου δεν εξαιρούνται λόγω της ιδιότητας τους από οποιαδήποτε ευθύνη που εδράζεται στο πιο πάνω αδίκημα. Καθοδηγητική είναι η πιο κάτω αναφορά από την απόφαση του Ναθαναήλ Δ. στην υπόθεση Μ.Σ. Ιακωβίδης & Σία Λτδ ν Γ.Ε. της Δημοκρατίας, Πολ. Εφ. 378/2009, 386/2009 ημερομηνίας 10.07.2015: «Στο σύγγραμμα «Street on Torts» 11η έκδ. σελ. 200 κ.ε., αναφέρεται ότι δεν υπάρχει γενικός κανόνας που να εξαιρεί τις δημόσιες αρχές από οποιαδήποτε ευθύνη λόγω αμελείας, απλώς και μόνο διότι είναι δημόσιες και όχι ιδιωτικές αρχές ή σώματα, (Mersey Docks and Harbour Board Trustees v. Gibbs
(1866)LR 1 HL 93). Δεν υπάρχει με άλλα λόγια ασυλία εναντίον των δημοσίων αρχών ή του κράτους. Τα κριτήρια επιβολής καθήκοντος αμέλειας είναι τα ίδια όπως και στην περίπτωση των ιδιωτών. Στην υπόθεση Home Office v. Dorset Yacht Co Ltd
(1970)AC 1004, HL, η Δικαστική Επιτροπή της Βουλής των Λόρδων αναφέρθηκε στο ότι η πιθανότητα της ζημιάς πρέπει να είναι εύλογα προβλεπτή. Όπου υπάρχει διακριτική ευχέρεια από το δημόσιο όργανο, ευχέρεια που δυνατόν να ασκείται καλόπιστα, αλλά κατά λανθασμένο τρόπο, δεν δημιουργεί κατ' ανάγκη δικαίωμα σε αποζημίωση. Στην υπόθεση Anns v Merton London Borough Council
(1978)AC 728, HL, λέχθηκε ότι εκεί όπου η άσκηση νομίμου δημοσίου καθήκοντως απορρέει από μια ευρεία άσκηση πολιτικής απόφασης, η εναπόθεση στοιχείου αμέλειας κατά το αστικό δίκαιο δεν επαφίεται κατά κανόνα στα πολιτικά Δικαστήρια. Όμως, τέτοιο καθήκον επιμέλειας μπορεί να εναποτεθεί στο στάδιο της εφαρμογής της πολιτικής αυτής του κράτους, («operational sphere»)». Στο σύγγραμμα του Π. Πολυβίου «Αστικά Αδικήματα στο Κυπριακό Δίκαιο» (Τόμος Α, σελ.156-157) γίνεται μια διαφωτιστική ανάλυση ως προς την ευθύνη των δημόσιων αρχών στο πλαίσιο αστικής ευθύνης. Παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα: «Είναι φυσικό ότι το αστικό αδίκημα της αμέλειας δεν μπορεί να εφαρμοστεί με τον ίδιο τρόπο στην περίπτωση των δημόσιων αρχών (και ιδιαίτερα ορισμένων εξ αυτών), όπως στην περίπτωση ιδιωτών ή νομικών προσώπων που δεν αποτελούν νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου. Είναι φανερό ότι οι δημόσιες αρχές διεκπεραιώνουν δημόσια καθήκοντα και έχουν ευρύτερες ευθύνες από ό,τι φυσικά ή νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου. Στην περίπτωση δημοσίων αρχών, η έγερση αγωγών για αμέλεια, χωρίς περιορισμό, θα επενεργούσε αρνητικά στην εκτέλεση των δημοσίων καθηκόντων τους και είναι γι' αυτό που, ως θέμα αρχής, το κοινοδίκαιο έχει διαμορφώσει εξειδικευμένους κανόνες και προσεγγίσεις για αντιμετώπιση του θέματος της ευθύνης των δημοσίων αρχών. Το ζήτημα είναι ιδιαίτερα δύσκολο, διότι αφενός οι δημόσιες αρχές δεν μπορούν ουσιαστικά να μην οφείλουν οποιοδήποτε καθήκον επιμέλειας σε σχέση με τις δραστηριότητές τους, αλλά αφετέρου το νομικό σύστημα πρέπει να αντιμετωπίσει τις εν λόγω αρχές με προσοχή και περίσκεψη, έχοντας κατά νουν ότι το πρωταρχικό τους καθήκον και η κύρια ευθύνη τους οφείλονται στην πολιτεία και στο κοινωνικό σύνολο και όχι σε κάθε πολίτη χωριστά. Συνοπτικά, παρόλο που το θέμα δεν μπορεί να συζητηθεί εξαντλητικά στην παρούσα Μελέτη, μπορούν να διατυπωθούν τρεις βασικές αρχές για την ενδεχόμενη ευθύνη δημοσίων αρχών για το αστικό αδίκημα της αμέλειας. Πρώτον, το ότι κάποια δημόσια αρχή, που έχει ως καθήκον τη διεκπεραίωση ορισμένων αρμοδιοτήτων, αμελήσει να πράξει τούτο, με αποτέλεσμα να παραβιάζει τη θεσμική της υποχρέωση, τούτο από μόνο του δεν δημιουργεί αστικό αγώγιμο δικαίωμα ιδιαίτερα για αμέλεια προς όφελος προσώπων που έχουν υποστεί βλάβη ως αποτέλεσμα της εν λόγω θεσμικής παράλειψης. Είναι απόλυτα δυνατό να υπάρξει παράβαση της νομοθεσίας που διέπει κάποια δημόσια αρχή και να προκληθεί ζημιά σε συγκεκριμένα πρόσωπα, αλλά τα πρόσωπα αυτά να μην αποκτήσουν αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της δημόσιας αρχής. Με άλλα λόγια, παράβαση θεσμοθετημένου καθήκοντος δεν οδηγεί από μόνη της σε δημιουργία αγώγιμου δικαιώματος για αστική αμέλεια. Δεύτερον, η πιο πάνω αρχή εφαρμόζεται ιδιαίτερα εκεί όπου υπάρχει παράλειψη (omission) εκ μέρους της δημόσιας αρχής στην άσκηση των αρμοδιοτήτων της. Εάν δηλαδή κάποια δημόσια αρχή παραλείψει να εκτελέσει ή να διεκπεραιώσει τις θεσμικές της υποχρεώσεις, η εν λό γω παράλειψη δεν δημιουργεί κατά κανόνα αγώγιμο δικαίωμα για αστι κή αμέλεια υπέρ των ζημιωθέντων προσώπων. Τρίτον, εκεί όμως όπου κάποια δημόσια αρχή ενεργήσει λανθασμένα και, ως αποτέλεσμα των θετικών της ενεργειών, προκαλέσει βλάβη ή ζημιά σε κάποιο πρόσωπο, τότε δεν αποκλείεται το ζημιωθέν πρόσωπο να αποκτήσει αγώγιμο δικαίωμα για αμέλεια εναντίον της εν λόγω δημόσιας αρχής, νοουμένου ότι ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις της Caparo, δηλαδή η προβλεψιμότητα, η εγγύτητα και το δημόσιο συμφέρον.» Καθοδηγητική επί του θέματος αυτού είναι η απόφαση υπόθεση Gorringe ν Calderdale [2004] 1 W.L.R. 1057, στην οποία γίνεται αναφορά και στο πιο πάνω σύγγραμμα. Παραθέτω το σχετικό απόσπασμα αμέσως πιο κάτω: "There are, however, a few remarks that I would wish to make about negligence and statutory duties and powers. This is a subject of great complexity and very much an evolving area of the law. No single decision is capable of providing a comprehensive analysis. It is a subject on which an intense focus on the particular facts and on the particular statutory background, seen in the context of the contours of our social welfare state, is necessary. On the one hand the courts must not contribute to the creation of a society bent on litigation, which is premised on the illusion that for every misfortune there is a remedy. On the other hand, there are cases where the courts must recognise on principled grounds the compelling demands of corrective justice or what has been called 'the rule of public policy which has first claim on the loyalty of the law; that wrongs should be remedied': M (A Minor) v. Newham London Borough Council and X (Minors) v. Bedfordshire County Council [1995] 2 A.C. 633, at 663, per Sir Thomas Bingham MR. Sometimes cases may not obviously fall in one category or the other. Truly difficult cases arise".» Θα εξετάσω το θέμα της ευθύνης της Κεντρικής Τράπεζας (Εναγόμενης 1) και της Κυπριακής Δημοκρατίας (Εναγόμενης 4) καθοδηγούμενη από τις αρχές που παρέθεσα αμέσως πιο πάνω. Το πρώτο θέμα που θα με απασχολήσει είναι η θέση του Ενάγοντα ότι η Εναγόμενη 1 παρέλειψε να ελέγχει και να εποπτεύει τις τράπεζες και να τις συμβουλεύει επαρκώς σε σχέση με τις επενδύσεις και τις ενέργειες τους. Μια από τις βασικές αρμοδιότητες της Κεντρικής Τράπεζας είναι η εποπτεία των τραπεζών. Σχετικό είναι το άρθρο 6, παράγραφος (δ) του περί Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου Νόμος 138(Ι)/2022 που προνοεί ότι: «(δ) η χορήγηση άδειας και η εποπτεία των αδειοδοτημένων πιστωτικών ιδρυμάτων χωρίς να επηρεάζονται οι διατάξεις του περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται.» Το άρθρο 47Α
(11)του περί Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου Νόμου 138(Ι)/2002, όπως τροποποιήθηκε μεταγενέστερα, προστατεύει τους συμβούλους και τους λειτουργούς της Κεντρικής Τράπεζας από την ευθύνη καταβολής αποζημίωσης για τις πράξεις ή παραλείψεις τους κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων τους, εκτός αν αποδειχτεί ότι αυτές δεν έγιναν καλή τη πίστει ή ότι είναι αποτέλεσμα δόλου ή σοβαρής αμέλειας. Το παραθέτω αυτούσιο: «Οποιοδήποτε πρόσωπο, το οποίο είναι σύμβουλος ή λειτουργός της Τράπεζας, δεν υπέχει ευθύνης σε περίπτωση αγωγής, αίτησης ή άλλης νομικής διαδικασίας για αποζημιώσεις σχετικά με οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων και ευθυνών της Τράπεζας δυνάμει της παραγράφου (ε) του εδαφίου
(2)του άρθρου 6 ή δυνάμει οποιωνδήποτε ειδικών ή γενικών οδηγιών ή κατευθυντήριων γραμμών που εκδίδονται δυνάμει του εδαφίου
(7)του άρθρου 47Α, εκτός αν αποδειχθεί ότι η πράξη ή η παράλειψη δεν είναι καλή τη πίστει ή είναι αποτέλεσμα σοβαρής αμέλειας.» Επιπλέον, με βάση το άρθρο 32 του περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου 66(Ι)/97, όπως τροποποιήθηκε: «. η Κεντρική Τράπεζα και οποιοδήποτε πρόσωπο το οποίο είναι σύμβουλος ή λειτουργός της Κεντρικής Τράπεζας, δεν υπόκειται σε οποιαδήποτε ευθύνη σε περίπτωση αγωγής, αίτησης ή άλλης νομικής διαδικασίας για αποζημιώσεις σχετικά με οποιαδήποτε πράζη ή παράλειψη κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων και ευθυνών της Κεντρικής Τράπεζας δυνάμει του παρόντος Νόμου ή δυνάμει οποιωνδήποτε κανονισμών που εκδίδονται σύμφωνα με τον παρόντα Νόμο εκτός αν αποδειχθεί ότι η πράξη ή η παράλειψη δεν είναι καλή τη πίστει ή είναι αποτέλεσμα σοβαρής αμέλειας.» Στην περίπτωση του αδικήματος της βαριάς/σοβαρής αμέλειας, απαιτείται η ύπαρξη υψηλότερου βαθμού αμελούς συμπεριφοράς από τον αδικοπραγήσαντα. Καθοδηγητική ως προς το τί συνιστά αμέλεια είναι η απόφαση στην Red Sea Tankers Ltd v Papachristides (The Ardent)
(1997)2 Lloyd's Rep.
- Παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα από τη σελίδα 586: « . Gross negligence is clearly intended to represent something more fundamental than failure to exercise proper skill and/or care constituting negligence. As a matter of ordinary language and general impression, the concept of gross negligence seems to be capable of embracing not only conduct undertaken with actual appreciation of the risks involved, but also serious disregard of or indifference to an obvious risk.» Για το θέμα του εποπτικού ελέγχου κατέθεσε ο Χ. Φανόπουλος Μ.Υ.2 ο οποίος περίγραψε τους ελέγχους που διεξήγαγε η Εναγόμενη 1 συμπεριλαμβανομένων και των επιτόπιων ελέγχων και τα μέτρα που έλαβε κατά διαστήματα σε σχέση με την Εναγόμενη
- Η μαρτυρία του επί του επί του συγκεκριμένου σημείου δεν αμφισβητήθηκε και υποστηρίζεται και από την αλληλογραφία που είχε ανταλλαχθεί μεταξύ της Εναγόμενης 1 και της Εναγόμενης 2, η οποία κατατέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Σχετική επί του θέματος είναι και η μαρτυρία του Α. Μυλωνά, Μ.Υ.3 η οποία επικεντρώνεται στην χορήγηση δανεισμός εσχάτης προσφυγής (ELA). Η πιο πάνω μαρτυρία των Μ.Υ.2 και Μ.Υ.3, η οποία δεν έχει στην ουσία αμφισβητηθεί γίνεται δεκτή από το Δικαστήριο και αποτελεί εύρημα μου. Κατά την ακροαματική διαδικασία αναλώθηκε μεγάλος χρόνος σε σχέση με τα Ομόλογα Ελληνικού Δημοσίου. Εκ μέρους του Ενάγοντα προωθήθηκε η θέση ότι η Εναγόμενη 1 έπρεπε να είχε ασκήσει καλύτερο εποπτικό έλεγχο στην Εναγόμενη 2 και να της είχε απαγορεύσει να επενδύσει το μεγαλύτερο μέρος των κεφαλαίων της σε Ομόλογα Ελληνικού Δημοσίου. Σχετική επί τούτου ήταν η μαρτυρία του Κ. Κυαμίδη Μ.Ε.
- Ο Χ. Φανόπουλος, Μ.Υ.2 διαφώνησε με την πιο πάνω θέση και πρόβαλε τη θέση ότι ο ρόλος της Κεντρικής Τράπεζας είναι να εποπτεύει και σε καμιά περίπτωση δεν υποκαθιστά τη διοίκηση της τράπεζας στις ενέργειες της, θέση με την οποία συμφώνησε και ο Σ. Ζένιος, Μ.Ε.
- Δέχομαι τη θέση των Χ. Φανόπουλου, Μ.Υ.2 και Σ. Ζένιου, Μ.Ε.6, επί του συγκεκριμένου σημείου. Οι εξουσίες της Κεντρικής Τράπεζας καθορίζονται από τη νομοθεσία, πουθενά στη νομοθεσία προβλέπεται ότι η Κεντρική Τράπεζα υποκαθιστά τη διοίκηση της τράπεζας ή ότι οι αποφάσεις των τραπεζών που αφορούν τις επενδύσεις τους θα πρέπει να τυγχάνουν έγκρισης από την Κεντρική Τράπεζα. Ο Κ. Κυαμίδης, Μ.Ε.3, πρόβαλε και τη θέση ότι όταν η Κεντρική Τράπεζα, έλαβε γνώση ότι η Εναγόμενη 2 είχε επενδύσει μεγάλο μέρος των κεφαλαίων της σε Ομόλογα Ελληνικού Δημοσίου, έπρεπε να της είχε ζητήσει να τα πωλήσει. Η πιο πάνω θέση δεν δικογραφείται και ως εκ τούτου δεν μπορεί να αποτελέσει βάση για οποιαδήποτε αξίωση και θα αγνοηθεί. Ανεξαρτήτως τούτου όμως θα ήθελα να παρατηρήσω ότι ο Σ. Ζένιος, Μ.Ε.6, που και εκείνος αρχικά υιοθέτησε την πιο πάνω θέση λέγοντας ότι η Εναγόμενη 1 θα έπρεπε να είχε παρέμβει όταν τα spreads της Ελλάδας άρχισαν να ανεβαίνουν σε ανησυχητικό βαθμό και άρχισαν οι συζητήσεις για το «κούρεμα» των ομολόγων, στη συνέχεια συμφώνησε ότι αν τα ομόλογα επωλούντο κατά τον πιο πάνω χρόνο, η Εναγόμενη 2 θα υφίστατο ζημιά από την πιο πάνω πώληση. Ο Κ. Κυαμίδης ΜΕ.3 ισχυρίσθηκε επίσης ότι η Κεντρική Τράπεζα δεν ασκούσε ικανοποιητικό έλεγχο με αποτέλεσμα να αφήσει την Εναγόμενη 2 να μεγαλώσει ανεξέλεγκτα. Ούτε αυτή η θέση δικογραφείται και ως εκ τούτου θα αγνοηθεί. Καταλήγω ότι ο Ενάγοντας απέτυχε να αποδείξει στο βαθμό που απαιτείται ότι η Εναγόμενη 1 επέδειξε βαριά αμέλεια κατά την εποπτεία της Εναγόμενης
- Προβλήθηκε και ο ισχυρισμός ότι η Εναγόμενη 1 δεν συμβούλευσε επαρκώς για να αποτρέψει την πολιτική του Κράτους που είχε ως αποτέλεσμα την κατάρρευση της Κυπριακής οικονομίας. Πρόκειται για μια γενική και αόριστη θέση η οποία δεν μπορεί να τύχει εξέτασης. Σε σχέση με τη χορήγηση δανεισμού έσχατης προσφυγής ELA, για τους λόγους που αναλύω ανωτέρω, ενώ αποτελεί εύρημα μου ότι όταν δόθηκε στην Εναγόμενη 2 το ποσό των €1.8 δις, αυτή δεν ικανοποιούσε τον ελάχιστο δείκτη κεφαλαιακής επάρκεια που απαίτησε η Εναγόμενη 1 και δεν είχε προοπτική να το ικανοποιήσει στους επόμενους μήνες, καταλήγω ότι δεν έχουν αποδειχθεί οι θέσεις που προβάλλονται εκ μέρους του Ενάγοντα ότι η χορήγηση του ELA συνέτεινε στην επιβολή «σκληρότερων όρων» κατά τη σύναψη μνημονιακής συμφωνίας και ότι συνέδραμε στην χρεοκοπία της Εναγόμενης
- Η χορήγηση του ELA στην Εναγόμενη 2 κάτω από τις συνθήκες που περίγραψα πιο πάνω, ήτοι ενώ η τελευταία δεν ικανοποιούσε το ελάχιστο δείκτη κεφαλαιακής επάρκειας δεν έχει συνδεθεί, με τη ζημιά που έχει υποστεί ο Ενάγοντας. Δεν έχει αποδειχθεί στο βαθμό που απαιτείται η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ των δύο γεγονότων. Στην Έκθεση Απαίτησης προβάλλεται και η θέση ότι ενώ η Εναγόμενη 1 γνώριζε ότι υπήρχε ενδεχόμενο απομείωσης των καταθέσεων εξαπάτησε τους καταθέτες με την ανακοίνωση που εξέδωσε ότι το ΄κούρεμα' των καταθέσεων 'αποκλείεται ως ενδεχόμενο καθότι αντίκειται στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας'. Καμιά μαρτυρία έχει τεθεί ενώπιο του δικαστηρίου ότι ανακοίνωση που περιείχε το πιο πάνω κείμενο ή παρόμοιο, η οποία εκδόθηκε από την Κεντρική Τράπεζα περιήλθε στη γνώση και ή αντίληψη του Ενάγοντα και ότι αυτός βασίσθηκε επί αυτής, στοιχείο που αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για να αποδειχθεί η εν λόγω αξίωση. (Βλ. Hedley Byrne Ltd v Heller Partners Ltd [1964] AC
- Καταλήγω ότι οι αξιώσεις που προβάλλονται σε σχέση με την Εναγόμενη 1 και εδράζονται στο αδίκημα της αμέλειας και παράβασης των θεσμικών της καθηκόντων δεν έχουν αποδειχθεί. Στρέφομαι στη συνέχεια να εξετάσω τις αξιώσεις του Ενάγοντα εναντίον της Κυπριακής Δημοκρατίας, Εναγόμενης 4, οι οποίες εδράζονται στο αδίκημα της αμέλειας. Το πρώτο που θα εξετάσω είναι την εισήγηση του Ενάγοντα ότι η Κυπριακή Δημοκρατία συγκατατέθηκε στην απομείωση των Ομολόγων Ελληνικού Δημοσίου, προκαλώντας ζημιές στις Κυπριακές τράπεζες ύψους €4.5 δις. Όπως ανέφερα και πιο πάνω, απαραίτητη προϋπόθεση για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα της αμέλειας είναι η απόδειξη «μεμπτής συμπεριφοράς» εκ μέρους του Εναγομένου, συγκεκριμένα ότι αυτός παρέλειψε να επιδείξει τη δέουσα επιμέλεια. Δεν μπορεί να καταλογισθεί νομική ευθύνη όταν δεν αποδεικνύεται η μεμπτή συμπεριφορά. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, με βάση τη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον μου, προκύπτει ότι η απόφαση για απομείωση των Ομολόγων Ελληνικού Δημοσίου δεν λήφθηκε μόνο από την Κυπριακή Δημοκρατία αλλά από όλους τους Αρχηγούς Κρατών Μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η απόφαση λήφθηκε για να διασωθεί η Ελληνική οικονομία, που βρισκόταν στα πρόθυμα κατάρρευσης. Αδυνατώ να αντιληφθώ πού έγκειται η «μεμπτή συμπεριφορά» εκ μέρους της Κυπριακής Δημοκρατίας σε σχέση με το θέμα αυτό. Πέραν τούτου καμία μαρτυρία έχει τεθεί ενώπιον μου για τον τρόπο που λήφθηκε η απόφαση και συγκεκριμένα κατά πόσο σε περίπτωση που η Κυπριακή Δημοκρατία έφερνε ένσταση, η απομείωση των Ομολόγων Ελληνικού Δημοσίου θα αποτρέπετο, ή κατά πόσο η Κυπριακή Δημοκρατία θα μπορούσε να ασκήσει βέτο επί του συγκεκριμένου θέματος. Καταλήγω ότι η πιο πάνω θέση δεν έχει αποδειχθεί στο βαθμό που απαιτείται και απορρίπτεται. Ο Ενάγοντας εισηγείται επίσης ότι η Κυπριακή Δημοκρατία επέδειξε αμέλεια καθότι στήριξε την Εναγόμενη 2 με €1.8 δις (ELA) χωρίς τη δέουσα έρευνα και αχρείαστα και χωρίς να τεθούν υπόψη τους στοιχεία για τη βιωσιμότητα της Εναγόμενης
- Αποτελεί ήδη εύρημα μου ότι όταν δόθηκε το πιο πάνω ποσό στην Εναγόμενη 2, η Κυπριακή Δημοκρατία δεν είχε ολοκληρωμένη εικόνα σε σχέση με τη βιωσιμότητα της τράπεζας καθότι δεν γνώριζε ότι είχε απαιτηθεί από την Κεντρική Τράπεζα ελάχιστος δείκτης κεφαλαιακής επάρκειας 15.86%. Ως ανέφερα και πιο πάνω το γεγονός αυτό, από μόνο του, δεν στοιχειοθετεί το αδίκημα της αμέλειας. Περιορίζομαι να επισημάνω ότι καμία μαρτυρία έχει τεθεί ενώπιον μου ότι η χορήγηση του ELA επιδείνωσε με οποιοδήποτε τρόπο την οικονομική κατάσταση της τράπεζας. Η εισήγηση απορρίπτεται. Το επόμενο θέμα που θα εξετάσω είναι κατά πόσο η Κυπριακή Δημοκρατία ευθύνεται για την οικονομική κατάσταση στην οποία περιήλθε η Εναγόμενη 2 και κατ' επέκταση στην απομείωση των καταθέσεων της. Ο Ενάγοντας στην Έκθεση Απαίτησης του προβάλλει τη θέση ότι η Κυπριακή Δημοκρατία προέβη σε αύξηση των δημοσιονομικών της δαπανών και διασπάθιση του δημοσίου χρήματος, αγνόησε τις υποδείξεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των εμπειρογνωμόνων και δεν έλαβε μέτρα για την αντιμετώπιση της «οικονομικής διολίσθησης». Πρόκειται για μια γενική και αόριστη θέση. Δεν δικογραφείται με σαφή και ικανοποιητικό τρόπο πως η αύξηση των δημοσιονομικών δαπανών της Δημοκρατίας επηρέασε την Εναγόμενη
- Ο Σ. Ζένιος Μ.Ε.6 ανέφερε ότι η οικονομική κατάσταση μιας χώρας επηρεάζει το τραπεζικό σύστημα και αντίστροφα, θέση που δεν αμφισβητήθηκε και έγινε δεκτή από το Δικαστήριο. Ένα κράτος που βρίσκεται σε δεινή οικονομική κατάσταση δεν μπορεί να στηρίξει οικονομικά τον τραπεζικό τομέα. Στην υπό κρίση υπόθεση όμως δεν προβάλλεται η συγκεκριμένη θέση, ήτοι ότι η Δημοκρατία υπήρξε αμελής γιατί δεν μπόρεσε να χορηγήσει κρατική στήριξη στην Εναγόμενη
- Αντιθέτως, προβάλλεται η θέση ότι η χορήγηση οικονομικής στήριξης (ELA) στην Εναγόμενη 2 συνιστούσε αμέλεια. Ο Κ. Κυαμίδης Μ.Ε.3 επανέλαβε αρκετές φορές ότι δεν θα έπρεπε να είχε δοθεί ELA στην Εναγόμενη 2 και ότι αυτή θα έπρεπε να είχε εκκαθαριστεί προ πολλού. Είναι αντιφατικό να ισχυρίζεται κάποιος ότι η οικονομική θέση της τράπεζας περιήλθε σε πιο δυσμενή θέση, από ότι ήταν πριν, λόγω της οικονομικής στήριξης που έλαβε από το κράτος και παράλληλα να υποστηρίζει ότι η θέση της τράπεζας επηρεάσθηκε από το γεγονός ότι δεν έτυχε οικονομικής στήριξης, από το κράτος. Η πιο πάνω αξίωση απορρίπτεται. Γενική και αόριστη είναι και η θέση που προβλήθηκε ότι η Δημοκρατία καθυστέρησε να υποβάλει έγκαιρα, αίτημα για οικονομική στήριξη στον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Στήριξης και ότι αυτό συνέβαλε στη δυσχερή κατάσταση που περιήλθε η Εναγόμενη
- Εάν η θέση του Ενάγοντα είναι ότι η Κυπριακή Δημοκρατία δεν έλαβε έγκαιρα οικονομική βοήθεια και δεν ήταν σε θέση να στηρίξει οικονομικά την Εναγόμενη 2, αυτό, για τους λόγους που ανέλυσα πιο πάνω δεν συνάδει με τις υπόλοιπες θέσεις που προώθησε και τη μαρτυρία που παρουσίασε. Στο σημείο αυτό θα ήθελα να επισημάνω ότι ο ίδιος ο Σ. Ζένιος Μ.Ε.6 στη μαρτυρία του ανέφερε ότι και αν ακόμη το κράτος δεν αντιμετώπιζε πρόβλημα, οι Τράπεζες θα είχαν πρόβλημα. Παραθέτω τη δήλωση του αυτούσια: «... εκάμαμε μελέτη και την έχω δημοσιεύσει, αν το κράτος τα έκαμνε όλα καλά, θα είχαμε πάλι πρόβλημα με τις τράπεζες; Φαίνεται ναι.» Αυτή είναι η εικόνα που σχημάτισα και από τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου σε σχέση τουλάχιστο με την Εναγόμενη
- Ακόμη και σε περίπτωση που το κράτος δεν αντιμετώπιζε το ίδιο δημοσιονομικά προβλήματα, η Εναγόμενη 2 δεν θα βρισκόταν σε καλύτερη θέση. Το δανειακό της χαρτοφυλάκιο παρουσίαζε πολλά προβλήματα, ενώ η ρευστότητα και η κεφαλαιακή της επάρκεια ήταν πολύ πιο κάτω από τα αποδεκτά όρια. Λανθασμένες αποφάσεις και χειρισμοί της ιδίας αλλά και κά