← Κύπρος

ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΓΡΟΤΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ν. Δημητρίου κ.α., Αρ. Αγωγής: 2380/10, 28/1/2022

ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΓΡΟΤΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ν. Δημητρίου κ.α., Αρ. Αγωγής: 2380/10, 28/1/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2022:A75 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2380/10 Μεταξύ: ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΓΡΟΤΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ Εναγόντων και 1. XXXXX Δημητρίου 2. XXXXX Δημητρίου 3. XXXXX Αγαθαγγέλου 4. XXXXX Στυλιανού 5. XXXXX Αγαθαγγέλου 6. XXXXX Χ΄Ηρακλεους Εναγόμενων ------------------------------------------- Αίτηση από Εναγόμενους 3, 4, 5 και 6 ημερομηνίας 29/03/2021 για παραμερισμό της απόφασης ημερ. 09/11/2010 Ημερομηνία: 28 Ιανουαρίου, 2022 Εμφανίσεις: Για Αιτητές-Εναγόμενους 3, 4, 5 και 6: κ. Χρ. Μούσκος, για Κυριάκος Μούσκος Δ.Ε.Π.Ε. Για Καθ' ων η αίτηση-Ενάγοντες: κα Α. Φασιανού, για Ι. Φράγκος & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι Εναγόμενοι 3, 4, 5 και 6 - Αιτητές με την αίτησή τους, ημερομηνίας 29/03/2021, ζήτησαν την ακύρωση ή/και τον παραμερισμό της εκδοθείσας, από το Δικαστήριο, απόφασης, ημερομηνίας 09/11/2010. Η συγκεκριμένη αίτηση βασίζεται στη Δ.17 θ.10, Δ.26 θ.14 και Δ.48 θ.θ.1-4, 8 και 9(
  2. h)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στο Άρθρο 30.3 του Συντάγματος, στη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στις συμφυείς εξουσίες, την πρακτική και την διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Υποστηρίχθηκε, η αίτηση, με ένορκη δήλωση του Αγαθάγγελου Αγαθαγγέλου, Εναγόμενου 3 και γνώστη των γεγονότων και εξουσιοδοτημένου από τους υπόλοιπους Εναγόμενους στην κατάρτιση της παρούσας. Σύμφωνα με τον Ομνύοντα οι Εναγόμενοι 1 και 2 συμφώνησαν να αγοράσουν από τους Εναγόμενους 3 - 6, στις 04/04/2008 το οικόπεδο με αριθμό 8 στο ακίνητο με αριθμό εγγραφής 0/XXXXX, Φ./Σχ.50/19, τεμάχιο XXXXX στο Αλεθρικό. Η συγκεκριμένη συμφωνία κατατέθηκε στο Κτηματολόγιο και έλαβε τον αριθμό ΠΩΕ1083/08. Προς εκτέλεση της συμφωνίας καταβλήθηκε και το ποσό των €51.258. Το υπόλοιπο θα καταβαλλόταν τμηματικά σύμφωνα με την πρόοδο των κατασκευαστικών εργασιών. Καταβλήθηκαν ακόμη €30.000 χωρίς να καταβληθεί οποιοδήποτε άλλο ποσό. Οι Εναγόμενοι 1 και 2 για να αποπληρώσουν το υπόλοιπο ποσό έλαβαν δάνειο από τους Ενάγοντες - Καθ΄ων η αίτηση και οι Εναγόμενοι 3, 4, 5 και 6 υπέγραψαν ως εγγυητές του δανείου γιατί θα λάμβαναν το ποσό προς αποπληρωμή του τιμήματος πώλησης. Τον Σεπτέμβριο 2010 οι Ενάγοντες - Καθ΄ων η αίτηση καταχώρισαν την υπό κρίση αγωγή η οποία επιδόθηκε, τον ίδιο μήνα, τόσο στον ίδιο καθώς και στις Εναγόμενες 4, 5 και 6 - Αιτήτριες. Ο ίδιος προσωπικά επικοινώνησε με τους Ενάγοντες - Καθ΄ων η αίτηση για να ενημερωθεί πλην όμως δεν του παραχωρούσαν λεπτομέρειες επικαλούμενοι προσωπικά δεδομένα. Τότε επικοινώνησε με τον Εναγόμενο 1, ο οποίος του υποσχέθηκε ότι θα προέβαινε σε διευθέτηση. Μετά παρέλευση κάποιων ημερών επικοινώνησε εκ νέου με τον Εναγόμενο 1 ο οποίος τον διαβεβαίωσε ότι είχε καταβάλλει το ποσό των €20.000 για να αποσύρουν οι Ενάγοντες - Καθ΄ων η αίτηση την αγωγή, ότι δεν υφίστατο οποιοσδήποτε λόγος διορισμού δικηγόρου και ότι δεν χρειαζόταν να εμφανιστεί οποιοσδήποτε από τους Εναγόμενους στο Δικαστήριο. Το 2016 οι ίδιοι, οι Αιτητές, καταχώρησαν αγωγή, την Αγωγή Αρ. 783/2016, για το υπόλοιπο του τιμήματος εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 και τότε πληροφορήθηκαν ότι ο Εναγόμενος 1 απεβίωσε και εκδόθηκε απόφαση εναντίον της Εναγόμενης 2. Σύμφωνα με τον Ομνύοντα μέχρι την καταχώρηση της αίτησης μηνιαίων δόσεων από τους Ενάγοντες - Καθ΄ων η αίτηση, στις 06/11/2020, δεν είχαν οποιαδήποτε άλλη όχληση παρά το γεγονός ότι ο ίδιος είχε αποταθεί αρκετές φορές στους Ενάγοντες - Καθ΄ων η αίτηση για να ενημερωθεί αναφορικά με την αποδέσμευση του υπολοίπου του τιμήματος πώλησης χωρίς όμως αποτέλεσμα. Δεν ενημερώθηκαν από τους Ενάγοντες - Καθ΄ων η αίτηση για να μπορέσουν να λάβουν τα μέτρα που λαμβάνουν τώρα. Επιπρόσθετα όταν είχαν ενημερωθεί ότι απεβίωσε ο Εναγόμενος 1 θεώρησαν ότι το χρέος είχε καλυφθεί από την ασφάλεια ζωής του. Υποστηρίζει ότι επικοινώνησαν με το δικηγόρο τους μετά την επίδοση της αίτησης μηνιαίων δόσεων για να διευθετηθεί συνάντηση προς διερεύνηση του όλου θέματος όμως λόγω της πανδημίας του κορονοϊού και των περιοριστικών μέτρων δεν κατέστη δυνατή η διευθέτηση συνάντησης και επεξηγήθηκαν τα γεγονότα τηλεφωνικώς. Ο φάκελος εντοπίστηκε από το Πρωτοκκολητείο και έγινε έρευνα τον Μάρτιο 2021 και ακολούθησε η καταχώριση της υπό κρίση αίτησης. Προωθεί τη θέση ότι η απόφαση θα πρέπει να παραμεριστεί γιατί είναι το αποτέλεσμα διαβεβαιώσεων που λήφθηκαν από τον ίδιο τον Εναγόμενο 1 ότι η αγωγή είχε διευθετηθεί από τον ίδιο. Παράλληλα ισχυρίζεται ότι έχουν καλή υπεράσπιση γιατί οι αξιώσεις των Εναγόντων - Καθ΄ων η αίτηση αντίκεινται στη νομοθεσία και τη νομολογία του Δικαστηρίου λόγω του ότι υπέγραψαν ως ενυπόθηκοι οφειλέτες και όχι ως εγγυητές και το μόνο που οι Ενάγοντες - Καθ΄ων η αίτηση δύνανται να αξιώνουν είναι την εκποίηση της υποθήκης. Προβάλλει τέλος ο Ομνύοντας σειρά λόγων που συνιστούν καλή υπεράσπιση στους ισχυρισμούς των Εναγόντων - Καθ΄ων η αίτηση όπως αυτοί παρατέθηκαν στην Έκθεση Απαίτησης. Οι Ενάγοντες- Καθ' ων η αίτηση αντιμετώπισαν την αίτηση για παραμερισμό της απόφασης με την καταχώρηση Ένστασης. Η Ένστασή τους βασίστηκε στο Άρθρο 30 του Συντάγματος, το Άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, στα άρθρα 4, 5 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, στα άρθρα 29, 31 και 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, στη Δ.17 θ.θ1-14, Δ.26 θ.14, Δ.33 θ.θ. 1 - 5, Δ.34 θ.θ. 1 - 6, Δ.40 θ.θ. 1 - 7 και 11, Δ.48 θ.θ.1-4 και Δ.64 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, στα άρθρα 36, 44Α μέχρι 44Δ του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμου, στη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στις συμφυείς εξουσίες, τη πρακτική και τη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Ως λόγοι Έντασης καταγράφηκαν οι ακόλουθοι: ότι η Αίτηση είναι πραγματικά και νομικά αβάσιμη, ότι συνιστά μορφή περιφρόνησης του Δικαστηρίου των δικαιωμάτων του αντιδίκου και συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας, ότι καταχωρείται καταχρηστικά και καθυστερημένα ήτοι 11 έτη μετά την έκδοση της απόφασης, ότι δεν έχουν δικαιολογήσει καθόλου ή και δεόντως την παράλειψή τους να εμφανιστούν, ότι δεν εγείρουν κανένα ουσιαστικό ή/και οποιοδήποτε λόγο για την παράλειψη καταχώρισης σημειώματος εμφανίσεως, ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για έκδοση του αιτούμενου διατάγματος παραμερισμού της απόφασης, ότι η συμπεριφορά των Αιτητών είναι ασυγχώρητη και περιφρονητική και ότι δεν έχουν αποκαλύψει ή/και στοιχειοθετήσει εκ πρώτης όψεως ή/και καλή ή/και συζητήσιμη υπεράσπιση που να δικαιολογεί τον παραμερισμό της απόφασης. Η Ένσταση υποστηρίχθηκε με ένορκη δήλωση της κας XXXXX Γεωργίου, λειτουργού στην εταιρεία Altamira Asset Management (Cyprus ) Ltd η οποία ενεργεί για λογαριασμό των Εναγόντων - Καθ΄ων η αίτηση αφού έχει αναλάβει τη διαχείριση αριθμού χρηματοπιστωτικών διευκολύνσεων μεταξύ αυτών και το επίδικο δάνειο. Σύμφωνα με την Ομνύουσα στις 14/04/2008 οι Ενάγοντες 1 και 2 υπέγραψαν συμφωνία δανείου και οι Αιτητές υπέγραψαν το έγγραφο υποθήκης. Παραδέχεται ότι όντως ο Εναγόμενος 1, αποβιώσασας, καλυπτόταν από ασφάλεια ζωής της οποίας τα δικαιώματα είχε εκχωρήσει για περαιτέρω εξασφάλιση του δανείου. Όμως μέχρι στιγμής δεν έχει υποβληθεί απαίτηση για την καταβολή οποιωνδήποτε αποζημιώσεων σε σχέση με τον Εναγόμενο 1 δυνάμει της συγκεκριμένης ασφάλειας. Είναι η δική της θέση ότι ουδέποτε κατατέθηκε από τον Εναγόμενο 1 το ποσό των €20.000 για να αποσυρθεί η αγωγή και ότι ο συγκεκριμένος ισχυρισμός συνιστά εκ των υστέρων σκέψη για να δικαιολογήσουν τη μη καταχώριση Σημειώματος Εμφάνισης όταν τους επιδόθηκε η αγωγή. Σε σχέση με την εκδοθείσα απόφαση ισχυρίζεται ότι επιδόθηκε στους Αιτητές - Εναγόμενους 3, 4 και 5 στις 28/11/2011 και στην Αιτήτρια - Εναγόμενη 6 στις 07/02/2012. Κατά τη δική της άποψη οι Αιτητές επέδειξαν πλήρη αδιαφορία που ισοδυναμεί με καταφρόνηση προς τη δικαστική διαδικασία τόσο με τη μη καταχώριση Σημειώματος Εμφάνισης μετά την λήψη της αγωγής καθώς και με την μη λήψη οποιωνδήποτε μέτρων για παραμερισμό της εκδοθείσας απόφασης μετά την επίδοσή της σ' αυτούς. Ισχυρίζεται ότι οι Ενάγοντες - Καθ΄ων η αίτηση έλαβαν μέτρα εκτέλεσης και συγκεκριμένα με την επιβάρυνση περιουσίας των Αιτητών με Μέμο, καθώς και με την καταχώριση αίτησης για πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου το 2012. Επιπρόσθετα υποστηρίζει ότι ακόμη και μετά την επίδοση της αίτησης έρευνας στους Αιτητές αυτοί καθυστέρησαν στη λήψη μέτρων, ήτοι χρειάστηκαν τέσσερεις μήνες για να καταχωρήσουν την υπό κρίση αίτηση. Η απραξία των Αιτητών μετά την επίδοση της δικαστικής απόφασης καταρρίπτει τον ισχυρισμό τους ότι είχαν λάβει διαβεβαιώσεις ότι η αγωγή θα αποσυρθεί. Όσο αφορά τους ισχυρισμούς για βάσιμη υπεράσπιση προωθεί την άποψη ότι το λεκτικό και το περιεχόμενο της υπογραφείσας Σύμβασης Υποθήκης είναι δεσμευτικό για τους Αιτητές αφού σ΄αυτό αναγράφεται ξεκάθαρα ότι οφείλουν να πληρώσουν ολόκληρο το οφειλόμενο ποσό σε πρώτη ζήτηση ενώ καταγράφεται επίσης ότι είναι υπόλογοι για οποιοδήποτε ποσό προκύψει από την πώληση του ενυπόθηκου κτήματος σε τιμή μικρότερη από το οφειλόμενο ποσό. Οπόταν κωλύονται να ισχυρίζονται ότι τα όσα καταγράφονται στην Συμφωνία δεν είναι ορθά. Είναι η θέση της ότι τα όσα αναφέρουν οι Αιτητές περί παράνομων και καταχρηστικών όρων των συμφωνιών είναι γενικά και αόριστα. Καταλήγει ότι οι Αιτητές είχαν την ευκαιρία δυο φορές να ενεργήσουν όμως παρέλειψαν να προβούν στα δέοντα. Εισηγείται την απόρριψη της αίτησης. Δεν αντεξετάστηκε οποιοσδήποτε εκ των ενόρκως δηλούντων και οι δύο συνήγοροι προχώρησαν με την καταχώριση γραπτών αγορεύσεων στις οποίες προώθησαν με λεπτομέρεια τις εκατέρωθεν θέσεις. Το Δικαστήριο έχει το περιεχόμενό τους κατά νου και θα αναφερθεί σ αυτό όπου το κρίνει απαραίτητο. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η Δ.17 θ.10 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, επί της οποίας στηρίζεται η Αίτηση, αναφέρει τα πιο κάτω: «Where judgment is entered pursuant to any of the preceding rules of this Order, it shall be lawful for the Court in a proper case to set aside or vary such judgment upon such terms as may be just. » Σε ελεύθερη μετάφραση στα Ελληνικά: «Όταν εκδοθεί απόφαση σύμφωνα με τους προηγηθέντες κανονισμούς αυτής της Διάταξης θα είναι νόμιμο διά το Δικαστήριο στη κατάλληλη περίπτωση να παραμερίσει ή διαφοροποιήσει τέτοια απόφαση με όρους που θα ήθελαν φανεί δίκαιοι.». Όπως προκύπτει από τις πρόνοιες της πιο πάνω Διάταξης, ο παραμερισμός απόφασης που εκδόθηκε ερήμην ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, η άσκηση της οποίας έχει αναλυθεί με σαφήνεια σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. Γεωργίου κ.α. ν. Επάρχου Λεμεσού

(2000)1 Α.Α.Δ. 79, Imbrahim v. Pillar Enterprises Ltd
(2000)1 Α.Α.Δ. 1243, Kourbatova v. V.G. Roussos Leisure Industries Ltd
(2001)1 Α.Α.Δ. 345, «Βοθροτέξ» Λτδ ν. Φαντάκη
(2001)1 Α.Α.Δ. 339, Kean Soft Drinks Ltd v. Safm Lines N.V. κ.α.
(2001)Α.Α.Δ. 1784, Kings Head Development Co. Ltd v. Χριστοδούλου κ.α.
(2001)1 Α.Α.Δ. 533, Πατούρης ν. Hellenic Bank Ltd
(2001)1 Α.Α.Δ. 2118, Παπανικολάου ν. Κότσαπα
(2004)1 Α.Α.Δ. 1800), Ανδρέας Ψαράς ν. Ιωάννης Γιάγκου, Πολ. Εφ. 35/10, ημερ. 21/05/
  1. Οι αρχές κατεγράφησαν και στην πρόσφατη απόφαση Καλλίσιης ν. Κυπριακής Δημοκρατίας Πολ. Εφ.207/14 ημερ. 11/09/2020, ECLI:CY:AD:2020:A
  2. Κλασσική αγγλική απόφαση επί του θέματος, η οποία έχει υιοθετηθεί σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, είναι η Evans v. Bartlam
(1937)ALL E.R. 646, όπου στη σελίδα 479 ο Lord Atkins αναφέρει: «The discretion is in terms unconditional. The Courts however, have laid down for themselves rules to guide them in the normal exercise of their discretion. One is that where the judgement was obtained regularly there must be an affidavit on the merit, meaning that the applicant must produce to the Court evidence that he has a prima facie defence. ». Στην απόφαση Claire Morris v. Saratoga Swimming Pools Ltd
(2012)1(Α) Α.Α.Δ. 647 κατεγράφησαν τα ακόλουθα: «Η νομολογία για το θέμα του παραμερισμού απόφασης, όπως είναι αποκρυσταλλωμένη, συνοψίστηκε πρόσφατα στην υπόθεση Sabine Zehil v. Neil Roberts
(2009)1(A) ΑΑΔ 678, από όπου και παραθέτουμε το σχετικό απόσπασμα, από την απόφαση του Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου: - «Με βάση τη Διάταξη 17 θεσμός 10, των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, όταν εκδοθεί απόφαση, το δικαστήριο δύναται «στην κατάλληλη περίπτωση να ακυρώσει ή διαφοροποιήσει τέτοια απόφαση, με όρους που θα ήταν δίκαιοι.» Είναι προφανές ότι το Δικαστήριο έχει ευρεία διακριτική ευχέρεια, η οποία ασκείται αφού εξισορροπηθούν διάφοροι παράγοντες όπως η επάρκεια της δικαιολογίας για τη μη εμφάνιση, η ανάγκη διασφάλισης του δικαιώματος ακρόασης, η ανάγκη διαφύλαξης του τελεσίδικου μιας απόφασης και κατά πόσο ο Αιτητής έχει δείξει ότι έχει καλή εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Στην υπόθεση Siberia Air v. Πούλλικα
(2005)1 ΑΑΔ 893, συνοψίζονται οι σχετικές αρχές στο πιο κάτω απόσπασμα από τη σελίδα 897:- «Είναι γεγονός ότι το πιο σημαντικό στοιχείο σε αιτήσεις αυτής της μορφής είναι η ύπαρξη εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης. Όταν ένας διάδικος επιτύχει να αποδείξει ότι έχει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση, καλύπτει ό,τι σχεδόν απαιτείται για τον παραμερισμό της απόφασης που εκδόθηκε στην απουσία του. Ωστόσο, η απόδειξη εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης δεν είναι στοιχείο απόλυτα καθοριστικό για την επιτυχία της αίτησης και τον παραμερισμό της ερήμην εκδοθείσας απόφασης. Το δικαστήριο, διατηρεί την ευχέρεια να αρνηθεί το επανάνοιγμα της υπόθεσης όταν διαπιστώσει ότι η διαγωγή του διάδικου που εξαιτείται τον παραμερισμό της ερήμην εκδοθείσας απόφασης είναι τέτοια που πλήττει το συμφέρον της απονομής της δικαιοσύνης. Αν διαπιστωθεί ότι η συμπεριφορά του αιτητή είναι ασυγχώρητα περιφρονητική μέχρι βαθμού καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων του αντιδίκου του ή αδικαιολόγητα καθυστερεί ή ανεξήγητα παραλείπει να κινηθεί με την πρώτη δυνατή ευκαιρία στην προώθηση αίτησης για παραμερισμό της απόφασης, αυτή η συμπεριφορά, που με άλλα λόγια συνιστά αδιαφορία, μπορεί να αποβεί παράγων αποτυχίας της αίτησης για παραμερισμό. Βλ.Milouca Motor Trading Ltd v. Χρύσανθου Κούρτη
(1997)1 ΑΑΔ 941, Γερολέμου ν. ΣΠΕ Κοντέας
(2002)1 ΑΑΔ 818 καιAlpha Bank Ltd v. Στεφάνου
(2003)1(Β) ΑΑΔ 1101.» Πέραν των πιο πάνω, το δικαστήριο έχει πάντοτε υποχρέωση να διασφαλίζει το δικαίωμα κάθε διαδίκου για δίκαιη δίκη. Το συγκεκριμένο δικαίωμα, δεν μπορεί να διασφαλιστεί χωρίς ο διάδικος να έχει ελεύθερη πρόσβαση στο δικαστήριο. Το Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, ερμηνεύοντας το άρθρο 6
(1)της Σύμβασης, θεώρησε ότι η πρόσβαση στο δικαστήριο και το ταυτόχρονο δικαίωμα του διαδίκου να ακουστεί, δεν πρέπει μόνο να διατυπώνονται, αλλά θα πρέπει να είναι και αποτελεσματικά. Στην υπόθεση Οργανισμός Χρηματοδότησης Τράπεζας Κύπρου Λτδ., ν. Μιχαήλ
(2003)1(Β) 1044 αναφέρθηκε ότι: «Το δικαίωμα κάθε ατόμου να λαμβάνει γνώση δικαστικής διαδικασίας που να τον αφορά, και να ακούεται σ' αυτή, είναι αυτονόητο και αυτόδηλο.» (Βλ. επίσης Α.Ε.2572, Δημοκρατία ν. Ζήνα Πουλλή
(2001)3 ΑΑΔ 1060). Βέβαια, το δικαίωμα για δίκαιη δίκη συναρτάται προς τα δικαιώματα άλλων διαδίκων. Κριτήριο είναι πάντοτε η αρχή της αναλογικότητας και τα συμφέροντα της δικαιοσύνης. Όπως αναφέρθηκε στην Κολλάτου ν. Παναγιώτου
(2003)1(Β) ΑΑΔ 895:- «Στην αποτίμηση των συμφερόντων της δικαιοσύνης, προέχει η διασφάλιση δικαίας δίκης, η οποία συναρτάται τόσο με το δικαίωμα εκατέρου των διαδίκων να ακουστεί στην υπόθεσή του, όσο και με τη διεκπεραίωση της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο. Οι Θεσμοί έχουν ως κύριο αντικείμενο την καθιέρωση του θεσμικού πλαισίου για τη διασφάλιση δικαίας δίκης. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .. Η τήρηση των διαδικαστικών κανόνων δεν αποτελεί αυτοσκοπό αλλά το μέσο για την επίτευξη δικαίας δίκης. Εφόσον παρέκκλιση από τα θέσμια δεν αναιρεί το σκοπό, αυτή αντιμετωπίζεται θετικά. Αντιμετωπίζεται αρνητικά, όταν αντιστρατεύεται τη διασφάλιση δικαίας δίκης, που εξυπακούει και την προστασία των δικαιωμάτων του αντιδίκου.» Τα δικαστήρια δεν πρέπει να αποστερούν το δικαίωμα του διαδίκου να ακουστεί, ιδιαίτερα όταν αποκαλύπτει καλή υπεράσπιση και όταν η συμπεριφορά του δεν είναι μεμπτή (Βλ.Phylactou v. Michael
(1982)1 CLR 204, 210, Γεωργίου ν. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τράπεζας Κύπρου (Αρ. 2)
(1999)1(Γ) ΑΑΔ 1938).» Συνοπτικά, οι προϋποθέσεις για επιτυχία της Αίτησης είναι δύο. Αφενός μεν θα πρέπει οι Αιτητές να ικανοποιήσουν το Δικαστήριο ότι έχουν εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση στην αγωγή και, αφετέρου, να προβάλουν σοβαρή και εύλογη αιτιολόγηση για την απουσία τους κατά την ημέρα της δίκης. Σε σχέση δε με τη δεύτερη προϋπόθεση, παραθέτω αυτούσιο το πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση Παπανικολάου (ανωτέρω): «Όπως έχει επανειλημμένα τονισθεί, πρέπει να διασφαλίζονται από τη μια το δικαίωμα ακρόασης του διάδικου και από την άλλη η ανάγκη ταχείας διεκπεραίωσης των δικαστικών υποθέσεων. Η άνευ φειδούς επανάνοιξη υπόθεσης δημιουργεί αβεβαιότητα στην τελεσιδικία και γι' αυτό, αν η συμπεριφορά διαδίκου είναι τέτοια που πλήττει τα θεμέλια της απονομής της δικαιοσύνης και καταδεικνύει καταφρόνηση της δικαστικής διαδικασίας, το Δικαστήριο μπορεί να αρνηθεί το αίτημα του διαδίκου.». Φαίνεται ότι σε περίπτωση που η απόφαση εκδόθηκε κανονικά, τότε είναι σχεδόν αλύγιστος κανόνας ότι πρέπει να υπάρχει Ένορκος Δήλωση επί της ουσίας. Ο οποιοσδήποτε αιτητής θα πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Στην Κωνσταντινίδη v. Hissin
(2004)1 A.A.Δ. 1774, λέχθηκε ότι: «Η αποκάλυψη εκ πρώτης όψεως συζητήσιμης υπεράσπισης, προκειμένου να επιτύχει η αίτηση για παραμερισμό, συνιστά πρωταρχικό παράγοντα ο οποίος λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο κατά την ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας.» Η πιο πάνω θέση υιοθετήθηκε και στην απόφαση στην Παναγιώτης Νέμιτσας v. Salwa Chaparian
(2011)1(Β) Α.Α.Δ. 806. Στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο δεν πρέπει να υπεισέρχεται στην ουσία της υπεράσπισης και ούτε ο αιτητής υποχρεούται ν' αποδείξει την υπεράσπισή του. Εκείνο που χρειάζεται είναι να φανεί από τα γεγονότα και τα στοιχεία που παρουσιάζονται, δηλαδή ν' αποδειχθεί με τα γεγονότα που παρουσιάζονται, ότι ο αιτητής έχει καλή υπεράσπιση (βλ. Έλλη Κ. Χατζηνικολάου v. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(2001)1Β Α.Α.Δ. 1179). Καθοδηγητική επί του θέματος είναι η υπόθεση Phylactou v. Michael
(1982)1 C.L.R. 204, στην οποία ο Δικαστής Πικής (όπως ήταν τότε), επεξήγησε ότι θα ήταν αντινομικό εκ μέρους του πρωτόδικου Δικαστηρίου ν' αποφασίσει επί της ορθότητας οποιωνδήποτε γεγονότων που τίθενται ενώπιόν του στο στάδιο της αίτησης, διότι το έργο του εξαντλείται στο να διακρίνει κατά πόσο αποκαλύπτεται επαρκής υπεράσπιση, που είναι και το βασικό κριτήριο που θα δικαιολογούσε το επανάνοιγμα της υπόθεσης. Πέραν της ύπαρξης εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης, που είναι η κύρια και πρωταρχική προϋπόθεση που λαμβάνει υπόψη του το Δικαστήριο προτού ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια, λαμβάνει υπόψη του και κάποιους άλλους παρεμφερείς παράγοντες. Ένας από αυτούς είναι και η εξήγηση των λόγων παράλειψης εμφάνισης καθώς επίσης και τον χρόνο που διέρρευσε από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης του Δικαστηρίου μέχρι την καταχώρηση της αίτησης για παραμερισμό. Όμως στην υπόθεση Βίκα Πίκα Ντίσκο Λτδ v. Χαράλαμπου Σπανούδη
(1997)1 (Α) Α.Α.Δ. 28, λέχθηκε ότι το βασικό κριτήριο για το επανάνοιγμα μιας υπόθεσης είναι κατά πόσο ο αιτητής ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι έχει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση. Τα υπόλοιπα κριτήρια, όπως π.χ. η επιμέλεια την οποία επέδειξε και η ταχύτητα με την οποία έδρασε μετά την έκδοση της απόφασης εναντίον του, μολονότι είναι στοιχεία που μετρούν στην κρίση του Δικαστηρίου, δεν αναιρούν το πιο ουσιώδες, την ύπαρξη δηλαδή εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης. Ο αιτητής οφείλει να δράσει άμεσα από την ημερομηνία που θα λάβει γνώση για την έκδοση απόφασης εναντίον του. Όπως έχει λεχθεί στη Mine & Quarry Services Ltd v. Γεωργίου
(1993)1 Α.Α.Δ. 36, η ανεξήγητη αργοπορία είναι παράγοντας που προσμετρά κατά του διαδίκου που παρέλειψε να κινηθεί με την πρώτη δυνατή ευκαιρία για να διεκδικήσει το δικαίωμα να ξανανοίξει την υπόθεσή του. Στην υπόθεση Σκάρος v. 1. Π. Χριστοδούλου κ.α.
(1998)1 Α.Α.Δ. 291 καταγράφηκαν τα ακόλουθα: «Η γενική αρχή του δικαίου όπως προκύπτει από τις πιο πάνω αποφάσεις είναι ότι για να επιτύχει τον παραμερισμό μιας απόφασης ο αιτητής θα πρέπει να πείσει ότι έχει μια εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση στην απαίτηση που προβάλλεται εναντίον του. Μέσα σε αυτά τα πλαίσια το Δικαστήριο θα πρέπει να λάβει σοβαρά υπόψη από τη μια την ανάγκη διασφάλισης του δικαιώματος ενός διαδίκου να ακουστεί και από την άλλη την ταχεία διεκπεραίωση των δικαστικών διαδικασιών. Όμως η χωρίς ουσιαστικό λόγο παράλειψη του αιτητή να εμφανισθεί και η αδικαιολόγητη καθυστέρηση του να πάρει έγκαιρα μέτρα για την ακύρωση της πρωτόδικης απόφασης μπορεί να αποτελέσει λόγους για την απόρριψη της αίτησης.». Πρωταρχικό έργο του Δικαστηρίου σε τέτοιας φύσεως αιτήσεις, είναι να ισοζυγίσει τους δύο παράγοντες που είναι θεμελιώδεις για την απονομή της δικαιοσύνης, την ανάγκη, από τη μια, αποτελεσματικής διασφάλισης του δικαιώματος ακρόασης του διαδίκου και την ανάγκη, από την άλλη, διασφάλισης της ταχείας διεκπεραίωσης των δικαστικών υποθέσεων. Η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου στο κατά πόσο θα διατάξει τον παραμερισμό μιας απόφασης ή όχι, συναρτάται άμεσα από τη συμπεριφορά που επιδεικνύει ο αιτητής έναντι της δικαστικής διαδικασίας. Όπως αναφέρεται στην υπόθεση Phylactou v. Michael (ανωτέρω), όπου η συμπεριφορά του αιτητή είναι αδικαιολόγητη και προσβλητική σε βαθμό καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων του αντιδίκου, το Δικαστήριο μπορεί να μην διατάξει τον παραμερισμό της εκδοθείσας απόφασης. Διαπιστώνεται ότι οι Αιτητές - Εναγόμενοι 3, 4, 5 και 6 απέκρυψαν το γεγονός ότι τους είχε επιδοθεί η εκδοθείσα απόφαση στις 28/11/2011. Άφησαν το Δικαστήριο με την εντύπωση ότι από την επίδοση της αγωγής μέχρι και την επίδοση της αίτησης για οικονομική εξέταση δεν είχαν οποιαδήποτε ενημέρωση σε σχέση με τα τεκταινόμενα στην υπό κρίση αγωγή, κάτι που δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Οι Αιτητές γνώριζαν από τις 28/11/2011 ότι είχε εκδοθεί εναντίον τους απόφαση για το ποσό των €131.929,91 με τόκο προς 9% ετησίως. Για δέκα
(10)χρόνια έμειναν άπρακτοι, ήτοι μέχρι και το Μάρτιο 2021. Αυτό δεν μπορεί να παραγνωριστεί. Έχοντας κατά νου τις πιο πάνω παραταθείσες νομικές αρχές, προχωρώ να εξετάσω κατά πόσο οι Αιτητές - Εναγόμενοι 3, 4 , 5 και 6 έχουν καταδείξει σοβαρό και εύλογο λόγο για την παράλειψη τους να εμφανιστούν στο Δικαστήριο και αν κινήθηκαν με την πρώτη δυνατή ευκαιρία για να διεκδικήσουν το δικαίωμα επανάνοιξης της υπόθεσης. Οι Εναγόμενοι έχουν το βάρος να καταδείξουν ότι έχουν μία σοβαρή και εύλογη δικαιολογία για την παράλειψη τους να εμφανιστούν, καθώς και ότι επέδειξαν την ανάλογη επιμέλεια στο χειρισμό της υπόθεσης τους. Στη παρούσα περίπτωση τεχνηέντως οι Εναγόμενοι-Αιτητές δεν αποκάλυψαν ότι τους είχε επιδοθεί η απόφαση. Υπό αυτές τις περιστάσεις, αισθάνομαι ότι η στάση των Εναγομένων - Αιτητών, συνιστά περιφρόνηση των δικαιωμάτων των Εναγόντων - Καθ΄ων η αίτηση. Όπως αναφέρθηκε πιο πάνω όπου η συμπεριφορά εναγομένου είναι αδικαιολόγητη και περιφρονητική ώστε να δείχνει πλήρη παραγνώριση για τη δικαστική διαδικασία και για τα δικαιώματα του αντιπάλου του, και ως τέτοια κρίνω ότι είναι η συμπεριφορά των Εναγόμενων 3, 4, 5 και 6 - Αιτητών στην προκειμένη περίπτωση αφού ακόμα και μετά τη λήψη της απόφασης καθυστέρησαν για 10 χρόνια να καταχωρίσουν την υπό κρίση αίτηση, το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να αρνηθεί να παραμερίσει μια απόφαση ακόμα και σε περίπτωση αποκάλυψης συζητήσιμης υπεράσπισης. Η απόρριψη των ισχυρισμών των Εναγομένων 3, 4, 5 και 6 που επιχειρήθηκαν να προβληθούν για να δικαιολογήσουν τη μη εμφάνιση τους στη διαδικασία, θεωρώ ότι από μόνη της είναι ικανή να σφραγίσει την πορεία της υπό εξέτασης αίτησης. Παρά την πιο πάνω κατάληξη μου, θεωρώ σκόπιμο και ορθό, για σκοπούς πληρότητας της απόφασής μου, να εξετάσω και το ζήτημα κατά πόσο οι Εναγόμενοι 3, 4, 5 και 6 κατάφεραν να ικανοποιήσουν το Δικαστήριο με τα όσα παραθέτει στη Ένορκη Δήλωσή του ο Αιτητής - Εναγόμενος 3, ότι υπάρχει επί της ουσίας της υπόθεσης εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης. Σχετική είναι η υπόθεση Βύρων Τεγκεράκης, διαχειριστής της περιουσίας της αποβιωσάσης Κορίνας Τεγκεράκη (Χατζηπαναγή) Γιαννή v. Δήμου Λευκωσίας
(2005)1 Α.Α.Δ. 289 λέχθηκε ότι: «Η αποκάλυψη εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης προϋποθέτει και εξυπακούει κάτι περισσότερο από την απλή παράθεση της εκδοχής του αιτητή, δηλαδή προϋποθέτει την προσκόμιση στο Δικαστήριο κάποιων αποδεικτικών στοιχείων και μαρτυρίας υπό μορφή ένορκης δήλωσης, που να υποστηρίζουν την εκδοχή του αιτητή.». Στην υπόθεση Milouca Motor Trading Ltd v. Χρύσανθου Κούρτη,
(1997)1 Α.Α.Δ. 941, στη σελ.945, επεξηγούνται οι αρχές. Παρατίθενται δε τα πιο κάτω αποσπάσματα από αυτήν: «Εάν ένας διάδικος μπορεί απρόσκοπτα να επιδιώκει το επανάνοιγμα υπόθεσης, η σφραγίδα της οριστικότητας την οποία φέρει η απόφαση και όλα όσα αυτό εξυπακούει, καθώς και η βεβαιότητα την οποία προάγει στη διαχείριση των υποθέσεων του ανθρώπου θα απολεσθούν με οδυνηρές συνέπειες για την απονομή της δικαιοσύνης.» . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . «Το απαύγασμα της νομολογίας κατατείνει στο ότι το Δικαστήριο δεν πρέπει να επιδεικνύει υπέρμετρο ζήλο στην αποστέρηση του δικαιώματος του διαδίκου να ακουστεί νοουμένου ότι αποκαλύπτει υπεράσπιση. Εντούτοις το Δικαστήριο μπορεί, παρά ταύτα, να αρνηθεί να επανανοίξει την υπόθεση, εάν η διαγωγή του είναι τέτοια, ώστε να πλήττει το θεμέλιο της απονομής της δικαιοσύνης. Όπου η διαγωγή του διαδίκου ο οποίος εξαιτείται τον παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης, είναι ασυγχώρητη, περιφρονητική μέχρι βαθμού καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων του αντιδίκου, το Δικαστήριο δύναται ενασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια να αρνηθεί να παραμερίσει την απόφαση.». Οι Ενάγοντες με την αγωγή τους είχαν ισχυριστεί ότι στα πλαίσια γραπτής συμφωνίας είχαν παραχωρηθεί στους Εναγόμενους 1 και 2 δανειακές διευκολύνσεις ύψους €125.000 και προς τούτο είχε καταρτιστεί σχετική συμφωνία δανείου με καθορισμένους όρους. Οι Εναγόμενοι 1 και 2 δεν αμφισβήτησαν την συμφωνία δανείου, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την Αίτηση. Παρέθεσαν πολύ επιφανειακά και χωρίς οποιαδήποτε επεξήγηση ότι θεώρησαν ότι ήταν ενυπόθηκοι οφειλέτες και όχι εγγυητές, ότι το έγγραφο υποθήκης είναι άκυρο γιατί υπογράφτηκε μετά από ψευδείς παραστάσεις και ότι οι συμφωνίες που υπογράφηκαν περιέχουν όρους παράνομους ή/και ετεροβαρείς. Ως σωστά επισημαίνει η πλευρά των Εναγόντων, οι ισχυρισμοί που προέβαλαν οι Εναγόμενοι 3, 4, 5 και 6 επί της ύπαρξης καλής ή συζητήσιμης υπεράσπισης είναι πράγματι γενικοί, αόριστοι και ατεκμηρίωτοι, ακόμα και για σκοπούς κατάδειξης εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης. Δεν απαιτείται βέβαια σ' αυτό το στάδιο η τεκμηρίωση υπεράσπισης. Απαιτείται, όμως, η παραπομπή ή η αναφορά σε γεγονότα, έστω κατ' ισχυρισμό, που σε συνδυασμό με νομικές αρχές, να παρέχουν πραγματικό υπόβαθρο υπεράσπισης - άξιας να εξεταστεί στα πλαίσια μιας κανονικής ακροαματικής διαδικασίας. Δεν ενδιαφέρει το Δικαστήριο να γίνει αφηρημένη παραπομπή σε πιθανές υπερασπίσεις που δυνατό να τεθούν σε μια τέτοια υπόθεση - όπως περίπου γίνεται από τους Εναγόμενους 3, 4, 5 και 6. Ενδιαφέρει, να καταγραφούν οι αιτίες υπεράσπισης που δυνατό να παρέχονται στους συγκεκριμένους Εναγόμενους με βάση τα ιδιαίτερα περιστατικά και γεγονότα της δικής τους συγκεκριμένης υπόθεσης. Επί τούτου, κανένα στοιχείο δεν έχει προσκομιστεί. Ούτε και δίνονται οποιεσδήποτε λεπτομέρειες που να θέτουν τους ισχυρισμούς τους σε ένα λογικοφανές έστω πλαίσιο, άξιο λόγου και εξέτασης. Αντίθετα, προκύπτει από το Τεκμήριο 2 στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Ένσταση, στον όρο 15, ότι οι ίδιοι θα είναι υπεύθυνοι για την εξόφληση οποιουδήποτε ποσού καταστεί απαιτητό. Έχω τη γνώμη πως οι πιο πάνω θέσεις των Εναγομένων 3, 4, 5 και 6 είναι γενικόλογες και ατεκμηρίωτες τουλάχιστον εν συγκρίσει με το τι ευλόγως θα απαιτείτο και θα αναμένετο σε μία αίτηση παραμερισμού σύμφωνα με την προαναφερθείσα νομολογία. Η κατάδειξη υπεράσπισης είναι πρωταρχικό στοιχείο σε τέτοιου είδους αιτήσεις αφού, όπως έχει αναφερθεί και στην υπόθεση Τσεσμέλογλου ν. Σοφοκλέους
(2013)1 Α ΑΑΔ 64 «... αν δεν υπάρχει κάποια υπεράσπιση, τότε ο παραμερισμός δεν εξυπηρετεί.». Χωρίς το Δικαστήριο να έχει ενώπιον του τέτοια στοιχεία και γεγονότα, δεν μπορεί να στηριχθεί στους γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς των Εναγομένων 3, 4, 5 και 6, που δεν υποστηρίζονται παράλληλα με τα αναγκαία εκείνα στοιχεία και γεγονότα τα οποία θα μπορούσαν ενδεχομένως να οδηγήσουν στο να συμφωνήσει ή να διαφωνήσει το Δικαστήριο με τους ισχυρισμούς τους, χωρίς βέβαια να υπεισέρχεται στην ουσία της υπεράσπισης. Ασφαλώς δεν αναφέρομαι σε απόδειξη, από πλευράς των Εναγόμενων, γεγονότων και στοιχείων, αλλά παράθεση αυτών για να μπορέσει το Δικαστήριο, αφού τα λάβει υπόψη του, να διαγνώσει από μόνο του αν με βάση τα γεγονότα αυτά εγείρεται εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση ή συζητήσιμο σημείο. Έχοντας, λοιπόν, καταλήξει στο συμπέρασμα ότι δεν δόθηκε από τους Εναγόμενους 3, 4, 5 και 6 - Αιτητές ικανοποιητική και εύλογη εξήγηση για την παράλειψη εμφάνισης στην παρούσα αγωγή και έχοντας κατά νου ότι δεν έχει αποκαλυφθεί συζητήσιμη υπεράσπιση στην αγωγή, θεωρώ ότι η αίτηση θα πρέπει ν' απορριφθεί. Για όλα τα πιο πάνω, ασκώντας τη διακριτική ευχέρεια που έχει το Δικαστήριο επί του θέματος, θ' απορρίψω την Αίτηση με έξοδα υπέρ των Εναγόντων - Καθ' ων η αίτηση και εναντίον των Εναγομένων 3, 4, 5 και 6 - Αιτητών, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.): ............ Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Α. Ε. Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.