← Κύπρος

HUSSEIN κ.α. ν. ABBAS κ.α., Αγ. Αρ.: 1004/19, 3/3/2022

HUSSEIN κ.α. ν. ABBAS κ.α., Αγ. Αρ.: 1004/19, 3/3/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2022:A80 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. ΓΕΩΡΓΙΟΥ - ΑΝΤΩΝΙΟΥ, Α.Ε.Δ. Αγ. Αρ.: 1004/19 Μεταξύ:

  1. XXXXX XXXXX HUSSEIN Ενάγοντα -και-
  2. XXXXX XXXXX ABBAS
  3. A. C. EUROPA PROPERTIES LIMITED
  4. XXXXX Νεοκλέους
  5. XXXXX Χασάπης
  6. XXXXX Χασάπης Εναγόμενων Αίτηση ημερ. 19/07/19 για έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων εναντίον των Εναγομένων 2, 3, 4 και 5 Ημερομηνία: 3 Μαρτίου, 2022 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα - Αιτητή: κ. Θρασυβούλου για Νικόλας Θρασυβούλου Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενους 2 - 5 - Καθ΄ων η αίτηση: κ. Πελεκάνος για Ε. Πελεκάνος & ΣΙΑ και Β. & Α. Λοϊζου Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Aιτητής με μονομερή αίτησή του αιτήθηκε την έκδοση διαταγμάτων με τα οποία να απαγορεύεται στους Eναγόμενους - Kαθ΄ ων η αίτηση 2, 3, 4 και 5 ή και σε οποιονδήποτε αντιπρόσωπο ή υπάλληλο ή αξιωματούχο τους ή υπηρέτη τους ή και οποιοδήποτε πρόσωπο που ενεργεί εκ μέρους τους από το να πωλήσει ή/και υποθηκεύσει ή/και επιβαρύνει ή/και μεταβιβάσει ή/και διαθέσει ή/και με οποιοδήποτε τρόπο αποξενώσει το ακίνητο με αριθμό εγγραφής 6/XXXXX, Φ./Σχ. 41/XXXXX, Τμήμα 6, Τεμάχιο XXXXX, στη Λάρνακα. Επιπρόσθετα ζήτησε διάταγμα με το οποίο να απαγορεύεται η αποξένωση, από οποιονδήποτε, του 50% των μετοχών ή και 500 από τις 1000 μετοχές της Εναγόμενης 2 εταιρείας σε οποιοδήποτε τρίτο πρόσωπο. Τέλος ζήτησε την έκδοση διαταγμάτων που να απαγορεύουν την επιβάρυνση, με οποιονδήποτε τρόπο, τόσο του ακινήτου καθώς και των μετοχών της Εναγόμενης 2 εταιρείας. Η αίτηση βασίζεται στην Δ.48 θ.θ.1 - 13 και Δ.55 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, στα άρθρα 32 και 35 του περί Δικαστηρίων Νόμου, στα άρθρα 4, 5 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου και στη σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου. Το Δικαστήριο έκρινε πως η Αίτηση έπρεπε να επιδοθεί και έδωσε οδηγίες για επίδοσή της. Τα γεγονότα που υποστηρίζουν την αίτηση παρατέθηκαν σε ένορκη δήλωση του δικηγόρου κ. Γ. Βασιλείου, ο οποίος εκπροσωπεί τον Ενάγοντα - Αιτητή, γνώστη των γεγονότων και εξουσιοδοτημένου, δεόντως, από τον Eνάγοντα, λόγω του ότι ο ίδιος διαμένει στο εξωτερικό, στο Ιράκ, στην κατάρτιση της ενόρκου δηλώσεως. Σύμφωνα με τον Ομνύοντα ο Ενάγοντας - Αιτητής διαμένει μόνιμα στο Ιράκ, όμως επισκέπτεται την Κύπρο και έχει αποκτήσει άδεια μόνιμης διαμονής στη Δημοκρατία. Ο Εναγόμενος 1, μοναδικός μέτοχος της Εναγόμενης 2, φίλος του Ενάγοντα - Αιτητή τον Αύγουστο 2018 του πρότεινε να συνεργαστούν με το να αγοράσει το ½ του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 6/XXXXX, Φ./Σχ. 41/570401, Τμήμα 6, Τεμάχιο XXXXX, στη Λάρνακα, για το ποσό των €60.000 και ακολούθως να καταβάλει ο καθένας το 50% του κόστους ανέγερσης διαμερισμάτων επί του συγκεκριμένου ακινήτου. Ο Εναγόμενος 1 είχε προτείνει στον Ενάγοντα όπως αγοράσει 500 μετοχές της Εναγόμενης 2, έτσι ώστε η εταιρεία που θα αξιοποιούσε το ακίνητο να τους ανήκει σε ίσα μερίδια, πρόταση την οποία αποδέχθηκε ο Ενάγοντας - Αιτητής. Υπογράφτηκε και σχετική συμφωνία αγοράς μετοχών στις 20/08/2018, ήτοι 500 μετοχών. Το ποσό που ο Ενάγοντας - Αιτητής θα κατέβαλλε ανερχόταν στις €145.
  7. Το συγκεκριμένο ποσό αφορούσε, €60.000 για την αγορά του ½ μεριδίου στο συγκεκριμένο ακίνητο και το υπόλοιπο ποσό των €85.000 για τη συνεισφορά του στο κόστος της ανέγερσης των δυο διαμερισμάτων. Στις 20/08/2018 καταβλήθηκε στον Εναγόμενο 1 το ποσό των €120.000, στις 23/08/2018 κατατέθηκε στο Δήμο Λάρνακας η αίτηση για έκδοση πολεοδομικής άδειας και στις 19/09/2018 έγινε η αλλαγή των αξιωματούχων της Εναγόμενης 2 εταιρείας - Καθ΄ης η αίτηση. Τον Φεβρουάριο 2019, επικαλούμενος το γεγονός ότι δεν μπορούσε να εκδοθεί πολεοδομική άδεια, ο Εναγόμενος 1 εισηγήθηκε στον Ενάγοντα - Αιτητή να μην του καταβάλει το υπόλοιπο ποσό και να πωλήσουν το ακίνητο σε τρίτο πρόσωπο και ο Ενάγοντας - Αιτητής συμφώνησε. Τον Μάρτιο 2019 ο Εναγόμενος 1 ενημέρωσε τον Ενάγοντα - Αιτητή ότι είχε ανευρεθεί αγοραστής για το ακίνητο στην τιμή των €215.000 και ζήτησε την σύμφωνη γνώμη του. Ο αγοραστής, Λιβανέζος στην καταγωγή σύμφωνα με τα λεχθέντα του Εναγόμενου 1, θα κατέβαλλε το τίμημα με δόσεις και συγκεκριμένα €50.000 προκαταβολικά, €30.000 τέλος Απριλίου και το υπόλοιπο τον Ιούνιο, τις €75.000 σε επιταγή και τις €60.000 σε μετρητά. Η προκαταβολή καταβλήθηκε και ο Εναγόμενος 1 ζήτησε από τον Ενάγοντα όπως την κρατήσει ο ίδιος λόγω οικονομικών προβλημάτων που αντιμετώπιζε. Ο Ενάγοντας - Αιτητής συμφώνησε. Όμως η επόμενη δόση ουδέποτε καταβλήθηκε με τη δικαιολογία ότι δεν μπορούσαν τα λεφτά να μεταφερθούν λόγω των προβλημάτων που αντιμετώπιζε ο Λίβανος. Ο Ενάγοντας - Αιτητής λόγω των διαφορετικών δικαιολογιών που παρουσίαζε ο Εναγόμενος 1, σε σχέση με την καταβολή του τιμήματος πώλησης, επισκέφτηκε την Κύπρο τον Ιούλιο 2019 για να διαπιστώσει, σε επίσκεψή του στο Κτηματολόγιο, ότι το συγκεκριμένο ακίνητο ανήκει σε δυο Κύπριους και ότι υπάρχει κατατεθειμένο πωλητήριο έγγραφο αλλά δεν έχει γίνει η μεταβίβαση επ' ονόματί τους. Επικοινωνώντας με τον Εναγόμενο 1 ενημερώθηκε ότι είχε πωλήσει τις μετοχές της Εναγόμενης 2 στους Εναγόμενους 3, 4 και 5, ότι είχε δώσει τα λεφτά της πώλησης σε κάποιον στον οποίο χρωστούσε και ότι είχε φύγει από την Κύπρο. Είναι η θέση του Ομνύοντα ότι σε έρευνα που διενεργήθηκε στον Έφορο Εταιρειών διαφάνηκε ότι στις 08/03/2019 κατατέθηκαν αιτήσεις για αλλαγή αξιωματούχων και μεταβίβαση μετοχών υπογραμμένες μόνο από τον Εναγόμενο 1 και ότι φαίνονται οι Εναγόμενοι 3, 4 και 5 ως νέοι διευθυντές της Εναγόμενης 2 εταιρείας - Καθ΄ ης η αίτηση. Είναι ο ισχυρισμός του ότι η συγκεκριμένη μεταβίβαση των μετοχών είναι παράνομη λόγω των προνοιών του Καταστατικού Εγγράφου της Εναγόμενης 2 και συγκεκριμένα του άρθρου 8 το οποίο προνοεί ότι δεν μπορεί ένας μέτοχος να μεταβιβάσει σε τρίτο πρόσωπο μετοχές που κατέχει στην εταιρεία χωρίς την έγγραφη ειδοποίηση προς τους υπόλοιπους μετόχους της εταιρείας. Κατά τη δική του άποψη υπάρχει πλαστογράφηση της υπογραφής του στις απαιτούμενες αιτήσεις προς τον Έφορο Εταιρειών. Περαιτέρω ισχυρίζεται ότι ο Ενάγοντας - Αιτητής τεκμηρίωσε την σκευωρία και συνωμοσία σε βάρος του από τον Εναγόμενο 1 σε επικοινωνία που είχε με τον αρχιτέκτονα που ασχολείτο με το επίδικο ακίνητο ο οποίος τον πληροφόρησε ότι η αρχική τιμή αγοράς του ακινήτου ήταν €60.000 και όχι €120.000, οπόταν με τα λεφτά που είχε καταβάλει ο Ενάγοντας έπρεπε να καταστεί ιδιοκτήτης ολόκληρου του ακινήτου, ότι οι επιταγές με τις οποίες ο Εναγόμενος 1 πλήρωσε για την αγορά του ακινήτου συνεχίζουν να είναι ακάλυπτες καθώς και ότι οι νέοι ιδιοκτήτες αγόρασαν το ακίνητο στην τιμή των €120.
  8. Είναι η θέση του Ομνύοντα ότι οι Εναγόμενοι 1 - 5 συνωμότησαν με σκοπό την εξαπάτησή του Ενάγοντα - Αιτητή και την οικειοποίηση της περιουσίας του παράνομα και ή την κατακράτηση της περιουσίας του με ψευδείς παραστάσεις και ή με παράνομη συμπεριφορά και αποκρύπτοντας πληροφορίες. Συγκεκριμένα ο Εναγόμενος 1 εξαπάτησε τον Ενάγοντα - Αιτητή ότι βρήκε αγοραστή για την πώληση του ακινήτου σε συμφέρουσα τιμή, στη συνέχεια του ανέφερε ότι οι αγοραστές ήταν λιβανέζικη εταιρεία και λόγω των συνθηκών αντιμετώπιζε προβλήματα στην αποστολή των δόσεων πλην της πρώτης, ήτοι €50.000, την οποία κράτησε ο ίδιος γιατί είχε οικονομικές δυσκολίες. Στη συνέχεια όλοι οι Εναγόμενοι - Καθ΄ ων η αίτηση συντονισμένα και μεθοδευμένα υφάρπαξαν τις μετοχές του στην Εναγόμενη 2 εταιρεία - Καθ΄ ης η αίτηση με δόλο και προσπαθούν να πωλήσουν το ακίνητο, στον Εναγόμενο 5, το οποίο είναι και το μόνο περιουσιακό στοιχείο της Εναγόμενης 2 εταιρείας. Προωθεί τη θέση ότι πληρούνται οι δυο πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου 32, ήτοι ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Όσο αφορά την τρίτη προϋπόθεση υποστηρίζει ότι αν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα, δεδομένης της δόλιας συμπεριφοράς των Εναγομένων - Καθ' ων η αίτηση 2, 3, 4 και 5, ο κίνδυνος περαιτέρω αποξένωσης των μετοχών είναι ορατός καθιστώντας την επιστροφή τους αδύνατη. Κατά τη δική του άποψη δεν θα προκληθεί οποιαδήποτε ζημιά στους Εναγόμενους - Καθ΄ ων η αίτηση από την έκδοση των διαταγμάτων αλλά αντίθετα θα διατηρηθεί το status quo μέχρι την τελική εκδίκαση της αγωγής. Λόγω των οδηγιών του Δικαστηρίου για την επίδοση της συγκεκριμένης Αίτησης, με την επίδοσή της αντιμετωπίστηκε από τους Εναγόμενους - Καθ΄ ων η αίτηση 2, 3, 4 και 5 με την καταχώριση Ένστασης στην οποία προβάλλονται δεκαεννέα

(19)λόγοι ένστασης, κάποιοι από τους οποίους είναι επαναλαμβανόμενοι, οι οποίοι μπορούν να συνοψιστούν ως ακολούθως: Ότι η αίτηση είναι νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη και αστήριχτη, ότι η αγωγή ηγέρθηκε παράνομα, παράτυπα και αντικανονικά, ότι οι θεραπείες που ζητούνται με την αγωγή και την αίτηση και αφορούν τις μετοχές διεκδικούνται παράτυπα και αντικανονικά, ότι η έγερση της αγωγής και της αίτησης εναντίον της Εναγόμενης 2 εταιρείας είναι λανθασμένη, παράτυπη και αντικανονική, ότι η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση είναι παράτυπη και αντικανονική γιατί γίνεται από δικηγόρο, ότι δεν δικαιολογείται η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, ότι δεν παρατίθενται οποιαδήποτε στοιχεία που να δικαιολογούν την έκδοση των διαταγμάτων, ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτει ο Νόμος για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, ότι δεν υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, ότι δεν υπάρχει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας της αγωγής, ότι δεν είναι δύσκολο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, ότι δεν είναι δίκαιη ή πρόσφορη η έκδοση των διαταγμάτων, ότι ο Ενάγοντας - Αιτητής δεν προσήλθε με καθαρά χέρια, ότι δεν προέβη σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων, ότι απέκρυψε ουσιώδη γεγονότα για να παραπλανήσει το Δικαστήριο, ότι η αίτηση είναι κακόπιστη και καταχρηστική, ότι γίνεται για αλλότριους σκοπούς και ότι καταχωρίστηκε για σκοπούς ψαρέματος. Η Ένσταση βασίζεται στα άρθρα 29, 30 - 32 και 35 του περί Δικαστηρίων Νόμου, στα άρθρα 4, 5, 6, 7 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, στον περί Επιβαρυντικών Διαταγμάτων Νόμο Ν.31(Ι)/1992, στα άρθρα 2, 3, 4 και 5 του περί Δόλιων Μεταβιβάσεων (Ακύρωση) Νόμου, στις αρχές των Mareva Injunctions, στις αρχές της καλής πίστης, στον περί Εταιρειών Νόμο, στους περί Εταιρειών Κανονισμούς, στις αρχές της φυσικής δικαιοσύνης, στην Δ.39 θ.θ. 1 και 2, Δ.48 θ.θ. 1 - 4, 8 και 9 - 13, Δ.57 και Δ.64 θ.θ. 1 και 2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στις αρχές της νομολογίας, στις αρχές της επιείκειας και στις συμφυείς και γενικές εξουσίες του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα τα οποία υποστηρίζουν την Ένσταση παρατέθηκαν σε ένορκη δήλωση του Εναγόμενου 4 - Καθ΄ ου η αίτηση ο οποίος τα γνωρίζει προσωπικά λόγω της άμεσης εμπλοκής του στην υπόθεση και λόγω των εγγράφων που έχει στην κατοχή του. Είναι η θέση του ότι είναι ένας εκ των διευθυντών της Εναγόμενης 2 - Καθ΄ ης η αίτηση και είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος τόσο από την Εναγόμενη 2 καθώς και από τους Εναγόμενους 3 και 5 στην κατάρτιση της συγκεκριμένης. Προωθεί την άποψη ότι το γεγονός ότι η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την Αίτηση γίνεται από δικηγόρο που εκπροσωπεί τον Ενάγοντα - Αιτητή αντίκειται στους κανόνες της πρακτικής και καθιστά την διαδικασία παράτυπη και αντικανονική. Ισχυρίζεται, ο Ομνύοντας, ότι ο Ενάγοντας - Αιτητής δεν γνωρίζει τα γεγονότα για τα οποία ορκίζεται γιατί τα όσα αναφέρει σε σχέση με τον τρόπο καταβολής του τιμήματος αγοράς δεν ανταποκρίνονται στη συμφωνία Τεκμήριο 3 την οποία ο ίδιος επισύναψε ενώ δεν επισυνάπτει τα Παραρτήματα Β και Γ της συγκεκριμένης συμφωνίας αποκρύβοντας ουσιώδη γεγονότα. Κατά τη δική του άποψη ο Ενάγοντας - Αιτητής εμποδίζεται από του να ισχυρίζεται ότι η πώληση του ακινήτου έγινε εν αγνοία του ή χωρίς τη συγκατάθεσή του αφού ο ίδιος δηλώνει ότι είχε ενημερωθεί από τον Εναγόμενο 1 και είχε συγκατατεθεί, οπόταν η πρόθεση ήταν κοινή. Εν πάση περιπτώσει όπως προκύπτει από το Τεκμήριο 6, της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την Αίτηση, ο Ενάγοντας - Αιτητής βρισκόταν στην Κύπρο από τον Μάρτιο 2019 και μπορούσε να ενημερωθεί για το τι συνέβαινε σε σχέση με το ακίνητο. Είναι η θέση του Ομνύοντα ότι τόσο ο ίδιος καθώς και οι Εναγόμενοι 3 και 5 - Καθ΄ων η αίτηση είναι επιχειρηματίες και ασχολούνται με την ανάπτυξη, πώληση και εκμετάλλευση ακινήτων. Ο ίδιος είχε προσεγγιστεί από τον Εναγόμενο 1, τον Ιανουάριο 2019, ο οποίος του ανέφερε ότι τόσο ο ίδιος καθώς και ο συνέταιρος του ενδιαφέρονταν να πωλήσουν το ρηθέν ακίνητο. Την 01/02/2019 υπογράφτηκε συμφωνία κράτησης του ακινήτου και καταβλήθηκε το ποσό των €10.000 ενώ ως τιμή πώλησης καθορίστηκε το ποσό των €135.
  1. Στις 11/02/2019 υπογράφτηκε συμφωνία για την αγορά του ακινήτου για το ποσό των €75.000, που ανταποκρινόταν στην εκτιμημένη αξία του ακινήτου από το Κτηματολόγιο. Το πωλητήριο έγγραφο κατατέθηκε στις 19/02/2019 στο Κτηματολόγιο και έλαβε αριθμό ΠΩΕ 211/
  2. Ακολούθησε, αρχές Μαρτίου 2019, εισήγηση από τον Εναγόμενο 1 για τη μεταβίβαση των μετοχών της Εναγόμενης 2 εταιρείας - Καθ΄ ης η αίτηση έτσι ώστε να αποφευχθούν οι καθυστερήσεις μεταβίβασης στο Κτηματολόγιο αλλά και για διευκόλυνση των ιδίων σε σχέση με τις διαδικασίες έκδοσης των αδειών αφού οι αιτήσεις είχαν υποβληθεί εκ μέρους της Εναγόμενης 2 εταιρείας, ως ιδιοκτήτριας του ακινήτου. Οι ίδιοι αποδέχθηκαν και στις 08/03/2019 προχώρησαν στην εκτέλεση των σχετικών εγγράφων και κατέβαλαν το συνολικό ποσό των €74.500 με επιταγές εκδομένες επ' ονόματι του Εναγόμενου 1 ως πληρεξούσιου αντιπροσώπου της Εναγόμενης 2, η οποία δεν διατηρούσε τραπεζικό λογαριασμό ή λογιστικά βιβλία και για αυτό αποκόπηκε το ποσό των €500 από την τιμή πώλησης του ακινήτου. Καταβλήθηκε συνολικά το ποσό των €134.
  3. Υποστηρίζει ότι η μεταβίβαση των μετοχών και η αντικατάσταση των αξιωματούχων της Εναγόμενης 2 εταιρείας έγινε νόμιμα και κανονικά και σύμφωνα με τις διαδικασίες του Εφόρου Εταιρειών. Προωθεί, ο Ομνύοντας, την άποψη ότι η συγκεκριμένη διαφορά αφορά σε χρηματική διαφορά μεταξύ του Ενάγοντα - Αιτητή και του Εναγόμενου 1 και δεν αφορά τους Εναγόμενους 2, 3, 4 και 5 - Καθ΄ ων η αίτηση για αυτό και δεν πρέπει να οδηγήσει σε δήμευση του ακινήτου ή των μετοχών της Εναγόμενης
  4. Αρνείται τους ισχυρισμούς για συνομωσία, κακοπιστία ή συνέργεια με τον Εναγόμενο 1 και ισχυρίζεται ότι τόσο ο ίδιος καθώς και οι Εναγόμενοι 3 και 5 - Καθ΄ ων η αίτηση αγόρασαν το συγκεκριμένο ακίνητο με σκοπό την ανάπτυξή του βάσει σχετικής άδειας οικοδομής και για την αγορά του καταβλήθηκε ποσό το οποίο υπερέβαινε την εκτιμημένη αξία. Κατά τον Ομνύοντα όλες οι πράξεις αλλά και κάθε μια ξεχωριστά έγιναν καλόπιστα, νόμιμα και κανονικά και η αγορά των μετοχών έγινε έναντι νόμιμου ανταλλάγματος. Υποστηρίζει ότι δεν συντρέχουν οι απαιτούμενες προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων γιατί δεν αποκαλύπτεται σοβαρό θέμα προς εκδίκαση αλλά ούτε και πιθανότητα επιτυχίας αφού πρόκειται για χρηματική διαφορά μεταξύ του Ενάγοντα και του Εναγόμενου 1, δεν θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη στον Ενάγοντα σε μεταγενέστερο στάδιο και δεν θα υποστεί οποιαδήποτε ανεπανόρθωτη ζημιά από τη μη έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Καταλήγει ότι οι Εναγόμενοι - Καθ΄ ων η αίτηση έχουν τόσο κινητή όσο και ακίνητη περιουσία αλλά και οικονομική δυνατότητα να ανταποκριθούν σε περίπτωση έκδοσης απόφασης εναντίον τους. Όμως σε περίπτωση έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων οι Εναγόμενοι 2, 3, 4 και 5 - Καθ΄ ων η αίτηση θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά καθότι θα εμποδιστούν από του να αναπτύξουν και αξιοποιήσουν την ακίνητη περιουσία με αποτέλεσμα να υπόκεινται σε ζημιές. Με ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου δόθηκε άδεια για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης από τον Ενάγοντα - Αιτητή αλλά και από τους Εναγόμενους 2, 3, 4 και 5 - Καθ΄ ων η αίτηση. Στην συμπληρωματική ένορκη δήλωση του Ενάγοντα - Αιτητή, στην οποία ορκίζεται ο ίδιος, ισχυρίζεται ότι οι ισχυρισμοί που περιέχονται στην ένορκη δήλωση του Εναγόμενου 3 - Καθ΄ ου η αίτηση συνιστούν εκ των υστέρων σκέψεις και μια προσπάθεια να διαστρεβλωθεί η αλήθεια. Περαιτέρω απαντά στον ισχυρισμό των Εναγόμενων 2, 3, 4 και 5 - Καθ΄ ων η αίτηση ότι είναι ανεπιθύμητο η ένορκη δήλωση να γίνεται από δικηγόρο, εξηγεί ότι ο ίδιος απουσίαζε από την Κύπρο στις 19/07/2019 και ότι την πιστωτική του κάρτα την χρησιμοποιούν τα παιδιά του τα οποία διαμένουν, σπουδάζουν και εργάζονται στην Κύπρο. Υποστηρίζει ότι όλα τα γεγονότα τα εξιστόρησε ο ίδιος στον δικηγόρο του και η πηγή γνώσης του είναι ο ίδιος. Ισχυρίζεται ότι ο ίδιος ρωτήθηκε για την πώληση του ακινήτου μετά που το ακίνητο καθώς και οι μετοχές του στην Εναγόμενη 2 εταιρεία είχαν πωληθεί. Υποστηρίζει ότι τόσο ο Εναγόμενος 1 καθώς και οι Εναγόμενοι 2, 3, 4 και 5 - Καθ΄ ων η αίτηση βιάζονταν να ολοκληρώσουν τις διαδικασίες μεταβίβασης πριν ο ίδιος ενημερωθεί. Όσο αφορά το πληρεξούσιο έγγραφο, το οποίο συνιστά μέρος του Τεκμηρίου 2 στην Ένσταση, υποστηρίζει ότι είναι πλαστό. Ουδέποτε το είδε και ουδέποτε το υπέγραψε και έδωσε οδηγίες στους δικηγόρους του να υποβάλουν καταγγελία. Υποστηρίζει ότι θα είναι πολύ δύσκολο να ανακτήσει τη συγκεκριμένη περιουσία στην περίπτωση επιτυχίας της αγωγής του γιατί σκοπός των Εναγόμενων 2, 3, 4 και 5 - Καθ΄ ων η αίτηση είναι η ανάπτυξη του ακινήτου με την ανέγερση διαμερισμάτων και η πώλησή τους. Στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση του Εναγόμενου 4 - Καθ΄ ου η αίτηση αναφέρεται στο πληρεξούσιο έγγραφο ημερομηνίας 25/10/2018, μέρος του Τεκμηρίου 2 στην Ένσταση και σημειώνει ότι το συγκεκριμένο είναι κατατεθειμένο στο φάκελο του Κτηματολογίου με αριθμό ΠΩΕ211/2019 που αφορά την αγορά του συγκεκριμένου ακινήτου. Λόγω του ισχυρισμού του Ενάγοντα - Αιτητή ότι το συγκεκριμένο πληρεξούσιο είναι πλαστό, ο ίδιος προέβη σε έρευνα στο Κτηματολόγιο και εντόπισε στο φάκελο της δήλωσης μεταβίβασης με αριθμό Π2822/18 που αφορά το επίδικο ακίνητο όπου και εντόπισε το Πληρεξούσιο έγγραφο / Ψήφισμα της εταιρείας ημερ. 25/10/
  5. Διαπίστωσε ότι τα δυο έγγραφα, το Τεκμήριο 2 στην Ένσταση και το Τεκμήριο Β στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση έχουν πιστοποιηθεί από το ίδιο πρόσωπο, την κα Παναγιώτου και έχουν υπογραφτεί από τα ίδια πρόσωπα ήτοι τον Εναγόμενο 1, τον κ. Λάρκου και τον Ενάγοντα. Η πιστοποιών υπάλληλος, κα Παναγιώτου, ισχυρίζεται ότι πιστοποιήθηκαν οι υπογραφές από την ίδια στην παρουσία του Ενάγοντα - Αιτητή, του δικηγόρου κου Λάρκου και του Εναγόμενου 1 καθώς επίσης και ότι πιστοποίησε την υπογραφή του Ενάγοντα - Αιτητή στην συμφωνία αγοράς μετοχών ημερομ. 20/08/
  6. Η κα Παναγιώτου επιβεβαίωσε ότι το ίδιο πρόσωπο το οποίο υπέγραψε τα τρία έγγραφα σε διαφορετικές ημερομηνίες ήταν ο Ενάγοντας και ο λόγος που θυμάται τον Ενάγοντα είναι γιατί αστειευόντουσαν αναφορικά με ένα από τα ονόματά του, το «Alladin», λόγω του γνωστού παραμυθιού. Επίσης θυμάται ότι όλες οι συναντήσεις των μερών έγιναν στο γραφείο του κ. Λάρκου. Σε σχέση με τα γεγονότα που μπορούσε να θυμηθεί ετοίμασε υπεύθυνη δήλωση η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο Γ. Είναι η θέση του Ομνύοντα ότι τα δυο πληρεξούσια εκτελέστηκαν την ίδια ημερομηνία από τα ίδια πρόσωπα και πιστοποιήθηκαν ταυτόχρονα από την ίδια πιστοποιούσα υπάλληλο. Χρησιμοποιήθηκαν το πρώτο, Τεκμήριο Β, για την αγορά και μεταβίβαση του ακινήτου στην Εναγόμενη 2 εταιρεία και το δεύτερο, Τεκμήριο 2 στην Ένσταση, χρησιμοποιήθηκε για την πώληση του ακινήτου στους Εναγόμενους 3 και
  7. Επιπρόσθετα προωθεί τη θέση ότι ο δικηγόρος κ. Λάρκου, διευθυντής της Εναγόμενης 2 εταιρείας, τους διαβεβαίωσε ότι είχε οδηγίες και από τους δυο μετόχους της να προχωρήσει με τη διαδικασία μεταβίβασης των μετοχών και ότι όλα θα γίνονταν νομότυπα. Ακολούθως στις 06/06/2019 ενημερώθηκε από το δικηγόρο ότι είχαν εκδοθεί τα νέα πιστοποιητικά της Εναγόμενης 2 εταιρείας - Καθ΄ ης η αίτηση που αφορούσαν την πώληση των μετοχών και την αλλαγή των αξιωματούχων της Εναγόμενης
  8. Μετά την επίδοση της υπό κρίση αγωγής ζητήθηκε από τον κ. Λάρκου να αναλάβει την υπόθεση, λόγω του ότι γνώριζε τα γεγονότα, αλλά τους αναφέρθηκε ότι υπήρχε σύγκρουση συμφερόντων γιατί εκπροσωπούσαν τον Ενάγοντα - Αιτητή και σε άλλες υποθέσεις ενώπιον του Οικογενειακού Δικαστηρίου. Ακολούθησε επίσκεψη στα γραφεία του συγκεκριμένου δικηγόρου για να τους παραδοθεί ο φάκελος της Εναγόμενης 2 εταιρείας - Καθ΄ ης η αίτηση αλλά αντί αυτού τους δόθηκε ένα πληρεξούσιο έγγραφο το οποίο δεν είχε χρησιμοποιηθεί και το οποίο επισύναψε ως Τεκμήριο Ε. Με δεδομένο ότι ο δικηγόρος του Ενάγοντα - Αιτητή είναι το πρόσωπο που διενήργησε και ολοκλήρωσε τις διαδικασίες σε σχέση με την Εναγόμενη 2 εταιρεία - Καθ΄ ης η αίτηση και έχοντας υπόψη ότι ο Ενάγοντας δεν έχει οποιοδήποτε παράπονο εναντίον του το μόνο λογικό συμπέρασμα είναι ότι ο δικηγόρος του τον ενημέρωσε για την πώληση των μετοχών και την μεταβίβασή τους καθώς και για την πώληση του ακινήτου. Και οι δυο συνήγοροι προώθησαν τις εκατέρωθεν θέσεις διαβιβάζοντας στο Δικαστήριο εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις στις οποίες εξέθεσαν με λεπτομέρεια τις θέσεις τους. Δεν αντεξετάστηκε οποιοσδήποτε εκ των ενόρκως δηλούντων. Το Δικαστήριο έχει κατά νου το περιεχόμενο των γραπτών αγορεύσεων και θα κάνει αναφορά σ΄ αυτό όπου το κρίνει απαραίτητο. ΓΕΓΟΝΟΤΑ Ο Ενάγοντας - Αιτητής μαζί με τον Εναγόμενο 1 ήταν μέτοχοι, 500 μετοχές ο καθένας τους, στην Εναγόμενη 2 εταιρεία - Καθ΄ ης η αίτηση η οποία ήταν ιδιοκτήτρια του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 6/XXXXX, Φ./ΣΧ.41/570401, Τμήμα 6, Τεμάχιο XXXXX, στη Λάρνακα. Για τη συμμετοχή του στην Εναγόμενη 2 εταιρεία - Καθ΄ ης η αίτηση και για την όλη επένδυση είχε καταβάλει, τον Αύγουστο 2018, στον Εναγόμενο 1 το ποσό των €120.
  9. Αποφασίστηκε, από τον Εναγόμενο 1 με τη σύμφωνη γνώμη του Ενάγοντα, η πώληση του ακινήτου και το ακίνητο αγοράστηκε, στις 11/02/2019, από τους Εναγόμενους 3 και 4 και το σχετικό πωλητήριο έγγραφο κατατέθηκε στο Κτηματολόγιο Λάρνακας και έλαβε αριθμό ΠΩΕ211/
  10. Ακολούθως οι Εναγόμενοι 3 και 4 αγόρασαν τις μετοχές της Εναγόμενης 2 εταιρείας - Καθ΄ ης η αίτηση λόγω του ότι η Εναγόμενη 2 - Καθ΄ ης η αίτηση ήταν αυτή που είχε προβεί σε όλες τις ενέργειες για αξιοποίηση του ακινήτου που είχαν αγοράσει, ήτοι υποβολή αδειών οικοδομής κ.ο.κ. Μέσω δικηγόρου της Εναγόμενης 2 - Καθ΄ης η αίτηση αλλά και του Ενάγοντα - Αιτητή διενεργήθηκαν οι απαραίτητες ενέργειες για αλλαγή των μετόχων της Εναγόμενης 2 εταιρείας και των διευθυντών της. Ο Ενάγοντας - Αιτητής ισχυρίζεται ότι γνώριζε για την πώληση του ακινήτου αλλά δεν γνώριζε ότι οι αγοραστές ήταν Κύπριοι, ότι είχαν καταβάλει τίμημα και ότι είχαν αγοράσει και την Εναγόμενη 2 εταιρεία και επιχειρεί με την υπό κρίση αίτηση να σταματήσει τη μεταβίβαση του συγκεκριμένου ακινήτου και να επανακτήσει τις μετοχές του στην Εναγόμενη 2 εταιρεία. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Προτού προχωρήσω να εξετάσω τα ζητήματα που έχουν εγερθεί, θεωρώ κατάλληλο στάδιο να συνοψίσω τη νομική πτυχή που διέπει αιτήσεις για έκδοση τέτοιου είδους διαταγμάτων. Το ουσιαστικό δίκαιο για την έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων παρέχεται στο άρθρο 32 του Ν.14/60, ενώ η δικονομία για τέτοια διατάγματα προσδιορίζεται από τον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο και Κανονισμούς. Το άρθρο 32 παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία εξουσία σχετικά με την έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων. Οι ουσιαστικές προϋποθέσεις που το άρθρο αυτό καθορίζει ότι πρέπει να συντρέχουν, για να έχει το Δικαστήριο τη διακριτική ευχέρεια να εκδίδει παρεμπίπτοντα διατάγματα που θα έκρινε δίκαια ή πρόσφορα, είναι οι εξής: Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας, η πιθανότητα να υποστεί ο ενάγων ανεπανόρθωτη ζημιά καθώς επίσης ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εκτός εάν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Όσον αφορά τις προϋποθέσεις για την έκδοση ενός απαγορευτικού διατάγματος και κατά πόσο αυτές ικανοποιούνται στην υπό εξέταση υπόθεση, καθοδήγηση μπορεί να αντληθεί από σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Οι αποφάσεις των Κυπριακών Δικαστηρίων που έχουν αναλύσει τις προϋποθέσεις έκδοσης προσωρινών διαταγμάτων βάσει του άρθρου 32 του Ν.14/60, είναι πολλές. Ενδεικτικά και μόνο αναφέρω τις υποθέσεις Odysseos v. Pieris Estates and Others
(1982)1 C.L.R. 557, Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263, A.B.P. Holdings Ltd ν. Κιταλίδη κ.ά. (Αρ. 2)
(1994)1 Α.Α.Δ. 694. Στην τελευταία απόφαση τονίζεται ότι το άρθρο 32 του Ν.14/60 παρέχει στα Δικαστήρια ευρύτατες εξουσίες για έκδοση οποιωνδήποτε διαταγμάτων, όταν κάτι τέτοιο κρίνεται δίκαιο ή πρόσφορο χωρίς να τίθεται κανένας περιορισμός. Τα ίδια επαναλήφθηκαν και στην υπόθεση Παντελίδη ν. Πιερή
(1998)1(Δ) Α.Α.Δ. 2111. Επιπρόσθετα, με τις πιο πάνω προϋποθέσεις, το Δικαστήριο έχει καθήκον να σταθμίσει αν είναι εύλογο και δίκαιο να εκδώσει το διάταγμα (βλ. Bacardi v. Vinco
(1996)1(B) A.A.Δ. 788, Mitsingas v. Timberland
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1791 και Akis Express v. Aris Express
(1998)1(A) A.A.Δ. 149). Σχετικό είναι και το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση στην υπόθεση Recnex Trading Limited, Ιωάννη Μιχαηλίδη ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λίμιτεδ Πολ. Εφ. 71/2011 ημερ. 16/04/2014, ECLI:CY:AD:2014:A269: «Βρίσκουμε ότι τα γεγονότα της υπόθεσης είναι τέτοια ώστε δεν κρίνουμε σκόπιμο να προσθέσουμε οτιδήποτε άλλο παρά μόνο να παραπέμψουμε στις ΑΒΡ Holdings v. Κιταλίδη
(1994)1 Α.Α.Δ. 694, 699, C. Phasarias (Automotive Centre) Ltd v. Σκυροποιία «Λεωνίκ» Λτδ
(2001)1 Α.Α.Δ. 785 και στην Πολιτική Έφεση 52/10 Aspis Liberty Life Insurance Public Co Ltd v. E. Σιακατίδου, ημερ. 19.3.2014. Αποδίδεται ευρύτατη εξουσία στο Δικαστήριο να εκδώσει οποιοδήποτε παρεμπίπτον απαγορευτικό, προστακτικό διάταγμα όταν κρίνει ότι αυτό είναι δίκαιο ή πρόσφορο υπό τις περιστάσεις χωρίς οποιοδήποτε περιορισμό.» Στην υπόθεση T. A. Micrologic Consultants Ltd ν. Microsoft Corporation
(2002)1(Γ) ΑΑΔ 1802 ο έντιμος Δικαστής κ. Νικολάου διατύπωσε το θέμα ως εξής : «Σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του. Αυτό είναι το πραγματικό νόημα των επί του θέματος αποφάσεων μας: βλ. ενδεικτικά τις υποθέσεις Constantinides v. Makriyiorghou
(1978)1 C.L.R. 585, Odysseos v. Pieris Estates & Others
(1982)1 C.L.R. 557 και Κυτάλα v. Χρυσάνθου κ.α.
(1996)1 Α.Α.Δ. 253. Αυτό συχνά παραγνωρίζεται στα Επαρχιακά Δικαστήρια τόσο από δικηγόρους όσο και από Δικαστές με αποτέλεσμα η διαδικασία να γίνεται απαραδέκτως πολύπλοκη και μακρά». (Βλ. επίσης Hazelwood Investment & Finance Ltd v. XXX Manuel κ.α. Πολ. Εφ. Ε14/17 και Ε209/17 ημερ. 16/07/19). Επομένως, το Δικαστήριο περιορίζεται και προσεγγίζει το μαρτυρικό υλικό με μόνο σκοπό τη διακρίβωση της ύπαρξης ή όχι των πιο πάνω προϋποθέσεων και κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. Ο αιτητής είναι αυτός που πρέπει να πείσει το Δικαστήριο ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, ως επίσης και για το δίκαιο και εύλογο της έκδοσής του ή της διατήρησής του σε ισχύ εάν εκδοθεί μονομερώς. Το πραγματικό υπόβαθρο των γεγονότων, στα πλαίσια των οποίων εξετάζεται η αίτηση, τίθεται με τις ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν την αίτηση και την ένσταση αντίστοιχα, δεδομένης πάντα της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από την Δ.39 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Το ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί σε σχέση με τις πρώτες δύο προϋποθέσεις, των οποίων η αλληλουχία επιτρέπει την από κοινού εξέταση, είναι αν έχουν καταδειχθεί τέτοιες σοβαρές ενδείξεις δικαιωμάτων εκ μέρους του Ενάγοντα - Αιτητή ώστε σε συσχετισμό με τη δικογραφία της αίτησης και το αγώγιμο του δικαίωμα να οδηγούν στη διαπίστωση σοβαρού ζητήματος με ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας γίνεται με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία η οποία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας (βλ. Ανδρέας Σάββα Κυτάλα v. Άννα Χρυσάνθου
(1996)1 Α.Α.Δ. 253, 257-8). Εξετάζοντας κατά πόσο υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. Το συγκεκριμένο ακίνητο, όπως προκύπτει από γεγονότα που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, είναι εγγεγραμμένο στην Εναγόμενη 2 εταιρεία - Καθ΄ ης η αίτηση, σύμφωνα και με το Τεκμήριο 2 που έχει επισυναφθεί στην Αίτηση. Με βάση το πωλητήριο έγγραφο ημερομηνίας 11/02/2019, Τεκμήριο 2 στην Ένσταση, πωλήθηκε από την Εναγόμενη 2 εταιρεία στους Εναγόμενους 3 και 4 - Καθ΄ων η αίτηση. Εκ μέρους της Εναγόμενης 2 εταιρείας για την πώληση υπέγραψε ο Εναγόμενος 1, ο οποίος είχε εξουσιοδοτηθεί με πληρεξούσιο έγγραφο για το σκοπό αυτό, Τεκμήριο Α. Το συγκεκριμένο πληρεξούσιο έγγραφο, μέρος του Τεκμηρίου 2 στην Ένσταση και Τεκμήριο Α στην συμπληρωματική ένορκη δήλωση του Εναγόμενου 4 - Καθ΄ ου η αίτηση, δυνάμει του οποίου έγινε η πώληση, φέρει και την υπογραφή του Ενάγοντα - Αιτητή, η οποία σύμφωνα με τον ισχυρισμό του είναι πλαστή, ενώ υπογράφεται επίσης και από το δικηγόρο της Εναγόμενης 2 εταιρείας και δικηγόρο του ίδιου του Ενάγοντα. Προκύπτει ότι η αρχική μεταβίβαση στην Εναγόμενη 2 εταιρεία είχε γίνει δυνάμει πανομοιότυπου πληρεξουσίου εγγράφου, Τεκμήριο Β το οποίο επίσης είναι υπογεγραμμένο από τον Ενάγοντα. Όσο αφορά την πώληση των μετοχών της Εναγόμενης 2 εταιρείας και πάλι είχε υπογραφτεί συμφωνία από τον Εναγόμενο 1 ως πληρεξούσιο για την πώληση. Διαπιστώνεται ότι με το γενικώς οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα ο Ενάγοντας - Αιτητής ζητά αναγνωριστική απόφαση ότι είναι ο απόλυτος δικαιούχος του 50% των μετοχών της Εναγόμενης 2 εταιρείας, ότι η πώληση του 50% των μετοχών είναι άκυρη καθώς και ότι η όποια μεταβίβαση ή το οποιοδήποτε πωλητήριο έγγραφο που αφορά το συγκεκριμένο ακίνητο είναι άκυρο. Επιπρόσθετα ζητά γενικές και ειδικές αποζημιώσεις ενώ παράλληλα ζητά και άλλα αναγνωριστικά και προστακτικά διατάγματα. Οι θεραπείες τις οποίες επιζητεί ο Ενάγοντας είναι γνωστές στο Νόμο. Σημειώνεται ότι η Έκθεση Απαίτησης καταχωρίστηκε στο φάκελο του Δικαστηρίου στις 08/12/21 μετά που επιφυλάχθηκε η απόφαση. Η θέση του ότι η πώληση του ακινήτου καθώς και η μεταβίβαση των μετοχών της Εναγόμενης 2 εταιρείας είναι παράνομη και προϊόν συνομωσίας και ή αμέλειας και ή δόλου επεξηγείται στις σελίδες 6, 7 και 8 της Έκθεσης Απαίτησης. Παρόλο που ο Ενάγοντας - Αιτητής επιζητεί γνωστές στο Νόμο θεραπείες, αυτό που διαπιστώνεται είναι πρώτον, ότι παραδέχεται ότι ενημερώθηκε για την πώληση του ακινήτου, παράγραφος 17 της Έκθεσης Απαίτησης και το αποδέχθηκε, παράγραφος 12 της Ένορκης Δήλωσης που συνοδεύει την Αίτηση και δεύτερον, ότι η πώληση έγινε δυνάμει πληρεξουσίου εγγράφου ίδιου με αυτό που έγινε και η αρχική εγγραφή του στην Εναγόμενη 2 εταιρεία. Αν είναι η θέση του Ενάγοντα - Αιτητή ότι το συγκεκριμένο πληρεξούσιο είναι πλαστό τότε το ίδιο ισχύει και για το πληρεξούσιο δυνάμει του οποίου ενεγράφη το ακίνητο στην Εναγόμενη 2 εταιρεία αρχικά αυτό σημαίνει ότι δεν υπάρχει ακίνητο νόμιμα εγγεγραμμένο στην Εναγόμενη 2 εταιρεία. Ο ευπαίδευτος συνήγορος των Εναγόμενων 2, 3, 4 και 5 - Καθ΄ ων η αίτηση στην αγόρευσή του παρέπεμψε το Δικαστήριο στο γεγονός της πλαστογράφησης της υπογραφής του Ενάγοντα - Αιτητή. Περαιτέρω κάλεσε το Δικαστήριο να εξετάσει σε βάθος τις συμφωνίες και να αποφανθεί σε σχέση με τη συμφωνίες πώλησης τόσο του ακινήτου καθώς και της Εναγόμενης 2 εταιρείας. Αυτό δεν επιτρέπεται σε εξέταση αιτήσεως του συγκεκριμένου είδους, ήτοι να καταλήξει το Δικαστήριο σε συμπεράσματα σε σχέση με το περιεχόμενο συμβάσεων, εγχείρημα με το οποίο το Δικαστήριο είναι εντεταλμένο στο τέλος της δίκης. Με δεδομένο ότι δεν προσκομίστηκε ίχνος μαρτυρίας για το γεγονός αυτό από τον Ενάγοντα - Αιτητή, ήτοι κατά πόσο το πληρεξούσιο δυνάμει του οποίου είχε γίνει η μεταβίβαση του ακινήτου αρχικά στην Εναγόμενη 2 εταιρεία ήταν πλαστό ή όχι. Ούτε και διευκρινίστηκε ποιο από τα δύο πληρεξούσια ισχύει ή είναι αυθεντικό. Έχοντας υπόψη και το περιεχόμενο της υπεύθυνης δήλωσης της κας Παναγιώτου, Τεκμήριο Γ στην συμπληρωματική ένορκη δήλωση του Εναγόμενου 4 - Καθ΄ ου η αίτηση, για το οποίο δεν υπήρξε οποιαδήποτε αμφισβήτηση, ήτοι ότι τα δυο έγγραφα πιστοποιήθηκαν στις 05/10/2018 και 25/10/2018 στην παρουσία του Ενάγοντα - Αιτητή και ενώ ο Ενάγοντας - Αιτητής φαίνεται, από τη χρήση της κάρτας του, ότι βρισκόταν στην Κύπρο, Τεκμήριο 6 στην Αίτηση, είμαι της άποψης ότι ζήτημα προς εκδίκαση εγείρεται εναντίον του Εναγόμενου 1, ο οποίος δεν λαμβάνει μέρος στην διαδικασία. Επιπρόσθετα υπήρχε η έγκριση του Ενάγοντα - Αιτητή για πώληση του ακινήτου, σύμφωνα με τη δική του παραδοχή στην ένορκη δήλωση, οπόταν ποια η σημασία αν ήταν Λιβανέζος ο αγοραστής ή Κύπριος. Το γεγονός ότι συγκατατέθηκε στην πώληση είναι καθοριστικό αναφορικά με τον ισχυρισμό του για απάτη. Όσο αφορά το θέμα της πλαστογραφίας όπως διαφαίνεται στην όψη του είναι θέμα που ο ίδιος θα πρέπει να επιλύσει με τον Εναγόμενο 1 και τους δικηγόρους οι οποίοι επιλήφθηκαν του θέματος αφού συνεχίζουν να τον εκπροσωπούν σε άλλες διαδικασίες έχοντας όμως υπόψη το γεγονός που έχει προαναφερθεί. Στη βάση των πιο πάνω έκδηλα καθίσταται φανερόν ότι ο Ενάγοντας - Αιτητής δεν έχει αποδείξει στο βαθμό που απαιτείται, στα πλαίσια εξέτασης αυτής της φύσης των αιτήσεων, ότι έχει συζητήσιμη υπόθεση με βάση το δικόγραφο του που να δικαιολογείται η έκδοση των αιτούμενων απαγορευτικών Διαταγμάτων και επομένως τίθεται εν αμφιβόλω η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, συνεπώς δεν πληρείται η πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 32. Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση επαναλαμβάνω ότι είναι αρκετό ο Αιτητής να πείσει το Δικαστήριο ότι έχει κάποια σοβαρή πιθανότητα επιτυχίας. Σύμφωνα με τη νομολογία αν ο αιτητής είναι σε θέση να δείξει κάτι πέρα από την απλή πιθανολόγηση αλλά κάτι λιγότερο από το βαθμό του ισοζυγίου των πιθανοτήτων θεωρείται ότι ικανοποιεί το δεύτερο κριτήριο. Ο Αιτητής πρέπει να αναφέρεται σε γεγονότα που να πείθουν το Δικαστήριο ότι έχουν πραγματική προοπτική επιτυχίας, η δε ικανοποίηση του εξαρτάται από τη συσχέτιση της νομικής θεμελίωσης της αξίωσης με την προσφερόμενη μαρτυρία, όπως αυτή εξάγεται σ΄ αυτό το στάδιο από τις ένορκες δηλώσεις. Το Δικαστήριο, κατά την εκδίκαση αίτησης για προσωρινό διάταγμα, πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης ή να καταλήξει σε οποιοδήποτε τελικό συμπέρασμα ως προς το νομικό υπόβαθρο της υπόθεσης εφόσον σε μια τέτοια ενδιάμεση αίτηση τα ζητήματα που εγείρονται δεν αποφασίζονται τελεσίδικα. Η έρευνα του Δικαστηρίου θα πρέπει να σταματά εκεί όπου επιτρέπεται η διαπίστωση ύπαρξης ή ανυπαρξίας κάποιας προοπτικής επιτυχίας. Όμως σύμφωνα και με τον Δικαστή Slade στη Re Lord Cable (Deceased) Garatt and Others v. Waters and Others
(1976)3 All E.R .417 (σελ. 430) η προοπτική επιτυχίας δε μπορεί παρά να εξετάζεται στη βάση μαρτυρίας: «Nevertheless, in my judgment it is still necessary for any plaintiff who is seeking interlocutory relief to adduce sufficiently precise factual evidence to satisfy the Court that he has a real prospect of succeeding in his claim for a permanent injunction at the trial. If the facts adduced by him in support of his motion do not by themselves suffice to satisfy the Court as to this, he cannot in my judgment expect it to assist him by inventing hypotheses of fact on which he might have a real prospect of success. For example, if he wishes the Court to grant him relief on the basis that another person has at all material times held certain assets as nominee for a third party, he must adduce sufficient factual evidence to show both the grounds on which such claim is made and that he has a real prospect of establishing that such assets are so held. Likewise, if he wishes the Court to grant him relief on the basis that certain trustees have in the past been acting in breach of trust, he must adduce factual evidence sufficient to show not only what acts or omissions are relied on but also that he has a real prospect of establishing that they constituted a breach of trust under the relevant system of law.». Το ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο με τα όσα ο Ενάγοντας - Αιτητής έχει θέσει υπόψη του Δικαστηρίου και λαμβανομένων υπόψη των θέσεων της άλλης πλευράς, στοιχειοθετείται ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Πιθανότητα τέτοια που δεν είναι μια απλή πιθανότητα, αλλά με τον πήχη να βρίσκεται πιο χαμηλά από το «ισοζύγιο των πιθανοτήτων». Όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω στην ανάλυση που έγινε για ύπαρξη σοβαρού θέματος προς εκδίκαση καλύπτουν και το θέμα της δεύτερης προϋπόθεσης. Ο Ενάγοντας - Αιτητής δεν έχει ικανοποιήσει το δεύτερο κριτήριο. Από νομικής πλευράς υπάρχουν ζητήματα τα οποία αποδυναμώνουν την ορατότητα πιθανότητας επιτυχίας ως προς τις αξιώσεις του, οι οποίες αποτέλεσαν και το βασικό υπόβαθρο για την Αίτηση ως έχει επεξηγηθεί πιο πάνω ιδιαίτερα ενόψει των παραδοχών στις οποίες έχει προβεί και στη μη προσκόμιση στοιχείων που αφορούν την επικαλούμενη πλαστογραφία που αφορά το πληρεξούσιο έγγραφο που αφορά την πώληση του ακινήτου. Αναφορικά με την τρίτη προϋπόθεση αυτή της ανεπανόρθωτης ζημιάς απαιτείται να διαφανεί ότι, χωρίς την έκδοση του διατάγματος, θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Το ζήτημα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων εξετάζεται μέσα στο πλαίσιο της προϋπόθεσης αυτής. Όσο απομακρύνεται η πιθανότητα να συνιστά η θεραπεία των αποζημιώσεων επαρκή θεραπεία τόσο ενισχύεται η πιθανότητα να πληρείται η προϋπόθεση αυτή. Με δεδομένο ότι η θεραπεία του προσωρινού διατάγματος ανάγεται κατ΄ εξοχή στο δίκαιο της Επιείκειας, αν η αποτίμηση σε χρήμα μπορεί να γίνει εύκολα, τότε η έκδοσή του αποκλείεται. Ακόμη και ασυνήθης δυσκολία στην εκτίμηση των ζημιών δεν δικαιολογεί κατ΄ ανάγκη την έκδοση προσωρινού διατάγματος. Όπως έχει νομολογηθεί, η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με τη στενή αντίληψη της χρηματικής ζημιάς αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτούμενου τη θεραπεία. Στο Σύγγραμμα του Γιώργου Ερωτοκρίτου και Πέτρου Αρτέμη «Διατάγματα», στη σελίδα 132 αναφέρονται σχετικά τα ακόλουθα: «Δηλαδή αν η επιδίκαση αποζημιώσεων στο τελικό στάδιο είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων του ενάγοντα και ο εναγόμενος είναι φερέγγυος, τότε η έκδοση του διατάγματος με βάση τις αρχές του δικαίου της επιείκειας δεν είναι απαραίτητη». Περαιτέρω, η κα Δημητριάδου - Ανδρέου, Π.Ε.Δ., όπως ήταν τότε, στην απόφαση της στην υπόθεση Παπαδάκη v. Hellenic Bank Public Company Ltd Αγ. Αρ. 484/2018 Ε.Δ. Λάρνακας, αναφέρει σχετικά τα ακόλουθα με τα οποία συμφωνώ και υιοθετώ και για τους σκοπούς της παρούσας απόφασης μου σε σχέση με το υπό συζήτηση θέμα : «Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση, απαιτείται να διαφανεί ότι χωρίς την έκδοση του διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Το ζήτημα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων εξετάζεται μέσα στο πλαίσιο της προϋπόθεσης αυτής. Όσο απομακρύνεται η πιθανότητα να συνιστά η θεραπεία των αποζημιώσεων επαρκή θεραπεία τόσο ενισχύεται η πιθανότητα να πληρείται η προϋπόθεση αυτή. Με δεδομένο ότι η θεραπεία του προσωρινού διατάγματος ανάγεται κατ' εξοχή στο δίκαιο της επιείκειας, αν η αποτίμηση σε χρήμα μπορεί να γίνει εύκολα, τότε η έκδοση του αποκλείεται. Ακόμη και ασυνήθης δυσκολία στην εκτίμηση των ζημιών δεν δικαιολογεί κατ' ανάγκη την έκδοση προσωρινού διατάγματος. Όπως έχει νομολογηθεί, η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με τη στενή αντίληψη της υλικής και/ή χρηματικής ζημιάς αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτούμενου τη θεραπεία. Αποτέλεσε θέση των Αιτητών ότι τυχόν εκποίηση της μόνιμης κατοικίας των Εναγόντων σε αυτό το στάδιο θα καταστήσει την παρούσα Αγωγή ουσιαστικά άνευ αντικειμένου αφού αν κριθεί ότι η επίδικη υποθήκη άκυρη και/ή μη έγκυρη δεν θα υπάρχει θεραπεία αφού η κατοικία θα έχει ήδη πλειστηριασθεί. Σε τέτοια περίπτωση η ζημία των Εναγόντων, όπως αναφέρεται, θα είναι ανεπανόρθωτη τόσο σε οικονομικό αλλά και σε κοινωνικό και ηθικό επίπεδο. Προστίθεται, ακόμη, ότι η επίδραση από τη διεξαγωγή του πλειστηριασμού στα δικαιώματα των Αιτητών θα είναι μη αναστρέψιμη αφού θα απολέσουν τελεσίδικα την ακίνητη ιδιοκτησία τους ενώ τα συνταγματικά τους δικαιώματα δεν θα είναι αποτιμητά σε χρηματική αποζημίωση. Ο ισχυρισμός των Αιτητών ότι το ακίνητο, αντικείμενο της επίδικης υποθήκης, αποτελεί την μόνιμη κατοικία τους δεν θεωρώ ότι καταδεικνύει ότι η εκποίηση του θα έχει ως συνέπεια να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Επιπλέον δεν είναι άνευ σημασίας και το ότι η Αιτήτρια 1 με βάση τα στοιχεία που επικαλέστηκε η πλευρά της Εναγόμενης μέσω Πιστοποιητικού έρευνας ακίνητης ιδιοκτησίας (Τεκμήριο Β στην ένορκη δήλωση της Ένστασης), τα οποία δεν έχουν με οποιοδήποτε τρόπο αμφισβητηθεί από τους Αιτητές, φαίνεται να είναι εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια μεριδίου σε κατοικία. Σε ό,τι αφορά τα συνταγματικά δικαιώματα που οι Αιτητές επικαλούνται αναφορικά με την ιδιοκτησία τους δεν πρέπει, θεωρώ, να αγνοηθεί το γεγονός ότι όταν η επίδικη υποθήκη παραχωρείτο στην Τράπεζα ως εξασφάλιση λογικό είναι να υποτεθεί ότι οι πρωτοφειλέτες/Αιτητές γνώριζαν ότι υφίστατο κίνδυνος εκποίησης της στην περίπτωση μη εκπλήρωσης των συμβατικών τους υποχρεώσεων. Σε συμφωνία με τα όσα υποστήριξε η πλευρά των Καθ' ης η Αίτηση λέω ότι η οποιαδήποτε ισχυριζόμενη ζημιά των Αιτητών, εάν επιτύχει η Αγωγή τους, είναι καθαρά χρηματική και εύκολα αποτιμητέα». Οι αξιώσεις του Ενάγοντα - Αιτητή, ως αυτές εμφανίζονται στο Κλητήριο Ένταλμα, αποτιμώνται σε χρήμα αφού αυτό που ζητά είναι να του επιστραφεί το ποσό που επένδυσε. Ως εκ τούτου, η επιδίκαση αποζημιώσεων θα ήταν αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων του και για αυτό δεν πληρείται ούτε η τρίτη προϋπόθεση της Νομολογίας. Προσδιόρισε την απώλεια του σε ποσό το οποίο απώλεσε από την επένδυση η οποία τελικά δεν τελεσφόρησε. Η κατάληξη του Δικαστηρίου για την μη ικανοποίηση και του τρίτου κριτηρίου και την ως εκ τούτου μη συνδρομή των προϋποθέσεων για την έκδοση των διαταγμάτων που ζητούνται, θα πρέπει να οδηγήσει στην απόρριψη της Αίτησης. Όμως δεν μπορεί να παραγνωριστεί η καθυστέρηση της εκδίκασης της Αίτησης, η οποία δεν οφείλεται στο Δικαστήριο υπό την παρούσα του σύνθεση. Η Αίτηση καταχωρίστηκε τον Ιούλιο 2019, με τη μορφή του κατεπείγοντος, για την έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων, δόθηκαν οδηγίες για επίδοσή της Αιτήσεως και το Δικαστήριο με την παρούσα σύνθεση καλείται να εκδώσει απόφαση το 2022. Έχουν παρεισφρήσει σχεδόν 3 χρόνια με τις πλευρές να καταχωρούν ενδιάμεσες αιτήσεις αντί να επιδιώξουν την εκδίκαση αυτής τούτης της αίτησης. Είναι θλιβερό. Το αντικείμενο της Αίτησης, ήτοι το ακίνητο, πιθανών να έχει ήδη μεταβιβαστεί αφού η σύμβαση πώλησης του ακινήτου έχει κατατεθεί στο Κτηματολόγιο Λάρνακας από το 2019 και δεν υπάρχει οτιδήποτε που να εμποδίζει την μεταβίβασή του. Με όσα προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω, κρίνω ότι ο Ενάγοντας - Αιτητής δεν κατάφερε να αποδείξει ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων εναντίον των Εναγόμενων - Καθ΄ων η αίτηση 2, 3, 4 και 5. Ως εκ τούτου, η αίτηση απορρίπτεται. Επιδικάζονται έξοδα υπέρ των Εναγόμενων - Καθ' ων η Αίτηση 2, 3, 4 και 5 και εναντίον του Ενάγοντα - Αιτητή, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, τα οποία θα είναι άμεσα καταβλητέα. (Υπ.) ............... Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Α. Ε. Δ ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.