← Κύπρος

Muzykaev ν. Smyrli κ.α., Αρ. Αγωγής: 1333/20, 15/4/2022

Muzykaev ν. Smyrli κ.α., Αρ. Αγωγής: 1333/20, 15/4/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2022:A84 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1333/20 Μεταξύ: XXXXX Muzykaev Ενάγοντας v. XXXXX Smyrli XXXXX XXXXX Βαρνάβα Εναγόμενων --------------------------------- Αίτηση ημερομηνίας 06/12/2021 για έκδοση απαγορευτικού διατάγματος ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 15 Απριλίου, 2022 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγοντα: κ. Ι. Ροκόπος και Μ. Βορκάς για Μιχάλης Βορκάς & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενους 1 και 2: κ. Χρ. Π. Αδάμου Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Ενάγοντας με την μονομερή αίτησή του ζητά την έκδοση διατάγματος με το οποίο ν΄ απαγορεύεται στην Εναγόμενη 1 από το να πωλήσει, μεταβιβάσει, εκχωρήσει, επιβαρύνει ή καθοιονδήποτε τρόπο αποξενώσει την κατοικία με αρ. εγγραφής 0/XXXXX, Φ./Σχ. 50/47 τεμάχιο XXXXX, η οποία ανεγέρθηκε στο τεμάχιο 10.1 Φ./ΣΧ. L/55 στα Περβόλια, στο κτηριακό συγκρότημα Ammos Beach Village. Ως νομική βάση της αίτησης καταγράφηκε το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, τα άρθρα 4 - 7 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, η Δ.48 θ.1 - 9 και η Δ.64 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, η γενική πρακτική και η σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η αίτηση έχουν καταγραφεί στην Ένορκη Δήλωση του Ενάγοντα, ο οποίος κατάγεται από τη Ρωσία αλλά διαμένει στην Κυπριακή Δημοκρατία. Είναι η θέση του ότι είχε εκλεγεί ως γερουσιαστής του Ομοσπονδιακού Συμβουλίου της Ρωσικής Ομοσπονδίας και δυο φορές βουλευτής της Κρατικής Δούμας και από την πρώτη του επίσκεψη στην Κύπρο, ως επικεφαλής της κοινοβουλευτικής ομάδας για την Κυπριακή Δημοκρατία, πριν από 30 χρόνια, αγάπησε το νησί και έγινε δεύτερη του πατρίδα, ενώ παράλληλα ανέπτυξε φιλικές σχέσεις με σημαίνοντα πολιτικά πρόσωπα της Κύπρου μεταξύ αυτών και ο Εναγόμενος 2, ο οποίος μιλούσε ρωσικά. Το 1996 είχε αγοράσει την επίδικη παραθαλάσσια κατοικία στο συγκρότημα Ammos Beach Village, η οποία είχε ανεγερθεί από την εταιρεία Phar Lab Estates Ltd, στα Περβόλια για το ποσό των ΛΚ100.000 (€170.860,14) και στις 28/11/1996 κατέθεσε το πωλητήριο έγγραφο στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λάρνακας. Στις 5/12/2002, μετά από παράκληση του ιδιοκτήτη της κατασκευάστριας εταιρείας που ήταν φίλος του, απέσυρε το πωλητήριο έγγραφο από το Κτηματολόγιο συνεχίζοντας όμως να διαμένει στην επίδικη κατοικία μέχρι το

  1. To 2008 αγόρασε άλλη παραθαλάσσια οικία στην περιοχή Μενεού στην οποία και διέμενε όταν βρισκόταν στην Κύπρο. Ανακαίνισε την επίδικη κατοικία καταβάλλοντας το ποσό των €375.
  2. Σύμφωνα με τον Ομνύοντα είχε αναπτυχθεί μεταξύ του και του Εναγόμενου 2 σχέση εμπιστοσύνης και φιλίας αφού ο Εναγόμενος 2 τον είχε βοηθήσει σε διάφορες υποθέσεις που είχε και συναντιόντουσαν σχεδόν καθημερινά. Σε μια εκ των συζητήσεων είχε αναφέρει στον Εναγόμενο 2 ότι ενημερώθηκε ότι ο διευθυντής της κατασκευάστριας εταιρείας της επίδικης κατοικίας είχε υποθηκεύσει τη συγκεκριμένη κατοικία στα Περβόλια, στο Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λάρνακας για το ποσό των €380.
  3. Ο Εναγόμενος 2, τον οποίο ο ίδιος συμβουλευόταν και εμπιστευόταν απόλυτα, επικαλούμενος την πρώην βουλευτική του ιδιότητα, του ανέφερε ότι θα βρεθεί τρόπος να επιλυθεί το πρόβλημα της παράνομης υποθήκευσης της κατοικίας. Στις 12/02/2018 ο Εναγόμενος 2 ζήτησε από τον Ενάγοντα να του παραχωρήσει ειδικό πληρεξούσιο έγγραφο για να παρουσιαστεί για λογαριασμό του στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λάρνακας καθώς και στο Δικαστήριο για να εξασφαλίσει άδεια επανακαταχώρισης του πωλητηρίου εγγράφου ημερ. 28/11/
  4. Το συγκεκριμένο διάταγμα εκδόθηκε στις 19/04/2019, όμως ο Εναγόμενος 2 του παρουσίασε ως αδύνατη την απ΄ ευθείας μεταβίβαση της επίδικης κατοικίας στο όνομα του λόγω του ότι ήταν υποθηκευμένη και του εισηγήθηκε όπως υπογράψει διάφορα έγγραφα που να δεικνύουν ως δικαιούχο της επίδικης κατοικίας τον Εναγόμενο 2 ή τη σύντροφο του και στη συνέχεια να του την μεταβιβάσουν. Στις 12/04/2018 οι Εναγόμενοι 1 και 2 ετοίμασαν εκχωρητήριο έγγραφο με σκοπό τη μεταβίβαση των δικαιωμάτων του, που προκύπταν από το πωλητήριο έγγραφο ημερ. 28/11/1996, στην Εναγόμενη
  5. Στο συγκεκριμένο εκχωρητήριο έγγραφο καταγράφετο πως Εναγόμενη 1 είχε συμφωνήσει ως αντάλλαγμα της εκχώρησης να διευθετήσει το δικό του δάνειο ύψους €80.000 στην εταιρεία Bioland Energy Ltd όμως ο ίδιος είχε αρνηθεί γιατί επιθυμούσε να της δωρίσει την κατοικία. Ο ίδιος αρνήθηκε να υπογράψει το συγκεκριμένο εκχωρητήριο γιατί δεν όφειλε οποιοδήποτε ποσό στη συγκεκριμένη εταιρεία. Στις 20/04/2018 ο Εναγόμενος 2 επανήλθε με νέο έγγραφο συμφωνίας στο οποίο καταγράφετο ότι η Εναγόμενη 1 είχε προσφερθεί να πληρώσει την αγοραία αξία της επίδικης κατοικίας και ο ίδιος επέμενε να της την δωρίσει. Λόγω του ότι ο Εναγόμενος 2 ήταν πρόσωπο της απόλυτης εμπιστοσύνης του ο ίδιος δεν υπολόγιζε ότι στόχευε να του αποστερήσει τη συγκεκριμένη κατοικία αφού συνέχιζε να παραστάνει ότι ενεργούσε για την επίλυση των εμποδίων που υπήρχαν για την τελική μεταβίβαση στο δικό του όνομα. Το Μάϊο του 2019 ο Εναγόμενος 2 του ζήτησε να υπογράψει νέα έγγραφα αλλά και νέα εκχώρηση δικαιωμάτων προς την Εναγόμενη
  6. Στις 27/05/2019 ετοιμάστηκε νέο εκχωρητήριο έγγραφο στο οποίο αναφέρετο ως αντάλλαγμα, για τη συγκεκριμένη εκχώρηση, το ποσό των €120.
  7. Είναι η θέση του ότι ο ίδιος αφέθηκε με την εντύπωση ότι η συμφωνία εκχώρησης γινόταν απλά για λόγους διευκόλυνσης της διαδικασίας μεταβίβασής της κατοικίας επ΄ ονόματι του. Σε μια τυχαία επίσκεψή του στην επίδικη κατοικία διαπίστωσε ότι είχαν αλλαχθεί οι κλειδαριές και πως διέμενε σ΄ αυτή ξένο πρόσωπο. Ρωτώντας το ξένο πρόσωπο του ανέφερε ότι ήταν ενοικιαστής και ότι κατέβαλλε στους Εναγόμενους 1 και 2 ενοίκιο για τη συγκεκριμένη κατοικία. Άμεσα ζήτησε εξηγήσεις από τον Εναγόμενο 2, ο οποίος του ανέφερε ότι δεν είχε οποιοδήποτε ιδιοκτησιακό δικαίωμα στη συγκεκριμένη κατοικία και τότε αντιλήφθηκε ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2 είχαν εκμεταλλευτεί την εμπιστοσύνη που τους είχε και τον είχαν εξαπατήσει ζητώντας του να υπογράψει έγγραφα και συμφωνίες τα οποία τελικά χρησιμοποίησαν για να του αποσπάσουν την επίδικη κατοικία χωρίς να του καταβάλουν οποιοδήποτε ποσό. Στις 16/07/2020 ο δικηγόρος του προχώρησε σε τερματισμό της συμφωνίας εκχώρησης ημερ. 27/05/
  8. Όμως, παρά τον τερματισμό, η Εναγόμενη 1 συνεχίζει να κατέχει και να οικειοποιείται την επίδικη κατοικία. Ο Ρώσσος δικηγόρος του, ο οποίος βρισκόταν στην Κύπρο και γνωρίζει τον Εναγόμενο 2, προσπάθησε να μεσολαβήσει για φιλικό διακανονισμό για την επιστροφή της επίδικης κατοικίας. Ο Εναγόμενος 2 εκμεταλλεύτηκε το συγκεκριμένο γεγονός και τον κατήγγειλε στην Αστυνομία ότι τον απείλησε και καταχωρήθηκε εναντίον του η Ποιν. Υπ. 8574/
  9. Σύμφωνα με τον Ομνύοντα οι Εναγόμενοι 1 και 2 εκμεταλλευόμενοι την ύπαρξη συμφωνίας δανείου που ο ίδιος είχε υπογράψει το 2016 με την εταιρεία Bioland Energy Ltd ύψους €80.000, την νομιμότητα του οποίου ο ίδιος αμφισβητούσε και αμφισβητεί, βρήκαν την ευκαιρία να την χρησιμοποιήσουν για να καλύψουν τη μη καταβολή, στον ίδιο, οποιουδήποτε ποσού για την παραθαλάσσια επίδικη κατοικία. Ο ίδιος εντόπισε σε ιστοσελίδα κτηματομεσιτικού γραφείου διαφήμιση για πώληση της συγκεκριμένης κατοικίας με καθορισμένη, ως τιμή πώλησης, τις €700.
  10. Είναι η θέση του ότι έχει καλή υπόθεση εναντίον των Εναγόμενων 1 και 2, με σίγουρη πιθανότητα επιτυχίας και ότι θα είναι αδύνατη η απονομή δικαιοσύνης σε κατοπινό στάδιο εάν δεν εκδοθεί το αξιούμενο διάταγμα εναντίον των Εναγόμενων, ιδιαίτερα ενόψει του ότι η συγκεκριμένη κατοικία αποτελεί το αντικείμενο της αγωγής. Δόθηκαν οδηγίες από το Δικαστήριο για επίδοση της αίτησης, η οποία αντιμετωπίστηκε με Ένσταση από τους Εναγόμενους 1 και
  11. Στην Ένσταση καταγράφονται 3 λόγοι ενστάσεως. Συγκεκριμένα ότι δεν πληρούνται ή και αποκαλύπτονται οι προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, ότι ο Ενάγοντας προσπαθεί να παραπλανήσει το Δικαστήριο παραποιώντας ή και παρασιωπώντας στοιχεία και γεγονότα και ότι η έκδοση προσωρινού διατάγματος συνιστά κατάχρηση διαδικασίας εκ μέρους του και πιεστικό μέτρο σε βάρος της Εναγόμενης 1 αφού επηρεάζει την περιουσία της. Ως νομική βάση της Ένστασης καταγράφεται το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, τα άρθρα 4 - 7 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, η Δ.48 θ. 4 και 13 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών και η εγγενής εξουσία και η πρακτική του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα που στελεχώνουν την Ένσταση παρατίθενται σε Ένορκη Δήλωση της Εναγόμενης 1 η οποία αναφέρει ότι το 2017 γνωρίστηκε με τον Εναγόμενο 2, με τον οποίο τέλεσε πολιτικό γάμο το
  12. Ισχυρίζεται ότι μετά από αίτηση του Ενάγοντα - Αιτητή στο Δικαστήριο, η οποία προωθήθηκε από τον Εναγόμενο 2, είχε εκδοθεί στις 19/04/2019 διάταγμα με το οποίο επιτρέπετο η κατάθεση του πωλητηρίου εγγράφου ημερ. 28/11/1996, για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης, μεταξύ του Ενάγοντα και της κατασκευάστριας εταιρείας στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λάρνακας. Είχε προηγηθεί, στις 29/05/2019 η υπογραφή εκχωρητηρίου εγγράφου μεταξύ του Ενάγοντα και της ίδιας, το οποίο εκχωρητήριο είχε συνταχθεί τόσο στην ελληνική καθώς και στη ρωσική γλώσσα και το οποίο έχει κατατεθεί επίσης στο Κτηματολόγιο Λάρνακας. Είχε προηγηθεί της υπογραφής της συμφωνίας εκχώρησης ημερ. 29/05/2019, με οδηγίες του Ενάγοντα - Αιτητή προς τον Εναγόμενο 2, άλλη συμφωνία εκχώρησης ημερ. 12/04/2018, η οποία είχε συνταχθεί στην αγγλική γλώσσα και μεταφραστεί στη ρωσική γλώσσα, στην οποία είχε συμπεριληφθεί ως όρος ότι η ίδια θα αναλάμβανε την εξόφληση του δανείου του Ενάγοντα - Αιτητή στην εταιρεία Bioland Energy Ltd. Στις 12/04/2018 κατά την υπογραφή των εγγράφων, όταν ο Ενάγοντας - Αιτητής, ενημερώθηκε για το συγκεκριμένο όρο έσχισε τη συμφωνία εκχώρησης χωρίς να την υπογράψει εμμένοντας στη θέση του ότι το ακίνητο το εκχωρούσε δυνάμει δωρεάς. Ζήτησε από τον Εναγόμενο 2 να ετοιμάσει νέα συμφωνία στην οποία να καταγράφεται η επιθυμία του ότι εκχωρεί το ακίνητο δυνάμει δωρεάς. Στις 20/04/2018 συντάχθηκε νέα συμφωνία τόσο στην αγγλική καθώς και στη ρωσική γλώσσα η οποία κατέγραφε την επιθυμία του Ενάγοντα - Αιτητή, η οποία υπογράφτηκε τόσο από την ίδια καθώς και τον Ενάγοντα - Αιτητή στα γραφεία της εταιρείας Bioland Energy Ltd στην παρουσία του Δημήτρη Κωνσταντινίδη, CEO της εταιρείας Bioland Energy Ltd και του κ. XXXXX Tulaev, ξαδέλφου του Ενάγοντα καθώς και της πιστοποιών υπαλλήλου, η οποία πιστοποίησε τις υπογραφές. Η συγκεκριμένη συμφωνία τροποποιήθηκε στις 18/10/2018, στην παρουσία του Ρώσου δικηγόρου του Ενάγοντα - Αιτητή, λόγω του ότι το Κτηματολόγιο δεν είχε κάνει αποδεχτή τη συμφωνία εκχώρησης ημερ. 20/04/2018 γιατί δεν προνοούσε αντάλλαγμα σε σχέση με τη μεταβίβαση. Στη νέα συμφωνία εκχώρησης, ημερ. 27/05/2019, προβλέπετο ότι η ίδια θα κατέβαλλε στον Ενάγοντα - Αιτητή το ποσό των €120.
  13. Η ίδια, στις 27/05/2019, είχε αναλάβει όπως εξοφλήσει την οφειλή του Ενάγοντα - Αιτητή προς την εταιρεία Bioland Energy Ltd καταβάλλοντας το ποσό των €118.792,92 μέχρι την 31/12/2021 και υπογράφτηκε και σχετική συμφωνία με τον CEO της εταιρείας Bioland Energy Ltd. Είχε επίσης συμφωνηθεί όπως η ίδια εξοφλήσει τα δικηγορικά έξοδα που αφορούσαν την Γεν. Αιτ.XXXXX/18 ύψους €3.500 καθώς και οποιουσδήποτε οφειλόμενους φόρους σε σχέση με το ακίνητο. Τη συμφωνία αποπληρωμής του δανείου την πιστοποίησε και πιστοποιών υπάλληλος. Με βάση τη συμφωνία εκχώρησης ημερ. 27/05/2019 ο Διευθυντής του Κτηματολογίου στις 29/06/2021 προχώρησε και ενέγραψε την επίδικη κατοικία στο δικό της όνομα με την καταβολή του ποσού των €17.
  14. Είναι ο ισχυρισμός της Ομνύουσας ότι όλες οι ενέργειες που έγιναν για την εκχώρηση της επίδικης κατοικίας στο όνομα της είναι νόμιμες, έχουν εκτελεστεί νόμιμα χωρίς να εντοπιστεί οποιαδήποτε παρατυπία ή παραβίαση και όλα τα έγγραφα έχουν ελεγχθεί από το δικηγόρο του Ενάγοντα, ο οποίος με δήλωσή του ημερ. 03/11/2012 το πιστοποιεί. Υποστηρίζει ότι δεν μπορεί ο Ενάγοντας - Αιτητής να αμφισβητεί τη νομιμότητα της συμφωνίας δανείου και να αρνείται το οφειλόμενο προς την εταιρεία Bioland Energy Ltd ποσό ύψους €80.000 και από την άλλη να ισχυρίζεται ότι τόσο η ίδια καθώς και ο Εναγόμενος 2 επιδιώκουν την κατοχή του ακινήτου εκμεταλλευόμενοι την ύπαρξη συμφωνίας δανείου που ο ίδιος είχε υπογράψει το 2016 με την εταιρεία Bioland Energy Ltd. Επιπρόσθετα υποστηρίζει ότι ο Ενάγοντας - Αιτητής παρά το γεγονός ότι η αγωγή είχε καταχωριστεί στις 06/08/2020 καταχώρισε την αίτηση στις 06/12/2021, δηλαδή πολύ καθυστερημένα και χωρίς να πράξει οτιδήποτε όλους αυτούς τους μήνες. Αιτείται την απόρριψη της αίτησης. Και οι δυο πλευρές προώθησαν προς το Δικαστήριο γραπτές αγορεύσεις στις οποίες προώθησαν τις εκατέρωθεν θέσεις. Δεν αντεξετάστηκε οποιοσδήποτε από τους ενόρκως δηλούντες. Το Δικαστήριο έχει κατά νου το περιεχόμενο των αγορεύσεων και θα αναφερθεί σε αυτό όπου το κρίνει απαραίτητο. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Προτού προχωρήσω να εξετάσω τα ζητήματα που έχουν εγερθεί, θεωρώ κατάλληλο στάδιο να συνοψίσω τη νομική πτυχή που διέπει αιτήσεις για έκδοση τέτοιου είδους διαταγμάτων. Το ουσιαστικό δίκαιο για την έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων παρέχεται στο άρθρο 32 του Ν.14/60, ενώ η δικονομία για τέτοια διατάγματα προσδιορίζεται από τον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο και Κανονισμούς. Το άρθρο 32 παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία εξουσία σχετικά με την έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων. Οι ουσιαστικές προϋποθέσεις που το άρθρο αυτό καθορίζει ότι πρέπει να συντρέχουν, για να έχει το Δικαστήριο τη διακριτική ευχέρεια να εκδίδει παρεμπίπτοντα διατάγματα που θα έκρινε δίκαια ή πρόσφορα, είναι οι εξής: Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας, η πιθανότητα να υποστεί ο ενάγων ανεπανόρθωτη ζημιά καθώς επίσης ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εκτός εάν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Όσον αφορά τις προϋποθέσεις για την έκδοση ενός απαγορευτικού διατάγματος και κατά πόσο αυτές ικανοποιούνται στην υπό εξέταση υπόθεση, καθοδήγηση μπορεί να αντληθεί από σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Οι αποφάσεις των Κυπριακών Δικαστηρίων που έχουν αναλύσει τις προϋποθέσεις έκδοσης προσωρινών διαταγμάτων βάσει του άρθρου 32 του Ν.14/60, είναι πολλές. Ενδεικτικά και μόνο αναφέρω τις υποθέσεις Odysseos v. Pieris Estates and Others

(1982)1 C.L.R. 557, Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263, A.B.P. Holdings Ltd ν. Κιταλίδη κ.ά. (Αρ. 2)
(1994)1 Α.Α.Δ. 694. Στην τελευταία απόφαση τονίζεται ότι το άρθρο 32 του Ν.14/60 παρέχει στα Δικαστήρια ευρύτατες εξουσίες για έκδοση οποιωνδήποτε διαταγμάτων, όταν κάτι τέτοιο κρίνεται δίκαιο ή πρόσφορο χωρίς να τίθεται κανένας περιορισμός. Τα ίδια επαναλήφθηκαν και στην υπόθεση Παντελίδη ν. Πιερή
(1998)1(Δ) Α.Α.Δ. 2111. Επιπρόσθετα, με τις πιο πάνω προϋποθέσεις, το Δικαστήριο έχει καθήκον να σταθμίσει αν είναι εύλογο και δίκαιο να εκδώσει το διάταγμα (βλ. Bacardi v. Vinco
(1996)1(B) A.A.Δ. 788, Mitsingas v. Timberland
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1791 και Akis Express v. Aris Express
(1998)1(A) A.A.Δ. 149). Σχετικό είναι και το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση στην υπόθεση Recnex Trading Limited, Ιωάννη Μιχαηλίδη ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λίμιτεδ Πολ. Εφ. 71/2011 ημερ. 16/04/2014, ECLI:CY:AD:2014:A269: «Βρίσκουμε ότι τα γεγονότα της υπόθεσης είναι τέτοια ώστε δεν κρίνουμε σκόπιμο να προσθέσουμε οτιδήποτε άλλο παρά μόνο να παραπέμψουμε στις ΑΒΡ Holdings v. Κιταλίδη
(1994)1 Α.Α.Δ. 694, 699, C. Phasarias (Automotive Centre) Ltd v. Σκυροποιία «Λεωνίκ» Λτδ
(2001)1 Α.Α.Δ. 785 και στην Πολιτική Έφεση 52/10 Aspis Liberty Life Insurance Public Co Ltd v. E. Σιακατίδου, ημερ. 19.3.2014. Αποδίδεται ευρύτατη εξουσία στο Δικαστήριο να εκδώσει οποιοδήποτε παρεμπίπτον απαγορευτικό, προστακτικό διάταγμα όταν κρίνει ότι αυτό είναι δίκαιο ή πρόσφορο υπό τις περιστάσεις χωρίς οποιοδήποτε περιορισμό.» Στην υπόθεση T. A. Micrologic Consultants Ltd ν. Microsoft Corporation
(2002)1(Γ) ΑΑΔ 1802 ο έντιμος Δικαστής κ. Νικολάου διατύπωσε το θέμα ως εξής : «Σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του. Αυτό είναι το πραγματικό νόημα των επί του θέματος αποφάσεων μας: βλ. ενδεικτικά τις υποθέσεις Constantinides v. Makriyiorghou
(1978)1 C.L.R. 585, Odysseos v. Pieris Estates & Others
(1982)1 C.L.R. 557 και Κυτάλα v. Χρυσάνθου κ.α.
(1996)1 Α.Α.Δ.
  1. Αυτό συχνά παραγνωρίζεται στα Επαρχιακά Δικαστήρια τόσο από δικηγόρους όσο και από Δικαστές με αποτέλεσμα η διαδικασία να γίνεται απαραδέκτως πολύπλοκη και μακρά». Βλ. επίσης Hazelwood Investment & Finance Ltd v. XXX Manuel κ.α. Πολ. Εφ. Ε14/17 και Ε209/17 ημερ. 16/07/
  2. Επομένως, το Δικαστήριο περιορίζεται και προσεγγίζει το μαρτυρικό υλικό με μόνο σκοπό τη διακρίβωση της ύπαρξης ή όχι των πιο πάνω προϋποθέσεων και κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. Ο αιτητής είναι αυτός που πρέπει να πείσει το Δικαστήριο ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, ως επίσης και για το δίκαιο και εύλογο της έκδοσής του και ενίοτε της διατήρησής του σε ισχύ. Το πραγματικό υπόβαθρο των γεγονότων, στα πλαίσια των οποίων εξετάζεται η αίτηση, τίθεται με τις ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν την αίτηση και την ένσταση αντίστοιχα, δεδομένης πάντα της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από την Δ.39 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Το ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί σε σχέση με τις πρώτες δύο προϋποθέσεις, των οποίων η αλληλουχία επιτρέπει την από κοινού εξέταση, είναι αν έχουν καταδειχθεί τέτοιες σοβαρές ενδείξεις δικαιωμάτων εκ μέρους του Ενάγοντα - Αιτητή ώστε σε συσχετισμό με τη δικογραφία της Αίτησης και το αγώγιμο της δικαίωμα να οδηγούν στη διαπίστωση σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση με ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας γίνεται με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία, η οποία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας (βλ. Ανδρέας Σάββα Κυτάλα v. Άννα Χρυσάνθου
(1996)1 Α.Α.Δ. 253, σελ. 257-258). Προκύπτει από γεγονότα που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου ότι ο Ενάγοντας - Αιτητής αξιώνει, μεταξύ άλλων, στην αγωγή του δηλωτική απόφαση ότι η συγκεκριμένη κατοικία του ανήκει και επιζητεί την επιστροφή της συγκεκριμένης κατοικίας γιατί οι Εναγόμενοι 1 και 2 με δόλο και απάτη του έχουν αποστερήσει την κατοχή και απόλαυσή της. Τα όσα καταγράφει στην καταχωρισθείσα Έκθεση Απαίτησής του σίγουρα αποκαλύπτουν αγώγιμο δικαίωμα το οποίο αναγνωρίζεται από το Νόμο. Στη βάση των πιο πάνω αναφερθέντων γεγονότων, έκδηλα καθίσταται φανερό ότι ο Ενάγοντας - Αιτητής έχει αποδείξει στο βαθμό που απαιτείται, στα πλαίσια εξέτασης αυτής της φύσης των αιτήσεων, ότι έχει συζητήσιμη υπόθεση με βάση το δικόγραφό του και συνεπώς πληρείται η πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 32, της ύπαρξης σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. Θα πρέπει να τονιστεί ότι το βάρος απόδειξης ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις, βαραίνει τον Ενάγοντα - Αιτητή και ανατρέχοντας στο περιεχόμενο των Τεκμηρίων 1 και 2 τα οποία έχουν επισυναφθεί στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση, ο Ενάγοντας - Αιτητής έχει πετύχει να αποσείσει το βάρος αυτό στο βαθμό που απαιτείται σε τέτοιου είδους αιτήσεις βλ. Χαρούς ν. Χαρούς
(2010)1 Α.Α.Δ. 267. Όσο αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση είναι αρκετό ο Ενάγοντας - Αιτητής να πείσει το Δικαστήριο ότι έχει κάποια σοβαρή πιθανότητα επιτυχίας. Ο Ενάγοντας - Αιτητής πρέπει να αναφέρεται σε γεγονότα που θα πείσουν το Δικαστήριο ότι έχει πραγματική προοπτική επιτυχίας, η δε ικανοποίηση του εξαρτάται από τη συσχέτιση της νομικής θεμελίωσης της αξίωσης με την προσφερόμενη μαρτυρία, όπως αυτή εξάγεται, σ΄ αυτό το στάδιο, από τις ένορκες δηλώσεις και από τυχόν προφορική μαρτυρία σε περίπτωση αντεξέτασης, κάτι που στην προκειμένη περίπτωση δεν έχει ζητηθεί από οποιαδήποτε από τις αντίδικες πλευρές. Η προοπτική επιτυχίας εξετάζεται σε συνάρτηση και με την αντίθετη εκδοχή. Το επίπεδο του αποδεικτικού εμποδίου το οποίο απαιτείται να υπερπηδήσει ο Ενάγοντας συνίσταται στην τεκμηρίωση «μιας πιθανότητας» επιτυχίας. Κάτι δηλαδή περισσότερο από μια απλή δυνατότητα, αλλά και πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων, το επίπεδο δηλαδή απόδειξης που απαιτείται για πολιτική αγωγή. Υπό το πρίσμα αυτό, δεν είναι επιθυμητό το Δικαστήριο να υπεισέρχεται σε βάθος στα επίδικα θέματα σε αυτό το πρόωρο στάδιο. Όπως υπεδείχθη στην Κωνσταντίνος Λόρδος κ.ά ν. Πέτρου Σιακόλα κ.ά., Πολ. Έφ. Ε143/2015, ημερ. 23/03/17 «τηρουμένης της αρχής ότι το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στην ουσία, οφείλει πάντως να προβεί σε κάποια αξιολόγηση της αποδεικτικής δύναμης της υπόθεσης εκείνου του διαδίκου ο οποίος ζητά ενδιάμεση θεραπεία.». Στην υπόθεση Σεβαστού v. Σεβαστού
(2002)1 Α.Α.Δ. 1980, ελέχθη συναφώς ότι, «κάποια πρωταρχική, έστω, αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι αναγκαία για να μπορεί το δικαστήριο να συνεκτιμήσει την αποδεικτική δύναμη της κάθε πλευράς. Έστω στην περιορισμένη σφαίρα εξέτασης σε αυτό το στάδιο.». Το Δικαστήριο έχει κάθε δυνατή ευχέρεια με την εκατέρωθεν ενώπιον του μαρτυρία να σχηματίσει μια εικόνα για τις πιθανότητες επιτυχίας της παρούσας αγωγής. Τα γεγονότα της υπόθεσης έχουν ήδη εκτεθεί πιο πάνω και είναι η άποψή μου ότι ο Αιτητής - Ενάγοντας έχει αποδείξει ότι έχει κάτι περισσότερο από απλή πιθανότητα επιτυχίας αφού έχει στην κατοχή του αγοραπωλητήριο έγγραφο, Τεκμήριο 1 καθώς επίσης έχει και μια απόφαση δικαστηρίου η οποία του επιτρέπει την κατάθεση του πωλητηρίου εγγράφου στο Κτηματολόγιο Λάρνακας για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης, Τεκμήριο
  1. Αυτά τα δύο καταδεικνύουν ιδιοκτησιακά δικαιώματα στην κατοικία. Το ερώτημα είναι εάν απεμπόλησε τα συγκεκριμένα δικαιώματα. Οπόταν πληρείται και η δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν.14/
  2. Δεν διαλανθάνει της προσοχής του Δικαστηρίου το Τεκμήριο 4 στην Ένσταση, το οποίο αφορά την εκχώρηση των δικαιωμάτων του Ενάγοντα - Αιτητή στην Εναγόμενη - Καθ΄ης η αίτηση 1 πλην όμως στο συγκεκριμένο έγγραφο γίνεται αναφορά στην καταβολή του ποσού των €120.000 ως αντιπαροχή. Τα έγγραφα που έχουν επισυναφθεί ως Τεκμήρια 8 και 13 στην ένορκη δήλωση της Εναγόμενης 1 - Καθ΄ ης η αίτηση στην όψη τους δεν αποκαλύπτουν εκπλήρωση της συγκεκριμένης υποχρέωσης. Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση, δηλαδή ότι χωρίς την έκδοση του διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, αυτή εξετάζεται απαντώντας το ερώτημα κατά πόσο η επιδίκαση αποζημιώσεων θα ήταν επαρκής θεραπεία με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης. Δηλαδή, αν η επιδίκαση των αποζημιώσεων υπέρ του Ενάγοντα - Αιτητή στο τελικό στάδιο της υπόθεσης είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων του, τότε η έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος δεν είναι απαραίτητη. Οι νομολογιακές αρχές που καθορίζουν τον τρόπο προσέγγισης του Δικαστηρίου κατά την εξέταση αυτής της προϋπόθεσης επαναβεβαιώνονται στην πολύ πρόσφατη υπόθεση Loucas Panayiotou Estates Ltd κ.ά. ν. Hellenic Bank Public Company Ltd, Πολ. Εφ. Ε203/2013, ημερ. 11/09/2019, από την οποία και το ακόλουθο απόσπασμα: «Η τρίτη προϋπόθεση που πρέπει να πληρείται, σύμφωνα με το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60, για να δικαιολογείται η έκδοση ενός ενδιάμεσου διατάγματος, αφορά στο κατά πόσο, χωρίς την έκδοση του, θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη, στον αιτητή, σε μεταγενέστερο στάδιο, στην περίπτωση όπου αυτή, επιτύχει στις αξιώσεις του. Στην Κυρίσαββα κ.ά. ν. Κύζη
(2001)1 ΑΑΔ 1245 αναφέρθηκε ότι «η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο περιλαμβάνει και άλλα, μεταβλητά κριτήρια, εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά. Ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη». (Βλ. επίσης Παπαστράτης ν. Πιερίδης
(1979)1 C.L.R. 231). Η πιο πάνω αντίκριση επαναλήφθηκε και στην υπόθεση Zena Company Ltd v. Demenian Catering Ltd
(2011)1 A.A.Δ. 1848. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Highgate Primary School Ltd κ.ά. v. Στέλιου Φυλακτίδη κ.ά.
(2009)1(Α) Α.Α.Δ. 317, «η έννοια της απονομής πλήρους δικαιοσύνης δεν είναι ταυτόσημη με την αποκατάσταση μόνο της υλικής ζημιάς, αλλά είναι ευρύτερη και σ' αυτήν περιλαμβάνεται και η προστασία των δικαιωμάτων των Αιτητών. Το γεγονός δηλαδή ότι οι Εφεσείοντες μπορεί να είναι σε οικονομική κατάσταση που τους επιτρέπει να αποζημιώσουν τους Εφεσίβλητους σε περίπτωση επιτυχίας των Εφεσιβλήτων στην αγωγή, δεν εξυπακούει αυτόματα ότι δεν θα προκληθεί οποιαδήποτε αδικία στους Εφεσίβλητους-Ενάγοντες, υπό την ευρύτερη έννοια». Η πιο πάνω νομολογία σαφώς προσδιορίζει ότι η έννοια της απονομής πλήρους δικαιοσύνης δεν είναι ταυτόσημη με την υποκατάσταση της υλικής ζημιάς. Θα πρέπει, συνεπώς, να λαμβάνονται υπόψη και άλλα στοιχεία, περιλαμβανομένης της προστασίας των δικαιωμάτων των αιτητών. Το θέμα αυτό, βεβαίως, δεν εξετάζεται αορίστως, αλλά είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με το περιεχόμενο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον του δικαστηρίου και συμπεριλαμβάνονται μέσα στην ένορκη δήλωση, επί του προκειμένου, των εφεσειόντων.». Είναι νομολογημένο ότι η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 ικανοποιείται όχι μόνο όταν η επιδίκαση αποζημιώσεων δεν θα ήταν επαρκής θεραπεία αλλά περιλαμβάνει και την προστασία των δικαιωμάτων του Ενάγοντα - Αιτητή καθώς επίσης και την περίπτωση όπου υπάρχει ο κίνδυνος να μην μπορέσουν οι Εναγόμενοι - Καθ΄ων η αίτηση να ικανοποιήσουν απόφαση που, ενδεχομένως, ληφθεί εναντίον τους. Όπως προκύπτει από τη σχετική νομολογία η αδυναμία ή η δυσκολία απονομής πλήρους δικαιοσύνης επεκτείνεται και στο στάδιο της εκτέλεσης. Αφορά δε την ύπαρξη περιουσιακών στοιχείων προς ικανοποίηση τυχόν μελλοντικής απόφασης υπέρ του Ενάγοντα - Αιτητή. Στην υπόθεση Ζεμενίδης ν. Ζεμενίδης (Αρ. 1)
(1992)1 Α.Α.Δ. 14 αποσαφηνίστηκε η δυνατότητα έκδοσης παρεμπίπτοντος διατάγματος σε σχέση με περιουσιακά στοιχεία που δεν αποτελούν αντικείμενο της αγωγής με βάση το άρθρο 32 του Νόμου 14/60. Το σχετικό κριτήριο είναι κατά πόσο, λαμβανομένου υπόψη του συνόλου της μαρτυρίας, υφίσταται βάσιμος κίνδυνος η απόφαση υπέρ του Ενάγοντα να παραμείνει ανικανοποίητη. Όπως έχει νομολογηθεί, η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με τη στενή αντίληψη της χρηματικής ζημιάς αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτούμενου τη θεραπεία. Στο Σύγγραμμα του Γιώργου Ερωτοκρίτου και Πέτρου Αρτέμη «Διατάγματα», στη σελίδα 132 αναφέρονται σχετικά τα ακόλουθα: «Δηλαδή αν η επιδίκαση αποζημιώσεων στο τελικό στάδιο είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων του ενάγοντα και ο εναγόμενος είναι φερέγγυος, τότε η έκδοση του διατάγματος με βάση τις αρχές του δικαίου της επιείκειας δεν είναι απαραίτητη». Οι αξιώσεις του Ενάγοντα - Αιτητή ως αυτές εμφαίνονται στο Κλητήριο Ένταλμα σκοπούν στην ανάκτηση της συγκεκριμένης κατοικίας η οποία κατά τον ισχυρισμό του, του ανήκει. Οπόταν η ζημιά του δεν αποτιμάται σε χρήμα ως εκ τούτου η επιδίκαση αποζημιώσεων δεν θα είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων του. Εν πάση περιπτώσει η Εναγόμενη 1 - Καθ΄ης η αίτηση δεν έχει προωθήσει οποιοδήποτε ισχυρισμό περί φερεγγυότητάς της. Οπόταν, ικανοποιείται και η τρίτη προϋπόθεση. Το θέμα που απομένει για απόφαση από το Δικαστήριο είναι το θέμα του ισοζυγίου της ευχέρειας δηλαδή κατά πόσο είναι δίκαιο ή κατάλληλο υπό τις περιστάσεις να εκδοθούν τα διατάγματα. Το απαιτούμενο «ισοζύγιο της ευχέρειας» σχετίζεται με το καθήκον του Δικαστηρίου να σταθμίσει τον κίνδυνο αδικίας που θα προκύψει για τον οποιονδήποτε ενάγοντα ή τον εναγόμενο αναλόγως, αν φανεί ότι η ενδιάμεση απόφαση είναι εσφαλμένη και να υιοθετήσει εκείνη την πορεία η οποία φαίνεται να έχει λιγότερους κινδύνους αδικίας. Οι φόβοι που έχουν καταγραφεί από τον Αιτητή - Ενάγοντα στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την Αίτηση είναι εύλογοι και διαπιστώνεται η πιθανότητα παρεμβολής εμποδίου στην ικανοποίηση απόφασης, η οποία ήθελε εκδοθεί υπέρ του. Βλ. Phasarias (Auto Centre) Ltd ν. Σκυρ. «Λεωνίκ» Λτδ
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 785, αφού η συγκεκριμένη κατοικία διαφημίζεται προς πώληση, Τεκμήριο 12, στην ένορκη δήλωση του Ενάγοντα. Σημειώνεται ότι ο συγκεκριμένος ισχυρισμός δεν αμφισβητήθηκε από την Εναγόμενη 1 - Καθ΄ ης η αίτηση. Στην απόφαση Αντώνης και Φουλής Μιχαήλ Λιμιτεδ ν. Ιωαννίδη Πολ. Εφ. Ε44/14 ημερ. 16/07/19 νομολογήθηκε ότι αυτό το κεφάλαιο εξετάζεται με βάση το ισοζύγιο των αναγκών της δικαιοσύνης, όπως χαρακτηρίστηκε. Ο λόγος της πρόσφατης απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου Εκδόσεις «Αρκτίνος» Λτδ κ.ά. ν. Λοϊζίδου Πολ. Εφ. 7/18 ημερ. 21/03/19 είναι περιεκτικός και διαφωτιστικός: «Με δεδομένη την πλήρωση των τριών κριτηρίων του άρθρου 32
(1), υπεισέρχεται στην όλη εικόνα το ζήτημα της εξέτασης του πιο σημαντικού ίσως παράγοντα στην έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων, ήτοι, η ευρεία διακριτική εξουσία που δίδεται στο Δικαστήριο από το πιο πάνω άρθρο να εκδίδει διατάγματα στις περιπτώσεις όπου κρίνει ότι κάτι τέτοιο είναι «δίκαιον ή πρόσφορον». Το Δικαστήριο ενεργώντας με βάση τους κανόνες του δικαίου της επιείκειας, διατηρεί σε κάθε περίπτωση την ευχέρεια να αρνηθεί την έκδοση απαγορευτικού διατάγματος, έστω και αν τηρούνται οι τυπικές προϋποθέσεις έκδοσής του. Το όλο ζήτημα συνίσταται στον ισοζυγισμό των ιδιαίτερων αναγκών των διαδίκων, υπό το φως πάντοτε των στοιχείων που καλύπτουν την κάθε περίπτωση. Στην όλη πορεία εντοπισμού ενός δίκαιου ισοζυγίου ο κάθε παράγοντας που καλύπτει την κάθε συγκεκριμένη υπόθεση αποκτά τη δική του σημασία στη διαμόρφωση του τελικού αποτελέσματος. Ζητούμενο είναι η άσκηση από το Δικαστήριο, κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο, της διακριτικής του εξουσίας, ώστε να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη και να εξαλειφθεί, στο μέτρο του δυνατού, ο κίνδυνος αδικίας στην περίπτωση κατά την οποία φανεί ότι λανθασμένα χορηγήθηκε το παρεμπίπτον διάταγμα. Η εν προκειμένω άσκηση της εξουσίας του Δικαστηρίου δεν λαμβάνει τη μορφή αυθαίρετης απόφασης, αφού ενυπάρχει σε κάθε περίπτωση η υποχρέωση παράθεσης αιτιολογημένης απόφασης και παροχής εξηγήσεων ως προς τους λόγους άσκησης της διακριτικής ευχέρειας κατά συγκεκριμένο τρόπο. Παράγοντες που επιδρούν στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου είναι, μεταξύ άλλων, οι διαβλεπόμενες επιπτώσεις από την έκδοση ή μη του παρεμπίπτοντος διατάγματος στο πρόσωπο των διαδίκων ή ακόμη και σε τρίτα πρόσωπα, η ίδια η συμπεριφορά των διαδίκων, η καθυστέρηση προσφυγής προς αναζήτηση θεραπείας προσωρινού διατάγματος, αλλά και τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, δεδομένου ότι η άσκηση της υπό αναφορά διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου εδράζεται στις αρχές του δικαίου της επιείκειας. Όπως είναι νομολογιακά αναγνωρισμένο (Καλογήρου ν. C.C.F. Credit Capital Finance Ltd
(2005)1(B) AΑΔ 1237, το Εφετείο δεν επεμβαίνει στον τρόπο άσκησης της διακριτικής εξουσίας πρωτόδικου Δικαστηρίου προς έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων, εκτός εάν διαπιστώσει ότι ασκήθηκε έξω από κάθε πλαίσιο αρχών που η νομολογία αναγνωρίζει, υπό το φως πάντα των ιδιαίτερων γεγονότων που περιβάλλουν την κάθε συγκεκριμένη υπόθεση.». Συνεπώς, πρέπει να εξετασθεί η επίδραση που ενδεχομένως θα έχει τυχόν έκδοση του αιτούμενου διατάγματος στα συμφέροντα των δύο πλευρών. Ένας σημαντικός παράγων είναι η έκταση κατά την οποία η απώλεια του κάθε μέρους θα είναι αδύνατο να αποζημιωθούν με αποζημιώσεις. Στην προκειμένη περίπτωση, κρίνω ότι το ισοζύγιο των αναγκών της δικαιοσύνης κλίνει υπέρ του Ενάγοντα - Αιτητή αφού η ανάγκη προστασίας του πρέπει να σταθμίζεται προς την αντίστοιχη ανάγκη των Εναγομένων 1 και 2 - Καθ΄ ων η Αίτηση. Οι Εναγόμενοι 1 και 2 - Καθ΄ων η αίτηση δεν προώθησαν οποιοδήποτε ισχυρισμό περί πρόκλησης ζημιάς αν δεν πωληθεί η συγκεκριμένη κατοικία άμεσα, αντίθετα δεν προσκόμισαν κανένα στοιχείο. Με τα δεδομένα που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου θεωρώ ότι στην περίπτωση που δικαιωθεί ο Αιτητής - Ενάγοντας, είναι προφανές ότι δεν θα μπορεί να εκτελέσει την απόφασή του αν η επίδικη κατοικία στο μεταξύ πωληθεί. Επαναλαμβάνεται ότι δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ίχνος μαρτυρίας σε σχέση με τη σημερινή οικονομική κατάσταση των Εναγομένων 1 και 2 - Καθ΄ων η αίτηση. Αφού εξέτασα ενδελεχώς τις αντίστοιχες θέσεις των δυο πλευρών από το σύνολο των γεγονότων που τέθηκαν ενώπιον μου, κρίνω ότι πληρείται και αυτή η προϋπόθεση. Η ταλαιπωρία που θα υποστούν οι Εναγόμενοι 1 και 2 - Καθ' ων η αίτηση από την έκδοση του οποιουδήποτε διατάγματος, είναι πολύ λιγότερη από αυτή που θα υποστεί ο Ενάγοντας - Αιτητής από τη μη έκδοση του. Εν πάση περιπτώσει η εξουσία έκδοσης διατάγματος ανάλογα με τα περιστατικά της υπόθεσης πηγάζει από το ίδιο το άρθρο 32
(2)του Ν.14/60 αλλά και τις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου δυνάμει των αρχών της επιείκειας. Κρίνω ότι η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος δικαιολογείται και θεωρώ ότι το ζητούμενο διάταγμα υπό Α μπορεί να εκδοθεί. Tα νομικά και πραγματικά θέματα που εγείρονται στην παρούσα Αίτηση προς εξέταση και τα οποία σε τελευταία ανάλυση συνθέτουν τα επίδικα της παρούσας υπόθεσης θέματα, σαφώς και δεν είναι σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας που θα απαντηθούν προς επίλυση της διαφοράς βλ. Ιερά Μονά Κύκκου δια του Ηγουμένου της Παν. Μητροπολίτη Κύκκου & Τυλληρίας κ. κ. Νικηφόρου ν. White Moon Services Ltd
(2013)1 Α.Α.Δ.
  1. Το ζητούμενο εν προκειμένω δεν είναι η διαμόρφωση οριστικής κατάληξης για την υπόθεση του Αιτητή - Ενάγοντα. Υπό τις περιστάσεις και με δεδομένο ότι έχω ικανοποιηθεί από τον Ενάγοντα - Αιτητή ότι συντρέχουν σωρευτικά οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/1960 σε σχέση με ζητηθέν υπό της παραγράφου Α της Αίτησης διάταγμα, θα ασκήσω τη διακριτική μου ευχέρεια και θα το εκδώσω. Συνεπακόλουθα εκδίδεται διάταγμα ως η παράγραφος Α της Αιτήσεως ημερ. 06/12/
  2. Το διάταγμα θα έχει ισχύ μέχρι την εκδίκαση της αγωγής ή μέχρι να δοθεί άλλη διαταγή από το Δικαστήριο. Ο Ενάγοντας - Αιτητής θα υπογράψει εγγύηση ύψους €30.000 προς ικανοποίηση του Πρωτοκολλητή. Όσον αφορά το θέμα των εξόδων της παρούσας Αίτησης δεν βρίσκω κανένα λόγο για να παρεκκλίνω από το γενικό κανόνα ότι αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα, εκτός αν υπάρχει καλός λόγος για έκδοση διαφορετικής διαταγής και συνεπώς ο Αιτητής - Ενάγοντας δικαιούται στα έξοδά του. Οι Καθ΄ων η Αίτηση - Εναγόμενοι 1 και 2 να καταβάλουν τα έξοδα της παρούσας Αίτησης, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Θα καταβληθούν όμως στο τέλος της δίκης. (Υπ.): ............. Ε. Γεωργίου - Αντωνίου, Α.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.