← Κύπρος

GORDIAN HOLDINGS LIMITED ν. DAVIES, Αρ. Αγωγής: 2251/2020, 22/2/2022

GORDIAN HOLDINGS LIMITED ν. DAVIES, Αρ. Αγωγής: 2251/2020, 22/2/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2022:A76 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2251/2020 Μεταξύ: GORDIAN HOLDINGS LIMITED Εναγόντων και XXXXX XXXXX DAVIES Εναγόμενων Ημερομηνία: 22 Φεβρουαρίου,

  1. Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες- Αιτητές: κα Καραμαλλή, για Χ. Κυριακίδη Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενο - Καθ' ου η Αίτηση: κα Χρυσανδρέα, για Μ. Μικελλίδου Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ Αίτηση ημερομηνίας 28/06/2021 για έκδοση συνοπτικής απόφασης Οι Ενάγοντες - Αιτητές με την αίτησή τους, ημερομηνίας 28/06/2021, αιτούνται την έκδοση διαταγμάτων με τα οποία να αίρεται η παράνομη επέμβαση του Εναγόμενου στα ακίνητα με αριθμούς εγγραφής
  2. 0/XXXXX, Φ./Σχ. 41/17, Τεμάχιο XXXXX, Τμήμα 0, στην Βορόκληνη,
  3. 0/XXXXX, Φ./Σχ.41/17, Τεμάχιο XXXXX, Τμήμα 0 στη Βορόκληνη και
  4. 0/XXXXX, Φ/Σχ.41/17, Τεμάχιο XXXXX, Τμήμα 0, στη Βορόκληνη χωρίς την διεξαγωγή δίκης μέσω της διαδικασίας της έκδοσης συνοπτικής απόφασης. Η συγκεκριμένη αίτηση βασίζεται στη Δ.18 θ.θ.1-9, Δ.39, Δ.48 θ.θ.1- 4 και 9, Δ.59 και Δ.64 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, στον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο, στη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στη πρακτική και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα που θεμελιώνουν την αίτηση παρατίθενται στην ένορκη δήλωση του XXXXX Αδάμου, Λειτουργού στην υπηρεσία των Εναγόντων - Αιτητών και δεόντως εξουσιοδοτημένου στην κατάρτισή της συγκεκριμένης ένορκης δήλωσης, λόγω εκτεταμένης και λεπτομερούς γνώσης του περί των γεγονότων. Είναι ο ισχυρισμός του Ομνύοντα ότι ο Εναγόμενος δεν έχει οποιαδήποτε Υπεράσπιση γιατί επεμβαίνει στα ακίνητα χωρίς οποιοδήποτε δικαίωμα. Συγκεκριμένα επεμβαίνει στα ακίνητα με αριθμούς εγγραφής 0/XXXXX, Φ./Σχ.41/17, Τεμάχιο XXXXX, Τμήμα 0 στη Βορόκληνη, το ακίνητο με αριθμό εγγραφής 0/XXXXX, Φ./Σχ.41/17, Τεμάχιο XXXXX, Τμήμα 0 στη Βορόκληνη και το ακίνητο με αριθμό εγγραφής 0/XXXXX, Φ./Σχ.41/17, Τεμάχιο XXXXX, Τμήμα 0 στη Βορόκληνη. Τα συγκεκριμένα ακίνητα ήταν και συνεχίζουν να είναι εγγεγραμμένα στο όνομα των Εναγόντων - Αιτητών και συνιστούν άδεια οικόπεδα τα οποία δεν χρησιμοποιούνται από οποιονδήποτε ενώ δεν υπάρχει σε ισχύ οποιοδήποτε ενοικιαστήριο έγγραφο σε σχέση με αυτά. Σύμφωνα με τον Ομνύοντα εκδόθηκαν, στις 18/12/2020, απαγορευτικά διατάγματα σε σχέση με τα συγκεκριμένα ακίνητα. Τα συγκεκριμένα διατάγματα κατέστησαν απόλυτα, μετά από απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 08/06/2021 και επίκειται η σύνταξή τους και επίδοσή τους. Σε σχέση με τα λοιπά διατάγματα που ζητούντο, η αίτηση ορίσθηκε για επίδοση πλην όμως κατέστη δυνατή η επίδοση της μετά από αίτημα για υποκατάστατο επίδοση. Στις 15/01/2021 επιδόθηκαν στον Εναγόμενο - Καθ΄ου η αίτηση η αγωγή, τα ενδιάμεσα διατάγματα καθώς και όλα τα σχετικά δικαστικά έγγραφα. Είναι η θέση του Ομνύοντα ότι ο Εναγόμενος - Καθ΄ου η αίτηση διέμενε και συνεχίζει να διαμένει εντός της Κυπριακής Δημοκρατίας, στη Βορόκληνη, σε μια οικία που βρίσκεται δίπλα από τα συγκεκριμένα ακίνητα, τα οποία ουδέποτε του ανήκαν. Σύμφωνα με τον Ομνύοντα τα συγκεκριμένα ακίνητα αρχικά ανήκαν στις εταιρείες HARRYDI LTD και HYERMO HOLDINGS LTD, οι οποίες εταιρείες τα είχαν υποθηκεύσει ως εξασφαλίσεις προς όφελος της Τράπεζας Κύπρου για πιστωτικές διευκολύνσεις που τους είχαν παρασχεθεί και για τις οποίες καταχωρίστηκαν οι Αγ. Αρ. XXXXX/2010, XXXXX/2010 και XXXXX/2010 Ε.Δ. Λευκωσίας, στις οποίες αγωγές έχουν εκδοθεί αποφάσεις στις 26/10/2012, 18/12/2012 και 03/07/2012, αντίστοιχα. Παράλληλα εκδόθηκαν και διατάγματα εκποίησης των υποθηκών XXXXX/08, XXXXX/08 και XXXXX/08 που αφορούν τα συγκεκριμένα ακίνητα. Η διαδικασία εκποίησης ξεκίνησε από την Τράπεζα Κύπρου πλην όμως οι συγκεκριμένες πιστωτικές διευκολύνσεις μεταφέρθηκαν στους Ενάγοντες - Αιτητές επ΄ονόματι των οποίων εγγράφηκαν τα συγκεκριμένα ακίνητα. Από τους τίτλους ιδιοκτησίας των ακινήτων προκύπτει ότι οι Ενάγοντες - Αιτητές είναι οι μοναδικοί εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες των συγκεκριμένων ακινήτων από τις 04/10/
  5. Λόγω του ότι κατά τη διαδικασία πώλησης με πλειστηριασμό δεν εμφανίστηκε οποιοδήποτε πρόσωπο για να αμφισβητήσει τη διαδικασία αλλά ούτε και εμφανίστηκε οποιοδήποτε πρόσωπο το οποίο να παρουσιάσει οποιοδήποτε δικαίωμα εκμετάλλευσης των ακινήτων ή κατοχής τους, οι Ενάγοντες - Αιτητές κατέστησαν οι απόλυτοι ιδιοκτήτες. Προωθεί τη θέση ότι ούτε ο Εναγόμενος - Καθ΄ου η αίτηση δεν παρουσίασε οποιοδήποτε έγγραφο το οποίο να του προσδίδει δικαίωμα κατοχής ή άλλως πως. Ακολούθησε, από τους Ενάγοντες - Αιτητές, η ανάθεση ανεύρεσης υποψήφιου αγοραστή στην εταιρεία A. G. Nicolaides Real Estate Agents, για τα συγκεκριμένα ακίνητα και τοποθετήθηκαν σχετικές πινακίδες πώλησης από τη συγκεκριμένη εταιρεία. Τότε ο Εναγόμενος - Καθ΄ου η αίτηση απέστειλε, στις 14/04/2020, ηλεκτρονικό μήνυμα προς τη συγκεκριμένη εταιρεία προβάλλοντας αόριστους ισχυρισμούς σε σχέση με τα ακίνητα, μεταξύ αυτών ότι είναι κάτοχος των συγκεκριμένων ακινήτων τα τελευταία 13 χρόνια και ότι απέκτησε τίτλο καθώς και νόμιμη και πλήρη κατοχή λόγω του ότι εγκαταλείφθηκαν από τον κάτοχο του ΜΕΜΟ. Περαιτέρω ισχυρίστηκε, ο Εναγόμενος - Καθ΄ου η αίτηση, ότι στα ακίνητα έχουν ανευρεθεί αρχαιολογικά μνημεία, θέση που καταρρίπτεται από το Τμήμα Αρχαιοτήτων. Λόγω της συμπεριφοράς του Εναγόμενου - Καθ΄ου η αίτηση η εταιρεία A. G. Nicolaides Real Estate Agents απώλεσε δυο ευκαιρίες για πώληση των συγκεκριμένων ακινήτων στις 07/08/2020 και στις 25/09/
  6. Ο Ομνύοντας προωθεί τη θέση ότι ο Εναγόμενος - Καθ΄ου η αίτηση επανειλημμένα εμποδίζει τους Αιτητές από του να προχωρήσουν στις απαραίτητες ενέργειες για να εκμεταλλευτούν τα ακίνητα εκφοβίζοντας υποψήφιους αγοραστές, αφαιρώντας τις πινακίδες πώλησης και τοποθετώντας σκύλο εντός των υποστατικών για σκοπούς εκφοβισμού. Καταλήγει ο Ομνύοντας ότι η συγκεκριμένη συμπεριφορά στερεί από τους Ενάγοντες - Αιτητές την κατοχή των ακινήτων καθώς και το δικαίωμα να αξιοποιήσουν τα ακίνητα τα οποία τους ανήκουν, ιδιαίτερα ενόψει του ότι είναι μοναδικός ιδιοκτήτης τους. Η αίτηση αντιμετωπίστηκε με ένσταση, στην οποία καταγράφονται επτά

(7)λόγοι ενστάσεως, οι οποίοι μπορούν να συνοψιστούν ως ακολούθως: Ότι ο Εναγόμενος - Καθ΄ου η αίτηση έχει καλόπιστη και βάσιμη υπεράσπιση, ότι υπάρχουν νομικοί και πραγματικοί λόγοι για τους οποίους καθίσταται αμφίβολο το δικαίωμα των Εναγόντων - Αιτητών, ότι υπάρχουν νομικά σημεία για τα οποία θα πρέπει να δοθεί μαρτυρία για να εξεταστούν, ότι η αίτηση είναι κακόπιστη, καταχρηστική και σκοπεί στο να αποστερήσει από τον Εναγόμενο - Καθ΄ ου η αίτηση το δικαίωμά του να υπερασπιστεί την υπόθεσή του, ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης συνοπτικής απόφασης, ότι δεν αναφέρονται επαρκώς τα γεγονότα που αφορούν την υπόθεση από τον ενόρκως δηλούντα στην αίτηση και ότι ο Εναγόμενος - Καθ΄ου η αίτηση δεν οφείλει οποιοδήποτε ποσό στους Αιτητές - Ενάγοντες. Η συγκεκριμένη ένσταση βασίζεται στη Δ.18 θ.θ.1-9, Δ.39 θ.4, Δ.48 θ.θ.1- 14, Δ.59 και Δ.64 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, στον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο, στη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Υποστηρίχθηκε με ένορκη δήλωση του ίδιου του Εναγόμενου - Καθ΄ου η αίτηση ο οποίος γνωρίζει τα γεγονότα. Είναι ο ισχυρισμός του ότι οι συμφωνίες δανείων που αφορούν τα επίδικα ακίνητα υπογράφτηκαν παράτυπα ή/και παράνομα λόγω του ότι ο ίδιος δεν ομιλεί ούτε και διαβάζει την ελληνική γλώσσα και ότι ποτέ δεν του επεξηγήθηκαν οι όροι των συμβάσεων σε γλώσσα κατανοητή για αυτόν. Το μόνο που μπορούσε να αναγνωρίσει στις συμφωνίες ήταν το όνομά του και το επιτόκιο. Οπόταν, είναι η θέση του, ότι οι Ενάγοντες - Αιτητές εμποδίζονται λόγω της συμπεριφοράς τους από το να εγείρουν την συγκεκριμένη αγωγή και ότι περαιτέρω εμποδίζονται από του να διεκδικούν τις συγκεκριμένες θεραπείες. Υποστηρίζει ότι ο ίδιος ήταν διευθυντής και/ή εγγυητής των εταιρειών HARRYDI LIMITED και HYERMO HOLDINGS LTD στις οποίες ήταν εγγεγραμμένα τα ακίνητα. Κατά τη δική του άποψη εγείρονται σοβαρά ζητήματα προς εκδίκαση όπως κατά πόσο η αρχική συμφωνία δανείου έγινε νόμιμα, κατά πόσο το έγγραφο υπεγράφη από τον ίδιο με πλήρη γνώση και κατανόηση των όρων που περιέχονταν σ΄ αυτό, τη νομική ισχύ και εγκυρότητα της σύμβασης και κατά πόσο η εκποίηση και ο πλειστηριασμός των επίδικων ακινήτων έγινε σύμφωνα με το Νόμο. Όσο αφορά την αποστολή του ηλεκτρονικού μηνύματος στην εταιρεία Nicolaides είναι η δική του θέση ότι πρόθεσή του ήταν να πληροφορήσει την εταιρεία σε σχέση με τα ακίνητα. Εισηγείται ότι η αίτηση είναι νόμω και ουσία αβάσιμη και αστήριχτη και πρέπει να απορριφθεί λόγω του ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που έχουν τεθεί από τη νομολογία για έκδοση συνοπτικής απόφασης καθώς επίσης υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. Και οι δυο πλευρές καταχώρισαν γραπτές αγορεύσεις με τις οποίες προώθησαν τις θέσεις τους. Το Δικαστήριο έχει κατά νου το περιεχόμενο και των δυο αγορεύσεων και θα κάνει αναφορά σ αυτό όπου το κρίνει απαραίτητο. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Οι νομικές αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, για την έκδοση συνοπτικής απόφασης, έχουν αποκρυσταλλωθεί. Σύμφωνα με τη Δ.18 θ.1(α) όπου ο εναγόμενος- καθ΄ ου η Αίτηση καταχωρεί εμφάνιση σε κλητήριο ειδικά οπισθογραφημένο δυνάμει της Δ.2 θ.6, ο ενάγων - αιτητής δύναται, κατόπιν Ένορκης Δήλωσης, που γίνεται από τον ίδιο ή από άλλο πρόσωπο που είναι σε θέση να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα, στην οποία επιβεβαιώνεται η βάση της αγωγής και το αξιωμένο ποσό (εάν υπάρχει) και δηλώνεται ότι εξ όσων πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή, να ζητήσει την έκδοση απόφασης. Απόφαση δύναται να εκδοθεί εκτός εάν ο εναγόμενος - καθ΄ ου η Αίτηση ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή ή αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που να θεωρηθούν ικανοποιητικά ώστε να του δοθεί το δικαίωμα να καταχωρήσει υπεράσπιση. Η τήρηση των πιο πάνω προϋποθέσεων σχετίζεται με τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου. Η μη ικανοποίηση τους στερεί από το Δικαστήριο τη δυνατότητα να εκδώσει συνοπτική απόφαση (βλ. Αθηνούλα Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1 Β Α.Α.Δ. 782). Ο ενάγων - αιτητής πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις που θέτει η Δ.18 για να επιτύχει την έκδοση απόφασης, ενώ ο εναγόμενος - καθ' ου η αίτηση φέρει το βάρος να δείξει ότι έχει καλή υπεράσπιση ή ότι υπάρχει οποιοσδήποτε άλλος ικανοποιητικός λόγος για τον οποίο η υπόθεση θα πρέπει να ακουστεί. Η νομολογία επί του θέματος είναι πλούσια και ενδεικτικά αναφέρω τις αποφάσεις στις υποθέσεις R.C.K. Sports v. Persona Advertising Ltd
(1996)1 (B) Α.Α.Δ. 1074, Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Ltd
(1997)1 (Β) Α.Α.Δ. 782, Χαραλάμπους ν. Μελά, Πολ. Έφ. Ε242/14 ημρ. 03/09/20. Όπως έχει νομολογηθεί, η έκδοση συνοπτικής απόφασης αποτελεί ένα εξαιρετικό μέτρο, με δραστικά αποτελέσματα, εφόσον παρακάμπτει τη συνήθη διεξαγωγή της δίκης και απολήγει στην έκδοση απόφασης εναντίον του εναγόμενου - καθ' ου η αίτηση χωρίς να του δοθεί η ευκαιρία να ακουστεί επί της ουσίας της αγωγής. Γι' αυτό και η εξουσία του Δικαστηρίου πρέπει να ασκείται με φειδώ και όπου τα γεγονότα αδιαμφισβήτητα δεν αφήνουν περιθώρια για νόμιμη υπεράσπιση (βλ. Μάρκος Νικολάου Λτδ ν. Adanko Constructions
(2005)1(Α) Α.Α.Δ. 376). Εκεί όπου ο εναγόμενος- καθ' ου η αίτηση παρέχει λεπτομέρειες που καταδεικνύουν την ύπαρξη καλής υπεράσπισης στην αγωγή ή που αποκαλύπτει τέτοια γεγονότα που δικαιωματικά να του παρέχουν το δικαίωμα να ακουστεί, μέσω της υπεράσπισής του, τότε θα πρέπει να του δίδεται αυτό το δικαίωμα. Η απλή άρνηση των ισχυρισμών του ενάγοντα - αιτητή και η απλή δήλωση του εναγόμενου - καθ' ου η αίτηση ότι έχει καλή υπεράσπιση δεν αρκεί. Η υπόθεση John Wallingford v. The Directors of the Mutual Society (1879-80) AC 685, κατέγραψε τη σχετική αρχή και αναφέρει τα ακόλουθα: «I think that when the affidavits are brought forward to raise a defence they must, if I may use the expression condescend upon particulars. It is not enough to swear, "I say I owe the man nothing". Doubtless, if that was true, that you owe the man nothing, as you swear, that would be a good defence. But that is not enough. You must satisfy the judge that there is reasonable ground for saying so. So again, if you swear that there was fraud that will do. It is difficult to define it, but you must give such an extent of definite facts pointing to the fraud as to satisfy the judge that those are facts which make it reasonable that you should be allowed to raise that defence. And in like manner as to illegality and every other defence that might be mentioned. » Οι αρχές επαναλήφθηκαν στην υπόθεση Κώστας Κυριάκου ν. Θεράποντας Αναστασίου Πολ. Έφ. 230/09, ημερ. 22/01/13, στην οποία λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Όσον αφορά την ουσία του θέματος, είναι γνωστό ότι η δυνατότητα που παρέχεται από τη Δ.18 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας προς έκδοση συνοπτικής απόφασης, αποτελεί τον επιτρεπόμενο δικονομικά τρόπο παράκαμψης της συνήθους διεξαγωγής της δίκης και κατά συνέπεια αποτελεί από αυτή την άποψη ένα εξαιρετικό μέτρο. Προσφέρεται στα πλαίσια όσο το δυνατόν γρήγορης απονομής της δικαιοσύνης εκεί όπου ο ενάγων συμμορφούμενος με τις διατάξεις της Δ.18 θ.1, μετατοπίζει το βάρος στους ώμους του εναγομένου για να αποκαλύψει καλή υπεράσπιση. Ο εναγόμενος θα πρέπει σύμφωνα με σαφή και καθιερωμένη νομολογία, να δώσει επαρκείς λεπτομέρειες προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου για να του δοθεί άδεια να υπερασπιστεί την υπόθεση. Αναμφίβολα η εξουσία του Δικαστηρίου κάτω από τη Δ.18 ασκείται με φειδώ και όπου εμφανώς τα γεγονότα που η πλευρά του εναγομένου παραθέτει μέσα από την ένσταση της, δεν αφήνουν περιθώρια για νόμιμη υπεράσπιση, (δέστε Μάρκος Νικολάου Λτδ ν. Adamko Constructions Ltd
(2005)1 Α.Α.Δ. 376). Έχει υποδειχθεί στη N.V. Caterchef Ltd v. P.C.P. Electronics Ltd
(1999)1 Α.Α.Δ. 1912 και έχει επιβεβαιωθεί εκ νέου στην υπόθεση Sigma Radio T.V. Ltd v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2005)1 Α.Α.Δ. 408, ότι το δικαίωμα υπεράσπισης χωρίς όρους δεν «.. ικανοποιείται χωρίς την παροχή λεπτομερειών σε λογική έκταση διαφορετικά, θα ήταν εύκολο σε σχεδόν κάθε περίπτωση να εξασφαλίζεται άδεια με γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς με αποτέλεσμα την αχρήστευση του.». Το τι αναμένεται από ένα εναγόμενο όταν αντιμετωπίζει αίτηση για συνοπτική απόφαση έχει διαχρονικά επιβεβαιωθεί από τη φράση «condescend upon particulars». Στο Annual Practice 1970 σελ. 127, παρ. 14/3-4/4, αναφέρονται τα εξής: «The defendant´s affidavit must "condescend upon particulars", and should, as far as possible, deal specifically with the plaintiff´s claim and affidavit, and state clearly and concisely what the defence is, and what facts are relied on as supporting it. It should also state whether the defence goes to the whole or part of the claim, and in the latter case it should specify the part. . . ... if a legal objection is raised, the facts and the point of law arising thereon must be clearly stated.». Indeed, in all cases, sufficient facts and particulars must be given to show that there is a bona fide defence.». Πιο πρόσφατα στην απόφαση Χαραλάμπους ν. Μελά, (ανωτέρω) καταγράφησαν τα ακόλουθα: «Όπως αποκαλύπτει η ίδια η πρόνοια, η διαδικασία με βάση τη Δ.18 για συνοπτική απόφαση αποτελεί εξαιρετικό μέτρο, αφού παρέχει στον ενάγοντα τη δυνατότητα να πετύχει την έκδοση απόφασης παρακάμπτοντας τη συνήθη διαδικασία διεξαγωγής δίκης. Γι' αυτό εφαρμόζεται μόνο, στις περιπτώσεις εκείνες που η υπόθεση του ενάγοντα είναι ξεκάθαρη και o εναγόμενος δεν έχει ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή επί της ουσίας ή δεν έχει αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που να μπορούν να θεωρηθούν ικανοποιητικά για να του παράσχουν το δικαίωμα υπεράσπισης. Ό,τι απαιτείται από τον εναγόμενο είναι να δείξει πως υπάρχει δικάσιμο θέμα «ανεξάρτητα αν το δικαστήριο πιστεύει πως τελικά η προβαλλόμενη υπεράσπιση μπορεί να μην επιτύχει», κριτήριο το οποίο δεν ικανοποιείται χωρίς την παροχή λεπτομερειών σε λογική έκταση (βλ. N. V. Caterchef v P.C.P Electronics Ltd
(1999)ΑΑΔ 1912). Υπενθυμίζουμε συναφώς και την αναφορά στην υπόθεση Λαζάρου κ.ά ν Μακεδόνα
(1999)1 ΑΑΔ 817, 822 ότι, «όπου η υπεράσπιση μπορεί να περιγραφεί ως κάτι περισσότερο από σκιώδης αλλά λιγότερο από πιθανή, θα πρέπει να δίδεται άδεια για υπεράσπιση». Ερχόμενη τώρα στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, όπως αποκαλύπτονται από το φάκελο του Δικαστηρίου και το Κλητήριο Ένταλμα, το οποίο είναι Ειδικώς Οπισθογραφημένο, η απαίτηση των Εναγόντων - Αιτητών αφορά την ανάκτηση συγκεκριμένων ακινήτων στα οποία έχουν καταστεί απόλυτοί και μοναδικοί ιδιοκτήτες δυνάμει δικαστικών αποφάσεων οι οποίες έχουν εκδοθεί από το 2012 και συγκεκριμένα στην Αγ. Αρ. XXXXX/2010 στις 26/10/2012, την Αγ. Αρ. XXXXX/2012 στις 18/12/2012 και στην Αγ. Αρ. XXXXX/2010 στις 03/07/2012. Οι συγκεκριμένες αποφάσεις δεν έχουν εφεσιβληθεί και δεν φαίνεται να έχει αμφισβητηθεί με οποιοδήποτε νομικό διάβημα η ιδιοκτησία των συγκεκριμένων ακινήτων. Οπόταν νομικά τα ακίνητα ανήκουν στους Ενάγοντες - Αιτητές. Οι ισχυρισμοί του Εναγόμενου - Καθ΄ου η αίτηση που αφορούν τις συμφωνίες δανείου είναι γενικοί και αόριστοι. Παρέμειναν δε μετέωροι αφοί δεν αμφισβητήθηκαν οι διαδικασίες που οδήγησαν στην έκδοση των δικαστικών αποφάσεων σε σχέση με τα συγκεκριμένα ακίνητα. Εξετάζοντας τις προϋποθέσεις που πρέπει να ικανοποιηθούν για να εκδοθεί συνοπτική απόφαση έχει διαπιστωθεί ότι ικανοποιούνται οι πρώτες δύο ήτοι η αγωγή να έχει καταχωριστεί σε κλητήριο ειδικώς οπισθογραφημένο και ο Εναγόμενος έχει καταχωρίσει εμφάνιση στην αγωγή. Η τρίτη προϋπόθεση αφορά την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση. Η υπό κρίση Αίτηση συνοδεύεται από την Ένορκη Δήλωση του κ. Αβραάμ, ο οποίος είναι αρμόδιο πρόσωπο για να ορκιστεί σε σχέση με τα γεγονότα αφού είναι λειτουργός ο οποίος υπηρετεί στην Ενάγουσα - Αιτήτρια και γνώστης των γεγονότων. Η υπόθεση Αθηνούλλα Δημητρίου v. Τράπεζα Κύπρου Λτδ (ανωτέρω) καταγράφει ότι, στην περίπτωση που ο ενάγων - αιτητής είναι εταιρεία, κάποιο φυσικό πρόσωπο πρέπει να ορκιστεί στη θέση της, για να καταλήξει πως το ζήτημα κρίνεται με βάση τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης και σε συνάρτηση με το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης, ενώ πολύ σημαντικό ρόλο διαδραματίζει και η φύση της αξίωσης. (Βλ. επίσης Spyros Stavrinides v. Ceskoslovenska Banka S.A.
(1972)1 CLR 130 στις σελ. 136-138 όπου γίνεται αναφορά και σε αγγλική νομολογία). Δεν χωρεί καμιά αμφιβολία ότι ο κ. Αβραάμ έχει ευρεία γνώση των γεγονότων και αυτό προκύπτει και από τις λεπτομέρειες που καταγράφει στην ένορκη δήλωσή του. Περαιτέρω σημειώνεται ότι στην Ενότητα Δ, παράγραφοι 18 - 23, της Ένορκης Δήλωσής του επιβεβαιώνεται η νομιμότητα της απόκτησης των ακινήτων από τους Ενάγοντες - Αιτητές, η οποία επαναλαμβάνω δεν έχει αμφισβητηθεί και η αιτία της αγωγής ενώ ταυτόχρονα τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου τα έγγραφα που υποστηρίζουν την αξίωση. Διαπιστώνεται, από τα πιο πάνω, ότι όλες οι δικονομικές προϋποθέσεις, τις οποίες οι Ενάγοντες - Αιτητές υποχρεούνται να ικανοποιήσουν, σύμφωνα με τη Δ.18 θ.1, έχουν ικανοποιηθεί. Η συμμόρφωση με τις πρόνοιες της Δ.18 μετατοπίζει το βάρος στον Εναγόμενο - Καθ΄ου η Αίτηση να προσκομίσει εκείνες τις λεπτομέρειες που είναι αναγκαίες για την ύπαρξη καλόπιστης υπεράσπισης. Όπως έχει καταγραφεί στην απόφαση N. V. Caterchef v. P.C.P. Electronics Ltd (ανωτέρω), η οποία υιοθέτησε το σκεπτικό της αγγλικής απόφασης στην υπόθεση Barclays Bank Plc v. Piper, The Times 31/05/1995, ο ενάγων οφείλει να τηρήσει τις τεχνικές διατυπώσεις της Δ.18 θ.1 αυστηρά. Ενώ ο εναγόμενος, για να εξασφαλίσει το δικαίωμα της υπεράσπισης χωρίς όρους, πρέπει να δείξει την ύπαρξη δικάσιμου θέματος, κριτήριο το οποίο «δεν ικανοποιείται χωρίς την παροχή λεπτομερειών σε λογική έκταση διαφορετικά θα ήταν εύκολο, σχεδόν σε κάθε περίπτωση, να εξασφαλίζεται άδεια με γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς. Με αποτέλεσμα την αχρήστευση του μέτρου». Η αρχή αυτή επιβεβαιώθηκε και σε αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, Sigma Radio T.V. v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου,
(2005)1(Α) 2005 Α.Α.Δ. 408 και στην Παναγιώτης Νεάρχου κ.ά ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2005)1 (Α) Α.Α.Δ. 818, καθώς και την J & M Loizides Agencies Ltd. κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας
(2011)1 ΑΑΔ 1280, στην οποία επαναδιατυπώθηκαν οι αρχές και κατεγράφησαν τα ακόλουθα: «Όμως, δεν είναι αρκετό για τον εναγόμενο να αρνείται την οφειλή ή να ισχυρίζεται δόλο ή να παραθέτει μια νομική ένσταση. Η ένορκη δήλωση που καταχωρείται για υποστήριξη της ένστασης πρέπει να δίδει επαρκή γεγονότα και λεπτομέρειες που να δείχνουν ότι έχει καλόπιστη υπεράσπιση (he must condescend upon particulars) (CY.E.M.S. Co. v. General Co-Operative Industries
(1982)1 C.L.R. 897, σελ. 902-905, Trans Middle East Trading (T.M.E.T.) Limited v. Abdul Aziz Thais
(1991)1 Α.Α.Δ. 239 και Νεάρχου κ.ά. ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ.). Στην υπόθεση Λαζάρου κ.ά. ν. Μακεδόνα
(1999)1 Α.Α.Δ. 817 στη σελ. 822 με αναφορά στο σύγγραμμα Supreme Court Practice 1999, 1st Ed., page 174, para 14/4/9, λέχθηκε ότι, «όπου η υπεράσπιση μπορεί να περιγραφεί ως κάτι περισσότερο από σκιώδης αλλά λιγότερο από πιθανή, θα πρέπει να δίδεται άδεια για υπεράσπιση». Στο στάδιο εξέτασης αίτησης για συνοπτική απόφαση, το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στα γεγονότα της υπόθεσης για να τα κρίνει. Κάτι τέτοιο δεν συνάδει με το ρόλο του Δικαστηρίου. Σ' αυτό το στάδιο της διαδικασίας το Δικαστήριο ενεργεί μόνο με βάση το ερώτημα κατά πόσο η προβαλλόμενη υπεράσπιση είναι τέτοια που να δικαιούται ο εναγόμενος να ακουστεί αναφορικά με αυτήν. Επομένως η προσέγγιση της μαρτυρίας θα περιοριστεί αυστηρά μέσα στα στενά πλαίσια που καθορίζει η φύση της παρούσας διαδικασίας, αποκλειστικός στόχος της οποίας είναι η διαπίστωση ύπαρξης καλής υπεράσπισης και/ή ύπαρξης τέτοιων γεγονότων που να παρέχουν στον εναγόμενο το δικαίωμα υπεράσπισης. Όπως πολύ εύστοχα επισημαίνεται στην υπόθεση Λούκος Λτδ. κ.ά. ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε. (Αρ. 1)
(2001)1(Α) Α.Α.Δ. 418, 423, «Συνοπτική απόφαση εκδίδεται μόνο όπου το Δικαστήριο διαπιστώνει πως δεν υπάρχει στην πραγματικότητα διαφορά ώστε να δικαιολογείται η δίκη. Τέτοια διαπίστωση γίνεται όταν το πράγμα είναι προφανές και όχι ως εγχείρημα αξιολόγησης και στάθμισης. Αυτή είναι η φιλοσοφία της Δ.18». Εξάλλου, διαφορετικός τρόπος προσέγγισης δεν θα συνήδε με τη συνταγματικά κατοχυρωμένη θέση ότι κάθε διάδικος έχει το δικαίωμα όχι μόνο να προσφύγει στο Δικαστήριο, αλλά και να απαιτήσει να παρουσιάσει και να εξετάσει μάρτυρες και γενικά να του δοθεί η ευκαιρία να παρουσιάσει μέσα στα πλαίσια ακροαματικής διαδικασίας τις θέσεις και τα επιχειρήματα του (βλ. Συντάγματος).». Αυτό που πρέπει να εξεταστεί, στη συνέχεια, είναι κατά πόσο ο Εναγόμενος - Καθ' ου η αίτηση έχει αποκαλύψει, μέσα από την ένσταση και την ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει, την ύπαρξη καλής υπεράσπισης ή γεγονότων τέτοιων που να θεωρηθούν ικανοποιητικά ώστε να του δοθεί το δικαίωμα να καταχωρήσει υπεράσπιση (βλ. Hermes Insurance Co Ltd v. Joulios Theodorides
(1983)1 C.L.R. 333). Πριν προχωρήσω με την εξέταση των ισχυρισμών του Εναγόμενου -Καθ΄ου η αίτηση, κρίνω σκόπιμο να τονίσω ότι η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου, με βάση τη Δ.18, είναι τέτοια που πρέπει να ασκείται με ιδιαίτερη προσοχή και ένας εναγόμενος - καθ' ου η αίτηση που δυνατό να μπορεί να δημιουργήσει, μέσω σχετικών γεγονότων, την πιθανότητα έγερσης επίδικου θέματος, θα πάρει άδεια να υπερασπιστεί την υπόθεση έστω και αν τέτοια υπεράσπιση μπορεί να μην φαίνεται ικανή να επιτύχει σε τελική ανάλυση. Έχει καθιερωθεί νομολογιακά ότι η Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, όταν και εφόσον το βάρος μετατοπιστεί στους ώμους του Εναγόμενου - Καθ' ου η αίτηση, πρέπει να περιέχει τέτοιες λεπτομέρειες που να τεκμηριώνουν τους ισχυρισμούς του για την ύπαρξη υπεράσπισης και ότι γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί δεν είναι από μόνοι τους αρκετοί. Η απλή αναφορά σε ισχυρισμούς γενικούς και αόριστους στερεί από τον Εναγόμενο - Καθ' ου η αίτηση το δικαίωμα να τύχει άδειας από το Δικαστήριο για να καταχωρήσει υπεράσπιση (βλ. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδας Α.Ε. ν. Χ" Νέστωρος
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 204 και Trans Middle East Trading (TMET) Ltd v. Abdul Aziz Tlais
(1991)1 Α.Α.Δ. 239). Ο Δικαστής Αρτέμης (όπως ήταν τότε) στην Trans Middle East ανέφερε τα ακόλουθα σχετικά στις σελίδες 243-244 της απόφασης: «Η βασική αρχή που προκύπτει τόσο από τις Κυπριακές όσο και τις Αγγλικές αποφάσεις, είναι ότι η συνοπτική απόφαση πρέπει να εκδίδεται μόνο όπου είναι αναμφίβολο ότι ο Εναγόμενος δεν έχει υπεράσπιση στην αγωγή. Όπου όμως δίδει στην ένορκη του δήλωση αρκετές λεπτομέρειες που να δείχνουν την ύπαρξη καλόπιστης υπεράσπισης ή να εγείρουν θέμα σε απάντηση της απαιτήσεως που θα πρέπει να εκδικάζεται ή όπου ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι έχει καλή και ουσιαστική υπεράσπιση και ή αποκαλύπτει τέτοια γεγονότα που μπορούν να κριθούν ως αρκετά για να του δώσουν το δικαίωμα να προβάλει την υπεράσπιση του, τότε πρέπει να δίδεται τέτοιο δικαίωμα για υπεράσπιση (βλ. CYEMS Co Ltd v. The Central Co-Operative Co Ltd
(1982)1 C.L.R. 879). Έτσι είναι μόνο σε καθαρές περιπτώσεις που μπορεί το Δικαστήριο να στερήσει διάδικο από του να προβάλει την υπεράσπισή του ενώπιον του Δικαστηρίου γιατί σε διαφορετική περίπτωση τέτοια ενέργεια θ΄ αποτελούσε άρνηση δικαιοσύνης προς τον επηρεαζόμενο διάδικο.» Έχοντας αναφέρει τα πιο πάνω, η Ένορκη Δήλωση του Εναγόμενου - Καθ΄ου η αίτηση, που υποστηρίζει την Ένσταση, δεν προβάλλει οποιαδήποτε Υπεράσπιση η οποία να αναγνωρίζεται από το Νόμο αλλά ούτε και αποκαλύπτονται οποιαδήποτε γεγονότα που να συνιστούν υπεράσπιση στην αξίωση των Εναγόντων - Αιτητών. Υπάρχουν σκόρπιοι ισχυρισμοί χωρίς οποιοδήποτε νομικό ή πραγματικό υπόβαθρο. Το γεγονός ότι δεν μπορούσε να αντιληφθεί τι υπέγραψε, ως ο ισχυρισμός του, σε σχέση με το αρχικό δάνειο, για το οποίο έχουν εκδοθεί δικαστικές αποφάσεις οι οποίες δεν έχουν εφεσιβληθεί, δεν δικαιολογεί την παροχή άδειας για υπεράσπιση αφού έχουν εκδοθεί αποφάσεις τελεσίδικες σε σχέση με τις συμβάσεις δανείων ενώ έχουν εκδοθεί και διατάγματα εκποίησης των υποθηκών που αφορούν τις συγκεκριμένες πιστωτικές διευκολύνσεις από το 2012. Ο Καθ' ου η αίτηση - Ενάγοντας προβάλει ισχυρισμούς, στην Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την ένστασή του, οι οποίοι έμειναν ατεκμηρίωτοι. Η γενικότητα και αοριστία με την οποία προβλήθηκαν οι ισχυρισμοί του δεν δικαιολογούν την παροχή άδειας για καταχώριση καλόπιστης υπεράσπισης, αφού τέτοια υπεράσπιση δεν αποκαλύφθηκε. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, καταλήγω ότι ο Εναγόμενος - Καθ' ου η αίτηση απέτυχε να καταδείξει ότι έχει καλόπιστη υπεράσπιση και ως εκ τούτου δεν έχει αποσείσει το αναφερθέν βάρος απόδειξης. Συνεπακόλουθα η αίτηση επιτυγχάνει και εκδίδεται συνοπτική απόφαση ως οι παράγραφοι Α, Β, Γ, Δ, Ε, ΣΤ, Ζ, Η, Ι, Κ και Λ της Έκθεσης Απαίτησης. Τα έξοδα ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο θα είναι υπέρ των Εναγόντων - Αιτητών. (Υπ.) ................. Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Α. Ε. Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.