Αναφορικά με τον Ταντή, Αρ. Αιτήσεως: 1/21, 8/3/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2022:A86 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΠΤΩΧΕΥΣΕΩΝ Ενώπιον: Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αιτήσεως: 1/21 Αναφορικά με τον XXXXX Ταντή, από το Κίτι Οφειλέτη ------------------------- Αίτηση τροποποίησης ημερ. 14/10/2021 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 8 Μαρτίου, 2022 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Αιτήτρια: κα Γ. Δημητρίου, για Ανδρέας Ζαχαρίου & ΣΙΑ Δ.Ε.Π.Ε. Για Καθ' ου η Αίτηση: κα Κώστα, για Γ. Βασιλείου Δ.Ε.Π.Ε. Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την Αίτηση αυτή η Αιτήτρια Τράπεζα αιτείται από το Δικαστήριο την τροποποίηση της αίτησης πτώχευσης με την προσθήκη στην παράγραφο 3, μετά τη λέξη οφειλή, των ακόλουθων: «..πλην των ακόλουθων υποθηκών: Α) Υποθήκες XXXXX/2006, XXXXX/2006, XXXXX/2006, XXXXX/2007, XXXXX/2007 και XXXXX/2008 επί του ακινήτου με αριθμό εγγραφής XXXXX, οι οποίες εξασφαλίζουν άλλες οφειλές μεταξύ των οποίων την οφειλή αντικείμενο της αγωγής XXXXX/2013 που αφορά την εταιρεία Dreamland Ltd και στις οποίες υποθήκες δεν προσδίδεται καμιά αξία για το χρέος της αγωγής XXXXX/2013, Β) Υποθήκη XXXXX/2007 επί του ίδιου ακινήτου με Αρ. εγγραφής XXXXX, η οποία εξασφαλίζει άλλες οφειλές μεταξύ των οποίων και η οφειλή της αγωγής XXXXX/2013 που αφορά το XXXXX Κώστα & XXXXX Τιμοθέου και στην οποία υποθήκη δεν αποδίδεται καμιά αξία για το χρέος της αγωγής XXXXX/2013, Γ) Υποθήκες XXXXX/2008, XXXXX/2010 και XXXXX/2011 επί του μεριδίου του καθ΄ου η πτώχευση στο ακίνητο 0/XXXXX παλαιός αριθμός εγγραφής 0/XXXXX, η οποία εξασφαλίζει άλλες οφειλές μεταξύ των οποίων και την οφειλή της αγωγής XXXXX/2013 που αφορά την εταιρεία Templeisen Holdings Ltd και στην οποία δεν αποδίδεται καμία αξία για την οφειλή της αγωγής XXXXX/2013, Δ) η Υποθήκη XXXXX/2008 η οποία αντιστοιχεί σε Α' Υποθήκη επί του ακινήτου με αρ. XXXXX, η οποία εξασφαλίζει την οφειλή της αγωγής XXXXX/2013 και στην οποία αποδίδεται αξία εκ €13.000 ενώ το εξ αποφάσεως χρέος της αγωγής XXXXX/2013 σήμερα ανέρχεται σε ποσό πέραν των €416.147,88 πλέον έξοδα απόφασης συν ΦΠΑ €2.455,93, με αποτέλεσμα να παραμένει ανεξασφάλιστο ποσό πέραν των €400.000.». Η Αίτηση βασίζεται στην Δ.19 θ.1 - 27, Δ.20, Δ.21 θ.θ. 1 - 15, Δ.25 θ.θ.1- 6, Δ.39, Δ.48 θ.θ. 1 - 13, Δ.55, Δ.57, Δ.59, Δ.63 και Δ.64 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, στα άρθρα 1 - 128 του περί Πτωχεύσεως Νόμου, στους Κανονισμούς 1, 2, 3 και 188 των περί Πτωχεύσεως Κανονισμών, στο Σύνταγμα, στον περί Ερμηνείας Νόμο, στον περί Δικαστηρίων Νόμο, στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, στις συμφυείς και γενικές εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου, στις αρχές φυσικής δικαιοσύνης, στις αρχές της νομολογίας και στις αρχές της Επιείκειας. Το υπόβαθρο των γεγονότων που θεμελιώνει την Αίτηση παρατίθεται στην ένορκη δήλωση του XXXXX Χριστοφόρου, υπαλλήλου της Αιτήτριας και εξ αποφάσεως πιστωτή, ο οποίος είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος στην κατάρτισή της. Είναι ο ισχυρισμός του Ομνύοντα ότι κατά τη μελέτη της Αίτησης για σκοπούς προετοιμασίας για την ακρόαση τέθηκε στην Ένσταση ότι οι Αιτητές είναι εξασφαλισμένοι πιστωτές. Κατά τη διερεύνηση του συγκεκριμένου ισχυρισμού προέκυψε ότι υπάρχουν υποθήκες σε περιουσία του Οφειλέτη, οι οποίες εξασφαλίζουν διάφορες οφειλές και στις οποίες δεν αποδίδεται οποιαδήποτε αξία με εξαίρεση μιας υποθήκης, της οποίας η αξία είναι μηδαμινή σε σύγκριση με το εξ αποφάσεως χρέος. Είναι η θέση του ότι αυτά τα γεγονότα δεν είχαν αναφερθεί στους δικηγόρους του Πιστωτή εκ λάθους και εκ παραδρομής ή/και λόγω άγνοιας του λειτουργού καθώς και λόγω του ότι η αξία των υποθηκών σε σχέση με το χρέος που αποτελεί τη βάση για την πράξη πτώχευσης είναι μηδενική και δεν εξασφαλίζει το χρέος. Μετά την επισήμανση στην Ένσταση διερευνήθηκε ο συγκεκριμένος ισχυρισμός του Χρεώστη και καταχωρίστηκε η Αίτηση τροποποίησης. Η Αίτηση αντιμετωπίστηκε με την καταχώριση Ένστασης στην οποία καταγράφονται εννέα
(9)λόγοι ενστάσεως, οι οποίοι σε συντομία είναι οι ακόλουθοι: Ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που τάσσει η νομοθεσία και η νομολογία, ότι επιχειρείται η μεταβολή ή και η προβολή ισχυρισμών που ήταν γνωστοί εξ αρχής και δεν μπορούν να ενταχθούν στο καλόπιστο λάθος, ότι η τροποποίηση σκοπεί στην εισαγωγή γεγονότων που ήταν σε γνώση της Αιτήτριας πριν την ημερομηνία καταχώρισης της Αίτησης, ότι ενεργεί κακόπιστα και για να καθυστερήσει την εκδίκαση της υπόθεσης, ότι η καταβολή των εξόδων δεν μπορεί να αποζημιώσει τον Καθ΄ου η αίτηση γιατί παραβιάζονται τα συνταγματικά του δικαιώματα, ότι λείπει το υπόβαθρο γεγονότων από την Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση, ότι το περιεχόμενο της ενόρκου δηλώσεως είναι ελλιπές και ανεπαρκές και ότι δεν είναι ορθό και δίκαιο να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Νομική βάση για την Ένσταση αποτέλεσαν η Δ.25 θ.θ. 1 - 6, Δ.48 θ.θ. 1 - 4, 8 και 9, οι περί Πτωχεύσεως Κανονισμοί και οι συμφυείς και γενικές εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Στην Ένορκη Δήλωση που υποστηρίζει την Ένσταση ορκίζεται ο XXXXX Έλληνας, δικηγόρος στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τον Χρεώστη - Καθ΄ου η αίτηση, γνώστη των γεγονότων και εξουσιοδοτημένο στην κατάρτιση της Ένορκης Δήλωσης. Είναι η θέση του ότι δεν υπάρχει γνησιότητα ή καλόπιστη πρόθεση εκ μέρους της Αιτήτριας. Κατά τη δική του άποψη η άγνοια του υπαλλήλου της Αιτήτριας δεν αποτελεί επαρκή δικαιολογία για έγκριση του αιτήματος ούτε και ο ισχυρισμός του ότι οι υποθήκες που εξασφαλίζουν το εξ αποφάσεως χρέος δεν έχουν αξία, μπορεί να δικαιολογήσει την παράλειψη. Οι συγκεκριμένες θέσεις ήταν σε γνώση της Αιτήτριας κατά τον χρόνο καταχώρισης της Αίτησης και με δέουσα επιμέλεια θα μπορούσαν να συμπεριληφθούν. Καταλήγει, ότι λόγω του ότι παραβιάζονται τα συνταγματικά δικαιώματα του Χρεώστη - Καθ΄ου η Αίτηση η οποιαδήποτε διαταγή σε σχέση με τα έξοδα δεν μπορεί να τον αποζημιώσει. Οι συνήγοροι και των δύο πλευρών προχώρησαν με τη διαβίβαση γραπτών αγορεύσεων με τις οποίες προώθησαν τις εκατέρωθεν θέσεις και παρέπεμψαν το Δικαστήριο σε νομολογία. Η πλευρά της Αιτήτριας - Πιστωτή υποστηρίζει ότι η Ένσταση του Καθ΄ου η αίτηση θα πρέπει να αγνοηθεί γιατί περιέχει διαζεύξεις και γιατί έγινε από δικηγόρο χωρίς να δοθεί οποιαδήποτε εξήγηση. Όσο αφορά το αίτημα για τροποποίηση παραπέμπει στο άρθρο 93
(3)του περί Πτωχεύσεως Νόμου και προωθείται η θέση ότι η πτωχευτική διαδικασία δεν μπορεί να παραλληλιστεί με την διαδικασία της αγωγής οπόταν δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη οι εισηγήσεις του συνηγόρου του Χρεώστη - Καθ΄ου η αίτηση που αφορούν τη μη πλήρωση των προϋποθέσεων των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών. Η πλευρά του Χρεώστη - Καθ΄ου η αίτηση υποστήριξε ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις της Δ.25 θ.1
(3)για να επιτραπεί η τροποποίηση γιατί η παράλειψη δεν οφείλεται σε καλόπιστο λάθος αφού η Αιτήτρια - Πιστωτής επιδιώκει να εισάγει ισχυρισμούς που ήταν σε γνώση της πριν την καταχώριση της Αίτησης και δεν τους κατέγραψε. Υποστηρίζει, ο ευπαίδευτος συνήγορος του Χρεώστη - Καθ΄ου η αίτηση, ότι η καταβολή των εξόδων δεν μπορεί να αποζημιώσει τον Καθ΄ου η αίτηση γιατί παραβιάζονται τα συνταγματικά του δικαιώματα για γρήγορη και ταχεία απονομή της δικαιοσύνης. Το Δικαστήριο έχει υπόψη του το περιεχόμενο και των δύο αγορεύσεων και θα αναφερθεί περαιτέρω σε αυτό όπου το κρίνει απαραίτητο. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Ένα από τα επιχειρήματα της Αιτήτριας - Πιστωτή είναι το γεγονός ότι η Ένορκη Δήλωση που πλαισιώνει την Ένσταση έχει παραχωρηθεί από δικηγόρο και σύμφωνα με τη νομολογία αυτή η πρακτική είναι μεμπτή. Η νομολογία όπως διατυπώθηκε μεταξύ άλλων στις αποφάσεις Rybolovev v. Rybolovleva
(2010)1 Α.Α.Δ. 82 και Thanos Hotels Ltd. ν. Ιωάννου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1036, διαλαμβάνει ότι μαρτυρία δοθείσα από δικηγόρο καθίσταται αποδεκτή όταν ο δικηγόρος, έστω και κατόπιν πληροφόρησης, αναφέρεται σε γεγονότα της υπόθεσης και δεν χειρίζεται αυτήν. Επιπλέον, από τις πιο πάνω αναφερόμενες αυθεντίες, εξάγεται το συμπέρασμα ότι όταν ο δικηγόρος περιορίζεται σε νομικά και διαδικαστικά ζητήματα στα οποία ο ίδιος ο Αιτητής θα μπορούσε να αναφερθεί μόνο κατόπιν συμβουλής και καθ' υπόδειξη των δικηγόρων του, τότε μια τέτοια μαρτυρία είναι απόλυτα νομότυπη. Απαιτείται όμως να δοθεί κάποια εξήγηση γιατί ο ίδιος ο διάδικος δεν παραθέτει τα γεγονότα. Στην υπό κρίση υπόθεση δεν δόθηκε καμιά εξήγηση γιατί ορκίζεται ο συγκεκριμένος δικηγόρος, ούτε καταγράφεται κατά πόσο θα χειριστεί την Αίτηση ως δικηγόρος του Χρεώστη - Καθ΄ ου η αίτηση. Δεν διαφαίνεται να συντρέχουν οποιεσδήποτε εγγενείς δυσχέρειες οι οποίες δεν επέτρεπαν στον Χρεώστη - Καθ΄ου η αίτηση να υπογράψει την Ένορκο Δήλωση που υποστηρίζει την Ένστασή του. Υπό το φως των πιο πάνω διαπιστώσεων και της νομολογίας που αναφέρθηκε απαιτείτο εξήγηση για το ότι την Ένορκο Δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση Αίτηση δεν την υπέγραψε ο Χρεώστης - Καθ΄ου η αίτηση αλλά δικηγόρος που εργάζεται στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων που τον εκπροσωπούν. Στην Ένορκο Δήλωση του κ. Έλληνα, ως προαναφέρθηκε, καμία εξήγηση ή δικαιολογία δεν παραχωρήθηκε. Υπό το φως των πιο πάνω κρίνω ότι η Ένορκη Δήλωση του κου Έλληνα που συνοδεύει την ένσταση πάσχει και ότι αυτή σύμφωνα με την νομολογία που πιο πάνω παρατέθηκε δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη και θα πρέπει να αγνοηθεί. Το συμπέρασμά μου αυτό είναι καταλυτικό για την τύχη της υπό κρίση Ένστασης και καθιστά το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την Ένσταση έκθετη σε απόρριψη. Παρά την πιο πάνω κατάληξη το Δικαστήριο θα εξετάσει την ουσία της Αίτησης για σκοπούς ολοκλήρωσης της απόφασης. Νομική βάση για την υπό κρίση Αίτηση, ως έχει εξειδικευτεί στη γραπτή αγόρευση των Αιτητών, συνιστά το άρθρο 93
(3)το οποίο τιτλοφορείται «Διακριτικές Εξουσίες του Δικαστηρίου» διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «
(3)Το Δικαστήριο δύναται οποτεδήποτε να τροποποιήσει γραπτό δικόγραφο ή διαδικασία βάσει του Νόμου αυτού με τέτοιους όρους, αν υπάρχουν, όπως το Δικαστήριο θεωρεί ορθό να επιβάλει.
(4)Όταν από το Νόμο αυτό ή από γενικούς κανονισμούς, περιορίζεται ο χρόνος τέλεσης οποιασδήποτε πράξης, το Δικαστήριο δύναται να παρατείνει το χρόνο είτε πριν από είτε μετά την πάροδο αυτού, με τέτοιους όρους, αν υπάρχουν, όπως το Δικαστήριο θεωρεί ορθό να επιβάλει.» Στην απόφαση Αναφορικά με τον Σ. Συμεού, Πολ.Έφ.348/13, ημερομηνίας 15/12/2020, ECLI:CY:AD:2020:A439, στην οποία με έχει παραπέμψει και η ευπαίδευτη συνήγορος της Αιτήτριας - Πιστωτή, παρατίθενται οι αρχές που διέπουν το εν λόγω ζήτημα σε έκταση. Διαβάζονται τα ακόλουθα: «Στην Παπαδόπουλος ν. Οργ. Χρημ. Παγκυπριακής (ανωτέρω), όπου αναφέρονται τα εξής σχετικά: «Το πιο πάνω αρ. 5
(2)του Κεφ. 5 αποτελεί πιστή αντιγραφή του αρ. 4
(2)της Αγγλικής Bankruptcy Act 1914. Επομένως μπορούμε να προστρέξουμε στην Αγγλική Νομολογία, ερμηνευτική του αρ. 4
(2), για καθοδήγηση. Στην Moor v. Anglo-Italian Bank [1879] 10 Ch. 681, 689 o Jessel M.R. έθεσε το θέμα ως εξής: "I am not aware of any rule in bankruptcy that forfeits the petitioning creditors' debt. The rule in bankruptcy requires the judicial authority in bankruptcy - the Registrar or Judge, as the case may be - before he adjudicates a man a bankrupt, to see there is a proper unsecured debt in the manner I have explained. But if the adjudication is made without this being looked into, the only result is, the adjudication is bad, and you may set it aside in due time." Σε μετάφραση: «Δεν είμαι ενήμερος οποιουδήποτε κανόνα πτώχευσης δυνάμει του οποίου ο αιτητής πιστωτής χάνει τα δικαιώματα του επί του χρέους του. Ο κανόνας πτώχευσης απαιτεί από την Δικαστική Αρχή της Πτώχευσης - τον Πρωτοκολλητή ή τον Δικαστή, ως θα ήτο η περίπτωση - προτού αποφασίσει να κηρύξει κάποιον ως πτωχεύσαντα να προσέξει κατά πόσο υπάρχει ένα ορθό μη εξασφαλισμένο χρέος με τον τρόπο που έχω εξηγήσει. Πλην όμως αν η κήρυξη γίνεται χωρίς να εξεταστεί αυτό, το μόνο αποτέλεσμα είναι ότι η κήρυξη είναι εσφαλμένη και μπορεί να την παραμερίσεις στον πρέποντα χρόνο.» Η πιο πάνω απόφαση έχει επεξηγηθεί στην In re A Debtor [1922] 2 K.B. 109 στην οποία ο αιτητής λόγω αβλεψίας παρέλειψε να δηλώσει στην αίτηση του μια εξασφάλιση που είχε. Ο Πρωτοκολλητής αρνήθηκε να παραμερίσει το διάταγμα παραλαβής και να δώσει οδηγίες όπως η αίτηση στην οποία εκδόθηκε το διάταγμα παραλαβής επανακουσθεί. Ενώπιον του Εφετείου οι εφεσείοντες υπέβαλαν ότι εφόσον το διάταγμα παραλαβής εκδόθηκε χωρίς να είχε δηλωθεί η εξασφάλιση το διάταγμα παραλαβής ήταν εσφαλμένο. Βάση της σχετικής εισήγησης ήταν το πιο πάνω απόσπασμα από την Moor (πιο πάνω). Στην απόφαση του Εφετείου το πιο πάνω απόσπασμα έχει επεξηγηθεί ως εξής: "The question is, suppose there were an omission of something of no value, something not affecting the matter in any way, does that make the receiving order altogether bad? I think that in a case like that Sir George Jessel would himself have said 'No, my dictum was never intended to go as far as that'. The Registrar has decided, and I think correctly, that this security is of no value, and I think that if the question had been raised before the receiving order was made he could have made the necessary amendment. The only question is whether he can make that amendment after the receiving order has been made. My view is that even without this amendment it is doubtful whether the order could be set aside, but I think that the case of Lovell & Christmas v. Beauchamp [1894] A.C. 607 in the House of Lords shows that an amendment can be made after the receiving order has been made. That case decides the only point to be decided in this matter, and I think the appeal should be dismissed with costs." Σε μετάφραση: «Το ζήτημα είναι, αν υποθέσουμε ότι υπήρξε παράλειψη να αναφερθεί κάτι που δεν είχε αξία, κάτι που δεν επηρεάζει το θέμα με οποιοδήποτε τρόπο, κατά πόσο αυτό καθιστά το διάταγμα παραλαβής καθ' ολοκληρίαν εσφαλμένο. Νομίζω ότι σε μια τέτοια περίπτωση ο Sir George Jessel ο ίδιος θα έλεγε: 'Όχι με αυτό που είπα δεν είχα πρόθεση να πάει το θέμα μέχρις σε εκείνο το σημείο'. Ο Πρωτοκολλητής έχει αποφασίσει, και νομίζω σωστά, ότι η εξασφάλιση ήταν χωρίς αξία και νομίζω, αν το ζήτημα εγειρόταν πριν την έκδοση του διατάγματος παραλαβής, μπορούσε να κάμει την αναγκαία τροποποίηση. Το μόνο ζήτημα είναι κατά πόσο μπορεί να κάμει εκείνη την τροποποίηση μετά την έκδοση του διατάγματος παραλαβής. Είναι η άποψη μου ότι έστω και χωρίς αυτή την τροποποίηση είναι αμφίβολο κατά πόσο το διάταγμα μπορούσε να παραμεριστεί, πλην όμως νομίζω ότι η υπόθεση Lovell & Christmas v. Beauchamp [1894] Α.C. 607 της Δικαστικής Επιτροπής των Λόρδων υποδεικνύει ότι μια τέτοια τροποποίηση μπορεί να γίνει μετά την έκδοση του διατάγματος παραλαβής. Εκείνη η υπόθεση αποφάσισε το μόνο σημείο που πρέπει να αποφασιστεί σ' αυτή την υπόθεση και νομίζω ότι η έφεση πρέπει ν' απορριφθεί με έξοδα.» Η απόφαση στην In re a Debtor (πιο πάνω) έχει επεξηγηθεί στην In re Small Westminster Bank v. Trustee [1934] 1 Ch. 541 στην οποία κρίθηκε ότι όπου οι αιτητές λόγω αβλεψίας παρέλειψαν, τόσο στην αίτηση όσο και στην επαλήθευση, να εκτιμήσουν μια εξασφάλιση σημαντικής αξίας αλλά πολύ μικρότερη από το ύψος του χρέους, το Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να δώσει άδεια για τροποποίηση της αίτησης και της επαλήθευσης με το να εκτιμήσει την εξασφάλιση*. Είναι αξιοσημείωτα τα όσα λέχθηκαν στη σελ. 548: "In my judgment, when Lord Sterndale in this case referred to an omission of something of no value, he did not mean something which would fetch nothing in pounds, shillings and pence, but he meant, as he explained in the next phrase, something which was not important when one was considering whether the petition was one which could have been presented in the first instance had the proper disclosure been made. I can well appreciate that if there was any sort of doubt as to the amount of the security being less than the amount of the petitioning creditor's debt, then the Court might hesitate long before allowing an amendment, but in the preset case there is no possible doubt whatever that the petitioning creditors, even if they had done what they should have done and stated the security and valued it at its proper value, would have been still entitled to the order which was made." Σε μετάφραση: «Κατά την κρίση μου όταν ο Lord Sterndale αναφέρθηκε σε παράλειψη ν' αναφερθεί κάτι που δεν έχει αξία, δεν εννοούσε στοιχείο το οποίο δεν θα απέφερνε τίποτε σε στερλίνες, σελίνια και πέννες, αλλά, όπως εξηγεί στην επόμενη φράση, εννοούσε κάτι το οποίο δεν ήταν σημαντικό όταν κάποιος εξέταζε κατά πόσο η αίτηση ήταν αίτηση που μπορούσε να κατατεθεί σε πρώτο στάδιο αν γινόταν η ορθή αποκάλυψη. Μπορώ καλώς να αντιληφθώ ότι αν υπήρχε οποιοδήποτε είδος αμφιβολίας σε σχέση με το ποσό της εξασφάλισης ότι ήταν μικρότερη από το ποσό του χρέους του αιτητή πιστωτή, τότε το δικαστήριο δυνατό να δίσταζε προτού επιτρέψει την τροποποίηση, πλην όμως στην παρούσα υπόθεση δεν υπάρχει πιθανή αμφιβολία ότι οι αιτητές πιστωτές έστω και αν έκαμναν αυτά που έπρεπε να είχαν κάμει και δήλωναν την εξασφάλιση και την εκτιμούσαν στην ορθή της αξία και πάλι θα εδικαιούντο στο διάταγμα το οποίο εκδόθηκε. Κάτω από αυτές τις περιστάσεις, κατά την κρίση μου, έχω δικαιοδοσία να δεχθώ αυτή την αίτηση και νομίζω ότι αυτή είναι η πρέπουσα περίπτωση στην οποία θα το πράξω.» _______ * "Where a petition is presented under s.130 of the Bankruptcy Act, 1914, and the petitioners have, by inadvertence, omitted, both in the petition and in the proof, to value a security of considerable substance, but greatly below the value of the debt, the Court has jurisdiction to give leave to amend the petition and the proof by valuing the security." Τέλος, σύμφωνα με την Αγγλική Νομολογία, είναι επιτρεπτή η τροποποίηση ανεξάρτητα από το ύψος της εξασφάλισης. Αυτό έχει βεβαιωθεί στην Re a Debtor (No. 39 of 1974) [1977] 3 AllE.R. 489, 495 στην οποία λέχθηκαν τα εξής: "In our judgment, no injustice is done by allowing amendment irrespective of the value of the security in a case such as the present, where in petition and in proof the creditor has wholly ignored his security, and he then seeks an amendment that surrenders it. Further, when Jessel M.R. said in Moor v. Anglo-Italian Bank [1989] 10 Ch. 681 that an adjudication is bad and may be set aside in due time, if made without seeing that there is a proper unsecured debt, he did not mean to exclude the possibility of amendment, or indeed of maintaining the adjudication even without amendment, where no injustice has been done: see Re a Debtor [1922] 2 Κ.Β. 109. The insistence of the judge below on the value of the security was accordingly in our view mistaken." (η υπογράμμιση είναι του Δικαστηρίου) Σε μετάφραση: «Κατά την κρίση μας δεν προκαλείται αδικία με το να επιτραπεί τροποποίηση ανεξάρτητα από την αξία της εξασφάλισης σε υπόθεση όπως η παρούσα όπου στην αίτηση και στην επαλήθευση ο πιστωτής είχε πλήρως αγνοήσει την εξασφάλιση του και επιδιώκει τροποποίηση με την οποία θα την παραδώσει. Περαιτέρω όταν ο Jessel M.R. είπε στην Moor v. Anglo-Italian Bank [1989] 10 Ch. 681 ότι μια κήρυξη σε πτώχευση είναι εσφαλμένη και μπορεί να παραμεριστεί στον πρέποντα χρόνο αν γίνει χωρίς να εξεταστεί κατά πόσο υπάρχει ένα ορθό μη εξασφαλισμένο χρέος δεν εννοούσε να αποκλειστεί η δυνατότητα τροποποίησης ή πράγματι η διατήρηση της κήρυξης ακόμη και χωρίς τροποποίηση, όπου δεν είχε δημιουργηθεί αδικία: βλ. Re a Debtor [1922] 2 Κ.Β. 109. Η επιμονή του Πρωτόδικου Δικαστηρίου επί της αξίας της εξασφάλισης ήταν κατά την άποψη μας εσφαλμένη.». Καθοδηγούμενο το Δικαστήριο από τις πιο πάνω νομολογιακές αρχές και έχοντας υπόψη τις πρόνοιες του περί Πτωχεύσεως Νόμου καταλήγει ότι, το Δικαστήριο, κέκτηται διακριτικής ευχέρειας κατά πόσο θα επιτρέψει μια αίτηση τροποποίησης. Η νομολογία έχει διασαφηνίσει ότι παραλήψεις όπως η υπό συζήτηση δεν είναι καταλυτικές για την πορεία της αίτησης πτώχευσης. Συνεπακόλουθα η μόνη κατάληξη είναι ότι το αίτημα μπορεί να επιτραπεί. Ως εκ τούτου εκδίδεται διάταγμα με το οποίο τροποποιείται η παράγραφος 3 της Αίτησης ως το Α της Αιτήσεως. Τροποποιημένη Αίτηση να καταχωριστεί εντός 15 ημερών από τη σύνταξη του παρόντος διατάγματος. Ενόψει της διαπίστωσης σε σχέση με την Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την Ένσταση, κάθε πλευρά θα επωμιστεί τα δικά της έξοδα. (Υπ.) .......................................... Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο