← Κύπρος

SUNNYSEEKERS HOTELS LTD ν. G. KOUMAS & N. SPYROU LIMITED, Αρ. Αγωγής: 157/21, 1/3/2022

SUNNYSEEKERS HOTELS LTD ν. G. KOUMAS & N. SPYROU LIMITED, Αρ. Αγωγής: 157/21, 1/3/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2022:A85 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 157/21 Μεταξύ: SUNNYSEEKERS HOTELS LTD Ενάγουσας v. G. KOUMAS & N. SPYROU LIMITED Εναγόμενης --------------------------------- Αίτηση ημερομηνίας 15/11/2021 για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 1 Μαρτίου, 2022 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγουσα-Αιτήτρια: κα Χ. Θεοδούλου για Χ. Κυριακίδης Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενη-Καθ΄ ης η Αίτηση: κ. Ν. Τσίτσιος για Τσίτσιος & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Ενάγουσα - Αιτήτρια καταχώρισε αίτηση με την οποία επιζητεί άδεια για να της επιτραπεί η καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης στην αίτηση ημερ. 15/04/2021, με την οποία ζητείται η έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον της Εναγόμενης εταιρείας. Νομική βάση για την Αίτηση συνιστούν η Δ.39 και η Δ.48 θ.θ. 1 - 4, 4

(2), 8 και 9 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, τα Συντάγματος, η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, το δίκαιο της Επιείκειας και οι γενικές και συμφυείς εξουσίες και η πρακτική του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα που υποστηρίζουν την Αίτηση παρατίθενται στην ένορκη δήλωση της XXXXX Αγγελή, υπεύθυνης του Λογιστηρίου την Αιτήτριας από το 2013 και εξουσιοδοτημένης στην κατάρτιση της συγκεκριμένης ένορκης δήλωσης λόγω του ότι έχει προσωπική γνώση των γεγονότων. Η Ομνύουσα ισχυρίζεται ότι είναι υπεύθυνη για την ετοιμασία καταστάσεων λογαριασμών αναφορικά με ανεξόφλητα τιμολόγια των πελατών και των συνεργατών της Αιτήτριας ενώ επιβλέπει και την πορεία των λογαριασμών των πελατών και συνεργατών της. Παράλληλα παρακολουθεί την πορεία και εκτέλεση όλων των συμφωνιών που συνάπτει κατά καιρούς η Αιτήτρια με συνεργάτες της. Ως εκ των καθηκόντων της έχει στη φύλαξή της τα ανεξόφλητα τιμολόγια της εταιρείας G. KOUMAS & N. SPYROU LIMITED, Καθ΄ης η αίτηση, ενώ έχει και πρόσβαση στο ηλεκτρονικό αρχείο της Αιτήτριας στο οποίο, μεταξύ άλλων, φυλάσσονται πρακτικά τα οποία η ίδια ετοιμάζει και αφορούν την πορεία προβληματικών λογαριασμών καθώς και τις όποιες υποσχέσεις δίδονται σε σχέση με την εξόφλησή τους από συνεργάτες της Αιτήτριας. Όσο αφορά την αναγκαιότητα καταχώρισης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, σε σχέση με την αρχική ένορκη δήλωσή της που συνοδεύει την αίτηση για συνοπτική απόφαση, υποστηρίζει ότι προέκυψε από την καταχωρισθείσα ένσταση και συγκεκριμένα την αναγκαιότητα να έχει το Δικαστήριο μια ολοκληρωμένη εικόνα αναφορικά με τα γεγονότα πριν αποφανθεί κατά πόσο υπάρχει καλή υπεράσπιση. Υποστηρίζει ότι θα πρέπει να τεθούν όλα τα γεγονότα σε σχέση με τη μισθοδοσία του Διευθυντή του ξενοδοχείου, τις τουριστικές εκθέσεις και τους ισχυρισμούς της Καθ΄ ης η αίτηση περί λανθασμένων χρεώσεων και μη ενημέρωσης. Η συμπληρωματική ένορκη δήλωση σκοπεί στο να διευκρινίσει και απαντήσει ισχυρισμούς που προβλήθηκαν στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Ένσταση έτσι ώστε να διαφανεί ότι οι συγκεκριμένοι ισχυρισμοί είναι αβάσιμοι και αποτελούν προσπάθεια παραπλάνησης του Δικαστηρίου. Υποστηρίζει ότι έγκριση του αιτήματος θα οδηγήσει σε ακρόαση της αίτησης επί του πλήρους φάσματος των γεγονότων. Προωθεί την θέση ότι τυχόν έγκριση του αιτήματος δεν θα προκαλέσει ζημιά στην Καθ΄ης η αίτηση ούτε θα παρακωλύσει ή καθυστερήσει τη διαδικασία. Σε αντίθετη περίπτωση, είναι ο ισχυρισμός της, ότι η Αιτήτρια θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά αφού δεν θα της επιτραπεί να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου τα απαραίτητα έγγραφα προς υποστήριξη των θέσεων της. Καταλήγει, ότι είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης όπως εγκριθεί η αίτηση αφού τεκμηριώνεται καλός λόγος. Προσχέδιο της προτιθέμενης ένορκης δήλωσης επισυνάφθηκε. Η Καθ΄ ης η Αίτηση αντιμετώπισε την Αίτηση με την καταχώρηση Ένστασης, στην οποία καταγράφονται δεκατρείς
(13)λόγοι ένστασης, οι οποίοι σε συντομία είναι οι ακόλουθοι: Ότι η Αιτήτρια επιδιώκει να καλύψει ή/και διορθώσει λάθη ή/και να συμπληρώσει τα κενά της ένορκης δήλωσης ημερ. 16/04/2021, ότι δεν υφίσταται κανένας καλός λόγος για την έγκριση της αίτησης, ότι το νομικό και πραγματικό υπόβαθρο της αίτησης δεν δικαιολογεί την έγκριση του αιτούμενου διατάγματος, ότι δεν είναι επιτρεπτή η προσαγωγή μαρτυρίας που να απαντά ή/και να απορρίπτει την εκδοχή της άλλης πλευράς, ότι η συμπληρωματική ένορκη δήλωση σκοπεί στο ν΄ απαντήσει ισχυρισμούς που όφειλε ή/και μπορούσε να προβλέψει ότι θα εγείρονταν, ότι σκοπεί στην επανόρθωση πρωθύστερων παραλείψεων, ότι είναι παράτυπη και αντικανονική, ότι επιχειρείται η εισαγωγή ανεπίτρεπτης μαρτυρίας, ότι είναι καταχρηστική, ότι δεν είναι επιτρεπτή η καταχώριση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων με λεπτομερή αντικρουόμενη μαρτυρία σε αίτηση για συνοπτική απόφαση γιατί η ακρόαση της αίτησης για έκδοση συνοπτικής απόφασης θα μετατραπεί σε ακρόαση της αγωγής, ότι δεν αποσείστηκε το βάρος της ύπαρξης καλού λόγου και ότι δεν εξυπηρετείται το συμφέρον της απονομής δικαιοσύνης. Η Ένσταση βασίζεται στη Δ.39, Δ.48 θ.θ.1 - 4, Δ.57, Δ.59 και Δ.64 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, στον περί Δικαστηρίων Νόμο, στη νομολογία, στις συμφυείς και αναφαίρετες εξουσίες του Δικαστηρίου και στο Δόγμα της Επιείκειας. Τα γεγονότα πάνω στα οποία στηρίχθηκε η Ένσταση καταγράφονται στην ένορκη δήλωση του XXXXX Χαραλάμπους, Οικονομικού Διευθυντή της Καθ΄ης η αίτηση, ο οποίος έχει συμμετοχή στη λήψη αποφάσεων σε σχέση με τη λειτουργία του ξενοδοχείου «Blu Ivy». Είναι ο ισχυρισμός του Ομνύοντα ότι η Αιτήτρια επιδιώκει τη διόρθωση λαθών και τη συμπλήρωση κενών, στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση ημερ. 16/04/2021 για έκδοση συνοπτικής απόφασης, χωρίς οποιοδήποτε σοβαρό λόγο αφού είχε την ευκαιρία να προβάλει τους ισχυρισμούς της στην αρχική ένορκη δήλωσή της ενόψει του ότι τα γεγονότα τα οποία επικαλείται είχαν επισυμβεί πριν την ημερομηνία καταχώρισης της αίτησης. Ισχυρίζεται ότι στην συμπληρωματική ένορκη δήλωση γίνεται επίκληση 2ης προφορικής συμφωνίας, με ημερομηνία τέλη Ιουνίου 2019, της οποίας το περιεχόμενο αναιρεί σε μεγάλο βαθμό το περιεχόμενο της 1ης συμφωνίας την οποία επικαλείται στην αρχική ένορκη δήλωσή της. Είναι η θέση του Ομνύοντα ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί γιατί δεν επιτρέπεται η προσαγωγή μαρτυρίας που να απαντά ή να απορρίπτει την εκδοχή της άλλης πλευράς. Με την συμπληρωματική ένορκη δήλωση η Αιτήτρια προσπαθεί να αντικρούσει τους ισχυρισμούς που αφορούν τις μισθοδοσίες του Διευθυντή του ξενοδοχείου «Blu Ivy» και την απόρριψη, από την Καθ΄ ης η αίτηση, ενός τιμολογίου στο οποίο αναγράφονται ισχυριζόμενα οφειλόμενα ποσά από ταξίδια στο εξωτερικό. Κατά τη δική του άποψη με την καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης σκοπείται στο να οδηγηθεί το Δικαστήριο στο να προβεί σε αξιολόγηση της μαρτυρίας και να καταλήξει σε ευρήματα, εγχείρημα που εκφεύγει των καθηκόντων του σε μια τέτοιου είδους αίτηση. Υποστηρίζει ότι δεν συντρέχει καλός λόγος για την έκδοση του διατάγματος γιατί η Αιτήτρια όφειλε και μπορούσε να προβλέψει ότι οι συγκεκριμένοι ισχυρισμοί θα εγείρονταν αφού προκύπτουν από την γραπτή συμφωνία ημερομηνίας 22/09/2017, την οποία η Αιτήτρια επικαλείται. Κατά τη δική του άποψη συνιστά καταχρηστική προσπάθεια της Αιτήτριας να επισυνάψει νέα τεκμήρια, τα οποία εν πάση περιπτώσει είχε στην κατοχή της πριν καταχωρίσει την αρχική ένορκη δήλωση και τα οποία παρέλειψε να παρουσιάσει. Καταλήγει, ότι επιδιώκεται η συμπλήρωση ηθελημένου κενού στην αρχική ένορκη δήλωση και εν πάση περιπτώσει εάν το Δικαστήριο επιτρέψει την ανταλλαγή ενόρκων δηλώσεων που περιέχουν λεπτομερή και αντικρουόμενη μαρτυρία τότε η δίκη θα μετατραπεί σε δίκη ουσίας. Ως εκ τούτου προωθεί τη θέση ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Και οι δυο συνήγοροι προώθησαν προς το Δικαστήριο εμπεριστατωμένες και υποβοηθητικές για το Δικαστήριο γραπτές αγορεύσεις. Το Δικαστήριο έχει κατά νου το περιεχόμενό τους και θα αναφερθεί σε αυτό όπου το κρίνει απαραίτητο. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Σύμφωνα με τη Δ.48 θ.4
(2)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, όπως τροποποιήθηκε το 1999: « Το Δικαστήριο ή Δικαστής μετά από αίτηση ή προφορικό αίτημα, μπορεί, για καλό λόγο να επιτρέψει την καταχώριση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων. Η ακρόαση αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Διαταγή 39.». Ανάγνωση της συγκεκριμένης δικονομικής πρόνοιας οδηγεί στο αναπόδραστο συμπέρασμα ότι πέραν της αρχικής ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση δια κλήσεως ή την ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης, το Δικαστήριο μπορεί να επιτρέψει την καταχώριση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων. Ήτοι, δίδεται στο Δικαστήριο διακριτική ευχέρεια, στην περίπτωση που καταδειχθεί «καλός λόγος» από το διάδικο που το ζητά, όπως παράσχει άδεια για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Η εξουσία, επομένως, η οποία προβλέπεται από τη Δ.48 θ.4
(2)είναι διακριτικής φύσεως και ασκείται στη βάση των γεγονότων που τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου και τα οποία θα πρέπει να αποκαλύπτουν την αναγκαιότητα για την παροχή της αιτούμενης άδειας για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, σε συνδυασμό με τη διαπίστωση, στο πλαίσιο αυτό, του τι είναι δίκαιο υπό τις περιστάσεις της συγκεκριμένης υπόθεσης. Τι συνιστά «καλό λόγο» έχει ερμηνευθεί στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Μαρία Κόκκινου v. Κυριάκου Κόκκινου, Έφ. Αρ. 29/2014, ημερ. 03/11/2016, στην οποία επισημάνθηκε ότι: « καλός λόγος» προϋποθέτει την ύπαρξη κάποιας ανάγκης με απώτερο σκοπό την επίλυση των επίδικων ζητημάτων της ενδιάμεσης διαδικασίας και την ορθή απονομή της δικαιοσύνης.». Καθοδηγητικά είναι επίσης και τα όσα καταγράφονται επί του θέματος από τον έντιμο κ. Ναθαναήλ, Π.Ε.Δ., όπως ήταν τότε, στην υπόθεση Mathew Shaw κ.ά. ν. Depha Investment Bank Ltd, Αρ. Αγ. 8869/05, ημερ. 28/02/2007: « Στόχος της αναμόρφωσης του θ.4 της Δ.48 με την Κ.Δ.Π. 5/99 ημερομηνίας 23/12/99, ήταν να αποφευχθούν τα προβλήματα που δημιουργήθηκαν από την ερμηνεία που δόθηκε στον προηγούμενο θεσμό από νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου ... Προσεκτική ανάγνωση και εξέταση του νέου θεσμού δείχνει, με αναφορά και στα όσα καταγράφονται στην παρ. 1 του θ.4, ότι στόχος της καταχώρισης συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων είναι η ολοκληρωμένη παρουσίαση της αίτησης ή της ένστασης αντίστοιχα ώστε αυτή να οδηγηθεί σε ακρόαση επί του πλήρους φάσματος της διαφοράς. Για παράδειγμα, θα μπορούσε να αποτελέσει καλό λόγο για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης αν ο αιτητής εύλογα αισθάνεται μετά από την καταχώριση της ένστασης, ότι πρέπει να προσθέσει στα γεγονότα που υποστηρίζουν την αίτηση του, ώστε να έχει δυνατότητα επιτυχίας. Άλλη περίπτωση είναι όπου το Δικαστήριο επί μονομερούς αιτήσεως, συνήθως για απαγορευτικό διάταγμα, εγείρει ερωτηματικά ως προς ορισμένα προαπαιτούμενα της έκδοσης απαγορευτικού διατάγματος, οπότε και ο αιτητής δυνατόν να ζητήσει από το Δικαστήριο πριν την τελειωτική εξέταση και απόφαση επί της αιτήσεως του, την καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, ώστε να προσθέσει διάφορους ισχυρισμούς και γεγονότα που έχουν σχέση είτε με το επείγον του χρόνου είτε τη γνώση από πλευράς του αιτητή των γεγονότων που οδήγησαν στην διαφορά κ.τ.λ». Σχετικό είναι και το σκεπτικό της απόφασης στην υπόθεση A. Messios & Sons Ltd κ.ά ν. Ανδρέα Λεωνίδα
(2010)1(Α) Α.Α.Δ. 195, η οποία αφορούσε αίτημα το οποίο υποβλήθηκε ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου για επαναφορά έφεσης η οποία είχε απορριφθεί λόγω μη προώθησής της. Τονίστηκαν τα εξής σχετικά και διαφωτιστικά για τον τρόπο άσκησης της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου για το ζήτημα παραχώρησης άδειας καταχώρισης συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων. Στην σελίδα 199 διαβάζονται τα εξής: « Μελετήσαμε με προσοχή τα ενώπιον μας στοιχεία υπό το φως των εισηγήσεων των δύο πλευρών. Θεωρούμε ότι η διακριτική ευχέρεια που παρέχεται στο δικαστήριο από τις σχετικές δικονομικές πρόνοιες, είναι ορθό και δίκαιο να ασκηθεί, στην προκείμενη περίπτωση υπέρ των εφεσειόντων-αιτητών. Κατά την εκτίμηση μας τα στοιχεία που επιθυμούν να θέσουν ενώπιον του δικαστηρίου, οι εφεσείοντες-αιτητές, με τις δύο ένορκες δηλώσεις για τις οποίες ζητούν την άδεια του δικαστηρίου να καταχωρήσουν, είναι στοιχεία που σχετίζονται με τους ισχυρισμούς και τις θέσεις που πρόβαλε ο εφεσίβλητος-καθ΄ ου η αίτηση στην αρχική του ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της ένστασης στην αίτηση επαναφοράς της έφεσης. Δεν πρόκειται, κατά την κρίση μας, για ανεπίτρεπτη μαρτυρία ούτε για επανάληψη των αρχικών ισχυρισμών των εφεσειόντων, αλλά για διευκρινίσεις και ισχυρισμούς που είναι επιθυμητό να επιτραπεί στους εφεσείοντες-αιτητές να προβάλουν, ώστε το δικαστήριο να έχει ενώπιον του ολοκληρωμένη και σφαιρική εικόνα των γεγονότων.». Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για παραχώρηση άδειας για συμπληρωματική ένορκη δήλωση ασκείται με βάση γεγονότα τα οποία τίθενται ενώπιον του. Σημαντικός παράγοντας που λαμβάνεται υπόψη για τους σκοπούς διαμόρφωσης της κρίσης του Δικαστηρίου είναι η φύση και οι ανάγκες της διαδικασίας, την οποία η συμπληρωματική ένορκη δήλωση επιδιώκει να εξυπηρετήσει. Προκύπτει ότι, μπορεί να δοθεί άδεια για να παρασχεθούν διευκρινίσεις, ώστε το Δικαστήριο να έχει ενώπιον του ολοκληρωμένη και σφαιρική εικόνα των γεγονότων. Είναι ζήτημα των εκάστοτε περιστάσεων σε συνάρτηση και με τη φύση της συγκεκριμένης διαδικασίας στα πλαίσια της οποίας επιχειρείται να καταχωρηθεί συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Mε δεδομένο το περιορισμένο αντικείμενο της φύσης της αίτησης για συνοπτική απόφαση θεωρώ ορθό να επισημάνω ότι όπως τονίστηκε και στη Δημητρίου ν. Τράπεζα Κύπρου Λτδ
(1997)1Β Α.Α.Δ. 782, η αίτηση για συνοπτική απόφαση αποτελεί ένα εξαιρετικό μέτρο, δεδομένου του ότι ο καθορισμός των δικαιωμάτων των διαδίκων γίνεται χωρίς την πλήρη διεξαγωγή δίκης και ως εκ τούτου θα πρέπει να εφαρμόζεται μόνο στις ξεκάθαρες και αδιαμφισβήτητες υποθέσεις. Στην Ανδρέας Θεμιστοκλέους & Υιοί Λτδ και άλλοι v. Arizona Trading Co Ltd
(1997)1Γ Α.Α.Δ. 1354, διαβάζονται τα ακόλουθα: «Η διαδικασία για τη λήψη συνοπτικής απόφασης, ιδιαίτερα όσον αφορά την ένορκη δήλωση, είναι πολύ αυστηρή. Αυτό επιβάλλει ο δραστικός χαρακτήρας της. Σε άρθρο στο Solicitors Journal Vol. 139
(1995)στη σελ. 1125 και 1128 με τον τίτλο "Don't forget the affidavit" αναφέρεται: "Regardless of the merits of an application for summary judgment under RSC Ord. 14, it will undoubtedly fail if the procedural requirements are not met. This has been revisited in a recent case, Barclays Bank plc v. Piper, The Times, 31 May 1995 and emphasises the need for care in preparing an Ord 14 application... . ." . . . . . . . . . . . . . . . . . . . Why are these requirements so important in an Ord 14 application? Order 14 is a summary process and should only be used when appropriate, where the defendant has no defence to the claim and not for tactical purposes. The essence of the application means that if the plaintiff succeeds the defendant is deprived of an opportunity to defend the case on the merits and is denied access to justice. As a summary procedure there is no room for error."» Η πιο πάνω αυστηρή προσέγγιση συνάδει πλήρως και με τις πρόνοιες του Άρθρου 30 του Συντάγματος το οποίο προβλέπει ότι κάθε διάδικος έχει δικαίωμα να προσφύγει στο Δικαστήριο και να προβάλει τις θέσεις του στα πλαίσια ακροαματικής διαδικασίας. Σχετική είναι η απόφαση Παναγιώτης Ζερβός ν. Euroinvestment & Finance Ltd
(2003)1Γ Α.Α.Δ. 1968. Αναφορά μπορεί να γίνει στο Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, Τομ. 24, σελ. 519, παρ. 972, υπό τον τίτλο «No fresh evidence after motion opened»). Στην υπόθεση Recnex Trading Ltd v. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ
(2014)1A Α.Α.Δ. 866, αναφέρθηκε ότι, ζητήματα αμφισβητούμενα θα πρέπει να αφήνονται να ακουστούν κατά την εκδίκαση της ουσίας, ενώ το Δικαστήριο θα πρέπει να αποφεύγει να προβαίνει σε τελικά συμπεράσματα τα οποία δυνατόν να αποβούν βλαπτικά για τα δικαιώματα των διαδίκων. Η υπό κρίση Αίτηση θα εξεταστεί και θα κριθεί έχοντας κατά νου τις πιο πάνω νομολογιακές αρχές. Θα πρέπει να εξεταστεί πρώτον, κατά πόσον η Αιτήτρια επιδιώκει να συμπληρώσει ηθελημένα κενά στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση της για έκδοση συνοπτικής απόφασης ούτως ώστε να τροποποιήσει ή αλλοιώσει την εικόνα που αρχικά έθεσε στο Δικαστήριο. Σε περίπτωση που η απάντηση στο πρώτο πιο πάνω ερώτημα είναι αρνητική, δεύτερον, κατά πόσον εκείνο που επιδιώκει είναι να απαντήσει σε ισχυρισμούς που προέβαλαν οι Καθ' ων η αίτηση, τους οποίους δεν μπορούσε να προβλέψει. Στην απόφαση J & M Loizides Agencies Ltd. κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας
(2011)1 ΑΑΔ 1280 καταγράφονται τα ακόλουθα: «Στο στάδιο εξέτασης αίτησης για συνοπτική απόφαση, το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στα γεγονότα της υπόθεσης για να τα κρίνει. Κάτι τέτοιο δεν συνάδει με το ρόλο του Δικαστηρίου. Σ' αυτό το στάδιο της διαδικασίας το Δικαστήριο ενεργεί μόνο με βάση το ερώτημα κατά πόσο η προβαλλόμενη υπεράσπιση είναι τέτοια που να δικαιούται ο εναγόμενος να ακουστεί αναφορικά με αυτήν. Επομένως η προσέγγιση της μαρτυρίας θα περιοριστεί αυστηρά μέσα στα στενά πλαίσια που καθορίζει η φύση της παρούσας διαδικασίας, αποκλειστικός στόχος της οποίας είναι η διαπίστωση ύπαρξης καλής υπεράσπισης και/ή ύπαρξης τέτοιων γεγονότων που να παρέχουν στον εναγόμενο το δικαίωμα υπεράσπισης.». Χαρακτηριστικό αν όχι καθοριστικό για την υπό κρίση αίτηση είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση F.P.P. Fish Processing Ltd κ.α. v. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(2007)1(Β) Α.Α.Δ. 1230: «Δεν ενδείκνυται, σε αιτήσεις για συνοπτική απόφαση, να γίνεται στάθμιση αντικρουομένων ισχυρισμών των δύο πλευρών και να καταλήγει το δικαστήριο σε συμπεράσματα ότι η μια πλευρά προέβαλε πιο πειστικούς και πιο αξιόπιστους ισχυρισμούς από την άλλη. Αλλά και μόνον αυτή η διαδικασία, της εξέτασης των αντικρουομένων ισχυρισμών, δείχνει πως οι εφεσείοντες είχαν προβάλει τέτοια στοιχεία που ήταν αρκετά για να τους δοθεί το δικαίωμα της υπεράσπισης ώστε, στα πλαίσια της κανονικής ακροαματικής διαδικασίας, να προσφερθεί μαρτυρία και το δικαστήριο να προβεί στην αξιολόγησή της και στην εξαγωγή των διαπιστώσεών του.». Βέβαια η κάθε περίπτωση κρίνεται με τα δικά της περιστατικά και η ύπαρξη καλού λόγου σχετίζεται πάντοτε με τις ιδιαιτερότητες της κάθε υπόθεσης. Προχωρώ στη συνέχεια να εξετάσω το περιεχόμενο της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης για την οποία η Αιτήτρια ζητά άδεια για την καταχώριση της έτσι ώστε να αντικρούσει τους ισχυρισμούς της Καθ΄ ης η αίτηση, όπως αυτοί διαφαίνονται στη δική τους ένορκη δήλωση. Για τους σκοπούς εξέτασης της παρούσας Αίτησης, έχω λάβει υπόψη μου τα επιχειρήματα των ευπαιδεύτων δικηγόρων τα οποία έχουν εκτεθεί με τρόπο υποβοηθητικό προς το Δικαστήριο μέσω των γραπτών τους αγορεύσεων. Προσεκτική ανάγνωση της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης αποκαλύπτει ότι γίνεται αναφορά σε σωρεία νέων γεγονότων, τα οποία η Ομνύουσα γνώριζε, ως εκ της θέσεως της, εξ' αρχής αλλά επέλεξε να μην τα καταγράψει στην αρχική ένορκη δήλωσή της. Το γεγονός αυτό από μόνο του συνηγορεί στην απόρριψη της αίτησης. Η παράγραφος 14 της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης αναφέρεται σε αμφισβητούμενες τιμολογήσεις. Επιχειρείται επίσης η κατάθεση δέσμης τεκμηρίων που απαρτίζεται από σωρεία σελίδων για τα οποία έχουν γίνει συζητήσεις μεταξύ των μερών, παράγραφος 11 της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, σε συναντήσεις. Περαιτέρω διαπιστώνεται ότι δεν αποκαλύπτεται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση ποια παράγραφος της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την Ένσταση χρήζει απάντησης ή διευκρίνησης. Και αν όντως η επιθυμία της Αιτήτριας ήταν «να θέσουν την πραγματική εικόνα σε σχέση με τα γεγονότα ενώπιον του Δικαστηρίου», ως ισχυρίζεται, θα έπρεπε να είχε συμπεριλάβει τα γεγονότα που επικαλείται στην αρχική ένορκη δήλωσή της. Ιδιαίτερα ενόψει της δραστικότητας της αίτησης για έκδοση συνοπτικής απόφασης. Έχοντας διευκρινίσει τα ανωτέρω, θεωρώ ορθό και δίκαιο όπως απορρίψω την υπό κρίση αίτηση για καταχώριση Συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης αφού δεν διαπιστώνω καλό λόγο για να την επιτρέψω. Τα έξοδα της υπό συζήτηση Αίτησης θα είναι υπέρ της Καθ΄ ης η αίτηση τα οποία όμως θα καταβληθούν μετά την ολοκλήρωση της ακρόασης της αίτησης για έκδοση συνοπτικής απόφασης ημερ. 15/04/2021. (Υπ.) .............. Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Α.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.