ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ ν. ΙΔΑΝΙΚΗ ΚΤΗΜΑΤΙΚΗ ΛΙΜΙΤΕΔ κ.α., Αρ. Αγωγής: 1993/2019, 2/5/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2022:A90 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛAΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. ΜΑΘΗΚΟΛΩΝΗ, Α.Ε.Δ Αρ. Αγωγής: 1993/2019 Μεταξύ: ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ Εναγόντων και 1.ΙΔΑΝΙΚΗ ΚΤΗΜΑΤΙΚΗ ΛΙΜΙΤΕΔ 2.TH. FLOKKAS ESTATES LTD
- XXXXX ΦΕΙΔΙΑ ΜΕΝΕΛΑΟΥ
- XXXXX ΧΡΙΣΤΟΥ ΦΛΟΚΚΑ Eναγομένων _____________________________ Ημερομηνία: 2 Μαϊου 2022 Για αιτητές/εναγόμενους 1 και 3: κα Ιωάννα Ιωάννου, για Υ. Vasiliou & Co LLC Για καθ' ων/ ενάγοντες : κα Κυριακή Ιωάννου, για Χριστόφορο Ιωάννου ΔΕΠΕ ΑΠΟΦΑΣΗ (Αιτηση παραμερισμού ημερ. 16/3/2021) Με την υπό κρίση αίτηση οι εναγόμενοι 1 και 3/αιτητές, στο εξής καλούμενοι «αιτητές» αιτούνται τον παραμερισμό της εναντίον τους εκδοθείσας απόφασης ημερ. 29/9/2020, η οποία λήφθηκε συνεπεία παράλειψης καταχώρησης εμφάνισης. Η αίτηση, ως αναφέρεται στη νομική βάση αυτής, στηρίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.5, ΘΘ.1 - 3 και 7, Δ.16, Δ.17, ΘΘ. 10 και 13, Δ 20, Θ. 4, Δ.26, Θ.14, Δ. 33, Θ.1 και 2, Δ.48, Θ.1 - 4, 6, 7, 9 έως και 12, στον περί Συμβάσεων Νόμο (Κεφ. 149, ως έχει τροποποιηθεί), άρθρο 92, στο Άρθρο 30 του Συντάγματος της Δημοκρατίας, στη σχετική επί των θεμάτων της αίτησης νομολογία, στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και στις συμφυείς εξουσίες αυτού. Η αίτηση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση του εναγόμενου 3/αιτητή, ο οποίος δηλώνει ότι προβαίνει στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση και σε σχέση με τους εναγόμενους 1/αιτητές, ενώ περαιτέρω αναφέρει ότι έχει προσωπική γνώση των γεγονότων από προσωπική εμπλοκή αλλά και από μελέτη σχετικών αρχείων και φακέλων που τηρούνται στα γραφεία των εναγομένων 3 (προφανώς εννοεί 1) και άλλων που βρίσκονται στη δική του κατοχή. Επίσης ως αναφέρει έχει λάβει γνώση των γεγονότων και από τη μελέτη του φακέλου της αγωγής αφότου έλαβε αντίγραφα από τη δικηγόρο του η οποία διεξήγαγε έρευνα στις 23/10/2020, ενώ επίσης αναφέρει ότι έχει λάβει νομική συμβουλή σε σχέση με τα νομικά θέματα στα οποία κάνει αναφορά. Ο ομνύσας αναφέρεται στη σύναψη του επίδικου δανείου από τους εναγόμενους 1 και 2, καθώς και των εξασφαλίσεων και εγγυήσεων από τον ίδιο και τον εναγόμενο
- Επίσης αναφέρει ότι η Συνεργατική Κυπριακή Τράπεζα ΛΤΔ (δηλαδή οι ενάγοντες) διαδέχθηκαν καθολικά τη ΣΠΕ Μακράσυκας στη βάση διαδοχικών διαδοχών και μετονομασιών της τελευταίας. Ακολούθως αναφέρεται στους λόγους που υποστηρίζουν το αίτημα για παραμερισμό καθώς και την υπεράσπιση που οι εναγόμενοι 1 και 3 έχουν πρόθεση να προβάλουν. Το πρώτο ζήτημα που εγείρει αφορά το υπόλοιπο. Αναφέρεται σχετικά στις πληρωμές που έγιναν μέχρι 25/10/12 και οι οποίες ανέρχονται συνολικά στο ποσό των €13.623,79 και υποστηρίζει στη βάση τούτου ότι αναληθώς αναφέρεται στην Ε/Δ που καταχωρήθηκε προς απόδειξη της αξίωσης ότι οι «εναγόμενοι 1 και 3 δεν έχουν καταβάλει οιονδήποτε ποσό έναντι της οφειλής τους και παραμένουν οφειλέτες για ολόκληρο το ποσό της απαίτησης πλέον τόκους και έξοδα». Το γεγονός αυτό συνιστά, κατά τους αιτητές, παραπλάνηση του Δικαστηρίου από τους Ενάγοντες και παράβαση της υποχρέωσης αυτών προς προσέλευση, στο στάδιο της μονομερούς έκδοσης της απόφασης, με καθαρά χέρια. Επίσης αναφέρουν ότι οι Ενάγοντες δεν προσκόμισαν καμία κατάσταση λογαριασμού του Λογαριασμού ΣΠΕ Μακράσυκας, ούτε και του Λογαριασμού Συνεργατικής, ή άλλου σχετικού με τη Σύμβαση Δανείου λογαριασμού. Ούτε και έντυπο υπολογισμού του κεφαλαίου του Δανείου, των τόκων και λοιπών σχετικών προνοιών της Σύμβασης Δανείου προσκομίστηκε. Το δε Τεκμήριο Ε που υποστηρίζει την αίτηση για έκδοση απόφασης δεν δύναται να υποστηρίξει, ως ο ομνύων υποστηρίζει, την αξίωση των €371.930,67, ούτε και να πάρει τη θέση τη σχετικής κατάστασης λογαριασμού ή σχετικού εντύπου υπολογισμού, Συνεπώς, είναι η θέση του ότι από πουθενά δεν προκύπτει το πώς το ποσό €210.000,00 (ήτοι το ποσό του Δανείου) διογκώθηκε στα €371.930,
- Το επόμενο ζήτημα που εγείρει είναι η ύπαρξη συμφωνιών αναδιάρθωσης οι οποίες δεν επέτρεπαν κατά τους αιτητές, στους καθ' ων η αίτηση να προχωρήσουν και να εξασφαλίσουν απόφαση ερήμην. Αναφέρεται σε κύκλους διαπραγματεύσεων που εκκίνησαν στις 8/11/2017 προς εξεύρεση λύσης αναδιάρθρωσης της Σύμβασης Δανείου και σχετικά αναφέρεται σε επικοινωνίες που διήρκεσαν μέχρι και τον Μάιο του 2018 καθώς και σε δύο προσφορές-συμφωνίες διακανονισμού. Η πρώτη ήταν η ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΔΙΑΚΑΝΟΝΙΣΜΟΥ Ι (βλ. Τεκμήριο 4) ημερομηνίας 03.04.2018, την οποία ως η θέση του, οι Εναγόμενοι 1 αποδέχθηκαν και επομένως υποστηρίζει ότι η Συνεργατική περιόρισε την όποια απαίτησή της έναντι των Εναγομένων 1 μόνο στο ποσό του ½ μεριδίου των Ακινήτων που οι Εναγόμενοι 1 είχαν στην κυριότητά τους. Συνεπώς, η μεταβίβαση του ½ μεριδίου των Ακινήτων που οι Εναγόμενοι 1 είχαν στην κυριότητά τους θα επέφερε την απαλλαγή του προσωπικά ως εγγυητή υπό τη Σύμβαση Εγγύησης. Οποιαδήποτε δε χρηματική απαίτηση των Εναγόντων σε σχέση με τη Σύμβαση Δανείου (και τη Σύμβαση Εγγύησης και Σύμβαση Υποθήκης) περιορίστηκε έναντι του Εναγόμενου 4 προσωπικά και μόνο. Όπως δε υποστηρίζει παρά την ύπαρξη της Συμφωνίας Διακανονισμού Ι, οι ενάγοντες παρέλειψαν να διευθετήσουν και τροχιοδρομήσουν τις αναγκαίες πράξεις και ενέργειες προς μεταβίβαση των Ακινήτων ούτε και αποδέχθηκαν πλείονες κλήσεις του προς διευθέτηση και τροχιοδρόμηση τέτοιων ενεργειών και πράξεων, έτσι ώστε να επιτευχθεί η υλοποίηση της Συμφωνίας Διακανονισμού Ι. Συγκεκριμένα, ως αναφέρει, παρά τις πολλές τηλεφωνικές επικοινωνίες με τον κ. Αντώνη Πιστόλα ο οποίος τον διαβεβαίωνε πως θα του έστελνε σχετικό πληρεξούσιο έγγραφο για να υπογράψει προς μεταβίβαση του μεριδίου των Εναγόντων επί των Ακινήτων στην Altamira προς εκπλήρωση της Συμφωνίας Διακανονισμού Ι, εντούτοις δεν το έπραξε και συνεπώς οι Ενάγοντες παρέβησαν τη Συμφωνία Διακανονισμού Ι ή έθεσαν τους Εναγόμενους 1 σε θέση αθέτησης της Συμφωνίας Διακανονισμού Ι ή της υπόσχεσής τους ότι η απαίτησή τους έναντι των Εναγομένων 1 (και συναφώς του ίδιου ως διευθυντή αυτών και εγγυητή του Δανείου) θα περιορίζετο μόνο στο ποσό του ½ μεριδίου των Ακινήτων, που οι Εναγόμενοι 1 είχαν στην κυριότητά τους. Περαιτέρω αναφέρεται στη ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΔΙΑΚΑΝΟΝΙΣΜΟΥ ΙΙ ημερ. 23/4/18 (βλ. Τεκμήριο 6) με βάση την οποία οι ενάγοντες επανήλθαν με νέα προσφορά κατά την οποία οι όροι προς πλήρη εξόφληση της Σύμβασης Δανείου (και της Σύμβασης Εγγύησης και Σύμβασης Υποθήκης) και του Λογαριασμού Συνεργατικής ήταν οι ακόλουθοι: (α) Οι Εναγόμενοι 1 όφειλαν να παραχωρήσουν το μερίδιό τους επί των Ακινήτων, ήτοι ½ επί εκάστου εξ αυτών · και (β) Ο ίδιος ο εναγόμενος 3 προσωπικά όφειλε να προχωρήσει σε αναδιάρθρωση των πιστωτικών εξασφαλίσεων που αφορούν προσωπικά δάνεια του και λοιπές εταιρείες με τις οποίες σχετίζεται · και (γ) Οποιαδήποτε χρηματική απαίτηση των Εναγόντων σε σχέση με τη Σύμβαση Δανείου (και τη Σύμβαση Εγγύησης και Σύμβαση Υποθήκης) περιορίστηκε έναντι του Εναγόμενου 4 προσωπικά και μόνο. Όπως αναφέρει αποδέχθηκε την Προσφορά της Altamira II, και στις 10.05.2018 συνήψε συμφωνίες διακανονισμού με την Altamira προς αναδιάρθρωση των πιστωτικών εξασφαλίσεων που αφορούν προσωπικά δάνεια του ως και αυτά των λοιπών εταιρειών με τις οποίες σχετίζεται (βλ. Τεκμήριο 7). Ενόψει των ανωτέρω είναι και πάλιν η θέση του ότι οι Ενάγοντες δια της σύναψης της Συμφωνίας Διακανονισμού ΙΙ περιόρισαν την όποια αξίωσή τους μόνο έναντι του Εναγομένου 4 προσωπικά, ενώ σε σχέση με το πρόσωπο των Εναγόμενων 1, η αξίωση των εναγόντων περιορίστηκε στην αξία του ½ μεριδίου επί εκάστου των Ακινήτων ιδιοκτησίας των Εναγομένων
- Ως προς δε το πρόσωπό του ίδιου, η υποχρέωση που ανέλαβε ήταν να συνάψει συμφωνίες αναδιάρθρωσης των πιστωτικών εξασφαλίσεων που αφορούν προσωπικά δάνεια του και λοιπές εταιρείες με τις οποίες σχετίζεται. Συνεπώς υποστηρίζει ότι οι Ενάγοντες κωλύονται (estopped) από το να προωθούν την αξίωσή τους επί του Κλητηρίου Εντάλματος των €371.930,67, είτε ενάντια των πρωτοφειλετών του Δανείου, Εναγόμενων 1 είτε εναντίον του ίδιου ως εγγυητή, εφόσον ο ίδιος εκπλήρωσε πλήρως όλες τις υποχρεώσεις του οι οποίες απορρέουν από τη Συμφωνία Διακανονισμού ΙΙ, ήτοι την σύναψη συμφωνιών αναδιάρθρωσης των πιστωτικών εξασφαλίσεων που αφορούν προσωπικά του δάνεια και λοιπών εταιρειών με τις οποίες σχετίζεται (βλ. Τεκμήριο 7). Ωστόσο, υποστηρίζει ότι παρά την ύπαρξη της Συμφωνίας Διακανονισμού ΙΙ, οι Ενάγοντες παρέλειψαν και ακόμα παραλείπουν να διευθετήσουν και τροχοδρομήσουν τις αναγκαίες πράξεις και ενέργειες προς μεταβίβαση του μεριδίου των Εναγομένων 1 επί των Ακινήτων σε αυτούς (ήτοι τους Ενάγοντες) ούτε και αποδέχθηκαν ούτε και αποδέχονται τις κλήσεις του προς διευθέτηση και τροχοδρόμηση τέτοιων ενεργειών και πράξεων, ήτοι προς υλοποίηση της Συμφωνίας Διακανονισμού ΙΙ, ως προς τον εν λόγω όρο αυτής. Συγκεκριμένα είχε σχετικές τηλεφωνικές επικοινωνίες με τον κ. Αντώνη Πιστόλα και την κ. Θέμιδα Καδή, οι οποίοι τον διαβεβαίωναν ότι θα του έστελναν σχετικό πληρεξούσιο έγγραφο για να υπογράψει προς μεταβίβαση του μεριδίου των Εναγόντων επί των Ακινήτων στην Altamira και προς εκπλήρωση της Συμφωνίας Διακανονισμού ΙΙ. Στη βάση των ανωτέρω υποστηρίζει ότι οι Ενάγοντες παρέβηκαν τη Συμφωνία Διακανονισμού ΙΙ ή έθεσαν τους Εναγόμενους 1 (και τον ίδιο προσωπικά) σε θέση αθέτησης της Συμφωνίας Διακανονισμού ΙΙ ή της υπόσχεσής τους ότι η απαίτησή τους έναντι των Εναγομένων 1 (και συναφώς του ίδιου ως διευθυντή αυτών και εγγυητή του Δανείου) θα περιορίζετο μόνο στο ποσό του ½ μεριδίου των Ακινήτων που οι Εναγόμενοι 1 είχαν στην κυριότητά τους. Σημειώνει δε ότι η Συμφωνία Διακανονισμού ΙΙ καθώς και η ανωτέρω υπόσχεσή τους, ήταν δεσμευτική κατά τον κρίσιμο χρόνο έγερσης της Αγωγής. Εν ολίγοις δηλαδή υποστηρίζει ότι οι ενάγονες αθέτησαν τη συμφωνία τους και με την έγερση της παρούσας αγωγής διεκδίκησαν μια ανύπαρκτη αξίωση αφού: (α) Έναντι της Σύμβασης Δανείου κατεβλήθη το ποσό των Ευρώ 13.623,79 (β) Η όποια απαίτηση των Εναγόντων έναντι των Εναγομένων 1 εκ της Σύμβασης Δανείου είχε περιορισθεί δια της Συμφωνίας Διακανονισμού Ι και (γ) Σε κάθε περίπτωση η όποια απαίτηση των Εναγόντων έναντι των Εναγομένων 1 εκ της Σύμβασης Δανείου είχε (εκ νέου) περιορισθεί δια της Συμφωνίας Διακανονισμού ΙΙ. Το επόμενο ζήτημα που εγείρει είναι το ζήτημα της έγερσης αγωγής εναντίον του ίδιου και της εταιρείας, ενώ ως υποστηρίζει από τον Απρίλιο του 2018 και τη σύναψη της Συμφωνίας Διακανονισμού ΙΙ και σε κάθε περίπτωση μετά τη γένεση της υπόσχεσης / δέσμευσης των Εναγόντων έως και πολύ πρόσφατα, οι Ενάγοντες, μέσω της Altamira, τον διαβεβαίωναν και προέβαιναν σε υποσχέσεις και δεσμεύσεις περί της μη λήψης μέτρων εις βάρος των Εναγομένων 1 και του ίδιου. Συγκεριμένα αναφέρεται σε ηλεκτρονικό μήνυμα που απέστειλε στις 30.01.2020 στην κ. XXXXX Καδή, λειτουργό της Altamira, (βλ. Τεκμήριο 8) στο οποίο την παρακαλεί να τον ενημερώσει αν μίλησε με τον δικηγόρο της για την απαλλαγή της εταιρείας του και του ίδιου προσωπικά όπως συμφώνησαν με τον κύριο Αντώνη Πιστόλα στο οποίο έλαβε ως απάντηση το Τεκμήριο 9 με το οποίο ενημερώθηκε ότι όσον αφορά την αγωγή 1993/2019 έχουν στείλει γραπτό αίτημα στον δικηγόρο για να μην προχωρήσουν τα μέτρα εναντίον τους και ότι θα τους ενημερώσει σχετικά μόλις έχει την απάντηση του. Από το πιο πάνω ηλεκτρονικό μήνυμα, σύμφωνα πάντα με τον ομνύοντα, προκύπτει η ρητή υπόσχεση και δέσμευση των Εναγόντων προς μη προώθηση των όποιων μέτρων εναντίον του (και συναφώς των Εναγομένων 1) στο πλαίσιο της (παρούσας) Αγωγής κάτι το οποίο, ως υποστηρίζει, προσδίδει στο πρόσωπο των Εναγόντων επιπρόσθετο κώλυμα (estoppel) από του να προωθούν την αξίωσή τους επί του Κλητηρίου Εντάλματος και των €371.930,
- Ως υποστηρίζει στην προκειμένη περίπτωση δεν βρισκόταν απλά στο στάδιο διαπραγματεύσεων με την Altamira σε σχέση με τη Σύμβαση Δανείου, Σύμβαση Υποθήκης και Σύμβαση Εγγύησης, αλλά είχε ήδη καταρτισθεί συμφωνία διακανονισμού των τελευταίων δια της Συμφωνίας Διακανονισμού ΙΙ και επιπροσθέτως οι Ενάγοντες, δια της Altamira, προέβησαν σε ρητή υπόσχεση περί μη λήψης μέτρων εναντίον του (και συναφώς των Εναγομένων 1) στο πλαίσιο της (παρούσας) Αγωγής, κάτι που ως αναφέρει τιμίως πιστεύει ότι ερμηνευόταν ως υπόσχεση και δέσμευση των Εναγόντων προς απόσυρση της Αγωγής στο μέτρο που αφορά τους Εναγόμενους 1 και τον ίδιο. Είναι η θέση του ότι λόγω: (α) της συνεχούς επικοινωνίας που είχε με τα πιο πάνω πρόσωπα εκ μέρους των Εναγόντων, για τη διευθέτηση της Σύμβασης Δανείου (και συναφώς της Σύμβαση Υποθήκης και της Σύμβασης Εγγύησης) στο μέτρο και στο βαθμό που αφορούσε τους Εναγόμενους 1 και το πρόσωπό του ως εγγυητής · και (β) της ύπαρξης της Συμφωνίας Διακανονισμού ΙΙ και του περιορισμού της απαίτησης των Εναγόντων έναντι των Εναγομένων 1 (και του ίδιου προσωπικά) στην αξία του ½ του μεριδίου των Ακινήτων που ήταν στην κυριότητα των Εναγομένων 1 · και (γ) της ρητής υπόσχεσης των Εναγόντων περί μη προώθησης μέτρων εναντίον του (και συνεπώς των Εναγομένων 1) στο πλαίσιο της (παρούσας) Αγωγής, εξέλαβε τις διαβεβαιώσεις και υποσχέσεις των Εναγόντων ή των αντιπροσώπων / ενεργούντων για λογαριασμό αυτών περί μη προώθησης των μέτρων εναντίον του και της Εναγομένης 1 ως αληθείς, ειλικρινείς και γνήσιες και έκρινε ότι κατά πρώτον δεν θα καταχωρείτο από τους Ενάγοντες Αγωγή για το ζήτημα της Σύμβασης Δανείου (της Σύμβαση Υποθήκης και της Σύμβασης Εγγύησης στο μέτρο και στο βαθμό που αφορούσε τους Εναγόμενους 1 και το πρόσωπό του ως εγγυητής) και κατά δεύτερον ότι εάν ήθελε καταχωρηθεί τέτοια Αγωγή, ως η παρούσα, θα αποσύρετο και σε αυτό το πλαίσιο δεν καταχώρησε Σημείωμα Εμφάνισης στην Αγωγή. Ως εκ τούτου υποστηρίζει ότι δεν επέδειξε καταφρόνηση προς τη δικαστική διαδικασία ούτε και προς τα δικαιώματα των Εναγόντων ούτε και πρόθεσή του ήταν να πράξει κάτι τέτοιο. Επιπρόσθετα αναφέρει ότι οι Ενάγοντες επανήλθαν στις 12.01.2021 με νέα προσφορά διακανονισμού της Altamira ημερομηνίας 12.01.2021, την οποία έλαβε στις 14.01.2021 δια ηλεκτρονικού μηνύματος της κ. XXXXX Καδή. Δεδομένης της ταχθείσας προθεσμίας των 10 ημερών από την παραλαβή της Προσφοράς της Altamira III εκ μέρους του, επικοινώνησε άμεσα με τους δικηγόρους του, κ.κ. Μαρκίδη, Μαρκίδη & Σία Δ.Ε.Π.Ε. οι οποίοι αντιδρώντας ταχέως απέστειλαν επιστολή στον κ. XXXXX Πιστόλα με κοινοποίηση στην κ. XXXXX Καδή, εκθέτοντας τη θέση των Εναγομένων 1 και του ιδίου (βλ. Τεκμήρια 11 και 12). Ουσιαστικά ο ομνύων υποστηρίζει ότι στην επιστολή υπάρχουν ανακρίβειες καθότι δεν υπάρχει οποιαδήποτε εκκρεμοδικία της Αγωγής στο μέτρο και στο βαθμό που αφορά τους Εναγόμενους 1 και τον ίδιο, δεδομένης της έκδοσης της Απόφασης και σε αυτό το πνεύμα πρότεινε, δια της Επιστολής 21.01.2021 όπως οι εν λόγω αναφορές σχετικά με την Αγωγή διαφοροποιηθούν ώστε να αντικατοπτρίζουν το τρέχον καθεστώς της υπόθεσης. Καμία απάντηση δεν έλαβε από τους Ενάγοντες ή την Altamira ή άλλο πρόσωπο επί της Επιστολής 21.01.2021, ούτε και οι κ.κ. Μαρκίδη, Μαρκίδη & Σία Δ.Ε.Π.Ε. έλαβαν. Σημειώνει όμως το γεγονός ότι οι Ενάγοντες, δια της Προσφοράς της Altamira III, αναφέρονται στην Αγωγή ωσάν να αγνοούν την ύπαρξη της Απόφασης, την οποία οι ίδιοι εξέδωσαν. Τούτο δε αποδίδει στη συμπεριφορά των Εναγόντων ασυνεπή χαρακτήρα αφού: (α) από τη μια περιορίζουν την όποια απαίτησή τους έναντι των Εναγόμενων 1 και του ίδιου στην αξία του ½ του μεριδίου των Ακινήτων στην κυριότητα των πρώτων με πλείστες όσες υποσχέσεις και διαβεβαιώσεις ότι δεν θα κινηθούν νομικά εναντίον των Εναγόμενων 1 και του ίδιου προσωπικά (βλ. Προσφορά της Altamira II και ηλεκρονικό μήνυμα 30/1/21)· (β) αλλά από την άλλη πράττουν το αντίθετο εκδίδοντας μάλιστα και την Απόφαση (εναντίον των Εναγομένων 1 και 3) · (γ) και τελικώς ομιλούν για το Δάνειο ωσάν να μην εξεδόθη ποτέ Απόφαση (βλ. Προσφορά της Altamira III (παρ. 50 ανωτέρω και Τεκμήριο 10). Άλλο ζήτημα που εγείρει είναι το γεγονός ότι η Ε/Δ στη βάση της οποίας εξεδόθη η απόφαση είναι παράτυπη. Και τούτο διότι ο ομνύων είναι, ως αναφέρεται στην τελευταία, υπάλληλος της Altamira η οποία «έχει συνάψει συμφωνία διαχείρισης και ρύθμισης δανείων με τους ενάγοντες» και «Δυνάμει της εν λόγω συμφωνίας η [Altamira] ενεργεί δια λογαριασμό των εναγόντων και έχει αναλάβει την διαχείριση αριθμού χρηματοπιστωτικών διευκολύνσεων των εναγόντων, συναφών συμφωνιών εξασφαλίσεων-εγγυήσεων και συναφών θεμάτων. Μια από τις προαναφερόμενες χρηματοπιστωτικές διευκολύνσεις είναι και η υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγή και οι συναφείς με αυτό εξασφαλίσεις». Ωστόσο, πουθενά στο Κλητήριο Ένταλμα δεν αναφέρεται η εν λόγω σχέση μεταξύ των Εναγόντων και της Altamira ούτε και η ως ανωτέρω «συμφωνία διαχείρισης και ρύθμισης δανείων», η οποία σχέση και συμφωνία ανάγεται σε χρόνο προγενέστερο της έγερσης της Αγωγής. Συναφώς, το πραγματικό υπόβαθρο της Αγωγής, ως τίθεται στο Κλητήριο Ένταλμα, δεν περιλαμβάνει την εν λόγω σχέση και συμφωνία. Ως εκ τούτου, επιχειρείται, ως υποστηρίζει, η, δικονομικά απαράδεκτη, διεύρυνση του πραγματικού πλαισίου της Αγωγής και σε κάθε περίπτωση δια της Ε/Δ εισάγεται απαραδέκτως ένα νέα πραγματικό πλαίσιο. Επιπροσθέτως, ο ομνύων της ΕΔΧΣ είναι υπάλληλος της Altamira η οποία δεν περιέχεται στο πλαίσιο πραγματικών γεγονότων της Αγωγής, ούτε και είναι διάδικο μέρος. Συνεπώς, με βάση τη σχετική Νομοθεσία και Νομολογία η Ε/Δ δεν δεσμεύει τους Ενάγοντες, καθότι η απόδειξη της αξίωσης των Εναγόντων έγινε από πρόσωπο του οποίου η σχέση με τους Ενάγοντες δεν δύναται να προκύψει από το πραγματικό υπόβαθρο του Κλητηρίου Εντάλματος και έως εκ τούτου οι τελευταίοι δεν απέδειξαν την αξίωσή τους. Επιπρόσθετα αναφέρεται και στο συνταχθέν διάταγμα και σε σφάλματα που τούτο περιέχει, και καταληκτικά, υποστηρίζει ότι η προσέλευσή του στο Δικαστήριο προς υποβολή της Αίτησης είναι, χρονικά εύλογη και έγκαιρη έχοντας καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια προς γρήγορη ετοιμασία και καταχώρηση της αίτησης. Αναφέρεται σχετικά στο γεγονός ότι έλαβε γνώση περί της ύπαρξης απόφασης στις αρχές του μηνός Οκτωβρίου 2020 από το Δικηγορικό Γραφείο των κ.κ. Μαρκίδη, Μαρκίδη & Σία Δ.Ε.Π.Ε., οι οποίοι και τον εκπροσωπούν στην αγωγή. Συγκεκριμένα, θορυβούμενος από την απουσία οποιασδήποτε εξέλιξης σε σχέση με την Προσφορά της Altamira II και τη Συμφωνία Διακανονισμού ΙΙ και έχοντας πάντα κατά νου την ύπαρξη της αγωγής, απευθύνθηκε στο ως άνω Δικηγορικό Γραφείο το οποίο διεξήγαγε έρευνα στο φάκελο του Δικαστηρίου σε σχέση με την αγωγή στις 23.10.2020 όπου λόγω των έκτακτων μέτρων και έκρυθμων συνθηκών ενόψει της επέλευσης του ιού Covid-19 στην επικράτεια της Δημοκρατίας, η όλη επικοινωνία και προσέλευση στο Δικαστήριο καθώς και η διεκπεραίωση διαδικασιών στους χώρους αυτούς καθίστατο δυσχερής. Ακολούθως αναφέρεται στο ιστορικό της προσπάθειας απόκτησης του Διατακτικού της Απόφασης, για να καταλήξει ότι το έλαβαν 01.03.2021, παρά το ότι συντάχθηκε στις 11.12.
- Παρά δε την άμεση ανάγκη για καταχώρηση της αίτησης ο ίδιος στις 2.3.2021 έπρεπε να μεταβεί στην Ελλάδα για προγραμματισμένο ταξίδι από το οποίο επέστρεψε στις 12.03.2021 Παρενθετικά σημειώνει ότι ουδέποτε οι Ενάγοντες, είτε μέσω της Altamira είτε άλλως πώς, τον ενημέρωσαν περί της ύπαρξης απόφασης, ενώ προέβαιναν σε διαβεβαιώσεις και υποσχέσεις περί μη προώθησης οποιωνδήποτε μέτρων εναντίον των Εναγομένων 1 και του ίδιου στη βάση της Συμφωνίας Διακανονισμού ΙΙ (Τεκμήριο 6) και της υπόσχεσης που έδωσαν προς τον ίδιο δια του Ηλεκτρονικού Μηνύματος της κ. Καδή 30.01.2020 (Τεκμήριο 10), αλλά και ενόψει της πρόσφατης Προσφοράς της Altamira III, όπου επιστρατεύουν τέτοια διατύπωση λόγου, που δεν αφήνεται κανένα περιθώριο ερμηνείας περί ύπαρξης δικαστικής απόφασης και τελεσφόρησης της αγωγής στο μέτρο που αφορά τους Εναγόμενους 1 και τον ίδιο προσωπικά. Κάτι τέτοιο, συνιστά προσπάθεια παραπλάνησης των εναγομένων 1 και του ίδιου προσωπικά και αποσυντονισμού των ειλικρινών προσπάθειών τους περί εύρεσης διευθέτησης του δανείου. Η Ένσταση Οι καθ' ων η αίτηση καταχώρησαν ένσταση με την οποία προβάλλουν τους κάτωθι λόγους ένστασης, τους οποίους παραθέτω αυτούσιους: I. Η δικαστική απόφαση ημερομηνίας 29/09/2020 εκδόθηκε καθόλα νομότυπα και ορθά. II. Η Αίτηση υποβάλλεται σε αδικαιολόγητα καθυστερημένο στάδιο, αφού οι Εναγόμενοι 1 και 3/ Αιτητές έλαβαν γνώση για την εκδοθείσα απόφαση από τις 30/09/2020 και η υπό εξέταση αίτηση καταχωρήθηκε την 16/03/
- III. Οι Εναγόμενοι 1 και 3/ Αιτητές δεν έχουν προσέλθει στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια και/ή παρέλειψαν επί σκοπού να αναφέρουν ότι είχαν λάβει γνώση για την έκδοση της απόφασης από τις 30/09/
- IV. Ο χρόνος που διέρρευσε από την ημέρα που έπρεπε να είχε καταχωρηθεί σημείωμα εμφάνισης από πλευράς Εναγομένων 1 και 3/ Αιτητών μέχρι και την καταχώρηση της παρούσας αίτησης δεν δικαιολογείται υπό τις περιστάσεις και/ή οι ισχυρισμοί που προβάλλονται στην Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση Αίτηση δεν αιτιολογούν και/ή δεν δικαιολογούν την μακρά καθυστέρηση εις την υποβολή της παρούσας Αίτησης. V. Οι Εναγόμενοι 1 και 3/ Αιτητές παρέλειψαν να προσκομίσουν επαρκή και/ή ικανοποιητική μαρτυρία που να στηρίζει την αίτησή τους. VI. Τα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης δεν δικαιολογούν παρεκτροπή από τα θέσμια και/ή την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου υπέρ του αιτήματος των Εναγομένων 1 και 3/ Αιτητών. VII. Η αίτηση των Εναγομένων 1 και 3/ Αιτητών συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας που στοχεύει στο να προκαλέσει καθυστέρηση και ως εκ τούτου αχρείαστα έξοδα και/ή ταλαιπωρία στους Ενάγοντες/ Καθ' ων η Αίτηση. VIII. Η αίτηση γίνεται κακόπιστα με μόνο λόγο την καθυστέρηση στο να λάβουν το λαβείν τους οι Ενάγοντες/ Καθ' ων η Αίτηση. IX. Υπάρχει υπέρμετρη και/ή αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην υποβολή της παρούσας αίτησης με αποτέλεσμα να παραβλάπτονται τα δικαιώματα των Εναγομένων/ Καθ' ων η Αίτηση και/ή να υποσκάπτονται τα θεμέλια της απονομής της δικαιοσύνης. X. Δεν έχουν καταδειχθεί τέτοιοι λόγοι οι οποίοι να καθιστούν αναγκαία την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος και/ή να δικαιολογούν την απόκλιση από την αρχή ότι οι προθεσμίες που προβλέπονται στους νόμους και κανονισμούς πρέπει να τηρούνται αυστηρά και/ή δεν προβάλλονται τέτοιοι λόγοι οι οποίοι να καταδεικνύουν ότι η παράβαση των καθορισμένων χρονικών προθεσμιών δεν οφειλόταν σε αδιαφορία για τη δικαστική διαδικασία και/ή σε σκόπιμη και κακόβουλη εκμετάλλευση της. XI. Οι Εναγόμενοι 1 και 3/ Αιτητές δεν έχουν αποκαλύψει και/ή στοιχειοθετήσει και/ή θεμελιώσει εκ πρώτης όψεως και/ή καλή και/ή συζητήσιμη υπεράσπιση. XII. Οι Εναγόμενοι 1 και 3/ Αιτητές επέδειξαν αδικαιολόγητη αδιαφορία για την παρούσα αγωγή η οποία προσλαμβάνει τη μορφή καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας και των δικαιωμάτων των Εναγόντων/ Καθ' ων η Αίτηση. XIII. Η Αίτηση και η Ένορκη Δήλωση που στηρίζει την Αίτηση είναι αντικανονική και/ή παράτυπη και/ή κατά νόμω και ουσία αβάσιμη. XIV. Οι ισχυρισμοί που προβάλλει ο Εναγόμενος 3/ Αιτητής δια της Ένορκης της Δήλωσης είναι αόριστοι και/ή ατεκμηρίωτοι και/ή αντικρουόμενοι. XV. Δεν συντρέχουν οι απαραίτητες υπό του νόμου προϋποθέσεις και/ή δεν έχουν αποδειχθεί ειδικές περιστάσεις που να δικαιολογούν την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Η ένσταση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση της XXXXX Γεωργίου η οποία αναφέρει ότι οι επίδικες, στην αγωγή, συμφωνίες υπογράφηκαν μεταξύ των Εναγομένων και της Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Μακράσυκας, η οποία μετονομάστηκε σε Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Μακράσυκας Λτδ με ισχύ από 1/1/2013 και την 25/1/14 μετονομάστηκαν σε Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Μακράσυκας - Λάρνακας - Επαρχίας Αμμοχώστου Λτδ. Στις 21/7/17 η Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Μακράσυκας - Λάρνακας- Επαρχίας Αμμοχώστου ΛΤΔ συγχωνεύτηκε με την Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα ΛΤΔ, η οποία με απόφαση της Ειδικής Γενικής Συνέλευσης των Μετόχων της μετονομάστηκε σε Συνεργατική Κυπριακή Τράπεζα ΛΤΔ με ημερομηνία ισχύος την 24/7/
- Στη συνέχεια με απόφαση της Γενικής Συνέλευσης ημερ. 31/8/18, η Συνεργατική Κυπριακή Τράπεζα Λτδ μετονομάστηκε σε Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ με ημερομηνία ισχύος την 3/9/
- Σε σχέση με το ζήτημα του ποσού παραδέχεται μόνο ότι έναντι του ποσού των €210.000 καταβλήθηκαν στις 05/05/2011, 20/10/2012 και 25/10/2012 τα ποσά των €11.623,79, €1.000 και €1.000 αντίστοιχα (ήτοι το συνολικό ποσό των €13.623,79), όμως αναφέρει ότι το ποσό της απαίτησης, ως αυτό καταγράφεται στο κλητήριο ένταλμα, αντανακλάται στο πραγματικά οφειλόμενο υπόλοιπο του επίδικου λογαριασμού των Εναγομένων κατά το χρόνο έγερσης της αγωγής και κατά το χρόνο έκδοσης της απόφασης. Από την έγερση της αγωγής μέχρι και την έκδοση της απόφασης οι εναγόμενοι ουδέν ποσόν κατέβαλαν έναντι της οφειλής τους και ως εκ τούτου, κατά τον χρόνο έκδοσης της απόφασης παρέμειναν οφειλέτες για ολόκληρο το ποσό της απαίτησης. Ως εκ τούτου, υποστηρίζει ότι ορθώς ο κος Σωτηρίου αναφέρει στην Ένορκη του Δήλωση ημερομηνίας 29/09/2020, η οποία καταχωρήθηκε στα πλαίσια της μονομερούς αίτησης ημερομηνίας 05/02/2020, ότι οι εναγόμενοι δεν κατέβαλαν οποιοδήποτε ποσό έναντι της οφειλής τους και μέχρι και το χρόνο έκδοσης της απόφασης, οι εναγόμενοι παρέμειναν οφειλέτες για ολόκληρο το ποσό της απαίτησης. Πρόσθετα, αναφέρει ότι σύμφωνα με τον όρο 3 της Συμφωνίας Δανείου, το δάνειο θα χρεωνόταν μεταξύ άλλων με ετήσιο κυμαινόμενο επιτόκιο, το οποίο αποτελείτο από το Βασικό Επιτόκιο της Συνεργατικής και το περιθώριο. Κατά τον χρόνο της υπογραφής της επίδικης συμφωνίας το Βασικό Επιτόκιο ανήρχετο σε 4% και το περιθώριο σε 3%, ήτοι Συνολικό Επιτόκιο 7%. Σε περίπτωση που το δάνειο καθίστατο πληρωτέο, ο λογαριασμός θα επιβαρύνετο επιπλέον με επιπρόσθετο τόκο προς 2%. Οι Εναγόμενοι αποδέχτηκαν με την υπογραφή της επίδικης συμφωνίας τους ως άνω όρους και ως εκ τούτου, δεν δύναται να εγείρουν οποιοδήποτε ισχυρισμό περί μειωμένης απαίτησης στη βάση του ποσού που έχουν καταβάλει. Οι εναγόμενοι κατέβαλαν έναντι του ποσού του δανείου το πιο πάνω ποσό , αλλά ο λογαριασμός συνέχισε να χρεώνεται με τόκους, ως η συμφωνία μεταξύ των μερών, με αποτέλεσμα το εκάστοτε υπόλοιπο του λογαριασμού να αυξάνεται. Οι Εναγόμενοι 1 και 3/ Αιτητές, ως πρόσωπα τα οποία έχουν συμβληθεί με τους Ενάγοντες/ Καθ' ων η Αίτηση και σε άλλες περιπτώσεις, προφανώς γνωρίζουν ότι το ποσό το οποίο παραχωρείται ως αντικείμενο μίας δανειακής σύμβασης δεν μειώνεται ισόποσα με το ποσό που καταβάλλει καθ' οιονδήποτε χρόνο ο εκάστοτε οφειλέτης και ότι το εν λόγω ποσό χρεώνεται με τόκους, σύμφωνα με τους όρους της εκάστοτε σύμβασης, οι οποίοι αν δεν αποπληρώνονται, θα αυξάνουν το χρεωστικό υπόλοιπο ανάλογα. Περαιτέρω αναφέρει ότι ως απόρροια των συγχωνεύσεων της Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Μακράσυκας, ως αυτές αναφέρονται στην παράγραφο 5 ανωτέρω, ο επίδικος λογαριασμός δανείου φέρει πλέον το νέο αριθμό XXXXX780-
- Ως εκ των ανωτέρω, και με την παραδοχή του Εναγομένου 3/Αιτητή τόσο της διαδοχής της Συνεργατικής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ από τους Ενάγοντες/ Καθ' ων η Αίτηση όσο και του νέου αριθμού λογαριασμού που φέρει ο επίδικος λογαριασμός, ως συνέπεια της διαδοχής και των συγχωνεύσεων, ο ισχυρισμός του Εναγόμενου 3/ Αιτητή περί μη προσκόμισης οιουδήποτε σχετικού λογαριασμού της ΣΠΕ Μακράσυκας ή της Συνεργατικής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ ή άλλου σχετικού με τη Σύμβαση Δανείου λογαριασμού είναι εντελώς ανυπόστατος και ουδεμία σχέση έχει με την πραγματικότητα. Και τούτο, διότι κατά τον χρόνο έκδοσης της απόφασης δεν υφίστατο ως νομική οντότητα ούτε η ΣΠΕ Μακράσυκας, ούτε η Συνεργατική Κυπριακή Τράπεζα Λτδ. Η μοναδική εταιρεία που υπήρχε, κατά τον χρόνο έκδοσης της απόφασης, και υπάρχει μέχρι σήμερα ήταν οι Ενάγοντες/ Καθ' ων η Αίτηση. Ως εκ τούτου, η κατάσταση λογαριασμού που επισυνάπτεται στην Ε/Δ του κου Σωτηρίου ως Τεκμήριο «Ε», η οποία φέρει αριθμό λογαριασμού XXXXX780-8 επ' ονόματι των εναγομένων 1 και 2 στην παρούσα αγωγή, και η οποία αποτελεί έγγραφο που λήφθηκε από τα αρχεία των Εναγόντων/Αιτητών, αποτελούσε τεκμήριο για την απόδειξη της ύπαρξης της οφειλής των Εναγομένων 1 και 3/ Αιτητών κατά το χρόνο έκδοσης της απόφασης. Ως προς τις συμφωνίες αναδιάρθρωσης αναφέρει ότι η επιστολή προσφοράς ημερομηνίας 03/04/2018 τελούσε υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις που αναγράφονταν σε αυτήν, όπου μεταξύ άλλων η απαίτηση έναντι των Εναγομένων 1 και 3/Αιτητών θα περιοριζόταν στη μεταβίβαση των ενυπόθηκων ακινήτων και ο Εναγόμενος 4 θα κατέβαλλε το χρηματικό ποσό των €214.000 ή θα παραχωρούσε ακίνητα με τιμή απόκτησης €214.000 ή θα προχωρούσε στη σύναψη δάνειου για το προαναφερόμενο ποσό, κάτι το οποίο όμως οι Εναγόμενοι 2 και 4 δεν αποδέχτηκαν και ως εκ τούτου, δεν μπορούσε να προχωρήσει η υλοποίηση της και η απαίτηση των Εναγόντων/ Καθ' ων η Αίτηση έναντι των Εναγομένων. Επεξηγήθηκε δε ως η θέση της στον Εναγόμενο 3/Αιτητή ότι σε περίπτωση που η προσφορά γινόταν αποδεκτή από όλα τα μέρη, θα αποστέλλετο στον ίδιο πληρεξούσιο έγγραφο για τη μεταβίβαση των επίδικων ακινήτων. Και τούτο διότι, ως η θέση της, όλοι οι όροι της προσφοράς θα έπρεπε να ικανοποιηθούν και πέραν της μεταβίβασης των ακινήτων από τους Εναγόμενους 1 και 3/ Αιτητές, ο Εναγόμενος 4 θα έπρεπε να καταβάλει το χρηματικό ποσό των €214.000 με τον τρόπο που αναφέρει. Τα ως άνω επεξηγήθηκαν πολλάκις στον Εναγόμενο 3/ Αιτητή και οποιοιδήποτε ισχυρισμοί του περί του αντιθέτου ουδεμία σχέση έχουν με την πραγματικότητα. Πρόσθετα, αναφέρει στη βάση νομικής συμβουλής που έλαβε από τους δικηγόρους των Εναγόντων/ Καθ' ων η Αίτηση ότι μαρτυρία που αντικρούει την έγγραφη προσφορά και αφορά τις αναφορές σε αυτήν συνιστά ανεπίτρεπτη εξωγενή μαρτυρία. Υποστηρίζει δε ότι ουδεμία παράβαση υπήρξε από πλευράς των Εναγόντων/ Καθ' ων η Αίτηση, καθότι δεν υπήρξε οποιαδήποτε συμβατική σχέση μεταξύ των Εναγόντων/ Αιτητών και των Εναγομένων, η οποία να ανακύπτει ως αποτέλεσμα της προσφοράς ημερομηνίας 03/04/
- Αφ' ης στιγμής η προσφορά ημερομηνίας 03/04/2018 δεν είχε γίνει αποδεκτή από όλα τα μέρη, οι υποχρεώσεις και τα δικαιώματα των μερών καθ' όσον αφορά τον επίδικο λογαριασμού δανείου συνέχιζαν να διέπονται από τις επίδικες συμφωνίες. Πρόσθετα, αναφέρει ότι οι Ενάγοντες/ Καθ' ων η Αίτηση δεν είχαν υποχρέωση στα πλαίσια της έκδοσης απόφασης, να αναφερθούν σε οποιεσδήποτε προσφορές που αποστάλθηκαν στους Εναγόμενους ή σε οποιεσδήποτε προσπάθειες/ έγιναν προγενέστερα για σκοπούς εξωδικαστικής διευθέτησης, ιδιαίτερα αφού αυτές δεν «καρποφόρησαν». Επίσης αναφέρει ότι οι Ενάγοντες/ Καθ' ων η Αίτηση ουδέποτε δεσμεύθηκαν έναντι των Εναγομένων 1 και 3/ Αιτητών ότι δεν θα προχωρούσαν στην καταχώρηση αγωγής ή ότι δεν θα προχωρούσαν σε καμία περίπτωση εναντίον τους εις τα πλαίσια της ως άνω αγωγής ή ότι η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή θα αποσύρετο εναντίον τους. Υποστηρίζει δε ότι δια του ηλεκτρονικού μηνύματος της κας Καδή ημερομηνίας 30/01/2020 οι Ενάγοντες/Καθ' ων η Αίτηση, ανέφεραν απλά ότι κατά τον επίδικο χρόνο δεν θα προχωρούσαν άμεσα στην έκδοση απόφασης εναντίον τους. Πρόσθετα, προ της έκδοσης της απόφασης, σε τηλεφωνική επικοινωνία μεταξύ της λειτουργού των Εναγόντων/ Καθ' ων η Αίτηση και του Εναγόμενου 3/ Αιτητή, η λειτουργός ανέφερε στον Εναγόμενο 3/ Αιτητή ότι αφ' ης στιγμής δεν αποδέχθηκε την προσφορά ο Εναγόμενος 2, δεν μπορούσε να υπάρξει ολική διευθέτηση, η αγωγή δεν θα μπορούσε να αποσυρθεί και ότι θα έπρεπε να γίνουν προσπάθειες μεταξύ των δύο Εναγομένων για εξεύρεση λύσης. Όσον αφορά την αίτηση για απόφαση λόγω μη καταχώρησης σημειώματος εμφάνισης εκ μέρους των Εναγομένων 1 και 3/ Αιτητών, αναφέρει ότι αυτή καταχωρήθηκε στις 05/02/2020 και στις 18/02/20 που ήταν ορισμένη η αίτηση για απόδειξη, η πλευρά των Εναγόντων/ Αιτητών δεν προχώρησε σε απόδειξη. Στη συνέχεια η αίτηση, ως εμφαίνεται και από το φάκελο της αγωγής, ορίστηκε για απόδειξη στις 30/04/20, ημερομηνία κατά την οποία η υπόθεση αναβλήθηκε λόγω των έκτακτων μέτρων που λήφθηκαν για σκοπούς αντιμετώπισης της πανδημίας του κορονοϊού και επαναορίστηκε στις 29/09/
- Στις 29/09/20, και δεδομένου ότι δεν είχε επέλθει οποιοσδήποτε συμβιβασμός μεταξύ των μερών, οι Ενάγοντες/ Αιτητές προχώρησαν σε Απόδειξη στα πλαίσια της εν λόγω αίτησης και εκδόθηκε η σχετική απόφαση. Όσον αφορά την τρίτη προσπάθεια αναδιάρθρωσης αναφέρει ότι ως επεξηγήθηκε και στον ίδιο τον εναγόμενο 3 σε συνάντηση που έγινε κατά το Φεβρουάριο του 2021, εφόσον ο Εναγόμενος 4 δεν αποδεχόταν την προσφορά που έγινε για τον επίδικο λογαριασμό η συμφωνία δεν μπορούσε να καταρτισθεί αλλά ούτε και η ως άνω αγωγή να αποσυρθεί. Όσον αφορά τις αναφορές περί του ότι η αγωγή ακόμη εκκρεμούσε ενώ εκδόθηκε απόφαση, αναφέρει ότι ακόμη και μετά την έκδοση απόφασης μια αγωγή συνεχίζει να υφίσταται στο μέτρο που αυτή αφορά τη λήψη μέτρων για σκοπούς εκτέλεσης της απόφασης και είσπραξης της εξ αποφάσεως οφειλής από τον εξ αποφάσεως πιστωτή. Σε περίπτωση αποδοχής της συμφωνίας, η απαίτηση των Εναγόντων/ Καθ' ων η Αίτηση στα πλαίσια της ως άνω αγωγής θα θεωρείτο εξοφληθείσα και οι Ενάγοντες/ Καθ' ων η Αίτηση δεν θα προχωρούσαν στη λήψη μέτρων για εκτέλεση της εκδοθείσας απόφασης. Όσον αφορά τον ομνύοντα στο πλαίσιο της αίτησης δυνάμει της οποίας εξασφαλίστηκε απόφαση, αναφέρει ότι ο κος Σωτηρίου ήταν δεόντως εξουσιοδοτημένος από τους Ενάγοντες/Καθ' ων η Αίτηση όπως προβεί στην Ένορκη Δήλωση ημερομηνίας 29/09/2020 η οποία καταχωρήθηκε στα πλαίσια της μονομερούς αίτησης ημερομηνίας 05/02/2020 και στη βάση νομικής συμβουλής που έλαβε αναφέρει ότι δεν χρειαζόταν η προσκόμιση οποιασδήποτε εξουσιοδότησης για να δώσει κάποιος μαρτυρία. Εν πάση περιπτώσει όμως, επισυνάπτει στην παρούσα αντίγραφο της σχετικής εξουσιοδότησης του κ. Σωτηρίου (βλ.Τεκμήριο 4). Περαιτέρω αναφέρει ότι η συμφωνία διαχείρισης και ρύθμισης δανείων μεταξύ των Εναγόντων/ Καθ' ων η Αίτηση και της Altamira Asset Management (Cyprus) Ltd ουδεμία σχέση έχει με τα επίδικα θέματα και οι Ενάγοντες/ Καθ' ων η Αίτηση δεν υπείχαν την υποχρέωση να αναφερθούν σε αυτήν δια του κλητήριου εντάλματος. Επίσης αναφέρεται και στο λάθος που εντοπίστηκε κατά τη σύνταξη της απόφασης στις 11/12/2020 και η οποία επανασυντάχθηκε στις 10/03/2021, αφού ως αναφέρει το αρχικό κείμενο αυτής προφανώς διατυπώθηκε λανθασμένα από τους λειτουργούς του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας. Επίσης αναφέρεται στο ότι οι εναγόμενοι 1 και 3 έλαβαν γνώση για την έκδοση απόφασης από τις 30/9/20 για τους λόγους που επεξηγεί στην παρ. 18 της Ε/Δ που συνοδεύει την αίτηση. Τούτου δεδομένου υποστηρίζει ότι ακόμα και αν ήθελε θεωρηθεί ότι έχει αποκαλυφθεί εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση, αυτό από μόνο του δεν είναι αρκετό για να δικαιούνται οι Εναγόμενοι 1 και 3/ Αιτητές στην αιτούμενη θεραπεία, και η υπό κρίση αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί λόγω της μακράς και αδικαιολόγητης καθυστέρηση που επέδειξαν μέχρι την καταχώρηση της. Εν σχέση με την καθυστέρηση που επέδειξαν οι Εναγόμενοι 1 και 3/Αιτητές, αναφέρει επίσης ότι το κλητήριο ένταλμα επιδόθηκε εις τους Εναγόμενους 1 και 3/ Αιτητές στις 24/01/2020 και αποτάθηκαν στο Δικαστήριο 14 μήνες σχεδόν αργότερα, με την καταχώρηση της παρούσας αίτησης και τούτο παρόλο που γνώριζαν για την έκδοση της απόφασης από τις 30/09/2020, αφού ως υποστηρίζει ο δικηγόρος των Εναγόντων/ Καθ' ων η Αίτηση ενημέρωσε προσωπικά τους δικηγόρους τους μια μέρα μετά Η Διαδικασία Κατά την ακρόαση της αίτησης οι συνήγοροι των διαδίκων περιορίστηκαν σε αγορεύσεις, με παραπομπή στη νομολογία, χωρίς να προβούν σε αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Οι θέσεις τους έχουν μελετηθεί με προσοχή, λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους και δεν κρίνεται σκόπιμο να επαναληφθούν. Αναφορά δε σε αυτές θα γίνεται όπου κρίνεται σκόπιμο στα πλαίσια ανάπτυξης της νομικής πτυχής της αίτησης. Νομική Πτυχή Οι αρχές που διέπουν το θέμα παραμερισμού απόφασης εκδοθείσας μετά από παράλειψη καταχώρησης εμφάνισης, είναι πολύ καλά γνωστές γνωστές. Όπως αναφέρεται στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Πολ. Έφεση 205/2010 Κυριακή Τσεσμελόγλου v. Σοφοκλή Σοφοκλέους ημερ. 15/1/2013, διαχρονικά η νομολογία έχει καθορίσει σε ποιες περιπτώσεις είναι δυνατή η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου προς ακύρωση απόφασης ληφθείσας λόγω παράλειψης καταχώρισης εμφάνισης. Διακρίνονται δε δύο περιπτώσεις: (α) όπου η ερήμην απόφαση εκδόθηκε παράνομα, δηλαδή, κατά παράβαση ουσιώδους τύπου ή διαδικασίας, οπότε και η απόφαση παραμερίζεται ex debito justitiae και (β) όπου η απόφαση είναι μεν νομότυπη, αλλά ο αιτούμενος τον παραμερισμό της παρουσιάζει διά ενόρκου δηλώσεως εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση, ενώ επεξηγεί ταυτόχρονα το λόγο που η υπόθεση αφέθηκε να προχωρήσει σε έκδοση απόφασης, χωρίς τη συμμετοχή του. Σε σχέση με την πρώτη περίπτωση όπως προκύπτει από την Πολιτική Έφεση 12230, ημερομηνίας 15/6/2006 Γεώργιος Π. Γεωργίου Εμπορευόμενος υπό τη μη εγγεγραμμένη εμπορική επωνυμία GPG Electronics Ltd v. Minico House Ltd
(2006)1A A.A.Δ 550 όταν η απόφαση που εκδόθηκε είναι παράτυπη, τότε το Δικαστήριο την παραμερίζει ex debito justitiae, δηλαδή ως χρέος προς τη δικαιοσύνη και ανεξάρτητα από το γεγονός της καθυστέρησης ή οποιοδήποτε άλλο παράγοντα. (βλ. επίσης και Inter-Global (Financial Services) Ltd v. Χριστοφή Πέππη
(2005)1Α Α.Α.Δ 213, White v. Weston
(1968)2 ALL ER 842). Σε τέτοια μάλιστα περίπτωση το Δικαστήριο δεν διαθέτει διακριτική ευχέρεια, αλλά είναι υποχρεωμένο να παραμερίσει την εκδοθείσα απόφαση. Σχετική είναι η απόφαση στην υπόθεση Γιωργαλλίδης ν. Χρίστου
(1997)1 Α.Α.Δ. 247 (η οποία υιοθετήθηκε στην Κτηματικές Επιχειρήσεις Μάκης Αυξεντίου Λτδ v. 1. Ιωάννη Κυριακίδη 2. Σόλωνα Συμεού
(2000)1Α Α.Α.Δ 601) όπου αναφέρθηκαν τα εξής από τον, Χρυσοστομή, Δ., ο οποίος έδωσε την απόφαση του Εφετείου, στη σελίδα 250: "Από τη στιγμή που η επίδοση κρίθηκε κακή και η διαπίστωση αυτή ήταν ορθή κατά τη γνώμη μας, (βλ. Δ.5 θ.2 των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας), το πρωτόδικο Δικαστήριο ήταν υποχρεωμένο ex debito justitiae να παραμερίσει την απόφαση και δεν ετίθετο θέμα άσκησης διακριτικής ευχέρειας. Έκαστος έχει το βασικό ανθρώπινο δικαίωμα να πληροφορηθεί για τα δικαστικά μέτρα εναντίον του, τους λόγους για τους οποίους καλείται να εμφανισθεί ενώπιον του Δικαστηρίου και να προβάλει τους ισχυρισμούς του (βλ. Άρθρο 3.3 (α) και (β) του Συντάγματος)." (η έμφαση δική μου) Καθ' όσον αφορά τη δεύτερη περίπτωση όπως προκύπτει από τη σχετική νομολογία (βλ. Πολ. Έφεση 145/2010, Iason Travel & Τours v. L. Prashias Ltd, ημερ. 19/2/2013, Σκάρος ν. Χριστοδούλου κ.α.
(1998)1 Α.Α.Δ. 291, Evans v. Bartlam
(1937)2 All E.R. 646, Kotsapas v. Titan Construction and Engineering Company
(1961)C.L.R. 371, Christoforou v. Kyriakoulli
(1963)2 C.L.R. 159, Phylactou v. Michael
(1982)1 C.L.R. 204, Mine and Quarry Services Ltd v. A. Γεωργίου (Μαύρου)
(1993)1 Α.Α.Δ. 26, Βικα Πίκα Ντίσκο Λτδ. ν. Χάπυ Στρητς Ντίσκο Λτδ.
(1997)1(Α) Α.Α.Δ. 28 και Milouca Motor Trading Ltd. v. Κούρτης
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 941), το ζήτημα του παραμερισμού είναι ζήτημα που εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου η οποία θα πρέπει να ασκείται δικαστικά και με γνώμονα την εξισορρόπηση από τη μια της ανάγκης διασφάλισης του δικαιώματος ενός διαδίκου να ακουστεί και από την άλλη την ταχεία διεκπεραίωση των δικαστικών διαδικασιών. Στα πλαίσια της εξάσκησης της διακριτικής του ευχέρειας το Δικαστήριο εξετάζει κατά πόσον ο αιτών διάδικος αποκαλύπτει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση που είναι και το πρώτιστο κριτήριο, πλην όμως ακόμα και αν αποκαλύπτεται εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση, η χωρίς ουσιαστικό λόγο παράλειψη του αιτητή να εμφανισθεί και η αδικαιολόγητη καθυστέρηση του να πάρει έγκαιρα μέτρα για την ακύρωση της πρωτόδικης απόφασης, μπορεί να αποτελέσει λόγο για την απόρριψη της αίτησης. Στην υπό εξέταση περίπτωση οι εναγόμενοι 1 και 3 αιτητές ισχυρίζονται μέσω της αγόρευσης του συνηγόρου τους ότι στην προκειμένη περίπτωση εφαρμόζεται η πρώτη περίπτωση αφού «η αγωγή τόσο για την Εναγόμενη 1 όσο και τον Εναγόμενο 3 (Αιτητές) δεν επιδόθηκε νομότυπα αφού επιδόθηκε κατά παράβαση της Δ. 5 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Συγκεκριμένα, για την Εναγόμενη 1 δεν επιδόθηκε σε αξιωματούχο της Εταιρείας αλλά σε μια εργαζόμενη που δεν ήταν υπεύθυνη του χώρου εργασίας και για τον Εναγόμενο 3 δεν επιδόθηκε σε πρόσωπο που διαμένει μαζί του ή που ήταν κατά τον χρόνο της επίδοσης του κλητηρίου υπεύθυνο στο χώρο εργασίας του.» Είναι πολύ καλά γνωστό ότι η αγόρευση δεν μπορεί να αποτελέσει μέσον για προώθηση μαρτυρίας. Στην προκειμένη περίπτωση τέτοιοι ισχυρισμοί δεν περιέχονται στην Ε/Δ που συνοδεύει την αίτηση ούτε και ζητήθηκε η αντεξέταση του επιδότη ο οποίος προέβη στις σχετικές Ε/Δ επίδοσης που ευρίσκονται στο φάκελο του Δικαστηρίου και στις οποίες καταγράφονται τα εξής: - Σε σχέση με τους εναγόμενους 1 ότι η επίδοση διενεργήθηκε στην XXXXX Χαραλάμπους, υπεύθυνη στη διεύθυνση του εγγεγραμμένου γραφείου της εταιρείας καταγράφοντας και τη σχετική διεύθυνση. - Σε σχέση με τον εναγόμενο 3 στην XXXXX Χαραλάμπους υπεύθυνη του τόπου εργασίας του πιο πάνω εναγόμενου. Δεδομένης της μη αμφισβήτησης των ισχυρισμών αυτών μέσω της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την αίτηση, είτε μέσω αντεξέτασης, τα όσα καταγράφονται στην αγόρευση δεν μπορούν κατά την κρίση μου να ληφθούν υπόψη και να οδηγήσουν μάλιστα στο συμπέρασμα πως δεν υπήρξε νομότυπη επίδοση. Κατ' επέκταση δεν δικαιολογείται ο παραμερισμός της απόφασης ex debito justitiae. Εξ άλλου ο ίδιος ο εναγόμενος 3 παραδέχεται ότι έλαβε γνώση της αγωγής με τον τρόπο που επιδόθηκε εξ ου και προέβη στα διαβήματα που αναφέρει στην Ε/Δ που συνοδεύει την αίτηση επομένως δεν εντοπίζεται οποιοσδήποτε λόγος που να δύναται να οδηγήσει στον παραμερισμό της απόφασης στη βάση αυτή. Προχωρώντας τώρα να εξετάσω κατά πόσον εμπίπτει στην δεύτερη περίπτωση όπου δηλαδή η απόφαση είναι μεν νομότυπη, αλλά ο αιτούμενος τον παραμερισμό της παρουσιάζει διά ενόρκου δηλώσεως εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση, ενώ επεξηγεί ταυτόχρονα το λόγο που η υπόθεση αφέθηκε να προχωρήσει σε έκδοση απόφασης, χωρίς τη συμμετοχή του, σημειώνω τα εξής. Στη δεύτερη περίπτωση, εκεί, δηλαδή, όπου η διαδικασία ήταν κανονική και ορθά είχε εκδοθεί η απόφαση αλλά ο εναγόμενος λόγω αβλεψίας ή παραλείψεως του δεν εμφανίστηκε στην αγωγή με αποτέλεσμα να εκδοθεί απόφαση εναντίον του, ο εναγόμενος οφείλει, αφ' ενός, να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει λογικοφανή υπεράσπιση, παρουσιάζοντας γεγονότα που να την καθιστούν συζητήσιμη, αφ' ετέρου, να δώσει επαρκείς εξηγήσεις για την παράλειψη του να εμφανιστεί και για την τυχόν καθυστέρηση του να αποταθεί στο Δικαστήριο. Το Δικαστήριο οφείλει στο πλαίσιο αυτό να ασκήσει ορθά τη διακριτική του ευχέρεια, ισοζυγίζοντας δύο θεμελιακές αρχές, δηλαδή, αφενός την ανάγκη να ακούγεται ο διάδικος επί της ουσίας της υπόθεσής του και, αφετέρου, την ανάγκη της όσο το δυνατό ταχείας απονομής της δικαιοσύνης. Μέσα σε αυτά τα πλαίσια, κριτήριο εξίσου σοβαρό για το Δικαστήριο είναι και η αναγκαιότητα να σφραγίζονται οι δικαστικές αποφάσεις με τελεσιδικία. (BIKA ΠΙΚΑ ΝΤΙΣΚΟ ΛΤΔ κ.α. v. ΧΑΠΥ ΣΤΡΗΤΣ ΝΤΙΣΚΟ ΛΤΔ,
(1997)1 Α.Α.Δ. 28, Ανδρέας Γιάγκου κ.α. και Λουκίας Φωτίου, Πολιτική Έφεση 233/2009, ημερ. 24/1/2014). Επίσης λέχθηκε ότι το βάρος για παραμερισμό ερήμην απόφασης βρίσκεται επί των ώμων του εκάστοτε αιτητή, ο οποίος θα πρέπει να υποδείξει μια καλή υπεράσπιση, αλλά και να θεμελιώσει ότι δεν υπάρχει αδικαιολόγητη ολιγωρία ή περιφρονητική συμπεριφορά στη δικαστική διαδικασία. Όπως αναφέρεται στην θεμελιακή, ως χαρακτηρίστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο, απόφαση στην υπόθεση Phylactou and Others v. Michael
(1982)1 C.L.R. 204, 210 με αναφορά στις παρατηρήσεις του Megaw L.J. στην υπόθεση Lambert v. Mainland Market [1977] 2 All E.R. 826: « ... . If a party is lightly allowed to re-open a case, the imprint of finality, attaching to a judgment, with all that goes with it, and the certainty it imports in the management of human affairs, will disappear with grave consequence to the administration of justice.» Σε σχέση με την υπεράσπιση οι εναγόμενοι 1 και 3 ως ήδη λέχθηκε προβάλλουν κατ' αρχάς το ζήτημα της κατ' ισχυρισμόν ύπαρξης κωλύματος λόγω των συμφωνιών αναδιάρθωσης ή και της ηλεκτρονικής αλληλογραφίας που ανταλλάγηκε μεταξύ των μερών. Επί τούτου πρέπει να σημειωθεί ότι το επιχείρημα εδράζεται γύρω από το ότι οι εναγόμενοι 1 και 3 είχαν κατ' ισχυρισμόν αποδεχθεί τις δύο συμφωνίες αναδιάρθωσης που είχαν γίνει το 2018, αλλά δεν υλοποιήθηκαν εξ υπαιτιότητας των εναγόντων και περαιτέρω στη βάση του ότι ο εναγόμενος 3 είχε αποστείλει ηλεκτρονικό μήνυμα μετά την επίδοση της αγωγής (βλ. Τεκμήριο 8 στην Ε/Δ που συνοδεύει την αίτηση - ημερ. 30/1/2020) με το οποίο παρακαλούσε όπως τον ενημερώσουν εάν μίλησαν με τον δικηγόρο τους για απαλλαγή της εταιρείας του και του ίδιου προσωπικά όπως συμφώνησαν με τον κ. Πιστόλα. Το εν λόγω ηλεκτρονικό μήνυμα φαίνεται να απαντήθηκε με το Τεκμήριο 9 (ημερ. 31/1/20) μέσω της XXXXX Καδή η οποία ενημερώνει ότι έχουν αποστείλει αίτημα στον δικηγόρο τους για μην προχωρήσουν με μέτρα εναντίον τους και θα τους ενημέρωνε σχετικά μόλις είχε την απάντηση του. Οι ενάγοντες από την άλλη ισχυρίζονται ότι προχώρησαν στην έκδοση απόφασης στις 30/9/2020, αφού δεν καταρτίστηκε καμία συμφωνία μεταξύ των μερών δεδομένου του ότι θα έπρεπε οι όροι της προσφοράς να ικανοποιηθούν από όλα τα μέρη και οι εναγόμενοι 2 και 4 ήταν αντίθετοι προς τούτο με αποτέλεσμα καμία εκ των συμφωνιών στις οποίες αναφέρονται οι αιτητές να μην είχε γίνει αποδεκτή/υλοποιηθεί από όλους τους εμπλεκόμενους εντός της περιόδου που αναφέρεται σε αυτήν (βλ. Τεκμήριο 6 και 7). Επί τούτου η πλευρά των καθ' ων η αίτηση αναφέρει επίσης ότι ουδέποτε δεσμεύτηκαν έναντι των εναγομένων 1 και 3 ότι δεν θα προχωρούσαν σε καμία περίπτωση εναντίον τους στα πλαίσια της ως άνω αγωγής ή και ότι η εν λόγω αγωγή θα αποσύρετο σε σχέση με αυτούς αλλά ότι κατά τον επίδικο χρόνο δεν θα προχωρούσαν άμεσα στην έκδοση απόφασης εναντίον τους. Επιπρόσθετα αναφέρουν ότι προ της έκδοσης της απόφασης σε τηλεφωνική επικοινωνία μεταξύ της λειτουργού των εναγόντων και του εναγόμενου 3, η λειτουργός ανέφερε σε αυτόν ότι αφ' ης στιγμής δεν αποδέχθηκε την προσφορά ο εναγόμενος 2, δεν μπορούσε να υπάρξει ολική διευθέτηση και η αγωγή δεν θα μπορούσε να αποσυρθεί και ότι θα έπρεπε να γίνουν προσπάθειες μεταξύ των δύο εναγομένων για εξεύρεση λύσης. Εξετάζοντας το ζήτημα σημειώνω ότι από τα τεκμήρια που επισυνάπτονται στην αίτηση (βλ. Τεκμήρια 6-7) δεν φαίνεται να υποστηρίζεται εκ πρώτης όψεως η θέση των αιτητών (εναγομένων 1 και 3) ότι κατέληξαν σε συμφωνία ανεξάρτητη από τους λοιπούς εναγόμενους, στη βάση της οποίας να διαφαίνεται συζητήσιμη υπεράσπιση στην παρούσα αγωγή σε αυτή τη βάση, έστω στον περιορισμένο βαθμό που απαιτείται στο πλαίσιο αυτό. Ως προς την ηλεκτρονική αλληλογραφία ημερ. 30/1/20 και 31/1/20 στην οποία αναφέρεται ο ομνύσας για τους αιτητές, σημειώνεται ότι οι ισχυρισμοί των καθ' ων η αίτηση περί του ότι προ της έκδοσης απόφασης ο ομνύων για τους αιτητές είχε ενημερωθεί ρητώς περί του ότι δεν μπορούσε να υπάρξει συμφωνία ολικής διευθέτησης από την λειτουργό των εναγόντων, δεν αμφισβητήθηκαν καθ' οιονδήποτε τρόπο από τους αιτητές. Εξ άλλου και ανεξαρτήτως των ανωτέρω το σημαντικότερο είναι το γεγονός ότι με δεδομένο ότι ως και τα ίδια τα γεγονότα μαρτυρούν η διαδικασία εξώδικης διευθέτησης/αναδιάρθωσης από το 2018 μέχρι και τον Σεπτέμβριο του 2020 (που εν τέλει προχώρησε σε απόδειξη η αίτηση για απόφαση), δεν είχε προχωρήσει -πόσον μάλλον να είχε ολοκληρωθεί- δεν είναι αντιληπτή η επιλογή των αιτητών να μην καταχωρήσουν σημείωμα εμφάνισης στην παρούσα αγωγή, η οποία όπως πολύ καλά γνώριζαν συνέχιζε να εκκρεμεί. Το δε ηλεκτρονικό μήνυμα της 31/1/2020 δεν θεωρώ ότι μπορεί να δώσει στα γεγονότα τη διάσταση που επιδιώκουν οι αιτητές δεδομένου και του χρόνου που διέρρευσε από τότε που στάληκε μέχρι και την προώθηση της αίτησης για απόφαση από τους καθ' ων η αίτηση. Ιδιαίτερα δε αν ληφθεί υπόψη και ο αναντίλεκτος ισχυρισμός των καθ' ων η αίτηση ότι ο εναγόμενος 3 είχε ενημερωθεί σύμφωνα με τα λεγόμενα της κας Γεωργίου προ της έκδοσης της απόφασης ότι η διευθέτηση με τον τρόπο που είχε συζητηθεί δεν μπορούσε να προχωρήσει λόγω μη συναίνεσης των εναγομένων 2 και
- Επομένως και από την ανάλυση η οποία προηγήθηκε δεν θεωρώ ότι οι αιτητές έχουν καταδείξει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση έστω στον περιορισμένο βαθμό που απαιτείται σε σχέση με τα πιο πάνω ζητήματα που επικαλούνται. Ως προς τον ισχυρισμό ότι οι καθ' ων η αίτηση δεν ειδοποίησαν τους εναγόμενους 1 και 3 για την έκδοση της απόφασης, σημειώνω κατ' αρχάς ότι ο ισχυρισμός αυτός δεν θεωρώ ότι αποτελεί εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπεράσπιση και σε κάθε περίπτωση, αντικρούεται από τους καθ' ων η αίτηση στην παρ. 18 της Ε/Δ που συνοδεύει την ένσταση, όπου αναφέρεται ότι ο τότε συνήγορος τους είχε ενημερωθεί την επομένη της έκδοσης της απόφασης υπό τις περιστάσεις που περιγράφονται στην παρ. 18 της Ε/Δ που συνοδεύει την ένσταση, χωρίς ο ισχυρισμός αυτός να αμφισβητηθεί καθ' οιονδήποτε τρόπο, είτε μέσω συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης είτε μέσω αντεξέτασης. Επίσης ισχυρίζονται ότι οι ενάγοντες καθ' ων η αίτηση ενεργώντας κακόπιστα παραπλάνησαν το Δικαστήριο με αποτέλεσμα να εκδώσουν απόφαση για μεγαλύτερο ποσό από το πραγματικά οφειλόμενο, αφού ως υποστηρίζουν έναντι του δανείου κατατέθηκαν συνολικά €13, 623.79 ποσό το οποίο οι ενάγοντες, σύμφωνα πάντα με τους αιτητές, απέκρυψαν από το Δικαστήριο, παραβιάζοντας και την υποχρέωση τους να προσέλθουν στο δικαστήριο με καθαρά τα χέρια. Οι καθ' ων η αίτηση παραδέχονται μεν ότι έγιναν πληρωμές συνολικού ύψους €13, 623.79, όμως ισχυρίζονται ότι αφαιρέθηκαν από το υπόλοιπο που αξιώθηκε στο πλαίσιο της αίτησης για απόφαση και το οποίο παρουσιάζεται να είναι μεγαλύτερο από το αρχικό ποσό δανείου που λήφθηκε, αφού είχε αυξηθεί λόγω των συμφωνηθέντων τόκων που επιβάλλονταν στο επίδικο δάνειο και της μη καταβολής σε τακτική βάση των δόσεων. Εξετάζοντας το ζήτημα αυτό αντικειμενικά κρίνω ότι ο προβαλλόμενος ισχυρισμός των αιτητών είναι γενικός και αόριστος και εν γένει τέτοιος που δεν θεωρώ ότι δύναται να καταδείξει εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπεράσπιση έστω στον περιορισμένο βαθμό που απαιτείται στο πλαίσιο αυτό. Υπενθυμίζεται ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να πειστεί ότι καταδεικνύεται μια λογικοφανής υπεράσπιση συνοδευόμενη από γεγονότα που την καθιστούν συζητήσιμη, κάτι το οποίο δεν θεωρώ ότι συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση. Και τούτο διότι οι αιτητές περιορίζονται να παραπονούνται γενικά ότι δεν παρουσιάστηκε κάποια αναλυτική κατάσταση λογαριασμού, ισχυριζόμενοι ότι το υπόλοιπο είναι λανθασμένο επειδή ουσιαστικά ενώ έγιναν πληρωμές, εντούτοις το υπόλοιπο είναι μεγαλύτερο, εξάγοντας ως φαίνεται εξ αυτού του γεγονότος το συμπέρασμα ότι οι εν λόγω πληρωμές δεν υπόλογίστηκαν και χωρίς βέβαια να επεξηγούν γιατί ανέμεναν το υπόλοιπο να είναι μικρότερο του αρχικού δανείου έχοντας καταβάλει μόνο το ποσό των €13, 623.79, τη στιγμή κατά την οποία θα έπρεπε να είναι αντιληπτό δυνάμει των συμφωνιών που παραδέχονται ότι υπέγραψαν, ότι το δάνειο επιβαρύνετο με τόκους οι οποίοι προφανώς αναμένετο το αυξήσουν, εφόσον μάλιστα δεν φαίνεται να γινόντουσαν όλες οι πληρωμές με βάση τη συμφωνία. Προβάλλονται επίσης λόγοι που αφορούν τη σύνταξη του διατάγματος, ζήτημα το οποίο επίσης δεν θεωρώ ότι αποτελεί καθ' οιονδήποτε τρόπο υπεράσπιση στην αγωγή, αφού το πρακτικό του Δικαστηρίου προκύπτει ότι τηρήθηκε ορθά και τα όποια λάθη υπήρχαν εντοπίζονται στο συνταγμένο κείμενο της απόφασης (και όχι στο πρακτικό του Δικαστηρίου υπό άλλη σύνθεση) και το οποίο εν πάση περιπτώσει ως και πιο πάνω αναφέρθηκε, εν τέλει διορθώθηκε. Ακόμα όμως και εάν ήθελε θεωρηθεί ότι οι εναγόμενοι 1 και 3 έχουν καταδείξει καλή υπεράσπιση στη βάση οιουδήποτε εκ των λόγων που επικαλούνται, δεν θεωρώ ότι έχουν ικανοποιήσει το Δικαστήριο ως προς το λόγο που παρέλειψαν για τόσο μεγάλο διάστημα να εμφανιστούν. Και εξηγώ. Σύμφωνα με την αναντίλεκτη θέση των εναγόντων/καθ' ων η αίτηση ο συνήγορος τους από την επομένη της έκδοσης απόφασης ενημέρωσε το συνήγορο των εναγομένων 1 και 3 για το γεγονός αυτό και παρά ταύτα οι εναγόμενοι καταχώρησαν την αίτηση παραμερισμού τον Μάρτιο του
- Όσον αφορά τις θέσεις που προβάλλονται αναφορικά με το καθαρά τυπογραφικό λάθος που περιέχεται στο συνταγμένο διάταγμα καθώς και το γεγονός, ότι αυτό φέρεται να συντάχθηκε στις 11/12/20, και να επανασυντάχθηκε διορθωμένο 1/3/21, αυτά δεν δύνανται να μεταβάλουν την εικόνα και να αλλοιώσουν την ουσία του πράγματος που δεν είναι άλλη από το γεγονός ότι στο φάκελο του Δικαστηρίου υπήρχε το πρακτικό της εκδοθείσας απόφασης με τους ορθούς διαδίκους και περαιτέρω και ανεξαρτήτως αυτού ο συνήγορος τους είχε λάβει γνώση του γεγονότος της έκδοσης απόφασης την επομένη ημέρα της έκδοσης της καθώς και του δικηγορικού γραφείου που εκπροσωπούσε τους ενάγοντες, σύμφωνα με τον επί του προκειμένου αναντίλεκτο ισχυρισμό των καθ' ων η αίτηση. Επομένως δεν θεωρώ ότι έχουν δοθεί επαρκείς επεξηγήσεις ως προς το λόγο για τον οποίο η αίτηση υποβλήθηκε 6 μήνες μετά από την ημερομηνία που οι εναγόμενοι έλαβαν γνώση του γεγονότος της έκδοσης απόφασης εναντίον τους, με αποτέλεσμα η αίτηση να κρίνεται απορριπτέα και για το λόγο αυτό. Κατάληξη Υπό το φως των ανωτέρω και για όλους τους πιο πάνω λόγους η αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα δεν βλέπω λόγο γιατί να μην ακολουθήσουν το αποτέλεσμα και συνεπώς επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων/καθ' ων η αίτηση και εναντίον των εναγομένων 1 και 3/ αιτητών, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. .............. Ν. Μαθηκολώνη, Α.Ε.Δ. Πιστον Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο