Κεφάλας ν. Aqua Sol Hotels Public Company Ltd, Αγωγή αρ.384/14, 28/4/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2022:A89 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Μ. Ναθαναήλ, Ε.Δ. Αγωγή αρ.384/14 Μεταξύ: XXXXX Κεφάλας Ενάγοντας και Aqua Sol Hotels Public Company Ltd Εναγόμενη Ημερομηνία: 28.4.22 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες: κ. A. Kεφάλας Για Εναγόμενους: κ. Σ. Σταύρου για Α. Σωτηρίου & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠ Ο Φ Α Σ Η Δυνάμει Ειδικώς Οπισθογραφημένου Κλητηρίου Εντάλματος, ημερομηνίας 7.2.14, ο ενάγοντας υπό την ιδιότητα του ως δικηγόρος της εναγόμενης, αξιώνει την υπέρ του επιδίκαση ποσού ύψους €100.000 πλέον Φ.Π.Α δυνάμει συμφωνίας παροχής νομικών υπηρεσιών και/ή ως αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνίας, πλέον νόμιμο τόκο, έξοδα και Φ.Π.Α. Η δικογραφία του ενάγοντα έχει ως ακολούθως. Οι διάδικοι υπέγραψαν συμφωνία την 3.1.2005 στην Λάρνακα με την οποία ο ενάγοντας διορίστηκε ως νομικός σύμβουλος της εναγόμενης για την περίοδο 1.1.2005- 31.12.2013 έναντι της ετήσιας αμοιβής των £15.000 πλέον Φ.Π.Α. Η εν λόγω συμφωνία προνοούσε για παροχή νομικών υπηρεσιών εκ μέρους του ενάγοντα οποτεδήποτε καλείτο να τις προσφέρει. Η εναγόμενη οφείλει το αξιούμενο στην παρούσα αγωγή ποσό το οποίο αφορά την αμοιβή του ενάγοντα σε σχέση με τα έτη 2010-2013, ποσό το οποίο ο ενάγοντας απαίτησε μέσω επιστολής του ημερομηνίας 27.8.13, στην οποία δεν υπήρξε καμία ανταπόκριση. Σε ότι αφορά την αμοιβή του ενάγοντα εν σχέση με τα έτη προηγούμενα έτη 2007-2009, ο ενάγοντας κίνησε την υπ΄αριθμό XXXXX/2009 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας αγωγή, εναντίον της εναγόμενης, στην οποία εκδόθηκαν Εκ Συμφώνου Αποφάσεις για το συνολικό ποσό των €33.529, χωρίς οποιαδήποτε δήλωση ή διευκρινίσεις. Αναφορικά με τα έτη 2005 μέχρι 2007 καμία πληροφορία δεν δόθηκε στο Δικαστήριο, είτε σε ότι αφορά το κατά πόσον ζητήθηκαν και παραχωρήθηκαν υπηρεσίες, είτε κατά πόσον υπήρξε ετησίως, καταβολή του ποσού των £15.
- Στην τροποποιημένη Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση οι εναγόμενοι προωθούν τρείς κύριες υπερασπιστικές θέσεις. Πρώτον, το γεγονός ότι ο ενάγοντας ήγειρε εναντίον δύο θυγατρικών της εναγόμενης εταιρείας αγωγές. Το γεγονός αυτό, είχε ως αποτέλεσμα την παραβίαση της αρχής της καλής πίστης στην εκτέλεση των καθηκόντων του προς την εναγόμενη, αφού οι πιο πάνω πράξεις συνιστούσαν ενέργειες ασυμβίβαστες προς τα καθήκοντα του έναντι της, ως πελάτιδα του. Δεύτερον, ο εναγόμενος στερείται οποιουδήποτε αγώγιμου δικαιώματος αφού, για τα έτη 2010 με 2013 καμία υπηρεσία δεν προσέφερε ούτε και ενδιαφέρθηκε όπως προσφέρει, ενώ είχε προηγουμένως εγείρει και αγωγή (ως αυτή καταγράφηκε ανωτέρω) εναντίον της εταιρείας, για τα έτη 2007-
- Τρίτον, ο κ. Κεφάλας και ο κ. Παναγή σύναψαν μεταξύ τους συμφωνία ημερομηνίας 21.6.2008 με την οποία ξοφλήθηκαν όλες οι μεταξύ τους οικονομικές διαφορές και υποχρεώσεις. Οι πιο πάνω υπερασπιστικές γραμμές εξειδικεύονται εν συντομία, ως ακολούθως. Η συμπεριφορά του εναγόμενου όπως κινηθεί εναντίον θυγατρικών της εναγόμενης, εταιρειών, καταστρατηγεί τις πρόνοιες των Περί Δεοντολογίας Κανονισμών, αφού, με αυτή την επιλογή του, έθεσε εαυτόν εκτός των συμβατικών σχέσεων που τον συνέδεαν με την εταιρεία. Επιπλέον, o ενάγοντας και ο κ. Παναγή, Διευθυντής της εναγόμενης αλλά υπό την προσωπική του ιδιότητα, υπέγραψαν, άσχετα με την προηγούμενη αγωγή υπ' αριθμό XXXXX/09, συμφωνία ημερομηνίας 23.6.2008 με την οποία διευθετήθηκαν όλες οι μεταξύ των διαδίκων προσωπικές διαφορές. Αποτελεί θέση της εναγόμενης ότι με την υπογραφή της παράλληλης αυτής συμφωνίας, οι οποιεσδήποτε συμβατικές υποχρεώσεις των μερών, τερματίστηκαν, ενώ, εν πάση περιπτώσει, ο ενάγοντας ουδέποτε ενδιαφέρθηκε ή προσέφερε τις όποιες νομικές υπηρεσίες, εξ' ου και δεν ζητούσε με την λήξη έκαστου έτους, την καταβολή της ετήσιας αμοιβής του. Τέλος, η έγερση αγωγής με αριθμό XXXXX/2009 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας με την οποίαν ο ενάγοντας αξίωνε την αμοιβή του για τα έτη 2007-2009 είχε ως συνέπεια, ή αποτέλεσμα τον τερματισμό και/ή την ματαίωση της σχέσης εμπιστοσύνης που περιβάλλει την σχέση δικηγόρου-πελάτη, συστατικό προαπαιτούμενο στην παροχή τέτοιου είδους υπηρεσιών, με αποτέλεσμα η συμφωνία ημερομηνίας 3.1.2005 να έχει τερματιστεί. Ανταπαιτητικώς, οι εναγόμενοι ζητούν αναγνωριστικά Διατάγματα ότι η προαναφερθείσα συμφωνία έχει ακυρωθεί αμοιβαία, ή έχει τερματισθεί κατά την 23.6.2008, ημερομηνία υπογραφής της παράλληλης αυτής συμφωνίας μεταξύ ενάγοντα και κ. Παναγή καθώς και ότι η έγερση της υπ' αριθμό XXXXX/2009 Αγωγής μεταξύ των ίδιων διαδίκων επέφερε και/ή προκάλεσε και/ή είχε ως αποτέλεσμα τον τερματισμό της συμφωνίας ημερομηνίας 3.1.
- Ακολούθησε το Δικόγραφο της Απάντησης στην Υπεράσπιση και Υπεράσπισης στην Ανταπαίτηση. Εκεί, ο ενάγοντας αναφέρει ότι η συμφωνία ημερομηνίας 23.6.2008 καμία σχέση δεν έχει με τα επίδικα θέματα, ότι ο ίδιος ουδέποτε αρνήθηκε την παροχή των νομικών του υπηρεσιών και ότι η εναγόμενη ουδέποτε τερμάτισε, είτε γραπτώς, είτε προφορικώς την μεταξύ τους σύμβαση. Ουδέποτε απάντησε στην επιστολή απαίτησης του ημερομηνίας 27.8.13, ενώ καμία μνεία δεν έκανε η εναγόμενη κατά το στάδιο διευθέτησης της αγωγής XXXXX/09 του Ε.Δ. Λάρνακας αναφορικά με την μεταξύ τους πελατειακή σχέση. Τέλος, ουδέποτε ενήργησε ενάντια στα συμφέροντα της εναγόμενης, με την τελευταία να αποτελεί ξεχωριστή νομική οντότητα από τα πρόσωπα- θυγατρικές εταιρείες που αναφέρονται στην Υπεράσπιση, ενώ ουδέποτε τέθηκε ζήτημα σύγκρουσης συμφερόντων, με τον ενάγοντα να απορρίπτει τις ανταπαιτητικές υπό της εναγόμενης, αξιώσεις. Μαρτυρία και Αξιολόγηση Κατά την ακροαματική διαδικασία κατέθεσαν δύο μάρτυρες, ήτοι ο ενάγοντας, και ο κ. Παναγή, Διευθυντής της εναγόμενης, οι οποίοι κατέθεσαν στην διαδικασία συνολικά, 8 Τεκμήρια. O ενάγοντας παρουσίασε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του γραπτή δήλωση, Έγγραφο Α, στην οποία επαναλαμβάνονται οι δικογραφημένες θέσεις του. Συμπληρώνει μόνο, ότι η συμφωνία ουδέποτε καταγγέλθηκε, με τον ίδιο να είναι πάντοτε έτοιμος όπως προσφέρει τις νομικές του υπηρεσίες. Σε ότι αφορά την συμφωνία ημερομηνίας 23.6.2008 αυτή αφορούσε προσωπικές υποχρεώσεις του κ. Παναγή προς τον ίδιο και καμία σχέση δεν έχει με τα επίδικα στην παρούσα, θέματα. Οι εταιρείες Evagoras Properties Ltd και Ectoras Properties Lrd δεν είναι θυγατρικές της εναγόμενης, ενώ ποτέ και κανείς εκ των αξιωματούχων της εναγόμενης δεν έθεσε θέμα σύγκρουσης συμφερόντων. Κατέθεσε στην διαδικασία τα Τεκμήρια 1 μέχρι 3, ήτοι την Γραπτή Συμφωνία ημερομηνίας 1.3.1.2005, τις Εκ Συμφώνου Δικαστικές Αποφάσεις στην αγωγή 2850/09 για τα έτη 2007-2009 και την επιστολή απαίτησης ημερ. 27.8.13 που απέστειλε στην εναγόμενη, συνοδευόμενη από σχετική απόδειξη αποστολής συστημένης επιστολής. Κατά την αντεξέταση του, συμφώνησε με την θέση του κ. Σταύρου ότι δεν κλήθηκε από τους εναγόμενους εντός του επίδικου χρόνου όπως προσφέρει τις υπηρεσίες του, αναγνωρίζοντας το Κλητήριο Ένταλμα στην Αγωγή με αριθμό XXXXX/09 του Ε.Δ. Λάρνακας το οποίο κατατέθηκε ως Τεκμήριο 4 στην διαδικασία. Συμφώνησε περαιτέρω, ότι ούτε μεταξύ των ετών 2009 με 2012, ήτοι καθ΄όλο τον χρόνο που ήταν σε εκκρεμοδικία η αγωγή υπ' αριθμόν XXXXX/09 του Ε.Δ. Λάρνακας, δεν προέφερε τις οποιεσδήποτε υπηρεσίες στην εναγόμενη, αρνούμενος όμως την υποβολή του συνηγόρου υπεράσπισης ότι, η έγερση της προαναφερθείσας αγωγής είχε ως αποτέλεσμα τον τερματισμό της ισχύος της μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας. Αναγνώρισε επίσης ο μάρτυρας την υποδειχθείσα σε αυτόν συμφωνία ημερομηνίας 23.6.2008, η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο 5, δηλώνοντας ότι, επί αυτής καμία αναφορά δεν γίνεται στην εταιρεία Aqua Sol Hotels Public Company Ltd, με την εν λόγω συμφωνία να αποτελεί ουσιαστικά μια συμφωνία ιδιωτικής φύσεως μεταξύ ενάγοντα και Παναγή. Παραδέχτηκε αντεξεταζόμενος ότι όντως κινήθηκε νομικά εναντίον των εταιρειών Ectoras και Evagoras (Τεκμήριο 6), στις οποίες ενδεχομένως να είχε συμφέροντα ο κ. Παναγή, όμως σε καμία περίπτωση δεν ήταν αυτές, θυγατρικές της εναγόμενης, εταιρείες. Εκ μέρους της Υπεράσπισης κατέθεσε ο κ. XXXXX Παναγή, Διευθυντής της εναγόμενης εταιρείας. Ως μέρος της κυρίως εξέτασης του κατέθεσε γραπτή δήλωση, Έγγραφο Β. Ο ίδιος αποτελεί ένα εκ των Διευθυντών της εναγόμενης, είναι απόφοιτος νομικής και έχει εξασκήσει ενεργά την δικηγορία στην Δημοκρατία για δεκαπέντε
(15)έτη. Η εταιρεία ανέφερε, ασχολείτο μεταξύ άλλων με την παροχή υπηρεσιών στον ξενοδοχειακό τομέα, παγκύπρια. Ως Τεκμήριο 7, κατέθεσε έρευνα από την επίσημη εφημερίδα του Επίσημου Παραλήπτη, που επιβεβαιώνει ότι από την 13.1014 η εταιρεία τελεί υπό καθεστώς διαχείρισης. Αναγνώρισε την υπογραφή του επί του Τεκμηρίου 1 την οποία υπέγραψε εκ μέρους της εταιρείας μαζί με τον κ. Πασχάλη, επίσης διευθύνοντα σύμβουλο της εταιρείας, τότε. Με τον ενάγοντα υπήρχε φιλία και συνεργασία για κάποια χρόνια, με αυτήν να τερματίζεται το 2008 όταν, μέσω της υπογραφής του Τεκμηρίου 5, συμφωνία ημερ. 23.6.2008, συμφωνήθηκε όπως, όλες οι υποχρεώσεις του κ. Παναγή προς τον ενάγοντα, για οποιοδήποτε λόγο και αιτία θα θεωρούνταν εξοφληθείσες. Αποτέλεσε θέση του ΜΥ1 ότι με την υπογραφή της, ο ενάγοντας αποδέχθηκε ότι ο κ. Παναγή δεν οφείλει πλέον το οποιοδήποτε προς τον ίδιο ποσό, είτε υπό την προσωπική του ιδιότητα, είτε ως διευθύνων σύμβουλος των διαφόρων εταιρειών στις οποίες ασκούσε έλεγχο. Μετά την έγερση της αγωγής με αριθμό XXXXX/09, υπήρξε, κατά την 1.11.12 συμφωνία για καταβολή από την εταιρεία προς τον ενάγοντα, ποσού €€33.529 για πλήρη και τελεία διευθέτηση τόσο της προαναφερθείσας αγωγής αλλά, και σε σχέση με οποιαδήποτε άλλη διαφορά τυχόν να υπήρχε μεταξύ της εταιρείας και του ενάγοντα, εξ' ου και η έκδοση Δικαστικών Αποφάσεων. Ουδέποτε, κατά πάντα ουσιώδη προς την παρούσα αγωγή χρόνο, αλλά ούτε και προγενέστερα του 2010, κάλεσε η εναγόμενη τον ενάγοντα για παροχή των όποιων νομικών του υπηρεσιών, ενώ ούτε ο τελευταίος ενδιαφέρθηκε για παραχώρηση αυτών, γεγονός που αποδεικνύει ότι οι όποιες μεταξύ των μερών συμβατικές σχέσεις δεν είχαν ενεργοποιηθεί και/ή τερματισθεί. Αντεξεταζόμενος, συμφώνησε με τον κ. Κεφάλα ότι όντως, καμία αναφορά δεν γίνεται στην εναγόμενη επί του Τεκμηρίου 5, ενώ ως προς ιδιότητα υπό την οποία ο ίδιος προσήλθε στο Δικαστήριο για να υπερασπιστεί την αγωγή, απάντησε ότι βάση του καταλοίπου της εξουσίας που του παρέχεται δικαιούται να εμφανίζεται και λαμβάνει αποφάσεις σε σχέση με την εταιρεία, σε περίπτωση που ο Διαχειριστής δεν μπορεί να προσέλθει. Συμφώνησε επίσης ότι, αν και δεν γνωρίζει τους λόγους που οι δικηγόροι της εναγόμενης δεν απάντησαν στην επιστολή απαίτησης, Τεκμήριο 3, αυτή δεν έτυχε απάντησης, προσθέτοντας όμως ότι όταν ένας νομικός σύμβουλος στρέφεται εναντίον του εργοδότη του με καταχώρηση αγωγής, δεν θα ανέμενε κανείς ότι θα υπήρχε συνέχιση στην οποιασδήποτε μεταξύ τους συνεργασία. Σε ερώτηση αν κάλεσαν τον ενάγοντα για παροχή υπηρεσιών, και αν ναι, κατά πόσον αυτός αρνήθηκε, ο ΜΥ1 απάντησε χαρακτηριστικά: Α. « Πώς να καλέσω κάποιον όταν μου κίνησε αγωγές, στρέφεται εναντίον της Aqua Sol και άλλες εταιρείες που ελέγχονταν από εμένα. Με την όλη συμπεριφορά είχε τερματιστεί η συνεργασία μας», ενώ στην θέση του ενάγοντα ότι η μη απάντηση στην επιστολή σημαίνει ότι η συμφωνία ήταν ισχυρή, ο μάρτυρας απάντησε: «Η συμφωνία έγινε για την παροχή υπηρεσιών. Δεν είναι ένα κομμάτι χαρτί. Και ο εργολάβος μπορεί να υπογράψει αλλά μην εκτελέσει ποτέ το έργο, δεν θα μπορεί να διεκδικήσει €1.000.000. Μέχρι την ημερομηνία που κίνησες αγωγή, πληρώθηκες, με την έγερση δεν μπορούσα να σε καλώ για υπηρεσίες. Από την στιγμή που κίνησες την αγωγή τερμάτισες την σχέση με τον εργοδότη». Τέλος, ο κ. Παναγή, αποδέχθηκε ότι οι δύο εταιρείες, Ectoras και Evagoras δεν είναι θυγατρικές της εναγόμενης εν τη εννοία του Νόμου, αλλά ότι σε αυτές ο ίδιος πέραν του ότι ήταν μέτοχος, εκτελούσε και χρέη Διευθυντή. Αξιολόγηση Μαρτυρίας / Νομική Πτυχή/ Ευρήματα Βαθιά ριζωμένη στο δικαιϊκό μας σύστημα είναι η νομολογιακή αρχή ότι το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών του σε αστική διαδικασία, φέρει ο ενάγων στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Ανεξαρτήτως των ισχυρισμών του εναγόμενου, ο ενάγοντας οφείλει, εάν επιθυμεί να επιτύχει η αξίωση του όπως αποδείξει ότι η δική του εκδοχή είναι πιο πιθανή παρά όχι, «more probable than not» (δέστε Μαρσέλ ν Λαική Τράπεζα Λτδ 2001 1(Β) Α.Α.Δ. 1858). Το Δικαστήριο οφείλει να αξιολογήσει την μαρτυρία που έχει ενώπιον του με σκοπό να μπορέσει να διαπιστώσει και να εξαγάγει ευρήματα επί πραγματικών γεγονότων ώστε να μπορεί τελικώς να καταλήξει κατά πόσον ο διάδικος που φέρει το βάρος απόδειξης το έχει αποσείσει στον απαιτούμενο βαθμό. Το Δικαστήριο, με δεδομένο ότι έχει ενώπιον του ζώσα μαρτυρία, οφείλει με περισσή προσοχή να καταλήξει σε στέρεα ευρήματα. Αυτό λαμβάνει χώραν μέσω της αξιολόγησης της μαρτυρίας με αντιπαραβολή των θέσεων των διαδίκων, αλλά και των τεκμηρίων που κατατέθηκαν στη διαδικασία. Νοείται βέβαια ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται πάντοτε με κριτήριο τις δικογραφημένες προτάσεις των μερών και αντιπαραβολή με αυτές με σκοπό τον επακριβή προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων (βλ. Παπαγεωργίου ν Κλάππας Invstment Services Ltd
(1991)1 Α.Α.Δ. 24). Το Δικαστήριο οφείλει λοιπόν ασκώντας δικαστική κρίση να αξιολογήσει την ενώπιον του μαρτυρία βάση του περιεχομένου αυτής, την ποιότητα της, αλλά και την πειστικότητα της, (βλ.Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506). Πρέπει εδώ να τονιστεί ότι προσεκτική ανάγνωση των δικογραφήμενων θέσεων των διαδίκων σε συνάρτηση με την προσαχθείσα μαρτυρία φανερώνει ότι δεν υπάρχει ιδιαίτερη απόκλιση ως προς τα γεγονότα που συνθέτουν την παρούσα αγωγή. Δυνάμει των πιο πάνω, αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι ο ενάγοντας, υπό την ιδιότητα του ως δικηγόρος, εισήλθε σε συμφωνία με την εναγόμενη (Τεκμήριο 1), η οποία τον διόρισε ως τον νομικό της εκπρόσωπο για τα έτη 2005-
- Οι πρόνοιες της σχετικής συμφωνίας, η οποία υπέχει θέση διοριστηρίου στην παρούσα, παραθέτονται αυτολεξεί, έχοντας ιδιαίτερη σημασία σε ότι αφορά την νομική εξέταση της υπόθεσης: «Η εταιρεία Aqua Sol Ltd διορίζει νομικό σύμβουλο της εταιρείας, τον κ. XXXXX Κεφάλα από 1/1/2005 μέχρι της 31.12.2013 με σταθερή ετήσια αμοιβή Λ.Κ. 15.000 (Δέκα Πέντε Χιλιάδες Λίρες Κύπρου) πλέον Φ.Π.Α. Ο κ. XXXXX Κεφάλας αναλαμβάνει να παρέχει τις νομικές του υπηρεσίες οποτεδήποτε κληθεί να πράξει ως ανωτέρω, χωρίς περιορισμό χρόνου». Από την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία, επιβεβαιώθηκαν από τους αντίστοιχους μάρτυρες και τα εξής γεγονότα, τα οποία επίσης, αποτελούν ευρήματα του Δικαστηρίου: α) Ο ενάγοντας δεν πρόσφερε καμία νομική υπηρεσία μεταξύ των ετών 2010-2013, έτη για τα οποία διεκδικεί το αξιούμενο στην αγωγή ποσό, β) Δεν κλήθηκε ποτέ από την εναγόμενη για παροχή τέτοιων υπηρεσιών, γ) Η επιστολή απαίτησης Τεκμήριο 3, ημερομηνίας 27.8.2013, δεν έτυχε απάντησης και δ) Ο ενάγοντας καταχώρησε αγωγές εναντίον των εταιρειών Evagoras και Ectoras (Τεκμήριο 6). Το μόνο που παραμένει ουσιαστικά να αποφασιστεί, είναι κατά πόσον, η υπεράσπιση της εναγόμενης, αμιγώς νομική, μπορεί να επιτύχει, με τον ενάγοντα να μην έχει αποδείξει στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων, την ορθότητα της απαίτησης του, εναντίον της. Προχωρώ λοιπόν στην εξέταση των νομικών ζητημάτων που προκύπτουν. Η υπερασπιστική γραμμή που προωθήθηκε περί εξόφλησης του όποιου χρέους μέσω της υπογραφής του Τεκμηρίου 5, (συμφωνία μεταξύ ενάγοντα και κ. Παναγή) δεν μπορεί να επιτύχει, για ευνόητους λόγους. Όντως, ως ορθά έχει υποδείξει ο κ. Κεφάλας, και έχει αποδεχθεί ο κ. Παναγή, καμία αναφορά δεν γίνεται στην εναγόμενη εταιρεία στο εν λόγω Τεκμήριο. Πέραν τούτου, ούτε ποιο είναι το χρέος που εξοφλείται με την εν λόγω συμφωνία, δεν καθορίζεται. Το μόνο που αναφέρεται είναι ότι: «Α. Δεδομένου ότι ο Συμβαλλόμενος Α (κ. Παναγή) όφειλε δυνάμει χρέους ή άλλως πως διάφορα ποσά σον Συμβαλλόμενο Β (ενάγοντα) εν της εξ' εξής και δια τους σκοπούς του παρόντος εγγράφου καλούμενου ΤΟ ΧΡΕΟΣ και Β. Δεδομένου ότι ο Συμβαλλόμενος Α επιθυμεί όπως εξοφλήσει το χρέος προς πλήρη και τελείας εξόφληση ή διευθέτηση..
- Τα μέρη συμφωνούν και αμοιβαίως αποδέχονται ότι σήμερα ο Συμβαλλόμενος Α εξοφλεί όλα τα χρέη του προς τον Συμβαλλόμενο Β δυνάμει οποιαδήποτε αιτίας και λόγου.
- Με την τοιαύτην διευθέτηση ο Συμβαλλόμενος Β θεωρεί τον Συμβαλλόμενον Α απαλλαγμένον πλήρως δυνάμει οποιαδήπτοε υποχρέωσης χρέους ή οποιαδήποτε άλλης αιτίας προς αυτόν». Είναι ξεκάθαρο από τους ίδιους τους όρους της συμφωνίας ότι η σύναψη αυτής δεν είχε ούτε στο ελάχιστο την οποιαδήποτε σχέση με την εναγόμενη εταιρεία, ή τις κατ΄ισχυρισμόν οφειλές της προς τον κ. Κεφάλα. Τα συμβαλλόμενα σε εκείνη την συμφωνία μέρη, δεν είναι οι παρόντες ενώπιον του Δικαστηρίου διάδικοι, ενώ η θέση του κ. Παναγή ότι, με την υπογραφή της εν λόγω συμφωνίας ο ενάγοντας αποδέχτηκε όπως απαλλάξει τον ίδιον, είτε από τη προσωπική του ιδιότητα είτε ως διευθύνοντα σύμβουλο διαφόρων εταιρειών, συμπεριλαμβανομένης και της εναγόμενης, να κρίνεται ως ανεδαφική και λανθασμένη, αφού αυτή αντικρούεται από το ίδιο το περιεχόμενο και όρους της συμφωνίας ημερομηνίας 23.6.
- Η θέση της εναγόμενης ότι η μεταξύ των διαδίκων συμφωνία τερματίστηκε με την έγερση εκ μέρους του ενάγοντα, αγωγών εναντίον των εταιρειών Evagoras και Ectoras επίσης δεν βρίσκει έρεισμα και απορρίπτεται. Η όλη βάση του επιχειρήματος ήταν ότι ο ενάγοντας, έχοντας γνώση ότι οι εν λόγω εταιρείες ήταν θυγατρικές της εναγόμενης, προχώρησε σε έγερση αγωγών, ενεργώντας ασυμβίβαστα και κατά τρόπο που έπληττε τα συμφέροντα της εναγόμενης/ πελάτιδας του. Ανάγνωση όμως του Τεκμηρίου 8 φανερώνει ότι αυτές κατά πάντα ουσιώδη τουλάχιστον προς την παρούσα αγωγή χρόνο, δεν υπήρξαν θυγατρικές της εναγόμενης εταιρείες, γεγονός που εκθεμελιώνει την όλη θέση υπεράσπισης. Υπενθυμίζεται για σκοπούς πληρότητας ότι ο ίδιος ο κ. Παναγή επιβεβαίωσε τα ως άνω μέσω της ζώσας μαρτυρίας του. Το Δικαστήριο στρέφεται τώρα στην εξέταση της κυριότερης και ουσιαστικότερης υπεράσπισης της εναγόμενης, ήτοι ότι δεν υπήρξε ουσιαστικά καμία προσφορά υπηρεσιών για τα έτη 2010-
- Το εν λόγω γεγονός αποτελεί θέση αποδεκτή και παραδεκτή, με τον κ. Κεφάλα αντεξεταζόμενο να συμφωνεί επί τούτου, επιβεβαιώνοντας όχι μόνο ότι δεν παρασχέθηκαν υπηρεσίες μεταξύ των ετών 2010-2013, αλλά ούτε και προγενέστερα, ήτοι όταν ήταν σε εκκρεμοδικία η αγωγή με αριθμό 2850/
- Η επιχειρηματολογία των συνηγόρων στις αγορεύσεις τους εδράζεται μεταξύ άλλων, στα γεγονότα που περιβάλλουν την πρόθεση των μερών σε ότι αφορά την εφαρμογή του Τεκμηρίου
- Ο κ. Κεφάλας υποστηρίζει την θέση ότι, η συμφωνία προνοεί για καταβολή ετήσιου ποσού £15.000 ανεξαρτήτως του κατά πόσον θα παρείχε υπηρεσίες ή όχι, με τον ίδιο να οφείλει μόνο όπως είναι διαθέσιμος να προσφέρει αυτές, σε κάλεσμα της εναγόμενης. Αντίθετη επιχειρηματολογία φυσικά προώθησε ο κ. Σταύρου. Ως έχει εύστοχα λεχθεί το Σύγγραμμα του Π. Γ. Πολυβίου « Το Δίκαιο των Συμβάσεων στο Κοινοδίκαιο και το Κυπριακό Δίκαιο» 2021, Τόμος Β', σελ. 481», «.είναι φανερό ότι, σε τελική ανάλυση, η ερμηνεία των συμβάσεων, που αποτελεί αναγκαίο στάδιο στην εφαρμογή τους, είναι αποκλειστικό έργο του Δικαστηρίου. ..Η ανάθεση του έργου αυτού στην δικαστική εξουσία αποτελεί μέρους του ιδίου του κράτους δικαίου καθότι είναι μόνο κάποιο θεσμικά κατοχυρωμένο, ανεξάρτητο και αμερόληπτο όργανο της πολιτείας που έχει το δικαίωμα να επιλύει νομικές διαφορές μεταξύ πολιτών. Επομένως, όπως έχει λεχθεί, η ερμηνεία κάποιας σύμβασης είναι η ερμηνεία που έχει επιλεγεί από το ίδιο το Δικαστήριο στο οποίο τα μέρη έχουν προσφύγει». Ως έχει λεχθεί μέσω Δικαστικού Λόγου στην απόφαση Kayat Trading Ltd v Genzyme Corportion (Αρ. Αγωγής 7462/2002) απόφαση ημερ. 30.5.2014, από τον Έντιμο κ. Λιάτσο, Π.Ε.Δ (ως ήταν τότε): «Η ερμηνεία των όρων ενός εγγράφου αποτελεί νομικό θέμα που επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, ευχέρεια η οποία πρέπει να αποσκοπεί στην εξεύρεση των πραγματικών προθέσεων των συμβαλλομένων. Το Δικαστήριο επιχειρώντας να ερμηνεύσει ένα έγγραφο καθοδηγείται από τις καθιερωμένες αρχές ερμηνείας. Μέσα στα πλαίσια αυτής της διεργασίας, στόχος είναι η ανεύρεση του κύριου σκοπού και της νοητικής πρόθεσης του συντάκτη του κειμένου.Πάγια ερμηνευτική αρχή είναι ότι η πρόθεση των μερών εξάγεται από τη γλωσσική διατύπωση της συμφωνίας, δηλαδή, των σκέψεων τους, που για το σκοπό αυτό εξετάζεται συνολικά. Συνοπτικά, σκοπός της ερμηνείας εγγράφων είναι η ανεύρεση της πραγματικής πρόθεσης των μερών όπως διακηρύττεται στο έγγραφο. Η ερμηνεία, ως εκ τούτου, πρέπει να είναι όσο το δυνατό πλησιέστερη στην εμφανή πρόθεση των μερών. Είναι γι'αυτό τον λόγο που αναδύεται ως βασική αρχή πως η πρόθεση των συμβαλλομένων πρέπει να απορρέει από το έγγραφο και είναι όπως καταρτίστηκε με τις λέξεις που περιέχονται σε αυτό. Το Δικαστήριο δε, πρέπει να βεβαιώσει τι εννοούσαν τα μέρη με τη διατύπωση που χρησιμοποίησαν, να δηλώσει το νόημα του περιεχομένου του εγγράφου και όχι του τι υπήρχε πρόθεση να γραφτεί. Να εφαρμόσει την πρόθεση όπως έχει εκφραστεί». Οι καλά εμπεδωμένες και ευθυγραμμισμένες νομολογιακές αρχές σε σχέση με το σκοπό ή τα κριτήρια και παραμέτρους που ένα Δικαστήριο οφείλει να λαμβάνει υπόψιν όταν ερμηνεύει τους όρους ενός εγγράφου συμπεριλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, και το πώς θα κατανοούσε ένας αντικειμενικός κριτής ή αποδέκτης τις πρόνοιες ενός κειμένου. Σε διαφορετική περίπτωση: «It would be impossible for the Court to construe contracts by reference to the subjective intention of the parties, when by the time every case came to be decided, the competing parties would be swearing blind that they had subjectively 'intended' the meaning for which they were now contending»(βλ.Απόφαση Spencer v Secretary of State for Defense [2012] EWHC 120 (Ch) - Δικαστής Vos). Στο Σύγγραμμα Lewison: «The Interpretation of Contracts
(2011)5η εκδ. σελ. 25, γίνεται αναφορά σε αυτόν τον αντικειμενικό παρατηρητή, με τον Δικαστή Hoffmann να αναφέρει: «English law.mixes up the ascertainment of intention with the rules of law by depersonalizing the contracting parties and asking, not what their intentions actually were, but what a reasonable outside observer would have taken them to be». Εφαρμόζοντας τις πιο πάνω αρχές σε σχέση με το Τεκμήριο 1, το Δικαστήριο φρονεί ότι οι όροι του Τεκμηρίου 1 στην παρούσα είναι λιτοί, περιεκτικοί και ξεκάθαροι. Είναι πολύ καλά γνωστή η νομολογία που διέπει το ζήτημα κατάρτισης μιας έγκυρης σύμβασης, και δη, ότι, για να μπορεί να είναι εφαρμόσιμη και ισχυρή μια σύμβαση, χρειάζεται να υπάρχει αντιπαροχή. Η αντιπαροχή (consideration) για την πληρωμή του ποσού των £15.000 στην παρούσα περίπτωση ήταν η προσφορά νομικών υπηρεσιών. Αυτή η παροχή υπηρεσιών όφειλε να δίδεται, οποτεδήποτε το ζητούσε η εναγόμενη. Αυτή η αντιπαροχή ή αντάλλαγμα ήταν αυτή που θα καθιστούσε την πρόταση ή την υπόσχεση για την πληρωμή νομικά έγκυρη και εφαρμοστέα. Δεν μπορεί να παραγνωριστεί ότι στην παρούσα περίπτωση, αποτελεί κοινά αποδεκτό σημείο, ως αυτό παραδέκτηκε και ο ενάγοντας ερωτηθείς κατά την δια ζώσης μαρτυρία του, αλλά και ο κ. Παναγή, ως χαρακτηριστικώς αναφέρθηκε ανωτέρω, ότι, για τα έτη 2010- 2013 ο ενάγοντας δεν προσέφερε καμία νομική συμβουλή ή υπηρεσία στην εναγόμενη. Αυτό, γιατί η εναγόμενη δεν τον κάλεσε ποτέ εντός της εν λόγω περιόδου για να πράξει τούτο, για τους λόγους που έχουν καταγραφεί ανωτέρω. Είναι αυταπόδεικτο από τα επί του Τεκμηρίου 1 καταγεγραμμένα ότι ο ενάγοντας θα λάμβανε ετησίως το ποσό των £15.000 ως ετήσια αμοιβή. Ασχέτως των γεγονότων που προηγήθηκαν της επίδικης περιόδου, ήτοι προ του 2010, και της αγωγής που καταχωρήθηκε με σκοπό την απόδοση στον ενάγοντα της ετήσιας του αμοιβής, δεν μπορεί να αμφισβητηθεί ότι η εναγόμενη, για λόγους που αφορούν την ίδια, δεν κάλεσε τον ενάγοντα όπως παρέχει καμία υπηρεσία κατά την επίδικη πάντα, περίοδο. Ο ενάγοντας δεν εκδήλωσε ενδιαφέρον για την παραχώρηση τέτοιων, πάρα μόνο, ανέμενε από την εναγόμενη όπως του αναθέσει εργασία. Θεωρεί δε ότι παρά την μη κλήση του για έμπρακτη παροχή τέτοιων, δικαιούται στο εν λόγω ποσό. Αυτό είναι ουσιαστικά το ερώτημα που καλείται να απαντήσει το Δικαστήριο, με δεδομένο ως παραδεκτό το γεγονός ότι δεν είχε παρασχεθεί η οποιαδήποτε υπηρεσία. Το Δικαστήριο φρονεί ότι, ερμηνεύοντας τους όρους της πιο πάνω συμφωνίας, ήταν προϋπόθεση για την λήψη της ετήσιας αμοιβής η παροχή νομικών υπηρεσιών, όποτε ο ενάγοντας καλείτο να πράξει αυτό. Από την στιγμή που δεν κλήθηκε να προσφέρει αυτές, η εν λόγω σύμβαση, δεν είχε τεθεί σε πρακτική ισχύ ή εφαρμογή, αφού σε ισχύ θα τίθετο μόνο, αν καλείτο να παρέχει τις υπηρεσίες του. Η φράση «σταθερή ετήσια αμοιβή» ερμηνεύεται από το Δικαστήριο ότι αφορά το μέγεθος της παρασχεθείσας εργασίας. Και εξηγώ. Θα ήταν άσχετο στα δεδομένα της παρούσας αν ο ενάγοντας συνέτασσε προς όφελος και κατά παράκληση της εναγόμενης, στα πλαίσια των καθηκόντων του, μία επιστολή ή πολλαπλές επιστολές που θα απέστελλε εκ μέρους της. Κατ΄αναλογία αδιάφορο σε σχέση με την ετήσια αμοιβή του θα ήταν αν εμφανιζόταν καθηκόντως σε μια απλή υπόθεση εκ μέρους της εναγόμενης ή αν προέβαινε στην διεξαγωγή μιας πολύπλοκης ακροαματικής διαδικασίας. Σε οιανδήποτε των περιπτώσεων, ο ενάγοντας θα δικαιούτο στην λήψη του συμφωνηθέντος ποσού. Η αντιπαροχή για την λήψη του συμφωνηθέντος ποσού ήταν όπως ο ενάγοντας, εφόσον καλείτο από την εναγόμενη, να βρισκόταν πάντοτε σε ετοιμότητα να προσφέρει τις υπηρεσίες του, κάθε χρόνο, ασχέτως μεγέθους. Σημαντικό δε είναι όπως υπογραμμιστούν τα ακόλουθα. Είναι αυταπόδεικτο από το περιεχόμενο της σύμβασης ότι αυτή αφορούσε ή κάλυπτε μια περίοδο 8 ετών, όμως η αμοιβή ήταν ετήσια. Συνεπώς ο ενάγοντας νοουμένου ότι για κάθε έτος που περνούσε προσέφερε τις νομικές του υπηρεσίες, ασχέτως της έκτασης αυτών, δηλαδή ανεξαρτήτως του μεγέθους τους, θα λάμβανε ετησίως, το εν λόγω ποσό. Στο υποθετικό σενάριο που ο ενάγοντας καλείτο και προσέφερε υπηρεσίες για τα έτη 2010-2012, θα δικαιούτο σε αυτή την ετήσια αμοιβή και για τα 3 έτη, ενώ ενδεχομένως να μην μπορούσε να ανακτήσει το εν λόγω ποσό για το έτος 2013, ακόμη και αν η σύμβαση ήταν ακόμη σε ισχύ, αν δεν καλείτο όπως προσφέρει αυτές. Στα πλαίσια εξέτασης και ερμηνείας της παρούσας συμφωνίας, δεν μπορεί να παραγνωριστεί ότι η παρούσα συμφωνία, συνομολογήθηκε στο πλαίσιο μίας εμπορικής/επιχειρηματικής δραστηριότητας μεταξύ των διαδίκων η οποία καθόριζε τα πραγματικά και οικονομικά δικαιώματα και υποχρεώσεις των μερών. Δηλαδή το Δικαστήριο δεν μπορεί να παραγνωρίσει τον επιχειρηματικό σκοπό ή ουσία της όλης συμφωνίας κατά το στάδιο κατάρτισης της, όπως επίσης και το γενικότερο πλαίσιο της σύμβασης και τα δεδομένα που την περιβάλλουν. Η υπόσχεση για πληρωμή του ποσού των £15.000 ήταν άμεσα συνυφασμένη ή καλύτερα εξαρτώμενη από το κατά πόσον: (α) θα ζητείτο η συνδρομή των εν λόγω υπηρεσιών και (β): ότι ένα αυτές ζητούνταν, ο ενάγοντας θα εκπλήρωνε αυτές. Στο Σύγγραμμα των Pollock & Mulla «Τhe Indian Contract and Specific Relief Acts, 16η εκ. σελ. 845, διαβάζουμε τα ακόλουθα: «The question whether the promises are dependent or independent, is a question of construction to be determined by the intention of parties collected from the agreement as a whole and the circumstances of the case. The dependence or independence of covenants was to be collected from the evident sense and meaning of the parties, and must depend on the good sense of the case, and on what nature the transaction requires». Δεν νοείται στα πλαίσια μιας εμπορικής συμφωνίας, το ένα μέρος να καλείται να εκτελέσει τους όρους μιας σύμβασης, χωρίς να έχει υπάρξει οποιαδήποτε αντιπαροχή προς εν λόγω την κατεύθυνση. Στο βιβλίο του G.H Treitel «Τhe Law of Contract» 8η εκδ. σελ. 662 διαβάζουμε περί του όρου «Conditions» υπό την έννοια ως ενός συμβάντος που πρέπει ή οφείλει να επισυμβεί ούτως ώστε μια σύμβαση να έχει εφαρμογή ή να επιφέρει δεσμευτικές, προς τα συμβαλλόμενα μέρη, υποχρεώσεις. Εκεί αναφέρεται: «Thus if A agrees to work for B at a weekly wage payable in arrear, B need not pay A until A has done a week's work. Performance by A may be a condition precedent to the liability of B even though the contract does not expressly state the order in which the two acts are to be done». Στην σελίδα 663 του ίδιου Συγγράμματος, διαβάζουμε ότι: «The distinction between a contingent and a promisory condition turns on the question whether the agreement purports to impose on A an obligation to bring about the stipulated event- The Padre Island [1990] 2 All E.R.705,714». Στην προκείμενη κανένας όρος ή καμία υποχρέωση δεν τέθηκε επί των ώμων της εναγόμενης όπως υποχρεωθεί να ζητήσει τις εν λόγω υπηρεσίες, αλλά αντιθέτως, το νόημα της όλης σύμβασης ήταν «αν» και «όταν» αυτές, ενδεχομένως, ζητούνταν. Συνεπώς η εναγόμενη δεν έχει παραβιάσει τους όρους της σύμβασης με το να μην ζητήσει τις εν λόγω υπηρεσίες, και κατ΄επέκταση η εν λόγω συμφωνία για τα έτη 2010-2013 κατέστη ανεφάρμοστη. Το Δικαστήριο δεν μπορεί να συμφωνήσει συνεπώς με την επιχειρηματολογία του κ. Κεφάλα, ότι ανεξαρτήτως του αν αυτός καλείτο από την εναγόμενη για την παροχή υπηρεσιών, θα δικαιούτο στην πληρωμή του αξιούμενου ποσού. Η φράση ή λέξη «ανεξαρτήτως», (η οποία βεβαίως δεν απαντάται στη σχετική συμφωνία των μερών), θα μπορούσε, ή όφειλε, αν τέτοια ήταν η πρόθεση των, όπως ενσωματωθεί στους όρους της συμφωνίας, αφού, δεν αναμένεται από τα μέρη, όταν αποτυπώνουν γραπτώς τις θέσεις τους, να αφήνουν αμφιβολίες ως προς τον αυστηρό καθορισμό των αντίστοιχων, δικαιωμάτων και υποχρεώσεων τους. Η οποιαδήποτε αμφιβολία παραμένει, επιλύεται ερμηνευτικά από το Δικαστήριο. Το γεγονός ότι η εναγόμενη επέλεξε να συμβιβάσει την αγωγή υπ' αριθμό 2850/09, αποδεχόμενη την έκδοση δικαστικών αποφάσεων εναντίον της σε σχέση με το ίδιο ζήτημα, αλλά για προηγούμενα έτη, ουδόλως δεσμεύει είτε την εταιρεία στην προβολή της συγκεκριμένης υπεράσπισης, ή προϊδεάζει το Δικαστήριο θετικά προς την επιχειρηματολογία του κ. Κεφάλα, ότι, εφόσον εκεί αποδέχθηκε Δικαστικές Αποφάσεις, εδώ, δεν έχει υπεράσπιση. Αλλώστε, όπως υποδείχθηκε και προηγουμένως, δεν δηλώθηκε οτιδήποτε πέραν των συγκεκριμένων ποσών, που να επηρέαζε την ολότητα της συμφωνίας. Έχοντας αναφέρει τα πιο πάνω, μπορούν να λεχθούν τα πιο κάτω σχετικά με τον τερματισμό της συμφωνίας. Η εναγόμενη, ρητά, δεν την τερμάτισε. Η προηγούμενη έγερση της αγωγής υπ' αριθμό 2850/09, αναμφίβολα κλόνισε την εμπιστοσύνη της εναγόμενης προς τον ενάγοντα, αφού σε περιπτώσεις προσωποπαγών υποχρεώσεων, δεν θεωρείται να μπορεί να συνεχίζεται μια εμπορική συνεργασία όταν η εμπιστοσύνη μεταξύ των μερών έχει διαρρηχθεί. Και η περίπτωση έγερσης αγωγής, όπως η υπ' αριθμό 2850/09, ενδεχομένως, να έχει αυτή την διάσταση. Εν πάση περιπτώσει οι ίδιοι οι όροι της σύμβασης, είχαν ως βάση τους την γένεση της ετήσιας στην ουσία ισχύος της, το κάλεσμα δηλαδή της εναγόμενης προς τον ενάγοντα για παροχή υπηρεσιών, γεγονός που δεν επήλθε ποτέ. Όπως συνάγεται, στην συμφωνία για παροχή υπηρεσιών εύκολα αναδύεται ένας εξυπακουόμενος όρος («implied term») εφόσον η εν τη πράξει παροχή υπηρεσιών θα ήταν αναγκαία για την ίδια την λειτουργία της σύμβασης. Δεν κατεγράφη ο όρος διότι ήταν αναγκαίο για να καταστεί λειτουργική η συμφωνία. Θεωρείται όμως μέρος της συμφωνίας αναπόφευκτα ώστε να δοθεί αποτελεσματικότητα και λογικότητα στη συμφωνία. Κατά την κρίση του Δικαστηρίου ο εξυπακουόμενος αυτός όρος είναι εύλογος ως αποδίδων την επιχειρηματική πλευρά της συμφωνίας (βλ.Τσιαλή ν Χ΄΄Ανδρέου
(2000)1 Α.Α.Δ. 1250 και Π. Γ. Πολυβίου « Το Δίκαιο των Συμβάσεων στο Κοινοδίκαιο και το Κυπριακό Δίκαιο» 2021, Τόμος Β', σελ. 561-564). Δυνάμει όλων των πιο πάνω, το Δικαστήριο φρονεί ότι ο ενάγοντας δεν έχει αποδείξει την υπόθεση του στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, μη αποσείοντας από τους ώμους τους το βάρος απόδειξης που του αναλογούσε. Έχοντας καταλήξει επί της απαίτησης, στρέφομαι τώρα στην εξέταση της ανταπαίτησης. Είναι βεβαίως νομολογιακά γνωστό ότι η όποια ανταπαίτηση υπέχει την θέση απαίτησης, με την εναγόμενη να φέρει αντίστοιχα το βάρος απόδειξης της δικής της υπόθεσης. Δεν χρειάζεται να λεχθούν πολλά επί του προκείμενου παρά μόνο ότι αυτή αποτυγχάνει. Η εναγόμενη δεν έχει καταφέρει να αποδείξει την ύπαρξη ενοχικής σχέσης μεταξύ των παρόντων διαδίκων και των μερών που καταγράφονται στην συμφωνία Τεκμήριο 5, η οποία υπενθυμίζεται ότι συνομολογήθηκε μεταξύ του ενάγοντα και του κ. Παναγή προσωπικά. Αντιστοίχως, δεν έχει αποδειχθεί ότι η καταχώρηση της αγωγής με αριθμό XXXXX/09 επέφερε τον τερματισμό της ισχύος της μεταξύ των μερών συμφωνίας, παρά μόνο ενδεχομένως να κλόνισε την σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ των διαδίκων, με την εναγόμενη παρά ταύτα, να μην την τερμάτισε ή κατήγγειλε, είτε γραπτώς, είτε προφορικώς. Έχοντας κατά νου όλα τα πιο πάνω, καταλήγω ότι τόσο η απαίτηση όσο και η ανταπαίτηση αποτυγχάνουν και απορρίπτονται. Δεδομένου του αποτελέσματος αυτού, κρίνω ορθό όπως κάθε πλευρά επωμιστεί τα δικά της έξοδα. (Υπ.) ............................................... Μ. Ναθαναήλ , Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο