← Κύπρος

B2Kapital Cyprus Ltd ν. Διακοσμητικές Πέτρες Γεώργιος Μανώλη & Υιοί (Λάρνακα) Λτδ κ.α., Αγωγή αρ.2597/14, 31/5/2022

B2Kapital Cyprus Ltd ν. Διακοσμητικές Πέτρες Γεώργιος Μανώλη & Υιοί (Λάρνακα) Λτδ κ.α., Αγωγή αρ.2597/14, 31/5/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2022:A97 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Μ. Ναθαναήλ, Ε.Δ. Αγωγή αρ.2597/14 Μεταξύ: B2Kapital Cyprus Ltd Ενάγοντες και

  1. Διακοσμητικές Πέτρες Γεώργιος Μανώλη & Υιοί (Λάρνακα) Λτδ
  2. Μανώλη XXXXX XXXXX
  3. Μανώλη XXXXX XXXXX Εναγόμενοι Ημερομηνία: 31.5.22 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες: κ. Α.Κουκούνης για Α. Κουκούνης & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενη 3: κ. Χ. Πουτζιουρής για Χ. Πουτζιουρής & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Α Π Ο Φ Α Σ Η Δυνάμει του Ειδικώς Οπισθογραφημένου Κλητηρίου Εντάλματος, ημερομηνίας 30.10.14, οι ενάγοντες αξιώνουν από την εναγόμενη 3, - (για τους εναγόμενους 1 και 2 έχουν εκδοθεί Δικαστικές Αποφάσεις την 28.2.17) - χρεωστικό υπόλοιπο επί συμφωνίας δανείου και/ή ως υπόλοιπο τρεχούμενου λογαριασμού. Με βάση τις πρόνοιες του Διατάγματος υπ' αριθμόν Κ.Δ.Π.104/13 το οποίο εκδόθηκε στη βάση του Νόμου 17(Ι)/2013, ως τροποποιήθηκε, η Cyprus Popular Bank Ltd μεταβίβασε στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ (εφεξής «η Τράπεζα Κύπρου») όλα τα περιουσιακά στοιχεία, τίτλους ιδιοκτησίας και δικαιώματα, συμπεριλαμβανομένων των συμβατικών και νομικών της δικαιωμάτων. Δυνάμει των προνοιών του Διατάγματος Κ.Δ.Π.104/13 η Τράπεζα Κύπρου κατέστη το αποκτόν πρόσωπο, και οφείλει να αντιμετωπίζεται ως να είναι το ίδιο πρόσωπο με την Cyprus Popular Bank Ltd εν σχέσει με τα δικαιώματα και υποχρεώσεις που της μεταβιβάστηκαν, συμπεριλαμβανομένου και του αγώγιμου δικαιώματος εναντίον της εναγόμενης 3, στην παρούσα. Ακολούθως, κατ΄εφαρμογή του άρθρου 18 του Περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και Συναφή Θέματα Νόμου του 2015, Ν.169(Ι)/2015, ως έχει τροποποιηθεί η Τράπεζα Κύπρου μεταβίβασε την 8.5.2020 στους ενάγοντες, μεταξύ άλλων, πιστωτικές διευκολύνσεις, εξ' αποφάσεως χρέη και τις εξασφαλίσεις αυτών, περιλαμβανομένων και των πιστωτικών διευκολύνσεων που παραχώρησε η Τράπεζα Κύπρου στους εναγόμενους. Δυνάμει της εν λόγω συμφωνίας, οι ενάγοντες έχουν αυτόματα αντικαταστήσει και υποκαταστήσει την Τράπεζα Κύπρου αναφορικά με όλα τα δικαιώματα της σε σχέση με τις εν λόγω πιστωτικές διευκολύνσεις και εξασφαλίσεις, ως επίσης ως προς τις τυχόν εκδοθείσες αποφάσεις του Δικαστηρίου στην παρούσα αγωγή. Κατά ή περί την 1.3.1999 οι ενάγοντες, δυνάμει εγγράφου συμφωνίας δανείου σε τρεχούμενο λογαριασμό, συμφώνησαν όπως παραχωρήσουν στην εναγόμενη 1 όριο σε τρεχούμενο λογαριασμό υπ' αριθμό XXXXX1669 ύψους £40.
  4. Ο λογαριασμός κατά την μεταφορά του στα ηλεκτρονικά αρχεία και συστήματα της Τράπεζας Κύπρου έλαβε αριθμό XXXXX
  5. Οι κύριοι όροι της μεταξύ της μεταξύ των μερών συμφωνίας καταγράφονται στις παραγράφους 5(α)-(στ) της Έκθεσης Απαίτησης. Η εναγόμενη 1 αιτήθηκε την 17.5.2001 διαφοροποίηση του παραχωρηθέντος ορίου, ζητώντας όπως αυτό αυξηθεί μέχρι και τις £51.878, με τα μέρη να υπογράφουν προς τούτο σχετική συμφωνία ημερομηνίας 25.6.
  6. Οι κύριοι όροι της εν λόγω συμφωνίας καταγράφονται στην παράγραφο 8 (α)- (η) της απαίτησης. Το εν λόγω όριο, αιτήθηκε γραπτώς η εναγόμενη 1 όπως αυξήσει εκ νέου, με επιστολή της ημερομηνίας 6.6.
  7. Οι ενάγοντες μέσω δικής τους επιστολής ημερομηνίας 9.6.06, αποφάσισαν όπως διατηρήσουν το όριο του λογαριασμού σε £40.000, με τα μέρη να υπογράφουν προς αυτή την κατεύθυνση σχετική συμφωνία, ημερομηνίας 20.6.
  8. Δυνάμει εγγράφου συμφωνίας εγγύησης ημερομηνίας 21.6.06, η εναγόμενη 3 εγγυήθηκε όλες τις υποχρεώσεις του πρωτοφειλέτη, είτε αυτές είναι παρούσες ή μελλοντικές είτε αυτές κατέστησαν ή θα καθίσταντο απαιτητές για το ποσό των £56.
  9. Αντίστοιχη εγγύηση υπέγραψε και ο εναγόμενος 2 την 20.6.
  10. Οι εναγόμενοι, μη συμμορφούμενοι με το πρόγραμμα αποπληρωμής, οδήγησαν τον λογαριασμό σε υπερημερία, με τους ενάγοντες τον τερματίζουν με επιστολές τους ημερομηνίας 14.1.14, καλώντας έκαστο εκ των εναγόμενων όπως τιμήσουν τις υποχρεώσεις τους, έχοντας προηγουμένως προειδοποιήσει αυτούς μέσω επιστολών τους, ημερομηνίας 8.11.13 σε σχέση με τις παρουσιασθείσες καθυστερήσεις στον λογαριασμό. Η πολυσέλιδη υπεράσπιση της εναγόμενης 3 και οι προβαλλόμενες θέσεις της περί καταχρηστικών ρητρών, παράνομων τόκων, λανθασμένων υπολογισμών, ακυρότητας των συμφωνιών, μη νόμιμου τερματισμού και αμέλειας ή παράβασης των νόμιμων καθηκόντων των εναγόντων, περιορίστηκαν, όταν οι συνήγοροι επέλεξαν την 9.1.20 όπως προβούν στις ακόλουθες δηλώσεις ως παραδεκτά γεγονότα. Το πρακτικό του Δικαστηρίου ημερ. 9.1.20 κατατέθηκε στην διαδικασία ως Τεκμήριο
  11. Εκεί καταγράφονται επί λέξει τα ακόλουθα: «Κ. Πουτζιουρής: Έχουμε καταλήξει στο να δηλώσουμε υπό μορφή παραδεκτών γεγονότων το ποσό στο οποίο η εναγόμενη 3 θα είναι υπόλογη στην περίπτωση που κρίνετε ότι ευθύνεται στο τέλος της ημέρας και ότι η σύμβαση εγγύησης είναι νομικά δεσμευτική γι'αυτήν. Μετά από αυτό το παραδεκτό γεγονός, στην ουσία, θα εκδικαστεί μόνο το ζήτημα της νομιμότητας και της ισχύος της σύμβασης εγγύησης. Το ποσό στο οποίο αναφέρθηκα πιο πάνω είναι €90.949,68 πλέον τόκο προς 2% ετησίως, επί του ποσού των €90.914,81 από 7.1.120 μέχρι εξόφλησης, του τόκου κεφαλαιοποιημένου την 30.6 και 31.12 έκαστου έτους μέχρι εξοφλήσεως και θα είναι αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα με τους εναγόμενους 1 και 2 σε περίπτωση που θα εκδοθεί δικαστική απόφαση εναντίον της. Αν και προκύπτει ήδη από την πιο πάνω δήλωση μου, δεν θα αμφισβητηθεί η υπογραφή από πλευράς της εναγόμενής 3 της επίδικης σύμβασης εγγύησης. Ωστόσο αμφισβητούμε πλήρως τις συνθήκες υπό τις οποίες υπογράφηκε η συγκεκριμένη σύμβαση εγγύησης και εμμένουμε στους σχετικούς δικογραφημένους ισχυρισμούς μας. Κ. Κουκούνης: Ετοίμασα μια γραπτή δήλωση του μάρτυρα πλην όμως με βάση αυτή την τελευταία αναφορά του κ. Πουτζιουρή δεν επαρκεί το περιεχόμενο της. Παρακαλώ να μας δώσετε μια νέα ημερομηνία για να ετοιμάσω γραπτή δήλωση στον μάρτυρα μου για να καλύψω τα επίδικα ζητήματα. Κύριε Πρόεδρε αντιλαμβάνομαι πλήρως από την δήλωση του κ. Πουτζιουρή ότι δεν θα ασχοληθεί το Δικαστήριο σας καθόλου με το ποιο είναι το ποσό που οφείλει να πληρώσει στην ενάγουσα η εναγόμενη 3 στην περίπτωση που θα κρίνετε ότι η συμφωνία εγγύησης ήταν νόμιμη. Κ. Πουτζιουρής: Δεν θα παρουσιάσω καμία μαρτυρία και δεν θα αμφισβητηθεί τίποτε που αφορά το υπόλοιπο του δανείου και την όποια οφειλή είτε του Πρωτοφειλέτη, είτε αυτών που θα αποδειχθούν ότι ήταν εγγυητές». Οι δικογραφημένες επί του προκείμενου θέσεις της εναγόμενης 3, ως αυτές έχουν περιοριστεί, εντοπίζονται στις παραγράφους 3 μέχρι 8 και 47 του δικογράφου της. Θέση της είναι ότι οι ενάγοντες εν αγνοία της, και χωρίς την συγκατάθεση της χρηματοδοτούσαν την εναγόμενη 1 με διάφορα δάνεια, σε συνεργασία με τον εναγόμενο 2, σύζυγο της, ο οποίος της απέκρυψε τις εν λόγω συναλλαγές, παρουσιάζοντας της διάφορα έγγραφα ανά διαστήματα ως έγγραφα που θα παρέδιδε στον Έφορο Εταιρειών σε σχέση με την εναγόμενη 1, αναγκάζοντας την να υπογράφει, ενώ η ίδια ουδέποτε συγκατατέθηκε εγγράφως στην παροχή και/ή τροποποίηση του ορίου του τρεχούμενου λογαριασμού. Ουδέποτε της δόθηκε οποιοδήποτε αντίγραφο της εγγύησης της, όπως ούτε θυμάται να έχει υπογράψει τέτοιαν, ενώ εάν ήθελε αποδειχθεί ότι η εν λόγω συμφωνία εγγύησης έχει υπογραφεί από την ίδια, αυτή πίπτει σε ακυρότητα αφού οι όροι της είναι προ διατυπωμένοι, καταχρηστικοί, της επιβλήθηκαν μονομερώς, με την ίδια, να μην διατηρεί οποιαδήποτε διαπραγματευτική δυνατότητα έναντι των εναγόντων. Στις Λεπτομέρειες Οικονομικού Εξαναγκασμού της από τους ενάγοντες, παράγραφος 47 του δικογράφου, δηλώνει ότι, αν και οι ενάγοντες γνώριζαν ότι η ίδια δεν είχε τα εισοδήματα, την εξανάγκασαν να υπογράψει όλα τα σχετικά έγγραφα, συμπεριλαμβανομένης και της επίδικης εγγύησης, έγγραφα τα οποία δεν είχε ξαναδεί και για το περιεχόμενο των οποίων δεν είχε καμία προσυμβατική ενημέρωση. Οι ενάγοντες, εκμεταλλευόμενοι την δεσπόζουσα θέση τους την εξανάγκασαν στην υπογραφή των εγγράφων, μη ενημερώνοντας την για την πιστοληπτική ικανότητα και αξιόχρεο των εναγομένων 1 και
  12. Τέλος, αποτελεί θέση της ότι οι ενάγοντες με την συμπεριφορά τους κατήργησαν το εταιρικό πέπλο εφόσον οι εναγόμενοι 2 και 3 δημιούργησαν την εναγόμενη 1 για να μην ευθύνονται προσωπικά και απεριόριστα, με τους ενάγοντες να την καταστρέφουν οικονομικά, αναγκάζοντας την να εγγυηθεί την εναγόμενη 1, εταιρεία. Στο Δικόγραφο της Απάντησης στην Υπεράσπιση οι ενάγοντες επαναλαμβάνουν τις δικογραφημένες στην Έκθεση Απαίτησης τους θέσεις, απορρίπτοντας έκαστο ισχυρισμό της εναγόμενης, εμμένοντας στην θέση τους ότι ενήργησαν καθ' όλους τους ουσιώδεις προς την παρούσα αγωγή χρόνους νομότυπα και συμφώνως των νόμων της Δημοκρατίας. Η εναγόμενη κωλύεται λόγω συμπεριφοράς, πράξεων και παραστάσεων όπως προβαίνει στους εν λόγω ισχυρισμούς αφού, οι συμφωνίες που καταρτίστηκαν είναι νομικά ισχυρές και δεσμευτικές για την ίδιαν. Οι δικογραφημένες θέσεις της περί οικονομικού εξαναγκασμού αποτελούν εκ των υστερών σκέψεις σε μια προσπάθεια αποφυγής των υποχρεώσεων της, με την ίδια να έχει υπογράφει αυτοβούλως όλα τα επίδικα έγγραφα. Καμία ανισορροπία, δηλώνουν οι ενάγοντες δεν επήλθε στα δικαιώματα και υποχρεώσεις των μερών, με τους όρους των συμφωνιών να βρίσκονται σε πλήρη αρμονία με τα κείμενα των Νομοθεσιών. Ακροαματική Διαδικασία / Μαρτυρία Εκ μέρους των εναγόντων κατέθεσαν δύο μάρτυρες, ενώ καμία μαρτυρία δεν παρουσιάστηκε εκ μέρους της εναγόμενης
  13. Για τους ενάγοντες κατέθεσε πρώτος ο κ. XXXXX Βανέζης (ΜΕ1), ο οποίος παρουσίασε Γραπτή προς τούτο Δήλωση, Έγγραφο Α. Δηλώνει τοποθετημένος στην Υπηρεσία Ανάκτησης Χρεών των εναγόντων. Ο μάρτυρας στις παραγράφους 2 μέχρι 10 της δήλωσης του προβαίνει σε μια καταγραφή σε σχέση με τις μετονομασίες της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd και πώς η επίδικη τραπεζική διευκόλυνση κατέλεξε στο χαρτοφυλάκιο των νυν εναγόντων, ενώ το λοιπό περιεχόμενο της δήλωσης του αποτελεί μια επανάληψη ουσιαστικά της Εκθεσης Απαίτησης. Όλα τα παρουσιασθέντα στην διαδικασία έγγραφα, έχει στην κατοχή του με αυτά να αποτελούν μέρος του μητρώου των εναγόντων, η καταχώρηση των οποίων στην πρωτότυπη τους μορφή, έγινε κατά τη συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών της Πρώην Λαϊκής Τράπεζας, βρίσκονται δε πλέον υπό τη φύλαξη και έλεγχο των νυν εναγόντων. Παρουσίασε και κατέθεσε ως Τεκμήρια 1 μέχρι 22 τα ακόλουθα έγγραφα. · Συμφωνία τρεχούμενου λογαριασμού ημερ. 1.3.99- Τεκμήριο 1 · Συμφωνία τρεχούμενου λογαριασμού ημερ. 25.6.01- Τεκμήριο 2 · Επιστολή παραχώρησης πιστωτικών διευκολύνσεων ημερ. 20.6.06- Τεκμήριο 3 · Επιστολή εναγόμενης 1 προς ενάγοντες ημερ. 17.5.01- Τεκμήριο 4 · Επιστολές εναγόμενης 1 προς ενάγοντες ημερ. 15.10.01 για άνοιγμα λογαριασμών - Τεκμήριο 5 · Ιδρυτικό και Καταστατικό Έγγραφο εναγόμενης 1/ Πιστοποιητικά Εφόρου Εταιρειών - Τεκμήριο 6 · Επιστολή εναγόμενης 1 προς ενάγοντες ημερ. 6.6.06- Τεκμήριο 7 · Εγγυητήριο Έγγραφο εναγόμενου 2 ημερ. 20.6.06- Τεκμήριο 8 · Εγγυητήριο Έγγραφο εναγόμενης 3 ημερ. 21.6.06- Τεκμήριο 9 · Δηλώσεις εναγομενών ημερ. 20.6.06 και 21.6.06 σε σχέση με την επιλογή τους για μη λήψη νομικής συμβουλής- Τεκμήριο 10 · Ομόλογο Κυμαινόμενης Επιβάρυνσης/ Πιστοποιητικά Εγγραφής Επιβάρυνσης- Τεκμήριο 11 · Επιστολές εναγόντων προς εναγόμενους ημερ 8.11.13 και 14.1.14- Τεκμήριο 12 · Κατάλογος Τραπεζικών Επιτοκίων και Χρεώσεων της Marfin Popular Bank Public Co Ltd - Τεκμήριο 13 · Πιστοποιητικό Αλλαγής Ονόματος Λαϊκής Τράπεζας του Τμήματος Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη και Ειδικό ψήφισμα ημερ. 2.4.12- Τεκμήριο 14 · Απόφαση Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας για τους εναγόμενους 1 και 2 - Τεκμήριο 15 · Κ.Δ.Π.104/13 Περί Πώλησης Ορισμένων Εργασιών της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd - Τεκμήριο 16 · Επιστολές ημερ. 14.5.20 προς εναγόμενους-Τεκμήριο 17 · Επιστολές ημερ. 13.5.20 προς εναγόμενους- Τεκμήριο 18 · Επιστολές ημερ. 24.1.20 προς εναγόμενους για ενημέρωση τους περί της πρόθεσης πώλησης της επίδικης δανειοδότητσης στους ενάγοντες- Τεκμήριο 19 · Πρακτικό Δικαστηρίου ημερ 9.1.20- Τεκμήριο 20 · Αναλυτική κατάσταση Λογαριασμού τρεχούμενου- Τεκμήριο 21 · Ανακατασκευασμένη Κατάσταση Λογαριασμού - Τεκμήριο 22 Ο μάρτυρας, καταθέτοντας τις σχετικές καταστάσεις λογαριασμού, έκανε ρητή αναφορά στην παράγραφο 24 της δήλωσης του ως προς την διατήρηση του επίδικου λογαριασμού στο ηλεκτρονικό αρχείο της Πρώην Λαϊκής Τράπεζας, και πως ο συγκεκριμένος όγκος δεδομένων μεταφέρθηκε αυτούσιος από την Πρώην Λαϊκή στην Τράπεζα Κύπρου, και μετέπειτα στο ηλεκτρονικό αρχείο των εναγόντων. Ο ίδιος εκτύπωσε τις σχετικές καταστάσεις λογαριασμού και έλεγξε συγκρίνοντας, τις καταχωρήσεις που φαίνονταν στα ηλεκτρονικά αρχεία με τα έγγραφα στην έντυπη τους μορφή, διαπιστώνοντας την ορθότητα του περιεχομένου τους. Αντεξεταζόμενος, ο μάρτυρας διευκρίνισε ότι στους νυν ενάγοντες εργάζεται από τον Ιανουάριο του 2021, ενώ στην Τράπεζα Κύπρου εργαζόταν από το 1987 μέχρι και το
  14. Συμφώνησε με τον κ. Πουτζιουρή ότι ο ίδιος δεν εργάστηκε ποτέ στην Πρώην Λαϊκή Τράπεζα, και έτσι, δεν ήταν παρών ούτε κατά την συνομολόγηση των εγγράφων, ούτε υπήρξε ο ίδιος το πρόσωπο που προέβη σε καταχωρήσεις στον ηλεκτρονικό υπολογιστή της τότε Λαϊκής Τράπεζας. Αρνητική ήταν η απάντηση του μάρτυρα σε ερώτηση του κ. Πουτζιουρή αν ο ίδιος ήταν ο συντάκτης των επιστολών Τεκμήριο
  15. Σε ερώτηση του κ. Πουτζιουρή αν ο ΜΕ1 γνωρίζει τις προσωπικές ή οικογενειακές περιστάσεις της εναγόμενης, απάντησε αρνητικά, ενώ δεν γνωρίζει ούτε ποια ήταν η οικονομική κατάσταση της εναγόμενης 3 κατά την υπογραφή της εγγύησης της. Αντεξεταζόμενος επί τούτου, ο μάρτυρας έκανε μια γενικότερη αναφορά/ περιγραφή στην πρακτική που ακολουθείτο στην Τράπεζα, δηλώνοντας ότι πάντοτε, προ της συνομολόγησης των εγγράφων και την χορήγηση των όποιων διευκολύνσεων, λαμβάνονταν όλα τα στοιχεία, οικονομικά και μη, αναφορικά με όλους τους μελλοντικούς πελάτες της, είτε πρωτοφειλέτες είτε εγγυητές. Μάρτυρας εναγόντων υπ' αριθμό 2 (ΜΕ2) η κα. XXXXX Μαυρουδή Ορφανίδου, υπάλληλος στην Τράπεζα Κύπρου. Κατά τον επίδικο χρόνο, ήτοι κατά την υπογραφή της εγγύησης της εναγόμενης 3, εργαζόταν στο Τμήμα Εγγράφων της Λαϊκής Τράπεζας, στην οποία εργοδοτείτο από το
  16. Τα καθήκοντα της τότε στην Λαϊκή ήταν η ετοιμασία εγγράφων και η λήψη υπογραφών από τους προτιθέμενους πελάτες, στην βάση των εγκεκριμένων αιτήσεων που κατέληγαν στο τμήμα της. Της υποδείχθηκαν τα Τεκμήρια 7-10 τα οποία αναγνώρισε, όπως επίσης αναγνώρισε την υπογραφή της επί αυτών, δηλώνοντας ότι τα εν λόγω έγγραφα ήταν έγγραφα που ετοιμάστηκαν από το τμήμα της και υπογράφηκαν στην παρουσία της, ως επιμαρτυρεί και η υπογραφή της επί αυτών. Το περιεχόμενο των επίδικων εγγράφων βεβαίως και επεξηγήθηκε στην εναγόμενη 3 πριν την υπογραφή της, ενώ ως φαίνεται και από το Τεκμήριο 10, οι ενάγοντες έδωσαν την επιλογή στην εναγόμενη για λήψη ανεξάρτητης νομικής συμβουλής, δικαίωμα το οποίο κατ΄επιλογήν δεν εξάσκησε. Σε οποιοδήποτε στάδιο η εναγόμενη, μπορούσε να πάρει τα έγγραφα και να ζητήσει όπως τα μελετήσει, ή όπως λάβει νομική συμβουλή σε σχέση με το περιεχόμενο τους. Η ίδια, εξήγησε τους όρους του εγγράφου, το ύψος της εγγύησης, τον σκοπό που αυτή παραχωρείτο και το άτομο, νομικό ή φυσικό που αυτή θα αφορούσε. Σε ερώτηση του κ. Κουκούνη αν υπήρχε η οποιαδήποτε πίεση ή εξαναγκασμός εκ μέρους των εναγόντων στο πρόσωπο της εναγόμενης κατά την υπογραφή του εγγυητηρίου ή οποιουδήποτε άλλου εγγράφου, η ΜΕ2 απάντησε ότι η εναγόμενη δεν εξέφρασε οποιοδήποτε παράπονο ή αμφιβολία, προχώρησε δε αυτόβουλα στην υπογραφή των. Υπέδειξε ο συνήγορος της εναγόμενης στην μάρτυρα τα Τεκμήρια 1 και 4, υποβάλλοντας της ότι η τράπεζα κατά τον χρόνο παραχώρησης των διευκολύνσεων δεν επέδειξε την δέουσα επιμέλεια. Η ΜΕ2 απάντησε ότι στο τμήμα της κατέληξαν οι εγκεκριμένες αιτήσεις των πελατών, οι οποίες είχαν τύχει σωστού χειρισμού, εξ' ου και εγκρίθηκαν, κατόπιν συνεννόησης με τους πελάτες. Ουδέποτε πήγαινε κάτι κοντά τους, αν δεν ήταν συμφωνημένο, ανέφερε. Από την πείρα της, γνωρίζει ότι όταν υπάρχει ένα αίτημα ενώπιον της τράπεζας για χορήγηση ή παραχώρηση οποιαδήποτε διευκόλυνσης, απαιτείται πρώτα όπως γίνει η απαραίτητη συλλογή των σχετικών εγγράφων και στοιχείων που αφορούν τους πελάτες, ως αυτά ζητούνται από τους ενάγοντες και παραδίδονται από τους εναγόμενους. Στην συνέχεια τα εν λόγω στοιχεία εξετάζονται δεόντως. Ουδέποτε εξαναγκάστηκε η εναγόμενη 3 στην υπογραφή οποιουδήποτε εγγράφου, ούτε τίθεται ζήτημα εκμετάλλευσης εκ μέρους της τράπεζας της κατ΄ισχυρισμόν δεσπόζουσας θέσης της για εξασφάλιση της όποιας υπογραφής. Ρωτήθηκε η μάρτυρας γιατί το Τεκμήριο 7 φέρει δύο διαφορετικές ημερομηνίες, με την μάρτυρα να απαντά ότι η πρώτη ημερομηνία, 6.6.06, ήταν η ημερομηνία κατά την οποία ετοιμάστηκε το έγγραφο στην Τράπεζα, και η 21.6.06, η ημερομηνία που υπέγραψε η εναγόμενη. Ήταν θέση του κ. Πουτζιουρή ότι οι όροι επί των εγγράφων της τράπεζας είναι προδιατυπωμένοι, εξ'ου και φέρουν κωδικούς στο κάτω μέρους τους, με την μάρτυρα να συμφωνεί ότι, πλείστα εκ των εγγράφων ετοιμάζονται από πριν, ενώ προσθήκες ή αλλαγές σε αυτά γίνονται ανάλογα με την περίπτωση, ενώ στην θέση του κ. Πουτζιουρή ότι ένας πελάτης: «δεν μπορεί να αλλάξει τις απαιτήσεις της τράπεζας όπως είναι προδιατυπωμένες με τους όρους μέσα στα έγγραφα, τα πρότυπα της τράπεζας», η μάρτυρας απάντησε ότι αυτό δεν σημαίνει ότι ο πελάτης είναι αναγκασμένος να υπογράψει αν δεν συμφωνεί με το περιεχόμενο τους. Ακολούθησε σχετική στιχομυθία μεταξύ συνηγόρου υπεράσπισης και ΜΕ2 αναφορικά με το κατά πόσον τα έγγραφα δίνονταν στους πελάτες προγενέστερα με σκοπό να τα μελετήσουν, με την μάρτυρα να απαντά ότι: «οποιοδήποτε πελάτης δικαιούται να πάρει έγγραφα, να τα μελετήσει και να τα υπογράψει όποτε είναι έτοιμος». Αναφορικά με τους ισχυρισμούς περί οικονομικού εξαναγκασμού, η μάρτυρας απάντησε ότι η ίδια δεν αποτέλεσε μέλος της επιτροπής αξιολόγησης, ούτε γνωρίζει τι διαμείφθηκε μεταξύ επιτροπής και εναγομένων, με την ίδια να μην είναι η λειτουργός που παρακολουθούσε την πορεία του επίδικου λογαριασμού, με την γνώση της να περιορίζεται στο δικό της πλαίσιο και φάσμα εργασίας, ήτοι την ετοιμασία και υπογραφή των εγγράφων. Αξιολόγηση Μαρτυρίας / Νομική Πτυχή/ Ευρήματα Το Δικαστήριο έχει παραθέσει συνοπτικά την ενώπιον του προσκομισθείσα μαρτυρία. Είχα την ευκαιρία μέσω της ζωντανής ατμόσφαιρας της ακροαματικής διαδικασίας να παρακολουθήσω με περισσή προσοχή τους μάρτυρες που προσήλθαν στο Δικαστήριο προς υποστήριξη των θέσεων τους. Εδώ δεν υπάρχει αντίλογος, αφού η εναγόμενη επέλεξε να μην δώσει μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου. Αυτό όμως δεν αφαιρεί από το Δικαστήριο το καθήκον και την υποχρέωση όπως εξετάσει την υπόθεση του ενάγοντα με την ίδια προσοχή, καθότι, αν ο ενάγοντας αποτύχει να πείσει με τις θέσεις και ισχυρισμούς του, ως αυτοί προτάσσονται, τότε η αγωγή του θα αποτύχει. Όταν υπάρχει μια μόνο εκδοχή ως προς τα γεγονότα, τότε συνήθως αυτό που απομένει να εξεταστεί, εκτός και αν υπάρχουν εγγενείς δυσκολίες σε σχέση με το μάρτυρα και την αξιοπιστία του, είναι αν τα γεγονότα όπως βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου είναι αρκετά για να αποδείξουν την υπόθεση στο αναγκαίο επίπεδο (βλ. Wynne v David Costaki Mavronicola, ως διαχειριστή της περιουσίας του Κωστάκη Δαυίδ Μαυρονικόλα, Aνίκανου Προσώπου, Π.Ε

(2009)1Β Α.Α.Δ 1138).Η αξιολόγηση της μαρτυρίας από το Δικαστήριο είναι επιβεβλημένη για την εξαγωγή συμπερασμάτων (βλ.P. & Chr. Seafood Express Ltd κ.α ν Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου
(2014)1 Β Α.Α.Δ. 1945) ενώ σημαντικό είναι να τονισθεί ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται πάντοτε με γνώμονα τις δικογραφημένες θέσεις των μερών, οι οποίες αποτελούν και τη μόνη πυξίδα που πρέπει να καθοδηγεί το Δικαστήριο. Με γνώμονα τα ως άνω, προχωρώ στην αξιολόγηση της ενώπιον μου προσαχθείσας μαρτυρίας, λαμβάνοντας υπόψη ως προτάσσει η Νομολογία, τα λεγόμενα ενός μάρτυρα, την εκφορά του λόγου του, τις αντιδράσεις του, την αμεσότητα στις απαντήσεις του, την σαφήνεια ή μη αυτών, την αληθοφάνεια των θέσεων του και την ειλικρίνεια του, σε συνάρτηση και αντιπαραβολή με τα παρατιθέμενα ενώπιον του Δικαστηρίου δικόγραφα (βλ. Λάρκου ν Παναγή
(1996)1 (Α) Α.Α.Δ. 80, Χριστοφή ν Ζαχαριάδη
(2002)1 Α.Α.Δ. 401). Ο πρώτος μάρτυρας των εναγόντων άφησε πολύ καλές εντυπώσεις στο Δικαστήριο, όντας σταθερός στις απαντήσεις του, απαντώντας με σαφήνεια, χωρίς υπεκφυγές ή οποιαδήποτε αβεβαιότητα, επιβεβαιώνοντας μέσω της μαρτυρίας του, την θέση ότι ο ίδιος είναι γνώστης των γεγονότων της παρούσας αγωγής. Το Δικαστήριο αποδέχεται στην ολότητα της την μαρτυρία του χωρίς κανένα ενδοιασμό ως καθ' όλα συνεκτική και πειστική, αφού συνάδει πλήρως με το περιεχόμενο των ενώπιον του Δικαστηρίου κατατεθειμένων τεκμήριων. Από όλα όσα έχουν τεθεί ενώπιον μου, καταλήγω, ότι ο ΜΕ1 ήρθε στο Δικαστήριο για να παρουσιάσει την αλήθεια επί των γεγονότων, ως ο ίδιος τα γνωρίζει, με δεδομένο ότι δεν ήταν ο ίδιος παρών κατά την συνομολόγηση των εγγράφων. Την μαρτυρία της ΜΕ2 επίσης αποδέχεται το Δικαστήριο ως πλήρως αξιόπιστη και ανταποκρινόμενη στην αλήθεια των γεγονότων, με την μάρτυρα να εξέρχεται αλώβητη από την αντεξέταση της σε σχέση με τις συνθήκες υπογραφής των εγγράφων. Ειλικρινής και άμεσες ήταν οι απαντήσεις της σε σχέση με τα καθήκοντα της, το χρόνο κατά τον οποίον ετοιμάζονταν τα έγγραφα, την διαδικασία που ακολουθούσε η τράπεζα κατά την υπογραφή των με έμφαση στην επεξήγηση των εμπεριεχόμενων σε αυτών όρων, και του αναφαίρετου δικαιώματος των εναγομένων όπως λάβουν ανεξάρτητη νομική συμβουλή προ της αποδοχής των. Ειλικρινή βρίσκει το Δικαστήριο την παραδοχή της ότι όντως, πλείστα των τραπεζικών εγγράφων αφορούν έγγραφα που ετοιμάστηκαν από την τράπεζα, η υπογραφή των οποίων όμως, εναπόκειται αποκλειστικά στον πελάτη. Νομική Πτυχή: Με δεδομένη την πιο πάνω αξιολόγηση, το Δικαστήριο προχωρεί στην εξέταση των δύο νομικών ζητημάτων που προκύπτουν. Πρώτον, έχουν οι ενάγοντες αποδείξει την απαίτηση τους στον νομολογιακά αποδεκτό βαθμό, και δεύτερον, έχει η εναγόμενη αποσείσει το αποδεικτικό βάρος που φέρει σε σχέση με τον οικονομικό εξαναγκασμό που δηλώνει ότι υπέστη από τους ενάγοντες; Αυτά τα δύο ζητήματα εξετάζονται υπό το πρίσμα των παραδεκτών μεταξύ των διαδίκων γεγονότων, ως αυτά κατατέθηκαν στην διαδικασία (Τεκμήριο 20). Παραμένει ως αναντίλεκτο γεγονός, από τα ενώπιον του Δικαστηρίου Τεκμήρια ότι οι συμφωνίες παραχώρησης ορίου σε τρεχούμενο λογαριασμό και εγγύησης, υπεγράφησαν από τα μέρη. Το Δικαστήριο θα απαντήσει πρώτα το δεύτερο στην σειρά ερώτημα που τέθηκε ανωτέρω. Κρίνεται εδώ κατάλληλο σημείο όπως γίνει αναφορά στην τοποθέτηση του κ. Πουτζιουρή στις γραπτές του αγορεύσεις ότι: «Ο λόγος που δεν έδωσε μαρτυρία (η εναγόμενη), είναι η ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου όπου έκανε δεχτή ένσταση της πλευράς των εναγόντων και δεν επέτρεψε στην υπεράσπιση να προβάλει ερωτήσεις επειδή όπως αποφάσισε το Δικαστήριο μόνο για θέματα όπως περιλαμβάνονται στα παραδεχτά γεγονότα θα μπορούσε να αντεξετάσει η υπεράσπιση».(βλ. σελ.2 παρ.4) Άστοχη κρίνει το Δικαστήριο την πιο πάνω αναφορά του συνηγόρου. Για σκοπούς τάξης το Δικαστήριο παραθέτει την σχετική στοιχομυθία ως αυτή καταγράφεται στα πρακτικά ημερομηνίας 13.4.22 σελ.
  1. Ε. Μάλιστα. Αυτές τις επιστολές είχατε καμία ανάμειξη σύνταξης τους εσύ; A. Όχι Ε. Τις ταχυδρόμησες εσύ; A. Βεβαίως όχι Ε. Τώρα επειδή δεν έχω την κατάσταση λογαριασμού μπορώ να την έχω Εντιμοτάτη; Βλέποντας την αναλυτική κατάσταση λογαριασμού, θέλω να μου πείτε και σε συνδυασμό με το Τεκμήριο 12, πότε ήταν η πρώτη φορά που υπερέβηκε το όριο της η εναγόμενη 1; Δικαστήριο: Η ερώτηση δεν επιτρέπεται. Τα επίδικα ζητήματα έχουν περιοριστεί σε σχέση με τις συνθήκες υπογραφής του Τεκμηρίου
  2. Κ. Πουτζιουρής: Διαφωνώ με το Δικαστήριο, διότι άλλα λέουν τα παραδεκτά γεγονότα και άλλη είναι η απόφαση του Δικαστηρίου. Αναφερόμαστε και στις δικογραφημένες θέσεις. Τώρα μας στερείτε το δικαίωμα να αντεξετάσουμε, προχωρούμε. Μετά την απόφαση του Δικαστηρίου αντιλαμβάνεστε ότι πρέπει να περιορίσω την αντεξέταση μου. Αρά θέλω να μου πείτε εάν εσείς γνωρίζετε τις προσωπικές ή οικογενειακές περιστάσεις της εναγόμενης
  3. Τα Δικαστήρια είναι προαγωγοί και υπερασπιστές των Συνταγματικά κατοχυρωμένων δικαιωμάτων των πολιτών, με το δικαίωμα στην δίκαιη δίκη να είναι το πρώτο μέλημα στο μυαλό έκαστου Δικαστή όταν μια υπόθεση εκδικάζεται ενώπιον του. Το γεγονός ότι το Δικαστήριο δεν επέτρεψε μια ερώτηση στα πλαίσια αντεξέτασης δεν μπορεί να ταυτιστεί με την εισήγηση του συνηγόρου ότι η εναγόμενη αποστερήθηκε του δικαιώματος παρουσίασης της υπεράσπισης της. Σημειώνεται ότι μετά την ολοκλήρωση της υπόθεσης των εναγόντων, το Δικαστήριο όρισε την υπόθεση την 18.4.22 με σκοπό να παρουσιασθεί η υπόθεση της εναγόμενης ενώπιον του. Την εν λόγω ημέρα ζητήθηκε αναβολή από το δικηγορικό γραφείο του κ. Πουτζιουρή, για να εξεταστεί το ενδεχόμενο κατά πόσον θα προσκομίζετο μαρτυρία εκ μέρους της εναγόμενης. Την 20.4.22, ημερομηνία κατά την οποία ορίστηκε η υπόθεση για συνέχιση, έγινε δήλωση ενώπιον του Δικαστηρίου ότι η πλευρά της εναγόμενης δεν θα παρουσίαζε μαρτυρία. Καταλήγω συνεπώς ότι, η εναγόμενη επέλεξε για λόγους που αφορούν αποκλειστικά την ίδια, όπως μην προσφέρει μαρτυρία προς υποστήριξη των θέσεων της. Υπενθυμίζονται εδώ τα συστατικά στοιχεία του οικονομικού εξαναγκασμού, ως αυτά τέθηκαν μέσω Δικαστικού λόγου στην απόφαση Γεώργιος Κούτας v. Δήμος Λευκωσίας [1989] 1E A.A.Δ.
  4. Αυτά είναι: (α) να ασκήθηκε τέτοια πίεση επί του ενός συμβαλλομένου ώστε το πρόσωπο αυτό να έχει στερηθεί της ελεύθερης του βούλησης, με αποτέλεσμα η συγκατάθεση του να είναι προϊόν πίεσης και (β) η πίεση που έχει ασκηθεί να μην θεωρείται νόμιμη. Είναι αυτονόητο ότι το μέρος που επικαλείται το δόγμα του οικονομικού εξαναγκασμού φέρει και το βάρος απόδειξης ότι δεν υπήρχε άλλη λογική επιλογή από το να αποδεχθεί τον όρο ή ότι επέλεξε το λιγότερο επαχθές από «δυο κακά» (βλ. The Universal Sentinel [1983] 1 AC 366). Το εν λόγω βάρος δεν έχει αποσείσει η εναγόμενη στην παρούσα, μη παρουσιάζοντας μαρτυρία είτε αναφορικά με την οικονομική της κατάσταση ή δυσκολία, ή ως προς τον τρόπο ή τις συνθήκες κάτω από τις οποίες, ως ισχυρίζεται, εξαναγκάστηκε όπως υπογράψει την εν λόγω συμφωνία. Μαρτυρία σε σχέση με τα πιο πάνω δεν παρουσιάστηκε ούτε από τρίτο πρόσωπο, ούτε κλητεύθηκε, ως θα υπήρχε η δυνατότητα, αρμόδιος υπάλληλος του Τμήματος Αξιολόγησης της τράπεζας, ως ήταν τότε. Από την στιγμή που η εναγόμενη παραδέχεται μέσω του συνηγόρου της ότι υπέγραψε την επίδικη εγγύηση, αλλά υπό το καθεστώς οικονομικού εξαναγκασμού, ήταν επάναγκες όπως εάν ήθελε με σοβαρότητα να προωθήσει την θέση αυτή, παρουσιάσει έστω, κάποια μαρτυρία, για να μπορέσει το Δικαστήριο να την εξετάσει και να την αξιολογήσει. Η μαρτυρία των εναγόντων παρέμεινε ουσιαστικά αναντίλεκτη επί των εν λόγω σημείων, ενώ τίποτε δεν προέκυψε από την αντεξέταση τους που να δημιουργεί την οποιαδήποτε αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου περί ύπαρξης συνθηκών εξαναγκασμού ή πίεσης κατά την υπογραφή των επίδικων εγγράφων στην εναγόμενη. Το γεγονός δε ότι υπήρχαν έγγραφα, οι όροι των οποίων ήταν προδιατυπωμένοι εκ μέρους της τραπέζης, δεν οδηγεί σε απόδειξη της θέσης ότι η εναγόμενη όντως υπέστη, οικονομικό εξαναγκασμό. Στρέφομαι τώρα στην εξέταση του πρώτου στην σειρά ερωτήματος ανωτέρω, ήτοι αν οι ενάγοντες έχουν αποδείξει στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων την υπόθεση τους. Σε υποθέσεις τραπεζικού χρέους, τα κύρια σημεία απόδειξης εκ μέρους των εναγόντων είναι: (α) η απόδειξη ύπαρξης λογαριασμού, (β) η παράβαση όρου της σύμβασης, (γ) ο τερματισμός αυτής και (δ) η ύπαρξη οφειλόμενου υπόλοιπου (βλ.Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν Χαραλάμπους
(2010)1 Α.Α.Δ. 829). Η ύπαρξη του λογαριασμού, των επίδικων συμφωνιών καθώς και της επίδικης συμφωνίας εγγύησης συμπεραίνεται τόσο από τη μαρτυρία των εναγόντων αλλά και από τα ενώπιον του Δικαστηρίου Τεκμήρια. Υπάρχει δε ως παραδεκτό γεγονός ότι η συμφωνία εγγύησης υπογράφηκε από την εναγόμενη
  1. Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, η παράβαση όρων της σύμβασης, αλλά και της συμφωνίας εγγύησης στοιχειοθετήθηκαν από τους ΜΕ1 και ΜΕ2, ως προκύπτει από τα Τεκμήρια 12, 21 και
  2. Όπως φαίνεται και από τις καταστάσεις λογαριασμών (Τεκμήρια 21 και 22), ο λογαριασμός ήταν σε υπέρβαση κατά την 8.11.13, ημερομηνία αποστολής των προειδοποιητικών επιστολών (Τεκμήριο 12), με τον λογαριασμό να μην κινείται εντός των πλαισίων του εγκεκριμένου ορίου, έκτοτε. Ακολούθως οι ενάγοντες απέστειλαν και προειδοποιητικές επιστολές προς όλους τους εναγόμενους, γεγονός που δεν αμφισβητήθηκε. Τέλος, η μαρτυρία του ΜΕ1 και τα Τεκμήρια που επισυνάφθηκαν σε αυτήν αποδεικνύουν στον απαιτούμενο βαθμό και την τέταρτη προϋπόθεση, ήτοι το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού. Τόσο η αναλυτική κατάσταση του λογαριασμού (Τεκμήριο 21) όσο και η αναδομημένη κατάσταση (Τεκμήριο 22), συνιστούν εκ πρώτης όψεως απόδειξη των καταχωρήσεων στα τραπεζικά βιβλία της τράπεζας, δυνάμει του άρθρου 22
(1)του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ.9, προ της μεταφοράς των στα αρχεία των εναγόντων. Ο ΜΕ1 ανέφερε ρητώς ότι τα εν λόγω τραπεζικά αρχεία που τηρούνταν στην τράπεζα σε ηλεκτρονική μορφή μεταφέρθηκαν αυτούσια στο ηλεκτρονικό σύστημα των νυν εναγόντων κατά τον χρόνο μεταβίβασης της επίδικης πιστωτικής διευκόλυνσης στους ενάγοντες. Θεωρώ ορθό στον παρόν στάδιο όπως επιγραμματικά απαντηθούν οι νομικές θέσεις που έχει προβάλει ο κ. Πουτζιουρής στην αγόρευση του, για σκοπούς πληρότητας της παρούσας, αν και πλείστες, είναι εκτός των πλαισίων των παραδεκτών γεγονότων, και συνεπώς εκτός επίδικων θεμάτων. Παραβίαση Εναγόντων του Άρ. 5 Ν.197(Ι)/2003 / Αντισυνταγματικότητα Γίνεται επιχειρηματολογία ότι οι ενάγοντες παρέβηκαν το νόμιμο καθήκον που είχαν καθώς και την υποχρέωση τους όπως συμμορφωθούν με τις πρόνοιες του Ν. 197(Ι)/2003, και ειδικότερα τις πρόνοιες του άρθρου 5 του Νομοθετήματος. Σημειώνεται εδώ ότι η εναγόμενη μπορούσε όπως ενεργήσει δια την προστασία των συμφερόντων του ανά πάσα στιγμή, προ της έγερσης της αγωγής, ασκώντας αν επιθυμούσε, το δικαίωμα που της δίδεται μέσω της ίδιας συμφωνίας για ακύρωση της (όρος 7 Τεκμηρίου 9). Δεν παραγνωρίζεται εδώ ότι η βούληση της δια υπογραφή αυτής, ουδόλως επηρεάστηκε από την ισχυριζόμενη παράβαση εκ μέρους της τραπέζης. Εν πάση περιπτώσει, η Συμφωνία Εγγύησης αναφέρει ρητά, το ποσό της εγγύησης, το βαθμό ευθύνης του εγγυητή και το πρόσωπο το οποίο εξασφαλίζει. Συνεπώς, ακόμη και αν διαπιστωνόταν οποιαδήποτε παραβίαση των δικαιωμάτων της εναγόμενης, η μεταξύ των μερών συμφωνία εγγύησης, δεν μπορεί να κηρυχθεί άκυρη, αφού δεν υπάρχει πουθενά πρόνοια στο Νομοθέτημα που να προβλέπει ότι η ότι μη τήρηση των προνοιών μίας συμφωνίας καθιστά αυτόματα ως άκυρη την εγγύηση που υπογράφεται για αυτήν. Στις πρωτόδικες μεν, καθοδηγητικές επί του σημείου δε, αποφάσεις Gordian Holdings Limited v Savele Constructions & Quality Specialists Ltd κ.α Αγ. Αρ.2386/2013 ημερομηνίας 9.7.2021 και Gordian Holdings Ltd ν. Savele Construction & Quality Specialists Ltd κ.α., Αγ. Αρ.2381/2013 ημερομηνίας 31.5.2021, το Δικαστήριο κατέληξε επί του προκείμενου ως ακολούθως, σκεπτικό με το οποίο το παρόν Δικαστήριο συμφωνεί: «Σε σχέση με τις πρόνοιες του Άρθρου 5, εκείνο το οποίο προνοείται και ρυθμίζεται είναι η διαδικασία πριν την υπογραφή της εγγύησης από συγκεκριμένη κατηγορία εγγυητών που καλύπτει ο Νόμος και προνοεί ότι ο πιστωτής παραδίδει επιστολή με τις ως άνω προβλεπόμενες λεπτομέρειες προς τον εγγυητή. Τούτη η πληροφόρηση για τις λεπτομέρειες της πιστωτικής διευκόλυνσης που το φυσικό πρόσωπο θα παράσχει εγγύηση και για την περιουσιακή κατάσταση του πρωτοφειλέτη, σκοπό έχει στο να παράσχει προστασία στον εγγυητή και συγκεκριμένα στο να ενημερωθεί για κάθε λεπτομέρεια που αφορά την πιστωτική διευκόλυνση που θα παρασχεθεί και την οικονομική κατάσταση του πρωτοφειλέτη, έτσι ώστε, αφού έχει αυτή την ολοκληρωμένη εικόνα να μπορεί να αποφασίσει ελεύθερα κατά πόσο θα προχωρήσει με την παροχή της εγγύησης και την εν τέλει υπογραφή σχετικής σύμβασης. Αυτός, θεωρώ, είναι ο σκοπός και το πνεύμα της πιο πάνω νομοθεσίας και ζητήματα ακυρότητας της εγγύησης λόγω παράλειψης συμμόρφωσης με τις πρόνοιες του Άρθρου 5, δεν μπορεί να είναι ασύνδετα με τις πρόνοιες του Περί Συμβάσεων Νόμου και των αρχών του κοινοδικαίου και του δικαίου της επιείκειας. Το Άρθρο 5 αλλά και οι υπόλοιπες πρόνοιες της εν λόγω Νομοθεσίας δεν προνοούν ότι μη τήρηση των προνοιών του θα συνιστά αυτόματα και ακύρωση της εγγύησης. Δηλαδή, πουθενά στο Νόμο αναφέρεται ότι η παράλειψη τήρησης της εν λόγω υποχρέωσης από τον πιστωτή, θα καθιστά την εγγύηση ως άκυρη εξ' υπαρχής (void ab initio). Στις περιπτώσεις που ο εν λόγω Νόμος ήθελε να θεσμοθετήσει συνέπειες από τη μη συμμόρφωση του και δη ακυρότητα της εγγύησης, το έπραξε ρητώς, τηρουμένου όμως των προνοιών του Περί Συμβάσεων Νόμου. Παραπέμπω στις πρόνοιες του Άρθρου 12
(3)του Νόμου το οποίο ρητά αναφέρει: «Παράλειψη εκτέλεσης από τον πιστωτή, οποιασδήποτε υποχρέωσης που του επιβάλλεται κατά τα διαλαµβανόµενα στα εδάφια
(1)και
(2)του παρόντος άρθρου— (α) Θεωρείται παράλειψη τέλεσης πράξης που επιβάλλεται από τις υποχρεώσεις πιστωτή προς τον εγγυητή µέσα στην έννοια του άρθρου 97 του περί Συµβάσεων Νόµου, και απαλλάσσει τον εγγυητή σε περίπτωση που συνεπεία αυτής παραβλάπτεται, όπως προβλέπεται στο εν λόγω άρθρο, η τελική ικανοποίηση του ίδιου του εγγυητή από τον πρωτοφειλέτη, (β) συνιστά εν πάση περιπτώσει, παραβίαση ουσιώδους όρου της σύµβασης εγγύησης από τον πιστωτή, σε σχέση µε την οποία παρέχονται στον εγγυητή και πιστωτή, οι θεραπείες, οι υπερασπίσεις, τα δικαιώµατα και οι υποχρεώσεις, που παρέχονται δυνάµει του περί Συµβάσεων Νόµου σε σχέση µε παραβίαση ουσιώδους όρου σύµβασης από αντισυµβαλλόµενο. Κρίνω ότι η παράλειψη της Τράπεζας να συμμορφωθεί με τις πρόνοιες του Άρθρου 5 από μόνη της δεν μπορεί να συνιστά ακυρότητα της επίδικης εγγύησης εξ' υπαρχής. Ούτε έχει προκύψει ότι οι εναγόμενοι προέβηκαν σε οποιοδήποτε διάβημα τερματισμού της επίδικης εγγύησης πριν από την έγερση της παρούσας αγωγής λόγω της παράβασης αυτής της υποχρέωσης της Τράπεζας.... Αντιθέτως, εκείνο το οποίο προκύπτει είναι ότι η συμφωνία εγγύησης είναι ενσωματωμένη στην επίδικη συμφωνία δανείου και στην οποία υπήρχαν όλοι οι όροι και λεπτομέρειες της πιστωτικής διευκόλυνσης καθώς επίσης και η προτροπή για λήψη ανεξάρτητης νομικής συμβουλής πριν από την υπογραφή της». Ως προς το ζήτημα της αντισυνταγματικότητας του Νόμου, είναι πάγια νομολογημένες και ευθυγραμμισμένες οι αρχές που οφείλουν να καθοδηγούν την σκέψη του Δικαστηρίου όταν καλείται να εξετάσει ζητήματα συνταγματικότητας νομοθετημάτων (βλ. Board for Registration of Architects and Civil Engineers v. Kyriakides
(1966)3 C.L.R. 640). Τονίζεται ότι τα Δικαστήρια δεν εξετάζουν 'in abstracto' τη συνταγματικότητα ενός νομοθετήματος, πάρα μόνο, αν τούτο κρίνεται ως απαραίτητο για την επίλυση της ενώπιον του διαφοράς. Εξετάζοντας την πιο πάνω θέση του συνηγόρου υπεράσπισης, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι η εναγόμενη δεν έχει εξειδικεύσει ή με σαφήνεια παραθέσει ποιες, κατά την εισήγηση της, πρόνοιες ή άρθρα του Συντάγματος είναι που παραβιάζονται. Η παράλειψη αυτή οδηγεί το Δικαστήριο στο αναπόφευκτό εύρημα ότι δεν έχει, στην παρούσα αποδειχτεί, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας η αντισυνταγματικότητα των όποιων προνοιών του Νόμου, αφού δεν έχει τεθεί το όποιο αιτιολογικό υπόβαθρο που να υποστηρίζει τους ισχυρισμούς της (βλ. Investylia Ltd v. E. & Π. Λειβαδιώτης Λτδ
(2004)1 Α.Α.Δ. 1872, Ανδρέα Οικονόμου ν. Επιστημονικού Τεχνικού Επιμελητηρίου Κύπρου (ΕΤΕΚ) μέσω του Προέδρου αυτού
(2002)3 Α. Α. Δ. 676). Εν πάση περιπτώσει σημειώνεται ότι, το Νομοθέτημα δεν βρίσκει εφαρμογή στην παρούσα υπόθεση αφού η εναγόμενη ήταν και παραμένει Διευθυντής και Γραμματέας της εναγόμενης 1 εταιρείας, και συνεπώς εξαιρείται των προνοιών του Νόμου, ως ορίζει το άρθρο 3 αυτού (βλ. Τεκμήρια 6 και 23). Έλλειψη Αγώγιμου Δικαιώματος Λόγω Μη Λήψης Άδειας Για Συνέχιση της Διαδικασίας/ Μη Νόμιμη Εκπροσώπηση Εναγόντων Ο κ. Πουτζιουρής δηλώνει ότι, οι αρχικοί ενάγοντες δεν αντικαταστάθηκαν σύμφωνα με τους δικονομικούς Θεσμούς από τους νέους ενάγοντες, αφού δεν έχουν ακολουθηθεί οι πρόνοιες της Διαταγής
  1. Θ. 4 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και συνεπώς ουδέν αγώγιμο δικαίωμα έχουν. Στην παρούσα αποτελεί αναντίλεκτο γεγονός ότι υπήρξε μεταβίβαση δυνάμει των προνοιών του Άρθρου 18 του Περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και Συναφή Θέματα Νόμου του 2015, από την Τράπεζα Κύπρου στην B2Kapital Cyprus Ltd πιστωτικών διευκολύνσεων, εξ' αποφάσεως χρεών, και των εξασφαλίσεων των κατόπιν συμφωνίας ημερομηνίας 8.5.
  2. Όπως πολύ εύστοχα έχει τεθεί από την Έντιμη κα. Δημητριάδου Π.Ε.Δ (ως ήταν τότε) στην Αγωγή 6402/2012 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, ημερ. 14.9.20, η οποία πραγματεύτηκε μεταξύ άλλων και το παρόν ζήτημα, με παραπομπή στην σχετική επί του προκείμενου Νομολογία του Ανωτάτου: «Η πιο πάνω επισήμανση και διαπίστωση είναι σημαντική εφόσον στην περίπτωση που εφαρμόζεται ο περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και για Συναφή Θέματα Νόμος του 2015 δεν υφίσταται πλέον η ανάγκη η οποία υποδείχθηκε στη σχετική Νομολογία για συμμόρφωση με τις πρόνοιες της Δ.12 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας αφού, σύμφωνα με τις πρόνοιες του Άρθρου 18
(4)του εν λόγω Νόμου, «..ανεξάρτητα από τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου νόμου, σε περίπτωση κατά την οποία εκκρεμεί οποιαδήποτε διαδικασία ενώπιον δικαστηρίου ή επαρχιακού κτηματολογίου, η αντικατάσταση και/ή υποκατάσταση του εκχωρητή από τον αγοραστή, για τους σκοπούς της εκκρεμούσης διαδικασίας, πραγματοποιείται με την καταχώριση από τον εκχωρητή σχετικής ειδοποίησης προς το οικείο πρωτοκολλητείο ή επαρχιακό κτηματολόγιο, ανάλογα με την περίπτωση, η οποία δεν φέρει οποιοδήποτε τέλος:..[..]». Τα πιο πάνω συμπαρασύρουν σε αποτυχία και το επιχείρημα περί μη νόμιμης εκπροσώπησης των εναγόντων από το δικηγορικό γραφείο του κ. Κουκούνη. Κατάληξη: Εκδίδεται συνεπώς υπέρ των εναγόντων και εναντίον της εναγόμενης 3, αλληλέγγυα και κεχωρισμένα με τους εναγόμενους 1 και 2, Δικαστική απόφαση για το ποσό των €90.949,68 πλέον τόκο προς 2% ετησίως, επί του ποσού των €90.914,81 από 7.1.120 μέχρι εξόφλησης, του τόκου κεφαλαιοποιημένου την 30.6 και 31.12 έκαστου έτους μέχρι εξοφλήσεως. Ως προς τα έξοδα, δεν βλέπω κανένα λόγο όπως αποκλίνω από τον γενικό κανόνα ότι, ο επιτυχών διάδικος δικαιούται στα έξοδα του. Τα έξοδα επιδικάζονται προς όφελος των εναγόντων και εναντίον της εναγόμενης 3, επίσης αλληλέγγυα και κεχωρισμένα με τους εναγόμενους 1 και 2, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............................................... Μ. Ναθαναήλ , Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.