← Κύπρος

Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ ν. Κουλέρμου, Αρ. Αγωγής? 1585/2001, 12/5/2022

Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ ν. Κουλέρμου, Αρ. Αγωγής? 1585/2001, 12/5/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2022:A101 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιονː Μ. Ναθαναήλ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγήςː 1585/2001 Μεταξύ: Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ Ενάγοντες/Αιτητές και XXXXX Κουλέρμου Εναγόμενος/ Καθ' ου η αίτηση Ημερομηνία: 12.5.22 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες/ Αιτητές: κ. Μ. Έλληνας για Γ. Βασιλείου Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενο/ Καθ'ου η αίτηση: κ. Σ. Μάος για Γ. Πολυχρόνης Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ (Δόθηκε Αυθημερόν) Την 12.10.2001 οι ενάγοντες εξασφάλισαν την υπέρ τους και εναντίον του εναγόμενου έκδοση Δικαστικής Απόφασης για το ποσό των £44.521,88 με τόκο 9% ετησίως από 1.1.2001 μέχρι εξόφλησης. Περαιτέρω, επιδικάστηκαν έξοδα υπέρ των εναγόντων και εναντίον του εναγόμενου ύψους £368,50 ως έξοδα αγωγής, με τόκο προς 8% ετησίως από 18.5.01 επί του ποσού των £351 μέχρι εξόφλησης πλέον £6 ως έξοδα επίδοσης πλέον Φ.Π.Α. Την Δικαστική απόφαση επιχειρούν με αίτηση τους ημερομηνίας 18.11.20 οι ενάγοντες όπως εκτελέσουν. Η αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.40 Θ.8 , Δ.48 Θ1-3, 8 και

  1. Το Δικαστήριο ασκώντας την διακριτική του ευχέρεια όρισε την αίτηση για επίδοση. Ο εναγόμενος, μέσω δικηγόρου εμφανίστηκε στο Δικαστήριο, ζητώντας χρόνο για καταχώρηση ένστασης. Αυτή, μετά την πάροδο 7 μηνών, καταχωρήθηκε τελικώς την 2.11.
  2. Σημειώνεται για σκοπούς πληρότητας ότι, μετά την καταχώρηση της ένστασης του, ο καθ΄ου η αίτηση υπέβαλε γραπτή αίτηση ημερομηνίας 19.1.22 με την οποία ζητούσε όπως του παραχωρηθεί άδεια για τροποποίηση των λόγων ένστασης του, δια της προσθήκης πρόσθετων λόγων, καθώς και άδεια για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Το Δικαστήριο, με δεδομένη την ένσταση των εναγόντων στο αίτημα, προχώρησε καθηκόντως στην ακρόαση της αίτησης, εκδίδοντας επί του προκείμενου σχετική απόφαση ημερομηνίας 18.4.22, απορρίπτοντας το αίτημα. Η αίτηση: Την αίτηση στηρίζει με ένορκη δήλωση του ο κ. XXXXX Σωτηρίου από Παραλίμνι, υπάλληλος στην εταιρεία Altamira Asset Management (Cyprus) Ltd. Εκεί δηλώνει ότι η προαναφερθείσα εταιρεία, έχει συνάψει συμφωνία διαχείρισης και ρύθμισης δανείων με τους ενάγοντες, και ως εκ τούτου, ενεργώντας δια λογαριασμό των εναγόντων, ανέλαβε την διαχείριση αριθμού χρηματοπιστωτικών διευκολύνσεων, μία εκ των οποίων είναι και η παρούσα, ως αυτή αντανακλάται στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο, αγωγή. Ο. κ. Σωτηρίου δηλώνει πλήρως εξουσιοδοτημένος όπως προβεί στην παρούσα ένορκη δήλωση ενώ γνώση των γεγονότων αντλεί και κατέχει από έγγραφα που έχει στην κατοχή του. Παραπέμπει μέσω της παραγράφου 11 της ένορκης του δήλωσης στην κατάσταση λογαριασμού, Τεκμήριο 2, την οποία και επισυνάπτει όπου φαίνεται ότι το σημερινό υπόλοιπο του επίδικου λογαριασμού ανέρχεται σε €412,624.54 πλέον τόκους και έξοδα. Το Δικαστήριο για σκοπούς πληρότητας, παραθέτει αυτούσια, ως φαίνονται στην παράγραφο 3 της ένορκης δήλωσης, τα μέτρα εκτέλεσης στα οποία προέβησαν οι ενάγοντες.
  3. Την 12/10/2001 εκδόθηκε Απόφαση εναντίον του εναγόμενου (αντίγραφο απόφασης επισυνάπτεται ως τεκμήριο 1).
  4. Την 21/12/2001 καταχωρήθηκε ριτ κινητών εναντίον του 1ου εναγόμενου, με αριθμό
  5. Την 02/07/2002 καταχωρήθηκε αίτηση μηνιαίων δόσεων εναντίον του 1ου εναγόμενου. Στις 07/11/2002 εκδόθηκε διάταγμα μηνιαίων δόσεων όπως πληρώνει €51.25 από 01/125/2002 μέχρι τελείας εξοφλήσεως.
  6. Στις 05/03/2003 καταχωρήθηκε αίτηση φυλακίσεως εναντίον του 1ου εναγόμενου - XXXXX Κουλέρμου - για τις καθυστερημένες του δόσεις ύψους £120 (€205,03). Εκδόθηκε το ένταλμα είσπραξης με αριθμό 6671/
  7. Το εν λόγω ένταλμα εκτελέσθηκε και εισπράχθηκε από την αστυνομία.
  8. Στις 02/07/2003 καταχωρήθηκε αίτηση φυλακίσεως εναντίον του 1ου εναγόμενου - XXXXX Κουλέρμου - για τις καθυστερημένες του δόσεις ύψους £120 (€205,03). Εκδόθηκε το ένταλμα είσπραξης με αριθμό 13650/
  9. Το εν λόγω ένταλμα εκτελέσθηκε και εισπράχθηκε από την αστυνομία.
  10. Στις 12/09/2003 καταχωρήθηκε αίτηση τροποποίησης του διατάγματος μηνιαίων δόσεων όπου στις 04/03/2004 εκδόθηκε διάταγμα όπως ο εναγόμενος πληρώνει £40 (€68,34) από 01/05/2004 μέχρι εξοφλήσεως.
  11. Στις 28/05/2004 καταχωρήθηκε αίτηση φυλακίσεως εναντίον του 1ου εναγόμενου - XXXXX Κουλέρμου - για τις καθυστερημένες του δόσεις ύψους £310 (€529,66). Εκδόθηκε το ένταλμα είσπραξης με αριθμό 11626/
  12. Το εν λόγω ένταλμα εκτελέσθηκε και εισπράχθηκε από την αστυνομία.
  13. Στις 05/10/2004 καταχωρήθηκε αίτηση φυλακίσεως εναντίον του 1ου εναγόμενου - XXXXX Κουλέρμου - για τις καθυστερημένες του δόσεις ύψους £200 (€341,72). Εκδόθηκε το ένταλμα είσπραξης με αριθμό 14608/
  14. Το εν λόγω ένταλμα εκτελέσθηκε και εισπράχθηκε από την αστυνομία.
  15. Στις 31/07/2013 και στις 23/08/2017 καταχωρήθηκε επιστολή μετονομασίας των εναγόντων. H ένσταση: Ο εναγόμενος αναφέρει στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση του, ότι το κατ΄ισχυρισμόν χρέος στο οποίο κάνουν αναφορά είναι γενικό και αόριστο, ενώ αποτελεί προϊόν κατάχρησης των εναγόντων, αφού σε καμία περίπτωση δεν δικαιολογείται μέσω του επισυναπτόμενου στην ένορκη δήλωση Σωτηρίου, Τεκμήριο 2, το οποίο είναι ελλιπές. Επιπλέον, η αίτηση πάσχει καθώς η κλίμακα εξόδων δεν αντικατοπτρίζει το κατ΄ισχυρισμόν οφειλόμενο ποσό. Το επίδικο χρέος συνεχίζει, έχει μερικώς εξοφληθεί, αφού έχουν κατατεθεί σε αυτό ποσά, ενώ, η καταχώρηση της αίτησης τώρα, ήτοι με καθυστέρηση, είναι επί σκοπού, και αφού οι ενάγοντες έχουν επωφεληθεί από τις παράνομες υπερχρεώσεις και τόκους που επέβαλαν στον επίδικο λογαριασμό. Δια όλα τα πιο πάνω, επιφυλάσσει το δικαίωμα του όπως δώσει περαιτέρω λεπτομέρειες κατά την ακροαματική διαδικασία. Νομική Πτυχή / Υπαγωγή στα Yπό Kίση γεγονότα: Η Δ.40 Θ.8 ως τροποποιήθηκε από τον Περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικό) (Αρ.1) Διαδικαστικό Κανονισμό 2020, προνοεί ως ακολούθως: 8.« Όταν παρέλθουν δώδεκα έτη από την απόφαση ή την ημερομηνία του διατάγματος, ή όταν έχει γίνει οποιαδήποτε αλλαγή στου διαδίκους οι οποίοι δικαιούνται ή υπόκεινται σε εκτέλεση, ο διάδικος ο οποίος ισχυρίζεται ότι δικαιούται σε εκτέλεση μπορεί να υποβάλει αίτηση στο Δικαστήριο ή το Δικαστή για άδεια να εκτελέσει ανάλογα. Και το Δικαστήριο ή ο Δικαστής αν ικανοποιηθεί ότι ο διάδικος, ο οποίος υποβάλει την αίτηση αυτή, δικαιούται να εκτελέσει, μπορεί να εκδώσει διάταγμα προς αυτό το σκοπό, ή μπορεί να διατάξει όπως οποιοδήποτε επίδικο θέμα ή ζήτημα αναγκαίο για να αποφασιστούν τα δικαιώματα των διαδίκων εκδικαστεί με οποιοδήποτε από τους τρόπους με τους οποίους μπορεί να εκδικαστεί οποιοδήποτε ζήτημα σε αγωγή. Και σε κάθε μία από τις περιπτώσεις, το Δικαστήριο ή ο Δικαστής μπορεί να επιβάλει τέτοιους όρους ως προς τα έξοδα ή διαφορετικά, οι οποίοι θα είναι δίκαιοι». Ας λεχθεί για σκοπούς πληρότητας ότι πριν την ισχύ της παρούσας τροποποίησης το 2020, το 2011, και συγκεκριμένα την 9.9.11, είχε τεθεί σε ισχύ ο Περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικός) (Αρ.1) Διαδικαστικός Κανονισμός του 2011, ο οποίος επέκτεινε την ισχύ μίας Δικαστικής απόφασης από έξι

(6)χρόνια που είχε αρχικά ο θεσμός, σε δέκα
(10). Στην παρούσα αγωγή, η εξασφαλισθείσα Δικαστική απόφαση ήταν το
  1. Το Δικαστήριο οφείλει εδώ να σημειώσει ότι ο παρόν φάκελος του Δικαστηρίου αποτελεί υποκατάστατο φάκελο, με αποτέλεσμα εντός αυτού να μην περιέχεται οποιοδήποτε άλλο έγγραφο, παρά μόνο η υπό κρίση αίτηση, η ένσταση και οι επόμενες εμφανίσεις. Το Δικαστήριο καθηκόντως, απευθυνόμενο προς την Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας με σημείωμα του ημερομηνίας 12.5.2022 ζήτησε ενημέρωση ως προς την ύπαρξη του αρχικού φακέλου. Η Πρωτοκολλητής εις απάντηση της ιδίας ημερομηνίας ανέφερε ότι «Με βάση τα στοιχεία/αρχεία που τηρούνται στο Πρωτοκολλητείο, η αγωγή 1585/2001 Ε.Δ. Λάρνακας, φαίνεται ότι καταστράφηκε σύμφωνα με τα κριτήρια του Α.Δ για τη διαχείριση φακέλων». Στο ιστορικό των τυχόν ανανεώσεων επί της Δικαστικής απόφασης καμία αναφορά δεν κάνουν ούτε οι ενάγοντες στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, πλην όμως, το γεγονός αυτό λίγη βαρύτητα φέρει, από την στιγμή που υπάρχει παραδοχή του εναγόμενου στην παράγραφο 7 της δικής του ένορκης δήλωσης περί είσπραξης ποσών μέσω μέτρων εκτέλεσης που έλαβαν οι ενάγοντες τα έτη 2003-
  2. Σε ότι αφορά το Δικαστήριο συνεπώς, η απόφαση στο παρόν στάδιο είναι ανενεργή και/ή έχει χάσει την εκτελεστότητα της. Η νομολογία επί του ζητήματος είναι ομολογουμένως πλούσια, με τις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου να διανθίζονται με την πάροδο των χρόνων, ως προς τα κριτήρια που το Δικαστήριο οφείλει όπως λάβει υπόψη κατά την ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας όταν εξετάζει τέτοιου είδους αιτήσεις. Αρχική καθοδήγηση οφείλει όπως αντλήσει το Δικαστήριο από το Annual Practice 1958 σελ.1019-1020, το οποίο αναλύει την αντίστοιχη Διαταγή 46 Θ.2 των Αγγλικών Θεσμών. Εκεί αναφέρεται ότι η μαρτυρία που οφείλει όπως προσκομίσει ο αιτητής προς υποστήριξη της αίτησης του θα πρέπει να αναφέρει: (α) την ημερομηνία έκδοσης της Δικαστικής απόφασης, (β) το ποσό του εξ' αποφάσεως χρέους, (γ) το υπόλοιπο αυτού, (δ) τον λόγο της καθυστέρησης αν υπάρχει και (ε) ότι τα γεγονότα συνηγορούν υπέρ της θέσης ότι ο αιτητής δικαιούται σε εκτέλεση. Παρά το γεγονός ότι: «Tα κριτήρια που θα πρέπει να απασχολήσουν το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να εγκρίνει ή όχι αίτηση για άδεια εκτέλεσης, δεν απαριθμούνται στην Δ.40 Θ.8» (βλ.Γιαννάκης Κτωρίδης v Alpha Bank Cyprus Ltd
(2014)1(B) A.A.Δ. 1173), η νομολογία των Κυπριακών Δικαστηρίων είναι πλήρως ευθυγραμμισμένη με τα κριτήρια και προϋποθέσεις που έχουν τεθεί μέσω των Αγγλικών Δικονομικών Θεσμών (βλ. ενδεικτικά στις Τράπεζα Κύπρου ν Μακρίδης κ.α
(2012)1 Α.Α.Δ. 1218 και Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Κοντέας ν Μιχαήλ κ.α
(2012)1 Α.Α.Δ. 1604). Στην παρούσα περίπτωση είναι αυταπόδεικτο ότι οι ενάγοντες έχουν, μέσω της ένορκης τους δήλωσης, καταγράψει την ύπαρξη και ημερομηνία έκδοσης της Δικαστικής απόφασης, το σημερινό οφειλόμενο προς αυτούς ποσό, και το γεγονός ότι οι ίδιοι δικαιούνται σε εκτέλεση αυτής. Με δεδομένο ότι πλείστα εκ των κριτηρίων αφορούν στην εκπλήρωση και/ή παράθεση εκ μέρους των αιτητών, τυπικών στοιχείων ή ακόμη και αυταπόδεικτων γεγονότων, το Δικαστήριο καλείται όπως εξετάσει και ικανοποιηθεί ως προς τις ενέργειες που έλαβαν οι αιτητές κατά τον διαρρεύσαντα από την εξασφάλιση της Δικαστικής απόφασης μέχρι και το αίτημα τους δια εκτέλεσης αυτής, χρόνο. Για ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας επί του παράγοντα χρόνου, το Δικαστήριο καλείται όπως εγκύψει επί των ιδιαίτερων και συγκεκριμένων, ενώπιον του γεγονότων, σε μια προσπάθεια εξισορρόπησης του αναφαίρετου δικαιώματος του εξ΄αποφάσεως πιστωτή σε εκτέλεση της υπέρ του Δικαστικής απόφασης (βλ. Roberts Petroleum v Bernar Kenny Ltd
(1983)2 AC σελ. 207E και Credit Lyonnais v SK Global Hong Ltd
(2003)HKCA 250 και του ζητήματος επηρεασμού του οφειλέτη με την πάροδο των χρόνων. Αντιλαμβάνεται συνεπώς κανείς γιατί ο παράγοντας χρόνος, έχει, και όχι αδίκως, χαρακτηριστεί στην απόφαση Κτωρίδης (ante) ως η «λύθια λίθος» για την ενάσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, αφού δεν πρέπει να λησμονείται ότι ο βασικός κανόνας, ως λεχθεί μεταξύ άλλων στις Patel v Singh
(2002)EWCA 1668 και W.T. Lamb & sons v Rider
(1948)2 All E.R. 402 είναι, ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου πρέπει να είναι ενάντια στην έγκριση της αίτησης μετά της παρέλευση τότε 6, πλέον 12 ετών, εκτός αν υπάρχουν γεγονότα που να δεικνύουν ότι η δικαιοσύνη εξυπηρετείται καλύτερα με την έγκριση αυτής. Είναι δια αυτό τον λόγο που το Δικαστήριο πάντοτε υποβοηθείται όταν επί των ενόρκων δηλώσεων που συνοδεύουν τέτοιου είδους αιτήσεις γίνεται αναφορά όχι μόνο στα διαβήματα και/ή ενέργειες που έλαβε ο αιτητής με σκοπό την εκτέλεση της απόφασης και την είσπραξη του λαβείν του, αλλά όταν ο διαρρεύσαντα χρόνος και/ή η καθυστέρηση, αν υπάρχουν, επεξηγούνται, σε συνάρτηση πάντα με τις δυνατότητες ή μη, εκτέλεσης της Δικαστικής απόφασης. Οι αντικειμενικές δυσκολίες στην εκτέλεση Δικαστικών αποφάσεων και η κυπριακή επί του προκείμενου, πραγματικότητα, αντανακλώνται μέσω της αναγκαιότητας δια τροποποίηση του συγκεκριμένου άρθρου, δύο φορές, τροποποιήσεις οι οποίες επέκτειναν τον χρόνο εκτέλεσης μιας Δικαστικής απόφασης από έξι
(6)σε δέκα
(10)χρόνια αρχικώς, και από δέκα
(10)σε δώδεκα
(12), γεγονός το οποίο δεν πρέπει να διαλανθάνει της προσοχής του Δικαστηρίου κατά την εξέταση του βάσιμου τέτοιων αιτήσεων. Επανερχόμενο στην εξέταση του παράγοντα χρόνου και/ή καθυστέρησης, το Δικαστήριο οφείλει όπως εξετάζει αυτόν, υπό το πρίσμα του βαθμού ή του μεγέθους επηρεασμού του εξ αποφάσεως οφειλέτη. Με σαφή και ευθύ τρόπο, οι αποφάσεις Westacre Investments Inc v Yugoimport SDPR [2008] EWCH 801 και Good Challenger Nevugante SA v Metalexportimport SA [2004] 1 Lloyd's Rep 67, έδωσαν την απάντηση στον τρόπο ερμηνείας του ως άνω περιγραφόμενου κριτηρίου. Έχει ο εξ΄αποφάσεως πιστωτής με την απραξία του οδηγήσει τον οφειλέτη στο συμπέρασμα ότι το εξ΄αποφάσεως χρέος δεν θα απαιτηθεί; Σημειώνεται ότι η πιο πάνω νομική προσέγγιση υιοθετήθηκε μεταξύ άλλων και στην πολύ πρόσφατη απόφαση Ορφανίδη ν S. & G. Securities and General Finance Ltd Π.Ε. 302/13 ημερ. 8.4.21 στην οποία και παραπέμπω. Έχω εξετάσει με την δέουσα προσοχή τις εκατέρωθεν εισηγήσεις των συνηγόρων ως αυτές αποτυπώνονται στις αγορεύσεις τους, και καθοδηγούμενη από την πιο πάνω νομολογία και γεγονότα, κρίνω ότι οι αιτητές έχουν ικανοποιήσει τα υπό την νομολογία θέτοντα κριτήρια, σε βαθμό τέτοιο, που να δικαιούνται στην υπέρ τους έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Σημειώνεται ότι από την ένορκη δήλωση του κ. Σωτηρίου έχει τεκμηριωθεί πλήρως ότι εναντίον του εναγόμενου, έχει εκδοθεί απόφαση, ότι υπάρχει οφειλόμενο υπόλοιπο, ότι οι αιτητές δικαιούνται σε εκτέλεση της απόφασης, με τους ίδιους να έχουν λάβει μέτρα εκτέλεσης, όμως, καμία αναφορά δεν γίνεται στην παρατηρηθείσα καθυστέρηση με την οποία υποβάλλεται η παρούσα αίτηση. Συνεπώς, το καίριο ερώτημα που πρέπει τελικώς να απαντηθεί είναι αν οι αιτητές έχουν συμπεριφερθεί με τέτοιο τρόπο που να έχουν δώσει στον εναγόμενο την εντύπωση ότι δεν επιθυμούν όπως εκτελέσουν και/ή συνεχίσουν να λαμβάνουν μέτρα προς είσπραξη του λαβείν τους. Το Δικαστήριο δεν έχει πεισθεί, για λόγους που θα εξηγήσω ευθύς αμέσως, ότι η παρούσα εμπίπτει στις περιπτώσεις που θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι οι ενάγοντες επέδειξαν αδιαφορία για την είσπραξη του λαβείν τους. Καθίσταται σαφές από τα μέτρα εκτέλεσης που λήφθηκαν εναντίον του εναγόμενου, ως αυτά καταγράφονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, ότι οι ενάγοντες δεν έμειναν άπραγοι στις προσπάθειες τους για είσπραξη του εξ' αποφάσεως χρέους. Και αυτό γιατί κατά την πάροδο των ετών, οι ενάγοντες καταχώρησαν εναντίον του συγκεκριμένου εναγόμενου και ένταλμα κινητών, αίτηση για οικονομική εξέταση και καταβολή του εξ΄αποφάσεως χρέος δια μηνιαίων δόσεων και τέσσερεις αιτήσεις φυλάκισης του εναγόμενου οι οποίες οδήγησαν στην έκδοση ενταλμάτων είσπραξης με αριθμούς 6671/2003, 13950/2003, 11626/2004 και 14608/2004, εντάλματα τα οποία εκτελέστηκαν και εισπράχθηκαν από την Αστυνομία. Τονίζεται ότι το Διάταγμα ημερομηνίας 7.11.2002 εναντίον του εναγόμενου για καταβολή μηνιαίως, ποσών δια εξόφληση του χρέους, ως αυτό τροποποιήθηκε την 4.3.2004, ουδέποτε ακυρώθηκε. Σημειώνεται εδώ επίσης, η παραδοχή του εναγόμενου (βλ. παρ. 10 της Ε/Δ) ότι υπήρχε οφειλόμενο υπόλοιπο σε ότι αφορούσε το εξ' αποφάσεως χρέος αφού, ως : «..ισχυρίζομαι ότι υπήρχε μερική εξόφληση ή/ και καταβολή ποσών προς τους ενάγοντες/ αιτητες». Από την άλλη, οι θέσεις του εναγόμενου ότι τα όποια οφειλόμενα από τον ίδιο ποσά είναι διογκωμένα ή αυξημένα ή αποτέλεσμα κατάχρησης, προβάλλονται με τέτοια γενικότητα που δεν μπορούν να επιτύχουν, παραμένοντας απογυμνωμένοι από οποιαδήποτε υποστηρικτικά προς τούτο στοιχεία ή μαρτυρία.Το εν λόγω επιχείρημα, με την γενικότητα που τίθεται δεν μπορεί να αποτελέσει λόγο ικανό ή να χρεώνεται ως αδράνεια εκ μέρους των εναγόντων. Επιπλέον, ο επίσης γενικά παρατειθέμενος ισχυρισμός περί εξόφλησης του χρέους, πίπτει στο κενό. Αν με σοβαρότητα ήθελε ο ομνύοντας όπως προωθήσει την εν λόγω θέση, θα μπορούσε όπως, είτε παρουσιάσει σχετική εξοφλητική επιστολή ή όπως ακόμη αντεξετάσει τον κ. Σωτηρίου επί του προκείμενου. Δεδομένου ότι η θέση περί εξόφλησης δεν γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο, και εφόσον υπάρχει οφειλόμενο μέχρι σήμερα υπόλοιπο, η θέση περί διάστασης ως προς το ύψος του πραγματικά οφειλόμενου ποσού σήμερα, δεν είναι θέμα το οποίο αγγίζει και αφορά άμεσα την παρούσα αίτηση. Επιπλέον, ως πολύ εύστοχα έχει λεχθεί στην Κτωρίδης (ante): «Ως προς το ύψος του οφειλόμενου υπολοίπου, θεωρούμε ότι δεν αφορά άμεσα στο ζήτημα της παραχώρησης άδειας εκτέλεσης της απόφασης, αλλά είναι θέμα ορθού υπολογισμού που μπορεί να εγερθεί κατά την εκτέλεση». Τούτων λεχθέντων, αποτελεί γεγονός, και ουδόλως παραγνωρίζεται ότι έχει παρέλθει μεγάλο χρονικό διάστημα, εντός του οποίου δεν έχει καταστεί δυνατή η εκτέλεση της απόφασης. Όμως, δεν έχει εντοπιστεί από τα ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία, η οποιαδήποτε κακόβουλη ή εσκεμμένη αδράνεια εκ μέρους των εναγόντων στην εκτέλεση της απόφασης ή ότι με την προώθηση της παρούσας αίτησης ενεργούν καταχρηστικά. Όπως έχει νομολογηθεί: «Η σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου για αναστολή ή απόρριψή υπόθεσης λόγω κατάχρησης της διαδικασίας χωρεί μόνο εφόσον απολήγει σε καταπίεση ή δυσμενή επηρεασμό του αντιδίκου και όταν εγείρεται ζήτημα κατάχρησης δικαστικής διαδικασία, το Δικαστήριο πρέπει να βεβαιώνεται ότι η περίπτωση είναι εμφανώς και έντονα καταχρηστικής φύσης ώστε να δικαιολογείται η καταστολή της με το κατάλληλο μέτρο» (βλ. Ορφανίδη (ante). Ας σημειωθεί σε αυτό το στάδιο ότι δεν είναι αμελητέα η υποχρέωση που διατηρεί έκαστος οφειλέτης για εξόφληση του εξ΄αποφάσεως χρέος, πέραν, και ανεξαρτήτως των όποιων τυχόν μέτρων λάβουν έκαστοι πιστωτές. Δεν μπορεί να αποτελέσει συνεπώς δικαιολογία για μη συμμόρφωση του οφειλέτη με τις πρόνοιες μιας Δικαστικής απόφασης αλλά και Διαταγμάτων, η αδυναμία εξαναγκασμού του σε συμμόρφωση εκ μέρους των πιστωτών. Κατάληξη: Ενόψει των πιο πάνω, το Δικαστήριο εξασκώντας την διακριτική του ευχέρεια, θα εγκρίνει την αίτηση για περιορισμένο όμως χρόνο, δίδοντας εκ νέου την ευκαιρία στους αιτητές όπως λάβουν όλα τα αναγκαία και απαραίτητα μέτρα εναντίον του εναγόμενου για εκτέλεση της απόφασης. Εκδίδεται συνεπώς Διάταγμα για 2 χρόνια από σήμερα. Ως προς τα έξοδα, αυτά, ακολουθώντας τον γενικό κανόνα, επιδικάζονται υπέρ των αιτητών και εναντίον του εναγόμενου, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............ Μ. Ναθαναήλ, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.