← Κύπρος

ΠΑΡΑΣΚΕΥΑ κ.α. ν. ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ, Αρ. Αίτησης/ Έφεσης: 55/2021, 24/5/2022

ΠΑΡΑΣΚΕΥΑ κ.α. ν. ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ, Αρ. Αίτησης/ Έφεσης: 55/2021, 24/5/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2022:A102 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Χρ. Γ. Φιλίππου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αίτησης/ Έφεσης: 55/2021 Επί της αφορώσι τον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο 9/65 και επί τοις αφορώσι και τον περί Ακινήτου Περιουσίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμο Κεφ.224 ως και τις τροποποιήσεις τους. Μεταξύ:

  1. XXXXX ΠΑΡΑΣΚΕΥΑ
  2. XXXXX ΠΑΡΑΣΚΕΥΑ Αιτητές -και- ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ Καθ' ης η αίτηση Ημερομηνία: 24 Μαΐου, 2022 Εμφανίσεις: Για Αιτητές: Ο κ. Α. Κασιανής για Ανδρέας Μαθηκολώνης & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για Καθ' ης η αίτηση: Η κα Δέσποινα Χ. Καρά για Αντώνης Κ. Καράς Δ.Ε.Π.Ε. Α Π Ο Φ Α Σ Η [σε αίτηση με ημερομηνία 10.03.2022 για αναστολή διαδικασίας πώλησης/αγοράς ενυπόθηκου ακινήτου μετά την αποτυχία πλειστηριασμού σύμφωνα με τις διατάξεις του ΜΕΡΟΥΣ VIA του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου (Ν.9/1965)] Με την υπό κρίση αίτησή τους οι Αιτητές επιδιώκουν την έκδοση διαταγμάτων με τα οποία ουσιαστικά επιδιώκουν να απαγορευτεί στην Καθ' ης η αίτηση ή σε οποιονδήποτε αντιπρόσωπο της και/ή σε θυγατρική της να προβεί στην πώληση ή την αγορά όπως προνοείται στο Άρθρο 44 ΙΑ, έξι ενυπόθηκων διαμερισμάτων («τα ενυπόθηκα ακίνητα»), των οποίων παρατίθενται τα πλήρη κτηματολογικά στοιχεία στο Παράρτημα Α της αίτησης, μέχρι την εκδίκαση και πλήρη αποπεράτωση της Πολιτικής Έφεσης αρ. 9/
  3. Η προαναφερθείσα έφεση καταχωρίστηκε εναντίον απόφασης του παρόντος δικαστηρίου με την οποία απορρίφθηκε Αίτηση/ Έφεση τους που αφορούσε τότε προσβολή της Ειδοποίησης Τύπου «ΙΑ» με ημερομηνία 09.08.2021, πλειστηριασμός ο οποίος με την απόρριψη της προχώρησε χωρίς όμως να υπάρξει ενδιαφέρον για αγορά των ενυπόθηκων ακινήτων. Η αίτηση βασίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς Δ.35 Θ. 18 και 19, Δ.39, Θ. 1 - 21, Δ.40 Θ. 7 και 11, Δ.48 Θ. 1 - 13, Δ.57 Θ. 1 - 4, Δ.59, Δ.63 και Δ.64, στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο (Κεφ. 6), στους περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς ως έχει τροποποιηθεί και ειδικότερα τους Κανονισμούς 1 - 18, στον περί Δικαστηρίων Νόμο (Ν.14/60) και ειδικότερα στα άρθρα 29, 30, 31, 32 και 47, στον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο (Ν.9/1965) ως τροποποιήθηκε και ειδικότερα, στα άρθρα 5, 21, 27, 44, 44Α - 44ΙΑ, 44Β

(3), 44Γ
(3), 44Ε, 44Ζ, 44Η, 44ΙΑ, 44ΙΒ και 44ΙΕ και στα Παραρτήματα αυτού, στους περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Κανονισμούς του 2015 (Κ.Δ.Π. 185/2015), στα άρθρα 80 και 81 του περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου ως έχει τροποποιηθεί (Κεφ. 224), στην Οδηγία Διαχείρισης Καθυστερήσεων που εκδόθηκε από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου - Κανονιστική Διοικητική Πράξη (Κ.Δ.Π. 107/2017), στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας και ειδικότερα στο άρθρο 30 του Συντάγματος, στις Αρχές της Επιείκειας και του Κοινοδικαίου και μεταξύ άλλων στην αρχή της υπόθεσης Δημητρούδης ν. Λουγκρίδης
(2011)1 Α.Α.Δ. 687 και στην αρχή της υπόθεσης Erinford Properties Ltd & Another v. Cheshire County Council
(1974)2 All E.R. 448, και στις γενικές, εγγενείς και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Το πραγματικό υπόβαθρο της αίτησης τίθεται σε ένορκη δήλωση του Αιτητή 1 ο οποίος δηλώνει ότι είναι εξουσιοδοτημένος και από την Αιτήτρια 2 που είναι σύζυγος του και γίνεται επίσης παραπομπή και στον φάκελο της υπόθεσης. Ο ενόρκως δηλών κάνει αναφορά στη διαδικασία που προηγήθηκε με την Αίτηση/ Έφεση τους με την οποία επιδίωξαν τον παραμερισμό της Ειδοποίησης Τύπου «ΙΑ» και την ακύρωση του πλειστηριασμού των ακινήτων τους η οποία απορρίφθηκε όπως και όλοι οι λόγοι που είχαν προβληθεί στις 24.11.2021, ημερομηνία κατά την οποία ήταν ορισμένος και ο πλειστηριασμός. Μεταξύ των λόγων έφεσης που προβλήθηκαν ήταν και το ότι η Ειδοποίηση Τύπου «ΙΑ» θα έπρεπε να παραμεριστεί διότι δεν επιδόθηκε δεόντως και νομότυπα σύμφωνα με τις ειδικές διατάξεις του άρθρου 44 ΙΕ του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου (Ν9/1965) («ο Νόμος»), ως τροποποιήθηκε ο οποίος απορρίφθηκε από το δικαστήριο και αποτελεί ένα από τους τρεις λόγους έφεσης στην Π.Ε.9/2022 της οποίας η εκδίκαση εκκρεμεί. Σύμφωνα δε με τη νομική συμβουλή που λαμβάνουν από τους δικηγόρους τους υφίστανται πολύ καλές πιθανότητες να πετύχει η έφεση τους. Παρόμοια είναι και η αντίκριση - εισήγηση σε σχέση με τον άλλο λόγο έφεσης που άπτεται της συνταγματικότητας των διατάξεων του άρθρου 44 Α του Νόμου το οποίο κατά την άποψη των συνηγόρων των Αιτητών καταστρατηγεί τη συνταγματική αρχή της διάκρισης των εξουσιών, ζήτημα το οποίο επίσης δεν απασχόλησε το Ανώτατο Δικαστήριο μέχρι σήμερα. Περαιτέρω, κατά τον ενόρκως δηλούντα χωρίς την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων η έφεση τους θα καταστεί εξ ολοκλήρου άνευ αντικειμένου και μάταιη εφόσον η διαδικασία πώλησης των ενυπόθηκων κτημάτων συνεχίζεται απερίσπαστη καθώς σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 44 ΙΑ του Νόμου, ο ενυπόθηκος δανειστής έχει το δικαίωμα να αγοράσει ο ίδιος τα ενυπόθηκα ακίνητα, πρόθεση η οποία του έχει διαβιβαστεί από τους υπαλλήλους της Altamira Asset Management (Cyprus) Ltd. Ο ενόρκως δηλών, καλώντας το Δικαστήριο να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ της χορήγησης της αιτούμενης αναστολής της διαδικασίας επικαλείται και διάφορα άλλα ζητήματα. Συγκεκριμένα κάνει αναφορά στις σχέσεις του εν γένει με τον Συνεργατισμό και τη μακρόχρονη συνεργασία του με επίδειξη εκ μέρους του διαχρονικά συνέπειας ως προς τις υποχρεώσεις του. Στη συνέχεια λόγω των προβλημάτων υγείας του και της οικονομικής κρίσης μετά το 2012 - 2013 και τη μείωση των εισοδημάτων του παραδέχεται ότι άρχισαν οι καθυστερήσεις στις δανειοδοτικές του υποχρεώσεις, με τους αρμόδιους λειτουργούς του Συνεργατισμού να επιδεικνύουν μια άτεγκτη στάση απέναντι του και παρά τις συνεχείς προσπάθειες του για διευθέτηση των υποχρεώσεων του υποβάλλοντας κατά καιρούς διάφορες προτάσεις προς διευθέτησή τους ακόμα και γραπτές μέσω των δικηγόρων του, προσπάθειες οι οποίες απέληγαν ατελέσφορες προσκρούοντας σε τοίχο λόγω της άρνησης αποδοχής τους εκ μέρους των λειτουργών της Καθ' ης η αίτησης στους οποίους καταλογίζει προσπάθεια οικονομικής καταστροφής του ίδιου και της οικογένειας του. Είχε προβεί συνολικά σε δάνεια ύψους €690.000,00 και έχει καταβάλει σε καταθέσεις και πιστώσεις το ποσό των €175.000,
  1. Ισχυρίζεται ότι δεν αρνείται να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του και να πληρώσει το κεφάλαιο που δανείστηκε μαζί με ένα λογικό και νόμιμο επιτόκιο. Η άρνηση δε της Καθ' ης η αίτηση γίνεται χωρίς να λαμβάνονται υπόψη και κατά παράβαση των Οδηγιών της Κεντρικής Τράπεζας για τις αναδιαρθρώσεις δανείων. Πέραν των πιο πάνω, κατά την άποψη τους, υπάρχουν πολύ καλές πιθανότητες να πετύχουν κατ' έφεση την ανατροπή της πρωτόδικης απόφασης ημερομηνίας 24.11.2021 και ότι εάν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα αναστολής της διαδικασίας, τότε πραγματικά η έφεση τους θα καταστεί ολοκληρωτικά άνευ αντικειμένου και μάταιη. Περαιτέρω εισηγούνται ότι και από άποψη του δικαίου και της επιείκειας η αίτηση θα πρέπει να αντικριστεί και υπό τον φακό της ανθρωπιστικής της πτυχής και μάλιστα όταν έμπρακτα επιδεικνύουν την πρόθεση τους να εξεύρουν μια δίκαιη και βιώσιμη λύση. Από την άλλη η Καθ' ης η αίτηση ουδεμία ουσιαστική ανεπανόρθωτη ζημιά δεν θα υποστεί από την αιτούμενη αναστολή. Η δε Καθ' ης η αίτηση είναι ξεκάθαρα πρόσωπο αφερέγγυο και επ' ουδενί δεν είναι σε θέση να τους αποζημιώσει. Και τούτο καθότι η Καθ' ης η αίτηση ως οντότητα, είναι μόνο οι ιδιοκτήτες των μη εξυπηρετούμενων δανείων του πρώην Συνεργατισμού. Όπως δε συμβουλεύονται από τους δικηγόρους τους σύμφωνα με την Έκθεση Προόδου της Κυπριακής Εταιρείας Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ, η οποία αποτελεί 100% θυγατρική της Καθ' ης η αίτηση στην παρούσα, η Καθ' ης η αίτηση δεν εισπράττει οποιαδήποτε χρήματα από τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια του πρώην Συνεργατισμού, αλλά αντίθετα, τις εισπράξεις τις διενεργεί η θυγατρική τους, δηλαδή η ΚΕΔΙΠΕΣ. Η ΚΕΔΙΠΕΣ εργοδοτεί τους υπαλλήλους του πρώην Συνεργατισμού, αποπληρώνει την κρατική βοήθεια από το Κράτος που παραχωρήθηκε προς τον πρώην Συνεργατισμό, αποπληρώνει τυχόν ζημιές που υφίσταται η Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ από τα δάνεια του Συνεργατισμού που μεταφέρθηκαν στην πρώτη, και που μέχρι και τις εκτιμήσεις των ακινήτων που διενεργούνται στο πλαίσιο της διαδικασίας πώλησης σύμφωνα με το ΜΕΡΟΣ VIA του Νόμου 9/1965 ως έχει τροποποιηθεί, τις διενεργεί η ίδια η ΚΕΔΙΠΕΣ και όχι ο ενυπόθηκος δανειστής, δηλαδή η Καθ' ης η αίτηση στην παρούσα. Προς τούτο επισυνάπτουν ως Τεκμ. 7 αντίγραφο της Έκθεσης Προόδου Διαχείρισης της ΚΕΔΙΠΕΣ από τον Σεπτέμβριο του 2018 - Ιούνιο του 2020, η οποία εκδόθηκε τον Σεπτέμβριο του 2020 και η οποία είναι δημοσιευμένη, η οποία κατά την αντίληψη τους καταδεικνύει ότι η Καθ' ης η αίτηση είναι αφερέγγυα και σε καμία περίπτωση δεν έχει τη δυνατότητα να τους αποζημιώσει. Οι Καθ' ων η αίτηση καταχώρισαν ειδοποίηση περί της πρόθεσης τους να ενστούν, στην οποία προβάλλουν τους ακόλουθους λόγους: «
  2. Δεν έχει νομικό έρεισμα το αίτημα των Αιτητών διότι δεν αναγνωρίζεται η δυνατότητα και/ ή το δικαίωμα καταχώρισης αίτησης για αναστολή της διαδικασίας πλειστηριασμού εκκρεμούσης της έφεσης.
  3. Η έφεση δεν έχει καμία προοπτική επιτυχίας και αυτό μπορεί να τύχει βέβαιης πρόγνωσης.
  4. Τυχόν έγκριση του αιτούμενου διατάγματος θα επενεργούσε ενάντια στα συμφέροντα της δικαιοσύνης εφόσον η Καθ' ης η αίτηση θα αποστερηθεί χωρίς ουσιαστικό λόγο τους καρπούς της επιτυχίας της ως εξ αποφάσεως πιστωτές αλλά και των δικαιωμάτων της ως ενυπόθηκοι δανειστές.
  5. Η αίτηση είναι καταχρηστική.
  6. Δεν πληρούνται οι τυπικές και ουσιαστικές προϋποθέσεις για έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων». Η ένσταση βασίζεται στις Δ.35, θ.18,19, Δ.33, θ.θ.1-4,5,6-15, Δ.39, Δ.48, θ.θ.2(1-3),3,4
(1)
(2),5-7,8,9, Δ.64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, όπως και στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου και τις αρχές που διέπουν την έκδοση διαταγμάτων για αναστολή Δικαστικών αποφάσεων. Το πραγματικό υπόβαθρο της ένστασης τίθεται σε ένορκη δήλωση την οποία υπογράφει η κ. XXXXX Παρασκευοπούλου η οποία δηλώνει ότι είναι υπάλληλος στην Altamira Asset Management (Cyprus) Ltd η οποία έχει συνάψει συμφωνία διαχείρισης και ρύθμισης δανείων με την Καθ' ης η αίτηση. Δυνάμει της εν λόγω συμφωνίας η Altamira Asset Management (Cyprus) Ltd ενεργεί δια λογαριασμό της Καθ' ης η αίτηση και έχει αναλάβει τη διαχείριση αριθμού χρηματοπιστωτικών διευκολύνσεων της, συναφών συμφωνιών εξασφαλίσεων-εγγυήσεων και συναφών θεμάτων. Στην σύντομη αλλά περιεκτική ένορκη δήλωση της δηλώνει γνώση των γεγονότων της υπόθεσης και αρνείται τους ισχυρισμούς των Αιτητών. Στην ουσία υποστηρίζει τους λόγους ένστασης προβαίνοντας σε επιπρόσθετη αιτιολόγηση καθενός ξεχωριστά. Υποστηρίζει ότι δεν αναγνωρίζεται είτε από το νόμο είτε από τη νομολογία είτε από τις αρχές της επιείκειας το δικαίωμα των Αιτητών να ζητούν αναστολή πλειστηριασμού εκκρεμούσας έφεσης, η οποία δεν αμφισβητεί επί της ουσίας το δικαίωμα της Καθ' ης η αίτηση να επιδιώκει εκποίηση της υποθήκης. Με την εκκρεμούσα έφεση προσβάλλεται η απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία κρίθηκε πως η διαδικασία εκποίησης της υποθήκης που ακολουθήθηκε είναι ορθή και νόμιμη και πως δεν επηρέασε δυσμενώς τα δικαιώματα των Αιτητών. Ότι ακόμα και να πετύχει η έφεση των Αιτητών, η Καθ' ης η αίτηση εξακολουθεί να έχει το δικαίωμα να προχωρήσει με την εκποίηση της υποθήκης είτε στα πλαίσια των υφιστάμενων ειδοποιήσεων είτε με την επανέναρξη της όλης διαδικασίας από την αρχή. Οι Αιτητές δεν αμφισβητούν τα δικαιώματα της Καθ' ης η αίτηση, η οποία ως ενυπόθηκος δανειστής έχει κάθε δικαίωμα να προωθήσει εκποίηση των ενυπόθηκων ακινήτων ακόμα και αν η έφεση δικαστεί, έστω και με άλλη διαδικασία. Και τούτο καθώς και να πετύχει η έφεση των Αιτητών, αυτό που θα πετύχουν είναι την ακύρωση του υφιστάμενου πλειστηριασμού και όχι τον παραμερισμό της υποθήκης και τα δικαιώματα τα οποία αυτή συνεπάγεται προς όφελος της Καθ' ης η αίτηση. Αποδίδει καταχρηστική συμπεριφορά στους Αιτητές επικαλούμενη τις διαδικασίες που προηγήθηκαν με την έκδοση δικαστικής απόφασης και συναφών με τον πλειστηριασμό διαταγμάτων και την απόρριψη της Αίτησης/ Έφεσης τους για την ίδια τη διαδικασία του πλειστηριασμού των επίδικων ενυπόθηκων ακινήτων που προηγήθηκε της παρούσας. Κατά την ενόρκως δηλούσα προκύπτει με σαφήνεια η ανέλπιδη, όπως τη χαρακτηρίζει, και καταχρηστική προσπάθεια των Αιτητών να εμποδίσουν με κάθε δικονομικό μέσο την διαδικασία εκποίησης της υποθήκης παρά το γεγονός ότι παραδέχονται το χρέος τους, την παραχώρηση της υποθήκης με την ελεύθερη βούλησή τους, υπάρχει δικαστική απόφαση εναντίον τους καθιστώντας αυτούς εξ αποφάσεως οφειλέτες, προηγήθηκε δικαστική απόφαση του παρόντος δικαστηρίου η οποία έκρινε πως η διαδικασία εκποίησης της υποθήκης ήταν νομότυπη και ουδόλως επηρεάστηκαν δυσμενώς τα δικαιώματα των Αιτητών, ως ενυπόθηκοι οφειλέτες. Επομένως, κατά την ενόρκως δηλούσα θα ήταν άδικο υπό τις περιστάσεις, με την επίκληση γενικών και αόριστων ισχυρισμών, δίχως αυτοί οι ισχυρισμοί να έχουν δυσμενή αντίκτυπο στα δικαιώματα των Αιτητών, να μην επιτραπεί στην Καθ' ης η αίτηση η δυνατότητα να λάβει μέτρα για την μείωση του εξ αποφάσεως χρέους. Απορρίπτει κατηγορηματικά τον ισχυρισμό των Αιτητών, πως σε περίπτωση επιτυχίας της έφεσης, η προκληθείσα σε αυτούς ενδεχόμενη ζημιά δεν θα μπορεί να αποκατασταθεί. Τούτο διότι: (α) δεν καθορίζουν τί είδους ζημιά μπορεί ή ενδέχεται να προκληθεί σε αυτούς, σε περίπτωση που δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα. Οι Αιτητές δεν ισχυρίζονται πως η Καθ' ης η αίτηση δεν είναι η ενυπόθηκος δανειστής. Αντιθέτως, παραδέχονται το χρέος τους αλλά και την επιβάρυνση της περιουσίας τους με υποθήκη, (β) δεν εξειδικεύουν το ύψος της ζημιάς που θα υποστούν σε περίπτωση μη έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων. Εάν η έφεση επιτύχει, το μόνο που θα καταφέρουν είναι να εμποδίσουν την υφιστάμενη διαδικασία εκποίησης. Η έφεση σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσε να παραμερίσει το δικαίωμα υποθήκης της Καθ'ης η αίτηση πάνω στην περιουσία τους, (γ) σε κάθε περίπτωση η Καθ' ης η αίτηση είναι φερέγγυα και θα μπορούσε να αποκαταστήσει την οποιαδήποτε ζημιά των Αιτητών, εάν αυτή ήθελε αποδειχθεί κατά αυστηρό τρόπο. ΟΙ ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ: Η ακρόαση της αίτησης έγινε στη βάση των ενόρκων δηλώσεων που συνοδεύουν αντίστοιχα την αίτηση και την ένσταση όπως και των τεκμηρίων που τις συνοδεύουν. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι που εκπροσωπούν τους διαδίκους προχώρησαν με την ετοιμασία γραπτών αγορεύσεων στις οποίες αναλύουν τόσο τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης και την ιδιαιτερότητα που κατά την αντίληψη τους τα χαρακτηρίζει όσο και τη νομική πτυχή που διέπει το κάθε επί μέρους ζήτημα που οι Αιτητές αναδεικνύουν στην αίτησή τους. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι είχαν και την ευκαιρία να αναπτύξουν ή επισημάνουν κάποια επί μέρους θέματα και προφορικά. Απαντήσεις στις διάφορες εισηγήσεις και επιχειρήματα θα δοθούν με το σκεπτικό που θα ακολουθήσει, χωρίς να απαιτείται να ενδιατρίψω σε κάθε επί μέρους εισήγηση ή επιχείρημα όταν κρίνεται ότι δεν εξυπηρετεί οποιονδήποτε σκοπό προς επίλυση των επίδικων ζητημάτων ή το οποίο κρίνεται ότι δεν είναι ουσιώδες ή νομικά αποδεκτό (βλ. Οδυσσέα v. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 490, Ανδρονίκου κ.α. v. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 486, την Έφεση Αρ.22/2018 του Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου Μ.Φ.Χ. v. M.X. με ημερ. 28.09.2021 και την εντελώς πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση του Δευτεροβάθμιου και πάλι Οικογενειακού Δικαστηρίου στην Έφεση Αρ. 20/2020 Γ.Λ. v. X.I. ημερ. 15.12.2021 όπου επαναλήφθηκαν τα ίδια ως άνω με την ακόλουθη διατύπωση: «.Όπως επανειλημμένα έχει λεχθεί δεν είναι έργο του Δικαστηρίου να σχολιάζει κάθε επιχείρημα ή δήλωση των διαδίκων ή των συνηγόρων τους. Καθήκον του είναι η διατύπωση καθαρής δικαστικής κρίσης η οποία να είναι αιτιολογημένη». ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΚΑΙ ΥΠΑΓΩΓΗ ΤΩΝ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ ΣΕ ΑΥΤΗ: Από το μαρτυρικό υλικό που τέθηκε ενώπιον μου προκύπτουν τα ακόλουθα αναμφισβήτητα γεγονότα: Με την προηγηθείσα Αίτηση-Έφεση τους οι Αιτητές ζητούσαν ακύρωση και παραμερισμό της Ειδοποίησης Τύπου ΙΑ με ημερομηνία 09.08.
  1. Στην ίδια αυτή διαδικασία: (α) Δεν ζητούσαν την αναστολή της διαδικασίας εκποίησης, γενικότερα. (β) Δεν αμφισβητούσαν το γεγονός πως είναι εξ αποφάσεως οφειλέτες της Καθ' ης η αίτηση με την απόφαση ημερομηνίας 06.02.
  2. (γ) Δεν αμφισβητούν το γεγονός πως εκ συμφώνου αποδέχθηκαν την έκδοση απόφασης εναντίον τους με διαταγή εκποίησης της υποθήκης την 06.02.
  3. (δ) Δεν αρνούνταν την παραχώρηση των υποθηκών με την ελεύθερη βούλησή τους. Με την προηγηθείσα απόφαση του το Δικαστήριο αποφάσισε πως η διαδικασία εκποίησης μπορούσε να προχωρήσει καθώς έκρινε ότι η σχετική Ειδοποίηση Τύπου «ΙΑ» είχε επιδοθεί δεόντως στους Εφεσείοντες/Αιτητές. Με την Πολ. Έφεση αρ. 9/2022 οι Αιτητές προσβάλλουν την ορθότητα αυτής της απόφασης η οποία ακόμα και σε περίπτωση επιτυχίας το μόνο αποτέλεσμα που θα έχει, και προς τούτο συμφωνώ με την Καθ' ης η αίτηση, είναι να ακυρωθεί η συγκεκριμένη διαδικασία πλειστηριασμού, καθότι εκείνο που επιδιώκεται είναι να παραμεριστεί η Ειδοποίηση Τύπου «ΙΑ» και να επαναληφθεί η επίδοση των ειδοποιήσεων. Σε καμία περίπτωση δεν θα έχει σαν αποτέλεσμα τον παραμερισμό της υποθήκης και των απορρεόντων από αυτήν δικαιωμάτων υπέρ της Καθ' ης η αίτηση. Σύμφωνα με τη νομική βάση της αίτησης αυτή βασίζεται μεταξύ άλλων στους Θεσμούς 18 & 19 της Διαταγής 35 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Η Διαταγή 35 Θ.18 προνοεί τα ακόλουθα: « Η Έφεση δεν θα ενεργεί σαν αναστολή εκτελέσεως ή διαδικασίας στην απόφαση που εφεσιβάλλεται εκτός σε βαθμό που θα διέτασσε τούτο το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ή το Εφετείο ή ένας Δικαστής των ανωτέρω Δικαστηρίων και ουδεμία ενδιάμεση ενέργεια ή διαδικασία δεν θα πρέπει να ακυρώνεται, εκτός στο βαθμό που θα το διέτασσε το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο. Προτού εκδοθεί διάταγμα που να αναστέλλει την εκτέλεση το πρόσωπο, που θα ζητήσει το διάταγμα θα πρέπει να παράσχει τέτοια εγγύηση (αν υπάρχει) που θα διαταχθεί. Αν η ασφάλεια θα δοθεί υπό τον τύπο γραμματίου, το γραμμάτιο θα γίνει προς όφελος του διαδίκου υπέρ του οποίου η υπό έφεση απόφαση έχει εκδοθεί». Οι αρχές οι οποίες διέπουν το υπό εξέταση ζήτημα όπως αυτές εκπηγάζουν από τη νομολογία είναι ότι κατά την εξέταση αιτήσεων αυτού του είδους, το Δικαστήριο θα πρέπει να σταθμίσει τα δικαιώματα του επιτυχόντος διαδίκου, που συνίστανται στην άμεση, κατά κανόνα, απόλαυση των καρπών της επιτυχίας του, με το ταυτόχρονο δικαίωμα του αποτυχόντος διαδίκου να μην καταστεί η τυχόν υπέρ του απόφαση, κατ' έφεση, εντελώς κενή περιεχομένου. Οι παράγοντες αυτοί εξισορροπούνται, με γνώμονα τα συμφέροντα της δικαιοσύνης, πράξη που γίνεται βήμα προς βήμα με οδηγό την παρατήρηση των φαινομένων της δικαστικής ζωής (βλ. Ιωσηφάκης v. Αριστοδήμου
(1990)1 Α.Α.Δ. 284, Νίκος Σταύρου Χαραλάμπους ν. A. Panayides Contracting Ltd
(2001)1 Α.Α.Δ. 1978, Δημητρούδης ν. Λουγκρίδη
(2011)1 Α.Α.Δ. 687 και Oneworld Ltd v. OJSC Bank of Moscow, Πολιτική Έφεση Αρ. Ε32/15, απόφαση πλειοψηφίας ημερομηνίας 02.02.2016). Το Δικαστήριο για να εγκρίνει μια τέτοια αίτηση θα πρέπει να δεχθεί ότι υπάρχουν εξαιρετικές περιστάσεις οι οποίες να δικαιολογούν την έκδοσή των αιτούμενων διαταγμάτων. Θα πρέπει δηλαδή οι Αιτητές να καταδείξουν ότι τυχόν απόρριψη της αίτησης θα τους επιφέρει ανεπανόρθωτη βλάβη (βλ. Aristidou v. Aristidou
(1985)1 C.L.R. 649) όπου αναφέρονται τα ακόλουθα σχετικά: «It is well settled that special circumstances should exist justifying the stay of execution of a judgment and that such circumstances do not appear to include contentions that the judgment in respect of which an appeal has been made is against the weight of evidence or that there was no evidence to support it or that there has occurred a misdirection in law (see Monk v. Bartram, [18911 1 Q.B.D. 346). It was, furthermore, stressed in Chester v. Powell, 1 T.L.R. 390, that stay of execution pending appeal will not he granted unless it can be shown that irreparable mischief may be done by refusing it». Το Δικαστήριο επίσης θα πρέπει να εξετάσει κατά πόσο η έφεση, επί της ουσίας της υπόθεσης, έχει συζητήσιμη βάση. Ωστόσο αυτό το κριτήριο, είναι οριακής σημασίας (βλ. Ναυτικός Ομιλος Πάφου ν. Αρχής Λιμένων,
(1991)1 Α.Α.Δ. 1147, Penderhil Holdings Ltd κ. α. ν. Κλούκινα
(2011)1 Α.Α.Δ. 1921 και Λίζα Λουκαΐδου Θεοφάνους ν. Λεωνίδας Γεωργίου κ. α., Πολιτική Έφεση Αρ. 251/2014, απόφαση με ημερομηνία 19.02.2016), ECLI:CY:AD:2016:A103. Πέραν των ανωτέρω πρέπει να τονισθεί πως σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου έχει θεμελιωθεί ότι η Δ.35 κ. 18 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, δεν εναποθέτει στο Δικαστήριο εξουσία γενικής αναστολής διαδικασίας ή οποιουδήποτε άλλου θέματος, εκτός από όσα ρητώς αναφέρονται στον ίδιο τον Κανονισμό. Η γενική τοποθέτηση της νομολογίας, είναι ότι η καταχώριση έφεσης, δεν αναστέλλει την εκκρεμούσα διαδικασία, ούτε και αναστέλλει τους καρπούς της δικαστικής απόφασης. Η Δ.35 κ. 18 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών περιορίζει την εξουσία της αναστολής σε θέματα εκτέλεσης, που, κατά τους Θεσμούς σκοπό έχουν την εφαρμογή δικαστικής απόφασης ή διατάγματος. Εφόσον κριθεί ότι, η περίπτωση είναι κατάλληλη για έκδοση διαταγής για την αναστολή της εκτέλεσης, το Δικαστήριο έχει καθήκον να επιλέξει τους κατάλληλους για την περίπτωση όρους για να τεθεί σε ισχύ η διαταγή της αναστολής. Εναπόκειται, επομένως, στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου η επιλογή των όρων που θα τεθούν προκειμένου να επιφέρουν την εξισορρόπηση των συγκρουόμενων δικαιωμάτων μέχρι την αποπεράτωση της έφεσης (βλ. Χαραλάμπους ν. A. Panayides Contracting Ltd
(2001)1 Α.Α.Δ. 1978). Στην νομική τους βάση οι Αιτητές αναφέρουν μεταξύ άλλων και την υπόθεση Δημητρούδης v. Λουγκρίδης
(2011)1 Α.Α.Δ. 687. Τα γεγονότα της υπόθεσης αυτής αφορούσαν αναστολή εκτέλεσης δικαστικής απόφασης εκκρεμούσης εφέσεως. Το Δικαστήριο σε αυτή την υπόθεση αποφάσισε πως: (α) Το αντικείμενο της αναστολής δυνάμει της Δ.35, θ.18, είναι «.....η υποχρέωση ή καθήκον που επιβάλλεται από την απόφαση, και όχι η παγοποίηση ή ο προσωρινός παραμερισμός της απόφασης η οποία εφεσιβάλλεται». (β) Γενικά το αντικείμενο της αναστολής συναρτάται προς ορισμένη θετική ενέργεια, υποχρέωση ή καθήκον που επιβάλλεται από την εφεσιβαλλόμενη απόφαση. H υπόθεση Erinford Properties Ltd & Another v. Cheshire County Council
(1974)2 All E.R. 448, η οποία επίσης αναφέρεται στη νομική βάση της αίτησης, είναι η κλασσική αγγλική αυθεντία που αφορά παρεμπίπτον διάταγμα εκκρεμούσας έφεσης. Στην εν λόγω υπόθεση επαναλήφθηκαν οι προϋποθέσεις που κατέγραψα πιο πάνω. Δηλαδή όταν το Δικαστήριο πρόκειται να εκδώσει τέτοιο διάταγμα αναστολής έχει καθήκον να εξισορροπήσει τα δικαιώματα του επιτυχόντος διαδίκου, που συνίστανται στην άμεση, κατά κανόνα, απόλαυση των καρπών της επιτυχίας του, με το ταυτόχρονο δικαίωμα του αποτυχόντος διαδίκου να μην καταστεί η τυχόν υπέρ του απόφαση, κατ' έφεση, εντελώς κενή περιεχομένου. Σταθμίζοντας στην παρούσα υπόθεση τα δικαιώματα του επιτυχόντος διαδίκου, που συνίστανται στην άμεση, κατά κανόνα, απόλαυση των καρπών της επιτυχίας του, με το ταυτόχρονο δικαίωμα του αποτυχόντος διαδίκου να μην καταστεί η τυχόν υπέρ του απόφαση, κατ' έφεση, εντελώς κενή περιεχομένου. Θα πρέπει όμως να ειπωθεί ότι στη βάση των γεγονότων της παρούσας υπόθεσης δεν δικαιολογείται η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων καθότι ακόμα και να πετύχει η έφεση εναντίον της απόφασης ημερομηνίας 24.11.2021, αυτή θα έχει σαν αποτέλεσμα τη μη περαιτέρω προώθηση της διαδικασίας που προνοείται στο Μέρος VIA του νόμου η οποία προωθήθηκε με την υφιστάμενη Ειδοποίηση Τύπου «ΙΑ». Όμως η Καθ' ης η αίτηση δεν εμποδίζεται να επανέλθει με την επίδοση νέας. Ως προς το ζήτημα των εξαιρετικών περιστάσεων, ικανών να δικαιολογήσουν την έκδοσή του, θα πρέπει υπό τις περιστάσεις οι Αιτητές να καταδείξουν ότι τυχόν απόρριψη της αίτησης θα τους επιφέρει ανεπανόρθωτη βλάβη. Κρίνω ότι δεν πληρείται η προϋπόθεση αυτή καθότι: (α) Με την έφεση δεν αμφισβητείται το δικαίωμα της Καθ' ης η αίτηση να προχωρήσει με εκποίηση της υποθήκης. Αυτό που αμφισβητούν οι Αιτητές είναι το εάν η Ειδοποίηση Τύπου «ΙΑ» τους επιδόθηκε νομότυπα, που και να μην επιδόθηκε νομότυπα, δεν εμποδίζει την Καθ' ης η αίτηση, όπως προαναφέρθηκε, να προχωρήσει με την εκποίηση της επίδικης υποθήκης με την επίδοση νέας ειδοποίησης. (β) Ακόμα και να πετύχει η έφεση εναντίον της απόφασης δεν θα προκληθεί ανεπανόρθωτη βλάβη στους Αιτητές αφού αποδέχθηκαν εκ συμφώνου εκποίηση της υποθήκης XXXXX/2010 με την έκδοση απόφασης εναντίον τους την 06.02.2015 στα πλαίσια της Αγωγής Αρ. 3583/
  1. (γ) Η «ανεπανόρθωτη βλάβη» που επικαλούνται οι Αιτητές, δεν συνδέεται με την επιτυχία της έφεσης. Η κατ' ισχυρισμό τους ανεπανόρθωτη βλάβη δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από το γεγονός ότι με την επιβάρυνση της περιουσίας τους με υποθήκη, προς όφελος της Καθ' ης η αίτηση: (α) την οποία αναμφισβήτητα οι Αιτητές ενέγραψαν με την ελεύθερη βούλησή τους, και (β) οι Αιτητές με την εγγραφή της αποδέχθηκαν τον «κίνδυνο» εκποίησης της υποθήκης, τόσο όταν παραχώρησαν την υποθήκη όσο και όταν αποδέχθηκαν εκ συμφώνου την εκποίησή της με την απόφαση ημερομηνίας 06.02.
  2. Ως προς το κατά πόσον επί της ουσίας η Έφεση έχει συζητήσιμη βάση, κριτήριο το οποίο επίσης εξετάζεται, αν και οριακής σημασίας σύμφωνα με τη νομολογία, θα πρέπει να παρατηρήσω ότι ούτε αυτό το κριτήριο εκπληρώνεται στη βάση των γεγονότων της υπόθεσης καθότι και ακόμα πετύχει η έφεση δεν εμποδίζεται η Καθ' ης η αίτηση να προχωρήσει με την εκποίηση της υποθήκης με την αποστολή νέων ειδοποιήσεων. Η αίτηση όμως θα πρέπει να απορριφθεί και για τον λόγο ότι τυχόν έγκριση της θα επενεργούσε ενάντια στα συμφέροντα της δικαιοσύνης αφού, όπως κρίνω, η Καθ' ης η αίτηση θα αποστερηθεί χωρίς ουσιαστικό λόγο τους καρπούς της επιτυχίας της ως εξ αποφάσεως πιστωτής αλλά και των δικαιωμάτων της ως ενυπόθηκος δανειστής. Στην αποκόμιση αυτής της αντίληψης συνηγορούν τα ακόλουθα: (α) Οι Αιτητές αποδέχθηκαν την έκδοση απόφασης εναντίον τους η οποία διατάσσει την εκποίηση της υποθήκης. (β) Η ρηθείσα απόφαση εξεδόθη την 06.02.2015, πέραν των επτά χρόνων πριν και δεν έχει ικανοποιηθεί καθόλου. (γ) Οι Αιτητές παραχώρησαν με την ελεύθερη βούλησή τους την επίδικη υποθήκη το 2010, εδώ και δώδεκα χρόνια, για εξασφάλιση δανείου το οποίο παραδέχονται πως δεν αποπλήρωσαν. (δ) Η διαδικασία εκποίησης έχει ήδη αρχίσει αφού την 24.11.2021 ήταν ορισμένος ο πρώτος πλειστηριασμός έστω και αν αυτός απέτυχε υπό την έννοια της μη πώλησης των ενυπόθηκων ακινήτων. (ε) Με την έφεση τους οι Αιτητές δεν αμφισβητούν το δικαίωμα της Καθ' ης η αίτηση να προωθεί τη διαδικασία εκποίησης της υποθήκης. (στ) Με την Έφεση τους αμφισβητούν την νομιμότητα επίδοσης της Ειδοποίησης Τύπου «ΙΑ» καθώς η Καθ' ης η αίτηση δεν επιχείρησε προηγουμένως να την αποστείλει με διπλοσυστημένη επιστολή. Το ζήτημα κρίθηκε ήδη στην προηγηθείσα διαδικασία της Αίτησης/Έφεσης και κρίθηκε ότι υπήρξε η δέουσα επίδοση. Από τα πιο πάνω, προκύπτει πως σε περίπτωση έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων, η Καθ' ης η αίτηση θα αποστερηθεί χωρίς ουσιαστικό λόγο τους καρπούς της επιτυχίας της ως εξ αποφάσεως πιστωτής (από το 2015) και ως ενυπόθηκος δανειστής (από το 2010). Κρίνω ότι υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης θα ήταν άδικο για την Καθ' ης η αίτηση και ταυτόχρονα αντινομικό να επιτραπεί κάτι τέτοιο. Στη βάση επομένως και αυτού του λόγου η αίτηση είναι απορριπτέα. Η αίτηση όμως απορρίπτεται και για τον λόγο που προβάλλει στην ένσταση της η Καθ' ης η αίτηση ότι συνιστά κατάχρηση των δικαστικών διαδικασιών. Τούτο δε για τον λόγο ότι με Αίτηση/Έφεση οι Αιτητές προσπάθησαν να ακυρώσουν τη διαδικασία πλειστηριασμού και απέτυχαν. Το Δικαστήριο εξέδωσε απόφαση στις 24.11.2021, ημέρα κατά την οποία ήταν ορισμένος και ο πλειστηριασμός, ο οποίος προωθήθηκε, ως ήταν προγραμματισμένος. Με την παρούσα αίτησή τους, οι Αιτητές ζητούν την αναστολή της συνέχισης της προνοούμενης διαδικασίας όταν αποτύχει ο πλειστηριασμός, όταν δηλαδή δεν πωληθούν τα ενυπόθηκα ακίνητα, λόγω του ότι η έφεση εναντίον απόφασης δεν προσβάλλει καν το δικαίωμα της Καθ' ης η αίτηση να προωθεί τον πλειστηριασμό. Δηλαδή με δύο διαδοχικές αιτήσεις τους, στη βάση ακριβώς των ίδιων γεγονότων, οι Αιτητές ζητούν από το Δικαστήριο το ίδιο πράγμα να μην επιτρέψει την εκποίηση της υποθήκης. Στην υπόθεση Διευθυντής των Φυλακών v. Παρέλλα Τζεννάρο,
(1995)1 Α.Α.Δ. 217 όπου στη σελ.222 της απόφασης, διατυπώνονται με σαφήνεια οι αρχές που διέπουν την άσκηση της δικαιοδοσίας για την αποτροπή κατάχρησης των δικαιοδοσιών του Δικαστηρίου ως ακολούθως: «Η δικαιοδοσία για την παρεμπόδιση, περιστολή, απόρριψη ή αναστολή διαδικασίας που συνιστά κατάχρηση των δικαιοδοσιών του Δικαστηρίου, εκπηγάζει από την ίδια τη φύση της δικαστικής λειτουργίας που έχει ως λόγο το δίκαιο και μέσο τους μηχανισμούς που προάγουν την κατίσχυσή του. Γι' αυτό, η δικαιοδοσία για τη χρήση πρόσφορων μέσων για την παρεμπόδιση κατάχρησης των δικαιοδοσιών είναι σύμφυτη, ενυπάρχει σε κάθε Δικαστήριο, απόρροια της κυριαρχίας των Δικαστηρίων στους μηχανισμούς για την απονομή της δικαιοσύνης. Τα μέσα για την αποτροπή της κατάχρησης της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, δε συναρτώνται με οποιοδήποτε συγκεκριμένο διάταγμα ή διατάγματα· μπορεί να προσλάβουν οποιαδήποτε μορφή που επιβάλλει η ανάγκη στη συγκεκριμένη περίπτωση για την περιφρούρηση του σκοπού για τον οποίο παρέχονται οι δικαιοδοσίες του Δικαστηρίου». Στην υπόθεση Re Αρχιεπίσκοπος Κύπρου (Αρ. 2) http://cylaw.org/cgi-bin/open.pl?file=/apofaseis/aad/meros_1/1993/rep/1993_1_0248.htm C.L.R. 248 διαπιστώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο πως υφίσταται κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας όταν, με τη χρήση διαφορετικών ένδικων μέσων, επιδιώκεται όμοιος σκοπός, με το κρίσιμο στοιχείο να είναι η επιδίωξη της ίδιας θεραπείας με διαφορετικά ένδικα μέσα. Στην Constantinides v. Vima Ltd
(1983)1 C.L.R. 348, αποφασίστηκε ότι τα κυπριακά δικαστήρια έχουν την ίδια εξουσία, όπως και τα αγγλικά δικαστήρια, να ελέγχουν τις διαδικασίες προς αποφυγή καταχρήσεων της δικαστικής διαδικασίας. Η κατάχρηση της διαδικασίας μπορεί να προσλάβει πολλές μορφές ανάλογα ευρεία είναι και η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου για την παρεμπόδιση της. Όπως δε αναφέρθηκε: «Από τα πολύ παλιά χρόνια έγινε δεκτό ότι η έγερση ή η προώθηση περισσοτέρων της μιας διαδικασιών για την επίτευξη στόχων που μπορεί και έπρεπε να επιδιωχθούν σε μια διαδικασία, συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας (βλ. Williams v. Hunt
(1905)1 K.P.512). Στην Πολιτική Έφεση 8894 (αποφασίστηκε στις 28.4.93), η Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου διαπίστωσε ότι: «...Η επίκληση των δικαιοδοσιών του Ανωτάτου Δικαστηρίου ελέγχεται προς αποτροπή κατάχρησης των δικαιοδοσιών. Η επιδίωξη όμοιων σκοπών με την υιοθέτηση παράλληλων ένδικων μέσων ελέγχεται από το Δικαστήριο όπως και γενικότερα η πολλαπλότητα των διαδικασιών για την επίτευξη του ίδιου στόχου». Περαιτέρω στην ίδια απόφαση και στη σελ.224 αναφέρεται ότι: «Ο λόγος των δικαστικών αποφάσεων συναρτάται με την επίλυση διαφορών ζωτικών για τον προσδιορισμό των δικαιωμάτων εκείνου που επικαλείται τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου στο πλαίσιο των θεσμοθετημένων διαδικασιών». Εκτεταμένη ανάλυση των σχετικών αρχών γίνεται και στην υπόθεση Beogradska DD
(1996)1 Α.Α.Δ.
  1. Ο κ. Καλλής, Δ. που εξέδωσε την ομόφωνη απόφαση του Εφετείου εκκινώντας από τις αρχές όπως διατυπώθηκαν στην υπόθεση Περέλλα (ανωτέρω) κάμνει μια εκτεταμένη ανασκόπηση σχετικών αποφάσεων του δικού μας Ανώτατου Δικαστηρίου αλλά και των Αγγλικών Δικαστηρίων και ειδικότερα πραγματεύεται το θέμα κατά πόσο στην περίπτωση διαπίστωσης κατάχρησης της διαδικασίας του Δικαστηρίου η ορθή θεραπεία είναι η απόρριψη της μιας από τις δύο διαδικασίες ή η αναστολή της και καταλήγει με τα εξής: «Όπως φαίνεται από την πιο πάνω επισκόπηση της Αγγλικής νομολογίας η τελευταία έχει υιοθετήσει κατά κανόνα το μέτρο της αναστολής της μιας από τις δύο διαδικασίες - της μεταγενέστερης. Έχει δε υιοθετήσει το μέτρο της απόρριψης σε ποινικές υποθέσεις (βλ. Mills πιο πάνω). Δεν έχει διατυπώσει οποιοδήποτε κανόνα ο οποίος ρυθμίζει το πότε εφαρμόζεται το ένα ή το άλλο από τα δύο μέτρα. Η δική μας νομολογία έχει υιοθετήσει τόσο το μέτρο της απόρριψης (βλ. Περέλλα πιο πάνω) όσο και το μέτρο της αναστολής (βλ. Κωνσταντινίδης και Υψαρίδης, πιο πάνω). Χωρίς να επιχειρούμε τη διατύπωση ενός άκαμπτου κανόνα θεωρούμε ότι εκεί που η μεταγενέστερη διαδικασία καλύπτει ουσιωδώς τα ίδια ζητήματα αυτή πρέπει να απορρίπτεται. Εκεί που καλύπτει ζητήματα τα οποία δεν εγείρονται καθόλου στην προγενέστερη διαδικασία τότε πρέπει να αναστέλλεται μέχρι την εκδίκαση της προγενέστερης διαδικασίας». Εφαρμόζοντας τις αρχές που προκύπτουν από την ως άνω νομολογία κρίνω ότι η παρούσα Αίτηση είναι και καταχρηστική, διότι οι Αιτητές, με διαφορετικά ένδικα μέσα, επιδιώκουν ακριβώς την ίδια θεραπεία, να σταματήσουν δηλαδή την εκποίηση της υποθήκης που παραχώρησαν με την ελεύθερη βούλησή τους κάτι που αποδέχθηκαν ως ενδεχόμενο κατά την εγγραφή της αλλά και με την έκδοση εκ συμφώνου απόφασης εναντίον τους το
  2. Η επίκληση της Οδηγίας της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου στη βάση του Άρθρου 41 των περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμους του 1997 έως 2015 και ειδικότερα στο Τμήμα ΙΙΙ αυτής 'Επιλογές Αναδιάρθρωσης Χορηγήσεων' στην οποία με παρέπεμψαν οι συνήγοροι των Αιτητών και αφορά Εξώδικη Αναδιάρθρωση Χορηγήσεων, στο κεφάλαιο με τις Μόνιμες Λύσεις υπό VII Μείωση Επιτοκίου, για να καταδειχθεί το άτεγκτο της στάσης της Καθ' ης η αίτησης, όπως εισηγείται η πλευρά των Αιτητών, κατά την αντίληψη μου εφόσον δεν προκύπτει οτιδήποτε διαφορετικό από τις ερμηνευτικές διατάξεις είτε της Οδηγίας είτε της σχετικής νομοθεσίας, τότε δεν μπορεί να τυγχάνει εφαρμογής στο στάδιο αυτό που έχει φτάσει η διαφορά μεταξύ των διαδίκων εφόσον εδώ υπάρχει δικαστική απόφαση με τις υποχρεώσεις των Αιτητών να έχουν πλέον αποκρυσταλλωθεί και δεν αφορά πλέον εξώδικη αναδιάρθρωση αλλά ό,τι απομένει είναι η ικανοποίηση δικαστικής απόφασης και δεν αφορά εξώδικη αναδιάρθρωση δανειακών υποχρεώσεων όταν πληρούνται τα κριτήρια που έχουν τεθεί. Το γεγονός ότι η Καθ' ης η αίτηση επιδιώκει την πώληση των ενυπόθηκων ακινήτων σύμφωνα με τις πρόνοιες του Μέρους VIA του Ν.9/1965 και όχι συμφώνως του δικαστικού διατάγματος στην απόφαση της Αγωγής 3583/2013 διά δημοσίου πλειστηριασμού, αυτό κατά την αντίληψη μου γίνεται στη βάση των δυνατοτήτων που της παρέχονται πλέον με τις τροποποιήσεις που έχουν επέλθει στον Νόμο, ο οποίος, εφόσον δεν καταδεικνύεται οποιαδήποτε ζημιά την οποία υφίστανται οι Αιτητές με τις νέες διαδικασίες που έχουν προβλεφθεί, δεν μπορεί να κριθεί ως αντισυνταγματικός σύμφωνα με την επιχειρηματολογία που ανέπτυξαν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι τους. Πρόκειται εξάλλου για ζήτημα που απασχόλησε το Δικαστήριο στην απόφαση του της 24.11.2021 και καταχρηστικά επαναφέρεται το ίδιο ζήτημα προς απόφανση στο νέο αυτό δικαστικό διάβημα των Αιτητών. Το ζήτημα της κατάδειξης ζημιάς την οποία ενδεχομένως να υποστούν οι Αιτητές για την οποία θα δικαιούνταν αποζημίωσης, άπτεται και των αιτιάσεων που προβλήθηκαν από τους Αιτητές περί αφερεγγυότητας της Καθ' ης η αίτηση και της αδυναμίας της για απόδοση αποζημιώσεων σε αυτούς σε περίπτωση που πετύχει η έφεση τους στην Π.Ε. 9/
  3. Δεν χρειάζεται να προβώ σε ανάλυση, της ικανής κατά τα άλλα επιχειρηματολογίας που αναπτύχθηκε από πλευράς των Αιτητών για το ζήτημα, εφόσον, εύστοχα όπως τέθηκε το ερώτημα από πλευράς της ευπαίδευτης συνηγόρου της Καθ' ης η αίτηση, ποια θα είναι η ζημιά αυτή την οποία επικαλούνται οι Αιτητές ότι θα υποστούν για να δικαιούνται αποζημίωσης, όταν τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης όπως είναι κοινά παραδεκτά δεν οδηγούν σε μια τέτοια προοπτική. Τι είδους και τι ύψους πράγματι αποζημιώσεις θα μπορούσαν οι Αιτητές να δικαιούνται πετυχαίνοντας στην ως άνω έφεση τους όταν η Καθ' ης η αίτηση θα έχει το δικαίωμα να δρομολογήσει εκ νέου τη διαδικασία πλειστηριασμού των ενυπόθηκων ακινήτων είτε με τον ένα τρόπο είτε με τον άλλο, ακόμα και εάν τα ενυπόθηκα ακίνητα εγγραφούν επ' ονόματι της; Επομένως εύλογα τέθηκε το ερώτημα και τούτο σε παραπομπή και στα ποσά που οφείλονται, που όπως είναι παραδεκτό από συνολικό δανεισμό ύψους €690.000,00 καταβλήθηκε το ποσό των €175.000,00 (Παρ. 17.6 της Ε/Δ του Αιτητή 1) και όπως επίσης είναι παραδεκτό οφείλεται το υπόλοιπο χωρίς να καταβάλλεται οποιοδήποτε ποσό έναντι, με αποτέλεσμα το υπόλοιπο να επιβαρύνεται με τόκους και έξοδα. Επομένως, υπό το φως των πιο πάνω κρίνω ότι οι αιτιάσεις που οι Αιτητές προβάλλουν περί αδυναμίας της Καθ' ης η αίτηση να τους αποζημιώσει δεν έχουν έρεισμα στα γεγονότα της υπόθεσης, παραμένουν χωρίς αντίκρισμα και ως εκ τούτου απορρίπτονται εφόσον τέτοιο ζήτημα δεν μπορεί εκ των πραγμάτων να προκύψει αλλά ούτε και είναι υπό τις περιστάσεις τέτοια η περίσταση που θα δικαιολογούσε οποιασδήποτε μορφής αποζημιώσεις. Στη βάση όλων των πιο πάνω δεν βλέπω πως θα μπορούσε να καταστεί η έφεση των Αιτητών «εξ ολοκλήρου άνευ αντικειμένου και μάταιη». ΚΑΤΑΛΗΞΗ / ΕΞΟΔΑ: Για όλους τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω καταλήγω ότι δεν δικαιολογείται η έκδοση οποιουδήποτε από τα αιτούμενα διατάγματα. Ως εκ τούτου η αίτηση απορρίπτεται. Επιδικάζονται έξοδα όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο υπέρ της Καθ' ης η αίτηση και εναντίον των Αιτητών ομού και/ή κεχωρισμένως. (Υπ.)........... Χρ. Γ. Φιλίππου, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.