Διανέλλου ν. Μινέρβα Ασφαλιστική Εταιρεία Δημόσια Λίμιτεδ, Αγωγή αρ.1173/14, 10/5/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2022:A100 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Μ. Ναθαναήλ, Ε.Δ. Αγωγή αρ.1173/14 Μεταξύ: XXXXX Διανέλλου Ενάγοντας και Μινέρβα Ασφαλιστική Εταιρεία Δημόσια Λίμιτεδ Εναγόμενη Ημερομηνία: 10.5.22 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα: κ. Βελάρης Για Εναγόμενη: κα. Λεωνίδου για Χ. Κυριακίδης Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στο ειδώλιο του μάρτυρα βρίσκεται ο ενάγοντας ο οποίος αυτή τη στιγμή αντεξετάζεται σε σχέση τόσο με την έκταση των τραυματισμών του αλλά και το μέγεθος στο οποίο αυτοί επηρέασαν και συνεχίζουν να επηρεάζουν την εισοδηματική του ικανότητα. Προτού το Δικαστήριο προχωρήσει στην νομική ανάλυση των ζητημάτων που προκύπτουν, οφείλει όπως γινεί μια μικρή εισαγωγή ως προς τα γεγονότα που συνθέτουν την παρούσα αξίωση. Ο ενάγοντας ενεπλάκη σε τροχαίο ατύχημα, κατά το οποίο υπέστη τραυματισμούς, οι οποίοι, ως δικογραφεί, τον ταλαιπωρούν μέχρι σήμερα, με αποτέλεσμα να έχει επηρεαστεί όχι μόνο η ποιότητα ζωής του αλλά και η εισοδηματική του ικανότητα. Σημειώνεται, ως η ίδια η παραδοχή του ενάγοντος ότι, τόσο προ του ατυχήματος αλλά και μετέπειτα συνεχίζει να εργάζεται στην οικογενειακή επιχείρηση με την ονομασία «Φυτώρια Διαννέλος». Ενώ προ του ατυχήματος μπορούσε να αναλάβει και να εκτελέσει όλων των ειδών τις εργασίες στο φυτώριο, τώρα, η εργασία του περιορίζεται μόνο στην εξυπηρέτηση πελατών στο ταμείο, μην μπορώντας όπως φυτέψει, μετακινήσει ή κουβαλήσει οποιοδήποτε σχεδόν βάρος, σε σχέση με υλικά ή γλάστρες που βρίσκονται στο φυτώριο, γεγονός που επηρέασε μεταξύ άλλων, και την αμοιβή του. Κατά την αντεξέταση του, η κα. Λεωνίδου επιχείρησε όπως του υποδείξει υλικό, ήτοι φωτογραφίες και βίντεο, ως αυτά λήφθηκαν στον χώρο εργασίας του από ιδιώτη ερευνητή μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας. Το εν λόγω υλικό αποκάλυψαν οι εναγόμενοι καταχωρώντας την 3.5.22 συμπληρωματική ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων. Ο κ. Βελάρης έφερε ένσταση στην κατάθεση και προβολή του υλικού επικαλούμενος «παραβίαση πληθώρας νομοθετημάτων», ως ανέφερε χαρακτηριστικά, τονίζοντας την άγνοια του πελάτη του ως προς την βιντεοσκόπηση, το γεγονός ότι η πλευρά του ενάγοντα βρέθηκε εξαπίνης με την παρουσίαση της συγκεκριμένης μαρτυρίας, καθώς φυσικά και την μη συγκατάθεση του ενάγοντα στην λήψη τέτοιων δεδομένων. Εις απάντηση, η κα. Λεωνίδου, παρέπεμψε το Δικαστήριο σε εγχώρια και Ευρωπαϊκή Νομολογία η οποία έχει καταπιαστεί με το συγκεκριμένο ζήτημα, ήτοι σε περιπτώσεις που έχει υπάρξει συλλογή προσωπικών δεδομένων από ασφαλιστικές εταιρείες, καθώς επίσης και στην σχετική με το προκείμενο Νομοθεσία. Το Δικαίωμα στην ιδιωτική ζωή είναι κατοχυρωμένο μέσω του 'Αρθρου 15 του Συντάγματος και του Άρθρου 8 της Ευρωπαϊκής Συνθήκης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, ως αυτή κυρώθηκε από την Κυπριακή Δημοκρατία μέσω του Νόμου 39/1962. Η επεξήγηση των όρων «επέμβαση» αλλά και «διαφύλαξη της ιδιωτικής ζωής» επεξηγήθηκαν σε πλειάδα αποφάσεων του Ανώτατου Δικαστηρίου και παραπέμπω ενδεικτικά στην Απόφαση Πάρπας
(1988)2 Α.Α.Δ. 5, καθώς και στις αποφάσεις Αστυνομία ν Γεωργιάδη
(1983)2 Α.Α.Δ 33, και Αστυνομία ν Χριστόδουλου Γιάλλουρου
(1992)2 ΑΑΔ
- Στην παράγραφο 621 του Οδηγού «Guide to Article 8», ημερομηνίας 31.8.21, Οδηγός ο οποίος εκδίδεται από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, διαβάζουμε τα ακόλουθα: «Secret Surveillance of an individual can only be justified under Art. 8 if it is in «accordance with the law» and «pursues one or more legitimate aims» to which paragraph 2 of Αrt. 8 refers and it is necessary in a democratic society in order to achieve such aims (Kennedy v United Kingdom no. 26839/05, 18 May 2010). As to the first point, this means that the surveillance must have some basis in domestic law and be compatible with the rule of law». Σημειώνεται ότι το εν πιο πάνω απόσπασμα αφορά και πραγματεύεται μεθόδους επιτήρησης και/ή παρακολούθησης από τις μυστικές υπηρεσίες ενός κράτους ή την αστυνομία, όμως το σκεπτικό μπορεί να επεκταθεί και να χρησιμοποιηθεί και σε περιπτώσεις ως η παρούσα, όπου παρακολούθηση ενός υποκείμενου γίνεται κατά παραγγελία από μια ασφαλιστική εταιρεία, η οποία προσπαθεί να υπερασπιστεί τα δικά της δικαιώματα ενώπιον ενός Δικαστηρίου. Η φύση των υποχρεώσεων ενός κράτους κάτω από το 'Άρθρο 8 της ΕΣΑΔ και το αντίστοιχο Άρθρου 15 του Συντάγματος μας, αναλύεται εύστοχα στο Σύγγραμμα του Α. Σισιλιανού, Δικαστή στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Καθηγητή του Νομικού Τμήματος του Πανεπιστημίου Αθηνών, με τίτλο «Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου- Ερμηνεία Κατ' Άρθρο» 2013, σελ.
- Στην απόφαση Hatton v Ηνωμένο Βασίλειο του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (Ευρεία Σύνθεση) ημερομηνίας 8.7.2003 (ΕΔΔΑ) παρ. 116-130, έτυχε ανάλυσης η προσπάθεια που οφείλει όπως γίνεται κάθε φορά από το κράτος-μέλος στην επίτευξη μιας ισορροπίας μεταξύ των εννόμων συμφερόντων του κράτους, τα οποία επεκτείνονται σε ενδιαφερόμενους τρίτους, και της απόλαυσης ενός προστατευμένου από την Σύμβαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, δικαιώματος. Αυτό φυσικά δεν μπορεί να γίνει αν δεν υπάρχει αντίστοιχη ρύθμιση -ως η εθνική μας υποχρέωση- μέσω θέσπισης Νομοθετήματος και ασφαλιστικών δικλίδων ως προς την αναγκαιότητα λήψης και αποθήκευσης συγκεκριμένα, ως προς την παρούσα περίπτωση, προσωπικών δεδομένων, προς τούτη την κατεύθυνση. Σε συνάρτηση με τα πιο πάνω, θεσπίστηκε ο Νόμος 138(Ι)/2001, ως αυτός τροποποιήθηκε, με τίτλο Επεξεργασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (Προστασία του Ατόμου) Νόμος του
- 'Ερευνα του Δικαστηρίου έφερε στο φως και άλλες αποφάσεις αδελφών δικαστών επί του προκείμενου και παραπέμπω προς τούτου στην απόφαση της Έντιμης Δ. Σωκράτους Π.Ε.Δ (ως ήταν τότε) στην υπόθεση 294/2007 Λένιν Θεοδούλου ν Moustafa Svavadi ημερομηνίας 14.9.2011 του Ε.Δ. Λεμεσού και στην απόφαση Βικτώριας Δημητρίου ν
- Κυριάκου Κακουλλή κ.α του Έντιμου Δ. Φιλίππου (Α.Ε.Δ. ως ήταν τότε) Αριθμός αγωγής 2394/16 ημερομηνίας 9.12.
- Παραπέμπω επίσης και στην Απόφαση της Ελληνική Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα με αριθμό 19/2010 ( Αριθμός Αναφοράς Πρωτ. Γ/ ΕΞ/ 1326-1/30-03-2010) που πραγματεύεται παρόμοιας φύσεως, ζητήματα. Στην προκείμενη, πέραν από τις πρόνοιες του Συντάγματος, σχετικές είναι και οι πρόνοιες των ακόλουθων Νομοθετημάτων, ήτοι το Δίκαιο της Απόδειξης, ο Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμος, ο Επεξεργασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (Προστασία του Ατόμου) Νόμος -138(Ι)/ 2001 και ο Περί Υποχρεωτικής Ασφάλισης Νόμος Ν.96(Ι)/
- Το Άρθρο 15 του Συντάγματος προνοεί τα ακόλουθα: «
- Έκαστος έχει το δικαίωμα όπως η ιδιωτική και οικογενειακή αυτού ζωή τυγχάνει σεβασμού.
- Δεν χωρεί επέμβασης κατά την άσκησιν του δικαιώματος τούτου, ειμή τοιαύτη οία θα ήτο σύμφωνος προς τον νόμον και την αναγκαία μόνον προς το συμφέρον της ασφαλείας της Δημοκρατίας ή της συνταγματικής τάξεως ή της δημοσίας ασφαλείας ή της δημοσίας τάξεως ή της δημοσίας υγείας ή των δημοσίων ηθών ή της προστασίας των δικαιωμάτων και των ελευθεριών των υπό του Συντάγματος ηγγυημένων εις παν πρόσωπον.» Η πιο πάνω προστασία συμπεριλαμβάνεται στο άρθρο 8 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα. Κάτω από τον τίτλο «Πραγματική Μαρτυρία» στο Σύγγραμμα «Το Δίκαιο Της Απόδειξης: Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές των Τάκη Ηλιάδη & Νικόλα Γ. Σάντη Έκδοση 2014 στη σελ. 337 καταγράφονται τα ακόλουθα: «Μορφές Πραγματικής Μαρτυρίας
- Φωτογραφήσεις, Βιντεογραφήσεις Και Ηχογραφήσεις: «Φωτογραφίες, βιντεοσκοπήσεις, ηχογραφήσεις, καθώς και τα δημιουργήματα άλλων αντίστοιχων λειτουργιών, μπορούν να γίνουν αποδεκτά ως μαρτυρία, είτε για την αλήθεια του περιεχομένου τους (R v Senat
(1968)52 Cr App R 282), είτε ως πρωτογενής μαρτυρία προς απόδειξη του γεγονότος γενέσεως τους (Έπαρχος Λεμεσού v Γιωργαλλά
(2003)2 ΑΑΔ 298), ή ακόμα - όπως θα δούμε και πιο κάτω - ως περιγραφική της σκηνής του εγκλήματος υπό τύπον αναπαράστασης ή ανασυγκρότησης (Σταυρινού v. Δημοκρατίας
(2008)2 ΑΑΔ 706). Δεν υπάρχει διαφορά μεταξύ φωτογραφιών, βινετεοσκοπήσεων και ηχογραφήσεων αφού και στις τρεις αυτές περιπτώσεις, καταγράφονται γεγονότα, όπως το τι είναι που απεικονίζει μια φωτογραφία, τι είναι που έχει λεχθεί σε μια συνομιλία και τι έχει καταγραφεί σε μια βιντεοταινία. Το Δικαστήριο που βλέπει και ακούει μια τέτοια μαρτυρία, δέχεται τη θέση του μάρτυρα που στην πραγματικότητα άκουσε, είδε ή διάβασε τι συνέβη έτσι που η μαρτυρία που προσφέρεται να καθίσταται πραγματική μαρτυρία. Η φωτογραφία αναπαράγει με μηχανικά και χημικά μέσα μια εικόνα που οράται με γυμνό μάτι, ενώ η ηχογράφηση, περιέχει το αποτέλεσμα της λειτουργίας συσκευής που συλλαμβάνει και καταγράφει συνομιλίες (Έπαρχος Λεμεσού v Γιωργαλλά
(2003)2 ΑΑΔ 298).» Συνεχίζει η παρ. 2 (β) του Συγγράμματος, υπό τον τίτλο Βιντεοσκοπήσεις και Ηχογραφήσεις με την ακόλουθη αναφορά: «Βιντεοσκοπήσεις και ηχογραφήσεις μπορεί να γίνουν αποδεκτές ως μαρτυρία (Senior and Others v Holdsworth
(1975)2 All ER 1009, The Statue of Liberty
(1968)2 All ER 195), ως απόδειξη της αλήθειας του περιεχομένου τους αλλά και ως πρωτογενής μαρτυρία για το ότι πράγματι έλαβαν χώραν (R v Senat
(1968)52 Cr App R 282). Μια μαγνητοταινία ή ταινία μπορεί να παρουσιάσει ορατό χαρακτηριστικό ή τόνο φωνής που σε δεδομένη στιγμή δυνατόν να αποκτήσει ιδιάζουσα σημασία στην παραπέρα εξέλιξη της διαδικασίας. Οι καταγραφές μετατρέπονται με τον τρόπο αυτό σε πραγματική μαρτυρία και το περιεχόμενο τους γίνεται αναλόγως αποδεκτό (R v Maqsud Ali and Another
(1965)2 All ER 464)» . Ο Περί Επεξεργασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (Προστασία του Ατόμου) Νόμος του 2001 (Ν.138(Ι)/2001) περιέχει διατάξεις που αποσκοπούν στην προστασία των πιο πάνω δικαιωμάτων, η οποία επιτυγχάνεται μέσω συγκεκριμένων περιορισμών στην συλλογή και επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, η συλλογή των οποίων είναι επιτρεπτή μόνο υπό εξαιρέσεις. Βάσει του ερμηνευτικού άρθρου 2 του Νομοθετήματος, «δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα» ή «δεδομένα» σημαίνει: «κάθε πληροφορία που αναφέρεται σε υποκείμενο των δεδομένων που βρίσκεται εν ζωή. Δεν λογίζονται ως δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα τα στατιστικής φύσεως συγκεντρωτικά στοιχεία, από τα οποία δε δύνανται πλέον να προσδιορισθούν τα υποκείμενα των δεδομένων». ενώ ο όρος «επεξεργασία» ή «επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα» σημαίνει: «κάθε εργασία ή σειρά εργασιών που πραγματοποιείται από οποιοδήποτε πρόσωπο με η χωρίς τη βοήθεια αυτοματοποιημένων μεθόδων και που εφαρμόζεται σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα και περιλαμβάνει τη συλλογή, καταχώριση, οργάνωση, διατήρηση, αποθήκευση, τροποποίηση, εξαγωγή, χρήση, διαβίβαση, διάδοση ή κάθε άλλης μορφής διάθεση, τη συσχέτιση ή το συνδυασμό, τη διασύνδεση, το κλείδωμα, τη διαγραφή ή την καταστροφή». Αντίστοιχα, η έννοια συγκατάθεση ερμηνεύεται ως: «σημαίνει συγκατάθεση του υποκειμένου των δεδομένων, κάθε ελεύθερη, ρητή και ειδική δήλωση βουλήσεως, που εκφράζεται με τρόπο σαφή και εν πλήρη επίγνωση, και με την οποία το υποκείμενο των δεδομένων, αφού προηγουμένως ενημερωθεί, δέχεται να αποτελέσουν αντικείμενο επεξεργασίας τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν». H απαγόρευση επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, εκτός αν δώσει τη ρητή συγκατάθεση του το υποκείμενο των δεδομένων αυτών, προνοείται από το άρθρο 5 του Νομοθετήματος. Στην εν λόγω απαγόρευση όμως υπάρχουν εξαιρέσεις, με την συλλογή και επεξεργασία των δεδομένων αυτών να κρίνεται ως επιτρεπτή, ακόμη και χωρίς την συγκατάθεση του υποκείμενου. Η παράγραφος 2(ε) του άρθρου 5 προνοεί ως ακολούθως: 2 (ε) «'Όταν η επεξεργασία είναι απαραίτητη για την ικανοποίηση του έννομου συμφέροντος που επιδιώκει ο υπεύθυνος επεξεργασίας, ή ο τρίτος στον οποίο ανακοινώνονται τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, υπό τον όρο ότι τούτο υπερέχει των δικαιωμάτων, συμφερόντων και θεμελιωδών ελευθεριών των υποκειμένων των δεδομένων». Αντίστοιχη εξαίρεση εντοπίζεται και στην παράγραφο 2 (ε) του άρθρου 6 του νόμου, όπου γίνεται πρόνοια σε σχέση με την απαγόρευση συλλογής και επεξεργασίας «ευαίσθητων δεδομένων», η οποία έχει ως εξής: 2(ε) «H επεξεργασία αφορά αποκλειστικά δεδομένα τα οποία το υποκείμενο των δεδομένων δημοσιοποιεί ή είναι αναγκαία για την αναγνώριση ή άσκηση ή υπεράσπιση δικαιώματος ενώπιον του δικαστηρίου». Είναι δεδομένο στα γεγονότα του υπό κρίση αιτήματος ότι ο ενάγοντας δεν έδωσε την συγκατάθεση του όπως γίνει συλλογή δεδομένων που αφορούσαν την εργασία του και/ή τον τρόπο και/ή κινησιολογία με την οποία αυτός εργαζόταν εντός του φυτωρίου. Ο όρος «τόπος» στο ερμηνευτικό άρθρο του 2 του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 καθορίζεται ως εξής: «τόπος» περιλαμβάνει οποιαδήποτε οικία, γραφείο, δωµάτιο ή κτίριο και οποιοδήποτε χώρο ή τοπικό σηµείο είτε ανοικτό είτε περίκλειστο, επίσης δε οποιοδήποτε όχηµα, προσγειωµένο αεροσκάφος και οποιοδήποτε πλοίο, λέµβο ή άλλο σκάφος που επιπλέει ή όχι». Στην απόφαση Ευθυμιάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 225 λέχθηκαν τα εξής: «Ένας τόπος μπορεί να αποτελεί δημόσιο χώρο παρά το γεγονός ότι ο ιδιοκτήτης του έχει δικαίωμα να αποκλείσει την ελεύθερη είσοδο σε αυτόν μεμονωμένων ατόμων ή ακόμα ομάδων ατόμων». Στην προκείμενη, κατά την υπό συζήτηση ώρα, ήτοι της συλλογής πληροφοριών, το φυτώριο ήταν ανοικτό όχι μόνο προς εργασία, αλλά υποδεχόμενο κόσμο και κοινό, προς εξυπηρέτηση. Στην αγγλική απόφαση Elkins v. Cartlidge, [1947] 1 All E.R. 829. Ο Αρχιδικαστής Goddard παρατήρησε σχετικά: «It was a private field, and no doubt it could have been closed in at any time, and I have no doubt that the proprietor of the field could have objected to any particular person going into it. The public had not a legal right which they could enforce of access to the field, but it was a public place for the purposes of this section because at the relevant time the public were being invited to use it». Εφαρμόζοντας τις πιο πάνω Νομολογιακές γραμμές, το Δικαστήριο φρονεί ότι, η λήψη του συγκεκριμένου υλικού, έλαβε χώρα, σε ότι αφορά τα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης, σε δημόσιο μέρος, εντός του οποίου υπήρχε και άλλος, πέραν του ενάγοντα κόσμος, πελάτες και προσωπικό, γεγονός που επίσης συνηγορεί υπέρ της αποδοχής του αιτήματος της κας. Λεωνίδου (βλ. Μ. Μιχαηλίδης ν Αστυνομίας Ποιν. Εφ. 149/19 ημερ. 20.10.20) για κατάθεση και υπόδειξη στον ενάγοντα του συγκεκριμένου υλικού, με πρωταρχικό σκοπό και στόχο, την παράθεση του αναγκαίου υποβάθρου ούτως ώστε ο ενάγοντας να απαντήσει εάν αναγνωρίζει εαυτόν ως το υποκείμενο που εκεί αποτυπώνεται. Εάν και εφόσον αυτός απαντήσει καταφατικά, θα του δοθεί η ευκαιρία όπως προσφέρει την δική του τοποθέτηση επί του τι θα του υποδειχθεί. Η προσπάθεια της υπεράσπισης για την εισαγωγή αυτής της μαρτυρίας, εμπίπτει κάτω από την ομπρέλα των αντίστοιχων εξαιρέσεων των άρθρων 5
(2)(ε) και 6
(2)(ε) του Νόμου, όπου η ασφαλιστική εταιρεία, ενεργώντας μέσω του ασφαλισμένου της, έχει έννομο συμφέρον για την λήψη τέτοιων πληροφοριών αφού δυνάμει με τον Υποχρεωτικής Ασφάλισης Νόμος, εκείνος που πληρώνει σε περιπτώσεις ατυχημάτων, είναι η ασφαλιστική εταιρεία, τα συμφέροντα της οποίας θίγονται και για τούτο διατηρεί φυσικά, έννομο συμφέρον. Στην παρούσα, σκοπός της περιορισμένης αυτής παρακολούθησης του ενάγοντα και η συλλογή των συγκεκριμένων δεδομένων, η οποία περιορίστηκε αυστηρώς στην διακρίβωση των κινητικών δυνατοτήτων του ενάγοντα, σκοπό είχε την παρουσίαση των ενώπιον του Δικαστηρίου στα πλαίσια της υπεράσπισης του εναγόμενου. Δεν μπορεί εδώ να μην γίνει μνεία στην απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων Mehmedovic v Switzerland (Application Number 17331/11) ΕCHR 019
(2019)ημερ.17.1.19. Στα πλαίσια αίτησης ημερ. 2.3.11 από το ζεύγος Mehmedovic, το Δικαστήριο εξέτασε την εισήγηση των αιτητών ότι, η παρακολούθηση τους για περίοδο 4 ημερών τον Οκτώβριο του 2006 από ιδιώτες ερευνητές κατόπιν οδηγιών ασφαλιστικής εταιρείας αποτελούσε πράξη η οποία παραβίαζε το άρθρο 8 της Συνθήκης. Το Δικαστήριο υπό τριμελή σύνθεση απέρριψε το αίτημα, κρίνοντας ότι καμία παραβίαση του δικαιώματος στην ιδιωτική ζωή δεν είχε παραβιαστεί καταλήγοντας ότι: «. the insurer had a duty to verify whether the victim's claim for reparation was justified, as it was also acting in the interests of all the insured collectively. On that basis, they had concluded that the insurer was entitled to conduct private investigation and that the victim was under a duty to cooperate in establishing the facts and to accept that the insurer might conduct investigations, even though without the insured person's knowledge, when that was necessary to achieve the aim pursued». Δυνάμει όλων των πιο πάνω, το Δικαστήριο καταλήγει ότι η κατάθεση και προβολή του φωτογραφικού και οπτικοακουστικού υλικού μπορεί να γίνει αποδεκτή ως μέρος της αντεξέτασης του ενάγοντα, η εισαγωγή της οποίας το Δικαστήριο φρονεί εμπίπτει εντός των επιτρεπτών νομοθετικών αλλά και αποδεικτικών πλαισίων. Το Δικαστήριο φρονεί ότι, η περιορισμένη σε έκταση, μορφή και περιεχόμενο παρακολούθηση του ενάγοντα δεν εκφεύγει του πλαισίου της αρχής της αναλογικότητας, αφού, μοναδικός σκοπός συλλογής των συγκεκριμένων πληροφοριών ήταν η προάσπιση των εννόμων συμφερόντων του εναγόμενου και η παρουσίαση της υπεράσπισης του ενώπιον Δικαστηρίου. Υπενθυμίζεται βεβαίως, ότι, η αξιολόγηση του εν λόγω υλικού καθώς και η βαρύτητα που αυτή η μαρτυρία θα φέρει, θα κριθεί από το Δικαστήριο κατά την αξιολόγηση και αποτίμηση της συνολικώς προσαχθείσας ενώπιον του Δικαστηρίου, μαρτυρίας. Για όλους τους πιο πάνω λόγους η ένσταση του ενάγοντα, επί του προκείμενου απορρίπτεται. (Υπ.)................. Μ. Ναθαναήλ , Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο