← Κύπρος

Αναφορικά με τον Χαράλαμπο Ιωάννη Αντωνιάδη κ.α., Γεν. Αιτ. 43/2021, 11/7/2022

Αναφορικά με τον Χαράλαμπο Ιωάννη Αντωνιάδη κ.α., Γεν. Αιτ. 43/2021, 11/7/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2022:A107 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Μαθηκολώνη, Α.Ε.Δ Γεν. Αιτ. 43/2021 Αναφορικά με τον Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο 9/65 ως τροποποιήθηκε μέχρι σήμερα και Αναφορικά με τον Χαράλαμπο Ιωάννη Αντωνιάδη και τη Γιούλια Κόμπα Αντωνιάδου και τη Σύμβαση και Δήλωση Υποθήκευσης Ακινήτου με αρ. δήλωσης Υ5656/2009 ημερ. 23/11/2009 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λάρνακας και το ακίνητο με αρ. εγγραφής 0/[ ], Φ/Σχ. 56/03 τμήμα [ ], οικόπεδο, εγγεγραμμένο στα ονόματα των Χαράλαμπου Ιωάννη Αντωνιάδη και Γιούλιας Κόμπα Αντωνιάδου κατά ½ μερίδιο έκαστος εξ αυτών, στον Μαζωτό της Επαρχίας Λάρνακας. και Αναφορικά με τη διαδικασία εκποίησης από την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, από τη Λευκωσία, σύμφωνα με το Μέρος VIA του Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου 9/65, ως τροποποιήθηκε μέχρι σήμερα. _____________________________ Ημερομηνία: 11 Ιουλίου 2022 Για τους αιτητές : κ. Χ. Ιωάννου. Για τους καθ' ων η αίτηση: κα Μ. Μιλτιάδους, για Δρ Κ. Χρυσοστομίδης & Σια Δ.Ε.Π.Ε. Ενδιάμεση Απόφαση (Αίτηση ημερ. 27/10/21 για παραμερισμό διατάγματος που εκδόθηκε μονομερώς) Εισαγωγή Με την υπό εξέταση αίτηση οι αιτητές αιτούνται διάταγμα του Δικαστηρίου που να ακυρώνει και/ή να παραμερίζει το διάταγμα ημερ. 3/6/2021 που εκδόθηκε από το Δικαστήριο (με άλλη σύνθεση) κατόπιν μονομερούς αίτησης ημερ. 20/4/21 και με το οποίο επετράπη η υποκατάστατος επίδοση προς τους αιτητές των Ειδοποιήσεων Τύπος Θ, Ι, ΙΑ, ΙΒ, ΙΓ, Ανακοίνωσης Πλειστηριασμού (Δελτίο Α) καθώς και όλων των ειδοποιήσεων που προνοούνται από το μέρος VIA του Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου Ν.9/65, στα πλαίσια της διαδικασίας για εκποίηση του ενυπόθηκου ακινήτου που αναφέρεται στην αίτηση, μέσω επίδοσης τους στην Ελισάβετ Αντωνιάδου μητέρα του αιτητή 1 και πεθερά της αιτήτριας 2. Η Αίτηση Η αίτηση ως αναφέρεται στη νομική βάση αυτής, στηρίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.2 Θ. 1-5 και 11, Δ.5 Θ. 1,2 και 9, Δ.5Α, Δ.6Θ. 1,4-9, Δ.16Θ. 9, Δ.33 Θ. 15, Δ.34 Θ. 5, Δ.48 Θ. 1-4, 8

(4), 9, 11 και 13, Δ.39, Δ.55, Δ.64 Θ. 1, στον Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο Ν. 9/65 άρθρα 44Α-44ΙΑΑ, στα άρθρα 23, 26 και 30 του Συντάγματος και στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ. Η αίτηση υποστηρίζεται από την υπεύθυνη δήλωση του Κυριάκου Καλυφόμματου, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τους αιτητές, ο οποίος αναφέρει ότι στις 22/10/21 τηλεφώνησε στο γραφείο τους ο αιτητής 1, ο οποίος του ανέφερε ότι είναι μόνιμος κάτοικος Αμερικής για πολλά χρόνια, ήτοι από το 2007, μαζί με τη σύζυγο του και ότι είχαν κάποιο θέμα για το οποίο πιθανόν να χρειάζονταν νομική συμβουλή. Όπως o ομνύσας αναφέρει είχε τηλεφωνική επικοινωνία σε ανοικτή ακρόαση και με τους δύο αιτητές, οι οποίοι συγκεκριμένα του ανέφεραν ότι η Ελισάβετ Αντωνιάδου η οποία ήταν το πρόσωπο στο οποίο διατάχθηκε όπως γίνει υποκατάστατη επίδοση για λογαριασμό τους, είναι μητέρα του αιτητή 1, η οποία γεννήθηκε το 1935 και ο αιτητής δεν έχει οποιαδήποτε επικοινωνία μαζί της, αλλά ως αυτός πληροφορείται από γνωστούς και φίλους εδώ και πολύ καιρό έχει εμφανίσει συμπτώματα άνοιας και βρίσκεται υπό συνεχή φαρμακευτική αγωγή και λόγω της κατάστασης της κρίνεται ανίκανη να διαχειριστεί τις υποθέσεις και την περιουσία της. Σύμφωνα με τα όσα του λέχθηκαν ούτε η αιτήτρια 2 έχει επικοινωνία με την πεθερά της. Στις 21/10/21 τηλεφώνησε στον αιτητή παιδικός φίλος του ο οποίος είχε προηγουμένως περάσει να κάνει μικροεπισκευές στο πατρικό του σπίτι όπου διαμένει η μητέρα του αιτητή και του είπε ότι είχε βρει έγγραφα που φαίνεται να αφορούσαν τους αιτητές στον πάγκο της κουζίνας του πατρικού του και τα οποία φαίνεται να είχε παραλάβει η μητέρα του. Όπως του ανέφερε η μητέρα του δεν ήταν σε θέση να εξηγήσει στο φίλο του πώς και γιατί βρέθηκαν στην κατοχή της. Ο φίλος του δεν μπορούσε να του τα εξηγήσει, αφού όπως του είπε χρειαζόταν δικηγόρο για να τα καταλάβει. Στη βάση των πιο πάνω και δη του προβλήματος υγείας της μητέρας του αιτητή αλλά και του γεγονότος ότι δεν έχουν καμία επικοινωνία μαζί της, τους δόθηκε νομική συμβουλή ότι θα μπορούσαν να προχωρήσουν με αίτηση για παραμερισμό του διατάγματος που εκδόθηκε μονομερώς και έτσι οι αιτητές του έδωσαν σχετικές οδηγίες. Επισυνάπτει δε ως Τεκμήριο 1 αντίγραφο της αίτησης και των τεκμηρίων που τη συνοδεύουν, ως Τεκμήριο 2 το διάταγμα υποκατάστατης επίδοσης που εκδόθηκε στο πλαίσιο της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αίτησης, ως Τεκμήριο 3 τα έγγραφα που επιδόθηκαν ως δέσμη στη μητέρα του αιτητή και ως Τεκμήριο 4 τη σχετική βεβαίωση ότι η Ελισάβετ Αντωνιάδου πάσχει από άνοια και είναι ανίκανη να διαχειριστεί τις υποθέσεις και την περιουσία της. Επίσης αναφέρει ότι το γεγονός ότι οι αιτητές ήταν μόνιμοι κάτοικοι εξωτερικού από το 2007 υποστηρίζεται και από τα Τεκμήρια 1 και 2 που επισυνάπτει η ομνύουσα στην Ε/Δ που υποστήριζε την αίτηση για έκδοση των διαταγμάτων των οποίων σκοπείται ο παραμερισμός, όπου φαίνεται ότι αυτά υπογράφηκαν από πληρεξούσιο αντιπρόσωπο τους και όχι τους ίδιους. Επίσης αναφέρει ότι διαβάζοντας τη μονομερή αίτηση δημιουργούνται σειρά από ερωτηματικά: Το Τεκμήριο 3 που συνοδεύει την Ε/Δ που υποστήριζε την αίτηση για υποκατάστατο επίδοση (επιστολή τερματισμού που απεστάλη στη διεύθυνση που καταγράφεται στα έγγραφα δανείου) δεν αναφέρεται πως παραδόθηκε στους αιτητές, ωστόσο αναφέρει πως αυτοί δεν ανταποκρίθηκαν. Παρά ταύτα φαίνεται από το Τεκμήριο 5[1] ότι οι αιτητές δεν ήταν εκεί που δήθεν τους έψαχνε η καθ' ης η αίτηση αλλά ότι σύμφωνα με πληροφόρηση του επιδότη από το διαχειριστή της πολυκατοικίας κατοικούν στη Λεμεσό, αλλά σε άγνωστη διεύθυνση. Στην παράγραφο 7 της Ε/Δ που υποστήριζε την αίτηση για υποκατάστατο επίδοση φέρεται η καθ' ης η αίτηση αυθαίρετα και χωρίς καμία νύξη για την όποια πληροφόρηση να ψάχνει τους αιτητές στην παρούσα αίτηση στη διεύθυνση [ ] 56, Απόστολος Ανδρέας Λεμεσός και να διατυπώνει τη θέση ότι δεν κατάφεραν να εντοπιστούν εκεί. Το δε Τεκμήριο 7 φέρει ημερομηνία 15/3/2019 χωρίς να παρέχεται καμία πληροφόρηση εάν 2 χρόνια μετά επικρατεί η ίδια κατάσταση στη διεύθυνση της Ελισάβετ Αντωνιάδου. Πριν την έκδοση του προσβαλλόμενου διατάγματος σε συμπληρωματική ένορκη δήλωση της Πωλίνας Πέτρου (δικηγόρου) παρουσιάζεται Ε/Δ του επιδότη με την οποία αναφέρει ότι η προσωπική επαφή με τη μητέρα του αιτητή ήταν αδύνατη, έτσι ώστε δεν είναι αντιληπτό γιατί εκδόθηκε το επίμαχο διάταγμα αφ' ης στιγμής από το 2019 δεν υπήρχε μαρτυρία ότι κάποιος είδε ή μίλησε στη μητέρα του αιτητή και ποια ήταν η κατάσταση στη διεύθυνση στη Λεμεσό όπου έγινε η σχετική υποκατάστατη επίδοση. Παρά το ότι οι καθ' ων η αίτηση στην παρούσα από τη σύναψη του δανείου είχαν υπόψη τους ότι οι αιτητές ήταν μόνιμοι κάτοικοι εξωτερικού εντούτοις το απέκρυψαν και δεν έκαναν καμία αναφορά στο σώμα της Ένορκης Δήλωσης της Πωλίνας Πέτρου με αποτέλεσμα ουσιώδες γεγονός να μην τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, ενώ παράλληλα οι καθ' ων η αίτηση δεν προέβησαν στα δέοντα δικονομικά διαβήματα για να εξασφαλίσουν άδεια για σφράγιση της αίτησης και επίδοση της εκτός δικαιοδοσίας προτού αναζητήσουν άδεια για υποκατάστατη επίδοση των ειδοποιήσεων εντός της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Η Ένσταση Οι καθ' ων η αίτηση καταχώρησαν ένσταση στην αίτηση με την οποία προέβαλαν σωρεία λόγων ένστασης με τους οποίους εγείρουν ουσιαστικά τα εξής ζητήματα ως λόγους ένστασης:
  1. Η αίτηση και η υπεύθυνη δήλωση είναι αντικανονικές και παράτυπες, αντίθετες της πρακτικής του Δικαστηρίου και των Θεσμών και καμία από τις διατάξεις των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών παρέχει εξουσία έκδοσης των αιτούμενων Διαταγμάτων. Περαιτέρω η υπεύθυνη δήλωση είναι παράτυπη αφού δεν αναφέρεται, γιατί προβαίνει ο δικηγόρος τους σε αυτήν αντί οι αιτητές και είναι παράτυπη αφού έγινε από δικηγόρο που χειρίζεται την υπόθεση και κωλύεται λόγω ασυμβίβαστου να εμφανίζεται αφ' ης στιγμής κατέστη μάρτυρας γεγονότων.
  2. Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτει η σχετική νομολογία και τα γεγονότα της υπόθεσης δεν δικαιολογούν την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων - οι καθ' ων η αίτηση δεν γνώριζαν ούτε και γνωρίζουν την ακριβή διεύθυνση των αιτητών, αφού αυτοί εσκεμμένα και εντέχνως προσπαθούν να εξαπατήσουν το Δικαστήριο και να αποφύγουν την επίδοση των ειδοποιήσεων
  3. Το διάταγμα ημερ. 3/6/22 είναι ορθό και οι επιδόσεις έγιναν ορθά.
  4. Οι αιτητές έλαβαν γνώση των εγγράφων που επιδόθηκαν με ιδιώτη επιδότη και συνεπώς κωλύονται από του να προωθούν την υπό εξέταση αίτηση.
  5. Η αίτηση είναι κακόπιστη κακόβουλη και εμφορείται από αλλότρια κίνητρα και σκοπό έχει να παραπλανήσει το Δικαστήριο και αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας.
  6. Τυχόν αποδοχή της αίτησης θα καθυστερήσει τη διαδικασία εκποίησης και θα πλήξει ανεπανόρθωτα τα συμφέροντα της καθ' ης η αίτηση.
  7. Οι αιτητές δεν παρουσίασαν τεκμήρια, ήτοι διάταγμα ανίκανου προσώπου για να στοιχειοθετήσουν τους ισχυρισμούς τους σε σχέση με την Ελισάβετ Αντωνιάδου και δεν παρουσιάστηκε η Ε/Δ της Δρος Μαυρομμάτη για να δύναται να αντεξεταστεί και δεν νομιμοποιείτο η εν λόγω ιατρός να εκδώσει το σχετικό πιστοποιητικό Η ένσταση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση του Γεώργιου Γεωργίου ο οποίος αναφέρεται στις περιστάσεις κάτω από τις οποίες παραχωρήθηκε ως εξασφάλιση η επίδικη ακίνητη ιδιοκτησία, καθώς και τους λόγους που προωθήθηκε διαδικασία εκποίησης δυνάμει του Μέρους VIA του Ν.9/
  8. Επίσης παραθέτει το ιστορικό της έκδοσης του προσβαλλόμενου διατάγματος υποκατάστατης επίδοσης και αμφισβητεί στην ουσία τους ισχυρισμούς των αιτητών, υιοθετώντας παράλληλα τους λόγους ένστασης που προβάλλουν οι καθ' ων η αίτηση. Μεταξύ άλλων υποστηρίζει ότι το πρόσωπο που προέβη στην υπεύθυνη δήλωση για λογαριασμό των αιτητών, δεν ήταν εξουσιοδοτημένος ούτε να προβεί στην υπεύθυνη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση ούτε και να καταχωρίσει την υπό κρίση αίτηση, αρνείται τους ισχυρισμούς περί άνοιας της Ελισάβετ Αντωνιάδου καθώς και ότι αυτή είναι πρόσωπο ανίκανο να διαχειριστεί την περιουσία της και επισημαίνει ότι η Δρ Μαυρομμάτη της οποίας το πιστοποιητικό επισυνάπτεται στην αίτηση, δεν είναι νευρολόγος για να μπορεί να εκφράσει άποψη επί του συγκεκριμένου θέματος και δεν προέβη σε Ε/Δ για να υπάρχει δυνατότητα αντεξέτασης και αμφισβήτησης της. Επίσης αναφέρει ότι οι καθ΄ ων η αίτηση στην προσπάθεια τους να επιδείξουν καλή πίστη και να εξετάσουν το ενδεχόμενο αποδοχής διατάγματος παραμερισμού των διαταγμάτων, απέστειλαν στις 11.2 22 μέσω των δικηγόρων τους επιστολή προς τους δικηγόρους των αιτητών ενημερώνοντας τους σχετικά με την πρόθεση τους αυτή, σε περίπτωση κοινοποίησης της διεύθυνσης των αιτητών, όμως οι συνήγοροι των αιτητών τους απέστειλαν επιστολή λέγοντας τους πως δεν διατηρούν στοιχεία επικοινωνίας των πελατών τους. Επομένως υποστηρίζει πως το δικηγορικό γραφείο που καταχώρησε την υπό εξέταση αίτηση κωλύεται να ισχυρίζεται ότι δήθεν εκπροσωπεί τους αιτητές αφού δεν κατέχουν τα στοιχεία τους, αλλά ούτε και τη συγκατάθεση τους για να προωθούν την παρούσα διαδικασία. Περαιτέρω αναφέρει ότι ο κ. Καλυφόμματος κωλύεται λόγω ασυμβίβαστου να εμφανίζεται χειριζόμενος την υπόθεση αφ' ης στιγμής έχει καταστεί μάρτυρας γεγονότων με την υπεύθυνη δήλωση που έχει υπογράψει. Προς επίρρωση της θέσης του ότι χειρίζεται την υπόθεση επισυνάπτει σχετικά ως Τεκμήριο 11 αντίγραφο ηλεκτρονικού μηνύματος από το οποίο προκύτπει ότι ο ίδιος που υπέγραψε την υπεύθυνη δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης, εμφανίζεται επίσης χειριζόμενος την υπόθεση. Υποστηρίζει εν τέλει πως όλη η διαδικασία ακολουθήθηκε ορθά και πως δεν συντρέχει λόγος παραμερισμού του προσβαλλόμενου διατάγματος. Η Διαδικασία Οι συνήγοροι των διαδίκων περιορίστηκαν σε αγορεύσεις και ουδείς εκ των ενόρκως δηλούντων αντεξετάστηκε. Τα όσα οι συνήγοροι των διαδίκων ανέφεραν έχουν μελετηθεί και λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους, αναφορά δε σε αυτά θα γίνει πιο κάτω, στα πλαίσια ανάλυσης της νομικής πτυχής της αίτησης στο βαθμό που κρίνεται αναγκαίο. Νομική Πτυχή H αίτηση βασίζεται στη Δ.48 Θ.8
(4)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας η οποία προβλέπει ότι: «
(4)Any person (other than the applicant) affected by an order made ex parte may apply by summons to have it set aside or varied and the Court or Judge may set aside or vary such order on such terms as may seem just.[2]» Στην υπόθεση Έλληνας v. Χριστοδούλου
(1995)1 Α.Α.Δ 438 αναλύονται οι προεκτάσεις της υπό αναφορά διάταξης, όπου και αναγνωρίζεται ότι παρά το γεγονός ότι η πρόνοια αυτή (Δ.48
(8)
(4)) συνιστά την απόληξη στη ρύθμιση που γίνεται με τον Θ.8 της Δ.48 αναφορικά με μονομερείς αιτήσεις, η ευρύτητα του λεκτικού της παραγράφου
(4)του θ.8, δεν συμβιβάζεται με ερμηνεία της διάταξης περιοριζόμενη μόνο στις μονομερείς αιτήσεις που εξειδικεύονται στην παράγραφο
(1)του Θ.8. Προχωρεί δε το Ανώτατο Δικαστήριο και αναφέρει «ότι κατά μείζονα λόγο η δυνατότητα λειτουργίας της παραγράφου
(4)παρέχεται και εκεί όπου διάταγμα εκδόθηκε σε μονομερή αίτηση αναγόμενη έξω από την σφαίρα της παραγράφου
(1)του θ.8» (η έμφαση δική μου) Στη δε υπόθεση Re Τάσου
(2000)1 (Β) Α.Α.Δ. 1372, 1375 ο Κωνσταντινίδης Δ. ξεκάθαρα γενίκευσε τον κανόνα αναφέροντας ότι η δυνατότητα που προσφέρει η Δ.48 Θ.8
(4)για υποβολή αίτησης προς παραμερισμό ή τροποποίησης διαταγής που εκδίδεται ex parte, καλύπτει τις περιπτώσεις κατά τις οποίες είναι δυνατή η έκδοση τέτοιας ex parte διαταγής. (βλ. και Πολιτική Αίτηση 101/2013 Αναφορικά με την αίτηση του Λοίζου Παπίρη, ημερ. 14/6/2014). Στη δε υπόθεση Γιαννάκη Κτωρίδη v. Alpha Bank Πολ. Έφεση 290/2010 ημερ. 19/6/2014 αναφέρεται επίσης με σαφήνεια ότι η Δ.48
(8)
(4)αφορά σε κάθε διάταγμα που εκδίδεται ex parte. (βλ. επίσης και Richard Harazim Πολ. Αίτηση 140/16 ημερομηνίας 15.12.16, Νικολαΐδου ν Αττίπα
(1999)1 Α.Α.Δ. 1620). Η έκδοση διατάγματος υποκατάστατης επίδοσης δυνάμει της Δ.5 Θ. 9 συγκαταλέγεται μεταξύ των αιτήσεων που μπορούν να υποβληθούν ex parte (βλ. Δ.48 Θ. 8
(1)(e)) και επομένως κρίνω ότι το εκδοθέν διάταγμα μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο αίτησης παραμερισμού, ως η παρούσα, στη βάση της Δ.48Θ. 8
(4). Ως προς τις προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται προτού εκδοθεί διάταγμα υποκατάστατης επίδοσης, η Δ.5 θ. 9 προβλέπει τα εξής: «Σε κάθε περίπτωση που ήθελε φανεί στο Δικαστήριο ότι λόγω οποιασδήποτε αιτίας δεν είναι εφικτό να επιτευχθεί εγκαίρως επίδοση με τον τρόπο που προβλέπεται στο θεσμό 2 της παρούσας Διαταγής, το Δικαστήριο δύναται να εκδώσει οποιοδήποτε διάταγμα για υποκατάστατη ή άλλη επίδοση ή για την υποκατάσταση της ειδοποίησης επίδοσης με οποιοδήποτε τρόπο ήθελε φανεί σ΄αυτό δίκαιο και ορθό υπό τις περιστάσεις, περιλαμβανομένης και δημοσίευσης σε οποιοδήποτε μέσο με ηλεκτρονική μορφή, ή άλλο ευλόγως προσφερόμενο από την εκάστοτε τεχνολογία, τρόπο. Νοείται ότι ειδοποίηση έγερσης αγωγής ή άλλης διαδικασίας η οποία θα εκδοθεί δυνάμει της Δ.5 θ.9 και θα συνάδει με τον Τύπο 5Α, δεν είναι αναγκαίο όπως περιλάβει όλο το κείμενο της αγωγής ή άλλης διαδικασίας αλλά θα είναι αρκετό να περιλαμβάνει τον αριθμό αγωγής ή διαδικασίας, το Δικαστήριο στο οποίο η αγωγή ή διαδικασία εκκρεμεί, τους διάδικους και με συνοπτικό τρόπο τη φύση της διαφοράς και την αξίωση που διατυπώνεται. Είναι επίσης απολύτως αναγκαίο να προσδιορίζεται είτε η προθεσμία στην οποία ο διάδικος πρέπει να καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης, ή ένσταση ή άλλης δικονομικής φύσεως ενέργεια και αν υπάρχει ανάγκη εμφάνισης στο Δικαστήριο, να καθορίζεται σαφώς η ημερομηνία και ώρα εμφάνισης. Πρόσθετα στην ειδοποίηση πρέπει να αναφέρεται ότι όλα τα σχετικά έγγραφα είναι διαθέσιμα προς παραλαβή από το αρμόδιο πρωτοκολλητείο. Για το σκοπό αυτό ο ενάγων φροντίζει ώστε να υπάρχει στο πρωτοκολλητείο, δεόντως πιστοποιημένο, αντίγραφο αγωγής και οποιοδήποτε άλλο έγγραφο είναι αναγκαίο να δοθεί στο διάδικο.» Σύμφωνα δε με τη Δ.5A: «Every application to the Court or a Judge for an order for substituted or other service, or for the replacement of notice for service, shall be supported by an affidavit setting forth the grounds upon which the application is made». Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι βασικό κριτήριο για την έκδοση διατάγματος για υποκατάστατο επίδοση είναι η παροχή στοιχείων στη βάση των οποίων φαίνεται αφενός ότι δεν είναι δυνατή η επίδοση δυνάμει της Δ.5 Θ. 2 και αφετέρου με τα οποία να δημιουργείται η εύλογη πεποίθηση ότι τα έγγραφα που θα επιδοθούν με τον τρόπο που αιτούνται οι αιτητές, θα περιέλθουν σε γνώση των προσώπων προς τα οποία θα πρέπει να επιδοθούν. Προτού όμως προχωρήσω να εξετάσω την υπό κρίση αίτηση επί της ουσίας, κρίνω ορθό να εξετάσω τη θέση των καθ' ων η αίτηση ότι η Ε/Δ που υποστηρίζει την υπό εξέταση αίτηση έγινε από Δικηγόρο αντί από τους ίδιους τους αιτητές και πως αυτός χειρίζεται και την υπόθεση με συνεπακόλουθο η εν λόγω Ε/Δ να μην μπορεί να ληφθεί υπόψη. Επί του θέματος αυτού κρίνω ορθό να αναφερθώ στην υπόθεση Dmitry Rybolovlev v Elena Rybolovleva κ.α.
(2010)1 Α.Α.Δ. 82) όπου κατά την κρίση μου συνοψίσθηκαν κατά τρόπο περιεκτικό οι αρχές της νομολογίας. Λέχθηκε συγκεκριμένα ότι μια ένορκη δήλωση δεν αποκλείεται απλά επειδή ο ομνύων είναι δικηγόρος, αλλά οι δικηγόροι θα πρέπει να αποστασιοποιούνται από τα γεγονότα που σχετίζονται με τα επίδικα θέματα και τυγχάνει γενικά ανεπιθύμητο να εμφανίζονται ως μάρτυρες ή ενόρκως δηλούντες σε δικαστική διαδικασία στην οποία εκπροσωπούν διάδικο, εκτός εάν αυτό είναι αναγκαίο. Αφ΄ ης όμως στιγμής δικηγόρος έχει με τον ένα ή άλλο τρόπο καταστεί μάρτυρας γεγονότων, τότε κωλύεται, λόγω ασυμβιβάστου, να συνεχίζει να εμφανίζεται χειριζόμενος την υπόθεσή του πελάτη του ως δικηγόρος. (Ahapittas v. Roc Chic Ltd
(1968)1 CLR 1, In re Efthymiou
(1987)1CLR 319, Thanos Hotels Ltd v. Ιωάννου
(1991)1 ΑΑΔ 1036). Επίσης έγινε αποδεκτή ως αρχή της νομολογίας αναφορικά με το θέμα παροχής εξήγησης ως προς το γιατί ομνύων είναι δικηγόρος και όχι διάδικος ή άλλο πρόσωπο, ότι κάποια εξήγηση προς τούτο απαιτείται, εκεί όπου δεν προκύπτει υπό τις περιστάσεις ένας εμφανής καλός λόγος, όπως είναι η διαμονή του διαδίκου στο εξωτερικό και/ή άλλες εγγενείς δυσχέρειες οι οποίες δεν θα επέτρεπαν στον ίδιο να είναι ενόρκως δηλών.» Στη δε υπόθεση Νικολάου ν Total Properties Ltd κ.α. (Πολ. Εφ. 124/2010) ημερ. 14.7.2011 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: « Σ' αυτό το στάδιο και με δοσμένο το γεγονός ότι η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση για υποκατάστατη επίδοση, καταρτίστηκε από δικηγόρο, θεωρούμε σκόπιμο να προβούμε στις πιο κάτω επισημάνσεις, σε σχέση με το θέμα της κατάρτισης και υποβολής σε δικαστική διαδικασία ενόρκων δηλώσεων από δικηγόρους. Όπως έχουμε ήδη αναφέρει, η ένορκη δήλωση που συνόδευε την αίτηση για υποκατάστατη επίδοση της απαίτησης πληρωμής, είχε καταρτιστεί από το δικηγόρο του αιτητή κ. Γ. Παπαθεοδώρου, ο οποίος δεν χειρίστηκε την υπόθεση πρωτόδικα, την χειρίστηκε όμως κατ' έφεση. Συνιστά πάγια αρχή της νομολογίας μας ότι είναι ανεπιθύμητο να ορκίζεται ως προς τα γεγονότα δικηγόρος και όχι ο ίδιος ο διάδικος, εκτός βέβαια και αν αυτό είναι αναγκαίο, οπόταν και ο δικηγόρος, εφόσον έχει καταστήσει τον εαυτό του μάρτυρα γεγονότων, κωλύεται λόγω ασυμβιβάστου να συνεχίσει να ενεργεί ως δικηγόρος του διαδίκου πελάτη του. (In re Efthymiou
(1987)1 C.L.R. 319 και D. Rybolovlev v. E. Rybolovleva και M. Holdings Ltd. κ.ά. ν. E. Rybolovleva, Πολιτικές Εφέσεις αρ. 130/2009 και 131/2009, ημερομηνίας 29/1/2010). Στις περιπτώσεις δε όπου ο ομνύων είναι δικηγόρος, «κάποια εξήγηση προς τούτο απαιτείται εκεί όπου δεν προκύπτει υπό τις περιστάσεις ένας εμφανής καλός λόγος, όπως είναι η διαμονή του διαδίκου στο εξωτερικό και/ή άλλες εγγενείς δυσχέρειες οι οποίες δεν θα επέτρεπαν στον ίδιο να είναι ενόρκως δηλών». (D. Rybolovlev και M. Holdings (πιο πάνω)).» Στην υπόθεση Investylia Public Company Ltd v Τζοζεφιν Γαβριηλίδου (Πολ. Εφ. 236/2010) ημερ. 13.6.2013 αναφέρθηκε ότι: «Όσον αφορά την όμνυση της υποστηρικτικής δήλωσης από δικηγόρο χωρίς να εξηγείται ο λόγος για τον οποίο δεν ορκίστηκε διοικητικός σύμβουλος ή γραμματέας της ίδιας της εφεσείουσας, αναμφίβολα η νομολογία έχει κατ΄επενάληψη επισημάνει το ανεπιθύμητο της πρακτικής αυτής, αλλά δεν έχει φθάσει στο σημείο της απαγόρευσης ώστε να αγνοείται ή να απορρίπτεται η ένορκη αυτή δήλωση (Dmitry Rybolovlev v Elena Rybolovleva
(2010)1 Α.Α.Δ. 82)». Τα πιο πάνω επαναλήφθηκαν στην υπόθεση Investylia Public Company Ltd ν Ιωάννου (Πολ. Εφ. 234/2011) ημερ. 7.3.2014. Επίσης στην υπόθεση Χριστοδούλου ν Αγαθοκλέους
(1996)1 Β Α.Α.Δ. 1203 αναφέρθηκε μεταξύ άλλων ότι δεν υπάρχει τίποτε που να αποκλείει πρόσωπο που γνωρίζει γεγονότα σχετικά προς το επίδικο ζήτημα να καταθέτει ως μάρτυρας, επειδή είναι δικηγόρος και ότι το ασυμβίβαστο, όπου υπάρχει, αφορά στην ταυτόχρονη ανάληψη της ιδιότητας του δικηγόρου στην ίσια υπόθεση. Στην προκειμένη περίπτωση σύμφωνα με τα λεγόμενα του συνηγόρου που εκπροσωπεί τους αιτητές αυτοί διαμένουν στο εξωτερικό. Επομένως και με δεδομένο ότι αυτή τη θέση προωθούν οι αιτητές, ανεξαρτήτως του εάν εν τέλει θα γίνει αποδεκτή ή όχι, θεωρώ ότι ήταν επιτρεπτή η κατάρτιση της υπεύθυνης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση από δικηγόρο, ο οποίος ας σημειωθεί ότι δεν ήταν ο ίδιος που χειρίστηκε την υπόθεση ενώπιον μου, για να τίθεται θέμα ασυμβίβαστου. Ούτε το Τεκμήριο 11 (ηλεκτρονικό μήνυμα του κ. Καλυφόμματο προς το Δικαστήριο για σκοπούς διεκπεραίωσης της υπόθεσης σε άλλη δικάσιμο όπου δεν εξετάστηκε οποιοδήποτε ζήτημα ουσίας), μπορεί να μεταβάλει τα πράγματα και την κατάληξη πως ο συνήγορος που προέβη στην υπεύθυνη δήλωση δεν χειρίστηκε την υπόθεση ενώπιον του Δικαστηρίου κατά το στάδιο ακρόασης της. Ούτε βεβαίως τίθεται θέμα να αγνοηθεί η Ε/Δ υπό τις περιστάσεις. Πέραν όμως τούτου οι καθ' ων η αίτηση θέτουν και θέμα ότι οι συνήγοροι των αιτητών δεν ήταν δεόντως εξουσιοδοτημένοι για να προχωρήσουν με την υποβολή της υπό εξέταση αίτησης, αφού στην παρ. 6 της υπεύθυνης δήλωσης που συνοδεύει την υπό εξέταση αίτηση αναφέρεται ότι ο κ. Καλυφόμματος επιχείρησε να επικοινωνήσει με τους αιτητές για να τους ενημερώσει ως προς το δικονομικό διάβημα που θα καταχωρούσε εκ μέρους τους, ωστόσο τότε αντελήφθη ότι δεν είχε καταγράψει το τηλέφωνο τους. Τα στοιχεία των αιτητών δεν ήταν σε θέση να τα παραχωρήσουν ούτε τον Ιανουάριο του 2022 όταν οι καθ' ων η αίτηση γνωστοποίησαν την πιθανότητα αποδοχής διατάγματος παραμερισμού, στην περίπτωση που θα κοινοποιείτο η διεύθυνση των αιτητών, οπόταν οι συνήγοροι των αιτητών τους ανέφεραν ότι δεν τα κατέχουν. Εισηγούνται δε οι καθ' ων η αίτηση ότι υπό το φως των ανωτέρω οι συνήγοροι των αιτητών δεν είχαν εξουσιοδότηση να προχωρήσουν στην παρούσα αίτηση. Το ότι έτσι αναφέρεται στην υπεύθυνη δήλωση καθώς και στην επιστολή Τεκμήριο 10 ημερ. 12/1/22 είναι γεγονός. Δεδομένου όμως ότι στην παράγραφο 8, ο ομνύσας αναφέρει ότι οι αιτητές του έδωσαν ξεκάθαρες οδηγίες, ότι τον εξουσιοδοτούν ώστε μέσω του δικηγορικού γραφείου στο οποίο εργάζεται να προβεί σε όλα τα απαραίτητα μέτρα ώστε να προφυλάξουν τα συμφέροντα τους από το γεγονός ότι τα έγγραφα είχαν επιδοθεί σε πρόσωπο με το οποίο δεν είχαν επικοινωνία και πάσχει από πρόβλημα υγείας, έστω και οριακά δεν θα ήμουν διατεθειμένη να απορρίψω την αίτηση για αυτό το λόγο. Προχωρώντας να εξετάσω επί της ουσίας την αίτηση σημειώνω ότι όσον αφορά τον τρόπο εφαρμογής της Διαταγής 48. Θ.8
(4), στην Νικόλα Σιδέρη κ.α
(2010)1 Α.Α.Δ.286 λέχθηκε ουσιαστικά από το Ανώτατο Δικαστήριο ότι η ενδιάμεση απόφαση ενός Δικαστηρίου δεν μπορούσε, εφόσον δεν έγινε έφεση επί αυτής, να ανατραπεί ή αντικατασταθεί από άλλο Δικαστήριο αφού: «Οπωσδήποτε η αναίρεση της προηγούμενης απόφασης από ισόβαθμό δικαστήριο, θα συνιστούσε έλλειψη ή υπέρβαση δικαιοδοσίας πράγμα που θα εξουδετέρωνε την αποτελεσματικότητα της απονομής της δικαιοσύνης». Στη δε Τράπεζα Κύπρου Λτδ ν 1.Κρίνος Μακρίδης κ.α Π.Ε 122/09, το θέμα τέθηκε με περισσή ευκρίνεια ως ακολούθως: «Το σημαντικό όμως ερώτημα που τίθεται με την παρούσα έφεση είναι το κατά πόσον το πρωτόδικο δικαστήριο ορθά ή λανθασμένα άσκησε τη διακριτική του ευχέρεια δυνάμει της Δ.48
(8)
(4). Παρατηρούμε συναφώς τα εξής: Παρόλο ότι το πρωτόδικο δικαστήριο ανέφερε ότι είναι πράγματι απαράδεκτο να ενεργήσει ως Εφετείο σε απόφαση ομοβάθμιου δικαστηρίου και παρόλο που είπε ότι εκείνο που θα εξέταζε ήταν μόνο το κατά πόσον υπήρχε ενώπιον του επαρκής μαρτυρία ή περιστάσεις που, αντικειμενικώς, δικαιολογούσαν τον παραμερισμό των διαταγμάτων εκτέλεσης, βάσει της Δ.48
(8)
(4), εντούτοις εκείνο που, στην πραγματικότητα, έκαμε ήταν το να εξετάσει αν ορθώς και ευλόγως είχαν δοθεί τα διατάγματα εκτέλεσης. Αυτό είναι εμφανές από το ότι εξέτασε εάν καλά ή κακά δόθηκε το προηγούμενο διάταγμα εκτέλεσης, μονομερώς». Στην πιο πρόσφατη υπόθεση Λοϊζίδη ν Περατικού κ.α Πολιτική Αίτηση Αρ. 32/2019, ημερομηνίας 17.4.19 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Επί της ουσίας η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου συγκλίνει στο ότι δεν είναι δυνατό για ένα Δικαστήριο να αναθεωρεί αποφάσεις ομοβάθμιου Δικαστηρίου με δεδομένο ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο θεωρείται ενιαίο για σκοπούς απονομής της δικαιοσύνης και δεν έχει σχέση, ούτε και θα μπορούσε νόμιμα να αποτελούσε παράγοντα που επηρεάζει μία απόφαση, η κατά περίπτωση σύνθεση του κατωτέρου Δικαστηρίου. Δεν μπορεί, με άλλα λόγια, εφόσον έχει αποφασιστεί ένα ορισμένο ζήτημα κατά ένα τρόπο, στην συνέχεια ένα άλλο ομοβάθμιο Δικαστήριο στο οποίο αναλόγισε η υπόθεση στην πορεία της διαδικασίας, να αποφασίζει κατά άλλο τρόπο». Ο πρώτος λόγος που προβάλλουν οι αιτητές και ο οποίος κατά την θέση τους δικαιολογεί τον παραμερισμό του εκδοθέντος διατάγματος, είναι το γεγονός ότι η ένορκος δήλωση που συνόδευε την αρχική αίτηση είχε καταχωρηθεί πριν την ημερομηνία καταχώρησης της αίτησης την οποία υποστηρίζει. Στην υπόθεση Φ. Ίβρου v. Χατζηκωνσταντή, Πολ. Εφ. Ε126/13, ημερ. 1/2/2017 υιοθετήθηκαν τα λεχθέντα στην S.A. Constantinou Ltd κ.α. ν. Marfin Popular Bank Public Co Ltd
(2009)1 A.A.D. 754 όπου αποφασίστηκε ότι κανένας από τους θεσμούς δεν απαγορεύει την υπογραφή μιας ένορκης δήλωσης πριν την καταχώριση μιας ενδιάμεσης αίτησης σε αγωγή που εκκρεμεί ενώπιον του Δικαστηρίου. Αντίθετα, στην Stavros Hotels Apartments Ltd κ.α. (Αρ. 1)
(1994)1 Α.Α.Δ. 389, Ένορκη Δήλωση που συνόδευε αίτηση για έκδοση Προσωρινού Διατάγματος και χρονικά προηγείτο του χρόνου καταχώρισης της αγωγής θεωρήθηκε αντικανονική ως αντίθετη με τις πρόνοιες της Δ.39 Θ.3 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Η ίδια αρχή ακολουθήθηκε και στην Nicolaou Bros Tourist Enterprises Ltd
(1999)1 Α.Α.Δ. 201 όπου αποφασίστηκε ότι Ένορκη Δήλωση που υπεγράφη μια μέρα πριν την καταχώρηση της αγωγής προς υποστήριξη αίτησης δεν θα μπορούσε να ληφθεί υπόψη και δεν θα μπορούσε να θεραπευθεί με την νέα Δ.64 (βλ. επίσης Tandum Ltd Πολ. Αίτ. 131/2014, ημερ. 22.7.2014, ECLI:CY:AD:2014:D556). Η υπόθεση Ίβρου (ανωτέρω) αφορούσε αίτηση για επαναφορά έφεσης. Λέχθηκε δε ότι η εν λόγω αίτηση έγινε μεν με τον τίτλο και αριθμό της απορριφθείσας έφεσης, αλλά χωρίς αυτή να βρίσκεται εν ζωή. Συναρτήθηκε δηλαδή η Ένορκη Δήλωση με ανύπαρκτη, κατά το χρόνο που έγινε η όρκιση, αίτηση επαναφοράς ή Έφεση. Έγινε δε επίκληση της Δ.39 θ.3 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, η οποία αναφέρει ότι κάθε Ένορκη Δήλωση θα τιτλοφορείται "in the cause or matter in which it is sworn", τονίζοντας ότι στην υπόθεση εκείνη κατά τον χρόνο που έγινε η Ένορκη Δήλωση, δεν ευρίσκοντο εν ζωή ούτε η Έφεση αλλά ούτε και η αίτηση για επαναφορά της. Λέχθηκε δε πως σε εξαιρετικές περιπτώσεις, (που δεν υφίσταντο στην περίπτωση εκείνη) το Δικαστήριο δύναται να δεχθεί μια τέτοια Ένορκη Δήλωση με ανάληψη υποχρέωσης για επανόρκιση και κατάθεση νέας Ένορκης Δήλωσης (μέσα στο ορθό πλαίσιο) (βλ. Stavros Hotels Apartments Ltd κ.α. (άνω)). Στην προκειμένη περίπτωση η Γενική Αίτηση 43/21 στο πλαίσιο της οποίας εκδόθηκε το προσβαλλόμενο διάταγμα συνιστά όπως και η διαδικασία στην Ίβρου (ανωτέρω) αυτόνομη διαδικασία με μοναδικό επίδικο θέμα προς τελική επίλυση, το κατά πόσο θα έπρεπε να εκδοθεί διάταγμα υποκατάστατης επίδοσης των ειδοποιήσεων που αναφέρονται στην αίτηση. Η αίτηση φέρει ημερομηνία καταχώρησης 20/4/2021, ενώ η Ε/Δ που την υποστηρίζει είναι ημερομηνίας 12/4/21, δηλαδή είναι προγενέστερη της αίτησης. Είναι σε αυτή τη βάση που οι αιτητές υποστηρίζουν ότι η αίτηση δεν είχε πραγματικό υπόβαθρο στη βάση του οποίου θα μπορούσε να εκδοθεί το προσβαλλόμενο διάταγμα το οποίο και θα πρέπει υπό τις περιστάσεις να ακυρωθεί. Η πλευρά των καθ' ων η αίτηση αντέτεινε ότι τέτοιο ζήτημα δεν εγείρεται με την υπό εξέταση αίτηση, ούτε και γίνεται αναφορά σε αυτό στην υπεύθυνη δήλωση που συνοδεύει την υπό εξέταση αίτηση και συνεπώς τέτοιο ζήτημα δεν μπορεί εξεταστεί από το Δικαστήριο. Επί τούτου πρέπει εν πρώτοις να λεχθεί ότι το ζήτημα που εγείρεται διασυνδέεται με τις πρόνοιες της Δ.39 ως προκύπτει και από τη νομολογία που αναφέρεται ανωτέρω. Η εν λόγω Διαταγή 39 περιλαμβάνεται στη νομική βάση της υπό εξέταση αίτησης. Το δε επιχείρημα είναι νομικό και τα γεγονότα που το στηρίζουν εντοπίζονται από το φάκελο της υπόθεσης και αφορούν ουσιαστικά την ημερομηνία καταχώρησης της αίτησης και της Ε/Δ στη βάση της οποίας εκδόθηκε το προσβαλλόμενο διάταγμα. Επομένως κρίνω ότι το ζήτημα μπορεί να εξεταστεί από το Δικαστήριο. Πράττοντας τούτο διαπιστώνεται ότι πράγματι το επιχείρημα των αιτητών περί του ότι η Ε/Δ ήταν προγενέστερη της Αίτησης ευσταθεί. Όμως στην προκειμένη περίπτωση δεν συμφωνώ ότι τούτο αποτελεί λόγο παραμερισμού του εκδοθέντος διατάγματος, εφόσον κατόπιν αδείας του Δικαστηρίου και προτού εκδοθεί το προσβαλλόμενο διάταγμα καταχωρήθηκε συμπληρωματική Ε/Δ, με την οποία η ομνύουσα επαναλαμβάνει τους ισχυρισμούς της στην αρχική ένορκη δήλωση αναφορικά με τους λόγους που ζητείται η υποκατάστατος επίδοση, προσθέτοντας και κάποια περαιτέρω στοιχεία. Τούτου δεδομένου θεωρώ ότι ο λόγος αυτός δεν μπορεί να αποτελέσει λόγο για παραμερισμό του επίδικου διατάγματος. Ως προς το κατά πόσον η προσκομισθείσα εκ μέρους των αιτητών αποτελεί επαρκή μαρτυρία ή φανερώνει τέτοιες περιστάσεις που αντικειμενικώς, θα δικαιολογούσαν τον παραμερισμό του Διατάγματος, σημειώνω τα εξής. Κύρια θέση που προβάλλουν οι αιτητές είναι ότι οι καθ' ων η αίτηση γνώριζαν ότι οι αιτητές διέμεναν στο εξωτερικό, και ότι εν πάση περιπτώσει οι αιτητές διέμεναν και διαμένουν στο εξωτερικό. Επί τούτου πρέπει να πω ότι ενώπιον μου δεν εντοπίζεται οποιοδήποτε στοιχείο που να καταδεικνύει ότι οι καθ' ων η αίτηση γνώριζαν ότι οι αιτητές διέμεναν κατά τον ουσιώδη χρόνο ή και τώρα στο εξωτερικό. Το γεγονός που οι αιτητές μέσω της υπεύθυνης δήλωσης του συνηγόρου τους επικαλούνται, ότι δηλαδή τα έγγραφα δανείου υπεγράφησαν από πληρεξούσιο αντιπρόσωπο, δεν οδηγεί κατ' ανάγκη σε αυτό το συμπέρασμα, τη στιγμή μάλιστα κατά την οποία επί των εγγράφων αυτών καταγράφεται ως διεύθυνση των αιτητών διεύθυνση που ευρίσκεται στη Λευκωσία. Ούτε όμως και μπορεί να θεωρηθεί ότι οι καθ' ων η αίτηση δεσμεύονται από το τί ενδεχομένως δήλωσε ένα πρόσωπο και συγκεκριμένα η Αντωνιάδου, στον ιδιώτη επιδότη προφορικά όταν επιχείρησε να της επιδόσει άλλα έγγραφα. Ούτε όμως παρουσίασαν οποιαδήποτε στοιχεία οι αιτητές ως όφειλαν, για να αποσείσουν το σχετικό βάρος που είχαν στους ώμους τους, και τα οποία να καταδεικνύουν ότι πράγματι διαμένουν και μάλιστα για τόσα πολλά χρόνια στο εξωτερικό. Πράγμα το οποίο βέβαια θα ήταν πάρα πολύ εύκολο να πράξουν, αποστέλλοντας στο συνήγορο τους είτε καταστάσεις τηλεφώνου, είτε ηλεκτρικού ρεύματος, είτε νερού, είτε οποιαδήποτε φορολογικά ή και οποιαδήποτε άλλα στοιχεία ή αποδείξεις καταβολής τελών για τα οποία έχουν δηλωμένες διευθύνσεις στο εξωτερικό. Η δε άλλη ουσιώδης θέση που προώθησαν ότι δηλαδή δεν έχουν επικοινωνία με την Ελισάβετ Αντωνιάδου, είναι προβληματική επί των δικών της όρων, αφού δεν εξηγείται πως μπορούν και παρουσιάζουν ιατρικό πιστοποιητικό για την υγεία της, χωρίς να έχουν καν την οποιαδήποτε επικοινωνία μαζί της. Ως προς τη θέση ότι η εν λόγω Ελισάβετ Αντωνιάδου πάσχει από άνοια και ότι αδυνατεί να διαχειριστεί τις υποθέσεις της και την περιουσία της, πρέπει να πω ότι αυτή προβληματίζει σοβαρά, αφού δεν επεξηγείται για ποιο λόγο επισυνάπτει ο δικηγόρος το πιστοποιητικό αυτό στην υπεύθυνη δήλωση που συνοδεύει την υπό εξέταση αίτηση και δεν προέβη το ίδιο το πρόσωπο (ψυχίατρος) σε σχετική ένορκη δήλωση για να έχει και η πλευρά των καθ' ων η αίτηση, η οποία ξεκάθαρα αμφισβητεί τον ισχυρισμό αυτό, τη δυνατότητα να ζητήσει να αντεξετάσει το πρόσωπο αυτό και τις ουσιώδεις τοποθετήσεις που προωθεί. Επομένως και υπό το φως των ανωτέρω δεν μπορώ να αποδεχθώ ότι οι αιτητές έχουν προσκομίσει επαρκή μαρτυρία ή έχουν φανερώσει τέτοιες περιστάσεις που αντικειμενικώς, θα δικαιολογούσαν τον παραμερισμό του Διατάγματος. Δεν μου διαφεύγει βεβαίως ότι οι αιτητές προβάλλουν περαιτέρω τη θέση ότι τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου δημιουργούν εύλογα ερωτηματικά που δεν δικαιολογούσαν την έκδοση του εν λόγω διατάγματος. Σχετική αναφορά γίνεται στις παραγράφους 10-13 της Ε/Δ που συνοδεύει την αίτηση και μνημονεύονται ανωτέρω. Τα όσα αναφέρουν οι αιτητές, σκοπό έχουν όπως αυτά θεωρηθούν επαρκής μαρτυρία για παραμερισμό του υπό κρίση Διατάγματος και πράγματι μπορεί να δημιουργούν κάποια ερωτήματα. Όμως θεωρώ ότι με την εξέταση και αξιολόγηση τους το Δικαστήριο με μαθηματική ακρίβεια θα λάβει ρόλο Εφετείου αναθεωρώντας ουσιαστικά απόφαση ομοβάθμιου Δικαστηρίου πράγμα ανεπίτρεπτο σύμφωνα και με τη νομολογία που παρατέθηκε ανωτέρω. Το Δικαστήριο (με την προηγούμενη σύνθεση του) έχοντας εξετάσει τα όσα τέθηκαν ενώπιον του συμπεριλαμβανομένης και της θέσης ότι η Ελισάβετ Αντωνιάδου έχει επικοινωνία με τους αιτητές έκρινε εύλογο ορθό και δίκαιο να εγκρίνει την αίτηση, με το διάταγμα του Δικαστηρίου να είναι δεσμευτικό και ισχυρό. Ακύρωση του εν λόγω Διατάγματος από το παρόν Δικαστήριο στο στάδιο αυτό και στη βάση των ισχυριζόμενων ερωτημάτων που ως η θέση των συνηγόρων των αιτητών εγείρει η Ε/Δ που συνοδεύει την αίτηση, θα ισοδυναμούσε με επέμβαση στην προηγουμένως ασκηθείσα διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, αφού το Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να καταλήξει στην ακύρωση του Διατάγματος χωρίς κατάληξη επί του κατά πόσον αυτό είχε ορθά ή εύλογα εκδοθεί αρχικώς. Κατάληξη Στη βάση των ανωτέρω και για όλους τους λόγους που πιο πάνω προσπάθησα να επεξηγήσω κρίνω ότι δεν συντρέχει οποιοσδήποτε λόγος που να δικαιολογεί τον παραμερισμό του διατάγματος ημερ. 3/6/22 που εκδόθηκε στο πλαίσιο της Γεν. Αίτ. 43/21. Επομένως η αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα επιδικάζονται εναντίον των αιτητών στην παρούσα και υπέρ των καθ' ων η αίτηση ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. ............... Ν. Μαθηκολώνη, Α.Ε.Δ ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Σημείωση ημερ. 15/6/2013 του επιδότη που αφορά την επίδοση του κλητήριου εντάλματος στην αγωγή 3759/13 στη διεύθυνση που αναφέρεται στα έγγραφα δανείου Σε μετάφραση: "Οιονδήποτε πρόσωπο (άλλο από τον αιτητή), το οποίο επηρεάζεται από διάταγμα εκδοθέν μονομερώς δύναται να αποταθεί δια κλήσεως για παραμερισμό ή διαφοροποίησή του και το Δικαστήριο ή Δικαστής δύναται να παραμερίσει ή να διαφοροποιήσει τέτοιο διάταγμα κάτω από όρους τους οποίους θα θεωρήσει δίκαιους." cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.