ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΑΤΟΣ ΙΚΕ ν. CBD OIL SHOP LTD κ.α., Αρ. Αγωγής : 1422/2021, 6/7/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2022:A112 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Μαθηκολώνη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής : 1422/2021 ΜΕΤΑΞΥ: ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΑΤΟΣ ΙΚΕ Αιτήτρια και 1. CBD OIL SHOP LTD 2. ΠΑΡΑΣΚΕΥΑΣ ΘΕΟΦΑΝΟΥΣ Καθ' ων η Αίτηση Ημερομηνία: 6 Ιουλίου 2022 Εμφανίσεις: Για τους ενάγοντες/αιτητές: κ. Πασιαρδής, για Γεώργιος Ζ. Γεωργίου Δ.Ε.Π.Ε. Για τους εναγόμενους/ καθ' ων η αίτηση: κ. Κωνσταντίνος Χριστοδουλίδης. ____________________________________ Ενδιάμεση Απόφαση (Αίτηση ημερ. 22/12/21 για προσωρινά διατάγματα) Εισαγωγή Με την παρούσα αίτηση, η Αιτήτρια αιτείται ως ακολούθως: Α) Προσωρινό Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου, το οποίο να απαγορεύει και/ή να εμποδίζει τους Εναγόμενους/Καθ' ων η Αίτηση είτε προσωπικώς είτε μέσω των διοικητικών συμβούλων και/ή των αξιωματούχων και/ή συνεργατών και/ή υπαλλήλων και/ή υπηρετών και/ή αντιπροσώπων αυτής και/ή των αδειούχων χρήσης (licensees) ή οποιωνδήποτε εξ αυτών, από του να προβαίνουν, (είτε άμεσα είτε έμμεσα, μέσω ηλεκτρονικών μέσων, του διαδικτύου ή με οιονδήποτε άλλο τρόπο), σε οποιεσδήποτε πράξεις παραβίασης των αποκλειστικών δικαιωμάτων της Αιτήτριας επί του εγγεγραμμένου Κυπριακού Εμπορικού Σήματος υπ' αριθμόν 91135 - CBDoilshop ως το Παράρτημα Α (εφεξής «το Σήμα»), στα πλαίσια εμπορίου και/ή της διεξαγωγής εμπορίου αναφορικά με προϊόντα που περιέχουν κανναβιδιόλη (CBD) και/ή συναφή προϊόντα, μέσω της χρήσης του Σήματος και/ή οποιωνδήποτε άλλων σημείων τα οποία είναι ταυτόσημα και/ή παρόμοια με το Σήμα, συμπεριλαμβανομένων μεταξύ άλλων των μη εξουσιοδοτημένων πράξεων, της τοποθέτησης στην Κυπριακή αγορά και/ή της διανομής και/ή εισαγωγής και/ή εξαγωγής προϊόντων και/ή της τοποθέτησης σε επαγγελματικά έγγραφα και/ή της χρήσης σε διαφήμιση και/ή σε προωθητικό υλικό και/ή της παροχής οποιονδήποτε υπηρεσιών σε σχέση με αυτά και/ή της προσπάθειας παρότρυνσης άλλων στην τέλεση οποιωνδήποτε εκ των προαναφερθέντων πράξεων παραβίασης, μέχρι τελικής και/ή πλήρους εκδίκασης και/ή ολοκλήρωσης μέχρι την τελική εκδίκαση της Αγωγής και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Β) Προσωρινό Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου, το οποίο να απαγορεύει και/ή να εμποδίζει τους Εναγόμενους/Καθ' ων η Αίτηση είτε προσωπικώς είτε μέσω των διοικητικών συμβούλων και/ή των αξιωματούχων και/ή συνεργατών και/ή υπαλλήλων και/ή υπηρετών και/ή αντιπροσώπων αυτών και/ή των αδειούχων χρήσης ή οποιωνδήποτε εξ αυτών, από του να προβαίνουν, σε οποιεσδήποτε πράξεις αθέμιτου ανταγωνισμού (passing off) με οποιονδήποτε τρόπο (είτε άμεσα είτε έμμεσα, μέσω ηλεκτρονικών μέσων, ή με οιονδήποτε άλλο τρόπο) στα πλαίσια εμπορίας και/ή άλλως πως προϊόντων που περιέχουν κανναβιδιόλη (CBD) παρουσιάζοντας τα ως προϊόντα ή υπηρεσίες εξουσιοδοτημένα/ες ή εγκεκριμένα/ες από την Αιτήτρια ή ως συνδεδεμένα/ες καθ' οιονδήποτε τρόπο με την επιχείρηση της Αιτήτριας, μέσω της χρήσης των λέξεων «CBDOILshop» ως το Σήμα (Παράρτημα Α) και/ή μέσω της χρήσης οποιονδήποτε άλλων παρόμοιων λέξεων ή σημείων τα οποία είναι ταυτόσημα και/ή παρόμοια με αυτό και/ή με την υποβοήθηση και/ή παρότρυνση άλλων στην τέλεση οποιωνδήποτε εκ των προαναφερόμενων πράξεων. Η Αίτηση Η υπό εξέταση αίτηση ως αναφέρεται στη νομική βάση αυτής στηρίζεται στον περί Δικαστηρίων Νόμο του 1960, Ν.14/60, Άρθρα 29, 30, 31, 32, 33, 42, 43, στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς Δ.39, Δ.48, θθ. 1-9, Δ.50, Δ.51, 53, Δ.59 και Δ.64, στον Περί Εμπορικών Σημάτων Νόμο, Κεφ. 268, ως έχει τροποποιηθεί, και ειδικότερα αλλά χωρίς περιορισμό στα Άρθρα 2,3, 9 αυτού, στον Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμο, Κεφ. 148, Άρθρο 35, στη νοµολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στο Κοινοδίκαιο, τις αρχές της επιείκειας, και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες και γενική πρακτική του Δικαστηρίου. Η αίτηση υποστηρίζεται από την Ε/Δ του διευθυντή και κύριου μέτοχου της ενάγουσας/αιτήτριας, ο οποίος αναφέρει ότι η αιτήτρια αποτελεί Ελληνική Ιδιωτική Κεφαλαιουχική Εταιρεία (ΙΚΕ), νομίμως εγγεγραμμένη στην Ελληνική Δημοκρατία από το 2019, η οποία δραστηριοποιείται στην εισαγωγή, μεταπώληση και διανομή προϊόντων που περιέχουν κανναβιδιόλη (CBD) και συναφή προϊόντα στην Ελλάδα και στην Κύπρο, αλλά και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Όπως συγκεκριμένα αναφέρει ο ομνύσας, από το 2018 ξεκίνησε να εμπορεύεται προϊόντα που περιέχουν κανναβιδιόλη (CBD), και συναφή προϊόντα (τα «Προϊόντα») με την επωνυμία "CBDOilshop" μέσω (α) καταστημάτων και μεταγενέστερα μέσω (β) της ιστοσελίδας www.cbdoilshop.gr, χρησιμοποιώντας το σήμα ως απεικονίζεται στο Τεκμήριο 3. Το εν λόγω σήμα είναι εγγεγραμμένο εμπορικό σήμα στην Ελλάδα επ' ονόματι του στις κλάσεις 3 και 5, με αριθμό εγγραφής N249691 και για το οποίο η Αιτήτρια έχει σχετική άδεια να χρησιμοποιεί. (βλ. Τεκμήριο 3). Η Αιτήτρια επιθυμούσε να προστατέψει τα δικαιώματα της επί του σήματος και στην Κύπρο. Συνεπώς, μετά από σχετική αίτηση το Νοέμβριο 2020, το εν λόγω σημείο εγγράφηκε και ως εμπορικό σήμα στην Κύπρο τον Νοέμβριο 2021 (βλ. Τεκμήριο 4) , Όπως περαιτέρω επεξηγεί τόσο το ελληνικό, όσο και το κυπριακό εμπορικό σήμα, απεικονίζουν μια σταγόνα νερού που εντός αυτής βρίσκεται ένα φύλλο κάνναβης στο αριστερό μέρος, δίπλα από τη σταγόνα υπάρχει η φράση "CBDOIL" με μεγάλα γράμματα που καλύπτει το κέντρο και το δεξιό μέρος του εμπορικού σήματος. Στα δεξιά του εμπορικού σήματος αναγράφεται με μικρά γράμματα η λέξη "shop". Εξαιτίας της τεράστιας αύξησης της ζήτησης και των πωλήσεων μέσω της ιστοσελίδας www.cbdoilshop.gr, την 09/01/2019 ίδρυσε την Αιτήτρια, στην οποία μετέφερε όλο τον κύκλο εργασιών του καθώς και την εμπορική εύνοια που είχε αποκτήσει χρησιμοποιώντας την επωνυμία "CBDOilshop", το Σήμα και την ιστοσελίδα. Ως αποτέλεσμα των δραστηριοτήτων της Αιτήτριας, που περιγράφει πιο κάτω, εδραιώθηκε η φήμη της επωνυμίας "CBDOilshop" και του σήματος στο ευρύτερο καταναλωτικό κοινό της Ελλάδας και της Κύπρου για πώληση των Προϊόντων. Αναφέρεται ακολούθως στις ενέργειες της αιτήτριας για προώθηση του εμπορικού της ονόματος διαφημίζοντας τα προϊόντα της στο διαδίκτυο και μέσω εκδηλώσεων για ενημέρωση σχετικά με τα οφέλη των προϊόντων αλλά και με πολυέξοδες διαφημιστικές εκστρατείες μάρκετινγκ. Περαιτέρω αναφέρει ότι η Αιτήτρια μέσω της ιστοσελίδας της www.cbdoilshop.gr έχει μέχρι σήμερα πέραν των 5,000 χιλιάδων εγγεγραμμένων μελών και από το Τεκμήριο 7 φαίνεται ότι από το 2018 μέχρι και το Σεπτέμβριο του 2021 χιλιάδες καταναλωτές επισκέπτονται την ιστοσελίδα της Αιτήτριας από την Κύπρο. Ως αποτέλεσμα των πιο πάνω ενεργειών, υποστηρίζει ότι η Αιτήτρια κατέχει ηγετική θέση σε πωλήσεις Προϊόντων στην Ελλάδα και στην Κύπρο και πάνω από 50 καταστήματα (franchise) τα οποία ενδεικτικά αναφέρει ότι κατά μέσο όρο έχουν κύκλο εργασιών ύψους €40,000-€50,000 ετησίως. Η εκτεταμένη χρήση του Σήματος, σε συνδυασμό με την ευρεία προβολή λόγω του μεγέθους και φήμης της Αιτήτριας, τη διαφήμιση και πώληση Προϊόντων, έχουν καταστήσει το σχέδιο πολύ ξεχωριστό και χαρακτηριστικό ανάμεσα στο ευρύ καταναλωτικό κοινό της Ελλάδος και της Κύπρου. Συγκεκριμένα στην Κύπρο από το 2018 μέχρι τις αρχές Νοεμβρίου 2021 η Αιτήτρια έχει προβεί σε μεγάλο αριθμό πωλήσεων ύψους €39,042. Επισυνάπτει, ως Τεκμήριο 8, λίστα λιανικών πωλήσεων, καρτέλες χονδρικών πωλήσεων που διατηρείται στο αρχείο της Αιτήτριας, από το οποίο έχουν απαλειφθεί τα προσωπικά στοιχεία των πελατών που έχουν αγοράσει προϊόντα από τους Αιτητές, από τα οποία προκύπτει το ύψος των πωλήσεων. Υποστηρίζει ότι το καταναλωτικό κοινό της Κύπρου έχει εξοικειωθεί σε τέτοιο βαθμό με το Σήμα ώστε όταν το βλέπει, αναγνωρίζει αμέσως τη διασύνδεση με την Αιτήτρια, που ήταν και η πρώτη επιχείρηση στην Ελλάδα, που άρχισε να πωλεί τέτοια προϊόντα μέσω φυσικών καταστημάτων και μέσω διαδικτύου. Επιπλέον, αναφέρει ότι η πώληση και εμπορία των εν λόγω προϊόντων είναι εξειδικευμένη καθότι δεν είναι προϊόντα που πωλούνται σε συνηθισμένα καταστήματα πώλησης λιανικού εμπορίου όπως υπεραγορές ή περίπτερα αν και τα τελευταία χρόνια η εν λόγω αγορά άρχισε να αναπτύσσεται και να διαδίδεται με γρήγορους ρυθμούς. Περαιτέρω η εδραίωση της φήμης και εμπορικής εύνοιας της Αιτήτριας τόσο στην Ελλάδα αλλά και στην Κύπρο έχει οδηγήσει στην υιοθέτηση του μοντέλου της δικαιοχρησίας (franchising), ήτοι χρήση του επιτυχημένου επιχειρηματικού μοντέλου και της επωνυμίας της Αιτήτριας από τρίτους με ανάλογη αντιπαροχή. Αναφέρει δε συγκεκριμένα ότι υπήρξε ενδιαφέρον από διάφορα άτομα να συμβληθούν με την Αιτήτρια για χρήση της εμπορικής εύνοιας της ανοίγοντας κατάστημα στην Κύπρο μέσω του μοντέλου δικαιοχρησίας (franchise) (βλ. Τεκμήριο 9 - αιτήσεις προσώπων που έδειξαν ενδιαφέρον για να αποκτήσουν το δικαίωμα δικαιοχρησίας στην Κύπρο), κάτι όμως το οποίο δεν έγινε εξ αιτίας των όσων πιο κάτω αναφέρονται. Όπως επεξηγεί μέσα του 2020, υπέπεσε στην αντίληψη της Αιτήριας ότι κάποιος εμπορευόταν στην Κύπρο πανομοιότυπες κατηγορίες προϊόντων, με αυτά της αιτήτριας χρησιμοποιώντας την επωνυμία "CBDOilshop", χρησιμοποιώντας παρόμοιο και σχεδόν ταυτόσημο σήμα με το σήμα της Αιτήτριας (βλ. Τεκμήριο 10) με τουλάχιστον τους εξής τρόπους (στο εξής «οι τρόποι διάθεσης»): α) μέσω φυσικού καταστήματος με την ονομασία CBDOilshop[1] β) μέσω των ιστοσελίδων www.cbdoilshop.com.cy και www.cbdoilshop.cy (βλ. Τεκμήριο 11 (γ) μέσω σελίδας με την ονομασία cbdoilshop.cy στη διαδικτυακή πλατφόρμα Facebook (βλ. στιγμιότυπα οθόνης Τεκμήριο 12 όπου φαίνονται λεπτομέρειες της σελίδας καθώς και των φυσικών καταστημάτων) και (δ) μέσω σελίδας με την ονομασία cbdoilshop.cy στη διαδικτυακή πλατφόρμα Instagram όπου και αυτής της σελίδας υπάρχει εναλλαγή της ονομασίας της σε CBD Oil Shop Larnaca (πρόσφατα έχουν δημιουργηθεί τρεις λογαριασμοί "cbdoilshop_latsia.cy", "cbdoilshop_engomi" και "cbdoilshop.limassol", αντικαθιστώντας τις αρχικές σελίδες στο Instragram - επισυνάπτει στιγμιότυπα οθόνης ως το Τεκμήριο 13). Αναφορικά με την ομοιότητα μεταξύ του εμπορικού σήματος της Αιτήτριας και του σημείου που χρησιμοποιείται στους τρόπους διάθεσης επισυνάπτει ως Τεκμήριο 14 απεικονίσεις του σήματος της Αιτήτριας (στα αριστερά) δίπλα από απεικονίσεις των σημείων που προσομοιάζουν αυτό της Αιτήτριας (στα δεξιά). Επισημαίνει ότι και στις δύο περιπτώσεις: (α) υπάρχει η χρήση του φύλλου της κάνναβης εντός μιας σταγόνας νερού στο αριστερό μέρος του σήματος, (β) υπάρχει η χρήση του ίδιου χρώματος (αντίστοιχη απόχρωση του πράσινου), (γ) υπάρχει η επιγραφή του "CBDOIL" στο κέντρο του σήματος, και (δ) υπάρχει η επιγραφή της λέξη "shop" στο δεξί μέρος του σημείου γραμμένο με μικρότερη γραμματοσειρά. Ουσιαστικά η χρήση των σημείων αποτελεί μια απομίμηση και αντιγραφή του εγγεγραμμένου εμπορικού σήματος της Αιτήτριας. Συνεπώς, μεταξύ των σημάτων είναι ξεκάθαρη, ως υποστηρίζει, η οπτική, ηχητική και νοητική ομοιότητα σε τέτοιο βαθμό που δημιουργείται κίνδυνος πρόκλησης σύγχυσης του μέσου καταναλωτή. Συγκεκριμένα, υποστηρίζει ότι το σύνολο των όμοιων χαρακτηριστικών στα σήματα δύναται να συγχύσει τον μέσο καταναλωτή και να τον οδηγήσει στο εσφαλμένο συμπέρασμα ότι τα προϊόντα που πωλούνται με τους τρόπους διάθεσης που εξηγεί πιο πάνω α) προέρχονται από την ίδια επιχείρηση, β) ότι τα πρόσωπα που πωλούν τα εν λόγω προϊόντα είναι εξουσιοδοτημένοι αντιπρόσωποι της Αιτήτριας ή γ) ότι υπάρχει εμπορικός ή οικονομικός δεσμός μαζί με την Αιτήτρια. Επισημαίνει δε ότι ο Καθ' ου η Αίτηση 2, διευθυντής της εναγόμενης 1 γνώριζε για την ύπαρξη, τη φήμη και την εμπορική εύνοια που διατηρούσε η Αιτήτρια, αφού από το 2019 ήταν πελάτης της, προβαίνοντας σε χονδρική αγορά προϊόντων αξίας πέραν των €14.000 μέχρι και τον Μάιο 2020. Τα σχετικά τιμολόγια επισυνάπτονται ως Τεκμήριο 15. Όπως ο ομνύσας περαιτέρω αναφέρει μετά από έρευνες στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και αφού εξακρίβωσε ότι συνδεόταν με την ιστοσελίδα στο Facebook επικοινώνησε μαζί με τον Καθ' ου η Αίτηση 2 τον Μάιο 2020. Κατά τη προφορική συζήτηση τους, του ανέφερε ότι η χρήση της ίδιας ονομασίας και παρόμοιου σήματος δημιουργούσε προβλήματα στην επιχείρηση του και ότι έπρεπε να σταματήσει να εμπορεύεται με το όνομα CBDOILshop. Ο Καθ΄ ου η Αίτηση 2 προκλητικά του ανέφερε ότι θα του πωλούσε το όνομα του για €100,000 λέγοντας του «τι είναι για εσένα €100,000;», πρόταση την οποία απέρριψε και η οποία ως υποστήριξε αποδεικνύει και την πρόθεση του να εκμαιεύσει οικονομικά ανταλλάγματα ενώ γνώριζε ότι παραβίαζε τα δικαιώματα της Αιτήτριας. Μετά από περισσότερες έρευνες διαφάνηκε ότι o Καθ' ου η Αίτηση 2 είχε συστήσει την Καθ' ης η Αίτηση 1 (ως το Τεκμήριο 2) και ότι και πιθανώς να ανήκουν στους Καθ' ων η Αίτηση όλοι οι τρόποι διάθεσης στους οποίους αναφέρθηκε. Ένεκα σχετικών προνοιών του Ευρωπαϊκού Κανονισμού (GDPR) αλλά και της ημεδαπής νομοθεσίας δεν ήταν δυνατό να εξακριβωθεί η ακριβής ταυτότητα των προσώπων που διαχειρίζονται την ιστοσελίδα. Εντούτοις, στην ιστοσελίδα αναγράφεται το τηλέφωνο με αριθμό 99493990 και η ηλεκτρονική διεύθυνση επικοινωνίας neo@cytanet.com.cy. Όπως αναφέρει πιστεύει ότι το εν λόγω κινητό τηλέφωνο ανήκει στον Καθ' ου η Αίτηση 2 καθότι στα τιμολόγια όταν η Αιτήτρια πωλούσε προϊόντα στον Καθ' ου η Αίτηση 2 είχε σημειωθεί το εν λόγω τηλέφωνο. Επιπλέον στη σελίδα cbdoilshop.cy στο Facebook αναγράφεται η ίδια ηλεκτρονική διεύθυνση επικοινωνίας και το ίδιο τηλέφωνο επικοινωνίας με την ιστοσελίδα που ήδη ανέφερε. Επιπλέον στην προσωπική σελίδα του Καθ' ου η Αίτηση 2 στο Facebook (βλ. Τεκμήριο 16) αναγράφεται ότι ο ιδιοκτήτης της σελίδας "cbdoilshop.cy" είναι ο Καθ' ου η Αίτηση 2. Συνεπώς, εκφράζει την πίστη ότι οι Καθ' ων η Αίτηση είναι οι ιδιοκτήτες όλων των τρόπων διάθεσης τα οποία και διαχειρίζονται. Είναι η θέση του ότι η υιοθέτηση από τους Καθ' ων η Αίτηση της ίδιας επωνυμίας καθώς και σχεδόν ταυτόσημου σήματος για να εμπορεύονται τα προϊόντα τους, είχε ως μοναδικό σκοπό να δημιουργήσει σύγχυση, αν όχι ταύτιση, μεταξύ της Αιτήτριας και των Καθ' ων η Αίτηση στο καταναλωτικό κοινό της Κύπρου, με σκοπό να εκμεταλλευτούν την εμπορική εύνοια της Αιτήτριας. Εξ όσων πιστεύει, αυτή ήταν ξεκάθαρα η πρόθεση των Καθ' ων η Αίτηση, αφού από έρευνα στη σελίδα cbdoilshop.com.cy στο Facebook διαφαίνεται ότι στο παρελθόν οι Καθ΄ ων η Αίτηση εμπορεύονταν με διαφορετική επωνυμία και συγκεκριμένα με το όνομα «HappyNature» (βλ. Τεκμήριο 17). Σημειώνει δε ότι στα αρχικά στάδια της λειτουργίας των σελίδων στο Instagram και στο Facebook, που πιστεύει ότι ανήκουν στους Καθ' ων η Αίτηση, υπήρχαν αναρτημένες φωτογραφίες από το κατάστημα της Αιτήτριας στην Αλεξανδρούπολη και χρησιμοποιούνταν οι διαφημίσεις που χρησιμοποιούσε η Αιτήτρια στις δικές της σελίδες κοινωνικής δικτύωσης. Προφανώς οι εν λόγω φωτογραφίες ψευδώς παρουσίαζαν ότι η Αιτήτρια διατηρούσε φυσικά καταστήματα στην Κύπρο και ότι οι εν λόγω σελίδες λειτουργούσαν με την έγκριση της, κάτι που αποδεικνύει ακόμα περισσότερο την πρόθεση των Καθ' ων η Αίτηση να προκαλέσουν σύγχυση στο καταναλωτικό κοινό της Κύπρου. (βλ. Τεκμήριο 18). Περαιτέρω υποστηρίζει ότι έχοντας υπόψη (α) την σύγχυση και παραπλάνηση που επιφέρουν τα ως άνω, ως εξηγείται, (β) την εδραιωμένη φήμη και εμπορική εύνοια των πελατών τους στην πώληση Προϊόντων στην Κύπρο, και (γ) την προώθηση των Προϊόντων τους με τη χρήση των ως άνω μέσων στην Κυπριακή αγορά, οι καθ' ων η αίτηση έχουν προκαλέσει και συνεχίζουν να προκαλούν πραγματική ζημία στην Αιτήτρια, καθώς και ζημία στη φήμη, στην εμπορική της εύνοια και στο εμπορικό της μοντέλο. Επιπλέον, τα προϊόντα τα οποία πωλούνται από τους Καθ' ων η Αίτηση είναι άγνωστης ποιότητας με αποτέλεσμα να υπάρχει ορατός κίνδυνος να προκληθεί ζημιά στην Αιτήτρια αν ο καταναλωτής δεν μείνει ικανοποιημένος από τα προϊόντα που εμπορεύονται οι Καθ' ων η Αίτηση. Επιπλέον, η δόλια πρόθεση των Καθ' ων η Αίτηση να εκμεταλλευτούν την εμπορική εύνοια της Αιτήτριας είναι εμφανής δεδομένων των κάτωθι:
- i)της πρότασης για καταβολή του ποσού των €100,000
- ii)του ιστορικού των συναλλαγών με τον Καθ΄ ου η Αίτηση 2 iii) την επιλογή μετονομασίας από την προηγούμενη εμπορική επωνυμία που χρησιμοποιούσαν,
- iv)της χρήσης διαφημίσεων και φωτογραφιών από τα καταστήματα της Αιτήτριας. Επιπρόσθετα, υποστηρίζει ότι η σύγχυση και η παραπλάνηση που δημιουργείται μεταξύ της Αιτήτριας και της επιχείρησης των Καθ' ων η Αίτηση ήταν ένας από τους κύριους λόγους που δεν κατάφερε η Αίτητρια να προχωρήσει σε χρήση του μοντέλου δικαιοχρησίας (franchise) της στην Κύπρο. Παραθέτει δε συνομιλίες του με ενδιαφερόμενα πρόσωπα, ως Τεκμήριο 19, από τις οποίες συμπεραίνεται ότι ενώ αρχικά ενδιαφέρονταν πρόσωπα μετέπειτα δεν προχώρησε η συνεργασία τους ως αποτέλεσμα της ύπαρξης της σελίδας cbdoilshop.cy στο Instragram που αποθάρρυνε τους ενδιαφερόμενους. Επιπλέον οι ενδιαφερόμενοι του επιβεβαίωσαν τα ίδια και τηλεφωνικώς μέχρι που τερματίστηκαν οι συνομιλίες τους. Υπολογίζει δε ότι δεδομένων των προηγούμενων πωλήσεων της Αιτήτριας στην Κύπρο και του τρόπου λειτουργίας του μοντέλου δικαιοχρησίας στην Ελλάδα, η χρήση του μοντέλου της δικαιοχρησίας στην Κύπρο θα είχε τη δυνατότητα να επιτυγχάνει κύκλο εργασιών παρόμοιο με αυτό των καταστημάτων της Ελλάδος. Επιπλέον, όπως φαίνεται και από το Τεκμήριο 8 (ανωτέρω), οι συνέπειες των ενεργειών των Καθ΄ ων η Αίτηση είναι πλέον αισθητές και επηρεάζουν άμεσα τις πωλήσεις της Αιτήτριας οι οποίες έχουν μειωθεί κατακόρυφα. Ειδικότερα, η Αιτήτρια για το έτος 2021 έχει πωλήσει μέχρι σήμερα προϊόντα συνολικής αξίας μόνο €1,769.24. Όπως υποστηρίζει ο ομνύσας πρόθεση των Καθ' ων η Αίτηση είναι να υιοθετήσουν παρόμοιο σήμα, ονομασία αλλά και ιστοσελίδα με αυτή της Αιτήτριας πράγμα το οποίο το Δικαστήριο δύναται να λάβει υπόψη κατά την εξέταση της ύπαρξης ψευδούς παραστάσεως παρόλο που η ύπαρξη πρόθεσης δεν είναι αναγκαία για την στοιχειοθέτηση της ψευδούς παράστασης. H Αιτήτρια, μέσω των δικηγόρων της επέδωσε επιστολή στους Καθ' ων η Αίτηση ημερομηνίας 23/04/2021 (βλ. Τεκμήριο 20) με την οποία τους καλούσαν να σταματήσουν τον αθέμιτο ανταγωνισμό και εντός 14 ημερών από την παραλαβή της επιστολής, να υπογράψουν και να επιδώσουν την επισυνημμένη «Ανάληψη Υποχρέωσης». Οι Καθ' ων η Αίτηση δεν έχουν απαντήσει και ούτε έχουν υπογράψει τη σχετική «Ανάληψη Υποχρέωσης» και συνεχίζουν να προβαίνουν σε αθέμιτο ανταγωνισμό κατά της Αιτήτριας και παραβίαση του εμπορικού της σήματος. Όπως υποστηρίζει υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και ορατή πιθανότητα επιτυχίας, τα δε τα αιτούμενα διατάγματα είναι αναγκαία καθώς από τα όσα αναφέρονται πιο πάνω, είναι σαφές ότι σε περίπτωση μη έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων, οι Καθ' ων η Αίτηση θα συνεχίσουν να χρησιμοποιούν το σήμα, την επωνυμία, καθώς και τις σελίδες στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης αποκομίζοντας ανυπολόγιστο όφελος, συγχύζοντας και παραπλανώντας τους καταναλωτές της Κύπρου. Επιπλέον, είναι ορατός ο κίνδυνος να προκληθεί σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημιά στην Αιτήτρια, στην αξιοπιστία, στη φήμη και στην εμπορική τους εύνοια, η οποία θα είναι αδύνατο να αποτιμηθεί με ακρίβεια σε χρήμα. Είναι συναφώς ξεκάθαρο, ότι οποιαδήποτε επιδίκαση αποζημιώσεων υπέρ της Αιτήτριας στο τέλος της δίκης πιθανόν να μην είναι αρκετή για την προστασία και κατοχύρωση των δικαιωμάτων της. Περαιτέρω, με την έκδοση των διαταγμάτων σε υποθέσεις τέτοιας φύσεως, θα διατηρηθεί το «status quo ante», δηλαδή η κατάσταση πραγμάτων που επικρατούσε προτού οι Καθ' ων η Αίτηση θέσουν σε εφαρμογή στο σχέδιο τους για σφετερισμό της εμπορικής εύνοιας της Αιτήτριας για να προωθήσουν τα Προϊόντα τους. Με αυτό τον τρόπο, θα προστατευτούν τα αποκλειστικά δικαιώματα της Αιτήτριας και το ενδεχόμενο πρόκλησης ανεπανόρθωτης ζημιάς στο όνομα και στη φήμη της καθώς και οι απώλειες μελλοντικών πωλήσεων. Επιπλέον, η πιθανότητα πρόκλησης ζημιάς στην Αιτήτρια η οποία ήδη εμπορεύεται σε ευρεία κλίμακα είναι μεγαλύτερη από την πιθανή μείωση των πωλήσεων των Καθ' ων η Αίτηση οι οποίοι το τελευταίο έτος άρχισαν να κυκλοφορούν τα προϊόντα τους στην αγορά. Η ένσταση Οι καθ' ων η αίτηση καταχώρησαν ένσταση στην αίτηση προβάλλοντας σωρεία λόγων ένστασης με τους οποίους ισχυρίζονται ουσιαστικά ότι: Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14 / 60 για την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, και το πραγματικό υπόβαθρό της αίτησης δεν δικαιολογεί την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων Η Αίτηση της Αιτήτριας και η Ε/Δ που την συνοδεύει είναι αντικανονική αντινομική και παράτυπη, Σκοπείται παρέλκυση και / ή παρέκκλιση της διαδικασίας. Η Αιτήτρια κωλύεται από το να προωθεί την παρούσα αίτηση και/ή την Αγωγή καθότι βρίσκει εφαρμογή το αξίωμα ex turpi causa nor oritur action. Η ένσταση υποστηρίζεται από την Ε/Δ του εναγόμενου 2, διευθυντή της εναγόμενης 1, ο οποίος αρνείται τους ισχυρισμούς που προβάλλονται από την αιτήτρια και ισχυρίζεται κατ' αρχάς ότι η εμπορία, διανομή, εισαγωγή και η οποιαδήποτε δραστηριότητα σχετική με προϊόντα που περιέχουν κανναβιδιόλη (CBD) είναι παράνομη εντός της Κυπριακής Δημοκρατίας, εκτός και εάν έχει εκδοθεί προηγουμένως σχετική άδεια κυκλοφορίας των προϊόντων από το Συμβούλιο Φαρμάκων. Συνεπώς η Αιτήτρια δεν μπορεί να αιτείται από το Σεβαστό Δικαστήριο να αναγνωρίσει εμπορική εύνοια την οποία απέκτησε από συμμετοχή σε παράνομες δραστηριότητες ήτοι την πώληση φαρμακευτικών προϊόντων (Προϊόντα κανναβιδιόλης) χωρίς άδεια από την αρμόδια αρχή, αφού καμία άδεια διαθέτει η Αιτήτρια για να προβαίνει στις αναφερόμενες πωλήσεις οι οποίες συνεπεία τούτου καθίστανται παράνομες δραστηριότητες. Στην ίδια γραμμή με τα πιο πάνω ισχυρίζεται ότι η Αιτήτρια κωλύεται να προωθεί αξίωση για αθέμιτο ανταγωνισμό στην βάση παράνομων δραστηριοτήτων ή ακόμα και για δήθεν εμπορική εύνοια και φήμη σε ένα παράνομο τομέα εμπορίου. Υποστηρίζει περαιτέρω ότι εφόσον η αιτήτρια σύμφωνα με τα δικά της λεγόμενα ενεγράφη το 2019, εξυπακούεται πως το γεγονός ότι αναφέρει ότι δραστηριοποιείτο από το 2018 μέχρι το 2021 στον τομέα της αποτελεί ψεύδος και ανακρίβεια η οποία σκοπό έχει να παραπλανήσει Δικαστήριο. Κατά τον ίδιο τρόπο υποστηρίζει από την στιγμή που το εμπορικό σήμα διατείνεται ότι το ενέγραψε τον Νοέμβριο του 2021, δεν μπορεί να έχει δημιουργήσει εμπορική εύνοια σε τόσο σύντομο χρόνο. Επιπροσθέτως αναφέρει ότι η Αιτήτρια για να μπορεί να καταδείξει εμπορικές συναλλαγές στην Κύπρο τουλάχιστον θα έπρεπε να επισυνάψει τιμολόγια τα οποία θα είχε εκδώσει. Υποστηρίζει δε ότι σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι επειδή διαφήμιζε η Αιτήτρια τα προϊόντα της στην Κύπρο και επειδή έγιναν κάποιες αγορές από Κύπριους αυτά είναι ικανά για να δημιουργηθεί σύγχυση στον μέσο Κύπριο καταναλωτή και να δημιουργηθεί σε αυτόν η εντύπωση ότι τα προϊόντα της Αιτήτριας είναι αυτά της Καθ' ης η Αίτηση 1. Περαιτέρω υποστηρίζει ότι ακόμη και αν θεωρηθεί ότι η λίστα αυτή μπορεί να αποδείξει συναλλαγές στην Κύπρο, αυτά είναι έσοδα που αποκτήθηκαν από παράνομες δραστηριότητες τα οποία και πάλιν δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη. Επιπλέον υποστηρίζει ότι καμία ομοιότητα δεν υπάρχει μεταξύ του σήματος της Αιτήτριας και του σήματος τους. Υποστηρίζει δε σχετικά, ότι το φύλλο το οποίο υπάρχει στο εμπορικό σήμα της Καθ' ης η Αίτηση 1 αποτελείται από 7 (επτά) φύλλα ενώ της Αιτήτριας από 5 (πέντε). Ακολούθως το σχήμα της σταγόνας δεν ομοιάζει ούτε καν στο ελάχιστο εν σχέση με το σήμα της Καθ' ης η Αίτηση 1. Ειδικότερα αναφέρει ότι το σήμα της Καθ' ης η Αίτηση 1 είναι συνεχόμενο ενώ της Αιτήτριας είναι διακεκομμένο. Επίσης τα χρώματα είναι διαφορετικά αφού το σήμα της Καθ' ης η Αίτηση 1 αποτελείται από χρυσό χρώμα ενώ της Αιτήτριας από πράσινο. Περαιτέρω η επιγραφή του όρου ¨CBD OIL¨ και η επιγραφή της λέξης ¨shop¨ αποτελούν το όνομα της Καθ' ης η Αίτηση 1 το οποίο νόμιμα αιτήθηκε στον έφορο εταιρειών και μετά από την έγκριση του στις 27/05/2020 (βλ. Τεκμήριο 3) έχουν αποκλειστικό δικαίωμα χρήσης του ονόματος στην Κύπρο και νόμιμα χρησιμοποιούν την επωνυμία τους. Τονίζει δε το γεγονός ότι η εναγόμενη 1 είχε προγενέστερο δικαίωμα χρήσης της παρούσας επίδικης επωνυμίας πριν ακόμη η Αιτήτρια προβεί σε Αίτηση για κατοχύρωση εμπορικού σήματος στην Κύπρο. Ακόμη όμως και να μην είχε πάρει έγκριση για την χρήση του ονόματος CBD OIL SHOP αναφέρει ότι το σήμα τους αλλά και η επωνυμία τους είναι περιγραφή της φύσεως της ουσίας της κανναβιδιόλης και όπως τον πληροφορούν οι δικηγόροι του δεν διαπράττουν κανένα αστικό αδίκημα με την χρήση των ορολογιών οι οποίες είναι περιγραφικές. Σε κάθε περίπτωση αρνείται τη γνώση που του αποδίδεται όσον αφορά τις δραστηριότητες της αιτήτριας και υποστηρίζει ότι ουδέποτε είχε καμία σχέση και καμία συνεργασία ή επικοινωνία ή δοσοληψία με την αιτήτρια. Όσον αφορά τα τιμολόγια που επισυνάπτονται ως Τεκμήριο 15 στην παράγραφο 18 της ένορκης δήλωσης ημερομηνίας 16/12/2021, ούτε ο ίδιος και ούτε η Καθ' ης η Αίτηση έχει καμία σχέση με τα όσα αναφέρονται και σκοπό έχουν να παραπλανήσουν το Δικαστήριο. Ακόμη αναφέρει ότι ουδέποτε συνομίλησε με τον ενόρκως δηλούντα στην ένορκη δήλωση ημερομηνίας 16/12/2021 και ποτέ δεν του ανέφερε ότι επιθυμεί να πωλήσει το όνομα της Καθ' ης η Αίτηση 1 και αναφέρει ότι η Αιτήτρια ούτε καν γνωρίζει το τηλέφωνο του. Περαιτέρω αναφέρει ότι το στιγμιότυπο οθόνης που επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 16 στην παράγραφο 20 της ένορκης δήλωσης ημερομηνίας 16/12/2021, αφορά άλλο πρόσωπο αφού δεν ονομάζεται Fanos Theofanous και τα όσα αναφέρονται στην ένορκη δήλωση είναι ψευδή. Προτού δε λάβει την παρούσα αίτηση και αγωγή καμία γνώση δεν είχε αναφορικά με την αιτήτρια ούτε ο ίδιος και ούτε η Καθ' ης η Αίτηση 1. Ουδέποτε έχουν συνεργαστεί με την Αιτήτρια και καμία σχέση δεν έχουν με την επωνυμία "Happy Nature". Αρνείται την πρόκληση οποιασδήποτε ζημιάς στην αιτήτρια είτε πραγματική είτε στη φήμη της είτε στην εμπορική της εύνοια είτε στο εμπορικό της μοντέλο, αφού καμία φήμη και καμία εμπορική εύνοια και καμία ζημιά δεν μπορεί να αναγνωριστεί από το Δικαστήριο, όταν αυτή σχετίζεται με παράνομες δραστηριότητες εντός της Κυπριακής Δημοκρατίας όπως αυτές που παραδέχεται η Αιτήτρια ότι εμπλέκεται. Περαιτέρω αφού δεν έχει η ίδια το δικαίωμα πώλησης δεν μπορεί να το μεταβιβάζει και σε άλλα πρόσωπα συνεπώς τα όσα αναφέρει περί δήθεν δικαιώματος δικαιοχρησίας (franchising) αποτελούν προσπάθεια παραπλάνησης του Σεβαστού Δικαστηρίου. Αρνείται ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση ούτε και ορατή πιθανότητα επιτυχίας αφού κανένα αστικό αδίκημα δεν διαπράττουν με την χρήση του σήματος τους, αλλά και της επωνυμίας τους. Όσον δε αφορά την ανεπάρκεια των αποζημιώσεων αναφέρει ότι πέραν του γεγονότος ότι η Αιτήτρια δεν μπορεί να αποταθεί στο Δικαστήριο για να επιδικαστούν αποζημιώσεις για την οποιαδήποτε βλάβη, ακόμα και να μπορούσε να το πράξει αυτό, τότε εύκολα θα μπορούσε να υπολογιστεί η οποιαδήποτε βλάβη έχει υποστεί, αφού αυτή θα μπορούσε να υπολογιστεί σε χρήμα και δεν θα ήταν καθόλου δύσκολο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Επιπροσθέτως η Αιτήτρια δεν αποδεικνύει την οποιανδήποτε εμπορική εύνοια ή φήμη στην Κυπριακή Δημοκρατία καθότι το εμπορικό της σήμα το έχει εγγράψει μεταγενέστερα της έγκρισης και εγγραφής της επωνυμίας της Καθ' ης η Αίτηση 1 συνεπώς στο σύντομο χρονικό διάστημα της εγγραφής του σήματος της Αιτήτριας δεν θα μπορούσε να δημιουργήσει σε καμία περίπτωση φήμη στην Κυπριακή Δημοκρατία. Περαιτέρω αναφέρει ότι σε περίπτωση που εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα το όποιο όφελος αποκομίσουν οι εναγόμενοι, αυτό θα είναι εύκολα αποτιμήσιμο σε χρήμα, αφού η εναγόμενη 1 διατηρεί όλα τα νόμιμα λογιστικά βιβλία από τα οποία εύκολα μπορεί κάποιος να υπολογίσει τα κέρδη. Ως εκ τούτου ακόμα και εάν ήθελε κριθεί ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και ορατή πιθανότητά επιτυχίας η όποια ισχυριζόμενη ζημιά υπάρχει μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα. Περαιτέρω θα ήταν δυσανάλογο και αντίθετο με το ισοζύγιο της ευχέρειας να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα καθότι δεν θα διατηρηθεί το status quo, αλλά αντίθετα εάν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα τότε η Καθ' ης η Αίτηση θα υποστεί τεράστια οικονομική ζημιά και δεν θα μπορεί να διεξάγει τις δραστηριότητες της ούτε και να συμμορφωθεί με τις φορολογικές της υποχρεώσεις, αφού δεν θα μπορεί να χρησιμοποιήσει καν το εγκεκριμένο όνομα της με το οποίο είναι εγγεγραμμένη και στις φορολογικές υπηρεσίες. Περαιτέρω συνεπεία της οικονομικής ζημιάς την οποία θα υποστεί η Καθ' ης η Αίτηση πολλοί υπάλληλοί της θα απωλέσουν τις εργασίες τους, η Καθ ' ης η Αίτηση θα απωλέσει όλους τους πελάτες της με αποτέλεσμα να υποστεί τέτοια βλάβη που σε κατοπινό στάδιο εάν η Αιτήτρια αποτύχει να αποδείξει την υπόθεση της, τότε δεν θα μπορεί να επανέλθει η κατάσταση στο παρόν στάδιο και ούτε θα μπορεί να υπολογιστεί με χρήμα η ζημιά της Καθ' ης η Αίτηση 1, αφού δεν μπορεί να γνωρίζει κάποιος τα μελλοντικά κέρδη και τον μελλοντικό κύκλο εργασιών της Καθ' ης η Αίτηση 1 αλλά ούτε και τις συνέπειες οι οποίες θα επέλθουν. Η Διαδικασία Οι συνήγοροι των δυο πλευρών περιορίστηκαν σε γραπτές αγορεύσεις με τις οποίες υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους, αναφερόμενοι στη σχετική με το θέμα νομοθεσία και νομολογία και ουδείς εκ των ενόρκως δηλούντων αντεξετάστηκε. Τα όσα ανέφεραν οι δυο πλευρές ευρίσκονται ενώπιον μου και λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους χωρίς να χρειάζεται να προβώ σε λεπτομερή παράθεση τους στο στάδιο αυτό. Αναφορά θα γίνει πιο κάτω στα πλαίσια ανάλυσης της νομικής πτυχής της αίτησης και στο βαθμό που κρίνεται αναγκαίο για τους σκοπούς της παρούσας απόφασης. Νομική Πτυχή Η αίτηση βασίζεται ουσιαστικά στο άρθρο 32 του Ν. 14/60. Προτού όμως αναφερθώ στις προϋποθέσεις που τάσσει το εν λόγω άρθρο, κρίνω ορθό να εξετάσω τη θέση των αιτητών ότι η Ε/Δ που συνοδεύει την αίτηση είναι παράτυπη, αντικανονική και/ή αντινομική και δεν θα πρέπει να ληφθεί υπόψη. Και τούτο διότι τυχόν αποδοχή της, θα άφηνε την αίτηση χωρίς πραγματικό υπόβαθρο και ως τέτοια υποκείμενη σε απόρριψη, χωρίς να χρειάζεται να λεχθεί οτιδήποτε άλλο. Βάση για την εισήγηση αποτέλεσε το γεγονός ότι η Ε/Δ που συνοδεύει την αίτηση έχει υπογραφεί ενώπιον του πρόξενου της Κύπρου στην Αθήνα. Προς υποστήριξη της εισήγησης του ο συνήγορος των καθ' ων η αίτηση παρέπεμψε στη Δ.39 Θ. 7 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας η οποία αναφέρει: «An affidavit may be sworn before a Judge or Registrar of any Court ή ενώπιον προσώπου το οποίο εξουσιοδοτείται ειδικά προς τούτο από το Ανώτατο Δικαστήριο». Στη βάση των πιο πάνω υποστήριξε ότι μια ένορκη δήλωση μπορεί να ληφθεί ενώπιον Δικαστή ή Πρωτοκολλητή οιουδήποτε Δικαστηρίου ή ενώπιον προσώπου το οποίο εξουσιοδοτείται ειδικά προς τούτο. Ο πρόξενος σύμφωνα με την εισήγηση των καθ΄ων η αίτηση δεν είναι σε καμία περίπτωση εξουσιοδοτημένος να λαμβάνει μαρτυρία με όρκο προς το σκοπό της προώθησης δικαστικής διαδικασίας ενώπιον του Δικαστηρίου. Επίσης παρέπεμψε και στο 3 του περί Όρκων Νόμου Κεφ. 18 όπου αναφέρεται εξειδικευμένα ποιος δύναται να λαμβάνει μαρτυρία με όρκο για να καταδείξει και πάλιν ότι ούτε εκεί συμπεριλαμβάνεται ο πρόξενος, εισηγούμενος πως εάν πρόθεση του νομοθέτη ήταν να συμπεριλάβει το εν λόγω πρόσωπο θα το έπραττε ρητώς. Αντίθετη ήταν η εισήγηση του συνηγόρου των αιτητών ο οποίος παρέπεμψε στη Δ.39 Θ. 17 η οποία αναφέρει τα εξής: 17. Any affidavit, declaration or affirmation may be sworn or taken in Great Britain, Ireland or the Channel Islands or in any British Colony, Possession, Protectorate or Mandated Territory or other place under the dominion of Her Majesty in foreign parts before any Court, Judge, notary public, or person lawfully authorized to administer oaths in any such Colony, Possession, Protectorate, Mandated Territory or other place under the dominion of Her Majesty, or may be sworn or taken before any of Her Majesty's Consuls or Vice-Consuls in any foreign parts outside Her Majesty's Dominions, and the Judges and other officers of the Cyprus Courts shall take judicial notice of the seal or signature as the case may be of any such Court, Judge, notary public, person, Consul or Vice-Consul appended or subscribed to any such affidavit, declaration or affirmation or to any other document, and shall allow the same as regards its form to be used in a Cyprus Court without further proof but subject always as regards admissibility of its contents to the Rules of evidence. Όπως ο ευπαίδευτος συνήγορος των αιτητών υποστήριξε, με βάση την πιο πάνω Διαταγή ήταν επιτρεπτό να λαμβάνεται μια Ένορκη Δήλωση ενώπιον πρόξενου της Μεγάλης Βρετανίας και με βάση Ε. Philippou Ltd. V. Litner Hampton Ltd.
(1984)1 C.L.R. 716 το Δικαστήριο οφείλει να ερμηνεύει της Διαδικαστικούς Κανονισμούς που προϋπήρχαν της Ανεξαρτησίας με μετατροπή στην έκταση που είναι αναγκαία για συμμόρφωση με το Σύνταγμα. Συγκεκριμένα στην εν λόγω υπόθεση λέχθηκαν τα εξής: "Νο new Rules of Court were made either by the High Court or by the Supreme Court. The Rules of Court in force on the day before Independence are in force and continue to be applied by the Courts both under the Rules of Court (Transitional Provisions) of 1960 made by the High Court in virtue of its power under Article 163 of the Constitution and under s.l 1 of the Interpretation Law, Cap. 1, which provides that when a law is repealed and substituted and no rules are made under the new Law, the rules made under the repealed law continue to be good and valid in so far as they are consistent with the substituted provisions. These Rules shall be construed and applied with such modification as may be necessary to bring them into conformity with the Constitution 'Modification' includes amendment, adaptation and repeal." (η έμφαση είναι του Δικαστηρίου) Στη βάση των ανωτέρω κρίνω ανεδαφική την εισήγηση του συνηγόρου των καθ' ων η αίτηση, ότι η Ε/Δ δήλωση που συνοδεύει την αίτηση είναι αντικανονική και δεν μπορεί και δεν θα πρέπει να ληφθεί υπόψη, αφού η Δ.39 Θ. 17 θα πρέπει να θεωρηθεί ότι συνεχίζει να ισχύει (παράλληλα με τη Δ.39 Θ. 7 αλλά και των Περί Όρκων Νόμο), αλλά με αναφορά στην Κυπριακή Δημοκρατία. Ούτε και θεωρώ ότι η πιο πάνω ερμηνεία αντίκειται στα νομολογηθέντα στην υπόθεση General Engineering Co Ltd v. Seddon Atkinson Vehicles
(1975)1 CLR 278, όπως ήταν η εισήγηση του συνηγόρου των καθ' ων η αίτηση. Και τούτο διότι το τί εκεί απασχόλησε ήταν το κατά πόσον ήταν έγκυρη η λήψη όρκου στην Μεγάλη Βρετανία, Ιρλανδία και Channel Islands, υπό το φως του γεγονότος της Ανεξαρτησίας της Κυπριακής Δημοκρατίας από την 16/8/1960 και της ένταξης της στην Κοινοπολιτεία. Όπως μάλιστα αναφέρεται στην εν λόγω απόφαση πέραν της περίπτωσης αυτής την οποία εξέτασε το Δικαστήριο (και η οποία δεν εντάσσεται στην ίδια κατηγορία που εδώ εξετάζεται), υπάρχουν άλλες δύο περιπτώσεις που καλύπτονται από τη Δ.39 Θ. 17 οι οποίες ρητώς το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε στην εν λόγω υπόθεση ότι δεν θα το απασχολούσαν και δεν θα εξέταζε. Αυτές αφορούν τη λήψη όρκου σε Βρετανική Αποικία κλπ, και τρίτον τη λήψη όρκου "in any foreign parts" before a Consul or Vice Consul που είναι η δική μας περίπτωση η οποία ως έχω ήδη πει θα πρέπει να θεωρηθεί ότι συνεχίζει να ισχύει με αναφορά όμως σε πρόξενο της Κυπριακής Δημοκρατίας. Παραθέτω πιο κάτω το σχετικό απόσπασμα: «We revert now to the application, in the circumstances of the present case, of the said rule 17 : It is to be noted that it relates, in effect, to three different categories of documents executed outside Cyprus; first, it renders receivable, as validly sworn, an affidavit, declaration or affirmation sworn or taken in Great Britain, Ireland or the Channel Islands; secondly, it makes similar provision in relation to an affidavit, declaration or affirmation in any British Colony, Possession, Protectorate or Mandated Territory or other place under the dominion of "Her Majesty in foreign parts", and it is only in relation to this second category of documents that it is mentioned that the oath is to be taken before a Court, judge, notary public, or otherwise lawfully authorised person; and, thirdly, it covers likewise affidavits, declarations or affirmations sworn in "any foreign parts" before a Consul or Vice-Consul. We leave open the question as to what would have been the position now, when Cyprus is an independent State, if the affidavit before us had belonged to either of the latter two, out of the three aforementioned, categories of documents. We are only concerned with the first of such categories, to which this affidavit clearly belongs; and we find that it is not inconsistent with our Constitution, and, in particular, with the status of Cyprus as an independent State, to continue to have in our Civil Procedure Rules a provision, such as that in the first part of rule 17, to the effect that an affidavit is receivable as valid if sworn in Great Britain, Ireland or the Channel Islands (in which, of course, is included England). This is nothing more than a provision affording litigation facilities as between two equal, sovereign and independent countries. In this connection we might usefully refer, by way of analogy, to Gohoho v. Guinea Press Limited and Another [1962] 3 All E.R. 785, where it was held, because of the Ghana (Consequential Provision) Act, 1960, which was enacted in England, that Ghana, although being an independent Republic within the British Commonwealth, was to be treated as a "British Dominion" for the purposes of the service of a writ of summons. In the light, therefore, of the foregoing, we find, when we apply in the present case rule 17 of Order 39, in conjunction with rule 3 of the already referred to Rules of Court of 1960, that the affidavit which was sworn in England by P. Verdellis has been properly accepted by the trial Court and should not have been struck out as contended by the appellants.» Ερχόμενη τώρα στην ουσία της αίτησης, οι αρχές που διέπουν το ζήτημα έκδοσης διαταγμάτων δυνάμει του άρθρου 32 στο οποίο βασίζεται η αίτηση, έχουν καθορισθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο σε πλειάδα αποφάσεων και είναι πολύ καλά γνωστές[2]. Οι τρείς απαραίτητες προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται για να καταστεί δυνατή η επιτυχής επίκληση του άρθρου 32, είναι: (α) να υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση (β) να υπάρχουν πιθανότητες οι αιτητές να δικαιούνται σε θεραπεία και (γ) να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρως δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο σε περίπτωση που δεν εκδοθεί το διάταγμα. Αναλύοντας τις πιο πάνω προϋποθέσεις συνοπτικά και στη βάση πάντα της νομολογίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου, θα πρέπει να σημειωθεί ότι η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση δεν εξυπακούει οτιδήποτε περισσότερο από την αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τη δύναμη των δικογράφων. Η δεύτερη προϋπόθεση επιβάλλει στον αιτητή να δείξει ότι έχει πιθανότητα επιτυχίας. Η έννοια της πιθανότητας περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι το μέτρο απόδειξης στις αστικές υποθέσεις. Η πιθανότητα επιτυχίας, μικρή έστω στο βαθμό που να είναι ορατή, πρέπει να αποδειχθεί με τη μαρτυρία που προσάγεται προς υποστήριξη της αίτησης[3]. Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση, που απαιτεί το να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρως δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο σε περίπτωση που δεν εκδοθεί το διάταγμα, σημειώνεται ότι η ικανοποίηση αυτής της προϋπόθεσης εξετάζεται κυρίως υπό το φως της επάρκειας των αποζημιώσεων ως θεραπεία, στη βάση των γεγονότων της κάθε υπόθεσης. Όπως όμως τονίστηκε στην Zena Company Ltd v. Demenian Catering Ltd, Πολ. Εφ. Αρ. 304/2008, ημερομηνίας 21.10.2011, «η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο, περιλαμβάνει και διάφορα άλλα μεταβλητά κριτήρια εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά. Στην δε M. & Ch. Mitsingas Trading Ltd v. Timberland Co
(1997)1 A.A.Δ 1799 αποφασίστηκε ότι η έννοια της απονομής της δικαιοσύνης δεν μπορεί να συναρτάται με την στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς, αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτούμενου τη θεραπεία. Το θέμα όμως δεν τελειώνει με την εκπλήρωση των πιο πάνω προϋποθέσεων. Όπως υποδεικνύεται στην Οδυσσέως (ανωτέρω), στο τελικό στάδιο το Δικαστήριο πρέπει πρόσθετα να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει τέτοιο διάταγμα, ζήτημα το οποίο κρίνεται πάντα με βάση τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. (Βλέπε επίσης την υπόθεση Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Πασχάλη Χ" Βασίλη
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 152). Θα πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960 περιέχει ουσιαστικό και όχι δικονομικό δίκαιο. Τούτο προκύπτει από την υπόθεση Χάρης Φεσσάς, Αίτηση
(1990)1 Α.Α.Δ. 704, όπου υιοθετήθηκαν τα λεχθέντα στην υπόθεση Heli-Air v. Drescher
(1988)1 C.L.R. 234[4]. Το δε πρόσωπο που αιτείται την έκδοση του προσωρινού διατάγματος φέρει το βάρος να αποδείξει ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 και σε περίπτωση αμφισβητούμενων γεγονότων η υποχρέωση απόδειξης τους βαρύνει τους αιτητές. (βλ. Iacovou Brothers v. Fashionwise Ltd
(2000)1 (B) A.A.Δ. 1377). Όπως βέβαια έχει ήδη λεχθεί το Δικαστήριο σε αιτήσεις έκδοσης ή οριστικοποίησης προσωρινών διαταγμάτων περιορίζεται στη διαπίστωση του κατά πόσον ικανοποιούνται ή όχι οι προϋποθέσεις που τίθενται από το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60, χωρίς να υπεισέρχεται στην ουσία της υπόθεσης και χωρίς να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης αφού αυτό εναπόκειται στην κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου, κατά τη δίκη της ουσίας της υπόθεσης. (βλ. Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 ΑΑΔ 248, Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 CLR 263). Τούτων λεχθέντων, θα πρέπει να σημειωθεί ότι σίγουρα κάποια αξιολόγηση της προσφερόμενης μαρτυρίας σε σχέση με τη διαπίστωση της ικανοποίησης των τριών κριτηρίων είναι αναγκαία, όπως υπέδειξε και η Οδυσσέως (ανωτέρω), αλλά σε καμία περίπτωση το Δικαστήριο, θα προβεί στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο σε τελεσίδικη κρίση επί των ζητημάτων αυτών (βλ. και Φαέθων Μιχαηλίδης v. Παπακυριακού
(2004)1 ΑΑΔ 209). Έχοντας κατά νου τις πιο πάνω νομολογιακές αρχές, προχωρώ στην εξέταση των σχετικών προϋποθέσεων. Αναφορικά με την πρώτη προϋπόθεση, σημειώνω πως, ότι απαιτείται στο στάδιο αυτό είναι η κατάδειξη απλά μιας συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τα δικόγραφα. Από το κλητήριο ένταλμα, αλλά και την αγόρευση του συνηγόρου της αιτήτριας προκύπτει ότι η αξίωση της στηρίζεται στο αστικό αδίκημα του αθέμιτου ανταγωνισμού βάσει του άρθρου 35 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου (Κεφ.148) καθώς και στο αστικό αδίκημα της παραβίασης εγγεγραμμένου εμπορικού σήματος σύμφωνα με τον Περί Εμπορικών Σημάτων Νόμο (Κεφ. 268), σε σχέση με τη χρήση σήματος από τους καθ' ων η αίτηση το οποίο προσομοιάζει με αυτό της αιτήτριας σε βαθμό που να προκαλεί σύγχυση στο καταναλωτικό κοινό (βλ. Τεκμήριο 14 στην Ε/Δ που συνοδεύει την αίτηση όπου απεικονίζονται και τα δύο σήματα). Στη βάση όλων των πιο πάνω και έχοντας κατά νου ότι αυτό που αναζητείται στο πλαίσιο εξέτασης της πρώτης προϋπόθεσης είναι το κατά πόσον αποκαλύπτεται κάποια γνωστή στον νόμο αιτία αγωγής, η οποία, αν επιτύχει, θα έχει ως συνέπεια την παροχή θεραπείας στον ενάγοντα, διαπιστώνεται στην προκειμένη περίπτωση και στη βάση των ανωτέρω σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. Προχωρώντας στη δεύτερη προϋπόθεση, σημειώνω ότι ως έχει ήδη λεχθεί η πιθανότητα επιτυχίας της ουσιαστικής αξίωσης, περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Επισημαίνεται περαιτέρω ότι σε σχέση με την δεύτερη προϋπόθεση του Άρθρου 32, ότι η προοπτική επιτυχίας εξετάζεται σε συνάρτηση και με την αντίθετη εκδοχή, χωρίς όμως το Δικαστήριο να υπεισέρχεται στην ουσία της υπόθεσης και χωρίς να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης[5]. Στην υπό εξέταση περίπτωση, ως προς την κατάδειξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας ο ομνύων για τους αιτητές επικαλείται το γεγονός του ότι δραστηριοποιείται στον τομέα αυτό με τη χρήση του συγκεκριμένου ονόματος και σήματος από το 2018, ενέγραψε εταιρεία στην Κύπρο το 2019 και το εμπορικό σήμα το 2021, και εν γένει υποστηρίζει ότι έχει δημιουργηθεί εμπορική εύνοια λόγω των δραστηριοτήτων που διεξάγουν αλλά και της προώθησης του εμπορικού ονόματος CBDOIL shop μέσω διαφημίσεων των προϊόντων της στο διαδίκτυο και μέσω εκδηλώσεων για ενημέρωση σχετικά με τα οφέλη των προϊόντων αλλά και με πολυέξοδες διαφημιστικές εκστρατείες μάρκετινγκ. Περαιτέρω αναφέρει ότι μέσω της ιστοσελίδας της www.cbdoilshop.gr η αιτήτρια έχει μέχρι σήμερα πέραν των 5,000 χιλιάδων εγγεγραμμένων μελών και από το Τεκμήριο 7 φαίνεται ότι από το 2018 μέχρι και το Σεπτέμβριο του 2021 χιλιάδες καταναλωτές επισκέπτονται την ιστοσελίδα της Αιτήτριας από την Κύπρο. Περαιτέρω επικαλείται το ότι από τον Μάιο του 2020 είχε αντιληφθεί ότι κάποιος προωθούσε ίδιας φύσεως προϊόντα με παρόμοιο σήμα με αυτό της αιτήτριας. Ως προς την ομοιότητα αναφέρει συγκεκριμένα ότι και στις δύο περιπτώσεις: (α) υπάρχει η χρήση του φύλλου της κάνναβης εντός μιας σταγόνας νερού στο αριστερό μέρος του σήματος, (β) υπάρχει η χρήση του ίδιου χρώματος (αντίστοιχη απόχρωση του πράσινου), (γ) υπάρχει η επιγραφή του "CBDOIL" στο κέντρο του σήματος, και (δ) υπάρχει η επιγραφή της λέξη "shop" στο δεξί μέρος του σημείου γραμμένο με μικρότερη γραμματοσειρά. Υποστηρίζει δε ότι ουσιαστικά η χρήση των σημείων αποτελεί μια απομίμηση και αντιγραφή του εγγεγραμμένου εμπορικού σήματος της Αιτήτριας. Συνεπώς, συνεχίζει η εισήγηση του μεταξύ των σημάτων είναι ξεκάθαρη η οπτική, ηχητική και νοητική ομοιότητα μεταξύ των σημείων σε τέτοιο βαθμό που δημιουργείται κίνδυνος πρόκλησης σύγχυσης του μέσου καταναλωτή. Πέραν των ομοιοτήτων στο σήμα και στο όνομα υπάρχει ως υποστηρίζει και ομοιότητα στην ιστοσελίδα των Καθ' ων η Αίτηση με αυτά της Αιτήτριας, τα οποία προκαλούν σύγχυση στους καταναλωτές ως προς την προέλευση του προϊόντος και υπάρχει κίνδυνος να συγχυστούν και να συσχετίσουν το εμπορικό σήμα με το σημείο που χρησιμοποιούν οι Καθ΄ ων η Αίτηση, και παράλληλα στη βάση των πιο πάνω στοιχείων που παραθέτει στοιχειοθετείται και η παράβαση του εμπορικού σήματος που έχει εγγράψει η αιτήτρια. Από την άλλη οι καθ' ων η αίτηση αρνούνται ρητώς ότι πληρείται η σχετική προϋπόθεση για σειρά από λόγους. Κατ' αρχάς κύρια θέση τους είναι ότι τα προϊόντα που η αιτήτρια εμπορεύεται ως η θέση της δεν μπορούν να κυκλοφορούν στη Δημοκρατία νόμιμα, εκτός εάν έχει δοθεί σχετική άδεια, την οποία οι ενάγοντες δεν κατέχουν. Συνεπώς εφόσον αντλούν ουσιαστικά τις αξιώσεις τους από παράνομες δραστηριότητες, εμποδίζονται να ισχυρίζονται ότι απέκτησαν εμπορική εύνοια από αυτές και περαιτέρω εμποδίζονται να ισχυρίζονται τη διάπραξη των αστικών αδικημάτων σε βάρος τους, με αποτέλεσμα να μην καταδεικνύεται ορατή πιθανότητα επιτυχίας της αξίωσης. Συγκεκριμένα υποστηρίζουν ότι σε συνεδρία του Συμβουλίου Φαρμάκων που έγινε στις 21/12/2016 αποφασίστηκε όπως τα προϊόντα που περιέχουν κανναβιδιόλη (CBD) ήτοι τα προϊόντα τα οποία η Αιτήτρια διατείνεται ότι εμπορεύεται εντός της Κυπριακής Δημοκρατίας, κατατάσσονται ως φαρμακευτικά προϊόντα και για την εμπορία τους είναι απαραίτητη σχετική άδεια κυκλοφορίας από την αρμόδια αρχή (Φαρμακευτικές Υπηρεσίες Κυπριακής Δημοκρατίας), την οποία η Αιτήτρια δεν κατέχει σε καμία περίπτωση. Επισυνάπτουν προς τεκμηρίωση της θέσης τους αντίγραφο επιστολής ημερομηνίας 07/07/2020 που έχουν λάβει από τις φαρμακευτικές υπηρεσίες κατ΄ εντολήν τους οι δικηγόροι τους ως «ΤΕΚΜΗΡΙΟ 1». Επισυνάπτουν επίσης αντίγραφο επιστολής το οποίο έλαβαν οι δικηγόροι τους από το Γραφείο Επιτρόπου Διοικήσεως και Προστασίας Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ημερομηνίας 25/08/2020 ως «ΤΕΚΜΗΡΙΟ 2» στην οποία αναφέρεται ότι μέχρι την ημερομηνία της επιστολής καμία άδεια κυκλοφορίας προϊόντων κανναβιδιόλης είχε εκδοθεί σε οιονδήποτε πρόσωπο. Περαιτέρω αναφέρουν ότι μετά από τηλεφωνική επικοινωνία που είχε ο ομνύσας για τους καθ' ων η αίτηση με τις Φαρμακευτικές Υπηρεσίες περί τον Αύγουστο του 2021 τον ενημέρωσαν ότι άδεια κυκλοφορίας φαρμακευτικού προϊόντος το οποίο περιέχει κανναβιδιόλη (CBD) δεν έχει χορηγηθεί μέχρι στιγμής σε κανένα πρόσωπο. Επίσης ο συνήγορος τους επικαλέστηκε και την απόφαση στην Πολιτική Αίτηση 183/21 Αναφορικά με την Αίτηση της Hemplelife ημερ. 29/9/2021, στην οποία ως ουσιαστικά υποστήριξε έχει αποφασιστεί το πιο πάνω ζήτημα με τον τρόπο που εισηγήθηκε η πλευρά τους, ότι δηλαδή η κανναβιδιόλη εντάσσεται στην κατηγορία των φαρμάκων. Συνεπώς και στη βάση των ανωτέρω υποστηρίζουν ότι η Αιτήτρια δεν μπορεί να αιτείται από το Σεβαστό Δικαστήριο να αναγνωρίσει εμπορική εύνοια την οποία απέκτησε από συμμετοχή σε παράνομες δραστηριότητες, ήτοι από την πώληση φαρμακευτικών προϊόντων (Προϊόντα κανναβιδιόλης) χωρίς άδεια από την αρμόδια αρχή, αφού καμία άδεια διαθέτει η Αιτήτρια για να προβαίνει στις αναφερόμενες πωλήσεις οι οποίες συνεπεία τούτου καθίστανται παράνομες δραστηριότητες. Περαιτέρω υποστηρίζουν ότι οι όσες αναφορές γίνονται περί διαφημίσεων περί εμπορικής εύνοιας και περί φήμης σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να αποτελέσουν πηγή εμπορικής εύνοιας ή φήμης σε οργανισμό που δραστηριοποιείται σε παράνομες δραστηριότητες, ούτε όμως και τα όποια εισοδήματα ή κέρδη τους μπορούν να ληφθούν υπόψη για τον ίδιο λόγο. Επικαλούνται δε σχετικά το δόγμα ex turpi causa non oritur action, ήτοι ότι από παράνομη συμπεριφορά δεν γεννάται αγώγιμο δικαίωμα. Η πλευρά της αιτήτριας επί τούτου διαφωνεί ως προς την ερμηνεία της απόφασης που επικαλέστηκε ο συνήγορος των καθ' ων η αίτηση και σε κάθε περίπτωση αμφισβήτησε το κατά πόσον το πρακτικό του Συμβουλίου Φαρμάκων συνημμένο στο Τεκμήριο 1 που συνοδεύει την ένσταση, έχει δημοσιευθεί, ή απευθύνεται στο κοινό και υποστήριξε κατ' επέκταση ότι το έγγραφο αυτό δεν παράγει έννομα αποτελέσματα. Το αποκαλεί δε μια ανυπόστατη πράξη η οποία δεν έχει το Τεκμήριο της νομιμότητας που περιβάλλει διοικητικές πράξεις. Περαιτέρω προβάλλεται η θέση ότι τυχόν τέτοια απόφαση αποτελεί προϊόν νόσφησης εξουσίας αφού ο Νόμος 70(Ι)/01 (άρθρο 7) δεν δίδει εξουσία στο Συμβούλιο να κατηγοριοποιεί προϊόντα. Ακόμα όμως και να είχε υπόσταση αυτή η απόφαση θα ήταν ξεκάθαρα αντίθετα με την απόφαση του ΔΕΕ την οποία πραγματεύεται στην παρ. 76 της γραπτής του αγόρευσης. Ήταν δε εν τέλει η εισήγηση του ότι τέτοιο ζήτημα δεν μπορεί να αποφασιστεί στο στάδιο αυτό. Κατ' αρχάς πρέπει να λεχθεί ότι τα έγγραφα Τεκμήρια 1, 2 και 3 που επισυνάπτονται στην ένσταση είναι προγενέστερα της απόφασης στην Πολ. Αιτ. 183/21 που επικαλέστηκε ο συνήγορος των καθ' ων η αίτηση. Από την δε απόφαση που έχει επισυναφθεί δεν προκύπτει το συμπέρασμα που εισηγείται ο συνήγορος των καθ' ων η αίτηση. Και εξηγώ. Με την εν λόγω αίτηση ζητείτο η χορήγηση άδειας για καταχώρηση αίτησης για έκδοση προνομιακού εντάλματος certiorari, με το οποίο να ακυρώνεται ένταλμα έρευνας το οποίο εκδόθηκε από το Ε.Δ. Λευκωσίας και με το οποίο εξουσιοδοτήθηκε η Αστυνομία όπως με τη συνοδεία λειτουργού των Φαρμακευτικών Υπηρεσιών του Υπουργείου Υγείας εισέλθει σε συγκεκριμένο κατάστημα με την επωνυμία CBD OIL SHOP στην Έγκωμη για να ερευνήσουν τα πράγματα που αναφέρονται στο ένταλμα ήτοι: «φαρμακευτικά προϊόντα για τα οποία δεν εκδόθηκε άδεια κυκλοφορίας, ως επίσης άλλα τεκμήρια όπως τιμολόγια έντυπα παραγγελιών σημειώσεις κτλ, καθώς επίσης χρήματα ή και άλλη περιουσία που προέρχεται από παράνομες πωλήσεις φαρμακευτικών προϊόντων». Όπως επισημαίνεται στην εν λόγω απόφαση κύριος άξονας της θέσης που προβλήθηκε από τους εκεί αιτητές, ήταν ότι το Δικαστήριο θεώρησε ως δεδομένο ότι τα περί ου ο λόγος προϊόντα θεωρούνται φάρμακα, ενώ δεν συγκεκριμενοποιείται η απόφαση των φαρμακευτικών υπηρεσιών επί της οποίας στηρίχθηκε το αίτημα ούτε κατά πόσον αυτή είναι δημοσιευμένη στην επίσημη εφημερίδα ή κατά πόσον είναι δεσμευτική για το Δικαστήριο. Περαιτέρω προβλήθηκε η θέση με αναφορά στον Περί Φαρμάκων Ανθρώπινης Χρήσης (Έλεγχος Ποιότητας, Προμήθειας και Τιμών) Νόμος του 2001, Ν. 70(Ι)/2001 στο Κεφ. 254, ότι η εξουσία των ουσιών που πρέπει να ελέγχονται αποδίδεται στον Υπουργό Υγείας και στο Υπουργικό Συμβούλιο, με το Συμβούλιο Φαρμάκων να μην έχει την εξουσία να αποφασίζει τί αποτελεί φάρμακο και τί όχι. Περαιτέρω τέθηκε η θέση ότι με βάση την Ευρωπαϊκή Νομοθεσία και νομολογία δεν είναι όλα τα πράγματα που περιέχουν κανναβιδιόλη φάρμακα και επίσης ότι η κανναβιδιόλη εμπίπτει στα άρθρα 34 και 36 της ΣΛΕΕ και επιτρέπεται η ελεύθερη διακίνηση εμπορευμάτων εντός της επικράτειας της. Το Δικαστήριο αφού επεσήμανε πως ήταν παραδεκτό ότι στο υποστατικό σε σχέση με το οποίο διατάχθηκε η έρευνα πωλούνταν προϊόντα που περιείχαν κανναβιδιόλη καθώς και το γεγονός ότι δεν είχαν άδεια για την κυκλοφορία αυτών, ενώ ούτε το κατάστημα ήταν φαρμακείο, και αφού έκανε αναφορά στην ερμηνεία του φαρμακευτικού προϊόντος στο άρθρο 2 του Ν. 70(Ι()/2001 και στα καθήκοντα του Συμβουλίου Φαρμάκων στο άρθρο 7 του ίδιου νόμου ανέφερε τα εξής: «Τα όσα επικαλούνται οι αιτητές ως προς την εξουσία του Συμβουλίου να καθορίσει ποια προϊόντα αποτελούν φαρμακευτικά προϊόντα είναι κάτι που θα πρέπει να εξεταστεί κατά τη δίκη σε περίπτωση που καταχωριστεί υπόθεση εναντίον των αιτητών και όχι θέμα που εξετάζεται στα πλαίσια αίτησης για προνομιακό ένταλμα. Από τη νομοθεσία είναι σαφές ότι το Συμβούλιο Φαρμάκων είναι αυτό που εκδίδει άδειες κυκλοφορίας για φαρμακευτικά προϊόντα και στο Νόμο καθορίζεται ποια προϊόντα αποτελούν φαρμακευτικά προϊόντα. Το κατά πόσο ορθά καθορίστηκαν από το Συμβούλιο Φαρμάκων τα προϊόντα από κανναβιδιόλη ως φαρμακευτικά προϊόντα είναι κάτι που δεν μπορεί να απαντηθεί στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας. Εδώ το ένταλμα έρευνας στηρίχθηκε σε απόφαση του Συμβουλίου, η οποία ακόμα /και να παρουσιαζόταν, δεν θα επέλυε το εγειρόμενο ζήτημα. Ο ευπαίδευτος συνήγορος παρέπεμψε στο ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση C-663/18 ΔΕΕ: «Τα άρθρα 34 και 36 ΣΛΕΕ έχουν την έννοια ότι αντιτίθενται σε εθνική κανονιστική ρύθμιση η οποία απαγορεύει την εμπορία της νομίμως παραγόμενης σε άλλο κράτος μέλος κανναβιδιόλης (CBD), όταν αυτή εκχυλίζεται από το σύνολο του φυτού cannabis sativa και όχι μόνον από τις ίνες και τους σπόρους του, εκτός αν η εν λόγω ρύθμιση είναι ικανή να διασφαλίσει την επίτευξη του σκοπού της προστασίας της δημόσιας υγείας και δεν υπερβαίνει το αναγκαίο για την επίτευξη του σκοπού αυτού μέτρο.» Δεν θεωρώ ότι τα πιο πάνω βοηθούν την υπόθεση των αιτητών υπό την έννοια ότι απαντά άμεσα στα εγειρόμενα ζητήματα. Αντίθετα, θα έλεγα, αυτό που προκύπτει είναι ότι το εγειρόμενο ζήτημα δεν είναι απλό, ούτε απολύτως σαφές, έτσι ώστε να μπορεί κάποιος να εισηγηθεί άνευ ετέρου ότι η κανναβιδιόλη δεν αποτελεί φαρμακευτικό προϊόν, ως η εισήγηση των αιτητών.» (η έμφαση δική μου) Ότι, κατά την κρίση μου, προκύπτει από την εν λόγω απόφαση είναι ότι το ζήτημα του κατά πόσον η κανναβιδιόλη αποτελεί ή όχι φαρμακευτικό προϊόν δεν είναι ζήτημα απλό ή σαφές και ούτε αποφασίστηκε στην εν λόγω απόφαση αν είναι ή όχι φαρμακευτικό προϊόν ή κατά πόσον η αναφερόμενη απόφαση του Συμβουλίου Φαρμάκων ήταν νόμιμη ή ορθή. Τούτων λεχθέντων θα πρέπει να είναι σαφές πως το ζήτημα αυτό δεδομένης και της πολυπλοκότητας του σίγουρα δεν είναι τέτοιο που μπορεί να αποφασιστεί στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο της διαδικασίας, όπου ως ήδη λέχθηκε το Δικαστήριο δεν δύναται να υπεισέλθει στην ουσία της υπόθεσης και να καταλήξει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης, αφού αυτό εναπόκειται στην κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου, κατά τη δίκη της ουσίας της υπόθεσης. (βλ. Γρηγορίου, Jonitexo ανωτέρω). Πέραν όμως των ανωτέρω, οι καθ' ων η αίτηση θέτουν και άλλο θέμα για να υποστηρίξουν ότι δεν καταδεικνύεται ορατή πιθανότητα της αξίωσης. Συγκεκριμένα αμφισβητούν την ύπαρξη εμπορικής εύνοιας λέγοντας πως έπρεπε να παρουσιαστούν τιμολόγια και όχι τα έγγραφα που παρουσίασε η αιτήτρια και πως σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι επειδή διαφήμιζε η αιτήτρια τα προϊόντα της στην Κύπρο και επειδή έγιναν κάποιες αγορές από Κύπριους αυτά είναι ικανά για να δημιουργηθεί σύγχυση στον μέσo Κύπριο καταναλωτή και να δημιουργηθεί σε αυτόν η εντύπωση ότι τα προϊόντα της Αιτήτριας είναι αυτά της Καθ' ης η Αίτηση 1. Άμεσα συνυφασμένη με τα πιο πάνω είναι και η θέση τους ότι αφού η εταιρεία ενεγράφη το 2019, δεν μπορεί να δραστηριοποιείτο από το 2018 και αφού το εμπορικό σήμα το ενέγραψε στην Κύπρο τον Νοέμβριο του 2021, δεν μπορεί να απέκτησε εμπορική εύνοια σε τόσο σύντομο χρόνο. Η θέση αυτή όσο ελκυστική και αν ακούγεται άλλο τόσο είναι κατά την άποψη μου παραπλανητική εφόσον το γεγονός ότι η έγκριση της εγγραφής του σήματος έλαβε χώραν το 2021, δεν σημαίνει ότι η αιτήτρια δεν το χρησιμοποιούσε προηγουμένως. Ιδίως αφού θέση των εναγόντων ήταν ότι δραστηριοποιούνταν και από το διαδίκτυο παραθέτοντας και κάποια εκ πρώτης όψεως στοιχεία περί τούτου. Ως προς τη θέση ότι αμφισβητούνται οι πωλήσεις, σημειώνω ότι το στάδιο αυτό δεν προσφέρεται για την αξιολόγηση της μαρτυρίας, και περιορίζομαι απλά να σημειώσω ότι πέραν των στοιχείων που επισυνάπτει η αιτήτρια μέσω του ομνύοντα στην Ε/Δ που συνοδεύει την αίτηση, επεξηγούνται και οι λόγοι για τους οποίους τα στοιχεία των πελατών τους έχουν καλυφθεί και αφορούν συγκεκριμένα λόγους προστασίας προσωπικών δεδομένων. Πέραν των ανωτέρω οι καθ' ων η αίτηση διατείνονται πως δεν υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής, αφού δεν υπάρχει ομοιότητα μεταξύ των δύο σημάτων. Ας σημειωθεί στο σημείο αυτό ότι από τη θέση αυτή των καθ' ων η αίτηση προκύπτει και η αμφισβήτηση του ότι πράγματι απασχολούνται με το εμπόριο προϊόντων που περιέχουν κανναβιδιόλη, χρησιμοποιώντας το σήμα για το οποίο παραπονείται η αιτήτρια. Επανερχόμενη όμως στην ουσία της εισήγησης των καθ' ων η αίτηση ότι δεν υπάρχει ομοιότητα μεταξύ των δύο, θα πρέπει να τονιστεί ότι το Δικαστήριο δεν δύναται και δεν πρόκειται να καταλήξει σε ευρήματα στο στάδιο αυτό. Παρά ταύτα και στο βαθμό που κάποια προκαταρκτική εξέταση είναι επιτρεπτή για τους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας και εξετάζοντας τα δύο σήματα αντικειμενικά προκύπτει εκ πρώτης όψεως τουλάχιστον ομοιότητα, αφού (α) υπάρχει η χρήση του φύλλου της κάνναβης εντός μιας σταγόνας νερού στο αριστερό μέρος του σήματος, (β) υπάρχει η χρήση του ίδιου χρώματος (αντίστοιχη απόχρωση του πράσινου), (γ) υπάρχει η επιγραφή του "CBDOIL" στο κέντρο του σήματος, και (δ) υπάρχει η επιγραφή της λέξη "shop" στο δεξί μέρος του σημείου γραμμένο με μικρότερη γραμματοσειρά. Και τούτο ανεξαρτήτως του ότι μετά από σχολαστικότερη μελέτη εντοπίζονται πράγματι κάποιες διαφορές π.χ διακεκομμένη σταγόνα, χρυσό χρώμα, λιγότερα φύλλα, οι οποίες όμως εκ πρώτης όψεως πάντοτε και υπό το φως του συνόλου του σήματος δεν δύνανται να αναιρέσουν την συνολική εντύπωση ομοιότητας που δίδεται όταν τα σήματα ιδωθούν στο σύνολο τους, με μέτρο πάντοτε το μέσο συνετό καταναλωτή ο οποίος επιδεικνύει εύλογη παρατηρητικότητα και είναι εύλογα ενημερωμένος και ο οποίος θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι σύμφωνα και με τις αρχές που εφαρμόζονται, θεωρείται ότι βλέπει το σήμα ως σύνολο και δεν εστιάζει σε επιμέρους χαρακτηριστικά και ο οποίος δεν έχει συχνά τη δυνατότητα όταν επιλέγει να βλέπει τα δύο προϊόντα ή σήματα ταυτόχρονα και βασίζεται στην ατελή εικόνα που έχει συγκρατήσει στο μυαλό του. Εν ολίγοις δηλαδή και αφότου ληφθούν υπόψη οι θέσεις των καθ' ων αίτηση, η ουσία του πράγματος παραμένει ότι εκ πρώτης όψεως τουλάχιστον η όψη του σήματος που χρησιμοποιούν οι καθ' ων η αίτηση και το όνομα καθώς και ο τρόπος γραφής και παρουσίασης του μαζί με το σήμα, δίδει εκ πρώτης όψεως πάντοτε την εντύπωση που υποστηρίζουν οι αιτητές με κίνδυνο πρόκλησης σύγχυσης ότι τα προϊόντα των διαδίκων προέρχονται από την ίδια επιχείρηση, ή/και ότι τα πρόσωπα που πωλούν τα εν λόγω προϊόντα είναι εξουσιοδοτημένοι αντιπρόσωποι της Αιτήτριας ή/και ότι υπάρχει εμπορικός ή οικονομικός δεσμός μαζί με την Αιτήτρια.. Ως προς τη θέση ότι οι καθ' ων η αίτηση δικαιούνται να χρησιμοποιούν τόσο το όνομα όσο και το σήμα της σταγόνας αφού είναι περιγραφικά της δραστηριότητας και το όνομα CBDOIL SHOP αποτελεί το όνομα της καθ' ης η αίτηση 1, η οποία είχε εγγραφεί πριν οι ενάγοντες εγγράψουν το εμπορικό τους σήμα, αφού ενεγράφη από 27/5/2020, ενώ το σήμα της αιτήτριας ενεγράφη τον Νοέμβριο του 2021 σημειώνω τα εξής. Κατ' αρχάς η σταγόνα με το φύλλο κάνναβης στο εσωτερικό της δεν είναι αρκούντος καθαρό ή αντιληπτό πως ακριβώς είναι περιγραφικό του προϊόντος. Όσον δε αφορά το όνομα θα πρέπει να είναι αντιληπτό ότι, παρά το γεγονός ότι ούτε οι αιτητές αμφισβητούν ότι οι καθ' ων η αίτηση δικαιούνται να χρησιμοποιούν το όνομα CBDOIL SHOP, αφού οι καθ' ων η αίτηση 1 ενεγράφησαν ως εταιρεία με το όνομα αυτό και αφού αποτελεί ουσιαστικά περιγραφή των εργασιών τους, αυτό για το οποίο παραπονούνται είναι η χρήση του σε συνδυασμό με το σήμα και τον τρόπο γραφής. Και τούτο επειδή δημιουργεί εκ πρώτης όψεως πάντοτε την εντύπωση που αναφέρθηκε ανωτέρω και δημιουργεί εκ πρώτης όψεως πάντα την πιθανότητα σύγχυσης. Επομένως και αυτή η εισήγηση κρίνεται ανεδαφική. Και για να το θέσω αλλιώς δεν υπάρχει ισχυρισμός από την αιτήτρια-και τούτο διευκρινίστηκε έτι περαιτέρω στο πλαίσιο της προφορικής ακρόασης που διεξήχθη- ότι οι καθ΄ων η αίτηση δεν θα πρέπει να χρησιμοποιούν το όνομα CBDOIL SHOP, αλλά η θέση τους είναι ότι δεν θα πρέπει να το πράττουν σε συνδυασμό με το εμπορικό σήμα που χρησιμοποιούν και το οποίο εκ πρώτης όψεως προσομοιάζει με αυτό της αιτήτριας με κίνδυνο την πρόκληση σύγχυσης ως ανωτέρω επεξηγήθηκε. Ούτε και θεωρώ ουσιώδες για τους σκοπούς αυτής της διαδικασίας αν οι πωλήσεις Τεκμήριο 15 ήταν προς τον εναγόμενο 2 ή με συνδεδεμένο με τον ίδιο πρόσωπο (και πιο συγκεκριμένα τον πατέρα του ως λέχθηκε κατά το στάδιο των αγορεύσεων) αφού το ουσιώδες του πράγματος και το οποίο δεν αμφισβητείται είναι ότι η εναγόμενη 1, της οποίας διευθυντής είναι ο εναγόμενος 2 χρησιμοποιεί το συγκεκριμένο σήμα για το οποίο παραπονείται η αιτήτρια στο πλαίσιο προώθησης των προϊόντων κανναβιδιόλης που εμπορεύεται. Και μάλιστα προβάλλει και τη θέση ότι το εν λόγω σήμα το οποίο, ειρήσθω εν παρόδω, εμφανίζεται στις ιστοσελίδες και τεκμήρια που επισυνάπτει η αιτήτρια στην Ε/Δ που συνοδεύει την αίτηση, δεν ομοιάζει με αυτό της αιτήτριας. Προχωρώντας στην τρίτη προϋπόθεση (δυσκολία να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο) η Αιτήτρια αναφέρει ότι τα αιτούμενα διατάγματα είναι αναγκαία καθώς από τα όσα αναφέρονται πιο πάνω, καθίσταται σαφές ότι σε περίπτωση μη έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων, οι Καθ' ων η Αίτηση θα συνεχίσουν να χρησιμοποιούν το σήμα, την επωνυμία, καθώς και τις σελίδες στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης αποκομίζοντας ανυπολόγιστο όφελος, συγχύζοντας και παραπλανώντας τους καταναλωτές της Κύπρου. Επιπλέον, είναι ορατός ο κίνδυνος να προκληθεί σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημιά στην Αιτήτρια, στην αξιοπιστία, στη φήμη και στην εμπορική τους εύνοια, η οποία θα είναι αδύνατο να αποτιμηθεί με ακρίβεια σε χρήμα. Είναι συναφώς ξεκάθαρο, υποστηρίζει η αιτήτρια ότι οποιαδήποτε επιδίκαση αποζημιώσεων υπέρ της Αιτήτριας στο τέλος της δίκης πιθανόν να μην είναι αρκετή για την προστασία και κατοχύρωση των δικαιωμάτων της. Από την άλλη οι καθ' ων η αίτηση αρνούνται την πρόκληση οποιασδήποτε ζημιάς στην αιτήτρια είτε πραγματική είτε στη φήμη της είτε στην εμπορική της εύνοια είτε στο εμπορικό της μοντέλο, αφού καμία φήμη και καμία εμπορική εύνοια και καμία ζημιά δεν μπορεί να αναγνωριστεί από το Δικαστήριο, όταν αυτή σχετίζεται με παράνομες δραστηριότητες εντός της Κυπριακής Δημοκρατίας όπως αυτές που παραδέχεται η Αιτήτρια ότι εμπλέκεται. Περαιτέρω και αφού για τους ίδιους λόγους, δεν έχει η ίδια το δικαίωμα πώλησης δεν μπορεί να το μεταβιβάζει και σε άλλα πρόσωπα, συνεπώς τα όσα αναφέρει περί δήθεν δικαιώματος δικαιοχρησίας (franchising) αποτελούν προσπάθεια παραπλάνησης του Δικαστηρίου. Για το ζήτημα αυτό έχει γίνει αναφορά πιο πάνω χωρίς να χρειάζεται να λεχθεί ο,τιδήποτε περαιτέρω. Πέραν όμως των ανωτέρω οι καθ' ων η αίτηση ισχυρίζονται ότι όσον αφορά την τυχόν ζημιά που θα υποστεί η αιτήτρια αυτή θα είναι αποτιμήσιμη σε χρήμα και θα μπορεί στην πραγματικότητα να υπολογιστεί, αφού οι καθ΄ ων η αίτηση διατηρούν τα λογιστικά τους βιβλία. Εξετάζοντας τις εκατέρωθεν θέσεις, τονίζω ότι ως λέχθηκε στην απόφαση Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ ν. Λοϊζίδου, Πολ. Έφ.Ε7/18, ημερ. 21.3.19, η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με την στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς, αλλά με μια πιο ευρεία αντίκρυση της προστασίας των δικαιωμάτων του προσώπου το οποίο επιδιώκει δικαστική θεραπεία και πως εν τέλει η αδυναμία στην απονομή πλήρους δικαιοσύνης σε κατοπινό στάδιο συναρτάται από το σύνολο των γεγονότων που περιβάλλουν την υπόθεση, υπό την αίρεση πάντα ότι δεν αρκούν γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί προς τεκμηρίωση και ικανοποίηση της τρίτης προϋπόθεσης, αλλά αιτιολόγηση με σαφή και θετική μαρτυρία. Μεταξύ δε των περιπτώσεων όπου η θεραπεία των αποζημιώσεων δεν μπορεί να κριθεί επαρκής εντάσσεται και η περίπτωση όπου γίνεται επίκληση παραβίασης δικαιωμάτων, ιδίως όπου η επικαλούμενη ζημιά ή βλάβη συνεχίζεται, με απρόβλεπτες προεκτάσεις (βλ. Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ, ανωτέρω). Στη δε υπόθεση The Timberland Co of USA v. Evans & Sons Ltd
(1998)1 A.A.Δ 1179, λέχθηκαν τα εξής ιδιαίτερα για τις περιπτώσεις αθέμιτου ανταγωνισμού: «Στη θεώρηση αιτήματος για την έκδοση απαγορευτικού διατάγματος, για την αποτροπή αντιποίησης εμπορευμάτων, δεν πρέπει να παραγνωρίζονται οι ιδιομορφίες του δυσμενούς επηρεασμού από τον αθέμιτο ανταγωνισμό. Όπως υποδείξαμε στη Μ & CH Mitsingas Trading Ltd. κ.ά. v. The Timberland of USA (ανωτέρω), σε συνάρτηση με τα αποφασισθέντα στην Papastratis v. Petrides
(1979)1 C.L.R. 231, το κριτήριο για την έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος είναι η αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Η αδυναμία αυτή είναι ιδιαίτερα εμφανής στην περίπτωση του αθέμιτου ανταγωνισμού. Το ακόλουθο απόσπασμα κατοπτρίζει τη θέση μας:- (σελ. 8) «Η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με τη στενή αντίληψη της υλικής ζημίας αλλά, με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτούμενου τη θεραπεία. Ο αθέμιτος ανταγωνισμός έχει προεκτάσεις, μεταξύ των οποίων και ο επηρεασμός της εμπορικής εύνοιας, που είναι δύσκολο να αποτιμηθούν σε χρήμα ή να εξακριβωθούν με βεβαιότητα.» ( η έμφαση είναι του Δικαστηρίου) Στην προκειμένη περίπτωση φρονώ πως αφ΄ ης στιγμής με τις ισχυριζόμενες ενέργειες των καθ' ων η αίτηση διακυβεύεται ουσιαστικά η εμπορική εύνοια και φήμη της αιτήτριας, και μάλιστα κατά τρόπο συνεχιζόμενο και σε βάθος χρόνου ήτοι μέχρι τουλάχιστον την αποπεράτωση της αγωγής η οποία είναι άγνωστον πότε θα αποπερατωθεί, θεωρώ ότι η σχετική προϋπόθεση πληρούνται. Έτι δε περαιτέρω αν ληφθεί υπόψη ότι στο διάστημα αυτό υπάρχει κίνδυνος να απωλέσει franchise agreements και άρα επέκταση των δραστηριοτήτων της, καθώς και το ότι θα κινδυνεύει να επωμιστεί το τυχόν περαιτέρω αρνητικό κόστος στη φήμη της από την τυχόν προμήθεια κατώτερης ποιότητας προϊόντων ή υπηρεσιών από τους καθ' ων η αίτηση, πέραν του ότι και η ίδια η αποτίμηση των αποζημιώσεων για αθέμιτο ανταγωνισμό θα είναι δυσχερής διαδικασία σύμφωνα και με τα νομολογηθέντα στην πιο πάνω απόφαση. Ισοζύγιο Ευχέρειας Η ικανοποίηση όμως των πιο πάνω προϋποθέσεων δεν οδηγεί αυτόματα και στην έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων αφού το Δικαστήριο θα πρέπει ικανοποιηθεί ότι είναι εύλογο και δίκαιο να προχωρήσει στην έκδοση τους. Στα πλαίσια αυτά θα πρέπει να ληφθεί υπόψη η δυσχέρεια που θα προκληθεί στους διαδίκους, από την ύπαρξη ή όχι των διαταγμάτων αντιστοίχως. Το ισοζύγιο της ευχέρειας («balance of convenience») όπως εξηγείται στην Bacardi Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1 Α.Α.Δ. 788 αναφέρεται στο καθήκον του Δικαστηρίου να ισοζυγίσει τον κίνδυνο αδικίας που θα προκύψει αν φανεί ότι η ενδιάμεση απόφαση του είναι εσφαλμένη και να υιοθετήσει εκείνη την πορεία η οποία φαίνεται ότι έχει τους λιγότερους κινδύνους αδικίας. Όπως πολύ χαρακτηριστικά αναφέρθηκε για το "balance of convenience" από το May LJ στην Cayne v. Global Natural Resources plc
(1984)1 ALL ER 225 at 237h «the balance that one is seeking to make is more fundamental, more weighty, than mere 'convenience'. I think it is quite clear . that although the phrase may be substantially less elegant, 'the balance of the risk of doing an injustice' better describes the process involved»( η έμφαση δική μου). Σε μια άλλη υπόθεση Francome v. Mirror Group Newspapers Ltd
(1984)1 W.L.R. 892 προτιμήθηκε ο όρος «balance of justice», όρος ανάλογος με αυτόν που χρησιμοποιήθηκε από το Δ. Ναθαναήλ στην υπόθεση Avila Management Services Ltd κ.α. ν. Frantisek Stepanek κ.α.
(2012)1 ΑΑΔ 1403 όπου έγινε αναφορά στο «ισοζύγιο των αναγκών της δικαιοσύνης» Εν ολίγοις δηλαδή ο όρος αντανακλά πιο άμεσα την επίδραση του ενδιάμεσου διατάγματος στα αντίστοιχα συμφέροντα των διαδίκων, μέχρις ότου κριθεί οριστικά η μεταξύ τους διαφορά. Οι παράγοντες που μπορούν να ληφθούν υπόψη στα πλαίσια αυτά είναι πολλοί και εξαρτώνται κάθε φορά από τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Όπως αναφέρεται στην American Cyanamid v. Ethicon
(1975)AC 396 στη σελίδα 408 από το L. Diplock "It would be unwise to attempt even to list all various matters which may need to be taken into consideration in deciding where the balance lies, let alone to suggest the relative weight to be attached to them".. Σε σχέση με το ζήτημα αυτό η θέση των αιτητών είναι ότι η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων είναι απαραίτητη και εξυπηρετεί τις ανάγκες της δικαιοσύνης. Συγκεκριμένα με την έκδοση των διαταγμάτων σε υποθέσεις τέτοιας φύσεως, θα διατηρηθεί το «status quo ante», δηλαδή η κατάσταση πραγμάτων που επικρατούσε προτού οι Καθ' ων η Αίτηση θέσουν σε εφαρμογή στο σχέδιο τους για σφετερισμό της εμπορικής εύνοιας της Αιτήτριας για να προωθήσουν τα Προϊόντα τους. Με αυτό τον τρόπο, θα προστατευτούν τα αποκλειστικά δικαιώματα της Αιτήτριας και το ενδεχόμενο πρόκλησης ανεπανόρθωτης ζημιάς στο όνομα και στη φήμη της καθώς και οι απώλειες μελλοντικών πωλήσεων. Επιπλέον, η πιθανότητα πρόκλησης ζημιάς στην Αιτήτρια η οποία ήδη εμπορεύεται σε ευρεία κλίμακα είναι μεγαλύτερη από την πιθανή μείωση των πωλήσεων των Καθ' ων η Αίτηση οι οποίοι το τελευταίο έτος άρχισαν να κυκλοφορούν τα προϊόντα τους στην αγορά. Οι καθ' ων η αίτηση υποστηρίζουν ότι θα ήταν δυσανάλογο και αντίθετο με το ισοζύγιο της ευχέρειας να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα καθότι δεν θα διατηρηθεί το status quo, αλλά αντίθετα εάν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα τότε η Καθ' ης η Αίτηση θα υποστεί τεράστια οικονομική ζημιά και δεν θα μπορεί να διεξάγει τις δραστηριότητες της ούτε και να συμμορφωθεί με τις φορολογικές της υποχρεώσεις αφού δεν θα μπορεί να χρησιμοποιήσει καν το εγκεκριμένο όνομα της με το οποίο είναι εγγεγραμμένη και στις φορολογικές υπηρεσίες. Περαιτέρω συνεπεία της οικονομική ζημιάς την οποία θα υποστεί η Καθ' ης η Αίτηση πολλοί υπάλληλοί της θα απωλέσουν τις εργασίες τους, η Καθ ' ης η Αίτηση θα απωλέσει όλους τους πελάτες της με αποτέλεσμα να υποστεί τέτοια βλάβη που σε κατοπινό στάδιο εάν η Αιτήτρια αποτύχει να αποδείξει την υπόθεση της τότε δεν θα μπορεί να επανέλθει η κατάσταση στο παρόν στάδιο και ούτε θα μπορεί να υπολογιστεί με χρήμα η ζημιά της Καθ' ης η Αίτηση 1, αφού δεν μπορεί να γνωρίζει κάποιος τα μελλοντικά κέρδη και τον μελλοντικό κύκλο εργασιών της Καθ' ης η Αίτηση 1 αλλά ούτε και τις συνέπειες οι οποίες θα επέλθουν. Στην παρούσα περίπτωση έχει διαπιστωθεί πως συντρέχουν οι βασικές προϋποθέσεις για την έκδοση σχετικών διαταγμάτων. Υπό τις περιστάσεις αυτές καταλήγω πως μεγαλύτερη αδικία θα προκληθεί εάν εν τέλει δικαιωθεί η ενάγουσα και στο μεταξύ οι καθ' ων η αίτηση αφεθούν να συνεχίσουν με τις δραστηριότητες τους χρησιμοποιώντας το συγκεκριμένο σήμα. Στην πιο πάνω κατάληξη μου έλαβα ιδιαίτερα υπόψη ότι οι καθ' ων η αίτηση δεν θα εμποδίζονται να χρησιμοποιούν το όνομα της εταιρείας τους, απλά δεν θα μπορούν να το πράξουν σε συνδυασμό με το συγκεκριμένο σήμα ή λογότυπο που ομοιάζει εκ πρώτης όψεως με αυτό τον αιτητών. Περαιτέρω δεν θα πρέπει να λησμονεί κάποιος ότι κύρια και ουσιώδης θέση των καθ' ων η αίτηση, είναι ότι τα εν λόγω προϊόντα δεν δύνανται να πωλούνται στην Κυπριακή Δημοκρατία χωρίς άδεια (την οποία η αιτήτρια δεν κατέχει) και επομένως αν η θέση τους αυτή ευσταθεί και η αγωγή εν τέλει απορριφθεί, τούτο θα σημαίνει ότι ούτε και οι ίδιοι θα εδικαιούντο να διεξαγάγουν αυτές τις εργασίες και επομένως δεν θα μπορεί να προκύψει ούτε και οποιαδήποτε αναγνωρίσιμη ή ανακτήσιμη ζημιά για τους ίδιους. Από την άλλη ως ήδη λέχθηκε με την έκδοση των διαταγμάτων οι καθ' ων η αίτηση δεν θα εμποδίζονται από το να διεξάγουν την επιχείρηση τους ούτε και να χρησιμοποιούν το όνομα τους, εκκρεμούσης της αγωγής, αλλά αυτό που ζητείται να τους απαγορευθεί είναι να χρησιμοποιούν το όνομα ως εμφαίνεται στο συγκεκριμένο σήμα και μαζί με τη λέξη shop στο σημείο όπου εμφανίζεται στο σήμα της αιτήτριας, όπου παραπέμπει στο σήμα της τελευταίας και ενδέχεται να προκαλέσει σύγχυση με τον τρόπο που αναφέρεται ανωτέρω. Με αυτή την κατάληξη θεωρώ ότι διατηρείται και το status quo ante bellum αφού θα επανέλθουν τα πράγματα ως είχαν πριν οι καθ' ων η αίτηση αρχίσουν να διεξάγουν τις δραστηριότητες τους με τον τρόπο που η αιτήτρια παραπονείται. Ως προς τη θέση των καθ' ων η αίτηση ότι η αιτήτρια το γνώριζε από το 2020 ότι χρησιμοποιείτο το σήμα των καθ' ων η αίτηση άφησε να παρέλθει μεγάλος χρόνος μέχρι την καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης κατά τη διάρκεια του οποίου οι καθ' ων η αίτηση συνέχιζαν να δραστηριοποιούνται και επομένως το status quo πρέπει να θεωρηθεί ότι είναι η παρούσα κατάσταση που περιλαμβάνει τους καθ' ων η αίτηση να διεξάγουν την επιχείρηση τους με αυτό το όνομα και σήμα και ότι αυτή η κατάσταση είναι που πρέπει να διατηρηθεί σύμφωνα και με τα νομολογηθέντα στην υπόθεση Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1B Α.Α.Δ 788 σημειώνω τα εξής: Στην εν λόγω υπόθεση η καθυστέρηση των αιτητών να αποταθούν για θεραπεία μετρούσε 2 χρόνια και 4 μήνες. Στην προκειμένη περίπτωση η αιτήτρια ναι μεν αναφέρει ότι είχε αντιληφθεί ότι χρησιμοποιείτο από τρίτα πρόσωπα το επίμαχο σήμα των καθ΄ων η αίτηση από τον Μάιο του 2020, όμως έδωσε κάποια εξήγηση ως προς το λόγο που δεν ήταν δυνατόν να διακριβώσει άμεσα ποιος ακριβώς ήταν πίσω από τη χρήση του σήματος που ομοίαζε με το δικό τους. Πάντως στις 23/4/2021 απέστειλε επιστολή ως το Τεκμήριο 20 (στην Ε/Δ που συνοδεύει την αίτηση) προς τους καθ' ων η αίτηση καθιστώντας πέρα από σαφείς τις προθέσεις της και δη ότι δεν επέτρεπε την αντιγραφή ή μίμηση του σήματος τους. Σε κάθε δε περίπτωση ο χρόνος που παρήλθε δεν θεωρώ ότι είναι τέτοιος που υπό τις συνολικές περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης θα πρέπει να εμποδίσει την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ της έκδοσης του διατάγματος, τη στιγμή κατά την οποία οι λοιπές προϋποθέσεις πληρούνται. Όμως πέραν των πιο πάνω κύρια και ουσιώδης διαφορά της παρούσας, υπόθεση από την Bacardi (ανωτέρω) που επικαλέστηκε ο συνήγορος των καθ' ων η αίτηση, είναι ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν υπάρχει καμία συγκεκριμένη μαρτυρία στην Ε/Δ που συνοδεύει την ένσταση των καθ' ων η αίτηση ως προς τον αριθμό πελατών που απέκτησαν στο διάστημα της ισχυριζόμενης καθυστέρησης που μεσολάβησε, τις πωλήσεις που έκαναν και εν γένει μαρτυρίας που να καταδεικνύει την όποια εδραίωση των καθ' ων η αίτηση στην αγορά της Κύπρου, σε τέτοιο μάλιστα βαθμό, που να δικαιολογεί τη θεώρηση τους ως μέρος του status quo, ως υπήρχε στην πιο πάνω υπόθεση. Υπενθυμίζεται ότι στην εν λόγω υπόθεση οι εναγόμενοι είχαν προσαγάγει μαρτυρία που καταδείκνυε τον αριθμό των πελατών τους καθώς και τον τρόπο με τον οποίο τους απέκτησαν και εν γένει την εδραίωση της φήμης τους κατά το διάστημα των δύο ετών και 4 μηνών που μεσολάβησε από την ημερομηνία που οι ενάγοντες έλαβαν γνώση των ενεργειών των εναγομένων μέχρι να αποταθούν για την εξασφάλιση θεραπείας. Συνεπώς, καταλήγω ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της Αιτήτριας ώστε να δικαιολογείται η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ της έκδοσης προσωρινού διατάγματος προς όφελος της. Κατάληξη Στη βάση των ανωτέρω κρίνω ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις και ότι είναι εύλογο και δίκαιο να εκδοθεί προσωρινό Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου, το οποίο απαγορεύει και/ή εμποδίζει τους Εναγόμενους/Καθ' ων η Αίτηση είτε προσωπικώς είτε μέσω των διοικητικών συμβούλων και/ή των αξιωματούχων και/ή συνεργατών και/ή υπαλλήλων και/ή υπηρετών και/ή αντιπροσώπων αυτής ή οποιωνδήποτε εξ αυτών, από του να προβαίνουν, (είτε άμεσα είτε έμμεσα, μέσω ηλεκτρονικών μέσων, του διαδικτύου ή με οιονδήποτε άλλο τρόπο), σε οποιεσδήποτε πράξεις παραβίασης των αποκλειστικών δικαιωμάτων της Αιτήτριας επί του εγγεγραμμένου Κυπριακού Εμπορικού Σήματος υπ' αριθμόν 91135 - CBDoilshop ως το Παράρτημα Α στην αίτηση (εφεξής «το Σήμα»), στα πλαίσια της διεξαγωγής εμπορίου αναφορικά με προϊόντα που περιέχουν κανναβιδιόλη (CBD) και/ή συναφή προϊόντα, μέσω της χρήσης του Σήματος εναγόντων και/ή οποιωνδήποτε άλλων σημείων τα οποία είναι ταυτόσημα και/ή παρόμοια με το Σήμα, συμπεριλαμβανομένων των δύο σημάτων που εμφαίνονται στο δεξί μέρος του Τεκμηρίου 14 της Ε/Δ που συνοδεύει την αίτηση και το οποίο καθίσταται αναπόσπαστο μέρος του παρόντος διατάγματος, καθώς και των μη εξουσιοδοτημένων πράξεων της τοποθέτησης στην Κυπριακή αγορά και/ή της διανομής και/ή εισαγωγής και/ή εξαγωγής προϊόντων και/ή της τοποθέτησης σε επαγγελματικά έγγραφα και/ή της χρήσης σε διαφήμιση και/ή σε προωθητικό υλικό και/ή της παροχής οποιονδήποτε υπηρεσιών σε σχέση με αυτά και/ή της προσπάθειας παρότρυνσης άλλων στην τέλεση οποιωνδήποτε εκ των προαναφερθέντων πράξεων παραβίασης. Το πιο πάνω διάταγμα θα ισχύει μέχρι εκδικάσεως της αγωγής ή μέχρι την έκδοση άλλης διαταγής από το Δικαστήριο. Νοείται πως οι καθ΄ ων η αίτηση δύνανται να χρησιμοποιούν τις λέξεις CBDOIL SHOP, νοουμένου ότι δεν θα το πράττουν με τον τρόπο που εμφαίνεται στο δεξί μέρος του Τεκμηρίου 14 ή και με οποιοδήποτε άλλο τρόπο που παραβιάζει το ανωτέρω διάταγμα. Δεδομένης της έκδοσης του πιο πάνω διατάγματος κρίνω πως δεν απαιτείται η έκδοση διατάγματος ως η παρ. Β της αίτησης. Τα έξοδα δεν βλέπω λόγο γιατί να μην ακολουθήσουν το αποτέλεσμα της αίτησης και συνεπώς επιδικάζονται υπέρ της αιτήτριας και εναντίον των καθ' ων η αίτηση αλληλεγγύως και/ή κεχωρισμένως ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. .............. Ν. ΜΑΘΗΚΟΛΩΝΗ, Α.Ε.Δ ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Ως υποστηρίζει σήμερα λειτουργούν 6 καταστήματα από διαφορετικές διευθύνσεις ως το Τεκμήριο 10, τα οποία ενδεχομένως να λειτουργούν με μοντέλο ιδιοχρησίας όπως λειτουργεί και η Αιτήτρια [2] (βλ. ενδεικτικά Οδυσσέως v. Πιερής Estates
(1982)1 A.A.Δ. 557, Χρ. Κούνουνα v. C & A Simonos Ltd
(2002)1 (B) A.A.Δ. 1361, Μαίρη Ν. Σεβαστού v. Εμμανουήλ Σεβαστού
(2002)1(Γ) 1980, Papapetrou Bros Ltd v. Παπαπέτρου
(2003)1 Α.Α.Δ. 741 και την πρόσφατη απόφαση Hellenic Bank Public Company Ltd v. Alpha Panareti Public Limited, Πολιτική Έφεση 145/2011, ημερομηνίας 13/06/2013) [3] (βλ. Α/φοί Μυλωνά κ.ά. v. Michalakis Avraamides & Co. Ltd,
(1998)1 ΑΑΔ 1513 [4] Αναφέρθηκαν συγκεκριμένα τα εξής:- "We have come to the conclusion that section 32 is a section of substantive law and does not prescribe any procedure. The procedure to be followed in invoking its provisions has to be sought in the Civil Procedure Law and the rules made thereunder or any other law or rules prescribing procedures covering such instances." [5] Βλ. σχετικά την Κωνσταντίνος Λόρδος κ.ά ν. Πέτρου Σιακόλα κ.ά., Πολιτική Έφεση Αρ. Ε143/2015, Απόφαση ημερ. 23/3/17 όπου λέχθηκε ότι «τηρουμένης της αρχής ότι το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στην ουσία, οφείλει πάντως να προβεί σε κάποια αξιολόγηση της αποδεικτικής δύναμης της υπόθεσης εκείνου του διαδίκου ο οποίος ζητά ενδιάμεση θεραπεία.». Επίσης στην υπόθεση Σεβαστού v. Σεβαστού
(2002)1 Α.Α.Δ. 1980, λέχθηκε ότι, «κάποια πρωταρχική, έστω, αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι αναγκαία για να μπορεί το δικαστήριο να συνεκτιμήσει την αποδεικτική δύναμη της κάθε πλευράς. Έστω στην περιορισμένη σφαίρα εξέτασης σε αυτό το στάδιο.» cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο