EUROBANK CYPRUS LTD (πρώην EUROBANK EFG CYPRUS LTD) ν. CHR. PETRIDES TRADELINKS LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 3498/2012, 17/6/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2022:A109 ΕΠΑΡΧIΑΚΟ ΔIΚΑΣΤΗΡIΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρήστου Γ. Φιλίππου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3498/2012 Μεταξύ: EUROBANK CYPRUS LTD (πρώην EUROBANK EFG CYPRUS LTD) Εvαγόvτωv και 1. CHR. PETRIDES TRADELINKS LTD 2. ΧΡΙΣΤΟΣ ΠΕΤΡΙΔΗΣ 3. ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ ΠΕΤΡΙΔΗΣ 4. ΧΡΙΣΤΑΚΗΣ ΙΑΚΩΒΙΔΗΣ, ως προσωρινός εκκαθαριστής της TRICOR LIMITED Εναγόμενων Ως έχει τροποποιηθεί δυνάμει διατάγματος ημερομηνίας 19.3.2013 EUROBANK CYPRUS LTD, (πρώην EUROBANK EFG CYPRUS LTD) Εvαγόvτωv και 1. CHR. PETRIDES TRADELINKS LTD 2. ΧΡΙΣΤΟΣ ΠΕΤΡΙΔΗΣ 3. ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ ΠΕΤΡΙΔΗΣ 4. TRICOR LIMITED Εναγόμενων Ως έχει τροποποιηθεί δυνάμει διατάγματος ημερομηνίας 18.10.2016 EUROBANK CYPRUS LTD (πρώην EUROBANK EFG CYPRUS LTD) Εvαγόvτωv και 1. CHR. PETRIDES TRADELINKS LTD 2. ΧΡΙΣΤΟΣ ΠΕΤΡΙΔΗΣ 3. ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ ΠΕΤΡΙΔΗΣ 4. ΕΠΙΣΗΜΟΣ ΠΑΡΑΛΗΠΤΗΣ Ως ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΤΗΣ ΤΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ TRICOR LIMITED Εναγόμενων Ως έχει τροποποιηθεί δυνάμει διατάγματος ημερομηνίας 6.5.2020 EUROBANK CYPRUS LTD (πρώην EUROBANK EFG CYPRUS LTD) Εvαγόvτωv και 1. CHR. PETRIDES TRADELINKS LTD 2. ΧΡΙΣΤΟΣ ΠΕΤΡΙΔΗΣ 3. ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ ΠΕΤΡΙΔΗΣ 4. TRICOR LIMITED (υπό εκκαθάριση) διά μέσω του Εκκαθαριστή της Εvαγόμεvων Ημερομηνία: 17 Ιουνίου, 2022 Εμφανίσεις: Για Εναγόμενο 3/Αιτητή: Η κα Βαλεντίνα Σ. Κλεόπα για Κλεόπα & Παρασκευά Δ.Ε.Π.Ε. Για Ενάγουσα/Καθ' ης η αίτηση: Η κα Γ. Αθανασίου για Χάρης Κυριακίδης Δ.Ε.Π.Ε. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η (σε αίτηση τροποποίησης της υπεράσπισης της εναγόμενης 3 ημερ. 27.05.2022) Η ακροαματική διαδικασία της υπόθεσης άρχισε με την ολοκλήρωση της κυρίως εξέτασης του κ. Ν. Νικολάου (ME1), ο οποίος είναι ο πρώτος μάρτυρας της ενάγουσας. Όταν ορίστηκε μετά από αίτημα των συνηγόρων υπεράσπισης η συνέχιση της ακρόασης σε άλλη ημερομηνία, η συνήγορος του εναγόμενου 3 ανέφερε πράγματι ότι ενδεχομένως θα καταχωρούσε αίτηση για τροποποίηση της υπεράσπισης του. Αυτό πράγματι έγινε στην συνέχεια με την αντεξέταση του μάρτυρος να παραμένει σε εκκρεμότητα, όπως ήταν το αίτημα από τους συνηγόρους και των υπόλοιπων εναγόμενων, μέχρι να εκδικαστεί η υπό κρίση αίτηση, καθότι, όπως τέθηκε το ζήτημα, ανάλογα με την απόφαση θα αναπροσαρμοζόταν και η αντεξέταση του μάρτυρος Η αίτηση προσέκρουσε στην ένσταση της ενάγουσας. Με την αίτηση του ο εναγόμενος 3/ αιτητής αιτείται όπως του επιτραπεί να τροποποιήσει το δικόγραφο του σύμφωνα με τα ακόλουθα αιτητικά: Α. (
- i)Δια της τροποποίησης της παραγράφου 9 της Υπεράσπισης του Εναγόμενου 3 ώστε η φράση «το έγγραφο» που βρίσκεται στο τέλος της δεύτερης γραμμής της παραγράφου αυτής, να αντικατασταθεί με την φράση «τα έγγραφα» (
- ii)Δια της τροποποίησης της παραγράφου 13 της Υπεράσπισης του Εναγόμενου 3 ώστε να προστεθεί μετά την τελεία που βρίσκεται στο τέλος της εν λόγω παραγράφου, το πιο κάτω κείμενο: «Επιπλέον είναι η θέση του Εναγόμενου 3, ότι οι φερόμενες ως υπογραφές, του ίδιου επί των: · εγγράφου κοινοποίησης της τροποποιητικής συμφωνίας /επιστολής, ημερομηνίας 19/08/2010, · εγγράφου/επιστολής των Εναγόντων ημερομηνίας 30/08/2010 προς τον Εναγόμενο 3 με την οποία κατ' ισχυρισμό ενημερωνόταν για τους όρους της επίδικης πιστωτικής διευκόλυνσης που επρόκειτο να εγγυηθεί μαζί με επισυνημμένη βεβαίωση · εγγράφου με τίτλο «Έγγραφο Εγγυήσεως» ημερομηνίας 30/08/2010 τα πρωτότυπα των οποίων βρίσκονται και/ή βρίσκονταν στην κατοχή και/ή υπό τον έλεγχο της Ενάγουσας, τόσο σε κάθε σελίδα εκάστου των πιο πάνω αναφερόμενων εγγράφων, όσο και στην τελευταία σελίδα αυτών και/ή πάνω από το όνομα του Εναγόμενου 3, δεν είναι γνήσιες υπογραφές του Εναγόμενου 3 και αποτελούν προϊόν πλαστογραφίας. Ως τέτοια, τα πιο πάνω έγγραφα αποτελεί θέση του Εναγόμενου ότι δεν μπορούν να αποτελούν πηγή δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των διαδίκων και θα πρέπει να θεωρηθούν ως άκυρα, παράνομα και άνευ έννομου αποτελέσματος. Περαιτέρω αποτελεί θέση του Εναγόμενου ότι η παρανομία με την μορφή πλαστογραφίας που έχει λάβει χώρα σε σχέση με τα πιο πάνω έγγραφα διαποτίζει και/ή μολύνει την όποια συμβατική σχέση μεταξύ της Ενάγουσας και των Εναγόμενων». Αντίγραφα των ως άνω εγγράφων κατατέθηκαν ως Τεκμ. 7, 28 και 15 αντίστοιχα από τον κ. Νικολάου (ΜΕ1), με τη γραπτή του δήλωση (Έγγραφο Α), κατά την 03.05.2022 με την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας. Τα πιο πάνω έγγραφα εξετάστηκαν από γραφολόγο στον οποίο ανέθεσε τη σύνταξη έκθεσης ο εναγόμενος 3 και οι δικηγόροι του. Η έκθεση του επισυνάφθηκε ως Τεκμ. 1 στην αίτηση. Επικαλούμενος πλέον τα συμπεράσματα της έκθεσης του γραφολόγου σε σχέση με τις φερόμενες υπογραφές του στα πιο πάνω έγγραφα, τις οποίες και αρνείται ισχυριζόμενος ότι είναι προϊόν πλαστογραφίας, αποφάσισε και καταχώρισε την υπό κρίση αίτηση. Η αίτηση όπως και η ένσταση βασίζονται ουσιαστικά στις ίδιες νομοθετικές και κανονιστικές διατάξεις και παραπέμπουν στη νομολογία και στις Γενικές και Συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου με την καθ' ης η αίτηση να προτάσσει και το Άρθρο 30.2 του Συντάγματος. Το πραγματικό υπόβαθρο της αίτησης τίθεται σε ένορκη δήλωση του ίδιου του εναγόμενου 3/αιτητή, ο οποίος ισχυρίζεται επί της ουσίας ότι η υπογραφή στα πιο πάνω έγγραφα δεν είναι δική του και αποτελεί προϊόν πλαστογραφίας, της οποίας έλαβε γνώση μετά που αυτά κατατέθηκαν ως τεκμήρια από τον κ. Νικολάου (ΜΕ1) στις 03.05.2022. Σχολιασμός των όσων διατείνεται στην ένορκη δήλωσή του θα γίνει όπου χρειαστεί κατά την ανάλυση που θα ακολουθήσει. Η ενάγουσα/ καθ' ης η αίτηση καταχώρισε ένσταση όπου προβάλλει τους ακόλουθους λόγους: « 1. Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων ή/και δεν τηρούνται οι προϋποθέσεις για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου προς όφελος του Αιτητή. 2. Η καθυστέρηση (laches) και/ή υπέρμετρη και/ή αδικαιολόγητη καθυστέρηση υπό τις περιστάσεις, στην υποβολή της παρούσας Αίτησης, για τροποποίηση της υπεράσπισης της με την προσθήκη νεοφανών ισχυρισμών 10 χρόνια μετά την καταχώριση της αγωγής προσλαμβάνει την μορφή περιφρόνησης του Δικαστηρίου και κατάχρησης της Δικαστικής διαδικασίας (abuse of the process of the court) και έχει εκτροχιάσει τη δίκη της παρούσας αγωγής. 3. Η Αίτηση είναι έκδηλα, υπέρμετρα και αδικαιολόγητα καθυστερημένη και παραβιάζει το θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου που καθιερώνεται στο άρθρο 30.2 του Συντάγματος σύμφωνα με το οποίο η δίκη πρέπει να διεξάγεται μέσα σε εύλογο χρόνο. Τυχόν έγκριση της παρούσας αίτησης θα εκτροχιάσει τη δίκη ακόμη περισσότερο και θα οδηγήσει σε υπέρμετρη καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης καθώς στο νέο τροποποιημένο δικόγραφο σε περίπτωση αποδοχής της Αίτησης θα περιέχονται αντιφάσεις τέτοιας μορφής και νέες βάσεις ή/και αιτίες που αντί να απλοποιούν και να συγκεκριμενοποιούν τα επίδικα θέματα θα τα περιπλέξουν ή/και γενικεύσουν σε βαθμό που δεν θα είναι δυνατή η κατανόηση των επίδικων θεμάτων και η επίλυση τους σε σύντομο χρόνο και η πραγματική βάση της υπόθεσης θα διευρυνθεί και θα περιπλακεί. 4. Δεν προβάλλεται κανένας βάσιμος και επαρκής λόγος που να εξηγεί και δικαιολογεί την καθυστέρηση στην καταχώρηση της υπό εξέταση Αίτησης. 5. Η αιτούμενη τροποποίηση αφορά σε ισχυριζόμενα γεγονότα τα οποία ήταν στη σφαίρα γνώσης του Αιτητή και θα μπορούσε με την εύλογη επιμέλεια από μέρους του να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου σε προηγούμενο στάδιο της διαδικασίας. 6. Η παρούσα Αίτηση καταχωρίστηκε αφότου άρχισε η ακροαματική διαδικασία και ολοκληρώθηκε η κυρίως εξέταση του πρώτου μάρτυρα των Εναγόντων. 7. Με την αίτηση ο Αιτητής εισάγει νέα θέματα με αποτέλεσμα να μεταβάλλεται άρδην ή/και να τροποποιείται η ουσία της υφιστάμενης Υπεράσπισης τόσο σε πραγματικό όσο και νομικό πλαίσιο με νέους ισχυρισμούς που θα διαφοροποιήσουν και θα δημιουργήσουν εντελώς νέα υπεράσπιση, γεγονός που θα ανατρέψει το πλαίσιο της διαδικασίας που αναπόφευκτα θα συνεπάγεται επαναπροσδιορισμό των επίδικων θεμάτων ή/και επιδιώκεται ουσιαστικά η διεύρυνση των νομικών και πραγματικών πλαισίων της δίκης με αποτέλεσμα τον ουσιαστικό επαναπροσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων και τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία. 8. Η αιτούμενη τροποποίηση θα έχει ως αποτέλεσμα τον δυσμενή επηρεασμό των δικαιωμάτων των Καθ' ων η αίτηση σε ανεπανόρθωτο βαθμό ή/και κατά τρόπο ώστε οι Καθ' ων η αίτηση να βρεθούν σε δυσμενή θέση ή/και κατά τρόπο που η επιδίκαση εξόδων δεν θα συνιστά επαρκή ή/και εύλογη αποζημίωση των Καθ' ων η αίτηση υπό τις περιστάσεις. 9. Με την σκοπούμενη τροποποίηση και την αδικαιολόγητη καθυστέρηση υποβολής της αίτησης επηρεάζονται τα δικαιώματα των Καθ' ων η αίτηση για ταχεία εκδίκαση της αγωγής ή/και δίκαιης δίκης σε εύλογο χρόνο όπως τούτο καθορίζεται σαν συνταγματικό δικαίωμα και δικαίωμα προστατευμένο από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για τα δικαιώματα του ανθρώπου. 10. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η αίτηση ήταν σε γνώση του Αιτητή πριν και κατά την καταχώρηση της αγωγής καθώς και σε όλο το χρονικό διάστημα που εκκρεμούσε ενώπιον του Δικαστηρίου η υπόθεση ενόψει του ότι τα εν λόγω έγγραφα που έχουν κατατεθεί ως τεκμήρια στην ακροαματική διαδικασία, είχαν κατατεθεί σε προγενέστερο στάδιο ως τεκμήρια σε ένσταση των Εναγόντων σε αίτηση των Εναγόμενων 1 - 3 για έκδοση προσωρινού διατάγματος και συνεπώς ήταν ήδη σε γνώση τους εδώ και 2 χρόνια τουλάχιστον». Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η ένσταση υποστηρίζονται με ένορκη δήλωση της δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί στην παρούσα την καθ'ης η αίτηση κας Μαργαρίτας Αβραάμ. Ουσιαστικά η ενόρκως δηλούσα αναλύει και αιτιολογεί τους λόγους ένστασης. Δεν κρίνω σκόπιμο να καταγραφούν εδώ όσα διατείνεται η ενόρκως δηλούσα, εφόσον όποια από αυτά έχουν σημασία για τους σκοπούς της παρούσας θα τύχουν διαπραγμάτευσης κατά την ανάλυση που θα ακολουθήσει. ΟΙ ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ: Η ακρόαση της αίτησης έγινε στην βάση των ενόρκων δηλώσεων που συνοδεύουν αντίστοιχα την αίτηση και την ένσταση. Στις ικανές αγορεύσεις τους οι ευπαίδευτοι συνήγοροι με παρέπεμψαν εκτός από τα γεγονότα της υπόθεσης και σε νομική πτυχή που διέπει, κατά την άποψη τους, αυτής της φύσης αιτήματα, με αναφορά στα συγκεκριμένα γεγονότα της υπόθεσης και τις ιδιαίτερες περιστάσεις αυτής. Τις έχω μελετήσει και τις λαμβάνω υπόψη μου, όπου δε χρειαστεί στη συνέχεια θα γίνει αναφορά σε αυτές. Απαντήσεις στις διάφορες εισηγήσεις και επιχειρήματα θα δοθούν με το σκεπτικό του Δικαστηρίου που θα ακολουθήσει χωρίς να απαιτείται να ενδιατρίψω σε κάθε επί μέρους εισήγηση ή επιχείρημα όταν κρίνεται ότι δεν εξυπηρετεί οποιονδήποτε σκοπό προς επίλυση των επίδικων ζητημάτων ή το οποίο κρίνεται ότι δεν είναι ουσιώδες ή νομικά αποδεκτό (βλ. Οδυσσέα v. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 490, Ανδρονίκου κ.α. v. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 486, την Έφεση Αρ.22/2018 του Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου Μ.Φ.Χ. v. M.X. με ημερ. 28.09.2021 και την εντελώς πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση του Δευτεροβάθμιου και πάλι Οικογενειακού Δικαστηρίου στην Έφεση Αρ. 20/2020 Γ.Λ. v. X.I. ημερ. 15.12.2021 όπου επαναλήφθηκαν τα ίδια ως άνω με την ακόλουθη διατύπωση: «.Όπως επανειλημμένα έχει λεχθεί δεν είναι έργο του Δικαστηρίου να σχολιάζει κάθε επιχείρημα ή δήλωση των διαδίκων ή των συνηγόρων τους. Καθήκον του είναι η διατύπωση καθαρής δικαστικής κρίσης η οποία να είναι αιτιολογημένη». ΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ ΚΑΙ ΥΠΑΓΩΓΗ ΤΟΥΣ ΣΤΗ ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Θεωρώ ως αναγκαία μια σύντομη αναφορά στο εφαρμοστέο κανονιστικό πλαίσιο που διέπει την εκδίκαση αιτήσεων όπως η υπό κρίση, όπως και τη νομολογιακή θεώρηση του και τις αρχές που προέκυψαν από αυτή. Σύμφωνα με τη νομολογία μας το ζήτημα εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, η οποία όμως θα πρέπει να ασκείται σύμφωνα με τις καλά καθιερωμένες αρχές που έχει θέσει διαχρονικά η νομολογία μας. Η αίτηση βασίζεται στην Δ.25 Θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, η οποία είναι παρόμοια με την παλαιά Αγγλική Δ.28 Θ.1. Σύμφωνα με τη Δ.25 Θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, το Δικαστήριο έχει εξουσία, σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, να επιτρέψει την τροποποίηση δικογράφων κατά τέτοιο τρόπο και υπό τέτοιους όρους, με σκοπό τον καθορισμό των πραγματικών επιδίκων θεμάτων μεταξύ των διαδίκων. Στην αντίστοιχη αγγλική διάταξη Δ.28 Θ.1 στο Annual Practice του 1957, στη σελ. 453 αναφέρεται ότι: «As a general rule either party is allowed to make any such amendment as is reasonably necessary for the due presentation of his case, on payment of the costs of and occasioned by the amendment, provided there has been no undue delay on his part and provided there has been no undue delay on his part, and provided also the amendment will not injure or affect any vested rights of his opponent.. But if the application be made mala fide, or if the proposed amendment will cause undue delay, or will in any other way unfairly prejudice the other party, or is irrelevant or useless or would raise merely a technical point, leave to amend will be refused». Στη σελ. 456 αναφέρεται ότι κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας «the Court will not readily allow at the trial an amendment the necessity of which was abundantly apparent months ago, and then not asked for». Στους Halsbury's Laws of England, 3rd edition, Vol. 30, σελ. 34, αναφέρονται και τα ακόλουθα: «If owing to the way in which the pleading has been framed, the other party has been put into such a position that an injury would be done to him by an amendment, the Court will not give leave». Από τη νομολογία προκύπτουν οι ακόλουθες αρχές σε σχέση με την τροποποίηση των δικογράφων: (α) H τροποποίηση των δικογράφων είναι εφικτή σε κάθε στάδιο όταν αυτή κρίνεται αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για την αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών εκτός στις περιπτώσεις που είτε επέρχεται βλάβη στην αντίδικη πλευρά ή όπου η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής ( βλ. ενδεικτικά Saba & Co (T.M.P.) v. T.M.P Agents 1994 1 A.A.Δ 426, Χρίστου v. Στυλιανού
(1992)1(Α) Α.Α.Δ.704, Φοινιώτης v. Greenmar Navigation
(1989)1(E) A.A.Δ. 33 και την Agini v. Εθνικής Τράπεζας Ελλάδος Α.Ε.
(1999)1(Α) Α.Α.Δ. σελ. 11). (β) Περαιτέρω, όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Παπόρη v. MASKINFABRIKEN "SIO" A/S
(1996)1(B) A.A.Δ. 1037: «Η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου να αποτρέπει κατάχρηση των διαδικασιών του είναι βαθιά ριζωμένη στους θεσμούς της δικαιοσύνης που είχαμε δεχθεί και αναπτύξει. Χωρίς το όπλο αυτό, το όλο σύστημα απονομής της δικαιοσύνης θα μπορούσε να καταντήσει άθυρμα στα χέρια των επιτηδείων. Παράλληλα, θα επερχόταν επικίνδυνη υπονόμευση και αποδυνάμωση της κοινωνικής αποστολής της δικαιοσύνης. Η εξουσία του Δικαστηρίου, όπως τόνισε ο Λόρδος Diplock στο ψηλότερο δυνατό επίπεδο της δικαστικής κρίσης, στην Hunter v. Chief Constable of West Midlands & Another
(1981)3 All E.R. 727,729 έχει σύμφυτο χαρακτήρα και μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε κάθε πρόσφορη περίπτωση για την περιφρούρηση της αποτελεσματικής λειτουργίας των δικαστικών διαδικασιών». (γ) Τα δικαστήρια σύμφωνα με την σύγχρονη τάση επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις, με τον όρο πληρωμής των εξόδων που θα προκληθούν στον καθ' ου η αίτηση, εκτός αν από την τροποποίηση ο καθ' ου η αίτηση θα τεθεί σε χειρότερη θέση απ' αυτή που θα βρισκόταν αν το τροποποιημένο δικόγραφο είχε παραδοθεί από την αρχή (βλέπε Steward v. North Metropolitan Tramways Co. 16 Q.B.D. 556) ή αν θα υποστεί κάποια βλάβη για την οποία δεν μπορεί να αποζημιωθεί με έξοδα. (δ) Στην υπόθεση Χριστοδούλου v. Χριστοδούλου
(1991)1 Α.Α.Δ. 934 έχει ειπωθεί ότι η σύγχρονη τάση είναι να επιτρέπουν τα Δικαστήρια τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμα και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα. Στην ίδια απόφαση γίνεται αναφορά στην αγγλική υπόθεση Associated Leisure Ltd v. Associated Newspapers Ltd
(1970)2 All E.R. 754 στην οποία αναφέρονται τα εξής: «I start with the principle, well settled, that an amendment ought to be allowed, even if comes late, if it is necessary to do justice between the parties, so long as may hardship done thereby can be compensated in money. That principle applies here». (ε) Στο στάδιο όπου η υπόθεση είναι ορισμένη για ακρόαση, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία της και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του καθ' ου η αίτηση. Θα πρέπει επίσης να λαμβάνεται υπόψη ο παράγοντας της καθυστέρησης στην υποβολή της αίτησης για τροποποίηση σε συνάρτηση με το ιστορικό της διαδικασίας και αυτό ως λογική απόρροια των προνοιών του άρθρου 30.2 του Συντάγματος που επιτάσσει την μέσα σε εύλογο χρόνο διεξαγωγή και περάτωση της δίκης. (στ) Στην υπόθεση Ταξί Κυριάκος Λτδ v. Παύλου
(1995)1 Α.Α.Δ. 560, κρίθηκε ότι η χρονική διάσταση αποτελούσε παράγοντα που δεν επέτρεπε αποδοχή του αιτήματος για τροποποίηση, κατ' ουσία τη συνάρτησε, όπως προκύπτει από το ιστορικό, με έλλειψη καλής πίστης που εκ προοιμίου καθιστούσε αδικαιολόγητη την καθυστέρηση (βλ. Χρίστου v. Αντρέα Αζά
(1992)1 Α.Α.Δ. 704). (ζ) Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος τροποποίησης και της καθυστέρησης στην διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση, ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος τροποποίησης (βλ. Φοινιώτης v. Greenmar Navigation
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 33), Skepi Ltd v. Kaiti
(1983)1 A.A.Δ. 231, Ευριπίδου v. Καννάουρου
(1985)1 Α.Α.Δ. 24 και Mahatou v. Viceroy Shipping Ltd
(1979)1 A.A.Δ. 542). (η) Στην υπόθεση Γραμμές Στρίντζη ν. Επίσημου Παραλήπτη
(1995)1 Α.Α.Δ. 607, αίτημα για τροποποίηση υπεράσπισης που προέκυψε εξαιτίας της αλλαγής του δικηγόρου των εναγομένων και της επαναθεώρησης των γεγονότων που άπτονταν της υπεράσπισης, το οποίο υποβλήθηκε σε προχωρημένο στάδιο της δίκης, (μετά το κλείσιμο της υπόθεσης των εναγόντων και της προσαγωγής μαρτυρίας αριθμού μαρτύρων για την υπεράσπιση), ενώ παράλληλα απουσίαζε οποιαδήποτε ικανοποιητική αιτιολόγηση της καθυστέρησης στην υποβολή του αιτήματος, απορρίφθηκε, αφού κρίθηκε πως όχι μόνο δεν αιτιολογήθηκε η καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος αλλά και ότι τα γεγονότα ήταν γνωστά στους αιτητές ή εύλογα μπορούσαν να εντοπιστούν από αυτούς κατά τα πρώτα στάδια της διαδικασίας. Όπως δε χαρακτηριστικά αναφέρθηκε στην σελ. 611: «Τα γεγονότα τα οποία θεμελιώνουν τροποποίηση ήταν γνωστά ή, εύλογα μπορούσαν να εντοπιστούν από τους εναγόμενους από τα πρώτα στάδια της διαδικασίας. Η αλλαγή δικηγόρου διαδίκου δεν παρέχει αφ' εαυτής λόγο για την τροποποίηση της δικογραφίας ούτε δικαιολογία για την καθυστέρηση στη υποβολή του αιτήματος....». ΑΝΑΛΥΣΗ ΚΑΙ ΥΠΑΓΩΓΗ ΤΩΝ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ ΣΤΗ ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ: Προχωρώ στη θεματική αυτή εξετάζοντας τους λόγους ένστασης. Με την ένσταση της η ενάγουσα προβάλλει τη θέση ότι η υπό κρίση αίτηση έχει καταχωριστεί με υπέρμετρη καθυστέρηση και/ή αδικαιολόγητη καθυστέρηση και/ή σε πολύ προχωρημένο στάδιο της διαδικασίας. Είναι η θέση της ότι η δικαιολογία που δίδεται για την υπέρμετρη καθυστέρηση καταχώρισης της υπό κρίση αίτησης είναι ανεπαρκής ή/και δεν είναι εύλογη ή/και δεν μπορεί να αποτελέσει βάση υπέρ της ενάσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου με την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων ή/και δεν έχει αιτιολογηθεί αρκούντως η επιδειχθείσα καθυστέρηση. Σε σχέση με το τρίτο κριτήριο που θέτει η Φοινιώτης «[.] Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στην διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση». Ανατρέχοντας στον φάκελο της υπόθεσης διαπιστώνω ότι ο εναγόμενος 3/αιτητής επιχειρεί να τροποποιήσει την υπεράσπισή του μετά από πάροδο εννιά και πλέον χρόνια από την καταχώριση της έκθεσης απαίτησης και 6 και πλέον χρόνια από την καταχώριση της υπεράσπισης του και ενώ μεσολάβησε ένας μεγάλος αριθμός ενδιάμεσων διαδικασιών ενώπιον του Δικαστηρίου που παρείχαν τη δυνατότητα επανεξέτασης και αναθεώρησης της υπεράσπισης του, εφόσον η έκθεση απαίτησης έχει τροποποιηθεί στις 10.05.2013, 15.11.2016 και 05.06.2020 λόγω αλλαγής του καθεστώτος της εναγόμενης 4 εταιρείας. Οι δε εναγόμενοι 1, 2 και 3 είχαν καταχωρήσει τις τελευταίες τροποποιημένες υπερασπίσεις τους στις 22.10.2020 και ουδεμία αναφορά περί της πρόθεσης τους για τροποποίηση έγινε στο πλαίσιο της εν λόγω διαδικασίας. Κρίνω ότι ο αιτητής δεν κατάφερε να αποσείσει το βάρος που είχε στους ώμους του σε σχέση με το ζήτημα της καθυστέρησης και το δικαιολογημένο αυτής. Τούτο διότι, ο ισχυρισμός ότι μετά από την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας είδε με προσοχή τα έγγραφα που κατατέθηκαν ως τεκμήρια στη διαδικασία, δεν μπορεί να αποτελεί καλό λόγο που να δικαιολογεί την τροποποίηση της υπεράσπισης του σε αυτό το προχωρημένο στάδιο. Τα έγγραφα που κατατέθηκαν ως τεκμήρια και εγείρεται για πρώτη φορά μετά από σχεδόν 10 χρόνια από τότε που καταχωρίστηκε η αγωγή ότι αποτελούν προϊόν πλαστογραφίας, διαπιστώνω και πάλι ότι είχαν επισυναφθεί αρκετές φορές ως τεκμήρια σε ενδιάμεσες διαδικασίες στο πλαίσιο της αγωγής και είχαν περιέλθει στην κατοχή του αιτητή, γεγονός το οποίο εξάλλου παραδέχεται και ο ίδιος στην ένορκη δήλωση του προς υποστήριξη της παρούσας. Το γεγονός επίσης ότι αμέλησε ή/και αδιαφόρησε ή/και δεν έδειξε την εύλογη επιμέλεια για να μελετήσει τα έγγραφα αυτά δεν μπορεί να το επικαλείται και να επιδιώκει ως η αίτησή του. Κρίνω ότι δικαιολογημένα η πλευρά της ενάγουσας προβάλλει με την ένσταση της ότι τα γεγονότα που θεμελιώνουν την αίτηση ήταν γνωστά πριν και κατά την καταχώριση της αγωγής καθώς και σε όλο το χρονικό διάστημα που εκκρεμεί ενώπιον του Δικαστηρίου η υπόθεση ή και ότι με εύλογη επιμέλεια μπορούσαν να εντοπιστούν από τα πρώτα στάδια της διαδικασίας και συνεπώς δε δικαιολογείται η καθυστερημένη προβολή μιας τέτοιας υπεράσπισης και υποβολή ενός τέτοιου αιτήματος. Σε κάθε περίπτωση ο λόγος τροποποίησης που προβάλλεται δεν ανάγεται σε θέμα που προέκυψε πρόσφατα ή σε θέμα που αγνοούσε ο αιτητής και επιδίωξη σε τόσο προχωρημένο στάδιο της διαδικασίας για την τροποποίηση της υπεράσπισης αλλάζει άρδην τα επίδικα θέματα. Σε άλλο λόγο ένστασης η ενάγουσα προβάλλει τη θέση ότι η αίτηση αποτελεί προσπάθεια εισαγωγής νέων νομικών ισχυρισμών ή/και νέας βάσης υπεράσπισης η οποία ανατρέπει την μέχρι τώρα βάση αντιδικίας των μερών και των επίδικων θεμάτων. Περαιτέρω, είναι η θέση της ότι ο εναγόμενος 3/αιτητής προσπαθεί με την υπό κρίση αίτηση να εισαγάγει νέα θέματα με αποτέλεσμα να μεταβάλλεται άρδην ή/και να τροποποιείται η ουσία της υφιστάμενης υπεράσπισης με νέους ισχυρισμούς που θα διαφοροποιήσουν και θα δημιουργήσουν εντελώς νέες υπερασπίσεις, γεγονός που θα ανατρέψει το πλαίσιο της διαδικασίας που αναπόφευκτα θα συνεπάγεται επαναπροσδιορισμό των επίδικων θεμάτων ή/και επιδιώκεται ουσιαστικά η διεύρυνση των νομικών και πραγματικών πλαισίων της δίκης, με αποτέλεσμα τον ουσιαστικό επαναπροσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων και τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία. Όπως αναφέρθηκε και στην υπόθεση Φοινιώτης (πιο πάνω), η πλευρά του εναγόμενου 3 με την εισαγωγή των προτεινόμενων τροποποιήσεων επιχειρεί ολοκληρωτική διαφοροποίηση από τις αρχικές του θέσεις, που στην ουσία ισοδυναμεί με επαναπροσδιορισμό των επίδικων θεμάτων. Συγκεκριμένα στην ως άνω υπόθεση λέχθηκαν τα ακόλουθα από τον Πική, Δ (όπως ήταν τότε): «Η αίτηση για τροποποίηση υποβλήθηκε στις 12/11/88. Με την αίτηση επιδιώκεται η τροποποίηση της υπερασπίσεως ώστε να διαγράφεται η παραδοχή των εναγομένων στην συνομολόγηση της γραπτής συμφωνίας για την εργοδότηση του ενάγοντα. Αντί αυτού προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι η σύμβαση ήταν προφορική με διαφορετικούς όρους εργοδοτήσεως από εκεί νους που περιέχονται στην γραπτή σύμβαση που έχει κατατεθεί ως τεκμήριο. Η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση στην οποία επεξηγούνται οι λόγοι στους οποίους αποδίδεται το σφάλμα στην διατύπωση της υπεράσπισης. Οι λόγοι εκτίθενται στην παράγραφο 2 της ενόρκου ομολογίας η οποία αναγράφεται πιο κάτω: "Εκ παραδρομής και/ή εξ αβλεψίας κατά την σύνταξη της υπεράσπισης στην πιο πάνω αγωγή δεν αναγράφησαν ορθά τα πραγματικά περιστατικά που αφορούν τις παραγράφους 3,4 και 6 της εκθέσεως υπερασπίσεως (answer)."» και πιο κάτω αναφέρει:- Καθοδηγούμενος από τις πιο πάνω αρχές στην άσκηση της διακριτικής μου ευχέρειας διαπιστώνω: (α)Η τροποποίηση που επιδιώκεται είναι ουσιαστική και αν επιτραπεί θα έχει ως αποτέλεσμα τον επαναπροσδιορισμό των επίδικων θεμάτων. [.] (δ)Οι θέσεις του ενάγοντα διατυπώθηκαν με σαφήνεια τόσο στην έκθεση απαιτήσεως (petition) όσο και σε μεταγενέστερα στάδια της διαδικασίας πριν την δίκη. Επομένως και αν εγίνετο δεκτό ότι η εσφαλμένη διατύπωση των θέσεων των εναγομένων οφειλόταν σε παράλειψη ή αβλεψία υπήρχαν πολλές ευκαιρίες πριν την δίκη για την διόρθωση του λάθους, ευκαιρίες τις οποίες άφησαν ανεκμετάλλευτες οι εναγόμενοι». Ο αιτητής εν προκειμένω δεν αρνείται γενικά ότι ήταν σε γνώση του όλα τα γεγονότα της υπόθεσης, το συμβατικό πλαίσιο και οι συνθήκες σύναψης των επίδικων συμφωνιών και δεν υπάρχουν οποιεσδήποτε εξελίξεις και νομικά θέματα που να ενισχύουν τη θέση του περί δήθεν πλαστογραφίας και περί δήθεν ακυρότητας της σύμβασης. Ο αιτητής επιθυμεί να προβάλει μέσω της υπεράσπισής του τη θέση ότι λόγω πλαστογραφίας επί των επίδικων συμφωνιών συμπαρασύρονται σε ακυρότητα όλες οι επίδικες συμφωνίες. Τώρα, αρκετά χρόνια μετά από την καταχώριση της υπεράσπισής του προβάλλει για πρώτη φορά ισχυρισμούς περί πλαστογραφίας επί συγκεκριμένων εγγράφων. Πρόκειται περί ισχυρισμού ο οποίος κατά το χρονικό στάδιο που προβάλλεται, κρίνω ότι αποσκοπεί στην πρόκληση πρόσθετης καθυστέρησης στην ολοκλήρωση της εκδίκασης της αγωγής. Περαιτέρω, οι ισχυρισμοί στους οποίους στηρίζεται για να προωθήσει την σκοπούμενη τροποποίηση είναι εντελώς αβάσιμοι και ανεδαφικοί και τούτο καθώς το σύνολο των εν λόγω εγγράφων είχε δοθεί στους εναγόμενους κατά την υπογραφή των επίδικων συμφωνιών και μεταγενέστερα, ως είναι η παραδοχή του αιτητή, όπως και κατά τις ενδιάμεσες διαδικασίες που ακολούθησαν και συνεπώς οι οποιοιδήποτε ισχυρισμοί περί πλαστογραφίας θα μπορούσαν να εγερθούν με την καταχώριση της υπεράσπισης του και βέβαια πριν από την πάροδο σχεδόν οκτώ ετών από την καταχώριση της. Η αίτηση δεν υπάρχει αμφιβολία ότι εγείρεται σε πολύ προχωρημένο στάδιο της διαδικασίας και, όπως κρίνω, με υπέρμετρη καθυστέρηση, λαμβάνοντας υπόψη τη φύση και τη σημασία των προτεινόμενων νεοφανών ισχυρισμών και την επίδραση που θα έχουν οι ισχυρισμοί αυτοί εάν επιτραπεί στον αιτητή να τους συμπεριλάβει στο δικόγραφο του. Η αιτούμενη τροποποίηση εάν επιτραπεί, θα εισάγει νέες βάσεις υπεράσπισης, οι οποίες καμία σχέση δεν έχουν με τις υφιστάμενες υπερασπίσεις και οι οποίες, κατά την αντίληψη μου, ανατρέπουν την μέχρι τώρα βάση αντιδικίας των μερών και τα επίδικα θέμάτα. Πρόκειται για νεοφανείς ισχυρισμούς οι οποίοι θα προβληθούν σε προχωρημένο στάδιο της διαδικασίας, καθότι ουδέποτε προβλήθηκαν στο παρελθόν είτε πριν από την καταχώριση της αγωγής είτε στα πλαίσια της δικαστικής διαδικασίας καθ' όσον εκκρεμούσε η αγωγή. Η αιτιολόγηση δε του λόγου για τον οποίο το αίτημα προβάλλεται σε αυτό το στάδιο δεν κρίνεται ικανοποιητική. Κρίνω ότι η προτεινόμενη υπεράσπιση έγινε στην ίδια βάση και με τα ίδια δεδομένα που γνώριζε ο αιτητής κατά την ετοιμασία της υφιστάμενης υπεράσπισης του ή όσα εκ των υστέρων και έγκαιρα είχε τη δυνατότητα να διερευνήσει. Η πληροφόρηση του για την εγγύηση του ημερομηνίας 30.08.2010 (Τεκμ.15), την υπογραφή της οποίας αμφισβητεί σήμερα, προήλθε και από την επιστολή τερματισμού των δανειακών συμβάσεων της εναγόμενης 1 η οποία τού κοινοποιήθηκε προσωπικά (Τεκμ.24) και στην οποία ρητά γίνεται αναφορά στην ως άνω εγγύησή του. Σύμφωνα δε με τις διαδικασίες που φαίνονται στο φάκελο, θα έπρεπε να είχε αντιληφθεί και να προβάλει όσα εκ των υστέρων επιχειρεί να εισαγάγει με την παρούσα αίτηση του, με αποτέλεσμα αυτή θα μπορούσε να αναχθεί και σε εκ των υστέρων σκέψη του και κακοπιστία και ότι, εν τέλει, αποσκοπεί στην περαιτέρω καθυστέρηση. Όλα τα ως άνω, όταν τεθούν στη ζυγαριά, οδηγούν στην απόρριψη της αίτησης του. Δεν πρέπει σε καμιά περίπτωση να παραγνωρίζονται και τα δικαιώματα της καθ' ης η αίτηση καθώς με την επιδιωκόμενη τροποποίηση, επηρεάζονται δυσμενώς τα δικαιώματα της για διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο. Είναι προφανές ότι θα υπάρξει διεύρυνση των επιδίκων θεμάτων με αποτέλεσμα τον ουσιαστικό επαναπροσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και την πρόκληση περαιτέρω ζημιάς στην ενάγουσα, αφού θα στερηθεί τη δυνατότητα ή/και δικαίωμα να παρουσιάσει την υπόθεση της ως μέχρι σήμερα έχει τροχιοδρομηθεί και θα αντιμετωπίσει πλέον και τους νεοφανείς ισχυρισμούς του αιτητή σε αυτό το προχωρημένο στάδιο και μάλιστα μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας. Ο εκτροχιασμός της δίκης, που είναι δεδομένος αν επιτραπεί η τροποποίηση, θα έχει αναπόφευκτα επιπτώσεις στα δικαιώματα της ενάγουσας, δοθέντος ότι ο αιτητής θα μπορούσε με την κατάλληλη επιμέλεια να προωθήσει τέτοια υπεράσπιση εξ αρχής ή τροποποίηση σε προγενέστερο στάδιο, είναι εξέλιξη η οποία θα πρέπει να αποτραπεί. Εν όψει των γεγονότων της υπόθεσης με βρίσκει σύμφωνο και η θέση της ενάγουσας όπως αυτή προβάλλεται στην ένσταση της, ότι τυχόν έγκριση του αιτήματος τροποποίησης θα πλήξει ανεπανόρθωτα τα συμφέροντα της όπως και της δικαιοσύνης σε σχέση με το αντικείμενο της δίκης και τη λογική προσδοκία για τον χρόνο αποπεράτωσής της, καθώς και το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα της για ταχεία εκδίκαση της αγωγής και/ή δίκαιης δίκης σε εύλογο χρόνο κατά τρόπο που η επιδίκαση εξόδων, όπως εισηγείται η πλευρά του αιτητή, δεν θα συνιστά επαρκή αποζημίωση της ενάγουσας υπό τις περιστάσεις. Και έχει δίκαιο η πλευρά της ενάγουσας ότι εάν επιτραπεί η τροποποίηση η ενάγουσα θα είναι αναγκασμένη να προβεί σε επανεκτίμηση της δυναμικής της έκθεσης απαίτησής της, υπό το φως των νέων ισχυρισμών, και ενδεχομένως να αναγκαστεί να προβεί και αυτή σε ενδιάμεσο διάβημα για τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης. Η διαδικασία θα αναλώσει επιπλέον χρόνο και θα μεταφέρει ακόμα βαθύτερα στο μέλλον την εκδίκαση της υπόθεσης. Σε κάθε περίπτωση, η ενάγουσα θα πρέπει να αναθεωρήσει την απάντησή της. Τέτοιες εξελίξεις αναπόφευκτα θα πλήξουν σημαντικά το συνταγματικά διασφαλισμένο δικαίωμα της ενάγουσας στη διακρίβωση των δικαιωμάτων της εντός εύλογου χρόνου. Όλες οι ως άνω διαδικασίες ας μη διαφεύγει ότι συνεπάγονται επιπρόσθετα δικηγορικά έξοδα. Προβλήθηκε ως λόγος ένστασης και το γεγονός ότι ο ίδιος αιτητής επανέρχεται καταχρηστικά με νέα αίτησή του, καθ' ότι η επιδιωκόμενη τροποποίηση της υπεράσπισης δεν μπορεί να εγκριθεί εφόσον σχετική αίτηση τροποποίησης με την οποία επιδιωκόταν και η εισαγωγή ανταπαίτησης εκ μέρους του, με την προβολή και πάλι ισχυρισμών περί πλαστογραφίας, η οποία είχε καταχωρισθεί στις 09.06.2021 και είχε απορριφθεί υπό του παρόντος Δικαστηρίου στις 30.09.2022, το οποίο έκρινε ότι η εν λόγω στάση, μεταξύ άλλων, του εναγόμενου 3/ αιτητή ήταν καταχρηστική. Σύμφωνα με τη νομολογία μας, η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας, δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης. Δεν διακρίνω ότι συντρέχουν τέτοιες προϋποθέσεις εδώ σ' αντίθεση με όσα εισηγείται η πλευρά του εναγόμενου 3 στην αγόρευση της ευπαίδευτης συνηγόρου του. Η επιδίωξη της τροποποίησης δικογράφου για οποιοδήποτε άλλο σκοπό συνιστά κατάχρηση. Κρίνω ότι οι περιστάσεις υπό τις οποίες προωθείται η υπό κρίση αίτηση, είναι τέτοιες που δεν προωθούν, ούτε διευκολύνουν την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης, οι λόγοι εκτέθηκαν με λεπτομέρεια ανωτέρω και δεν χρειάζεται να επαναληφθούν. Ουσιαστικά ο αιτητής εδώ επιχειρεί αναδιατύπωση και διαφοροποίηση της υπεράσπισής του, γεγονός που οδηγεί αναπόφευκτα στον αναπροσδιορισμό των επίδικων θεμάτων. Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει και υποστηρίζει την αίτηση, δεν προσφέρει οποιοδήποτε λόγο που να δικαιολογεί την αναπροσαρμογή της υπεράσπισης η οποία δεν έγινε προηγουμένως και με την πρώτη δυνατή ευκαιρία. Είναι για μένα ξεκάθαρο ότι η τροποποίηση της υπεράσπισης, στο βαθμό που αυτή επιχειρείται εκ νέου, επιδιώκει την εκ μέρους του αιτητή καθυστέρηση της εκδίκασης της παρούσας υπόθεσης εναντίον των εναγόμενων και ισοδυναμεί με κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας (abuse of the Court process), γεγονός που ενεργοποιεί τη σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου να άρει αυτή την καταχρηστική συμπεριφορά με την απόρριψη της αίτησης. Σύμφωνα με τα ως άνω η αίτηση απορρίπτεται. ΤΑ ΕΞΟΔΑ: Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ της ενάγουσας/ καθ' ης η αίτηση και εναντίον του εναγόμενου 3/ αιτητή ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής. (Υπ.) ........... Χρ. Γ. Φιλίππου, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο