Αναφορικά με τον Y. H., Αρ. Αίτησης: 226/2004, 27/7/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2022:A116 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ (ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΕΠΙΚΥΡΩΣΗΣ ΔΙΑΘΗΚΩΝ) ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Μαθηκολώνη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αίτησης: 226/2004 Αναφορικά με τον Y. H., τέως από Δρομολαξιά Αποβιώσαντα Ημερομηνία: 27 Ιουλίου 2022 Εμφανίσεις: Για τους αιτητές: κ. Α. Φράγκος με κ. K. Για τον καθ' ου η αίτηση/συνδιαχειριστή (κ. Π. Παύλου): κ. Ν. Δαμιανού. Ενδιάμεση Απόφαση (Αίτηση ημερ.5/4/2022 για συμπληρωματική Ε/Δ) __________________________ Με την υπό εξέταση αίτηση οι κληρονόμοι, συμπεριλαμβανομένων και των δύο συνδιαχειριστών, αιτούνται διάταγμα του Δικαστηρίου που να επιτρέπει την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης του κ. M. K. Y., αιτητή αρ. 3, ως το συνημμένο τεκμήριο Α, προς απάντηση των ισχυρισμών που περιέχονται στην ένορκη δήλωση του καθ' ου η αίτηση κ. Γ. Π. που επισυνάπτεται επί της ειδοποίησης περί προθέσεως ενστάσεως ημερομηνίας 1/3/2022. Θα πρέπει να σημειωθεί για σκοπούς πληρότητας και ευχερέστερης κατανόησης της παρούσας ότι η υπό κρίση αίτηση υποβάλλεται στο πλαίσιο αίτησης για παύση του συνδιαχειριστή η οποία έχει υποβληθεί από τους κληρονόμους του ως άνω αποβιώσαντα. Η Αίτηση Η υπό εξέταση αίτηση ως αναφέρεται στη νομική βάση αυτής βασίζεται στους Περί Διαχείρισης Κληρονομιών Αποθανόντων Νόμο Κεφ. 189 άρθρα 57 και 58, στο άρθρο 50 του Administration of Justice Act 1985 και των Θεσμών Π. Δ. (CPR) Αρ.r.57.13
(5)της Αγγλίας και της Ουαλίας, στη Δ.39 γενικά και Δ.48 Θ1-13 των θεσμών της πολιτικής δικονομίας και επί της νομολογίας και της γενικής εξουσίας και πρακτικής του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η παρούσα αίτηση εκτίθενται στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση ενός εκ των κληρονόμων/αιτητών ο οποίος δηλώνει εξουσιοδοτημένος και από τους λοιπούς κληρονόμους για να προβεί στην Ε/Δ που συνοδεύει την υπό εξέταση αίτηση και υποστηρίζει στη βάση νομικής συμβουλής που έλαβε πως υπάρχει καλός λόγος που δικαιολογεί την παραχώρηση άδειας για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης για να αντικρούσει ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον καθ' ου η αίτηση. Πρόκειται ως υποστηρίζει για νέες πληροφορίες και γεγονότα και όχι επανάληψη πληροφοριών και γεγονότων που περιλαμβάνονται στην αρχική Ε/Δ, τα οποία σκοπούν να ξεκαθαρίσουν τα πράγματα και είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης να επιτραπούν έτσι ώστε το Δικαστήριο να έχει ενώπιον του όλα τα γεγονότα για να επιλύσει την κυρίως αίτηση. Η Ένσταση Ο καθ' ου η αίτηση καταχώρησε ένσταση προβάλλοντας τους κάτωθι λόγους ένστασης: (α) Η αίτηση των Αιτητών για να προστεθεί/καταχωρηθεί συμπληρωματική ένορκη δήλωση δεν υποστηρίζεται από κανονική ή και νομότυπη ένορκη δήλωση αλλά συνοδεύεται μόνο από ένορκη δήλωση στην Αγγλική Γλώσσα ή και η υποβολή της ως έγινε δεν μπορεί να θεωρηθεί ικανή πραγματική βάση στην αίτηση. Η ένορκος δήλωση που συνοδεύει την αίτηση είναι άκυρη ή και απαράδεκτη ή και χωρίς αποδεικτική αξία ή και δεν αποτελεί μαρτυρία ή και δεν μπορεί να στηρίξει ή να στήριζε την αίτηση ή οιαδήποτε θεραπεία ή και δεν μπορεί να αποτελεί πραγματική βάση ή μαρτυρία. (β) Τα όσα επικαλούνται οι Αιτητές ή και όσα αναφέρονται στην πραγματική βάση της αίτησης [πραγματική βάση αντικανονική ή ανύπαρκτη ως ο Λόγος (α)] δεν δικαιολογούν την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος ούτε συνιστούν καλό λόγο για παραχώρηση άδειας καταχώρησης συμπληρωματικής ενόρκου δηλώσεως. (γ) Ζητείται καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης η οποία επαναλαμβάνει καθ΄ ολοκληρία ή και στη μεγαλύτερη έκταση της ερμηνεία ή και επιχειρηματολογία ή και υπέχει θέση ή θα μπορούσε να έχει θέση αγόρευσης στο τελικό στάδιο της ακρόασης της κυρίως αίτησης. Σε κάθε περίπτωση η προτεινόμενη ένορκη δήλωση είναι πλήρης γενικοτήτων, επιχειρηματολογίας και δεν προσθέτει νέα κατ΄ ισχυρισμό γεγονότα και ουσιαστικά είναι αχρείαστη. (δ) Η προτεινόμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση θα συνιστά αποκλειστικά ¨απαντητική ένορκη δήλωση¨ σε ρόλο αποκλειστικά σχολιασμού και επιχειρηματολογίας και όχι συμπλήρωσης της αρχικής ενόρκου δηλώσεως της αίτησης για αναστολή εκτέλεσης, επιχειρώντας ή και επιδιώκοντας παράβαση ή και ανατροπή των προνοιών της Δ.48 Θ.1-4 ή και της Αρχής της ισότητας των όπλων που καθιερώνεται στη διαταγή ή και ισχύει στις πολιτικές δικαστικές διαδικασίες. (ε) Δεν αποκαλύπτεται ούτε καθορίζεται σαφώς και επαρκώς καλός λόγος για καταχώρηση συμπληρωματικής ενόρκου δηλώσεως ή και καλός λόγος εν τη εννοία του σχετικού διαδικαστικού κανονισμού ή και της νομολογίας. (στ) Με την προτεινόμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση επιχειρείται εισαγωγή ογκώδους ενόρκου δηλώσεως η οποία δεν θα βοηθήσει ούτε θα συνιστά δικαιότερη έκθεση γεγονότων αλλά θα προκαλεί αχρείαστα έξοδα και παρεμβολή ή επιπλοκή στην κανονική διαδικασία και στα διαδικαστικά βήματα και σειρά των εκατέρωθεν θέσεων των διαδίκων. (ζ) Δεν αποκαλύφθηκε η ύπαρξη κάποιας ανάγκης με απώτερο σκοπό την επίλυση των επίδικων θεμάτων της ενδιάμεσης διαδικασίας και την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Ουσιαστικά με την προτεινόμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση επιδιώκεται επανάληψη και πλατειασμός υφιστάμενων ήδη ισχυρισμών και εισαγωγή επιχειρηματολογίας που θα ήταν αντινομικό να εισάγεται σε ενόρκους δηλώσεις. (η) Τα θέματα και ισχυρισμοί στην προτιθέμενη ¨συμπληρωματική¨ ένορκο δήλωση δεν μπορούν να βοηθήσουν στην εκδίκαση των επίδικων θεμάτων στην κυρίως αίτηση. (θ) Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις ή και τα στοιχεία που απαιτούνται υπό τις περιστάσεις. (ι) Η αίτηση δεν στοιχειοθετείται και είναι δίκαιο και εύλογο όπως η άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου ασκηθεί εναντίον της αίτησης. Η ένσταση συνοδεύεται από την Ε/Δ του καθ' ου η αίτηση ο οποίος είναι ένας εκ των τριών διαχειριστών της Περιουσίας του πιο πάνω αποβιώσαντα και ο οποίος αναφέρει ότι στις 05/04/2022, επιδόθηκε στους Δικηγόρους του Νίκος Δαμιανού & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. η υπό κρίση αίτηση που καταχωρήθηκε την ίδια ημερομηνία και η οποία συνοδεύετο από δισέλιδο κείμενο στην αγγλική χαρακτηριζόμενη ως «ένορκη δήλωση» (Affidavit) του M. K. Y. στην οποία επισυνάπτετο ως τεκμήριο Α η προτεινόμενη ως συμπληρωματική ένορκη δήλωση 8 σελίδων στην ελληνική και αντίστοιχη ένορκη δήλωση στην αγγλική με συνημμένα μάλιστα έγγραφα ως τεκμήρια Α, Β και Γ. Ο καθ ' ου η αίτηση αρνείται τους ισχυρισμούς του ομνύοντα για τους αιτητές και αναφέρει ότι ο φερόμενος ενόρκως δηλούντας δεν γνωρίζει ελληνικά και δεν θα μπορούσε να διαβάζει ή αναγνωρίζει κείμενο ή έγγραφα στην Ελληνική και αυτό ισχύει τόσο για τα έγγραφα που επισυνάπτονται στην ένσταση του ημερομηνίας 1/03/2022 όσο και για τα έγγραφα της προτεινόμενης ¨συμπληρωματικής ενόρκου δηλώσεως¨ που είναι στην ελληνική. Χωρίς επηρεασμό της πιο πάνω άρνησης του και χωρίς να περιορίζει την εν λόγω άρνηση των ισχυρισμών του ενόρκως δηλούντα στην αίτηση αναφέρει ότι διαφωνεί με τα όσα αναφέρονται στην παράγραφο 5 της ενόρκου δηλώσεως της αίτησης. Είναι δε η θέση του ότι ούτε γεγονότα θέλει να θέσει ο αναφερόμενος ούτε νέες πληροφορίες ή γεγονότα επί της αρχικής ενόρκου δηλώσεως του, ούτε διευκρινίσεις προς το συμφέρον της δικαιοσύνης ή την πληρέστερη δήθεν εικόνα των γεγονότων στο Δικαστήριο. Ενδεικτικά αναφέρει ότι ο ενόρκως δηλών φέρεται στην προτεινόμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση να γενικολογεί και επιχειρηματολογεί σε κείμενο 8 σελίδων χωρίς να σχολιάζει τη σημαντική και εμπεριστατωμένη θέση του για την κατοικία του ιδίου στο Ηνωμένο Βασίλειο, στο Λονδίνο, και του Kemal Yahya στο Βουνί της Κερύνειας στις κατεχόμενες περιοχές, όπου συγκεκριμένα διέμεναν και πάντα κατοικούσαν. Περαιτέρω αναφέρει ότι η καταχώρηση στο Δικαστήριο εγγράφων μέσω της προτεινόμενης ένορκης δήλωσης προτού δοθεί άδεια καταχώρησης συμπληρωματικής ενόρκου δηλώσεως είναι αντικανονική και απαράδεκτη. Η Διαδικασία Οι συνήγοροι των δύο πλευρών περιορίστηκαν σε γραπτές αγορεύσεις με τις οποίες υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους και ουδείς εκ των ενόρκως δηλούντων αντεξετάστηκε. Τα όσα ανέφεραν οι συνήγοροι προς υποστήριξη των θέσεων τους λαμβάνονται υπόψιν στο σύνολο τους, χωρίς να κρίνεται απαραίτητη η παράθεση τους στο στάδιο αυτό. Αναφορά θα γίνει πιο κάτω στο πλαίσιο ανάλυσης της νομικής πτυχής της αίτησης και στο βαθμό που κρίνεται αναγκαίο για τους σκοπούς της παρούσας απόφασης. Νομική Πτυχή Το πρώτο ζήτημα που εγείρεται με την ένσταση είναι ότι η αίτηση ουσιαστικά είναι παράτυπη και αστήρικτη, αφού συνοδεύεται από Ε/Δ στην αγγλική γλώσσα χωρίς να υπάρχει μετάφραση της στην ελληνική. Το ότι η Ε/Δ που συνοδεύει την υπό εξέταση αίτηση είναι συνταγμένη στην αγγλική είναι ορθό, όμως δεν θεωρώ ότι τούτο είναι μοιραίο για την έκβαση της παρούσας αίτησης. Προς τούτο παραπέμπω στο άρθρο 5 του Περί Επισήμων Γλωσσών της Δημοκρατίας Νόμου Ν. 67/88 το οποίο προβλέπει τα εξής: 5.—
(1)Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του Νόµου αυτού ή οποιουδήποτε άλλου νόµου, σε οποιαδήποτε δικαστική διαδικασία γίνεται αποδεκτό ως αποδεικτικό µέσο και έγγραφο συνταγµένο σε οποιαδήποτε ξένη γλώσσα.
(2)Το δικαστήριο µπορεί, όταν το συµφέρον της δικαιοσύνης το επιβάλλει, να διατάξει τη µετάφραση εγγράφου ή µέρους αυτού στις επίσηµες γλώσσες της Δηµοκρατίας ή σ' οποιαδήποτε απ' αυτές.
(3)∆εν απαιτείται η µετάφραση εγγράφου, το οποίο συντάχθηκε στην αγγλική γλώσσα µέχρι τη 15η Αυγούστου 1989.
(4)Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, έγγραφο περιλαµβάνει και ένορκη δήλωση Από τη συνδυασμένη θεώρηση των προνοιών του πιο πάνω άρθρου του Ν.67/88 προκύπτει ότι το Δικαστήριο δύναται να αποδεχθεί έγγραφο συμπεριλαμβανομένης και ένορκης δήλωσης (βλ. σχετικά το εδάφιο
(4)) σε οποιαδήποτε ξένη γλώσσα. Στην προκειμένη περίπτωση η Ε/Δ έχει συνταχθεί στην αγγλική γλώσσα, γλώσσα η οποία είναι κατανοητή από το Δικαστήριο. Ο δε καθ' ου η αίτηση έχει καταχωρήσει ένσταση, κατά τρόπο που δεικνύει ότι έχει αντιληφθεί πλήρως το περιεχόμενο της αφού απαντά σε όλους τους ισχυρισμούς που εγείρει ο ομνύων με την αγγλική Ε/Δ που συνοδεύει την υπό εξέταση αίτηση, κατά τρόπο που φαίνεται ότι δεν έχει επηρεαστεί καθ' οιονδήποτε τρόπο αρνητικά από την ενέργεια αυτή. Επομένως κρίνω ορθό όπως στη βάση των προνοιών του πιο πάνω άρθρου 5 αποδεχθώ το εν λόγω έγγραφο και συγκεκριμένα την Ε/Δ στην αγγλική γλώσσα που συνοδεύει την αίτηση, σημειώνοντας παράλληλα πως δεν θεωρώ ότι υπό τις περιστάσεις ως τις περιέγραψα ανωτέρω, το συμφέρον της δικαιοσύνης επιβάλλει την μετάφραση της σε επίσημη γλώσσα της Δημοκρατίας και δη στα Ελληνικά, αφού σε τίποτε δε θα εξυπηρετούσε μια τέτοια ενέργεια δεδομένου του ότι το περιεχόμενο της ως έχω ήδη αναφέρει προκύπτει ότι είναι αντιληπτό από όλους τους εμπλεκόμενους. Επισημαίνω δε ότι κατά την εξέταση της ουσίας της αίτησης και για πρακτικούς σκοπούς καθώς και για σκοπούς ευχερέστερης κατανόησης της παρούσας απόφασης, το Δικαστήριο θα αναφέρεται στην προτεινόμενη ΣΕΔ που είναι μεταφρασμένη στα ελληνικά, σημειώνοντας βέβαια ότι είναι αντιληπτό ότι σε περίπτωση τυχόν έγκρισης της αίτησης ή μέρους αυτής, η ΣΕΔ από τον ομνύοντα θα καταχωρηθεί στην αγγλική γλώσσα συνοδευόμενη από πιστή μετάφραση στην ελληνική. Προχωρώντας τώρα στην ουσία της υπό εξέταση αίτησης σημειώνω ότι η δυνατότητα καταχώρισης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης σε αίτηση προβλέπεται από τη Δ.48 θ.4
(2), η οποία έχει ως εξής: «4
(2)Το Δικαστήριο η Δικαστής, μετά από αίτηση ή προφορικό αίτημα, μπορεί, για καλό λόγο, να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικών ένορκων δηλώσεων. Η ακρόαση αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Διαταγή 39.» Ως έχει δε έχει νομολογηθεί (βλ. Αναφορικά με την αίτηση του Φιλόκυπρου Ματθαίου κ.α.
(2008)1Α Α.Α.Δ 510) το κατά πόσον θα επιτραπεί σ' ένα διάδικο να καταχωρήσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση εμπίπτει στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Η κατάδειξη καλού λόγου είναι το μοναδικό κριτήριο το οποίο θέτει η εν λόγω διάταξη. Εποµένως αυτό που θα πρέπει να εξετάζεται από το Δικαστήριο σε τέτοιες περιπτώσεις είναι κατά πόσο προβάλλεται καλός λόγος για να δικαιολογείται από το Δικαστήριο η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας που του παρέχεται στα πλαίσια αυτά (βλ. Αίτηση Αρ. 29/2008 Φιλόκυπρος Ματθαίου κ.ά. ανωτέρω). Ως προς το βάρος απόδειξης «καλού λόγου» τούτο εναποτίθεται στους ώμους του αιτητή. Όσον αφορά την έννοια της φράσης «καλός λόγος» αυτή δεν καθορίζεται στη σχετική διάταξη. Λαμβάνοντας όμως υπόψη το σκοπό της Δ.48 Κ.4
(2)αυτή θα πρέπει να ερμηνεύεται σε συνάρτηση με το γενικότερο δικαίωμα κάθε διαδίκου να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου όλο το αναγκαίο υλικό πριν την ακρόαση της αίτησης. Στα πλαίσια αυτά θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη όλοι οι σχετικοί παράμετροι οι οποίοι ποικίλουν και διαφέρουν σε κάθε περίπτωση. Τέτοιοι είναι μεταξύ άλλων το είδος της αίτησης, η φύση των θεραπειών που αυτή επιδιώκει, τα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης, η σημασία που έχει η επιπρόσθετη μαρτυρία για την εκδίκαση της αίτησης αλλά και η ανάγκη αντίκρουσης, απάντησης ή αμφισβήτησης θεμάτων τα οποία εγείρονται στην ένσταση ή στη μαρτυρία του αντιδίκου. Στόχος της καταχώρισης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης πρέπει να είναι η ολοκληρωμένη παρουσίαση των γεγονότων και των θέσεων των διαδίκων, έτσι ώστε το Δικαστήριο να είναι σε θέση να εκδικάσει την κυρίως αίτηση, έχοντας ενώπιόν του πλήρη και σφαιρική εικόνα των επίδικων θεμάτων. Όπου δε επιδιώκεται η καταχώρηση ΣΕΔ με σκοπό την επανάληψη των ιδίων γεγονότων της αρχικής ένορκης δήλωσης ή παράθεση επιχειρηματολογίας, ή γεγονότων αόριστων ή άσχετων με τα επίδικα γεγονότα της κυρίως αίτησης, δεν δικαιολογείται η παραχώρηση άδειας για συμπληρωματική ένορκη δήλωση (βλ. Παπακόκκινου κ.α. ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Πολιτική Έφεση Αρ. 242/2011, ενδιάμεση απόφαση ημερ. 10 Απριλίου, 2012). Όταν όμως επιχειρείται η αντίκρουση θέσεων ή ισχυρισμών που τίθενται σε ένορκη δήλωση που καταχωρίστηκε από την αντίδικη πλευρά και δεν παρατηρείται υπέρμετρη ή αδικαιολόγητη καθυστέρηση, δεν προκαλείται βλάβη/δυσμενής επηρεασμός των δικαιωμάτων της άλλης πλευράς και ο αιτητής δεν ενεργεί κακόπιστα ή καταχρηστικά, τότε είναι ορθό και δίκαιο όπως το αίτημα εγκριθεί, εφόσον είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης να έχει το Δικαστήριο ενώπιόν του όλα τα σχετικά με τα επίδικα θέματα γεγονότα. Ως δε προκύπτει από την A. Messios & Sons Ltd κ.α. ν. Ανδρέα Λεωνίδα, Πολ. Έφ. 277/2007, ημερ. 18.2.10 για να καταδειχθεί «καλός λόγος» ο αιτητής θα πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι το αίτημα του εδράζεται είτε στην αναγκαιότητα απάντησης σε κάποιους ισχυρισμούς που εγείρονται ή στην παράθεση γεγονότων που θα μπορούσαν να στοιχειοθετήσουν ή να ενισχύσουν ένα νομικό επιχείρημα και να θέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου όλο το αναγκαίο μαρτυρικό υλικό, όχι όμως για να προβούν σε επανάληψη των αρχικών ισχυρισμών ή για να περιλάβουν άσχετους με τα επίδικα ζητήματα ισχυρισμούς. Σχετική με το ζήτημα αυτό είναι και απόφαση του Προέδρου του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας Σ. Ναθαναήλ (όπως ήταν τότε) στην αγωγή 8869/05 Matthew Shaw κ.α. ν Depfa Investment Bank Ltd, ημερομηνίας 28/02/2007,όπου αναφέρονται τα εξής: «Προσεκτική ανάγνωση και εξέταση του νέου θεσμού δείχνει, με αναφορά και στα όσα καταγράφονται στην παρ. 1 του θ.4, ότι στόχος της καταχώρησης συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων είναι η ολοκληρωμένη παρουσίαση της αίτησης ή της ένστασης αντίστοιχα ώστε αυτή να οδηγηθεί σε ακρόαση επί του πλήρους φάσματος της διαφοράς. Για παράδειγμα, θα μπορούσε να αποτελέσει καλό λόγο για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης αν ο αιτητής εύλογα αισθάνεται μετά από την καταχώριση της ένστασης, ότι πρέπει να προσθέσει στα γεγονότα που υποστηρίζουν την αίτηση του, ώστε να έχει δυνατότητα επιτυχίας. .». Πρώτη θέση που προβάλλει ο καθ΄ ου η αίτηση είναι ότι η Ε/Δ που συνοδεύει την αίτηση είναι γενική και δεν αναφέρεται ούτε παρέχει δικαιολογία ή και εξήγηση για την κάθε παράγραφο που επιχειρείται να εισαχθεί μέσω της προτεινόμενης ΣΕΔ. Είναι γεγονός πως η Ε/Δ που συνοδεύει την αίτηση αναφέρεται κατά τρόπο γενικό στην αναγκαιότητα καταχώρησης ΣΕΔ λέγοντας πως με αυτήν επιχειρείται να αντικρουστούν ισχυρισμοί που προβάλλονται από τον καθ' ου η αίτηση και πως πρόκειται για νέες πληροφορίες και γεγονότα και όχι επανάληψη πληροφοριών και γεγονότων που περιλαμβάνονται στην αρχική Ε/Δ, τα οποία σκοπούν να ξεκαθαρίσουν τα πράγματα. Τέλος αναφέρει ότι είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης να επιτραπούν έτσι ώστε το Δικαστήριο να έχει ενώπιον του όλα τα γεγονότα για να επιλύσει την κυρίως αίτηση. Όμως πέραν των πιο πάνω επισυνάπτεται προσχέδιο της προτεινόμενης ΣΕΔ όπου σε κάθε παράγραφο αναφέρεται σε ποια παράγραφο της Ε/Δ που συνοδεύει την ένσταση επιθυμεί να απαντήσει, κατά τρόπο που θεωρώ ότι από τα όσα στοιχεία συνολικά τέθηκαν ενώπιον μου αναδύονται οι λόγοι για τους οποίους επιχειρείται η εισαγωγή της κάθε παραγράφου, ασχέτως αν τελικώς το Δικαστήριο θα συμφωνήσει ή όχι ως προς την αναγκαιότητα εισαγωγής κάθε παραγράφου της προτεινόμενης ΣΕΔ. Εξ άλλου το εάν καταδεικνύεται καλός λόγος για την καταχώρηση συμπληρωματικής Ε/Δ είναι θέμα νομικό για το οποίο μπορεί να γίνει ανάλογη εισήγηση κατά το στάδιο των αγορεύσεων προς το Δικαστήριο στη βάση της προτεινόμενης ΣΕΔ που σύμφωνα με την κρατούσα πρακτική επισυνάπτεται όπως και στην παρούσα περίπτωση μαζί με την Ε/Δ που συνοδεύει την αίτηση. Προχωρώντας στην ουσία της αίτησης, είναι χρήσιμο να επισημανθεί στο στάδιο αυτό ότι με την κυρίως αίτηση για παύση διαχειριστή στο πλαίσιο της οποίας υποβάλλεται η παρούσα αίτηση, οι αιτητές ζητούν : A. Την παύση του κ. Γ. Π., διαχειριστή στην παρούσα διαχείριση, για τον λόγο ότι υπάρχει κατάρρευση της σχέσης μεταξύ του εν λόγω διαχειριστή και όλων των κληρονόμων ή/και των υπόλοιπων διαχειριστών στη διαχείριση ή/και οι σχέσεις μεταξύ του εν λόγω διαχειριστή και των κληρονόμων ή/και με τους υπόλοιπους διαχειριστές έχουν καταστεί εχθρικές, σε βαθμό που να εμποδίζεται η άσκηση της διαχείρισης κατά δέοντα τρόπο και να διακινδυνεύει το συμφέρον της περιουσίας και των κληρονόμων. Β. Εναλλακτικά, παύση του κ. Γ. Π. λόγω έλλειψης πίστης ή/και εμπιστοσύνης προς το πρόσωπο του (want of reasonable fidelity) ή/και λόγω ενεργειών ή/και παραλείψεων του που διακινδυνεύουν την περιουσία ή/και λόγω έλλειψης ειλικρίνειας (want of honesty) ή/και κατάλληλης ικανότητας (proper capacity) να εκτελέσει τα καθήκοντα του ή/και λόγω εσκεμμένης παράλειψης ή παραπτώματος σχετικά με τη διαχείριση της κληρονομιάς. (η έμφαση είναι δική μου) Με την αρχική δε Ε/Δ που συνοδεύει την αίτηση ο ομνύσας επεξηγεί τους λόγους που οδήγησαν στην ισχυριζόμενη κατάρρευση των σχέσεων των κληρονόμων με τον ένα εκ των διαχειριστών και καθ' ου η αίτηση, με ιδιαίτερη έμφαση στο ότι ο εν λόγω συνδιαχειριστής του οποίου σκοπείται η παύση, επεδίωξε κατ' ισχυρισμόν να είναι εκ των διαχειριστών προβάλλοντας προφάσεις που αφορούσαν το ότι θα βοηθούσε στην ολοκλήρωση της διαχείρισης και στην πώληση ακίνητης τουρκοκυπριακής περιουσίας της οποίας ήταν ιδιοκτήτης ο αποβιώσας, ενώ φαίνεται σύμφωνα πάντα με τον ομνύοντα για τους αιτητές ότι επεδίωκε να εξυπηρετήσει τα συμφέροντα εταιρείας με την οποία συνήφθη συμφωνία για πώληση ακίνητης περιουσίας της διαχείρισης σε τιμές μάλιστα χαμηλότερες της πραγματικής τους αξίας, πωλητήρια τα οποία σύμφωνα με τον ομνύοντα κρίθηκαν παράνομα, γεγονός το οποίο όμως ο εν λόγω συνδιαχειριστής αρνείται και/ή δεν αποδέχεται. Εν γένει περιγράφει όλο το ιστορικό της γνωριμίας τους και της πορείας της διαχείρισης επεξηγώντας πως εν τέλει επήλθε η οριστική κατάρρευση και πλήρης απώλεια εμπιστοσύνης μεταξύ των κληρονόμων και του εν λόγω συνδιαχειριστή. Ο καθ' ου η αίτηση από την άλλη αρνείται τους ισχυρισμούς αυτούς και προβάλλει τις δικές του θέσεις με τις οποίες επιχειρεί να πείσει πως οι σχέσεις τους δεν έχουν καταρρεύσει καθώς και ότι ο ίδιος ενεργούσε και εξακολουθεί να ενεργεί για το καλώς νοούμενο συμφέρον της διαχείρισης και ότι η παραμονή του ως διαχειριστή επιβάλλεται αφού ο ίδιος είναι πρόσωπο κατάλληλο για τον σκοπό αυτό. Από τα πιο πάνω είναι σαφές ότι εκ των επιδίκων θεμάτων κατά την εκδίκαση της κυρίως αίτησης θα είναι το κατά πόσον πράγματι καταδεικνύεται μέσα από τα προβαλλόμενα γεγονότα και περιστατικά κάποιος εκ των προβαλλόμενων λόγων για παύση του διαχειριστή συμπεριλαμβανομένης και της κατάρρευσης των σχέσεων μεταξύ διαχειριστή και κληρονόμων καθώς και το κατά πόσον έχει εκτελέσει τα καθήκοντα του ορθά και νόμιμα. Με την ΣΕΔ πέραν από τις 4 πρώτες παραγράφους οι οποίες είναι εισαγωγικές, προκύπτει ότι ο ενόρκως δηλών επιχειρεί στο μεγαλύτερο μέρος αυτής να απαντήσει σε ισχυρισμούς που προβάλλει ο καθ' ου η αίτηση στην Ε/Δ που συνοδεύει την ένσταση και αφορούν περιστατικά ή ισχυρισμούς που σχετίζονται με τα πιο πάνω ζητήματα και συγκεκριμένα αναφέρομαι στις παραγράφους 5, 6, 7, 8, 9, 10, 11 και 12, 15,16 και 17 όπου απαντά σε ισχυρισμούς του καθ' ου η αίτηση με τους οποίους ο τελευταίος επιχειρεί να υποστηρίξει τη θέση του περί μη κατάρρευσης των σχέσεων και ορθής τέλεσης των καθηκόντων του ως διαχειριστή αναφερόμενος σε συγκεκριμένα ζητήματα ή και περιστατικά. Τούτου δεδομένου θεωρώ ότι καταδεικνύεται καλός λόγος για να παραχωρηθεί άδεια για ΣΕΔ σε σχέση με τις πιο πάνω παραγράφους της προτεινόμενης ΣΕΔ. Σε σχέση τώρα με την παράγραφο 13 πράγματι φαίνεται ότι επιχειρεί να αντικρούσει ισχυρισμούς του καθ' ου η αίτηση επισυνάπτοντας και σχετικό Τεκμήριο με σκοπό να δώσει ως η θέση του πλήρη εικόνα στο Δικαστήριο αναφορικά με το θέμα που πραγματεύεται, πλην όμως η εν λόγω παράγραφος μετά την αναφορά στο Τεκμήριο Β και συγκεκριμένα από την φράση «Με βάση την εν λόγω επιστολή» μέχρι το τέλος της παραγράφου, περιλαμβάνει σχολιασμό και επιχειρηματολογία η οποία δεν έχει θέση σε ένορκη δήλωση και επομένως σε σχέση με το εν λόγω μέρος της παρ. 13 δεν θεωρώ καταδεικνύεται καλός λόγος για να επιτραπεί η καταχώρηση συμπληρωματικής Ε/Δ. Τα ίδια ισχύουν και για την παράγραφο 18, ενώ για την παράγραφο 19 κρίνω ότι αυτή περιλαμβάνει επαναλήψεις που δεν δικαιολογείται να εισαχθούν, ενώ η παρ. 20 δεν προσθέτει οτιδήποτε και επομένως ούτε σε σχέση με αυτήν θεωρώ ότι καταδεικνύεται καλός λόγος για να επιτραπεί η εισαγωγή της. Ως προς την παράγραφο 14 πρέπει να πω ότι επίσης περιλαμβάνει σε κάποιο βαθμό αχρείαστο σχολιασμό και συγκεκριμένα από την φράση «Κατ' αρχάς (σελίδα 5 στην τέταρτη γραμμή) . Αλλά εν πάση περιπτώσει» και ακολούθως από τη φράση «Διερωτώμαι πώς μπορούμε να είμαστε φίλοι . και μάλιστα ενόρκως;». Από την δε φράση «Ο κ. Π. (στη σελίδα 6 γραμμή 26) μέχρι το τέλος της παραγράφου θεωρώ ότι περιλαμβάνει επαναλήψεις ως άλλωστε και ο ίδιος ο ομνύσας αναφέρει στο εν λόγω μέρος της προτεινόμενης παραγράφου 14, διαπιστώσεις οι οποίες δεν επιτρέπουν την εισαγωγή των πιο πάνω μερών της παρ. 14 της προτεινόμενης ΣΕΔ. Κατά το λοιπό μέρος της παραγράφου όμως, ο ομνύσας θέτει τις θέσεις του ως προς το ζήτημα που επικαλείται ο καθ΄ ου η αίτηση με τη δική του Ε/Δ που συνοδεύει την ένσταση στην κυρίως αίτηση και αφορά την καταχώριση κατάσταση απογραφής και οι ενδιάμεσων λογαριασμών, και μέσω των οποίων επιχειρεί (ο καθ' ου η αίτηση) να καταδείξει την ορθή και πιστή εκτέλεση των καθηκόντων του. Θέσεις με τις οποίες βέβαια η πλευρά των αιτητών διαφωνεί και θέτει τις δικές τις θέσεις αναφορικά με τις περιστάσεις καταχώρισης των εν λόγω εγγράφων. Δεν τίθεται θέμα βέβαια στο στάδιο αυτό αξιολόγησης των θέσεων που επιχειρείται να προβληθούν, αλλά μόνο αν η προβολή τους είναι αναγκαία για να έχει το Δικαστήριο ολοκληρωμένα τις θέσεις όλων των διαδίκων επί ζητημάτων που σχετίζονται με τα επίδικα θέματα της κυρίως αίτησης και να μπορεί έτσι να κρίνει την ουσία της αίτησης κατά τρόπο πλήρη και δίκαιο, παράμετρος η οποία θεωρώ ότι συντρέχει και δικαιολογεί την έγκριση της αίτησης κατά το υπόλοιπο μέρος της παραγράφου 14. Τώρα ως προς το γεγονός ότι επισυνάπτονται και τα τεκμήρια στην προτεινόμενη ΣΕΔ δεν θεωρώ ότι αυτό είναι καθ' οιονδήποτε τρόπο μεμπτό ως φαίνεται να ισχυρίζονται οι καθ' ων η αίτηση, αλλά αντίθετα θεωρώ ότι γίνεται για σκοπούς συμμόρφωσης με την πρακτική που θέλει την προτεινόμενη ΣΕΔ να επισυνάπτεται στην αίτηση όταν γίνεται γραπτώς το αίτημα, έτσι ώστε ο αντίδικος να έχει τη δυνατότητα να αντιληφθεί πλήρως το φάσμα της προτεινόμενης ΣΕΔ και να τοποθετηθεί ευχερέστερα επί του αιτήματος. Κατάληξη Για όλους τους λόγους που πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω κρίνω ότι δικαιολογείται η έγκριση της αίτησης με εξαίρεση τα σημεία που ανέφερα ανωτέρω και συνεπώς δίδεται άδεια για καταχώρηση ΣΕΔ ως το προσχέδιο που επισυνάπτεται στην αίτηση και συγκεκριμένα ως οι παρ.1-13[1], ως η παράγραφος 14[2] και ως οι παράγραφοι 15-17 του Τεκμηρίου Α που επισυνάπτεται στην Ε/Δ που συνοδεύει την αίτηση συμπεριλαμβανομένων και των τεκμηρίων. Νοείται ότι ο ενόρκως δηλών θα καταχωρήσει την ΣΕΔ στην αγγλική μετά των τεκμηρίων με τις εξαιρέσεις που αναφέρθηκαν ανωτέρω και θα καταχωρηθεί επίσης η μετάφραση της στην ελληνική, επίσης με τις εξαιρέσεις που έχουν αναφερθεί πιο πάνω. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ των αιτητών και εναντίον του καθ' ου η αίτηση €800 πλέον Φ.Π.Α. ............ Ν. Μαθηκολώνη, Α.Ε.Δ ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] με εξαίρεση το μέρος της παραγράφου 13 που αρχίζει «Με βάση την εν λόγω επιστολή» μέχρι το τέλος της παραγράφου) [2] με εξαίρεση το μέρος της παραγράφου 14 που αρχίζει με τη φράση «Κατ' αρχάς (σελίδα 5 στην τέταρτη γραμμή) . Αλλά εν πάση περιπτώσει» και ακολούθως από τη φράση «Διερωτώμαι πώς μπορούμε να είμαστε φίλοι . και μάλιστα ενόρκως;», και από την φράση «Ο κ. Π. (στη σελίδα 6 γραμμή 26) μέχρι το τέλος της παραγράφου cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο